ΚΑΛΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

ΜΕΓΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΗΣ Ι.Μ. ΚΕΡΚΥΡΑΣ

Το πρωί της Τρίτης 31 Ιανουαρίου 2017 πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο, Ιερατική Σύναξη της Ι.Μ. Κερκύρας, στην οποία ομιλητής ήταν ο συγγραφέας και ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Χρήστος Γιανναράς με θέμα : “ Πολλούς παιδαγωγούς, αλλά όχι πολλούς πατέρες “, παρμένο από το λόγο του Αποστόλου Παύλου.
Τη Σύναξη άνοιξε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος, ο οποίος αφού ευχαρίστησε τον κ. Γιανναρά, σημείωσε ότι διαθέτει και πείρα και γνώση, όντας ένα ζωντανό μέλος της Εκκλησίας μας. Ιδιαίτερα στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό οι άνθρωποι να καθοδηγούνται, πορευόμενοι το δρόμο της αλήθειας, της αιωνιότητος και της Θεώσεως, πρόσθεσε ο κ. Νεκτάριος.
Εν συνεχεία το λόγο πήρε ο κ. Γιανναράς, ο οποίος επεσήμανε ότι ο τίτλος της ομιλίας είναι επίκαιρος και διερωτήθηκε αν σήμερα εργαζόμαστε πραγματικά για το Θεό ή για την ανάδειξη του “εγώ” μας. Στις μέρες μας κάποιες εκφράσεις τις ακούμε ως παραβολικές. Η πατρότητα είναι ανώτερη της διδασκαλίας για τον Απόστολο Παύλο. Η διδασκαλία είναι κάτι πολύτιμο μεν, αλλά η πατρότητα είναι ένα άλλο γεγονός. Με τη γέννηση εισάγεται ο άνθρωπος στην ύπαρξη. Εντούτοις η κατανόηση αυτού του γεγονότος είναι δύσκολη. Δυστυχώς η Εκκλησία σήμερα θεωρείται ως ένα απλό συμπλήρωμα της ζωής. Αντιθέτως η Εκκλησία είναι η είσοδος σε έναν άλλο τρόπο του υπάρχειν. Δεν αρκεί η κατανόηση. Η οδός γνώσεως είναι η οδός της μετοχής, εντός της Εκκλησίας. Στον πολιτισμό μας υπάρχει άλλος τρόπος κατανόησης της πραγματικότητας μέσω λ.χ. της επιστήμης και των ειδήσεων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να ζούμε με τις εντυπώσεις και όχι με την πραγματικότητα. Ο τρόπος της ζωής μας είναι τεχνητός, ένας κόσμος εντυπώσεων και θεάματος.
Επιπροσθέτως ο κ. Γιανναράς υπογράμμισε ότι ένας μεγάλος αριθμός κηρυγμάτων αναφέρονται σε ιδέες, σε πεποιθήσεις, δεν μιλούν για ένα τρόπο ζωής. Η λέξη πίστη για τους ανθρώπους μεταφράζεται ως πεποίθηση. Μέσα στην Εκκλησία όμως η λέξη πίστη σημαίνει εμπιστοσύνη. Έχουμε την εμπειρική βεβαιότητα, ότι σε Αυτόν που παραδιδόμαστε, μας αγαπάει. Για τη βίωση αυτής της εμπειρίας χρειάζεται έξοδος από το “εγώ “. Η πίστη είναι Χάρις. Ανήκω στην Εκκλησία σημαίνει ότι έχω παραδοθεί στην Αγάπη που συγκροτεί την Εκκλησία. Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν τον εκκλησιασμό ως συμπροσευχή. Έχει χαθεί η συνείδηση ότι στην Εκκλησία δεν πάμε για να προσευχηθούμε, πάμε για να γιορτάσουμε. Η Εκκλησιαστική σύναξη είναι άλλης τάξεως γεγονός.
Καταλήγοντας ο κ. Γιανναράς τόνισε ότι ο ο κατ’εξοχήν θεσμός της Εκκλησίας είναι η Ευχαριστία και η Σύνοδος. Η Ευχαριστία δεν είναι μια τελετουργία. Με τα είδη του άρτου και του οίνου, αποκαθίσταται η πρόσληψη της τροφής ως σχέσεως. Η προέκταση της Ευχαριστίας τους προηγούμενους τουλάχιστον αιώνες ήταν η Σύνοδος. Η Σύνοδος ψάχνει να διατυπώσει με λόγια το άρρητο. Ατυχώς στις μέρες μας η σύγκληση της Συνόδου νοείται ως σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρείας, με μέλη του πτυχιούχους Ιεράρχες. Όμως στη Σύνοδο της Εκκλησίας δεν παίζει ρόλο ούτε η ευφυϊα, ούτε η μόρφωση. Τρανό παράδειγμα αποτελεί ο Άγιος Σπυρίδων στην Ά Οικουμενική Σύνοδο. Ο Επίσκοπος εκπροσωπεί και κομίζει στη Σύνοδο την εμπειρία του σώματος της τοπικής του Εκκλησίας, τόνισε κλείνοντας ο κ. Γιανναράς.
Εν συνεχεία ακολούθησε συζήτηση.






ΙΒ΄ Περί Του Ακτίστου Φωτός - 3.ΒΙΩΘΕΙΣΑ ΠΕΙΡΑ

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Οψώμεθα τόν Θεόν καθώς εστί

Περί Του Ακτίστου Φωτος
3.ΒΙΩΘΕΙΣΑ ΠΕΙΡΑ

Θα ήθελον νυν να ομιλήσω περί εκείνου, όπερ εχαρίσατο εις εμέ ο Κύριος μετά την επιστροφήν μου εις Αυτόν εν ωρίμω ηλικία, ότε αι θείαι επισκέψεις συνεδέοντο μετά βαθείας προσευχής μετανοίας. Εν τη αρχή της περιόδου ταύτης το Φως ενεφανίζετο μάλλον ως Πυρ καταφλέγον, και επί της επιφανείας του σώματός μου και εντός της ψυχής μου, ό,τι ησθανόμην κατά την καύσιν ταύτην ως αλλότριον του Θεού. Ώ, ουδέν τότε εγνώριζον και δεν κατενόουν τα εν εμοί τελούμενα. Η σκέψις μου δεν επεχείρει να ερευνήση την φύσιν του Πυρός και του Φωτός τούτου. Έπασχον εν τη μετανοία μου δι’ όλης της υπάρξεώς μου· εγνώριζον όμως ότι ανέζησα πνεύματι. Κατ’ εκείνους τους χρόνους κατέκλυζον εμέ ισχυρά κύματα συναισθημάτων και σκέψεων. Συνέρρεον άλλοτε αιφνιδίως, άλλοτε σταδιακώς· ενίοτε το παν ανεμιγνύετο ως εν καιρώ ταραχώδους μεσονυκτίου θυέλλης· είναι αδύνατον να προσδιορίσω νυν κατά χρονολογικήν σειράν τα υπ’ εμού βιωθέντα. Εκείνο όπερ μετά βεβαιότητος ενθυμούμαι είναι η ακατάσχετος ορμή μου προς τον Θεόν εκ του πόθου μου προς Αυτόν μέχρι θανάτου. Τούτον τον πόθον μου εξέχεον εις τας δεήσεις μου μετά τοιαύτης αυτοσυγκεντρώσεως, ώστε και εάν κατέβαινε Πυρ ή Φως, η προσοχή μου δεν απεσπάτο από του Θεού, και όλη η ορμή μου εστρέφετο προς Αυτόν. Και ιδού, την ημέραν του Μεγάλου Σαββάτου (ίσως το έτος 1924), το Φως επεσκέφθη εμέ μετά την Θείαν Μετάληψιν και ησθάνθην αυτό ως επαφήν της Θείας 275 αιωνιότητος μετά του πνεύματός μου. Ιλαρόν, πλήρες ειρήνης και αγάπης το Φως παρέμεινε μετ’ εμού επί τρεις ημέρας. Διέλυσε τον γνόφον της ανυπαρξίας, όστις ίστατο ενώπιόν μου. Ανέστην, και εντός μου μετ’ εμού ανέστη ο κόσμος όλος. Οι λόγοι του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου εις το τέλος της ακολουθίας του Πάσχα ήχησαν μετά συγκλονιστικής δυνάμεως: «Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος». Καταπεπονημένος υπό του θεάματος του γενικού θανάτου, ανέζησα εκείνην την στιγμήν: Αληθώς, και η ψυχή μου ανέστη και ουδένα πλέον βλέπω νεκρόν … Εάν τοιούτος είναι ο Θεός, πρέπει το συντομώτερον να εγκαταλείψω τα πάντα και να αναζητήσω μόνον την μετ’ Αυτού ένωσιν. Εις το τέλος των ημερών μου απεφάσισα να ομιλήσω εις τους αδελφούς μου περί εκείνου, περί του οποίου πρότερον δεν θα ετόλμων, θεωρών τούτο ως πράξιν ασύνετον. Όσον μηδαμινός και εάν είμαι από πάσης απόψεως, το γεγονός παραμένει γεγονός: Ο Θεός Πατήρ ηυδόκισεν εν εμοί, ως εν γένει είναι ίδιον Αυτού να ευδοκή εν πάσι τοις συντετριμμένοις τη καρδία (βλ. Ψαλμ. ν’ 19). Ο Πατήρ είλκυσεν εμέ προς τον ηγαπημένον Αυτού Υιόν, και ο Υιός ήγειρεν εμέ εκ της ολεθρίου πτώσεώς μου (βλ. Ιωάν. στ’ ‐, ‐). Το Πνεύμα το Άγιον, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, έδωκεν εις εμέ να ζήσω «το μέγα της ευσεβείας μυστήριον· Θεό εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι» (Α’ Τιμ. γ’ 16). Νυν γνωρίζω ότι άνευ τοιαύτης πίστεως αι βιωθείσαι υπ’ εμού καταστάσεις θα απεκλείοντο. Η πίστις είναι δυνατόν να υπάρχη και εν ατελεί εισέτι εμπειρία. Αυξάνει 276 εν συνεχεία δια των εκχύσεων της χάριτος επί τον άνθρωπον. Μαρτυρώ ότι όταν όλον το είναι του ανθρώπου εν εντόνω αποστροφή προς εαυτό, ως όντως είναι, βυθίζηται εις προσευχήν προς τον Χριστόν – προσευχήν ήτις αποσπά το πνεύμα ημών εκ των ονύχων των παθών και των δεσμών της ύλης – τότε η αίσθησις της Θείας αιωνιότητος καθίσταται τοσούτον εναργής, ώστε ουδεμία λογική ή ψυχανάλυσις δύναται να κλονίση το οφθαλμοφανές. Διά ποίον λόγον ομιλώ περί λογικής και ψυχαναλύσεως; Διότι η πρώτη (λογική) δεν επιτρέπει να πιστεύσωμεν ότι είς ιστορικός άνθρωπος, τον οποίον είναι δυνατόν να ίδωμεν, να ψηλαφήσωμεν (Α’ Ιωάν. α’ 1), να φονεύσωμεν, κρεμώντες επί σταυρού ως ληστήν, είναι ο Δημιουργός σύμπαντος του απείρου κόσμου. Η δε δευτέρα (ψυχανάλυσις) πειράται να πείση ημάς ψυχολογικώς ότι είναι αναγκαίον να μη εμπιστευώμεθα εις τας εμπειρίας ημών. Αλλά, ως έλεγεν ο Άγιος Σιλουανός, τοιούτον φως, τοιαύτη αγάπη, τοιαύτη δύναμις ζωής και σοφία δύνανται να πηγάσουν μόνον εκ της Αληθινής Αρχής παντός υπαρκτού. Ο Όσιος Σιλουανός ήτο εξαιρέτως πεπροικισμένος άνθρωπος. Αλλά και εγώ, πατά την οικτράν αθλιότητά μου, δύναμαι πώς να κρίνω τί είναι εφικτόν εις το ανθρώπινον πνεύμα, ωσαύτως δε και εις την σκέψιν και τον ψυχισμόν ημών. Ο Απόστολος Παύλος μετά την εμφάνισιν του Χριστού εις αυτόν απεμακρύνθη εις την έρημον της Αραβίας (βλ. Γαλ. α’ 16)· εκεί, εν ορμή φλογεράς μετανοίας δια το παρελθόν αυτού, ηξιώθη πολλών και μεγάλων αποκαλύψεων· μεταξύ αυτών ήτο η βεβαίωσις ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός. Δεν αναζητώ λογικάς αποδείξεις εκ των κάτω, αλλά εν τω θρήνω της μετανοίας μου, ήτις υπερέβαινε την δύναμίν μου και κατέκαιεν εμέ 277 δια του πυρός αυτής, επείσθην και εγώ περί τούτου: Ούτος, ο Χριστός είναι το ύψιστον, το άναρχον γεγονός του Είναι. Ο χαρακτήρ της μετανοίας μου ουδόλως επέτρεπε την δυνατότητα «να φαντάζωμαι» ότι ο άναρχος Θεός δύναται να είναι μετ’ εμού τοσούτον εγγύς, τοσούτον ενεργώς. Υπήρχον στιγμαί κατά τας οποίας κατενόουν την μορφήν της αποκαλύψεως των ουρανίων μυστηρίων των δοθέντων εις τους Προφήτας, τους Αποστόλους και τους Πατέρας ημών. Το Φως, όπερ επεσκέπτετο εμέ, είναι το Φως της «ουκ εκ του κόσμου τούτου» Βασιλείας, Βασιλέα της οποίας ωνόμαζεν Εαυτόν ο Χριστός (βλ. Ιωάν. ιη’ ‐). Τι συμβαίνει κατ’ ουσίαν; Πώς εξηγούνται παρόμοια γεγονότα; Το πνεύμα ημών εισάγεται δια του Πνεύματος του Θεού εις την σφαίραν της Βασιλείας ταύτης. Και τότε παύει πάσα διαλεκτική· ζώμεν νέαν δι’ ημάς μορφήν υπάρξεως. Δίδεται εις ημάς η εμπειρία του «είναι»: Εγώ ειμι. Και ο Απόστολος Παύλος και οι λοιποί Απόστολοι – Πέτρος, Ιωάννης … –, και πάντες οι μετέπειτα θεολόγοι της Εκκλησίας, διηγούνται περί των γνωσθέντων υπ’ αυτών γεγονότων του είναι. Συστέλλομαι μέχρι πόνου προφέρων τοιούτους λόγους, οίτινες δυνατόν να φανούν καθ’ υπερβολήν υπερήφανοι, και επομένως αποκρουστικοί. Αλλ’ εις τούτο έγκειται το παράδοξον, ότι εγώ ο ίδιος ζω διττήν κατάστασιν: την απεχθή μηδαμινότητά μου αφ’ ενός, και την ελεήμονα συγκατάβασιν του Θεού αφ’ ετέρου. Σκέπτομαι ούτως: Ο Θεός δεν αρνείται τας δωρεάς Αυτού εις ένα έκαστον εξ ημών (βλ. Ματθ. ζ’ 7‐11), αλλά παρέχει αυτάς κατά το μέτρον της δίψης και της πιστότητος εκάστου εξ ημών προς τον Δωρεοδότην: Είς τινας δίδει αφθόνως, εις άλλους μετρίως. Γνωρίζω εμαυτόν: Είμαι ο 278 πλέον κοινός άνθρωπος. Συχνάκις εύθυμος άνευ ιδιαιτέρου λόγου, ως τα μικρά παιδία· είναι περιττόν να ομιλώ περί της προφανούς ταύτης πραγματικότητος. Αλλ’ εκείνο, όπερ εδόθη εις εμέ παρά του Θεού κατά την Αυτού πρωτοβουλίαν, είναι τι ανάλογον προς εκείνο, όπερ έλαβον οι Απόστολοι, οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι καθοδηγηταί μου. Ένεκα της αναλογίας ταύτης το δοθέν εις εμέ εκφράζεται δια των αυτών λόγων, τους οποίους ευρίσκομεν εν ταις Γραφαίς της Καινής Διαθήκης και τοις έργοις των Πατέρων. Δεν υπάρχει αμφιβολία περί της κολοσσιαίας αποστάσεως μεταξύ της Παλαιάς Διαθήκης και της Διαθήκης του Χριστού (βλ. Ματθ. ε’ 17‐). Όμως και εν τοις ορίοις του Νόμου του Μωϋσέως οι Προφήται ενίοτε εξεφράζοντο μετά παρρησίας ομοίας εκείνης των Αποστόλων. Το αυτό συμβαίνει και εν τη περιπτώσει μου. Και εν τω μοναστηρίω και εν τη ερήμω εδόθη εις εμέ να γνωρίσω τας περιγραφομένας υπ’ εμού καταστάσεις του πνεύματος. Δεν διεφύλαξα αυτάς εν τη πλήρει αυτών εντάσει· επιστρέψας εις τον κόσμον απώλεσα βαθμηδόν πολλά. Ενθυμούμαι όμως αυτάς. Ό,τι εδωρήθη εις εμέ εν τη ερήμω, ηλευθέρωσε το πνεύμα μου εκ της εξουσίας των ανθρωπίνων κρίσεων περί εμού. Ο φόβος όμως του Θεού δεν παύει να συντρίβη εμέ. Τούτο σημαίνει ότι δεν υπερβαίνω το μικρόν μου μέτρον. Ιδού, τι αναγινώσκομεν εν ταις γραφαίς του Αγίου Σιλουανού: «Λέγουν τινές ότι τούτο ήτο τω καιρώ εκείνω, νυν δε πάντα ταύτα απηρχαιώθησαν. Όμως παρά τω Κυρίω ουδέν μειούται, ούτε μεταβάλλεται ποτέ, και μόνον ημείς αλλοιούμεθα, γινόμεθα κακοί και ούτω στερούμεθα της χάριτος. Εις τους εκζητούντας όμως αυτήν, ο Κύριος δίδει το παν, ουχί διότι είμεθα άξιοι, αλλά 279 διότι ο Κύριος είναι ελεήμων και αγαπά ημάς» (Κεφ. III, Περί ταπεινώσεως). Διάφοροι περιστάσεις ηνάγκασαν εμέ να αναχωρήσω εκ του Αγίου Όρους. Εν Ευρώπη εστερήθην βαθμηδόν πολλών εξ εκείνων, δια των οποίων ήτο πεπληρωμένη η ζωή μου εν τω Άθω. Η διακονία των ανθρώπων, ως δεικνύει η πείρα, συνδέεται μετά της αναγκαιότητος να εισέρχηταί τις εις τας θλίψεις, τα παθήματα, τον αγώνα κατά των παθών, και λίαν συχνάκις εις τας στοιχειώδεις αυτών ανάγκας. Δυστυχώς, τούτο δεν βοηθεί να παραμένη τις εν τη θεωρία και τη ησυχαστική προσευχή.


Η ροή των γεγονότων δεικνύει μετά πειστικότητος ότι η επιστροφή μου εις τον κόσμον ήτο θέλημα Άνωθεν. Αλλά και εν τη περιπτώσει ταύτη δεν παύω να θλίβωμαι δια την απώλειαν εκείνων των δωρεών, τας οποίας εξέχεεν επ’ εμέ ο Κύριος πέραν των προσδοκιών μου. Η ενέργεια του Φωτός, περί του οποίου γράφω, επί του πνεύματος του ανθρώπου μαρτυρεί περί της Θεότητος Αυτού: Είναι άκτιστον, ανονόμαστον, ακράτητον· είναι μυστηριώδες, άϋλον, απαραβίαστον. Απορώ. Πώς να σκεφθώ ή ν ομιλήσω περί αυτού; Το Φως τούτο είναι ως προς τον φύσιν αυτού υπερκόσμιον. Η κάθοδος αυτού εφ’ ημάς δεν είναι άλλο τι, ει μη η φανέρωσις του Θεού εις τον άνθρωπον: αποκάλυψις ουρανίων μυστηρίων. Κατά την Μεταμόρφωσιν επί του Θαβώρ δια της δωρεάς του Φωτός τούτου εδραιώθη η Θεογνωσία. Από της στιγμής της ελλάμψεως των Αποστόλων υπό του Φωτός τούτου επί το Θαβώρ, το Φως εισήλθεν εις την ιστορίαν του κόσμου και εγένετο «αναφαίρετος κληρονομία» δια τας επερχομένας γενεάς 280 των πιστευόντων εις τον Χριστόν‐Θεόν. Άνευ του Φωτός τούτου η γη θα παρέμενεν έξω της αληθούς Θεογνωσίας. Βάσει της προσωπικής μου πείρας, επέτρεψα εις εαυτόν να ονομάση το Φως τούτο Φως αναστάσεως. Δια της ελεύσεως του Φωτός τούτου το πνεύμα του ανθρώπου εισάγεται εις την σφαίραν όπου δεν υπάρχει θάνατος. Άνευ της ελλάμψεως του Φωτός τούτου δεν κατανοείται ορθώς το μυστήριον των οδών της σωτηρίας· ο κόσμος, οι άνθρωποι, θα παρέμενον εν τω σκότει της αγνοίας. Η αφηρημένη θεολογική μόρφωσις, έτι και η πλέον εκλελεπτυσμένη, δεν σώζει, διότι παρέχει διανοητικήν μόνον γνώσιν και δεν ανάγει όντως εις τον χώρον του Θείου Είναι. Ενίοτε, δυνάμεθα να παρομοιάσωμεν το Φως τούτο προς νεφέλην καλύπτουσαν την κορυφήν όρους, επί του οποίου ιστάμεθα: Η νεφέλη καθ’ εαυτήν είναι έμπλεος Φωτός, αλλ’ ημείς ουδέν βλέπομεν, ει μη μόνον αυτήν. Άπας ο λοιπός κόσμος δεν οράται. Κατά τον αυτόν τρόπον το Θείον Φως, αποκαλύπτον ημίν νέαν μορφήν πνευματικού είναι, αποκρύπτει από των οφθαλμών ημών την θέαν του υλικού κόσμου. Το Φως τούτο είναι ομοιόμορφον, ακέραιον, πλήρες βαθείας ειρήνης. Εν αυτώ η ψυχή θεωρεί την Αγάπην και την Αγαθότητα του Θεού. Όταν τούτο εκχέηται αφθόνως επί τον άνθρωπον, παύει ούτος να αντιλαμβάνηται την υλικότητα του περιβάλλοντος αυτόν χώρου, έτι δε και την του σώματος αυτού. Επί πλέον βλέπει εαυτόν ως φως. Το Φως τούτο έρχεται ιλαρώς, τρυφερώς, ούτως ώστε να μη παρατηρώμεν πώς τούτο περιέβαλεν ημάς. Ουχί αίφνης, αλλ’ ηρέμα ο κόσμος συνήθως «λησμονείται». Το φαινόμενον τούτο ομοιάζει προς ήρεμον επέλευσιν ύπνου εις φυσιολογικώς υγιά άνθρωπον· όμως, βεβαίως, δεν πρόκειται περί 281 ύπνου, αλλά περί πληρώματος ζωής. Μετά την αποχώρησιν του Φωτός, ήτις συντελείται τοσούτον ησύχως, ως και η έλευσις αυτού, η ψυχή επανέρχεται βραδέως εις την συνήθη αίσθησιν της υλικής πραγματικότητος. Εντός της απαλυνθείσης καρδίας βασιλεύει βαθεία ειρήνη. Το πνεύμα του ανθρώπου διαμένει συγχρόνως και εν τη υψίστη Θεία ατμοσφαίρα και εν τη γηΐνη. Η πρώτη εν τούτοις υποχωρεί βαθμηδόν και εις την ψυχήν εισέρχεται θλίψις, αίσθημα λύπης τινός, διότι μειούται η δύναμις της αφάτως αγαθής επαφής αυτής μετά του Πνεύματος του Θεού, καθ’ όν χρόνον αποκαθίσταται η αίσθησις της φυσικής πραγματικότητος. Τα ευώδη ίχνη της οράσεως εξασθενούν, αλλά δεν απαλείφονται εντελώς. Παρά ταύτα και εξησθενημένη αύτη γεννά λεπτήν νοσταλγίαν δια τον Θεόν, και η προσευχή ρέει ειρηνικώς και εξ όλης της υπάρξεως. Η διαμονή μετά του Κυρίου φονεύει τα πάθη. Τότε δεν ελκύει ημάς ούτε η δόξα, ούτε ο πλούτος, ούτε η εξουσία, ούτε ο,τιδήποτε γήινον, αναποφεύκτως εμπαθές και πάντοτε φέρον την σφραγίδα του τραγικού και του εφήμερου. Επανειλημμέναι επισκέψεις της χάριτος εις την ψυχήν οδηγούν εις την παρατήρησιν ομοιότητος τινος μεταξύ της καταστάσεως της θεωρίας και της εντυπώσεως, ήτις προκαλείται εκ του Ευαγγελικού λόγου. Την τελευταίαν ταύτην αποδεχόμεθα ωσαύτως ως Φως, ως ζωοποιόν δύναμιν, ως νέαν πράξιν δημιουργίας, ουχί πλέον υπό μορφήν της προσταγής «γενηθήτω», αλλά ως κλήσιν προς το λογικόν δημιούργημα. Ο Ουράνιος Πατήρ καλεί τα τέκνα Αυτού άνευ βίας προς θαυμαστήν 282 ανάβασιν προς την βασιλείαν της Πατρικής αγάπης, ένθα ούτε θάνατος, ούτε αρχή, ούτε τέλος υπάρχει. Το πνεύμα ημών κατανοεί ότι αληθώς ο λόγος του Χριστού εκπορεύεται «από του Πατρός των φώτων», Όστις «βουληθείς απεκύησεν ημάς λόγω αληθείας» (Ιακ. α’ 17‐18). Ο λόγος του Χριστού περιέχει Θείαν ζωήν, και όστις ανοίγει εις αυτόν έως τέλους την εαυτού καρδίαν γίνεται θεοειδής. Εν τη αρχή της μοναστηριακής μου ζωής εν Άθω ο Κύριος εχαρίσατο εις εμέ την αδιάλειπτον προσευχήν, ήτις, διατηρούσα την έντασιν αυτής, μετέβαινεν από καιρού εις καιρόν εκ του ενός θέματος εις το άλλο. Θα διηγηθώ περί τινος, όπερ ενθυμούμαι εναργώς, εφ’ όσον γίνεται λόγος περί προσευχών, αίτινες αφήκαν ανεξίτηλα ίχνη επί του είναι μου. Πολλάκις συνέβαινε το ακόλουθον: Το εσπέρας, μετά την δύσιν του ηλίου, έκλειον τελείως το παράθυρον του κελλίου μου και εκάλυπτον τούτο δια τριών παραπετασμάτων, ώστε να δημιουργηθούν κατά το δυνατόν καλύτεραι συνθήκαι ησυχίας και σκότους … Προσπίπτων επί πρόσωπον επί του δαπέδου του κελλίου μου, προέφερον βραδέως τους λόγους της προσευχής τον ένα κατόπιν του άλλου· εξηφανίζετο πάσα αίσθησις της στενότητος του μικρού μου κελλίου και ο νους μου, επιλανθανόμενος του σώματος, ησθάνετο εαυτόν εν τω φωτί του Ευαγγελικού λόγου. Το πνεύμα μου προσηλωμένον εις την απύθμενον σοφίαν του λόγου του Χριστού, ελεύθερον παντός υλικού πράγματος, ησθάνετο εαυτό πεπυρωμένον εκ της ελλάμψεως του νοητού Ηλίου ως το σώμα το εκτιθέμενον υπό τον μεσημβρινόν ήλιον. Πραεία ειρήνη επλήρου τότε την ψυχήν μου, ήτις επελανθάνετο πάσης 283 ανάγκης και αγωνίας της γης. Πώς να εξηγήση τις ότι, δια της ελεύσεως εις ημάς του Φωτός του Χριστού, αι ολίγαι εντολαί Αυτού, κεχαραγμέναι επί της καρδίας και του νου, καταργούν πάντας τους άλλους νόμους, συμπεριλαμβανομένου και του Μωσαϊκού; Η νοερά αύτη όρασις ελάμβανε χαρακτήρα πλήρους βεβαιότητος: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου … και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ’ ‐). Ο Κύριος έδιδεν εις εμέ να ζήσω την κατάστασιν ταύτην, και το πνεύμα μου εδίψα να προσπέση εις τους πόδας Αυτού εν ευγνωμοσύνη δια την δωρεάν ταύτην. Επαναλήψεις τοιαύτης καταστάσεως, μετά τινων διαλειμμάτων, διήρκουν επί μήνας, ίσως και επί έτη. Υπό την επίδρασιν του αυτού Φωτός κατά την υπέρ του κόσμου προσευχήν βαθεία λύπη εκυρίευεν όλης της υπάρξεώς μου. Διέκρινον σαφώς ότι τα αναρίθμητα και ατελεύτητα παθήματα όλης της οικουμένης είναι συνέπεια του χωρισμού του ανθρώπου από του Θεού, του αποκαλυφθέντος ημίν Δημιουργού ημών. Εάν ο κόσμος ηγάπα τον Χριστόν και τας εντολάς Αυτού, τότε το παν θα μετεμορφούτο ριζηδόν και η γη θα μετεβάλλετο εις θαυμαστόν παράδεισον. Κατά την όρασιν ταύτην του Φωτός ο λόγος της Γραφής περί του πρωτοκτίστου παραδείσου ενεφανίζετο εις εμέ «εκείνην» την στιγμήν ως απτή πραγματικότηης. Εν τω χώρω του αιωνίου Πνεύματος αι παρελθούσαι χιλιετίαι συμπυκνούνται είς τινα άχρονον και άνευ διαρκείας θεωρίαν. «… Και έθετο ο Κύριος τον άνθρωπον εν τω παραδείσω της Εδέμ εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν» (Γέν. β’ 15): 284 Προορισμός, όστις εμπνέει τον άνθρωπον, καθιστών αυτόν συνεργόν του Θεού εις την δημιουργίαν του κόσμου. Εφαίνετο εις εμέ ότι η παρεχομένη ελευθερία δια προσευχήν, κατά την νυκτερινήν ησυχίαν του Αγίου Όρους, ήτο ήδη πρόγευσις της Βασιλείας.


Αρκεί η διαμονή αύτη εν τω ηγαπημένω Θεώ, ίνα κατανοήση τις το νόημα των λόγων: Παράδεισος Θεού. Οι Ευαγγελικοί λόγοι προήλθον εξ Αυτού του Αγίου των αγίων, και φέρουν τον απόλυτον χαρακτήρα της Θείας παγγνωσίας. Μετά το πέρας της προσευχής αυτομάτως ήρχοντο εις τον νουν μου οι στίχοι του Ψαλμού: «Νυξ φωτισμός εν τη τρυφή μου … ως ημέρα φωτισθήσεται» («… σκότος ου σκοτισθήσεται από Σου, και νυξ ως ημέρα φωτισθήσεται· ως το σκότος αυτής ούτω και το φως») (Ψαλμ. ρλη’ 11‐12). Περί τας αρχάς της δεκαετίας του 1930, ότε ήμην ήδη διάκονος, η ευδοκία του Θεού παρέμεινε μετ’ εμού επί δύο εβδομάδας. Το εσπέρας, ότε ο ήλιος έβαινε προς την δύσιν αυτού οπίσω του Ολύμπου, εκαθήμην επί του εξώστου πλησίον του κελλίου μου, ατενίζων προς τον δύοντα αστέρα. Κατ’ εκείνας τας ημέρας έβλεπον το εσπερινόν φως του ηλίου, και εν ταυτώ έν άλλο Φως, όπερ τρυφερώς περιέβαλλεν εμέ και ειρηνικώς εισεχώρει εις την καρδίαν μου κατά παράδοξον τρόπον, δίδον εις εμέ να αισθάνωμαι ευσπλαχνίαν και αγάπην προς τους ανθρώπους, οίτινες εφέροντο προς εμέ μετά τραχύτητος. Ησθανόμην ωσαύτως ανώδυνόν τινα συμπάθειαν προς πάσαν την κτίσιν εν γένει. Μετά την δύσιν του ηλίου απεσυρόμην εις το κελλίον μου, ως συνήθως, προς επιτέλεσιν του κανόνος προσευχής, του τεταγμένου ως προετοιμασία δια την Θείαν Λειτουργίαν, και το Φως 285 δεν εγκατέλειπεν εμέ καθ’ όλην την διάρκειαν της προσευχής. Και ιδού, εσπέραν τινά, επλησίασεν εμέ ο μοναχός π. Ιουβενάλιος (Εγκόρωφ), ο μόνος επί του ορόφου εκείνου γείτων μου, και ηρώτησεν εμέ: «Ανέγνωσα προ ολίγου τους Ύμνους του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου … Είπατέ μοι, πώς αντιλαμβάνεσθε υμείς τας περιγραφάς της υπ’ αυτού οράσεως του ακτίστου Φωτός»; Μέχρις εκείνης της στιγμής έζων μετ’ ευγνώμονος καρδίας την εις εμέ συγκατάβασιν της ευλογίας του Κυρίου, αλλ’ ουδέποτε διηρωτήθην σχετικώς προς το φαινόμενον τούτο και η σκέψις μου, εστραμμένη προς τον Θεόν, δεν επέστρεφεν εις εμαυτόν. Ίνα απαντήσω εις τον π. Ιουβενάλιον, νοερώς εστράφην προς εκείνο, όπερ έζων κατ’ εκείνην την στιγμήν. Εν τη προσπαθεία μου να αποκρύψω εμαυτόν, απήντησα δι’ υπεκφυγής: «Δεν ανήκει εις εμέ να κρίνω περί του βιώματος του Αγίου Συμεών …, αλλ’ ίσως, διαμένων ούτος εν καταστάσει χάριτος, ησθάνετο αυτήν ως Φως … δεν γνωρίζω». Εφάνη εις εμέ ότι ο π. Ιουβενάλιος απήλθε μη υποψιασθείς πλείον τι εκείνου όπερ είπον εις αυτόν. Ευθύς μετά την σύντομον ταύτην συνομιλίαν συνέχισα, ως συνήθως, την προσευχήν μου. Το Φως και η αγάπη δεν ήσαν πλέον μετ’ εμού. Ούτως εγνώρισα επανειλημμένως, δια πικράς πείρας, ότι η καθαρά προσευχή δίδεται τότε μόνον, όταν το πνεύμα ημών βυθίζηται ολοτελώς εν τω Θεώ, άνευ στροφής προς εαυτό. Παράδοξον! Συνομιλών μετά του π. Ιουβεναλίου δεν παρετήρησα κίνησιν κενοδοξίας εντός μου … Και όμως! Θα ηδυνάμην άρα γε να προβλέψω ότι υπήρχε κίνδυνος η συνεχής θέα του Φωτός κατά τας εσπέρας και τας νύκτας εκείνης της περιόδου (κατά την αρχήν της ιερωσύνης μου) να οδηγήση εμέ εις έπαρσιν; 286 Εάν τοιαύτη συμφορά ανέμενεν εμέ καθ’ οδόν, τότε ο Κύριος εύρεν θαυμαστόν τρόπον να ταπεινώση εμέ δια της άρσεως της δωρεάς ταύτης. Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αυτός Ούτος ο Θεός, Φως ών απρόσιτον και Ζωή αιώνιος, ήλθεν εις τον κόσμον, έζησε εν τω μέσω ημών φέρων την ψηλαφητήν ημών σάρκα, αλλ’ ο κόσμος «ουκ έγνω, ουδέ παρέλαβεν» Αυτόν. Όσοι δε ηγάπησαν την επιφάνειαν Αυτού, γνωρίζουν ότι δια του Μονογενούς υιοθετούνται και αυτοί υπό του Πατρός, του Παντοκράτορος Θεού. Ούτος αναγνωρίζεται ανερμηνεύτως εν τη εμφανίσει του Φωτός της χάριτος· Φωτός λεπτού και ευαισθήτου, παρακλητικού και ζωοποιού. Ο αισθητός ήλιος είναι θαυμαστή εικών του Ηλίου της Αγάπης και της Δικαιοσύνης. Άνευ των ακτίνων του ορατού ηλίου δεν θα ήτο δυνατή η ζωή επί του πλανήτου ημών. Πάντες ημείς αισθανόμεθα την ευεργετικήν ενέργειαν των ακτίνων αυτού. Παλαιότερον ο ήλιος εφαίνετο εις εμέ ως άυλος, αλλά μετά την θεωρίαν του Ακτίστου Φωτός της Θεότητος και αυτός –το φυσικόν φως‐ εγένετο δι’ εμέ τραχύς και κατά καιρούς επιθετικός. Φωτίζει την γηΐνην φύσιν, αλλά δεν δίδει εισέτι εις το πνεύμα ημών την άμεσον διείσδυσιν εις τα μυστήρια του Θείου Είναι. Άλλως συμβαίνει μετά του Φωτός της Θεότητος: Φέρει πρωτίστως την αποκάλυψιν της Βασιλείας του Ουρανίου Πατρός. Ο Χριστός μετά την ανάστασιν Αυτού ενεφανίζετο αποκλειστικώς εις εκείνους, οίτινες ήσαν ικανοί να αντιληφθούν Αυτόν εν τη ήδη τεθεωμένη και πεφωτισμένη σαρκί Αυτού, παραμένων αόρατος δια τους λοιπούς. 287 Κατά τον αυτόν τρόπον και το ΄Άκτιστον Φως, «το τα πάντα πληρούν», παραμένει αθέατον εις όσους δεν εξεζήτησαν την γνώσιν του Θεού δι’ όλης της υπάρξεως αυτών. Και πάλιν βλέπομεν περίεργον τινα αναλογίαν μετά του φυσικού φωτός: Τούτο παραμένει ωσαύτως αόρατον, εάν δεν εύρη το αντικείμενον, όπερ θα προσλάβη και θα αντικατοπτρίση αυτό. Υπό το φως του γηΐνου ηλίου η φύσις προβάλλει μεγαλοπρεπής εις τους οφθαλμούς, Το Θείον όμως Φως, όταν καταυγάση τον άνθρωπον, μεταμορφοί αυτόν δια θαυμαστού τρόπου. Τα πλέον κοινά πρόσωπα, αχρειωθέντα υπό της αμαρτίας, φωτίζονται εν τη προσευχή της μετανοίας υπό του Φωτός και φαίνονται νέα και εύμορφα εισέτι. Πάλιν και πάντοτε η καρδία είναι ετοίμη να ψάλη δοξολογίαν εις τον Χριστόν‐Θεόν, τον φανερούμενον εν τω ακτίστω Φωτί. Δια τοιούτου τρόπου ο απειροδύναμος, ο επέκεινα του παντός, συγκαταβαίνεικ μέχρις ημών. Το απαραβίαστον, το απρόσιτον Φως της Θεότητος Αυτού, ζωοποιεί τα πάντα, εναγκαλίζεται πάσαν την κτίσιν. Δεν υπόκειται εις την έννοιαν του χώρου, ούτε και του όγκου, και όμως είναι αχωρήτως πανταχού παρόν. Η έλλαμψις υπό του Φωτός τούτου δίδει εις τον άνθρωπον την πείραν της αναστάσεως ως πρόγευσιν της μελλούσης μακαριότητος. Το Φως τούτο αρρήτως πληροφορεί το πνεύμα ημών ότι κτισθείς ο άνθρωπος «κατ’ εικόνα Θεού», εν τη εσχάτη τελειώσει αυτού θα αποβή φορεύς του πληρώματος της θεανθρωπίνης ζωής, θα τελειωθή καθ’ ομοίωσιν του Χριστού, του Θεανθρώπου. Δια της ενεργείας του Φωτός τούτου εντός του μετανοούντος προβάλλει έν θαυμαστόν άνθος: το Πρόσωπον‐ Υπόστασις. Και γνωρίζομεν ότι ίδιον αυτής της εν ημίν υποστατικής αρχής είναι να περιλάβη δια αγάπης εν 288 τη αιωνιότητι ανεκφράστως μεγαλειώδη και αγίαν ζωήν. Το Φως του Χριστού είναι «ενέργεια» της Θεότητος, άκτιστος, άναρχος ζωή του εν Τριάδι Θεού. Η ενέργεια αύτη είναι ίδιον και του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Εν τω Φωτί τούτω γνωρίζομεν και τον Πατέρα, και το Πνεύμα το Άγιον, και τον Μονογενή Υιόν. Όταν το Φως τούτο δια της ευδοκίας του Θεού επισκιάση ημάς, τότε η εν ημίν δυνάμει μόνον κατά την γέννησιν ημών υποστατική αρχή ενεργοποιείται και αξιούται να ίδη τον Θεόν (βλ. Ματθ. ε’ 8), να προσλάβη τον οντολογικήν δύναμιν Αυτού, τον πλούτον της ζωής του Ιδίου του Θεού. Επί της γης ξο άνθρωπος δεν δύναται να περιλάβη την απόλυτον τελειότητα της Θεότητος, αλλά δια της εν αυτώ ενεργείας του Αγίου Πνεύματος αισθάνεται εαυτόν συνδεδεμένον μετ’ Εκείνου, Όστις είναι αληθώς ο Δημιουργός πάσης ζωής και το μόνον κέντρον παντός υπαρκτού. Και πάλιν επανέρχομαι επί του αυτού θέματος του Φωτός της ζωής, όπερ δεν «καταλαμβάνει» η σκοτία της ανυπαρξίας (πρβλ. Ιωάν. α’ 5). Δεν ζω αφ’ εαυτού. Φέρομαι όλος προς Εκείνον, τον Οποίον αγαπώ. Ούτος έδωκεν εις εμέ την ζωήν. Ούτος είναι η ζωή μου. Και εάν ούτως έχη, τότε λοιπόν τί είμαι εγώ; Μέγας είναι ο άνθρωπος όταν ευρίσκηται εν τω Μεγάλω Θεώ. Δια της δυνάμεως της Θείας αγάπης περιπτύσσεται τον κόσμον άπαντα και ο ίδιος, υπό τινα έννοιαν, αποβαίνει «κέντρον του κόσμου». Η σκέψις αύτη επεσκέφθη εμέ το πρώτον, ότε ο Θεός έδωκεν εις εμέ την χάριν της «μνήμης του θανάτου». Η μάλλον 289 αρνητική αύτη πείρα εν τη μεγίστη αυτής εντάσει έδιδεν εις εμέ να αισθανθώ την έξοδόν μου εις την ανυπαρξίαν ως εκμηδένισιν του σύμπαντος κόσμου εν εμοί: «Εν εμοι» δια του θανάτου μου αποθνήσκει άπαν το γένος των ανθρώπων μετά πάντων των παθημάτων και της χαράς, των πόθων και των γνώσεων αυτού. Επί πλέον ο Ίδιος ο Θεός, άγνωστος εισέτι αλλ’ εν μέρει οικείος, αποθνήσκει και Αυτός εν εμοί και μετ’ εμού. Άπαν το κτιστόν και άκτιστον είναι εξαφανίζεται εις τον αβυσσώδη γνόφον της λήθης. Αι εμπειρίαι τοιαύτης καταστάσεως ήσαν κατ’ ουσίαν θεωρία του «απολύτου», της υποστατικής εν ημίν αρχής (εικών‐αντανάκλασις του Απολύτου), αλλ’ υπό την αρνητικήν αυτής μορφήν. Ότε όμως ήλθε το άκτιστον Φως μαρτυρούν εις το πνεύμα μου την υπέρβασιν του θανάτου, τότε, παν ό,τι πρότερον απέθνησκεν εν εμοί, δια της ενεργείας του Φωτός τούτου συνανίστατο μετ’ εμού. Το απειλητικον σκότος του θανάτου, η καταθλιπτική αποστροφή προς εμαυτόν δια την ζώσαν εν εμοί αμαρτίαν – αισθητήν ως ρήξιν μετά του Θεού της αγάπης –, η πικρά απελπισία δι’ εμαυτόν, η αγανάκτησις δια το παράλογον της υπάρξεως εν γένει, ως τούτο πρότερον αντανεκλάτο εν τη συνειδήσει μου, πάντα ταύτα μεταμορφούνται ριζηδόν δια της αναγεννώσης δυνάμεως της μετανοίας, αποβαίνουν χριστοειδής «κένωσις». Οι ομοιωθέντες Αυτώ δια του θανάτου αυτών εγείρονται Πνεύματι Αγίω και ανυψούνται εις αιώνιον δόξαν ομοίαν προς την Εαυτού (βλ. Φιλ. β’ 7‐8, γ’ 9‐11, Ρωμ. στ’ 5). Ούτω γνωρίζεται ο Ιησούς Χριστός εν τη ανάρχω Αυτού κυριότητι, ως και εν τη αφάτω Αυτού κενώσει «δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν». 290 Ο Χριστός ενίκησε τον κόσμον (Ιωάν. ιστ’ 33). Ουδείς και ουδέν υπάρχει πλέον, όπερ θα ηδύνατο να περιορίση την Κυριότητα Αυτού. Δια πολλών παθημάτων ελευθερούμεθα από της εφ’ ημών εξουσίας παντός ό,τι πρότερον εβιώσαμεν. Πεπλουτισμένοι δια της πείρας της νίκης μέσω της μετανοίας, γινόμεθα όμοιοι προς τον Μονογενή Υιόν κατά την Κυριότητα Αυτού: Ο άδης ουκέτι ημών κυριεύει και ημείς ατενίζομεν εις αυτόν άνευ της προτέρας φρίκης. Ουδόλως επιμένω ότι και ο Κύριος Ιησούς έζησε την κένωσιν Αυτού εν Γεθσημανή και επί του Γολγοθά κατά τον αυτόν τρόπον. Αλλά εν τη μετανοία μου ενώπιον Αυτού δι’ όλα τα πνευματικά μου εγκλήματα ούτως εδόθη εις εμέ να εννοήσω τούτο. Δια τί άρα γε είς τοιούτος άνθρωπος προσηύχετο: «Περίλυπος εστιν η ψυχή Μου έως θανάτου … Πάτερ Μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ Εμού το ποτήριον τούτο … εγένετο δε ο ιδρώς Αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Ματθ. κστ’ ‐, Λουκ. κβ’ ); Δια την μηδαμινότητά μου ήτο μέγα εκείνο όπερ εβίωσα, και μέχρι του νυν δεν παύει αυξανόμενον. Μετ’ ευλαβούς φόβου διερωτώμαι: Τί άρα γε έβλεπεν Ούτος, ο Κύριος μου, ο άπειρος εν τη Θεότητι Αυτού, ο ανεξιχνίαστος εν τη ταπεινώσει Αυτού, ο απέραντος εν τη «εις τέλος» (Ιωάν. ιγ’ 1) αγάπη Αυτού, ο απρόσιτος εν τη δόξη Αυτού, ώστε να προσεύχηται ούτως; Αναμφιβόλως το μαρτύριον Αυτού ήτο μείζον εκείνου των λοιπών ανθρώπων, ώστε να αποβή «κοσμοσωτήριον πάθος». Ούτος είναι αληθώς το Φως, το ελθόν εις τον κόσμον, «ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν εν τη σκοτία μη 291 μείνη» (πρβλ. Ιωάν. ιβ’ ). Αι ποικίλαι εμφανίσεις του Φωτός, απλού κατά την αιώνιον φύσιν αυτού, διαφέρουν ως προς την έντασιν και ως προς την μορφήν. Σπανίως εν τη ιστορία της Εκκλησίας αι οράσεις του Φωτός φθάνουν εκείνο το πλήρωμα κατά το οποίον, εν τη ελλάμψει, το πνεύμα του ανθρώπου αξιούται εισέτι και της προσωπικής αποκαλύψεως του Θεού. Τούτο συνέβη επί του Θαβώρ, ότε ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης ήκουσαν της αΰλου φωνής του Πατρός, ήτις εμαρτύρει περί του Ηγαπημένου Υιού. Ωσαύτως και επί της οδού προς Δαμασκόν ο Απόστολος Παύλος δια μεγάλης ελλάμψεως, και εν συνεχεία δια προσωπικής συνομιλίας μετά του Χριστού, εβεβαιώθη ότι Εκείνος, ο Ιησούς, είναι ο Θεός τον Οποίον ετίμα, Όστις απεκαλύφθη εις τον Μωϋσήν επί του Σινά: «Εγώ ειμι Ιησούς, Όν συ διώκεις» (Πράξ. θ’ 5). Έτι συχνότερον το Φως τούτο περιβάλλει τον άνθρωπον, όταν ούτος διαμένη εν καταστάσει προσευχής ολοκληρωτικής μετανοίας, επί των ορίων της απογνώσεως. Εν τη αρχή του αγώνος της μεταμελείας δια τας αμαρτίας, το άγιον τούτο Φως δίδει την πείραν του Θείου ελέους και της αγάπης, ουχί όμως εισέτι της συνομιλίας πρόσωπον προς Πρόσωπον. Τούτο το τελευταίον συμβαίνει, όταν ο άνθρωπος διαμένη όντως εν τω Θεώ και ο Θεός εν αυτώ, και το πνεύμα του προσευχομένου γνωρίζει ότι ο εμφανισθείς εις αυτόν είναι ο Προαιώνιος Δεσπότης πάσης της κτίσεως, ο Πρώτος και ο Έσχατος, ο απρόσιτος και τοσούτον εγγύς, ο αόρατος και συγχρόνως αισθητός έτι και σωματικώς· αισθητός δια του πυρός της αγάπης του πληρούντος την καρδίαν, και δια του φωτός της συνέσεως του καταυγάζοντος τον 292 νουν. Τούτο είναι Φως γνώσεως, αλλ’ ανεκφράστου δια λόγων. Άλλως τε ο Ίδιος ονομάζει Εαυτόν Εγώ ειμι ο Ών. Έκαστος αντιλαμβάνεται τους αγιωτάτους τούτους λόγους κατά το μέτρον μόνον της πραγματικής αυτού πείρας. Και ουδείς εκ των βροτών δύναται να ισχυρισθή ότι εγνώρισεν «εις τέλος» οποίον Είναι κρύπτεται εν τοις λόγοις τούτοις. Εδόθη όμως εις ημάς η ελπίς ότι θα ανατείλη τοιαύτη αιώνιος ημέρα, όταν Ούτος θα είναι «τα πάντα εν πάσι» (Α’ Κορ. ιε’ 28). 293

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ: ΠΑΙΔΕΙΑ, ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ

Το απόγευμα της Δευτέρας 30 Ιανουαρίου 2017 στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Χρονίως Πασχόντων «Η Πλατυτέρα» έγινε η καθιερωμένη εκδήλωση της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων προς τιμήν του εκπαιδευτικού κόσμου. Ομιλητής ήταν ο συγγραφέας και ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Χρήστος Γιανναράς, ο οποίος μίλησε με θέμα «Η διάκριση καλού και κακού ως αποτυχημένη παιδαγωγική αρχή».

Ο κ. Γιανναράς χρησιμοποίησε ως αφόρμηση της σκέψης του έναν λόγο του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, ότι το κακό και το καλό δεν είναι πάντοτε κακό και καλό αλλά εξαρτώνται από τα πρόσωπα και τις περιστάσεις. Τόνισε ότι το νόημα της παιδείας δεν είναι το να καταστούν οι μαθητές καλά παιδιά ή καλοί μαθητές, αλλά να μπορούν να μάθουν την αξία της αλήθειας μέσα από τη σχέση τόσο με τον δάσκαλο όσο και τους συμμαθητές τους, αλλά και με το σχολείο εν γένει.

Η λέξη σχολείο βγαίνει από την σχόλη. Κατά τον Αριστοτέλη η σχόλη είναι η απόφαση του ανθρώπου να αφήσει την ανάγκη και να βρει το νόημα της ζωής, τη χαρά, τη δυνατότητα να μετέχει δια της σχέσης με τον πλησίον στην πόλη και στο άθλημά της. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τον τρόπο της Εκκλησίας. Στην Εκκλησία υπάρχει η κοινότητα, στην Εκκλησία προτάσσεται η σχέση και το αληθεύειν στην κοινωνία τω προσώπων.

Ο κ. Γιανναράς ζήτησε από τους εκπαιδευτικούς να μιμηθούν τον τρόπο των Τριών Ιεραρχών. Να υπερβούν το πρότυπο της χρησιμότητας και να βοηθήσουν τα παιδιά στην αναζήτηση απαντήσεων για τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα της ζωής.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος, αφού ευχαρίστησε τον κ. Γιανναρά για την εξαιρετική ομιλία και τις πολλές αφορμές προβληματισμού που έδωσε στους παρευρεθέντας επεσήμανε την ανάγκη Εκκλησία και Σχολείο να συνεργάζονται ώστε να διαφυλάσσεται ο σύνδεσμος παιδείας και πίστης, αλλά και επεσήμανε την ανάγκη να μην χαθεί ο δρόμος της αλήθειας, όπως επίσης και να μην αλλοτριωθούν μα επιπόλαιους πειραματισμούς οι μαθητές.

Στο τέλος της εκδήλωσης, την οποία προσφώνησαν η Αντιδήμαρχος Κέρκυρας κ. Μαρία Μουζακίτη, ο Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Ιονίων Νήσων κ. Κωνσταντίνος Γκούσης και ο Αρχιμ. Σεραφείμ Λινοσπόρης, ιεροκήρυκας, αντιπρόεδρος της Ενώσεως Χριστιανών Επιστημόνων, η Ιερά Μητρόπολις τίμησε δέκα αφυπηρετήσαντες εκπαιδευτικούς για την προσφορά τους στην παιδεία του τόπου.

Συγκεκριμένα ο Σεβασμιώτατος κ. Νεκτάριος επέδωσε τιμητικές πλακέτες στους θεολόγους Σπυρίδωνα Σκαφιδά, Νικόλαο Σγούρο, Σπυρίδωνα Κοντογιάννη, Άγγελο Μπαρουξή και Φώτη Γουρζή, τις δασκάλες Σουλτάνα Γραμματικού, Αικατερίνη Κυπριώτη και Δέσποινα Κουρή και τους δασκάλους κ. Ηλία Ρουσάκη και Ευάγγελο Γραμενάνδη , σε κλίμα συγκίνησης και αγάπης.

Την εκδήλωση πλαισίωσε η Χορωδία της Σχολής Εκκλησιαστικής Μουσικής της Ιεράς Μητροπόλεως Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ υπότ η διεύθυνση του πρωτοψάλτου κ. Νικολάου Μακρόπουλου.




















ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ ΜΕ ΟΜΙΛΗΤΗ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ



Εκδήλωση πραγματοποίησε στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας το πρωί της Κυριακής 29 Ιανουαρίου 2017 ο Κύκλος Φοιτητών, Επιστημόνων και Εργαζομένων που λειτουργεί εδώ και 14 χρόνια στα πλαίσια της Ποιμαντικής της Νεότητας από την τοπική Εκκλησία.

Κατά την εκδήλωση ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος ευλόγησε την βασιλόπιττα του κύκλου, ενώ επεσήμανε την αγάπη και το ενδιαφέρον της τοπικής Εκκλησίας για τον χώρο του Πανεπιστημίου, όπως επίσης και για όσους νέους επιστήμονες, αλλά και εργαζομένους θα ήθελαν να δούνε τις προοπτικές του διαλόγου πίστης και επιστήμης.

Ομιλητής στην εκδήλωση ήταν ο συγγραφέας και ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Χρήστος Γιανναράς, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Σύντροφος, σύζυγος, εραστής: το άθλημα της σχέσης σήμερα». Ο σπουδαίος αυτός διανοούμενος επεσήμανε ότι σήμερα ζούμε την εποχή του εύκολου και αυτονόητου. Με ένα κουμπί έχουμε φως, πληροφορούμαστε, αγοράζουμε. Αυτό μας έχει κάνει να μην μπορούμε να κοπιάσουμε και όταν ερχόμαστε στο πεδίο των ανθρώπινων σχέσεων, ιδίως του έρωτα, να δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε τον χαρακτήρα του άλλου ή την ανάγκη για έξοδο από το εγώ, για αυθυπέρβαση. Η Εκκλησία έχει ως βάση της το μυστήριο του γάμου. Αυτό μπορεί να στηριχθεί στην εφαρμογή ενός λόγου του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: ότι η επιθυμία γίνεται πόθος, σκοπός του οποίου είναι η αγάπη. Η επιθυμία είναι απρόσωπο. Ο πόθος προσωπικός. Όταν αναζητούμε απλώς συντρόφους, βιώνουμε την απρόσωπη επιθυμία. Η συζυγία κάνει την απρόσωπη επιθυμία πόθο για τον συγκεκριμένο άνθρωπο και μας βγάζει από την αντικειμενοποίηση. Ο πόθος διά του αθλήματος της αγάπης, δηλαδή μέσα από το μυστήριο του γάμου, την ταπείνωση, την άσκηση, την υπομονή, κάνει την σχέση να λειτουργεί στο επίπεδο των προσώπων.

Ο γάμος και η σχέση περνούν κρίση σήμερα, επεσήμανε ο κ. Γιανναράς, διότι έχουν απωλέσει τον εκκλησιοκεντρικό χαρακτήρα τους. Ό,τι γίνεται φολκλόρ, ό,τι δεν ξεκινά από την ελεύθερη αποδοχή του προσώπου του άλλου και από την απόφαση για θυσία, δεν ακολουθεί την οδό της Εκκλησίας. Έτσι αντιμετωπίζει δυσεπίλυτα προβλήματα και τελικά οδηγείται στην ρήξη και την διάλυση.

Για να ανοιχτούν ορίζοντες ελπίδας χρειάζεται η σχέση να ιδωθεί στην προοπτική του αθλήματος, το οποίο κρατά για πάντα. Άθλημα σημαίνει αγώνας. Σημαίνει δόσιμο. Σημαίνει νίκη κατά του ατομοκεντρισμού που μας κρατά σε έναν εγωισμό που χωρίζει και δεν ενώνει.

Μετά την εισήγηση έγινε συζήτηση, ενώ στη συνέχεια η τοπική Εκκλησία παρέθεσε γεύμα στους φοιτητές και τους επιστήμονες, με τη συνοδεία παραδοσιακών τραγουδιών που ενθουσίασαν τους συμμετέχοντες.





Η ελληνική και η κατά Χριστόν μόρφωσις, κατά τους τρεις Ιεράρχας

Η ελληνική και η κατά Χριστόν μόρφωσις, κατά τους τρεις Ιεράρχας
(† Αρχ. Γεώργιος Καψάνης)


Ομιλία εκφωνηθείσα εις την εν Αγίω Όρει Αθωνιάδα Σχολήν τη 30η Ιανουαρίου 2001, εορτή των Τριών Ιεραρχών.

Εορτάζουμε σήμερα την μνήμη των τριών μεγάλων Ιεραρχών και οικουμενικών διδασκάλων της Εκκλησίας, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Των τριών μεγίστων φωστήρων της Τρισηλίου Θεότητος.
Οι άμβωνες της Κωνσταντινουπόλεως, της Αντιοχείας, της Καισαρείας της Καππαδοκίας, της Ναζιανζού έγιναν αιώνιοι άμβωνες της Εκκλησίας, από τους οποίους οι τρεις Ιεράρχαι κηρύττουν την Ορθόδοξο Θεολογία και πίστι μας και μας υποδεικνύουν την γνησία Χριστιανική ζωή.
Γι’ αυτό και σε κάθε ακολουθία και Θεία Λειτουργία τους μνημονεύουμε. Ο μακαρισμός και έπαινός τους στην Εκκλησία του Θεού είναι πολύς, αδιάκοπος και αιώνιος.
Τιμώνται ιδιαίτερα ο καθένας την ημέρα της μνήμης του και όλοι μαζί σήμερα, ώστε οι Χριστιανοί να τους θεωρούν ισαξίους και ισοτίμους.


Μετά την απελευθέρωσι του Γένους από την φοβερή τουρκική σκλαβιά, η νεοελληνική πολιτεία καθιέρωσε η σημερινή εορτή τους να εορτάζεται και ως εορτή της Παιδείας.

Η καθιέρωσις της εορτής αυτής ως εορτής των Γραμμάτων και της Παιδείας ήταν επιβεβλημένη. Είναι αλήθεια ότι μετά την απελευθέρωσι οι ηγεσίες του Ελληνικού Κράτους, επηρεασμένες από τα δυτικά ρεύματα και πρότυπα και μάλιστα κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας των Βαυαρών, δεν ετίμησαν και δεν αξιοποίησαν δεόντως την Παράδοσι του Γένους και κάποτε ασέβησαν απέναντι της, εκτός εξαιρέσεων.

Όμως η ανακήρυξις των Τριών Ιεραρχών ως προστατών της Ελληνορθοδόξου Παιδείας ήταν πράξις αξία της Παραδόσεως του Γένους, αφού οι Τρείς Ιεράρχαι συνδυάζουν την Χριστιανική διδασκαλία με την θύραθεν και μάλιστα την Ελληνική μόρφωσι.

Τον 4ον αιώνα που έζησαν οι τρεις Ιεράρχαι, υπήρχε διαμάχη μεταξύ Χριστιανισμού και Ελληνισμού. Υπήρχαν δύο αντίθετα άκρα. Το ένα εκ μέρους Χριστιανών που απέρριπταν τελείως την Ελληνική σοφία, λόγω του φόβου της ειδωλολατρείας. Το άλλο εκ μέρους των φανατικών ελληνολατρών-ειδωλολατρών, που οχι μόνο απέρριπταν την Χριστιανική πίστι αλλά και θεωρούσαν τους Χριστιανούς αναξίους να σπουδάζουν τα Ελληνικά Γράμματα. Κύριος εκπρόσωπός των ήταν ο ειδωλολάτρης Ιουλιανός ο Παραβάτης, συμμαθητής του Μεγάλου Βασιλείου και του αγίου Γρηγορίου στην Αθήνα, που όταν έγινε αυτοκράτωρ εξέδωκε διάταγμα κατά των Χριστιανών διδασκάλων, να μη διδάσκουν την Ελληνική φιλοσοφία.

Οι Τρεις Ιεράρχαι δεν παρασύρθηκαν από αυτά τα άκρα, αλλά προχώρησαν σε ένα μεγαλειώδη συνδυασμό – σύζευξι Χριστιανισμού και Ελληνικής σοφίας.

Γράφει σχετικώς ο άγιος Γρηγόριος: «Νομίζω ότι όλοι οι φρόνιμοι έχουν ομολογήσει, οτι η μόρφωσις είναι το πρώτον αγαθόν που έχομεν. Όχι μόνον αυτή η ευγενεστέρα και ιδική μας που περιφρονούσα κάθε κομψότητα και κάθε φιλοδοξίαν των λόγων κρατά μόνον την σωτηρίαν και το κάλλος των νοητών, αλλά και η εξωτερική μόρφωσις την οποίαν πολλοί Χριστιανοί από κακήν εκτίμησιν απορρίπτουν, διότι τάχα είναι ύπουλη και απατηλή και απομακρύνει από τον Θεόν». (Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Επιτάφιος εις τον Μέγαν Βασίλειον, 11, Ε.Π.Ε. τ.6, σελ. 145).

Με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος κατενόησαν δύο βασικές αλήθειες της Ορθοδόξου Πίστεως.

Πρώτον, ότι η Εκκλησία δεν ημπορεί να αδιαφορήση για τον κόσμο και εν προκειμένω για τον προχριστιανικό Ελληνισμό. Πρέπει να τον προσλάβη στο Σώμα Της, δηλαδή το Σώμα του Χριστού, για να τον θεραπεύση, γιατί όπως είχε διδάξει ο Μ. Αθανάσιος (τον οποίο ο Μ. Βασίλειος είχε προσωπικά γνωρίσει) «το γαρ απρόσληπτον και αθεράπευτον».

Και δεύτερον, ότι αυτή η πρόσληψις έπρεπε να γίνη με διάκρισι, σύμφωνα με το αποστολικόν τα «πάντα δοκιμάζετε το καλόν κατέχετε» (Α’ Θεσ. 5, 21). Θα έπρεπε λοιπόν να γίνη δεκτόν ό,τι καλόν είχε η αρχαία σοφία και να απορριφθή ως άχρηστο και επικίνδυνο για την ψυχή ό,τι αντίθετο προς την χριστιανική πίστι και ηθική υπήρχε σ’ αυτήν. Αν και από τα αρνητικά θα μπορούσαν να διδαχθούν οι Χριστιανοί, αφού από την σύγκρισί τους με τα καθ’ ημάς θα φανερωνόταν η αλήθεια και ανωτερότης της πίστεώς μας, όπως π.χ. από τις διηγήσεις περί των ερώτων και των αντιζηλιών των θεών.

Δεν θα μπορούσαν οι Τρείς Ιεράρχαι να κάνουν αυτή την κάθαρσι και πρόσληψι της Ελληνικής σοφίας, εάν οι ίδιοι δεν την είχαν σπουδάσει ή δεν είχαν αντιμετωπίσει κατά τρόπον όχι μόνο διανοητικό αλλά και υπαρξιακό το πρόβλημα. Οι δύο κόσμοι αντιπάλαιαν και αυτή η αντιπαλότης ζητούσε να λάβουν οι ίδιοι μία υπεύθυνη στάσι.

Είναι γνωστό ότι οι Τρεις Ιεράρχαι έλαβαν ανωτέρα πανεπιστημιακή μόρφωσι. Ο Μ. Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος σε διάφορα μορφωτικά κέντρα της εποχής των και τελικά εις τας “χρυσάς Αθήνας”, όπου υπήρχαν οι ανώτερες πανεπιστημιακές σπουδές.

Ήσαν ακόμη κατηχούμενοι. Αλλά διεκρίνοντο για το ήθος τους. Δεν συμμετείχαν σε διασκεδάσεις και άλλες εκδηλώσεις των συμφοιτητών τους. Δύο δρόμους εγνώριζαν: τον ένα προς την χριστιανική Εκκλησία και τον άλλο προς την Σχολή.

Έδειξαν έτσι από τότε ότι, ενώ ήσαν πιστοί Χριστιανοί νέοι, εκτιμούσαν και την Ελληνική σοφία. Πόσο καλά την έμαθαν, φαίνεται και από τα συγγράμματα που κατόπιν έγραψαν. Μάλιστα τον άγιο Γρηγόριο, όταν τελείωσε τις σπουδές του, δεν τον άφησαν να αναχωρήση από την Αθήνα μαζί με τον Μ. Βασίλειο, όπως είχαν συμφωνήσει, αλλά οι φοιτητικοί σύλλογοι τον κράτησαν και τον ανεβίβασαν στο καθηγητικό αξίωμα, όπου μόλις μετά δύο χρόνια ημπόρεσε να αναχωρήση.

Είναι γνωστό ακόμη οτι ο άγιος Χρυσόστομος εμαθήτευσε και στον περίφημο Λιβάνιο στην Αντιόχεια, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε ποιόν θα άφηνε διάδοχό του, απήντησε: τον Ιωάννη, εάν δεν τον είχαν συλήσει οι Χριστιανοί.

Ο άγιος Γρηγόριος ήταν άριστος φιλόλογος. Εχειρίζετο θαυμάσια προφορικά και γραπτά την αττική διάλεκτο και έγραφε ποιήματα στο γλωσσικό ιδίωμα και στα μέτρα των αρχαίων ποιητών. Συνολικά έγραψε 19.000 στίχους.

Ο Μ. Βασίλειος εσπούδασε και εγνώριζε όχι μόνο την φιλοσοφία και ρητορική αλλά και την αστρονομία και την ιατρική και φυσική. Αυτή η γνώσις του φαίνεται και στην γνωστή Εξαήμερο, δηλαδή την ερμηνεία των εξ ημερών της Δημιουργίας του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως.

Ομιλών ο άγιος Γρηγόριος για την μόρφωσι του Μεγ. Βασιλείου γράφει:

«Ποιος ήτο τόσο ικανός εις την ρητορικήν που πνέει φλόγα, αν και ο τρόπος του δεν είναι ρητορικός; Ποιος ήτο τόσο ικανός εις την γραμματικήν ή εξελλήνιζε την γλώσσαν; Ποίος συνεκέντρωνε τόσας γνώσεις, ήτο κάτοχος της στιχουργικής και έθετε νόμους εις την ποίησιν; Ποίος ήτο τόσον ικανός εις την φιλοσοφίαν αυτήν, που είναι υψηλή πράγματι και τείνει εις τα άνω, ειτε αναφέρεται εις πρακτικά και επιστημονικά θέματα είτε ασχολείται με λογικάς αποδείξεις και αντιθέσεις και αμφισβητήσεις και έχει ως γνωστόν το όνομα διαλεκτική; Έτσι είναι ευκολώτερον να περάσης μέσα από λαβυρίνθους παρά να διαφύγης εάν εχρειάζετο, από τα δίκτυα των λόγων εκείνου. Από την Αστρονομίαν, την γεωμετρίαν και τας σχέσεις της αριθμητικής επήρε τόσην μόρφωσιν, ώστε να μη κλονίζεται από τα παράδοξα των Επιστημών αυτών. Περιεφρόνησε το περισσόν ως άχρηστον δι’ όσους επιδιώκουν την ευσέβειαν.

Ωστε ημπορεί να θαυμάση κάποιος αυτό που επροτιμήθη περισσότερον από εκείνο που επεριφρονήθη και εκείνο που επεριφρονήθη περισσότερον από αυτό που επροτιμήθη. Την ιατρικήν που είναι καρπός της φιλοσοφίας και της φιλοπονίας του, την έκαμαν απαραίτητον και η ασθένεια του σώματός του και η περιποίησις των ασθενών. Από αυτά ήρχισε και επέτυχε την κατοχήν της τέχνης, κατοχήν που δεν περιορίζεται εις την επιφάνειαν και το χαμηλότερον επίπεδον, αλλά υψώνεται εις τας αρχάς και την επιστήμην. Τι σημασίαν όμως έχουν όλα αυτά, και ας είναι τόσον αξιόλογα, διά την διάπλασιν του χαρακτήρος του;» (Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιτάφιος εις τον Μ. Βασίλειον, 23, Ε.Π.Ε. τ. 6, σελ. 169-171).

Τις απόψεις του Μ. Βασιλείου για την Ελληνική σοφία βρίσκουμε στον λόγο του «Προς τους νέους, Οπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Τον λόγο αυτό έγραψε σαν απάντησι στην απαγόρευσι που επέβαλε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης στους Χριστιανούς νέους, να μη σπουδάζουν τα Ελληνικά γράμματα, αλλά και για καθοδήγησι των Χριστιανών νέων πως να σπουδάζουν αυτά.

Δεν είναι υπερβολή να ειπούμε, ότι οι Τρεις Ιεράρχαι ήσαν όσο ολίγοι άνθρωποι της εποχής των μορφωμένοι. Παρ’ όλα αυτά στην θύραθεν, την κοσμική, μόρφωσι έδιναν σχετική μόνο σημασία και αξία.

Κατά τον άγιο Γρηγόριο, η σοφία του Θεού είναι «κυρία», ενώ η σοφία του κόσμου «θεραπαινίς» (Γ. Σωτηρίου, Οι άγιοι Τρεις Ιεράρχαι, Μυτιλήνη 1993, σελ. 48).

Κατά δε τον Μέγα Βασίλειο, η Χριστιανική παιδεία είναι «ο καρπός», ενώ η Ελληνική παιδεία είναι «τα φύλλα», που όμως και αυτά χρειάζονται γιατί προσδίδουν ωραιότητα στον καρπό (Μ. Βασιλείου, Λόγος προς τους νέους, Ε.Π.Ε. τ. 7, σελ. 323).

Εγνώριζαν οι Τρεις Ιεράρχαι ότι ο άνθρωπος επλάσθη κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Δημιουργού και ότι με την αμαρτία των πρωτοπλάστων και όλων των ανθρώπων το κατ «εικόνα αρρώστησε, εφθάρη, έχασε την αρχική του ωραιότητα και λαμπρότητα και έτσι δεν ημπορεί να επιτύχη τον τελικό του σκοπό, που είναι το καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή να ομοιάση με τον Θεό και έτσι να γίνη Θεός κατά Χάριν.

Τώρα ο άνθρωπος δεν εχει την ευμορφίαν του κατ’ εικόνα. Είναι παραμορφωμένος από τα πάθη. Όσο και αν μορφωθή με ανθρωπίνη σοφία, η παραμόρφωσις δεν θεραπεύεται. Πρέπει να ξαναβρή την αληθινή εικόνα του Θεού που είναι ο Χριστός, ώστε παίρνοντας την μορφή του Χριστού να θεραπευθή από τις παραμορφώσεις των παθών και της αμαρτίας, να επιτύχη τον ύψιστο προορισμό του, το καθ’ όμοίωσιν, την θέωσι.

Πράγματι τα πάθη, ο εγωισμός, η αμαρτία, η απιστία, παραμορφώνουν και ασχημίζουν τον άνθρωπο.

Αυτό είχαν πάθει και οι Γαλάται, που αν και είχαν πιστεύσει με το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου, εξέπεσαν και γι’ αυτό ο Απόστολος πονούσε μέχρις ότου με την μετάνοια λάβουν πάλι την μορφή του Χριστού: «Τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν» (Γαλ. 4,19). Γράφει σχετικώς ο ιερός Χρυσόστομος: «Διεφθείρατε… την εικόνα, απωλέσατε την συγγένειαν, την μορφήν ηλλοιώσατε˙ αναγεννήσεως ετέρας υμίν δει και αναπλάσεως» (Ομιλία εις την προς Γαλατάς, κεφ. δ’, Ε.Π.Ε. τ. 20, σελ. 332).

Αυτή την μόρφωσι ποθούσαν οι Τρεις Ιεράρχαι. Να λάβουν την μόρφωσι του Χριστού. Να γίνουν Χριστοειδείς. Αυτή, κατά τους Τρείς Ιεράρχας, είναι η ανωτέρα μόρφωσις, η αληθινή φιλοσοφία, η σώζουσα μόρφωσις.

Αυτή την μόρφωσι αποκτά ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία.

Η Εκκλησία, μας λέγει ο άγιος Χρυσόστομος, είναι ιατρείον, όπου μπαίνουμε οι παραμορφωμένοι και άρρωστοι άνθρωποι για να ιαθούμε.

Στην Εκκλησία τα άγρια θηρία ημερώνονται. Οι λύκοι γίνονται αμνοί (βλ. Ομιλία εις το ρητόν «Ουδέποτε άφ’ εαυτού ποιεί ο Υιός ουδέν…», Ε.Π.Ε. τ. 27, σελ. 590).

Η Εκκλησία μας θεραπεύει από την παραμόρφωσι με την διδασκαλία Της, το κήρυγμα του Ευαγγελίου, την άσκησι, τα ιερά Της Μυστήρια, με το ποιμαντικό έργο των ποιμένων Της.

Στο άγιο Βάπτισμα εγκεντριζόμεθα στον Χριστό, στο άγιο Χρίσμα λαμβάνουμε την δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Στην Θ. Ευχαριστία ενωνόμαστε με τον Χριστό. Με την μετάνοια όλο και περισσότερο πάσχουμε την καλήν αλλοίωσιν και ομοιάζουμε με τον Χριστό.

Κατά τον άγιο Χρυσόστομο, είναι δυνατόν και μετά την αμαρτία μας να μορφωθή ο Χριστός εν ημίν, εφ’ όσον «μόνον αφώμεθα της μετανοίας» (Ομιλία θ’ εις την προς Εβραίους Επιστολήν, Ε.Π.Ε. τ. 24, σελ. 438).

Οι Τρεις Ιεράρχαι τονίζουν ότι πολύ μας βοηθεί η προσευχή και η μελέτη των θείων Γραφών. Με όλα αυτά τα μέσα της αγάπης του Θεού οι ταπεινές και δεκτικές ψυχές μορφώνονται, λαμβάνουν την μορφή του Χριστού. Αυτή κατά τον άγιο Γρηγόριο είναι και η λαμπρότης του γένους, «η της εικόνος τήρησις και η προς το αρχέτυπον εξομοίωσις, όσον εφικτόν της σαρκός δεσμίοις» (Εις τον άγιον Κυπριανόν, Ε.Π.Ε. τ. 6, σελ. 118).

Αυτή η εν Χριστώ μόρφωσις του Χριστιανού δεν γίνεται από την μία ώρα στην άλλη. Χρειάζεται ισόβιος αγώνας. Στον αγώνα αυτό βοηθεί και η μίμησις του Χριστού. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: «Διά τούτο η μετά σαρκός επιδημία Χριστού, αι των ευαγγελικών πολιτευμάτων υποτυπώσεις, τα πάθη, ο σταυρός, η ανάστασις˙ ώστε τον σωζόμενον άνθρωπον διά μιμήσεως Χριστού την αρχαίαν εκείνην υιοθεσίαν απολαβείν.

Αναγκαία τοίνυν εστί προς τελείωσιν η Χριστού μίμησις» (Περί του Αγιου Πνεύματος, κεφ. ιε’, Ε.Π.Ε. τ. 10 σελ. 366).

Η μίμησις του Χριστού, που δεν γίνεται με πνεύμα ηθικιστικό αλλά με φρόνημα ταπεινό, βοηθεί τον αγωνιζόμενο Χριστιανό να αποκτά τις αρετές του Χριστού. Την αγάπη, την ταπείνωσι, την πραότητα, την συγχωρητικότητα, την αγνότητα, ώστε να μορφώνη στον εαυτό του τον Χριστό. Έτσι γίνεται αυτό που λέγει ο θείος Παύλος: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20).

Ο Χριστιανός αλλάζει τον παραμορφωμένο νουν με νουν Χριστού, την παραμορφωμένη καρδιά του με καρδίαν και ευσπλαγχνίαν Χριστού, το παραμορφωμένο ήθος του με ήθος Χριστού.

Ο πιστός ενδύεται τον Χριστόν και γίνεται άλλος Χριστός. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: «Διότι, αν δι’ ημάς η ζωή είναι ο Χριστός, κατά συνέπειαν και ο λόγος μας πρέπει να είναι περί Χριστού και η σκέψις μας και κάθε πράξις μας να έχουν άμεσον σχέσιν με τας εντολάς Του, καθώς και η ψυχή μας να έχη λάβει μορφήν ανάλογον προς Αυτόν» (Έπιστ. 309, Προς Ευπατέριον και την θυγατέρα αυτού, Ε.Π.Ε. τ. 3, σελ. 507).

Όμως αυτή η διά του Χριστού αποκατάστασις της εικόνος του Θεού στον παραμορφωμένο άνθρωπο δεν θα εγίνετο, εάν ο Χριστός δεν ελάμβανε δούλου μορφήν, όπως θεολογεί ο Μ. Βασίλειος στην αγία Αναφορά της Θ. Λειτουργίας του, ακολουθών τον θείον Παύλον, και δεν εγίνετο «σύμμορφος τω σώματι της ταπεινώσεως ημών, ίνα ημάς συμμόρφους ποιήση της εικόνος της δόξης αυτού».

Είναι φανερό από όσα ελέχθησαν, ότι η εν Χριστώ μόρφωσις προϋποθέτει ένωσι και κοινωνία με τον Χριστό. Σ’ αυτή την κοινωνία καλεί ο Χριστός τον πιστό, όπως γράφει ο ιερός Χρυσόστομος: «Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφή, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλης εγώ˙ μηδενός εν χρεία καταστής. Εγώ και δουλεύσω˙ ήλθον γάρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος, και μέλος, και κεφαλή, και αδελφός, και αδελφή, και μήτηρ, πάντα εγώ˙ μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης διά σε˙ και αλήτης διά σε’ επί σταυρού διά σε’ επί τάφου διά σε• άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί, κάτω υπέρ σου πρεσβευτής γέγονα παρά του Πατρός. Πάντα μοι συ, και αδελφός, και συγκληρονόμος, και φίλος, και μέλος. Τί πλέον θέλεις;» (Ομιλία οστ’, Ε.Π.Ε τ. 12, σελ. 34).

***

Η σύζευξις Ελληνισμού και Χριστιανισμού που επραγματοποίησαν οι Τρεις Ιεράρχαι όχι μόνο δεν έβλαψε τα δύο αυτά μεγέθη, αλλά αντιθέτως και τα ωφέλησε.

Τον μέν Ελληνισμό, όπως δέχεται ο εθνικός μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, διότι, ενώ τον βρήκε ο Χριστιανισμός ημιθανή, τον εζωοποίησε και ανέστησε.

Την δε Εκκλησία, διότι η Ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία της έδωσε την δυνατότητα να εκθέση κατά τρόπο αριστοτεχνικό την πίστι και θεολογία της, χωρίς να αρνηθή τίποτε από την ευαγγελική διδασκαλία.

Η άποψις του μεγάλου Ρώσσου θεολόγου, π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, οτι ο Ελληνισμός κατέστη μόνιμος κατηγορία του Χριστιανισμού, είναι τολμηρή αλλά αληθινή. Μπορεί κανείς να φαντασθή την Ορθοδοξία χωρίς την Ελληνική της έκφρασι;

Αυτός είναι ο λόγος που και τα άλλα Ορθόδοξα έθνη, που παρέλαβαν την Ορθοδοξία από το Βυζάντιο, εθεώρησαν οτι καθόλου δεν μειώνονται από την συνεργασία Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, αλλά αντιθέτως και εμπλουτίζονται. Οι Τρείς Ιεράρχαι έθεσαν τα θεμέλια της Ελληνορθοδοξίας. Έγιναν οι πρωτεργάται της ιστορικής πορείας του Ελληνορθόδοξου πολιτισμού μας.

Αυτός ο πολιτισμός δοκιμάσθηκε έκτοτε μέσα στους αιώνας και άντεξε. Και είναι ζωντανός και δημιουργικός μέχρι σήμερα.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν και αυτοί που τον επιβουλεύονται και θέλουν να χωρίσουν τον Ελληνισμό από την Ορθοδοξία, γιατί θέλουν να διώξουν τον Χριστό από την Πατρίδα μας. Και το ακόμη χειρότερο, να επαναφέρουν την αθεΐα ή την αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία με τους ψευδείς Ολυμπίους θεούς, τις θυσίες και τις τελετές της.

Θέλουν δηλαδή να επαναφέρουν αυτά, από τα οποία ο Χριστός μας ελύτρωσε και αυτά που με αγώνες πολλούς οι Τρεις Ιεράρχαι και το μέγα νέφος των Χριστιανών Μαρτύρων με το αίμα τους εκαθάρισε.

Η Εκκλησία προσέλαβε τον Έλληνα άνθρωπο, τον εβάπτισε, τον εκαθάρισε, τον εφώτισε και τον έκανε Χριστιανό Έλληνα. Τώρα θέλουν τον φωτισμένο Έλληνα να τον ξεβαπτίσουν και να τον υποτάξουν και πάλι στο σκοτάδι της ειδωλολατρείας και της αθεΐας.

Απορεί κανείς για το τόλμημα.

Ο σοφός Blaise Pascal γράφει κάπου ότι ο άνθρωπος (προφανώς ο άπιστος) είναι πρόθυμος να πιστεύση την οιανδήποτε ανοησία εκτός από την προφανή αλήθεια του Ευαγγελίου.

Σε όλους αυτούς που διά των αιώνων προσπάθησαν να γκρεμίσουν την Εκκλησία και τον έξ αυτής πηγάσαντα Ελληνορθόδοξο πολιτισμό της λέγει ο άγιος Χρυσότομος: «Η Εκκλησία πολεμουμένη νικά˙ επιβουλευομένη περιγίνεται˙ υβριζομένη λαμπροτέρα καθίσταται˙ δέχεται τραύματα, και ου καταπίπτει υπό των ελκών κλυδωνίζεται, άλλ’ ου καταποντίζεται˙ χειμάζεται, αλλά ναυάγιον ουχ υπομένεί˙ παλαίει, άλλ’ ουχ ηττάται˙ πυκτεύει, άλλ’ ου νικάται» (Ομιλία Β’ προς Ευτρόπιον, Ε.Π.Ε. τ. 33, σελ 110).

Ευχαριστούμε τους Τρεις Ιεράρχας για το πολύτιμο δώρο που μας παρέδωσαν, την αγία Ελληνορθόδοξο Παράδοσί μας. Ζητούμε την ευλογία τους, να μη φάνουμε αχάριστοι στην προσφορά τους, αλλά να την κρατήσουμε, να την αξιοποιήσουμε και να την παραδώσουμε στους μεταγενεστέρους ως πολύτιμο κληρονομιά.

(Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», περίοδος β΄, Τεύχος 27ο, Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος 2002)

Ο Σεβασμιώτατος στις Μπενίτσες

Την Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017 ο Σεβασμιώτατος Μητρπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος ιερούργησε στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου στις Μπενίτσες.
Στο κήρυγμά του ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στην Ευαγγελική περικοπή της ημέρας, σημειώνοντας ότι η Χαναναία γυναίκα, που η κόρη της πειραζόταν από δαιμόνια, ανέκραξε «”ελέησόν με Κύριε, υιέ Δαυϊδ”, δείχνοντας με αυτόν το τρόπο ότι εκείνη είναι υπεύθυνη, λόγω των αμαρτιών της, για την κατάσταση του παιδιού της και ζητά το έλεος του Κυρίου μας. Αν και ήταν ειδωλολάτρισσα, μέσα στην καρδιά της υπήρχε πίστη και ταπείνωση και έτσι αναγνώρισε αμέσως τον Ιησού Χριστό. Η πίστη της αυτή, όπως της είπε και ο Κύριός μας, θεράπευσε την κόρη της.
Επιπλέον ο Μητροπολίτης Κερκύρας τόνισε ότι στη σημερινή εποχή δυστυχώς οι γονείς έχουν την αντίθετη συμπεριφορά. Τα λάθη και τις αστοχίες τις δικές τους, τις προβάλλουν στα παιδιά, κατηγορώντας τα, δημιουργώντας έτσι εντός της οικογενείας εντάσεις. Λείπει τόσο η πίστη προς τον Τριαδικό Θεό, όσο και η ταπείνωση.
Καταλήγοντας ο κ. Νεκτάριος ευχήθηκε να οπλιστούμε όλοι μας με πίστη και να τοποθετήσουμε μέσα στην καρδιά μας το Χριστό, διότι Εκείνος είναι η απαντοχή μας και η σωτηρία μας.







Κερκύρας Νεκτάριος : “ Διέστρεψαν την παιδεία μας, την ιστορία μας και τους ίδιους τους ανθρώπους “.

Τη Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017 τελέστηκε στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Υ.Θ. Σπηλαιωτίσσης, ο Όρθρος και η Θεία Λειτουργία για τους Τρείς Ιεράρχες, ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου.
Εκ μέρους της εκπαιδευτικής κοινότητας ομίλησε ο κ. Νικόλαος Μουμούρης, φιλόλογος στο 1ο Λύκειο Κερκύρας, ο οποίος και αναφέρθηκε στη ζωή των εορταζόντων Τριών Ιεραρχών. Οι Τρεις Ιεράρχες διηκόνησαν τόσο το Χριστό, όσο και τους ανθρώπους. Με τις επιστήμες και τα γράμματα προσέγγισαν έτι περαιτέρω το Θεό.
Αναφερόμενος στη σημερινή εποχή ο κ. Μουμούρης υπογράμμισε την υποβάθμιση της παιδείας στην πατρίδα μας. Τα σημερινά βιβλία δεν θυμίζουν σε τίποτα αυτά των παλαιότερων ετών που έβρισκε κανείς την προσευχή, τον εκκλησιασμό της οικογένειας, τη φιλοπατρία, μα προπάντων προέβαλαν το ήθος και το σεβασμό.
Κλείνοντας ο κ. Μουμούρης ευχήθηκε οι Τρείς Ιεράρχες να συνεχίσουν να είναι πρότυπα εμπνέοντας μαθητές και δασκάλους.
Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ο κ. Νεκτάριος ευχήθηκε και εκείνος με τη σειρά του σε μαθητές και δασκάλους χρόνια πολλά και ευλογημένα, προτρέποντας τα παιδιά να αναρωτηθούν αν οι γραμμές, τις οποίες χαράσουν οι κρατούντες, τους αντιπροσωπεύουν πραγματικά.
Κλείνοντας ο Σεβασμιώτατος χαρακτήρισε κατάπτιστη την τελευταία εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας, λέγοντας ότι οι κρατούντες διέστρεψαν την παιδεία μας, την ιστορία μας και τέλος τους ίδιους τους ανθρώπους, ζητώντας από τους μαθητές να έχουν πίστη στο Χριστό και λεβεντιά.













ΙΒ΄ Περί Του Ακτίστου Φωτός - 2. Η ΦΥΣΙΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Οψώμεθα τόν Θεόν καθώς εστί

Περί Του Ακτίστου Φωτος


2. Η ΦΥΣΙΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Ενατενίζων επιμόνως προς τον καθαρόν και κυανούν ουρανόν, ενίοτε προσήλουν το βλέμμα μου εις συγκεκριμένην κατεύθυνσιν, ενίοτε δε διέτρεχον τούτον απ’ άκρου εις άκρον. Ότε έφθανον εις τον ορίζοντα, νοερώς μετέβαινον πέραν αυτού, και τότε έβλεπον αυτόν να περιβάλλη τον πλανήτην ημών. Προσεπάθουν να εισχωρήσω εις τα βάθη αυτού και να ανιχνεύσω τα όρια αυτού. Όσον συνεκέντρουν την προσοχήν μου επί του θαυμαστού τούτου φαινομένου, όσον εντονώτερον ενητένιζον εις την πλήρη φωτός ουράνιον σφαίραν, τοσούτω μάλλον αύτη έθελγεν εμέ δια του μυστηρίου αυτής. Ότε όμως, κατά την Άνωθεν δωρεάν ηξιώθην να ίδω το άκτιστον Φως της Θεότητος, τότε εις τον κυανούν ουρανόν του «κυανού πλανήτου» ημών μετά χαράς ανεγνώρισα το σύμβολον της ακτινοβολίας της υπερκοσμίου δόξης. Η λάμψις αύτη πληροί τα πάντα, όλας τας αβύσσους του σύμπαντος (ΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ), παραμένουσα αναλλοιώτως ασύλληπτος και απρόσιτος εις τα κτίσματα. Το κυανούν είναι το χρώμα του επέκεινα, της υπερβατικότητος. Πολλοί επί της γης εδέχθησαν την μακαριότητα της θέας του θαυμαστού τούτου Φωτός. Οι πλείστοι εξ αυτών εφύλαξαν την ευλογίαν ταύτην ως το πολυτιμότερον μυστικόν της ζωής αυτών, και μετέβησαν εις τον άλλον κόσμον, ελκυόμενοι υπό του θαύματος τούτου. Άλλοι όμως έλαβον εντολήν 2 να αφήσουν εις τους εγγύς και τους μακράν αδελφούς αυτών την μαρτυρίαν περί της υψίστης ταύτης πραγματικότητος. Η ψυχή μετά φόβου αποφασίζει να ομιλήση περί του Φωτός εκείνου, όπερ επισκέπτεται τον άνθρωπον τον διψώντα να ίδη το Πρόσωπον του Ανάρχου. Η φύσις του Φωτός τούτου είναι μυστηριώδης. Ακατάληπτον, αόρατον, ενίοτε γίνεται ορατόν και δι’ αυτών εισέτι των σωματικών οφθαλμών. Ιλαρόν και τρυφερόν, ελκύει προς εαυτό και την καρδίαν και τον νουν ούτως, ώστε να επιλανθάνεταί τις της γης, αρπαζόμενος εις άλλον κόσμον. Τούτο δύναται να συμβή και εν τω εντόνω φωτί της ημέρας και εν τω σκότει της νυκτός. Καίτοι είναι πράον, εν τούτοις είναι ισχυρότερον παντός ό,τι περιβάλλει ημάς. Περιπτύσσεται τον άνθρωπον κατά παράδοξον τρόπον εκ των έξω· βλέπομεν τούτο, αλλ’ η προσοχή στρέφεται εις τα ενδότερα του έσω ανθρώπου, εις την καρδίαν την φλεγομένην υπό της αγάπης, αγάπης άλλοτε ευσπλάγχνου και άλλοτε ευγνώμονος. Δύναται να συμβή ώστε να μη αισθάνεται τις την υλικότητα, ούτε την εαυτού ούτε την του περιβάλλοντος αυτόν κόσμου (ΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ), και βλέπει εαυτόν ως φως. Παύει η αίσθησις του πόνου· αποχωρούν αι μέριμναι της γης· αι ανησυχίαι διαλύονται υπό της γλυκείας ειρήνης. Συνέβαινεν, ώστε το Φως τούτο να εμφανίζηται κατ’ αρχάς ως λεπτή φλοξ, θεραπευτική και καθαρτική, κατακαίουσα τρυφερώς δια τινος ανεπαισθήτου σχεδόν επαφής και εντός και εκτός παν ό,τι δεν ήτο ευάρεστον εις Αυτό. Το άγιον τούτο Φως, όταν εμφανίζηται εν δυνάμει, φέρει την ταπεινήν αγάπην. Αποδιώκει πάσαν αμφιβολίαν 2 και πάντα φόβον, εγκαταλείπει μακράν εις τα οπίσω πάσας τας γηΐνας σχέσεις, άπασαν την πυραμίδα των κοινωνικών τάξεων και των ιεραρχικών αξιωμάτων. Ο άνθρωπος γίνεται τρόπον τινά «ουδείς»: Δεν ίσταται επί της οδού των αδελφών αυτού· ουδεμίαν θέσιν επιδιώκει δι’ εαυτόν εν τω κόσμω τούτω. Το Φως τούτο είναι καθ’ εαυτό η ακήρατος ζωή, πεπληρωμένη υπό της ειρήνης της αγάπης. Δίδει εις το πνεύμα ημών την γνώσιν ενός άλλου, απεριγράπτου Είναι· ο νους σιγά καθιστάμενος υπεράνω της διανοήσεως εξ αιτίας αυτού τούτου του γεγονότος της εισόδου αυτού εις νέαν μορφήν ζωής. Το Φως;τούτο είναι ελαφρόν, λεπτότερον παντός ό,τι γνωρίζει η γη, απεργάζεται δε την ψυχήν άτρωτον και απρόσβλητον από παντός ό,τι συνέθλιβεν αυτήν πρότερον. Ο θάνατος τρέπεται εις φυγήν ενώπιον Αυτού και η προσευχή «Άγιος ο Θεός, Άγιος ισχυρός, Άγιος αθάνατος» εναρμονίζεται θαυμαστώς μετ’ Αυτού. Το πνεύμα ημών αγάλλεται: Το Φως τούτο είναι Θεός· είναι παντοδύναμον και συγχρόνως αφάτως πράον. Ώ, μετά πόσης προσοχής χειρίζεται τον άνθρωπον! Θεραπεύει την συντετριμμένην εκ της απογνώσεως καρδίαν· εμπνέει δια της ελπίδος της νίκης την βεβαρυμένην υπό της αμαρτίας ψυχή. Σωστική δύναμις περικλείεται εντός της ανενδοιάστου πίστεως εις τον Χριστόν‐Θεόν. Ούτος είναι το υπέρτατον γεγονός του ανάρχου είναι. Είναι η αρχή και το τέλος, το Α και το Ω. Επί την πέτραν ταύτην της πίστεως καθίσταται δυνατή εισέτι και δι’ ημάς η αληθινή μετάνοια και η περαιτέρω πνευματική πείρα, ομοία προς εκείνην των Αποστόλων, των Πατέρων της Εκκλησίας, 2 και των ασκητών όλων των αιώνων. Εκ του είδους των δωρεών, αίτινες ακολουθούν την ειλικρινή μετάνοιαν, θα γνωρίση ο άνθρωπος την ουράνιον αυτών προέλευσιν. Το άκτιστον Φως περιέβαλεν επί του Θαβώρ τους Αποστόλους Πέτρον, Ιάκωβον και Ιωάννην, και εν τη λάμψει αυτού ήκουσαν ούτοι την άϋλον φωνήν του Πατρός, μαρτυρούντος περί του Χριστού ως περί του ηγαπημένου Αυτού Υιού. Ο Απόστολος Παύλος επί της οδού προς Δαμασκόν είδε το αυτό Φως, και εν τη εμφανίσει αυτού εγνώρισε την Θεότητα του Ιησού. Τοιαύτης δωρεάς ηξιώθησαν κατά τους παρελθόντας αιώνας πολλοί ιεράρχαι, ασκηταί, μάρτυρες και δίκαιοι. Και μέχρις εισέτι των ημερών ημών η χάρις αύτη δεν έπαυσε να εκχέηται επί τους πιστεύοντας. Της οράσεως του Φωτός προηγείται η άσκησις της μετανοίας, η καθαίρουσα ημάς από των παθών. Η άσκησις αύτη είναι λίαν επώδυνος, αλλ’ αυτή αύτη η θεωρία του Φωτός είναι ηδεία δια την καρδίαν και τον νουν. Το Φως τούτο είναι αγάπη εντελώς ιδιαιτέρα, η μακαριότης της οποίας είναι δυνατόν να ενταθή και να παραταθή κατά το μέτρον καθ’ ό ο ψυχισμός και το σώμα του ανθρώπου δύνανται να φέρουν την ουράνιον ταύτην φλόγα. Το Φως τούτο, φυσικόν ιδίωμα του «Πατρός των φώτων» (Ιακ. α’ 17), αναγεννά και εισέτι ανα‐δημιουργεί ημάς. Η προσοχή ημών μεταβάλλει ριζηδόν κατεύθυνσιν. Πρότερον ειλκύετο αύτη προς την γην και τα πρόσκαιρα πράγματα. Μετά την επενέργειαν όμως της χάριτος περικλείεται αύτη εντός, και εκείθεν ανέρχεται εις την πνευματικήν σφαίραν των «μη βλεπομένων και αιωνίων» (πρβλ. Β’ Κορ. δ’ 18). Ό,τι πρότερον εφαίνετο εις ημάς 2 σπουδαίον, και εισέτι μέγα, αποβαίνει ασήμαντον δια το πνεύμα ημών: Και ο πλούτος, και η εξουσία, και η επίγειος δόξα, και πάντα τα όμοια αυτών, παύουν να ελκύουν ημάς. Και η επιστήμη εισέτι, μη δίδουσα εις ημάς την πλέον ουσιώδη γνώσιν, τουτέστι την γνώσιν του Θεού, ως και αι φιλοσοφικαί ενατενίσεις, άμοιροι αυθεντικής ζωής, παρουσιάζονται μόνον ως παρερχόμεναι αξίαι. Όταν περιβάλλη ημάς το ανονόμαστον και απαραβίαστον κατά την φύσιν αυτού Φως και εισδύη εις την ψυχήν ημών, τότε και ημείς γινόμεθα τρόπον τινά, άχρονοι. Το Φως τούτο, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, είναι φως αγάπης και γνώσεως, αλλά αγάπης και γνώσεως ιδιαιτέρας τάξεως. Αμφότερα ταύτα συγχωνεύονται εις έν, μάλιστα δε και είναι έν εν τη αιωνιότητι. Η αγάπη συνενοί ημάς εν αυτώ τω Είναι, μετ’ αυτού τούτου του Είναι. Και ιδού, μένομεν εν αυτώ τω Είναι, μετ’ αυτού τούτου του Είναι. Και ιδού, μένομεν εν αυτώ τω Είναι και γνωρίζομεν αυτό δια της μετ’ αυτού ενώσεως ημών. Αλλά είναι αδύνατον να παραστήση τις τούτο δια λόγων. Η έλξις της αγάπης προς Αυτόν είναι τοσούτον ισχυρά, ώστε το πνεύμα ημών ουδέν προσέχει εκ των περίξ ημών συμβαινόντων, καίτοι ζη εν μέσω αυτών. Δεν υπάρχει στροφή προς ημάς αυτούς. Το πνεύμα ημών όλον ορμά να ψηλαφίση τον Αψηλάφιτον, να περιλάβη τον Αχώρητον, να κατανοήση τον Απερινόητον, να μένη μόνον εν Αυτώ και ουδέν άλλο πλέον να βλέπη. Πολυμερώς και πολυτρόπως εμφανίζεται εις ημάς το Φως. Αλλά πώς είναι τούτο δυνατόν; Δεν γνωρίζω πώς συνέβαινεν εις τους άλλους, εάν όμως τολμήσω να ομιλήσω εν τη αφροσύνη μου περί εκείνου, όπερ γνωρίζω, τότε θα είπω: 261 Ο Κύριος έδωκεν εις εμέ την χάριν της απογνώσεως, και έτι πλείον τούτου: Το άγιον μίσος προς την αμαρτίαν μου, τουτέστι προς εμέ τον ίδιον, τον βεβυθισμένον τη αμαρτία, η δυσωδία της οποίας είναι ομοία προς θανατηφόρον αέριον. Να θεραπευθή τις δια των ιδίων προσπαθειών είναι αδύνατον. Ευρισκόμενος τις εν πλήρει απογνώσει δια την κατάστασιν αυτού, ως εγώ ήμην, απομένει μόνον να ρίψη εαυτόν ενώπιον του Θεού μετ’ απεγνωσμένης ελπίδος. Το άλμα τούτο δύναται να είναι ολοκληρωτικόν, ανεπίστρεπτον: Φοβούμαι να επιστρέψω· δεν διαθέτω δυνάμεις να αντισταθώ εις την αμαρτίαν, να κρατήσω άσπιλον την νέαν ζωήν. Ο Κύριος εν τούτοις δεν παραλαμβάνει πάντοτε την ψυχήν εν τη καταστάσει ταύτη: «Εδέετο δε Αυτού ο ανήρ, αφ’ ου εξεληλύθει τα δαιμόνια (επειδή εφοβείτο να χωρισθή από του Χριστού) είναι συν Αυτώ· απέλυσε δε αυτόν ο Ιησούς λέγων· υπόστρεφε εις τον οίκόν σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός» (Λουκ. η’ ‐).


Πίστευε ότι ουδέν πλέον εκ των πενυμάτων, άτινα κατείχόν σε, θα λάβη εξουσίαν επί σε. Οι ασθενείς, οίτινες ευρίσκονται έστω εν μέρει εις κατάστασιν ομοίαν του «Γαδαρηνού», γνωρίζουν την αδυναμίαν αυτών να αντιταχθούν εις την «αιχμαλωσίαν», ήτις εκυρίευσεν αυτών πρότερον, φοβούνται να χωρισθούν Εκείνου, Όστις ηλευθέρωσεν αυτούς εκ της αλλοτρίας εξουσίας. Η ζωή της ψυχής, ήτις εγεύθη της μακαριότητος της αγάπης του Χριστού, θα συναντήση αφεύκτως πλήθος θλίψεων εν τω προτέρω αυτής περιβάλλοντι: «Εν τω κόσμω θλίψινν έξετε, αλλά θαρσείτε …» (Ιωάν. ιστ’ 33). Κατά παράδοξον τρόπον «η διήγησις», η μαρτυρία περί του Φωτός της Θείας αγάπης, διεγείρει εν ταις καρδίαις 262 πλείστων ανθρώπων την αντιπάθειαν. Είναι απαραίτητον εις ημάς να ζήσωμεν και αυτήν την θλίψιν του Ιησού. Αύτη θα βοηθήση ημάς να εισδύσωμεν βαθύτερον εις την επίγειον Αυτού ζωήν: «Ώ γενεά άπιστος και διεστραμμένη! Έως πότε έσομαι μεθ’ υμών; Έως πότε ανέξομαι υμών;» (Ματθ. ιζ’ 17). Εχάρη ο Θεός δια την εμφάνισιν του ανθρώπου εις τον κόσμον (βλ. Ιωάν. ιστ’ 21). Εχάρη και ο πεπτωκώς κόσμος δια την επιφάνειαν του Θεού επί της Γης: «Και είπεν αυτοίς ο Άγγελος· μη φοβείσθε· ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ, ότι ετέχθη υμίν σήμερον Σωτήρ, Ός εστι Χριστός Κύριος» (Λουκ. β’ 10). Ούτος ο Σωτήρ εδωρήσατο εις ημάς την γνώσιν περί του απολεσθέντος εν τη πτώσει ημών ουρανίου Πατρός. Απεκάλυψεν εις ημάς «το μυστήριον το αποκεκρυμμένον από των αιώνων και των γενεών» (Κολ. α’ 26). Μετέδωκεν εις ημάς τον λόγον, τον παρά του Πατρός εκπορευόμενον (βλ. Ιωάν. ιζ’ 14). Δίδει ωσαύτως εις ημάς την προαιώνιον δόξαν, την οποίαν ο Ίδιος έχει παρά του Πατρός (βλ. Ιωάν. ιζ’ 5 και 22). Και εν τω μέλλοντι αιώνι επιθυμεί να ίδη ημάς εκεί, όπου ο Ίδιος είναι, τουτέστιν, εκ δεξιών του Πατρός. Εν τη αρχή της οράσεως του Φωτός δεν υπάρχει η αίσθησις του μυστηρίου, ουδεμία ερώτησις τίθεται: Τα πάντα εντός και πέριξ είναι φωτεινά· ουδέν άλλο οράται ει μη το Φως. Ο νους και η καρδία «σιγούν», πεπληρωμένα μακαρίου θάμβους ενώπιον του Θεού: «Πάλιν δε όψομαι υμάς και χαρήσεται υμών η καρδία … και εν εκείνη τη ημέρα Εμέ ουκ ερωτήσετε ουδέν» (Ιωάν. ιστ’ 22‐23). 263 Η Σάρκωσις του Θεού κατέστησεν εις την ανθρωπότητα δυνατήν την είσοδον εις την απλανή οδόν προς τον Πατέρα, δια της παραμονής εν τω πνεύματι των εντολών του Χριστού υπό οιασδήποτε συνθήκας της επιγείου ζωής. Η εκ τούτου αυξανομένη αγάπη προς τον Χριστόν καθιστά την προσευχήν έντονον, φλογεράν· γεννά εν αυτή μεγάλην δίψαν δια τον Κύριον, οπότε το πνεύμα του ανθρώπου διαβαίνει τα όρια του κόσμου τούτου και βυθίζεται όλον εις τον Ένα Θεόν. Η προσευχή αύτη συγγενειάζει την ψυχήν προς το Πνεύμα της Αληθείας. Όταν δε γνωρίση Αυτό, έκτοτε θα αναγνωρίζη Αυτό «εκ της γεύσεως», ως έλεγεν ο Άγιος Σιλουανός, και θα παραδίδηται εις Αυτό. Αντιθέτως: Δια τινος διαισθήσεως θα αποκρούη ευθύς τα πολλά φάσματα της Αληθείας, τα δυνάμενα να προσελκύσουν τον άπειρον νουν και την αφώτιστον καρδίαν. Το Θείον Φως αποκαλύπτει την γνωσίαν μορφήν των πνευμάτων και δι’ αυτού του τρόπου απαλλάσσει τον άνθρωπον από του απατηλού θελγήτρου της πλάνης του αλλοτρίου. Το Φως όπερ εμφανίζεται εις τον άνθρωπον δια της εις Χριστόν πίστεως, μαρτυρεί περί της Θεότητος Αυτού του Χριστού. Το πνεύμα ημών δέχεται τον Κύριον Ιησούν ως την αμετάθετον Αλήθειαν, την αυθεντικώς Αγίαν. Και το άναρχον τούτο Φως γεννά εν ημίν λόγους, οίτινες είναι όμοιοι προς την διδαχήν του Χριστού. Εν τω Φωτί τούτω ενορώμεν τον Πατέρα· αντιλαμβανόμεθα τούτο το Φως ως Πνεύμα Άγιον· εν Αυτώ βλέπομεν τον Χριστόν ως τον Μονογενή Υιόν του Πατρός. Δια της εμπειρίας ταύτης γνωρίζομεν το ομοούσιον των Τριών. Προσευχόμενοι εις αυτόν τον Θεόν, βιούμεν το έν είναι των Τριών. Εν αυτή ταύτη τη ενότητι ζώμεν όμως και 264 τας διακρίσεις: Άλλον χαρακτήρα φέρει η αναφορά μου προς τον Πατέρα, άλλως προσεύχομαι εις το Πνεύμα το Άγιον και κατά διάφορον τρόπον απευθύνομαι εις τον Χριστόν. Μεθ’ ενός εκάστου συνδέεται ιδιαίτερον τι πνευματικόν αίσθημα, ουδαμώς θραύον την Ενότητα του Είναι. Η σχέσις ημών προς εκάστην υπόστασιν της Αγίας Τριάδος διαφέρει κατά τινας αποχρώσεις. Εκ των Τριών εγγύτερον γνωρίζομεν τον Κύριον Ιησούν ένεκα της Σαρκώσεως Αυτού, της Ενανθρωπήσεως, και δι’ Αυτού εισαγόμεθα εις το Πρωταρχικόν Όν, όπερ και είναι ο Αληθινός Θεός: Τριάς ομούσιος και αχώριστος. Ενίοτε το Θείον Φως οράται δια τοιούτου τρόπου ώστε ο άνθρωπος ουδόλως πλέον αντιλαμβάνεται τι των αισθητών. Εν τω καιρώ της προσευχής το πνεύμα αυτού εισάγεται εις την σφαίραν του νοερού Φωτός, και ομού μετά της απωλείας της αισθήσεως του περιβάλλοντος αυτόν υλικού κόσμου εγκαταλείπει αυτόν η αίσθησις του σώματος αυτού. Κατά την όρασιν ταύτην το πνεύμα αρπάζεται μετά τοιαύτης τρυφερότητος, ώστε ο άνθρωπος αδυνατεί να εκφράση το εν αυτώ τελούμενον. Δεν δύναται ύστερον να είπη, εάν ήτο εν σώματι ή εκτός σώματος. Συχνότερον συμβαίνει να διατηρήται η φυσική όρασις της υλικής πραγματικότητος· εν παρομοία καταστάσει ο άνθρωπος δύναται να έχη ανοικτούς τους οφθαλμούς και να βλέπη συγχρόνως δύο φώτα: το φυσικόν και το Θείον. Το τοιούτον φαινόμενον έχουν υπ’ όψιν οι Πατέρες, όταν ομιλούν περί της οράσεως του ακτίστου Φωτός δια των φυσικών οφθαλμών. Όντως ορώνται δύο φώτα, αλλ’ ουχί κατά τον αυτόν τρόπον. Το άκτιστον 265 Φως, κατά την φύσιν αυτού είναι διάφορον και η θεωρία αυτού δεν είναι ομοία προς την φυσικήν όρασιν. Κατ’αυτήν το φως προκαλεί τον γνωστόν ερεθισμόν του οπτικού νεύρου και ακολουθεί ύστερον η ψυχοσωματική διαδικασία της οράσεως, ήτις δεν προξενεί εν ημίν πνευματικήν αντίδρασιν. Άλλως συμβαίνει μετά του Θείου Φωτός. Η έλευσις αυτού συνδέεται πάντοτε μετ’ ιδιαιτέρας καταστάσεως χάριτος, αισθητής εις την καρδίαν, τον νουν, έτι και εις το σώμα. Αόρατον κατά την φύσιν αυτού γίνεται ανερμηνεύτως ορατόν. Η τοιαύτη εμφάνισις είναι εν τούτοις ολιγώτερον συνήθης των τυχόν εντόνων πνευματικών καταστάσεων χάριτος, αίτινες όμως δεν συνοδεύονται υπό της θεωρίας του Φωτός. Ο πρώτος εκ των περιγραφομένων ενταύθα τρόπων θεωρίας είναι ανώτερος του δευτέρου, εφ’ όσον η μετοχή εις την Θείαν ζωήν, η επαφή προς το Άναρχον Είναι, βιούται εντονώτερον ή εν τω δευτέρω. Πώς όμως να εξηγήση τις ότι εν αυτή ταύτη τη καταστάσει της θεωρίας ουδεμία διαδικασία σκέψεως γίνεται αντιληπτή, τουτέστιν ουδεμία εμφάνισις εννοιών ή παραστάσεων εν τω νοΐ; Εν τούτοις όμως, μετά την λήξιν της καταστάσεως ταύτης, και ο νους και η καρδία έχουν την αίσθησιν ότι είναι πεπληρωμένοι νέας γνώσεως· η καρδία, δια της εν αυτή ενεργείας της χάριτος της Θείας αγάπης, συλλαμβάνει βαθύτερον τα μυστήρια, τα υπερβαίνοντα πάσαν διανοητικήν αντίληψιν. Να ονομάση τις τούτο ανάστασιν ψυχής, ή πνοήν Αιωνιότητος, ήτις περιβάλλει ημάς; Αμφότεραι αι εκφράσεις αύται είναι δυναταί. Εν τη γηΐνη υπάρξει ημών, «πριν ή γευθώμεν θανάτου» (πρβλ. Ματθ. ιστ’ 28), η πλέον στενή κοινωνία μετά 266 της Θεότητος δίδεται εις ημάς δια της ελλάμψεως υπό του ακτίστου Φωτός. Όταν το Φως τούτο έρχηται εν δυνάμει τότε ως έλεγεν ο Άγιος Σιλουανός είναι αδύνατον να μη αναγνωρίσωμεν ότι τούτο είναι ο Κύριος, ο Παντοκράτωρ, ο Ποιητής παντός υπαρκτού. Κατά την στιγμήν της οράσεως ταύτης ο άνθρωπος φωτίζεται Πνεύματι Αγίω: «Πνεύματι Αγίω γνωρίζεται ο Κύριος, και το Πνεύμα το Άγιον πληροί τον όλον άνθρωπον: και την ψυχήν και τον νουν και το σώμα» (Άγ. Σιλουανός).



Η ενέργεια αυτού του Φωτός δεν δύναται να παρέλθη απαρατήρητος, άνευ συνειδήσεως του γεγονότος τούτου. Ως άναρχος ενέργεια του Θεού, το Φως τούτο εισδύει εν ημίν δια της δυνάμεως αυτού και ημείς γινόμεθα άναρχοι, ουχί κατά την φύσιν ημών, αλλά κατά την δωρεών της χάριτος: Άναρχος ζωή μεταδίδεται εις ημάς. Και δεν υπάρχει τέλος εις το μέτρον εκχύσεως της Πατρικής αγάπης επί τον άνθρωπον: Ο άνθρωπος γίνεται όμοιος προς τον Θεόν. Η ομοίωσις είναι κατά το περιεχόμενον και ουχί κατά το Άναρχον του Αυτο‐Είναι. Ο Θεός θα παραμένη αιωνίως Θεός δια τα λογικά κτίσματα. Ο Χριστός, μετά την ανάστασιν Αυτού, είπεν εις την Μαρίαν την Μαγδαληνήν: «… πορεύου προς τους αδελφούς Μου και είπε αυτοίς· αναβαίνω προς τον Πατέρα Μου και Πατέρα υμών και Θεόν Μου και Θεόν υμών» (Ιωάν. κ’ 17). Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος εξηγεί θαυμασίως την έννοιαν των λόγων αυτών του Κυρίου: «Προς τον Πατέρα Μου» κατά την φύσιν, την απ’ αιώνος· «προς τον Πατέρα υμών» κατά την δωρεάν της Πατρικής αγάπης. «Προς τον Θεόν Μου» κατά την ανθρωπίνην φύσιν, την προσληφθείσαν υπ’ Αυτού, ουχί δε κατά «κυριολεξίαν» (Άγιος Γρηγόριος). Και η τάξις αύτη είναι αιώνιος. Δια τον Άνθρωπον‐Χριστόν, ο Πατήρ παραμένει 267 Θεός· δι’ ημάς ωσαύτως. Αλλ’ ως το πλήρωμα της Θείας ζωής μετεδόθη εις τον Άνθρωπον‐ Χριστόν, ούτω το αυτό πλήρωμα μεταδίδεται και εις τους σεσωσμένους εν Χριστώ. Τούτο απορρέει εκ της προσευχής του Κυρίου: «… εκ του κόσμου ουκ εισίν, καθώς Εγώ εκ του κόσμου ουκ ειμί. Αγίασον αυτούς εν τη αληθεία Σου· ο λόγος ο Σος αλήθειά εστι … Ου περί τούτων δε ερωτώ μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων δια του λόγου αυτών εις Εμέ, ίνα πάντες έν ώσι, καθώς Συ, Πάτερ, εν Εμοί καγώ εν Σοί, ίνα και αυτοί εν Ημίν έν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι Συ με απέστειλας. Και Εγώ την δόξαν ήν δέδωκάς Μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν έν καθώς Ημείς έν εσμεν, Εγώ εν αυτοίς και Συ εν Εμοί, ίνα ώσι τετελειωμένοι εις έν, και ίνα γινώσκη ο κόσμος ότι Συ Με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς Εμέ ηγάπησας. Πάτερ, ους δέδωκάς Μοι, θέλω ίνα όπου ειμί Εγώ κακείνοι ώσε μετ’ Εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την Εμήν ήν δέδωκάς Μοι …» (Ιωάν. ιζ’ 16‐26). Και εισέτι: «… τα Εμά πάντα Σα εστι και τα Σα Εμά, και δεδόξασμαι εν αυτοίς» (Ιωάν. ιζ’ 10). Το Φως, το εκπορευόμενον εκ του Πατρός των φώτων, καθιστά τους λόγους τούτους οικείους, ημετέρους εντός ημών. Το Φως τούτο εναποθέται αυτούς εις τα ενδότερα βάθη του είναι ημών. Εν τω Φωτί τούτω τελείται η κοινωνία ημών μετ’ Αυτού· κοινωνία «προσωπική», πρόσωπον προς Πρόσωπον. Αι αρχικαί ενέργειαι του Φωτός τούτου εις μικρόν βαθμόν, εάν θα ήτο δυνατόν να εκφρασθώμεν ούτω περί της Θείας ταύτης δωρεάς, αναγνωρίζονται δια τινος βαθείας αισθήσεως του Ζώντος Θεού εν τη καρδία και τω νοΐ ημών, ουχί όμως εισέτι ως έλευσις της Βασιλείας εν δυνάμει, ουχί ως εναργής «προσωπική» κοινωνία μετ’ 268 Αυτού. Είναι απαραίτητον να υπογραμμίσωμεν ότι το Θείον Φως αναποφεύκτως ενούται μετ’ αισθητής υφ’ όλης της υπάρξεως ημών χάριτος. Εν σχέσει προς τούτο ο μακάριος Γέρων Σιλουανός έλεγε και έγραφεν: «Εάν βλέπης μόνον φως, και η όρασις αύτη δεν συνοδεύεται μετ’ αισθητής χάριτος, τότε τούτο προέρχεται εκ του “αντικειμένου” και δεν πρέπει να δεχθής τούτο». Είναι δυνατόν να διαισθανθώμεν το ακατάληπτον του όντως Όντος και εις τους μεσαίους βαθμούς της πνευματικής γνώσεως. Πολλοί, μη ιδόντες εισέτι το άκτιστον Φως, τουτέστι το εν τω Θεώ υπαρκτικώς γνωριζόμενον (βλ. Ρωμ. α’ 19), κατώρθωσαν ήδη να διαισθανθούν το ασύλληπτον της Θεότητος δια της φυσικής πορείας του φιλοσοφικού στοχασμού. Το τελευταίον τούτο δεν είναι ισοδύναμον προς την πείραν του Μωϋσέως (βλ. Έξοδ. κ’ 21): Οντολογικώς είναι κατά πολύ υποδεέστερον, καίτοι δεικνύει ότι δύναται η διάνοια να έλθη εις αυθεντικήν θεωρίαν, ουχί όμως κεχωρισμένως από της καρδίας, του κέντρου τούτου της ανθρωπίνης υποστάσεως. Πολλάκις ανέφερον ότι παρόμοιαι διάνοιαι εν καταστάσει εντόνου αυτοσυγκεντρώσεως αισθάνονται εαυτάς ως φως· ασαφές μεν, αλλά φως. Και εάν η διάνοια εκλάβη εαυτήν ως την υψίστην εκδήλωσιν του ανθρώπου και παραδοθή εις αφηρημένας αναβάσεις προς το Απόλυτον Είναι, άνευ της καρδιακής αγάπης, τότε είς τινας περιπτώσεις δύναται να φθάση μέχρι εωσφορισμού· εωσφορισμού συνοδευομένου υπό του ανθρωποκτόνου αυτού ψυχρού φωτός και της αμειλίκτου καταφρονήσεως των παθημάτων εκατομμυρίων ανθρώπων. 269 Ο νους ημών εκτίσθη κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Νοός του Πρώτου, του Θεού. Το φως είναι ίδιον του νοός ημών, διότι εδημιουργήθη κατ’ εικόνα Εκείνου, Όστις είναι το άναρχον Φως. Όταν ο νους υπερβή τα όρια του χρόνου και του χώρου εν τη πείρα των ασκητικών ενοράσεων περί των μυστηρίων του Ανάρχου Είναι, και όταν δι’ ημάς αυτούς γίνηται όμοιος προς φως, τότε ο άνθρωπος διατρέχει τον κίνδυνον να εκλάβη το φυσικόν τούτο φως του κτιστού νοός ως Άκτιστον, Θείον. Εν καταστάσει τοιούτων αποκλίσεων ο ανθρώπινος νους απεργάζεται μυστικάς θεωρίας, αίτινες είναι εφικταί εις αυτόν κατά την κτιστήν αυτού φύσιν, απομακρύνουν όμως αυτόν εκ της αυθεντικώς υπαρχούσης αιωνιότητος. Είναι δυνατόν ο χριστιανός διαμένων υπαρκτικώς εν τη σφαίρα του Ακτίστου Φωτός, να μη κατανοή εισέτι τί είναι το Φως τούτο. Εις εκείνον όμως, όστις δεν εγνώρισεν ενεργώς την κατάστασιν ταύτην, η συζήτησις περί της φύσεως του Φωτός τούτου δυνατόν να φανή ματαία, «ακαδημαϊκή», μη έχουσα ουσιαστικήν σημασίαν δια την σωτηρίαν ημών. Τούτο όμως δεν ισχύει δια τους ασκητάς, οίτινες παρέδωκαν εαυτούς εις τον έσχατον κόπον της μετανοίας. Και πώς είναι δυνατόν ο αναζητών την αληθινήν γνώσιν του Θεού να παρακάμψη το ερώτημα: Τί ή Τίς εμφανίζεται εις αυτόν; Η γνώσις του Θεού, η οντολογική γνώσις, συνδέεται αναποφεύκτως μετά της ελεύσεως του Θεού εντός του ανθρώπου. Το γεγονός τούτο κατά την ουσίαν αυτού είναι απεριγράπτως μέγα. Εν αυτή ταύτη τη καρδία δεν υπάρχουν ενδοιασμοί. Εν τούτοις όμως η εν δυνάμει εμφάνισις του Φωτός τοσούτον υπερβαίνει την πεπτωκυίαν φύσιν ημών, ώστε ουδείς 270 εκ των εις Χριστόν πιστευόντων πρέπει να εμπιστεύηται εις εαυτόν άνευ της απαραιτήτου μαρτυρίας είτε εκ των Γραφών, είτε εκ των έργων των Αγίων Πατέρων. Πλέον τούτου, και αι Γραφαί εισέτι δεν επαρκούν δια την τελικήν κρίσιν, διότι και ο λόγος του Θεού κατανοείται σχεδόν υφ’ ενός εκάστου κατά διάφορον τρόπον. Είναι απαραίτητος η επιβεβαίωσις άλλου προσώπου της αυτής πίστεως, το οποίον όμως ηξιώθη προ ημών της Θείας επισκέψεως. Επομένως είναι αναγκαία τα τρία ταύτα: Αι Άγιαι Γραφαί της Καινής Διαθήκης, τα έργα των αγίων ασκητών της Εκκλησίας ημών και ο «ζων» μάρτυς. Εάν ο τελευταίος ούτος δεν υπάρχη, τότε είναι ίδιον της δικαίας ψυχής η κραυτή προς τον Θεόν: «Φείσαι μου και μη εάσης με τον παραλελυμένον ψυχή τε και σώματι να εκπέσω της αληθείας Σου και να τραπώ εις άλλην, αλλοτρίαν οδόν». «Μη με δελεάσης απάτη». Τους λόγους τούτους θέτει η εκκλησιαστική υμνολογία εις το στόμα της Υπεραγίας Παρθένου, ότε Αύτη έλαβεν εκ του Αρχαγγέλου Γαβριήλ την αποκάλυψιν της εξ Αυτής παρθενικής γεννήσεως του Υιού του Θεού. Αι εμφανίσεις του Ακτίστου Φωτός δεν είναι τοσούτον σπάνιαι ως τινες νομίζουν. Πολλοί ασκηταί εν παραφορά μετανοίας ηξιώθησαν του δώρου τούτου, όμως δεν ετόλμησαν να εξετάσουν τούτο δια του νοός, ώστε να κατανοήσουν αληθώς: Τίς εστιν Ούτος; Ούτοι ηρκέσθησαν εις την επενέργειαν του Φωτός επί της ψυχής, τουτέστι την συμφιλίωσιν μετά του Θεού, την ανεκτίμητον παράκλησιν, την αίσθηιν της αιωνιότητος, την υπέρβασιν του θανάτου. Δεν κατέχουν πάντες εκ φύσεως την αυτήν δύναμιν 271 εκφράσεως της βιωθείσης υπ’ αυτών εμπειρίας. Τούτο παρατηρείται εισέτι και μεταξύ των μεγάλων. Επί παραδείγματι, ο Απόστολος Πέτρος, περιβεβλημένος δια του πυρός της προς τον Θεόν αγάπης, ετέλει θαύματα ως και Αυτός ο Κύριος· εν ταις επιστολαίς αυτού όμως δεν υπάρχει ο εκφραστικός πλούτος των Αποστόλων Ιωάννου και Παύλου. Ο Πέτρος μάρτυς της Θαβωρίου μεταμορφώσεως, εγνώριζεν ότι δια του Χριστού και εν Χριστώ ενούται ούτος μετά του Θεού εν τη αιωνιότητι· ότι «τα τίμια ημίν και μέγιστα επαγγέλματα δεδώρηται, ίνα δια τούτων γενώμεθα Θείας κοινωνοί φύσεως …» (πρβλ. Β’ Πέτρ. α’ 4)· ότι «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία· ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ώ δει σωθήναι ημάς» (Πράξ. δ’ 12). Ευρίσκονται και πολλοί άλλοι θαυμάσιοι λόγοι εν ταις επιστολαίς αυτού. Αλλά ο Ιωάννης και ο Παύλος, αν και ετέλεσαν ολιγώτερα ορατά θαύματα, έδωκαν εις ημάς δια της διδαχής αυτών έτι πλουσιώτερον υλικόν, όπερ διανοίγει ενώπιον ημών ατέρμονας ορίζοντας θεογνωσίας. Ο Απόστολος Παύλος, πλείον πάντων των λοιπών Αποστόλων, διέθετεν επαρκή κατάρτισιν (εις την οποίαν συμβάλλει συνήθως η επιστήμη) δια την περιγραφήν των δοθεισών εις αυτόν εμπειριών. Εις αυτόν ανήκει η αιώνιος δόξα δι’ ολόκληρον σειράν βαθυτάτων διατυπώσεων αποκεκαλυμμένων αληθειών. Η σκέψις μου, ως είναι φυσικόν, συχνάκις επιστρέφει εις τον κατά Θεόν πατέρα μου, τον μακάριον Γέροντα Σιλουανόν. Ο ταπεινός ούτος ανήρ παρέμενεν υπαρκτικώς εις καταστάσεις των οποίων ολίγοι μόνον ηξιώθησαν εν τη ιστορία της Εκκλησίας. Εν ταις γραφαίς όμως αυτού γίνεται σαφώς αντιληπτή η απουσία αποθέματος λέξεων και εννοιών δια την πλέον συστηματικήν 272 έκθεσιν των μεγάλων ευλογιών, αίτινες εξεχύθησαν επ’ αυτόν. Γνωρίζομεν ότι η Εκκλησία τιμά εξ ίσου και εκείνους, οίτινες δι’ ολίγων λόγων, αλλά δια πολλών θαυμάτων και υψηλού πνεύματος ωκοδόμησαν Αυτήν, και τους άλλους οίτινες υπηρέτησαν τον αυτόν σκοπόν δια του χαρίσματος της διδασκαλίας. Όταν ο εν αληθεία Ών Θεός, ο όντως Ών, αποκαλύπτηται εν τη εμφανίσει του Ακτίστου Φωτός, τότε ο άνθρωπος εγκαταλείπει ενστικτωδώς την εκ των κάτω πορευομένην φιλοσοφίαν περί του Υπερ‐προσωπικού Απολύτου. Η ουχί αφηρημένη, αλλ’ οντολογική γνώσις του Θεού ουδόλως περιορίζεται εις μόνην την διάνοιαν. Είναι απαραίτητος η ζώσα συμμετοχή του όλου ανθρώπου εις την Ενέργειαν του Θείου Είναι, και τούτο πραγματοποιείται εν τη αγάπη: «Ο δε (νομικός) αποκριθείς είπεν· αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Λουκ. ι’ 27). Και αύτη είναι η γνωσιολογία ημών – η επιστήμη της γνώσεως. Η εντολή καλεί ημάς ʺνα αγαπήσωμενʺ. Επομένως η αγάπη δεν είναι ήδη δεδομένη εις ημάς. Οφείλομεν να αποκτήσωμεν αυτήν δια του αγώνος του προσωπικού ημών αυτοπροσδιορισμού. Η κλήσις του Κυρίου απευθύνεται πρωτίστως εις την καρδίαν, το πνευματικόν κέντρον του προσώπου. Ο νους‐ λογικόν είναι μία εκ των ενεργειών της ανθρωπίνης προσωπικότητος. Η Θεία Αγάπη γεννάται εν τη καρδία δια της πίστεως και ο νους συμμορφούται προς το νέον εσωτερικόν γεγονός. Η φλόξ της αγάπης ταύτης ελκύει ολοτελώς τον νουν 273 εις την καρδίαν· και τακείς ούτος δια της φλογός ταύτης, ενούται μετά της καρδίας εις έν και θεωρεί το Είναι εν τω Φωτί της Θείας Αγάπης. Ο άνθρωπος «ενοποιείται»: θεραπεύεται. Δεν υπάρχει αγών πλέον δυσχερής, πλέον επώδυνος, της πάλης δια τον θρίαμβον της αγάπης του Χριστού. Άρχεται αύτη εν ημίν αυτοίς, ύστερον δε εκχέεται προς όλον τον κόσμον. Όντως, η αγάπη αύτη δεν είναι εκ της γής, αλλά εκ του Ουρανού. Εν αυτή περικλείεται η έννοια του Είναι του Ιδίου του Θεού, Όστις έδωκεν εις ημάς την εντολήν του «αγαπάν». Η πνευματική ανάβασις εις την Βασιλείαν της Ακτίστου Αγάπης του Θεού απαιτεί λίαν παρατεταμένον ασκητικόν αγώνα. Εις την «ανάβασιν» ταύτην παρατηρούμεν αναλογίαν τινά προς την καταπονητικήν αναρρίχησιν εις απόκρημνον όρος, προς το μαρτύριον ταλαντούχων καλλιτεχνών δια δημιουργίαν εις πάντας τους τομείς της τέχνης, προς την μακροχρόνιον και επιμελή εργασίαν δια την απόκτησιν επιστημονικών γνώσεων, και προς πλείστα άλλα όμοια αυτών. Και εάν οι άνθρωποι κατά την πλειονότητα των περιπτώσεων είναι έτοιμοι να υποστούν πάσαν δυνατήν θυσίαν δια την κατάκτησιν εφημέρων υλικών αξιών ή προνομιούχων κοινωνικών θέσεων, τότε ουδόλως πρέπει να εκπλήττη ημάς η αναγκαιότης έτι και μεγαλυτέρων, πολλάκις, προσπαθειών προς επίτευξιν των μη παρερχομένων αγαθών της Βασιλείας του Θεού, κατά το ρήμα του Χριστού: «Η Βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. ια’ 12). 274 3.