Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

Ευαγγέλιο & Απόστολος Κυριακή 29 Μαρτίου Δ΄ Κυριακή των Νηστειών Ιωάννου της Κλίμακος

† Κυριακή 29 Μαρτίου 2020
Δ΄ Κυριακή των Νηστειών Ιωάννου της Κλίμακος

Κυριακή Δ' Νηστειών εορτή 29 Μαρτίου: Η δύναμη της πίστεως ...

Ευαγγέλιο Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 17 – 31

17 καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρὸς σέ, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. 18 καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. 19 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· Ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. 20 καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. 21 καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν. 22 καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ’ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ’ ἡμᾶς. 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 24 καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. 25 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφὸν, ἐγὼ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. 26 καὶ κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτόν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτόν κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. 29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· 31 ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 17 – 31

17 Και λαβών τον λόγον ένας από το πλήθος είπε· “Διδάσκαλε, έφερα προς σε το παιδί μου, που έχει καταληφθή από πονηρόν πνεύμα, το οποίον του έχει αφαιρέσει την λαλιάν. 18 Και εις όποιον τόπον το καταλάβει, το συγκλονίζει και το ρίπτει κάτω και το κάνει να αφρίζη, να τρίζη τα δόντια του και να μένη ξηρόν και αναίσθητον. Και είπα στους μαθητάς σου να διώξουν αυτό το πονηρόν πνεύμα, και δεν ημπόρεσαν”. 19 Ο δε Ιησούς απεκρίθη εις αυτόν και είπε· “ω γενεά, που μένεις ακόμη άπιστος, παρ’ όλα τα θαύματα που έχεις ιδή· έως πότε θα είμαι μαζή σας; Εως πότε θα σας ανέχωμαι; Φερτε αυτόν σε μένα”. Και έφεραν πράγματι το δαιμονιζόμενο παιδί. 20 Και το πνεύμα το πονηρόν, μόλις είδε τον Ιησούν, αμέσως συνεκλόνισε με σπασμούς τον νέον, ο οποίος αφού έπεσε εις την γην, εκυλίετο και έβγαζε αφρούς. 21 Και ηρώτησε ο Κυριος τον πατέρα του νέου· “πόσος καιρός είναι από τότε που συνέβη αυτό;” Και εκείνος είπε· “από την παιδικήν του ηλικίαν. 22 Και πολλές φορές τον έρριξεν εις την φωτιά και εις τα νερά, δια να τον εξοντώση. Αλλ’ εάν ημπορής να κάμης τίποτε, σπλαγχνίσου μας και βοήθησέ μας”. 23 Ο δε Ιησούς του είπε τούτο· “εάν συ ημπορής να πιστεύσης, τότε όλα είναι κατορθωτά στον πιστεύοντα”. 24 Και αμέσως πατήρ του παιδίου με δάκρυα εις τα μάτια έκραξε και είπε· “πιστεύω, Κυριε, βοήθησέ με να ελευθερωθώ από την ολιγοπιστίαν και να αποκτήσω ζωντανήν πίστιν”. 25 Επειδή δε ο Ιησούς είδε ότι λαός έτρεχε από τα διάφορα μέρη και εμαζεύετο εκεί, επέπληξε το ακάθαρτον πνεύμα και του είπε· “το πνεύμα το άλαλον και το κωφόν, εγώ σε διατάσσω, έβγα από αυτόν και ποτέ πλέον να μη ξαναεισέλθης εις αυτόν”. 26 Και το πνεύμα το πονηρόν αφού έκραξε και συνεκλόνισε παρά πολύ τον νέον, εβγήκε. Και έμεινε ο νέος σαν πεθαμένος, ώστε πολλοί να λέγουν ότι απέθανε. 27 Ο δε Ιησούς τον επιασε από το χέρι, τον εσήκωσε και εκείνος εστάθη όρθιος. 28 Οταν δε εισήλθεν ο Κυριος εις ένα σπίτι, οι μαθηταί του τον ερωτούσαν ιδιαιτέρως· “διατί ημείς δεν ημπορέσαμεν να διώξωμε το ακάθαρτον πνεύμα;” 29 Και εκείνος τους είπεν· “αυτό το γένος των δαιμονίων με τίποτε άλλο δεν διώχνεται, παρά μόνον με προσευχήν και νηστείαν”. 30 Και αφού ανεχώρησαν από εκεί, επροχωρούσαν από απόμερους δρόμους δια μέσου της Γαλιλαίας και δεν ήθελε να μάθη κανείς δια την διάβασίν του αυτήν. 31 Και τούτο, διότι εδίδασκε τους μαθητάς του ιδιαιτέρως και τους επληροφορούσε, ότι ο υιός του ανθρώπου παραδίδεται εις χέρια μοχθηρών ανθρώπων, οι οποίοι και θα τον θανατώσουν, και αφού θανατωθή, την τρίτην ημέραν θα αναστηθή.

Απόστολος Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Ϛ´ 13 – 20

13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ’ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυτοῦ 14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· 15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας· 16 ἄνθρωποι μὲν κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· 17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, 18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· 19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, 20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Ϛ´ 13 – 20

13 Εις δε τον Αβραάμ, όταν είχε δώσει ο Θεός τας μεγάλας υποσχέσεις, επειδή δεν είχε κανένα μεγαλύτερόν του-εφ’ όσον αυτός είναι ο μόνος απειροτέλειος-δια να ορκισθή και να βεβαιώση έτσι κατά τον απόλυτον τρόπον τον Αβραάμ, ότι ασφαλώς και βεβαίως θα τας εκπληρώση, ωρκίσθη στον εαυτόν του 14 λέγων· “αληθώς και βεβαίως θα σε ευλογήσω πλουσίως και θα αυξήσω εις πλήθος πολύ και αναρίθμητον τους απογόνους σου”. 15 Και έτσι ο Αβραάμ επίστευσεν στον Θεόν, επερίμενε με ακλόνητον αναμονήν, και επέτυχε την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως, (διότι αφ’ ενός μεν απέκτησε υιόν εκ της Σαρρας, τον Ισαάκ, γενάρχην και αρχηγόν έθνους, εφ’ ετέρου δε από την χώραν των πνευμάτων είδε την ενανθρώπησιν του Υιού του Θεού, του ευλογημένου Σωτήρος των ανθρώπων). 16 Διότι οι άνθρωποι ορκίζονται συνήθως στον Θεόν, τον μεγαλύτερον από όλους, και δίδεται όρκος, δια να σταματήση κάθε αντιλογία μεταξύ των και δια να επιβεβαιωθούν επισήμως τα λεγόμενα. 17 Δι’ αυτό και ο Θεός, επειδή ήθελε με μεγαλυτέραν βεβαιότητα να δείξη στους κληρονόμους των υποσχέσεών του το αμετάκλητον και αμετακίνητον της αποφάσεως του, συγκατέβη να χρησιμοποιήση ως μέσον επιβεβαιώσεως τον όρκον. 18 Και έτσι με δύο πράγματα, τα οποία είναι αμετάκλητα και αμετακίνητα, δηλαδή με την υπόσχεσίν του και τον όρκον του, εις τα οποία είναι εντελώς αδύνατον να ψευσθή ποτέ ο Θεός, να έχωμεν την βεβαιότητα και το στήριγμα να κρατήσωμεν την ελπίδα, η οποία μας έχει προσφερθή. 19 Αυτήν δε την ελπίδα την έχομεν σαν άγκυραν της ψυχής ασφαλή και σταθεράν, η οποία εισέρχεται και μας κρατεί σταθερά ηνωμένους προς τον ουρανόν, τον οποίον ουρανόν εσυμβόλιζε το εκείθεν από το παραπέτασμα της σκηνής του μαρτυρίου τμήμα, τα Αγια των Αγίων. 20 Εις τον ουρανόν δε πρωτοπόρος χάρις ημών εισήλθεν ο Ιησούς, γενόμενος αρχιερεύς κατά τον τύπον του Μελχισεδεκ, όχι προσωρινός, αλλά αιώνιος.


Κυριακή Δ’ Νηστειών: “Πιστεύω, Κύριε, βοήθα με στην απιστία μου” (Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom (†))


Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης, βλέπουμε νὰ ἔρχονται ἢ νὰ φέρνουν στὸν Κύριο ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἰάσης – τῆς ἴασης ἀπὸ σωματικὲς ἀσθένειες, ἀπὸ τὴν δυστυχία, ἀπὸ τὸν πόνο, τὴν ἀγωνία τῆς ζωῆς. Καὶ κάθε φορὰ ὁ Χριστὸς τοὺς λέει, «Πιστεύεις ὅτι μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό;». Καὶ σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ὁ ἄνδρας ποὺ ρωτήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο ἂν πιστεύει σὲ σχέση μὲ τὸν ἀσθενὴ υἱὸ του εἶπε, «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ μου». Ἀλλὰ ἐὰν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς ὁ Κύριός μας ἔχει τὴ δύναμη νὰ σώσει, ὑπάρχει κάτι περισσότερο σὲ αὐτό. Ἐπειδὴ εἶναι ἀναμενόμενο νὰ πιστέψουμε ὄχι μόνο στὴν Θεϊκὴ δύναμη, ἀλλὰ στὴν Θεϊκὴ συμπόνια.
Τὸ κείμενο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου μᾶς μιλάει γιὰ τὸ ἔλεος. Ἔλεος σημαίνει τρυφερότητα, φροντίδα, ἀλλὰ πέρα ἀπ’ αὐτό, ὑπάρχει αὐτὴ ἡ σπουδαία, καὶ κατὰ ἕναν τρόπο τρομακτικὴ λέξη, «συμπόνια», ποὺ σημαίνει ἑτοιμότητα, καὶ πράγματι ὄχι μόνο ἑτοιμότητα ἀλλὰ τὴν πραγματικότητα νὰ ὑποφέρει κανείς, ἀναλαμβάνοντας μαζὶ τὸν πόνο ἑνὸς ἄλλου προσώπου. Καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ στὴν πραγματικότητα ἔκανε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἐνσάρκωσή Του. Δὲν ἐνδύθηκε μόνο τὴν ἀνθρώπινη φύση σ’ ὅλη τὴν ἀδυναμία της, ἀλλὰ ὅλο τὸν πόνο, τὰ βάσανα, τὴν ἀγωνία τοῦ καθένα ἀπὸ ἐμᾶς. Καὶ ἐὰν στρεφόμαστε σ’ αὐτὸν ζητώντας Του νὰ μᾶς θεραπεύσει, νὰ μᾶς βοηθήσει, αὐτὸ ποὺ ἀληθινὰ θέλουμε νὰ ποῦμε εἶναι,
«Πιστεύω, Κύριε, ὅτι ἡ ἀγάπη Σου εἶναι τέτοια ὥστε δὲν ὑπάρχει πόνος τοῦ νοῦ, καμιὰ ἀγωνία τοῦ νοῦ, κανένας σωματικὸς πόνος ποὺ νὰ μὴν συμμετέχεις. Ναί, Ἐσὺ σταυρώθηκες, δὲν μοιράστηκες μοναχὰ τὸν θάνατό μας, ἀλλὰ τὸν πόνο ποὺ καίει σὲ κάθε καρδιὰ καὶ ξεσχίζει κάθε μέλος τοῦ σώματος». Μποροῦμε νὰ στραφοῦμε στὸν Θεὸ ὅταν βρισκόμαστε σὲ ἀνάγκη καὶ νὰ ποῦμε, «Κύριε, ἔχω ἐμπιστοσύνη στὴν συμπόνια Σου. Πιστεύω ὅτι ὅποτε ὑποφέρω, δίκαια ἢ ἄδικα, ἀπὸ δικό μου φταίξιμο ἢ ὄχι, Ἐσὺ ὑποφέρεις μαζί μου, μοιράζεσαι τὴν ἀγωνία μου· καὶ ἡ ἀγωνία Σου εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν δική μου, ἐπειδὴ γνωρίζεις περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, τί θὰ μποροῦσα νὰ εἶμαι στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα.»
Καὶ ἔτσι ὅταν ἔχουμε ἀνάγκη τὸ θεῖο ἔλεος ἢ τὴ θεία βοήθεια, ἂς μὴν στραφοῦμε ἁπλὰ σὲ Ἐκεῖνον γιὰ νὰ τοῦ ποῦμε, «Κύριε, βρίσκομαι σὲ ἀνάγκη καὶ ἔχεις Ἐσὺ τὴ δύναμη», ἂς στραφοῦμε καὶ ἂς ποῦμε, «Γνωρίζω, Κύριε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα, πόνος, ἀγωνία ποὺ νὰ μὴν μοιράζεσαι μὲ μένα· λατρεύω τὴν ἀγάπη Σου, γονατίζω μπροστὰ στὸν σταυρό Σου, δέχομαι τὸν τρόμο νὰ μοιράζομαι μὲ Σένα τὸν πόνο μου, ἐπειδή, πιστεύω τόσο βαθιά, ἐξ ὁλοκλήρου στὴν συμπόνια Σου, δώρισέ μου νὰ μοιράζομαι τὴν ὁλότητά Σου». Ἀμὴν.

(Πηγή καί Ἀπόδοση Κειμένου: agiazoni.gr)

ΕΥΛΟΓΩΝ ΕΥΛΟΓΗΣΩ ΣΕ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΝΩΝ ΠΛΗΘΥΝΩ ΣΕ


«Τῷ γάρ Ἀβραάμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεί κατ’ οὐδενός εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυτοῦ, λέγων. ἦ μήν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καί πληθύνων πληθυνῶ σε» (Ἑβρ. 6, 13-14)

«Όταν ο Θεός έδωσε την υπόσχεσή του στον Αβραάμ, επειδή δεν υπήρχε ανώτερος για να ορκιστεί, ορκίστηκε στον εαυτό του λέγοντας: σου υπόσχομαι ότι θα σε ευλογήσω και θα σου δώσω πολλούς απογόνους»

Οι χριστιανοί είμαστε συνεχιστές μιας μεγάλης πίστης που ξεκινά από τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι η πίστη του Αβραάμ στον Θεό, που έκανε τον γενάρχη των Εβραίων να αφήσει την πόλη του στην Μεσοποταμία και να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι για να εγκατασταθεί στην γη της επαγγελίας. Είναι η πίστη που τον έκανε να ξεβολευτεί από την καθημερινότητά του, από τις βεβαιότητές του, από το αίσθημα ότι μπορεί να λατρεύει τον Θεό από εκεί που βρισκόταν και να Τον υπακούει στην καθημερινότητά του. Ο Αβραάμ υπάκουσε στο αίτημα του Θεού να αφήσει κάθε τι που του ανήκε, την κανονικότητα της ζωής του, και να προχωρήσει σε μία περιπέτεια στην οποία το μοναδικό εχέγγυο ήταν ο όρκος του Θεού στον ίδιο Του τον εαυτό ότι θα ευλογήσει αυτόν που Τον ακούει και θα του δώσει πολλούς απογόνους, ενώ η γυναίκα του Αβραάμ, η Σάρα, ήταν στείρα. Και ο Αβραάμ εμπιστεύθηκε τον Θεό και ακολούθησε τον δρόμο, όπως του ζητήθηκε.
Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας προς τους Εβραίους, μας υπενθυμίζει αυτόν τον όρκο του Θεού, ο οποίος απευθύνεται και προς όλους όσους συνεχίζουν να αποδέχονται την πίστη του Αβραάμ, με την επέκτασή της στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και στο Άγιο Πνεύμα, δηλαδή όσους θέλουν να ζούνε το μυστήριο της Εκκλησίας. Μας υποσχέθηκε ο Θεός ότι θα μας ευλογήσει και ότι θα μας δώσει πολλούς απογόνους. Η ευλογία αυτή δεν έχει να κάνει κατ’ ανάγκην με τα υλικά αγαθά αυτής της ζωής, ούτε με το πόσα παιδιά θα κάνει κάποιος, αν δηλαδή θα κάνει οικογένεια. Η ευλογία είναι πρωτίστως πνευματική. Είναι η επίγνωση του νοήματος της ζωής. Είναι η πίστη που μας κάνει να αντέχουμε σε δυσκολίες και δοκιμασίες. Είναι η βεβαιότητα ότι ο Θεός προνοεί για μας. Είναι μια αισιοδοξία στην καρδιά που γίνεται χαρά ότι επειδή ο Θεός είναι μαζί μας, «ουδείς καθ’ ημών», ουδείς έχει δύναμη να μας υποτάξει. Είναι το αίσθημα πως όσους σταυρούς κι αν κληθούμε να σηκώσουμε, δεν είμαστε μόνοι. Και την ίδια στιγμή η πληθύς έχει να κάνει με την δύναμη της αρετής. Τη δύναμη των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Δεν είναι μόνο η πίστη που μας δίνει κουράγιο, ούτε μόνο η χαρά να έχουμε τον Θεό μαζί μας. Είναι η δύναμη της αγάπης για τον συνάνθρωπο. Ότι στις δυσκολίες πρέπει να αντέξουμε όχι μόνο για μας, αλλά και για τον καθέναν που είναι μαζί μας και είμαστε μαζί του. Είναι η δύναμη της συγχώρεσης για όσους δεν συμμερίζονται τον τρόπο μας. Είναι η δύναμη της καλοσύνης, ότι στην κακία του κόσμου, στο κλείσιμο στον εαυτό μας, εμείς αντιτάσσουμε την ανοιχτή σε όλους καρδιά, η οποία δεν περιμένει τίποτα, αλλά μοιράζεται ό,τι έχει. Είναι η ηρεμία της ψυχής, η οποία και στην ώρα της αγωνίας και του φόβου, αντιτάσσει την προσευχή και το δάκρυ ως παράκληση σ’ Αυτόν που δεν μας λησμονεί. Είναι το μέτρο της εγκράτειας που μας λέει μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε και μας κάνει να πειθαρχούμε στο θέλημα του Θεού. Είναι η ειρήνη της ύπαρξης που γνωρίζει ότι ο δρόμος μας δεν είναι δρόμος θανάτου αλλά ανάστασης και αιωνιότητας.
Οι ημέρες μας είναι πολύ δύσκολες, κυρίως ψυχικά. Ο ακούσιος εγκλεισμός μας σε σπίτια που δεν μοιάζουν πλέον τόποι ανάπαυσης αλλά ένα είδος φυλακής, διότι δεν μένουμε σ’ αυτά επειδή το θέλουμε, αλλά επειδή δεν μας επιτρέπεται να βγούμε, μας κάνει να ξαναδούμε την ζωή μας. Ξεβολευτήκαμε από την κανονικότητά μας. Διαπιστώσαμε όμως ότι αυτή δεν περιείχε την εμπιστοσύνη στον Θεό και το ΝΑΙ στην ευλογία και την πλήθυνση. Έγκλειστοι τώρα, διαβλέπουμε τι αληθινά χρειαζόμαστε και, συχνά, όχι όλοι. Ας πάρουμε δύναμη από την πίστη και ας θυμηθούμε ό,τι ο Θεός μας υποσχέθηκε! Ας μην αποκάμουμε ψυχολογικά, θρηνώντας για τον όποιο προσωπικό ή κοινωνικό παράδεισο χάσαμε, αλλά ας δούμε τι μπορούμε να καλλιεργήσουμε. Ας εργαστούμε και πνευματικά και όταν έρθει η ώρα της επιστροφής στην όποια κανονικότητά μας, ας μην λησμονήσουμε ότι η δοκιμασία μας δίνεται για να βρούμε τον εαυτό μας και όχι για να κάνουμε ό,τι κάναμε, που αποδείχτηκε εκ των πραγμάτων ότι μένει στο εδώ και τώρα του κόσμου.
Η υπόσχεση του Θεού ισχύει, κυρίως, στο ξεβόλεμά μας: «ευλογών ευλογήσω σε και πληθύνων πληθυνώ σε»! Εδώ είναι το κλειδί για να αντέξουμε!

Κέρκυρα, 29 Μαρτίου 2020
Δ’ Νηστειών

Ευαγγέλιο & Απόστολος Σάββατο 28 Μαρτίου

Ευαγγέλιο & Απόστολος για το Σάββατο 28 Μαρτίου 2020, Όσιος Ιλαρίων ο Νέος, Άγιος Ηρωδίων ο Απόστολος.

Ευαγγέλιο Σάββατο 28 Μαρτίου

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ζ´ 31 – 37
31 Καὶ πάλιν ἐξελθὼν ἐκ τῶν ὁρίων Τύρου καὶ Σιδῶνος ἦλθε πρὸς τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας ἀνὰ μέσον τῶν ὁρίων Δεκαπόλεως. 32 καὶ φέρουσιν αὐτῷ κωφὸν μογιλάλον καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα ἐπιθῇ αὐτῷ τὴν χεῖρα. 33 καὶ ἀπολαβόμενος αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ὄχλου κατ’ ἰδίαν ἔβαλε τοὺς δακτύλους αὐτοῦ εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ, καὶ πτύσας ἥψατο τῆς γλώσσης αὐτοῦ, 34 καὶ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν ἐστέναξε καὶ λέγει αὐτῷ· Ἐφφαθά, ὅ ἐστι διανοίχθητι. 35 καὶ εὐθέως διηνοίχθησαν αὐτοῦ αἱ ἀκοαί καὶ ἐλύθη ὁ δεσμὸς τῆς γλώσσης αὐτοῦ, καὶ ἐλάλει ὀρθῶς. 36 καὶ διεστείλατο αὐτοῖς ἵνα μηδενὶ εἴπωσιν· ὅσον δὲ αὐτὸς αὐτοῖς διεστέλλετο, μᾶλλον περισσότερον ἐκήρυσσον. 37 καὶ ὑπερπερισσῶς ἐξεπλήσσοντο λέγοντες· Καλῶς πάντα πεποίηκε· καὶ τοὺς κωφοὺς ποιεῖ ἀκούειν καὶ τοὺς ἀλάλους λαλεῖν.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ζ´ 31 – 37

31 Παλιν δε αφού εβγήκεν ο Ιησούς από τα όρια της Τυρου και της Σιδώνος, ήλθεν κοντά εις την θάλασσαν της Γαλιλαίας δια μέσου της περιοχής της Δεκαπόλεως. 32 Και φέρουν εις αυτόν ένα κωφάλαλον και τον παρακαλούν να βάλη το χέρι του επάνω εις αυτόν. 33 Και ο Ιησούς αφού τον επήρε ιδιαιτέρως από τον όχλον, έβαλε τα δάκτυλά του εις τα αυτιά εκείνου και αφού έπτυσε ολίγον στο δάκτυλό του, ήγγισε την γλώσσαν του κωφαλλάλου. 34 Και αφού εσήκωσε τα μάτια στον ουρανόν, εστέναξε (δια τας θλίψεις και στενοχωρίας των ανθρώπων) και του είπε· “εφφαθά”, δηλαδή να ανοιχθή αμέσως η ακοή. 35 Και αμέσως ήνοιξαν πράγματι τα αυτιά του κωφαλάλου και ελύθη το δέσιμον της γλώσσης του και ωμιλούσε με ευκολίαν και ακρίβειαν. 36 Και παρήγγειλεν εις αυτούς, να μη είπουν εις κανένα τίποτε. Οσον όμως αυτός τους διέτασσε, τόσον και περισσότερον εκείνοι διαλαλούσαν τα θαύματά του. 37 Και ο θαυμασμός των ανθρώπων εξεπερνούσε κάθε όριον και έλεγαν· “πολύ καλά όλα τα έχει κάμει· και στους κωφούς δίδει την ακοήν και στους αλάλους την ομιλίαν”.

Απόστολος Σάββατο 28 Μαρτίου

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Ϛ´ 9 – 12

9 Πεπείσμεθα δὲ περὶ ὑμῶν, ἀγαπητοί, τὰ κρείττονα καὶ ἐχόμενα σωτηρίας, εἰ καὶ οὕτω λαλοῦμεν. 10 οὐ γὰρ ἄδικος ὁ Θεὸς ἐπιλαθέσθαι τοῦ ἔργου ὑμῶν καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης ἧς ἐνεδείξασθε εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, διακονήσαντες τοῖς ἁγίοις καὶ διακονοῦντες. 11 ἐπιθυμοῦμεν δὲ ἕκαστον ὑμῶν τὴν αὐτὴν ἐνδείκνυσθαι σπουδὴν πρὸς τὴν πληροφορίαν τῆς ἐλπίδος ἄχρι τέλους, 12 ἵνα μὴ νωθροὶ γένησθε, μιμηταὶ δὲ τῶν διὰ πίστεως καὶ μακροθυμίας κληρονομούντων τὰς ἐπαγγελίας.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Ϛ´ 9 – 12
9 Δια σας όμως, αδελφοί, αν και σας ομιλούμεν τόσον επιτιμητικά, έχομεν ακλόνητον την πεποίθησιν, ότι προοδεύετε προς τα καλύτερα και προς εκείνα, τα οποία συνδέονται με την αιωνίαν σωτηρίαν σας. 10 Διότι δεν είναι άδικος ο Θεός, ώστε να λησμονήση τα καλά σας έργα και τον κόπον σας, δια την άσκησιν της αγάπης, την οποίαν εδείξατε εν τω ονόματι του Χριστού, υπηρετήσαντες τους Χριστιανούς και εξακολουθούντες μέχρι σήμερον να τους υπηρετήτε και βοηθήτε. 11 Θελομεν δε ο καθένας από σας να δεικνύη συνεχώς την ιδίαν προθυμίαν και φροντίδα, τον ιερόν ενθουσιασμόν και ζήλον, να έχετε ακλόνητον μέχρι τέλους της ζωής σας την βεβαιότητα περί των αιωνίων αγαθών, που ελπίζομεν, 12 ώστε να μη είσθε αμελείς και οκνηροί, αλλά να γίνετε μιμηταί εκείνων, οι οποίοι χάρις εις την πίστιν και την εγκαρτέρησίν των κληρονομούν τα αγαθά, που έχει υποσχεθή ο Θεός.


ΧΑΙΡΕ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Ο ΑΣΑΛΕΥΤΟΣ ΠΥΡΓΟΣ, ΧΑΙΡΕ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟ ΑΠΟΡΘΗΤΟΝ ΤΕΙΧΟΣ

Μία από τις παλαιές παραδόσεις του Γένους μας είναι και η αμοιβαιότητα Εκκλησίας και Πολιτείας, η «συναλληλία», όπως ονομαζόταν από τα χρόνια του Βυζαντίου. Σ’ αυτήν την αμοιβαιότητα η παράδοσή μας επισημαίνει το μοναδικό ρόλο της παρουσίας της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Άβαρους, κατά το έτος 626 μ.Χ., ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε στην συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του.
Γι’ αυτό και ο υμνογράφος χαρακτηρίζει την Παναγία ως τον ασάλευτο πύργο της Εκκλησίας και ταυτόχρονα το απόρθητον τείχος της βασιλείας, δηλαδή της πολιτείας. Και οι δύο εικόνες είναι παρμένες από την πολιορκία. Από τον πύργο πολεμούν οι στρατιώτες τον εχθρό. Το τείχος προφυλάσσει την πόλη και, επομένως, τους πολίτες από τις επιθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με πόλεμο.
Εχθρός της Εκκλησίας είναι ο πειρασμός, είναι ο διάβολος, είναι ένας αντίθεος πολιτισμός, ο οποίος θεωρεί ότι η Εκκλησία δεν έχει λόγο ύπαρξης, καθότι ο άνθρωπος υπάρχει για το μηδέν, για το τίποτα, και το μόνο που χρειάζεται σ’ αυτήν την ζωή είναι να περνάει καλά, να μετέχει των υλικών αγαθών, να αναστέλλει τον θάνατο, να ζει για τις σωματικές του ανάγκες. Εχθρός της Εκκλησίας είναι κάθε έλλειμα αγάπης. Η Εκκλησία όμως στηρίζεται στην Παναγία, η οποία είναι ο ασάλευτος πύργος της. Στέκεται η Παναγία ενώπιον του πειρασμού και τον αποκρούει με όπλα της την πίστη στον Θεό, την υπακοή στο θέλημά Του, την βεβαιότητα της αναστάσεως, την αυταπάρνηση, την προσευχή ως επίγνωση των μέτρων της, την χαρά για το ότι έγινε μάνα του Θεού και μάνα όλων των ανθρώπων, κυρίως όμως την αγάπη της για όλους! Τα όπλα αυτά αποκρούουν την λύπη του θανάτου και τον φόβο του εκμηδενισμού, την κακία, το μίσος και την απελπισία! Τα όπλα αυτά αποκρούουν το μήνυμα της ζωής ως επιβίωσης και μόνο και την καθιστούν πορεία προς την αλήθεια της αιωνιότητας! Μπορεί να χρειαστεί και η μαρτυρία να γίνει μαρτύριο, είτε του αίματος είτε της συνειδήσεως. Ακόμη κι έτσι όμως, όποιος ακολουθεί την Παναγία ως Υπέρμαχο Στρατηγό γνωρίζει και γιατί ζει και γιατί παλεύει!
Εχθρός της πολιτείας είναι η αποθέωση της δύναμης. Επειδή η πολιτεία έχει στα χέρια της την εξουσία, την βία, τον νόμο, δεν είναι δύσκολο να χάσει το μέτρο. Να μεθύσει τόσο ώστε να αισθανθεί ότι στα χέρια της βρίσκονται οι ζωές των ανθρώπων, όχι μόνο ως προς την επιβίωσή τους, κάτι για το οποίο έχει εξουσιοδοτηθεί, αλλά και ως προς το νόημα της ζωής τους. Έτσι η πολιτεία, όπως καλείται να εξοπλιστεί εναντίον των εχθρών της, που μπορεί να είναι αλλόφυλοι ή όσοι δεν αποδέχονται τις αρχές της και προκαλούν επανάσταση που αποβαίνει εις βάρος των πολιτών-μελών της, καλείται να εξοπλιστεί και με άλλες αρχές, όπως ο σεβασμός των δικαιωμάτων των ανθρώπων να αυτοδιατίθενται, όταν δεν βλάπτουν τους άλλους, να έχουν άποψη, ακόμη κι αν αυτή είναι αντίθετη με την λογική των πολλών, να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους. Κυρίως όμως η πολιτεία υγιαίνει όταν αφήνει περιθώριο στην πίστη του ανθρώπου στον Θεό να συντροφεύσει την λογική. Έτσι συνδέθηκε η πολιτεία του Βυζαντίου με την Παναγία. Οι στρατιώτες είχαν τα όπλα τους και πολεμούσαν. Η πολιτεία όμως επικαλέστηκε και την βοήθεια της Παναγίας. Άφησε την εικόνα να περιτρέχει τα τείχη, δίνοντας δύναμη στους υπερασπιστές. Και η Παναγία έκανε το θαύμα της και με τον ανεμοστρόβιλο!
Η παράδοση του ελληνικού Βυζαντίου, της Ρωμανίας μας, στηρίχτηκε σ’ αυτήν την συναλληλία, στην οποία η Παναγία ήταν η εγγυήτρια. Κάποια στιγμή ακούστηκε και το «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει». Την ίδια στιγμή όμως ο λαϊκός βάρδος προσθέτει: «σώπασε κυρα-Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι». Ο λαός μας δεν έχασε αυτή την εμπιστοσύνη στην Παναγία ως εγγυήτρια. Γι’ αυτό και κράτησε την Παναγία στην καρδιά του ως εχέγγυο της ελληνικότητάς του, της διαφορετικότητάς του από τους κατακτητές, ως εχέγγυο της ελεύθερης ψυχής. Και όταν ήρθε η ώρα, συνέδεσε τον αγώνα της Παλιγγενεσίας του το 1821 με την εορτή του Ευαγγελισμού, με την Μητέρα του Θεού και μητέρα όλων μας.
Στις μέρες μας, παγωμένοι από τα γεγονότα, βλέπουμε έναν κόσμο στον οποίο να επικρατεί και πάλι ο φόβος του θανάτου, ο φόβος που ενσπείρει ο πειρασμός για τον μηδενισμό της ύπαρξης. Μήπως είναι καιρός να ξαναβρούμε αυτήν την σύνδεση αυθεντικής «συναλληλίας» Εκκλησίας και Πολιτείας, αφήνοντας κατά μέρος μονομέρειες που μαρτυρούν απουσία σεβασμού στην παράδοση του λαού μας και να ισορροπήσουμε, όσο είναι δυνατόν, έστω και στα πλέον αναγκαία, προκειμένου να δείξουμε ότι αυτό που οι περισσότεροι επιδιώκουν, την αμοιβαιότητα, μπορούμε να το πραγματώσουμε; Η Εκκλησία δεν έπαψε να δείχνει το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου ως την στρατηγό μας σε κάθε πόλεμο. Η Παναγία δίνει δύναμη. Ας μην το αγνοήσουμε!

Κέρκυρα, 27 Μαρτίου 2020
Δ’ Χαιρετισμοί

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2020

Η 25η ΜΑΡΤΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ- ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ: ΕΠΙΤΙΜΙΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΑΚΟΙΝΩΝΗΣΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ


Στον Μητροπολιτικό ναό Υπεραγίας Θεοτόκου Σπηλαιωτίσσης Κέρκυρας εορτάστηκε η διπλή θρησκευτική και εθνική γιορτή της 25ης Μαρτίου. Στην κεκλεισμένων των θυρών τελεσθείσα θεία λειτουργία ιερούργησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος. Με το πέρας της θείας λειτουργίας έγιναν από τον Σεβασμιώτατο οι επιμνημόσυνες δεήσεις στο Ηρώον και στο άγαλμα του Καποδίστρια, με την παρουσία της Δημάρχου Κεντρικής Κέρκυρας κ. Μερόπης Υδραίου, η οποία κατέθεσε στεφάνι και λουλούδια στην μνήμη των ηρώων του 1821 και του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου κ. Δημητρίου Μεταλληνού.

Απευθυνόμενος στους συλλειτουργούς, αλλά και σε όσους παρακολούθησαν την θεία λειτουργία διά μέσω της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου και του διαδικτύου, ο κ. Νεκτάριος τόνισε ότι τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού, αρκεί να έχουμε πίστη και αγάπη. Ενώ όμως ο Χριστός μας ελευθέρωσε από την αμαρτία, την φθορά και τον θάνατο, εντούτοις βλέπουμε ότι και πάλι, ιδίως στην εποχή μας, έχουμε επιστρέψει στην κατάσταση της πτώσεως, λησμονώντας τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Το επιτίμιο είναι σήμερα η απομάκρυνση από τον πλησίον, δεν είναι μόνο ο εγκλεισμός μας στα σπίτια μας. Είναι ένα είδος κολασμού η στέρηση του πλησίον. Δεν μπορούμε να χαρούμε την χαρά της ελευθερίας που ο Θεός μας χάρισε. Η Εκκλησία μας όμως συνεχίζει να εορτάζει και να πανηγυρίζει τον Ευαγγελισμό και προσεύχεται γιατί ο Χριστός δεν θα μας αφήσει. Παρότι παγιδευτήκαμε στην πλεονεξία, στο ίδιον θέλημα και απομονωθήκαμε, εντούτοις δεν θα νικηθούμε.

Ο κ. Νεκτάριος επεσήμανε ότι στην απόφαση για απομόνωση των ανθρώπων δεν υπάρχει πρόβλεψη για να περάσουν οι άνθρωποι από τις εκκλησίες να προσευχηθούν, παρότι προβλέπεται να μπορούν να βγάζουν έξω τα κατοικίδια ζώα τους. Η Εκκλησία όμως είναι ζωή και χαρά. Και δεν θα πρέπει να φοβόμαστε να περάσουμε από τον ναό, να κάνουμε την προσευχή μας και να ζητούμε την κοινωνία με τον Θεό. Και αυτός θα είναι ο αγώνας της Εκκλησίας στο επόμενο διάστημα!

Ο Μητροπολίτης Κερκύρας αργότερα επισκέφθηκε τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνος και τέλεσε παράκληση για την από Θεού και Αγίου βοήθεια ώστε να αντιμετωπιστεί η λοιμώδης νόσος.










Τρίτη, 24 Μαρτίου 2020

ΨΑΥΕΤΩ ΜΗΔΑΜΩΣ ΧΕΙΡ ΑΜΥΗΤΩΝ


Μία από τις πιο δυνατές ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης είναι και αυτή που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Β’ Βασιλειών. Ο Δαβίδ, μετά τον θάνατο του βασιλιά Σαούλ και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, ανακηρύσσεται βασιλιάς και κάνει την πορεία προς την Ιερουσαλήμ για να εγκατασταθεί εκεί. Μαζί του φέρνει την κιβωτό της Διαθήκης, στην οποία είναι αποτεθησαυρισμένες οι πλάκες των Δέκα εντολών, η ράβδος του Ααρών και η χρυσή στάμνα με το μάνα από την σαραντάχρονη πορεία των Εβραίων στην έρημο. Η εντολή του Θεού ήταν ξεκάθαρη. Απαγορευόταν να αγγίξει άλλος την κιβωτό εκτός από τους ιερείς από την φυλή του Λευί. ΟΙ ιερείς που έπρεπε να σηκώσουν την κιβωτό, προτίμησαν να την βάλουν σε μία άμαξα που έσερναν βόδια. Κάποια στιγμή η άμαξα ταρακουνήθηκε πολύ με αποτέλεσμα η κιβωτός να κινδυνεύσει να πέσει. Ο οδηγός της άμαξας ο Οζα, κατέβηκε κάτω και πρόλαβε να μην πέσει η κιβωτός. Όμως παραβίασε την εντολή του Θεού και έμεινε νεκρός επί τόπου. Ο Δαβίδ δεν θέλησε να συνεχίσει την πορεία προς τα Ιεροσόλυμα, αλλά άφησε επί τρεις μήνες την κιβωτό στο σπίτι του Αβεδδαρά του Γεθθαίου, ο οποίος ευλογήθηκε από τον Θεό. Μετά από αυτό το διάστημα ο Δαβίδ τήρησε τον κανόνα και μετέφερε, όπως ήθελε ο Θεός, την κιβωτό (Βασιλειών Β’ , 6, 1-23).
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνθέτει για την εορτή του Ευαγγελισμού τον κανόνα και στην ένατη ωδή ξεκινά με τον εξής ύμνο: “Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῶ ψαυέτω μηδαμῶς χείρ ἀμυήτων. Χείλη δέ πιστῶν τῆ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνήν τοῦ Ἀγγέλου άναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω, χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ” (άπιστο χέρι να μην αγγίξει την κιβωτό του Θεού. Μόνο χείλη πιστών σιωπηλά ανυμνώντας την Θεοτόκο με αγαλλίαση, ας αναφωνούν όπως ο άγγελος, Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου - μετάφραση Ανθούσας μοναχής εν Πάτμω).
Ο άγιος χωρίζει τώρα τον κόσμο σε δύο κατηγορίες: στους αμύητους και στους πιστούς. Ζητά από τους αμύητους να μην προσπαθήσουν να ψηλαφήσουν το μυστήριο της Θεοτόκου, το μυστήριο του Ευαγγελισμού. Υπονοεί ότι η όποια απόπειρα του αμύητου οδηγεί σε έναν άλλον θάνατο: τον πνευματικό. Κι αυτό διότι ο άνθρωπος που θεοποιεί τον εαυτό του, την σκέψη του και τον ορθολογισμό του, αυτός που δεν έχει σχέση με την πίστη διότι είτε την αποδέχεται ως κάτι καλό ή ως κάτι που δεν πειράζει να υπάρχει ή την απορρίπτει γιατί δεν ταιριάζει με τα δικά του μέτρα, το δικό του εγώ, στην ουσία ζει μακριά από τον Θεό και προσπαθώντας να αγγίξει, να ψαύσει το άψαυστον του μυστηρίου, απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από τον Θεό. Και η απομάκρυνση είναι σημείο του πνευματικού θανάτου. Όση γνώση κι αν έχει ο αμύητος, δεν του φτάνει να εισέλθει στην χάρη και να ζήσει τον Θεό. Γιατί έχει αντικαταστήσει την ταπείνωση που απαιτεί η υπακοή στον Θεό, με τις δικές του απαιτήσεις για αλήθεια.
Δεν είναι τόσο η ηθική κατάσταση του αμυήτου που ενδιαφέρει. Για τον Οζά δεν έχουμε πληροφορίες ότι ήταν ανήθικος και κακός χαρακτήρας. Μάλιστα η σκηνή του θανάτου του είναι συγκλονιστική. Ο αμύητος νομίζει ότι μπορεί να σώσει την κιβωτό από την πτώση. Και το κάνει εκείνη την στιγμή, καθώς θεώρησε ότι ο Θεός θα την άφηνε να πέσει κάτω. Υποκατέστησε τον Θεό με τον εαυτό του. Δεν είχε επίγνωση του μέτρου και της θέσης του. Και ανέλαβε έργο που δεν του αναλαγούσε. Έτσι η ασήμαντη για μας πράξη, που μαρτυρούσε όμως ένα είδος ύβρεως έναντι του Θεού και των εντολών Του, τον οδήγησε και στον σωματικό θάνατο.
Για να προσεγγίσουμε λοιπόν το μυστήριο της Θεοτόκου, χρειάζεται επίγνωση Ποιος είναι ο Θεός και τι έγινε για μας. Και η επίγνωση έρχεται “ασιγήτως”. Η πίστη είναι σιωπηλή. Δεν κάνει θόρυβο. Ακούει πολλά, αλλά μένει σταθερή εντός της ύπαρξης. Είναι εμπιστοσύνη στον Θεό που έχει τον τελευταίο λόγο. Είναι επίγνωση των ορίων και των μέτρων μας. Είναι άκουσμα του λόγου του Θεού, όπως αυτός αναφωνήθηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ. Είναι αυτή η ανύμνηση προς την Παναγία: “Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου”.
“Χαίρε”. Να στρεφόμαστε αν θέλουμε να είμαστε πιστοί προς την Θεοτόκο και να της λέμε κι εμείς “χαίρε”. Σε χαιρετάμε, Παναγία μας, σου λέμε να έχεις χαρά και να την μεταδίδεις και σε μας. Να έχεις χαρά, ναι, γιατί είσαι κεχαριτωμένη, έχεις τα χαρίσματα τα μοναδικά της υπέρβασης της δύναμης που ο χρόνος έχει στον άνθρωπο όταν γεννήθηκες από ηλικιωμένους και στείρους γονείς, της ανατροφής σου στα άγια των αγίων στον ναό του Θεού, της πίστης που σε κάνει να παραδίδεσαι στον νόμο των ανθρώπων όταν σε εμπιστεύονται στον άγνωστό σου ουσιαστικά Ιωσήφ, της υπακοής στο θέλημα του Θεού που νικά κάθε λογική και καθε φόβο, της αγάπης για όλη την ανθρωπότητα που σε κάνει να δέχεσαι να κυοφορήσεις τον Αχώρητο όχι για να δοξαστείς εσύ, αλλά για να λάβει η ανθρωπότητα την ζωή που νικά κάθε θάνατο, της παρθενίας που σε κάνει να αφήνεις κατά μέρος το ανολοκλήρωτο του ανθρώπου που δεν ζει την ενότητα του σώματος με τον συνάνθρωπό του, αλλά επιλέγεις τον σταυρό να είσαι μάνα στην αιωνιότητα για όλους μας, να παρακαλείς τον καθέναν μας να αφήσει κατά μέρος τις αταξίες της αμαρτίας και να εμπιστευθεί τον Υιό σου, της αρετής που ουδείς άνθρωπος είχε και θα έχει στην ιστορία του κόσμου. Να έχεις όμως χαρά, διότι πιο πάνω από όλα αυτά ο Κύριος ο Θεός είναι μαζί σου. Πάνω από τα δικά σου μέτρα, που έφτασες την φύση μας στον υψηλότερο βαθμό που άνθρωπος θα μπορούσε να φτάσει, νιώθεις ο Θεός να σου δίνει αυτό που σου έλειπε: την ζωή που νικά τον θάνατο, τον τρόπο της συνάντησης μαζί Του, που κανείς δεν θα μπορούσε να πετύχει: δεν αποκαλύπτεται απλώς ο Θεός σε σένα. Γίνεται ένα με σένα. Παίρνει σπλάχνα από τα σπλάχνα σου, σάρκα από την σάρκα σου, αίμα από το αίμα σου, γάλα από το στήθος σου, λόγο από τα λόγια σου, γίνεται άνθρωπος και αγιάζει τον καθέναν μας, αφού πρώτα αγίασε εσένα!
Σε χαιρετάμε, Παναγία μας, και σε παρακαλούμε στους καιρούς που όλα του ανθρώπου μαρτυρούν φόβο, απιστία, απουσία δίψας για αλήθεια, για αρετή, για αγάπη, για πίστη, στην εποχή που κυριαρχούν οι αμύητοι, να είσαι η μάνα μας, να μεσιτεύεις, να απλώνεις τα χέρια και την αγκαλιά σου και να μας δείχνεις πώς να λέμε κι εμείς με την σειρά μας το ΝΑΙ στον Υιό και Θεό σου. Πώς να Τον εμπιστευόμαστε και να νιώθουμε την ελπίδα σ᾽Αυτόν να νικά κάθε φόβο. Πώς να αισθανόμαστε, υπερβαίνοντας τα μέτρα του ορθολογισμού, ότι Εκείνος έχει τον τελευταίο λόγο. Πώς να μην απαιτούμε να Τον διορθώσουμε, αλλά να κρατήσουμε τα χείλη μας “ασίγητα” μπροστά στο θέλημά Του και να προσευχόμαστε με χαρά, γιατί γνωρίζουμε ότι ούτε εσύ ούτε Εκείνος θα μας εγκαταλείψετε, ακόμη και όταν μοιάζουν μια πορεία προς ένα τέλος.
“Χαίρε”. “Ασιγήτως”. “Ταπείνωση”. “Ελπίδα”. “Πίστη”. Δεν μπορούμε να ψαύσουμε. Δεν πρέπει να ψαύσουμε. Ας κρατήσουμε τις πέντε αυτές λέξεις και ας εμπιστευθούμε την έμψυχο Κιβωτό. Και θα μας συμπεριλάβει εντός της. Μαζί με την νέα εντολή της αγάπης, αντί για τις πέτρινες πλάκες. Με το θαύμα της ανάστασης από κάθε θάνατο, το ορθολογιστικά αδύνατο αντί για το ραβδί που άνθισε. Με την τροφή της θείας ευχαριστίας, ως άρτο ζωής αιωνίου, αντί για την μανναδόχο στάμνα. Στην κιβωτό της Εκκλησίας που μας διασώζει όλους!

Κέρκυρα, 25 Μαρτίου 2020
Του Ευαγγελισμού