Κυριακή, 5 Ιουλίου 2020

2020-07-05 Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο σήμερα Δευτέρα 6 Ιουλίου

† Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020
Όσιος Σισώης ο μεγάλος
Άγιοι Λουκία η παρθενομάρτυς, Ρήξος βικάριος και πολλοί άλλοι που μαρτύρησαν στην Κομπανία
Άγιοι Εικοσιτέσσερις Μάρτυρες
Άγιος Αστείος επίσκοπος Δυρραχίου
Άγιοι Φιλήμων, Άρχιππος και Ονήσιμος
Άγιος Απολλώνιος
Άγιος Αλεξανδρίων
Άγιος Επίμαχος
Μετακομιδή του Ιερού λειψάνου του Οσίου Ευδοκίμου
Όσιος Σίσινιος
Άγιος Κύριλλος ο οσιομάρτυρας από τη θεσσαλονίκη
Άγιος Palladius απόστολος της Σκωτίας
Άγιος Βασίλειος
Εύρεσις των τιμίων λειψάνων της Αγίας Ιουλιανής της Παρθένου
Όσιος Σισώης
Σύναξη των Αγίων του Ραντονέζ

Πώς ο τάφος του Μ. Αλεξάνδρου συνδέεται με τον Όσιο Σισώη

Απόστολος Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ ΙΒ´ 4 – 5

4 καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι πολλὰ μέλη ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, 5 οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, τὸ δὲ καθ’ εἷς ἀλλήλων μέλη.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ ΙΒ´ 15 – 21
15 χαίρειν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων. 16 τὸ αὐτὸ εἰς ἀλλήλους φρονοῦντες, μὴ τὰ ὑψηλὰ φρονοῦντες, ἀλλὰ τοῖς ταπεινοῖς συναπαγόμενοι. μὴ γίνεσθε φρόνιμοι παρ’ ἑαυτοῖς. 17 μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντες. προνοούμενοι καλὰ ἐνώπιον πάντων ἀνθρώπων· 18 εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες. 19 μὴ ἑαυτοὺς ἐκδικοῦντες, ἀγαπητοί, ἀλλὰ δότε τόπον τῇ ὀργῇ· γέγραπται γάρ· ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος. 20 ἐὰν οὖν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ, πότιζε αὐτόν· τοῦτο γὰρ ποιῶν ἄνθρακας πυρὸς σωρεύσεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. 21 μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν.


Εξοπλισμός Ιερών Ναών→
Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ ΙΒ´ 4 – 5
4 Διότι όπως στο ένα σώμα έχομεν πολλά μέλη, όλα δε τα μέλη δεν έχουν την αυτήν λειτουργίαν και υπηρεσίαν, 5 έτσι και τα πολλά μέλη της Εκκλησίας, οι Χριστιανοί, είμεθα ένα σώμα με τον Χριστόν, και δια του Χριστού μεταξύ μας· ο καθένας μας δε είμεθα μέλη αλλήλων, με την υποχρέωσιν να συνεργαζώμεθα μεταξύ μας και να υπηρετούμεν ο ένας τον άλλον.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ ΙΒ´ 15 – 21
15 Πλημμυρισμένοι από ανεπίφθονον αγάπην να χαίρετε μαζή με εκείνους που χαίρουν και να κλαίετε μαζή με εκείνους που θλίβονται και κλαίουν. 16 Να έχετε μεταξύ σας τα ίδια φρονήματα, τας αυτάς πεποιθήσεις και κατευθύνσεις. Μη έχετε υψηλόν φρόνημα δια τον εαυτόν σας (και μη ζητείτε υψηλάς διακρίσεις και τιμάς), αλλά να συγκαταβαίνετε με αγάπην και να συναναστρέφεσθε με απλότητα τους ταπεινούς. “Μη αυταπατάσθε και φαντάζεσθε δια τον εαυτόν σας ότι είσθε σεις συνετοί και φρόνημοι” (ώστε να μη σας χρειάζεται συμβουλή και καθοδήγησις από τους άλλους). 17 Ποτέ να μη αποδίδετε κακόν αντί κακού, αλλά “να λαμβάνετε πρόνοιαν και φροντίδα, ώστε να φέρεσθε καλά και να πράττετε τα καλά εις όλους τους ανθρώπους”, τους φίλους και τους εχθρούς. 18 Καθόσον δε εξαρτάται από σας να έχετε ειρήνην με όλους τους ανθρώπους. 19 Να μην εκδικήτε και να μην υπερασπίζετε τον εαυτόν σας απέναντι εκείνων που σας αδικούν, αγαπητοί, αλλά αφήστε ελεύθερον τον τόπον να ενεργήση η δικαία οργή του Θεού εναντίον εκείνων που σας αδικούν. Διότι είναι γραμμένον· Μεις εμέ ανήκει η εκδίκησις· εγώ θα ανταποδώσω το δίκαιον”. λέγει ο Κυριος. 20 Κανετε κάτι πολύ περισσότερον· δηλαδή “εάν πεινά ο εχθρός σου δίδε του ψωμί, εάν διψά φέρε του νερό να πιή· διότι εάν αυτά τα καλά πράττης, είναι σαν να βάζης σωρούς από αναμμένα κάρβουνα στο κεφάλι του”. (Αυτός δηλαδή θα καταληφθή από φλογεράς τύψεις συνειδήσεως και θα δοκιμάση μεγάλην εντροπήν δια το κακόν, που σου έκαμε). 21 Να μη νικάσαι από το κακόν και να μη κυριαρχήσαι από οργήν και εκδίκησιν εναντίον αυτού, που σε ηδίκησε, αλλά να νικάς το κακόν με την καλωσύνην και τα αγαθά σου έργα.


Ευαγγέλιο Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΒ´ 9 – 13
9 Καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς τὴν συναγωγὴν αὐτῶν· 10 καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπος ἦν ἐκεῖ τὴν χεῖρα ἔχων ξηράν· καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν λέγοντες· Εἰ ἔξεστι τοῖς σάββασι θεραπεύειν; ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ. 11 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Τίς ἔσται ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος ὃς ἕξει πρόβατον ἕν, καὶ ἐὰν ἐμπέσῃ τοῦτο τοῖς σάββασιν εἰς βόθυνον, οὐχὶ κρατήσει αὐτὸ καὶ ἐγερεῖ; 12 πόσῳ οὖν διαφέρει ἄνθρωπος προβάτου; ὥστε ἔξεστι τοῖς σάββασι καλῶς ποιεῖν. 13 τότε λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· Ἔκτεινόν σου τὴν χεῖρα· καὶ ἐξέτεινε, καὶ ἀποκατεστάθη ὑγιὴς ὡς ἡ ἄλλη.


Προσφορές σε εκκλησιαστικά είδη→
Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΒ´ 9 – 13
9 Και αναχωρήσας από εκεί ήλθεν εις την συναγωγήν των. 10 Και ιδού ήτο εκεί ένας άνθρωπος, που είχε ξηρόν και ακίνητον το ένα του χέρι. Και ηρώτησαν αυτόν λέγοντες, εάν επιτρέπεται να θεραπεύη κανείς κατά τα Σαββατα; Το έκαμαν δε αυτό δια να εύρουν αφορμήν να τον κατηγορήσουν. 11 Ο δε Ιησούς τους είπεν· “ποιός άνθρωπος από σας, που θα έχη ένα πρόβατον εάν πέση το πρόβατον κατά την ημέραν του Σαββάτου εις λάκκον, δεν θα το πιάση και δεν θα το βγάλη από εκεί; 12 Ποσον, λοιπόν, διαφέρει ο άνθρωπος από το πρόβατον; Ασυγκρίτως περισσότερον. Ωστε εάν επιτρέπεται να κάνωμεν καλόν εις τα ζώα κατά την ημέραν του Σαββάτου, πόσο μάλλον στον άνθρωπον;” 13 Τοτε λέγει στον άνθρωπον· “άπλωσε το χέρι σου”· και εκείνος το άπλωσε και αποκατεστάθη αμέσως το χέρι και έγινε γερό, όπως και το άλλο.

ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟΥΣ ΚΑΡΟΥΣΑΔΕΣ

       Στους Καρουσάδες στη Βόρεια Κέρκυρα και στον ναό του Αγίου Γεωργίου λειτούργησε το πρωί της Κυριακής 5 Ιουλίου 2020 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος. Ο κ. Νεκτάριος παρουσίασε στους κατοίκους τον νέο εφημέριο, πολύτεκνο ιερέα π. Δημήτριο Γεωργακόπουλο.

Ο κ. Νεκτάριος απευθυνόμενος στους πιστούς τόνισε ότι ο Χριστός ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος περιέρχεται την Παλαιστίνη για να υπομνήσει την αλήθεια για την σωτηρία, να κηρύξει την μετάνοια. Ο Χριστός με την παρουσία Του κρίνει τις διαθέσεις των ανθρώπων, ιδίως όσων όπως οι Φαρισαίοι, οι θρησκευτικοί άρχοντες, αλλά και οι Σαδδουκαίοι, η πολιτική ηγεσία της εποχής, ήθελαν έναν Θεό στα μέτρα τους, έναν Θεό όχι αγάπης και μετανοίας, αλλά έναν Θεό που θα τους δικαίωνε για τον εγωισμό τους. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν διστάζει να θεραπεύσει και ειδωλολάτρες, όπως ο δούλος του εκατοντάρχου, κατά παράκληση του κυρίου του, ο οποίος ήταν άνθρωπος βαθιάς πίστεως.

Η πίστη στον αληθινό Θεό είναι το κριτήριο για να έχει νόημα η ζωή μας. Δεν είναι τα υλικά αγαθά και το συμφέρον που δίνουν αληθινή χαρά. Σαθρότητα κυριαρχεί στη ζωή μας και γι’ αυτό απογοητευόμαστε. Η μεγαλύτερη δυσκολία μας είναι ο φόβος, τόσο για τη ζωή όσο και για τα αγαθά μας. Το θεμέλιο όμως στη ζωή μας είναι ο Ιησούς Χριστός. Σ’ Αυτόν καλούμαστε να επιστρέψουμε. Να ξαναβρούμε τον έσω άνθρωπο. Ο εκατόνταρχος διέγραψε την προτεραιότητα των αξιωμάτων του και ταπεινώθηκε. Η πίστη τον έκανε να είναι ταπεινός και με αγάπη για τον υπηρέτη του να παρακαλέσει τον Χριστό για το θαύμα. Η αρετή του τον έκανε να βρει το αληθινό Φως. Αυτό καλούμαστε να κάνουμε κι εμείς.

Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ο κ. Νεκτάριος, συνοδευόμενος από τον Δήμαρχο Βόρειας Κέρκυρας κ. Γιώργο Μαχειμάρη και τους συνεργάτες του, επισκέφθηκαν την γωνιά ανακύκλωσης Βόρειας Κέρκυρας στην Αστρακερή Καρουσάδων. Ο κ. Νεκτάριος συνεχάρη τον Δήμαρχο Βόρειας Κέρκυρας για την πρωτοβουλία του να προστατεύσει το περιβάλλον (έχει δημιουργήσει ήδη 23 συνολικά τέτοιες γωνιές) και να ευαισθητοποιήσει τους ανθρώπους ώστε να συμβάλουν να μην πετιούνται υλικά που μπορούν να ανακυκλωθούν.











Σάββατο, 4 Ιουλίου 2020

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο για την Κυριακή 5 Ιουλίου

† Κυριακή 5 Ιουλίου 2020
Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Όσιος Αθανάσιος ο εν Άθω και οι συν αυτώ έξι μαθητές του
Όσιος Λαμπαδός
Άγιος Κυπριανός ο νέος οσιομάρτυρας
Άγιος Στέφανος Μητροπολίτης Ρηγίου της Καλαβρίας
Ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού του Αγίου Στεφάνου Μητροπολίτη Ρηγίου της Καλαβρίας
Ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού του Αγίου Ιουλιανού, πλησίον του Φόρου
Εύρεσις των τιμίων Λειψάνων του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών Σεργίου, Ηγουμένου Ραδονεξίας, του Θαυματουργού
Αγία Modwena
Σύναξη πάντων των Κρητών Αγίων



Απόστολος Κυριακή 5 Ιουλίου 2020
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ Ε´ 22 – 26

22 ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, 23 πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. 24 οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. 25 Εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. 26 μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες.

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ Ϛ´ 1 – 2
1 Ἀδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. 2 ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ Ε´ 22 – 26
22 Ο καρπός όμως, τον οποίον το Αγιον Πνεύμα παράγει εις τας καλοπροαιρέτους και πιστάς καρδίας, είναι η αγάπη προς όλους, η χαρά από την λύτρωσιν που δίδει ο Χριστός, η ειρήνη που παρέχει η αγαθή συνείδησις, η μακροθυμία προς εκείνους που πταίουν απέναντι μας, η καλωσύνη και η διάθεσις να είμεθα εξυπηρετικοί προς τους άλλους, η αγαθότης της καρδίας, η αξιοπιστία στους λόγους και τας υποσχέσεις μας, 23 η πραότης απέναντι εκείνων, που μας φέρονται κατά τρόπον εξοργιστικόν, η εγκράτεια και η αποφυγή κάθε πονηράς επιθυμίας και πράξεως. Εναντίον των ανθρώπων, που έχουν αυτάς τας αρετάς, δεν υπάρχει και δεν ισχύει ο νόμος. 24 Οι δε αληθινοί οπαδοί και μαθηταί του Χριστού έχουν σταυρώσει και νεκρώσει τον παλαιόν σαρκικόν άνθρωπον, μαζή με τα πάθη και τας αμαρτωλάς επιθυμίας του. 25 Εάν πράγματι ζώμεν την ζωήν του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να πορευθώμεθα και να συμπεριφερώμεθα σύμφωνα με όσα το Πνεύμα μας διδάσκει. 26 Ας μη γινώμεθα κενόδοξοι, προσκαλούντες και εξερεθίζοντες ο ένας τον άλλον εις αντιθέσεις και φιλονεικίας και φθονούντες ο ένας τον άλλον.

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ Ϛ´ 1 – 2
1 Αδελφοί, εάν από αδυναμίαν παρασυρθή κανείς και περιπέση εις κάποιο αμάρτημα, σεις οι πνευματικώς προωδευμένοι και ισχυροί ας διορθώνετε αυτόν και ας τον καθοδηγήτε με πνεύμα πραότητος. Αλλά και συ που διορθώνστον άλλον, πρόσεχε τον ευατόν σου, μήπως και ο ίδιος περιπέσης εις πειρασμόν και παρασυρθής είτε στο ίδιον αμάρτημα, είτε στο αμάρτημα της υψηλοφροσύνης. 2 Ας υπομένετε με πραότητα ο ένας του άλλου τα ελαττώματα, τα οποία, καθό αλαττώματα, είναι φορτικά και ενοχλητικά και έτσι τηρήσατε πλήρως τον νόμον του Χριστού, που διδάσκει την αγάπην. (Ανθρωπος, που δεν δείχνει τέτοιαν υπομονήν, αλλ’ οργίζεται και περιφρονεί τον παρασυρθέντα, δεν έχει την αγάπην του Χριστού).


Ευαγγέλιο Κυριακή 5 Ιουλίου 2020
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Η´ 5 – 13

5 Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 6 Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. 7 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. 8 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. 9 καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ’ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. 10 ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 11 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσιν καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, 12 οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 13 καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῷ· Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.


Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Η´ 5 – 13
5 Ενώ δε εισήλθεν ο Ιησούς εις την Καπερναούμ, τον επλησίασε με σεβασμόν ένας εκατόνταρχος παρακαλών αυτόν και λέγων· 6 “Κυριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι μου παράλυτος και βασανίζεται από τρομερούς πόνους”. 7 Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· “εγώ θα έλθω και θα τον θεραπεύσω”. 8 Ο εκατόνταρχος όμως απεκρίθη και είπε· Κυριε, δεν είμαι εγώ άξιος να εισέλθης συ, ο Παντοδύναμος, κάτω από την στέγην μου. Αλλά πες ένα μόνον λόγον και αμέσως θα θεραπευθή ο δούλος μου. 9 Ημπορείς δε να διατάξης και η διαταγή σου θα γίνη έργον. Διότι και εγώ είμαι άνθρωπος, και ευρίσκομαι υπό την εξουσίαν των ανωτέρων μου, έχω δε υπό τας διαταγάς μου στρατιώτας και λέγω στούτον, πήγαινε και πηγαίνει, και στον άλλον, έλα και έρχεται, και στον δούλον μου κάμε τούτο και το κάμνει”. 10 Ακούσας ο Ιησούς τα γεμάτα πίστιν αυτά λόγια εθαύμασε και είπεν εις αυτούς που τον ακολουθούσαν· “σας διαβεβαιώνω, ότι ούτε μεταξύ των Ισραηλιτών δεν εύρηκα τόσον μεγάλην πίστιν. 11 Αληθινά δε σας λέγω ότι από τας χώρας της Ανατολής και της Δυσεως, από όλα τα μέρη της οικουμένης, θα έλθουν πολλοί και θα παρακαθήσουν στο πνευματικόν δείπνον μαζή με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ εις την βασιλείαν των ουρανών. 12 Οι δε κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών, (οι απόγονοι δηλαδή των πατριαρχών, που έχουν τας επαγγελίας του Θεού), θα εκδιωχθούν και θα ριφθούν στο πυκνότατον σκότος του Αδου. Εκεί θα είναι ο κλαυθμός και το τρίξιμο των οδόντων”. 13 Και είπεν ο Ιησούς στον εκατόνταρχον· “πήγαινε και όπως επίστευσες, ότι δηλαδή ημπορώ με ένα μου λόγον να θεραπεύσω τον δούλον σου, ας γίνη προς χάριν σου”. Και πράγματι εθεραπεύθη ο δούλος του αμέσως κατά την ώρα εκείνην.

Κυριακή Δ’ Ματθαίου: Ομιλία ΜΔ’ – Για τον εκατόνταρχο (Αρχιεπίσκοπος Ταυρομενίου Θεοφάνης ο Κεραμεύς)


Ο πονηρός εναντιώνεται στα αγαθά έργα, επιζητώντας να βλάπτει πάντοτε τα άριστα. Γι’ αυτό, λοιπόν, και σήμερα, ξεσηκώνοντας την καταδικασμένη φιλονικία, έσπευδε να φέρει σύγχυση στη σύναξή μας και να καταργήσει τον λόγο τής διδασκαλίας, μπαίνοντας ολόκληρος μέσα σ’ εκείνον τον άτακτο και μισοβάρβαρο άνδρα. Όμως εσείς φανήκατε να έχετε γνώση των πανουργιών του και με περισσότερη σύνεση αντικρούσατε την επινόησή του. Τρέχοντας προς την εκκλησία, και αφήνοντας μόνο του να δαιμονίζεται εκείνον που άκαιρα φώναζε και φλυαρούσε, δείξατε την προσοχή σας στον διδασκαλικό λόγο.
Κατά τον καιρό εκείνο «μόλις μπήκε ο Ιησούς στην Καπερναούμ, Τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος» (Ματθ. η’ 5). Επειδή ο Κύριος, γεμίζοντας την Ιουδαία με θαύματα, άναβε περισσότερο τον εναντίον Του φθόνο στις ψυχές των αγραμμάτων, «αυτών που θέτουν το φως για σκοτάδι, και το γλυκό για πικρό», σύμφωνα με τον λόγο του Ησαΐα (ε’ 20), μεταδίδει, λοιπόν, τη χάρη των θαυμάτων και στα έθνη.
Δείχνοντας από τη μια ότι ήλθε για τη σωτηρία όλου του κόσμου, και από την άλλη ελέγχοντας ολοφάνερα την απιστία των Ιουδαίων με την πίστη που έδειξαν τα έθνη. Διότι τα έθνη είναι κάπως πιο έτοιμα και συγκατανεύουν πολύ στο να πιστέψουν στον Χριστό. Βλέπε και το διαμετρικά άνισο της απείθειας των Ιουδαίων και της προθυμίας των εθνών. Διότι, ενώ οι Ιουδαίοι Τον έδιωχναν με βρισιές, η εθνική Συροφοινίκισσα όμως ονόμαζε τον εαυτό της ανάξιο της χάριτος, και παρακαλούσε να καταταχθεί στη μοίρα των σκυλιών και να μετέχει στα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των Ιουδαίων, το οποίο εκείνοι ολότελα απαρνούνταν (Ματθ. ιε’ 26). Αλλά κι αυτός ο εκατόνταρχος κρίνει τον εαυτό του εντελώς ανάξιο για να δεχτεί κάτω από τη στέγη του τον Κύριο. Γι’ αυτό και οι Ιουδαίοι θέρισαν την ανταμοιβή τής απιστίας τους, και οι εθνικοί δέχτηκαν τη χάρη, και σώθηκαν με την πίστη. Αλλά ας κάνουμε αμέσως την αρχή τής διηγήσεως.
Κατά τον καιρό εκείνο «μόλις μπήκε ο Ιησούς στην Καπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος και τον παρακαλούσε μ’ αυτά τα λόγια» (Ματθ. ε’ 5). Βέβαια ο θεόπνευστος Λουκάς, αφηγούμενος αυτό εδώ το θαύμα, δεν λέει πως ο εκατόνταρχος ήλθε αυτοπροσώπως, αλλά πως έστειλε Ιουδαίους πρεσβυτέρους, για να συναντήσουν γι’ αυτό τον Κύριο. Αυτό όμως δεν δείχνει καμμιά διαφωνία στους Ευαγγελιστές, για όσους προσέχουν με καλή διάθεση. Διότι και αυτοί που εστάλησαν από τον εκατόνταρχο παραβρέθηκαν αντί για τον αποστολέα και ας μη δοθεί καμμιά λαβή από αυτό σ’ αυτούς που θέλουν να βλέπουν λάθη, επειδή ο Ματθαίος λέει ότι προσήλθε ο ίδιος ο εκατόνταρχος, ο Λουκάς πάλι ότι άλλοι έγιναν οι κομιστές τής αιτήσεως. Διότι αυτό που φροντίζουν οι Ευαγγελιστές ήταν να περιγράφουν με αλήθεια το θαύμα, και όχι να ακριβολογήσουν για όσα προηγήθηκαν του θαύματος. Και τίποτε δεν μας εμποδίζει να σκεφτούμε ότι συνέβησαν και τα δύο. Διότι ο εκατόνταρχος από ευλάβεια νόμιζε πως, επειδή ήταν εθνικός και αλλογενής, δεν θα προσέξει ο Χριστός την αίτησή του. Σκέφτηκε, λοιπόν, πρώτα να στείλει χωριστή πρεσβεία. Αλλά όταν άκουσε ότι πρόθυμα ο Χριστός έδωσε υπόσχεση για τη θεραπεία, παίρνοντας θάρρος φτάνει κι αυτός ο ίδιος.
Ο Σωτήρας, λοιπόν, ήδη κάνει αρχή των προοιμίων τής αναστάσεως και πιο πριν θεράπευσε και μέλη και μέρη κακοποιημένα. Και επειδή η φύση των ανθρώπων είναι χωρισμένη σε άνδρες και γυναίκες, χαρίζει την ευεργεσία και στα δύο φύλα. Γιατί, επειδή και οι δύο, και ο άνδρας και η γυναίκα, ξέπεσαν από την εντολή τού Θεού, γι’ αυτό και οι δύο δέχτηκαν την ευεργεσία. Και θεραπεύει τον παράλυτο στα νεύρα και διαλυμένον στους αρμούς τού σώματος (Ματθ. θ’ 1 εξ.), αλλά δεν αφήνει αθεράπευτη ούτε τη σκυμμένη στη γη γυναίκα που έβλεπε το χώμα (Λουκ. ιγ’ 11). Και τους περισσότερους δαιμονόπληκτους απέσπασε από την εξουσία των δαιμόνων (Λουκ. η’ 27), αλλά θεράπευσε και τη μικρή κόρη τής Χαναναίας που την ενοχλούσαν οι δαίμονες (Ματθ. ιε’ 29). Ελευθέρωσε τον Ζακχαίο από τις αδικίες τού τελωνείου (Λουκ. ιθ’ 2), αλλά και την ακόλαστη πόρνη την καθάρισε από τη δυσώδη αμαρτία (Ιω. δ’ 7 εξ.). Ο Σίμων ο Φαρισαίος καλεί τον Κύριο σε συνεστίαση, αλλά και η Μάρθα Τον υποδέχτηκε στο σπίτι της (Λουκ. ζ’ 36, ι’ 39, 43). Θεραπεύει τον δούλο τού εκατοντάρχου, αλλά επιτιμώντας με δύναμη τον πυρετό που κατάκαιγε την πεθερά του Σίμωνα τόσο πολύ την απάλλαξε από το κακό, ώστε αυτή να μπορεί να τους υπηρετεί θεραπευμένη, ενώ πριν την περίμεναν να πεθάνει (Λουκ. 8′ 38, 59). Θα δεις τον Χριστό να ανασταίνει και τον πεθαμένο γιο τής χήρας, αλλά και τη μικρή κόρη τού Ιαείρου (Λουκ. ζ’ 11 εξ., η’ 49 εξ.). Και Τον ακολουθούσε μια ομάδα μαθητών, αλλά Τον υπηρέτησαν και μαθήτριες, που έγιναν απόστολοι της Αναστάσεως. Βλέπεις τον Δεσπότη και δημιουργό όλων να εκδηλώνει τις ευεργεσίες Του προς όλους; Επειδή μερικοί έγιναν αδιάντροποι σε τέτοιο βαθμό ώστε να λένε ότι η γυναίκα δεν είναι ολόκληρος άνθρωπος αλλά μέρος τού ανθρώπου, γιατί πλάσθηκε από την πλευρά του άνδρα, αποστομώνει με αυτά τις αχαλίνωτες ορμές των γλωσσών που κατηγορούν, δείχνοντας ότι στην αρετή και την κακία το ίδιο είναι κυρίαρχοι και ο άνδρας και η γυναίκα. Αυτά όμως τα είπαμε σαν παρένθεση, και ας επανέλθουμε στα ιερά λόγια του Ευαγγελίου.
«Κύριε, ο δούλος μου κείτεται στο σπίτι παράλυτος και υποφέρει φοβερά» (Ματθ. η’ 6). Και πρόσεξε πως ήταν κοντά στις ίδιες τις πύλες του θανάτου, διότι ήταν κατάκοιτος στο σπίτι, έτσι που να μην μπορεί να τον φέρει προς τον Κύριο. Και ο Λουκάς αυτό το δείχνει με περισσότερη έμφαση, προσθέτοντας ότι επρόκειτο να πεθάνει (Λουκ. ζ’ 2). Και μερικοί λένε πως γι’ αυτό και δεν τον έφεραν, μεταφέροντάς τον στο κρεββάτι, για να μην πεθάνει καθώς μεταφερόταν, γιατί τον περίμεναν ήδη να πεθάνει. Αλλά εγώ νομίζω πως δεν τον μετέφεραν όχι γι’ αυτήν την αιτία, αλλά γιατί είχε πεισθεί ο εκατόνταρχος πως μπορεί ο Κύριος να τον θεραπεύσει και απόντα. Και αυτό είναι φανερό από αυτά που έλεγε: «Πες μόνο ένα λόγο και θα γιατρευθεί ο δούλος μου» (Ματθ. η’ 8).
«Ο Ιησούς του λέει: Εγώ θα έλθω και θα τον θεραπεύσω» (Ματθ. η’ 7). Γιατί έτσι εύκολα τον υπάκουσε ο Κύριος και αμέσως έφερε και τη θεραπεία, αν και δεν συνήθιζε σε άλλους να το κάμνει αυτό; Γιατί τον πατέρα που γονάτιζε για το σεληνιαζόμενο παιδί του και ζητούσε τη θεραπεία του, προηγουμένως τον επιπλήττει χαρακτηρίζοντάς τον γενιά άπιστη και διεστραμμένη (Λουκ. α’ 41); Και στη Χαναναία, που με πόνο Τον αντίκρυζε για τη θυγατέρα της, της είπε: «Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το πετάξει στα σκυλιά» (Ματθ. ιε’ 26); Όμως σ’ αυτόν εδώ μόλις άκουσε ότι «ο δούλος μου κείτεται στο σπίτι παραλυτικός», αμέσως θέλει να τον θεραπεύσει. Γιατί; Επειδή Αυτός που εξετάζει τις καρδιές και φτάνει να γνωρίζει και τις σκέψεις, γνώριζε πόσο μεγάλη ήταν η πίστη τού εκατοντάρχου. Τη χάρη, λοιπόν, που δίνει, τη μετρά ανάλογα με την πίστη, και υπόσχεται γρήγορα θεραπεία, ώστε η φλογερή ευλάβεια του εθνικού να φανεί στους Ιουδαίους που Τον ακολουθούν. Συγχρόνως ο εκατόνταρχος είδε τον Σωτήρα να ξεκινάει γρήγορη την πορεία Του, και γεμίζοντας με δέος και υπερβολικό φόβο, επειδή θα υποδεχτεί στο σπίτι τον Θεό, λέει:
«Κύριε, δεν είμαι άξιος να Σε υποδεχτώ στο σπίτι μου. Πες όμως μόνον ένα λόγο, και θα γιατρευτεί ο δούλος μου. Είμαι κι εγώ άνθρωπος κάτω από εξουσία, και έχω στρατιώτες στη διοίκησή μου. Λέω στον ένα “πήγαινε” και πηγαίνει, και στον άλλον “έλα” και έρχεται, και στον δούλο μου “κάνε αυτό” και το κάνει» (Ματθ. η’ 8-9). Αυτό που λέει ο εκατόνταρχος είναι σωστό. Εάν εγώ, λέει, που είμαι στρατευμένος στον Καίσαρα και υπακούω στα προστάγματά του, τους στρατιώτες που διοικώ τους υποτάσσω με μόνο τον λόγο μου, ώστε ούτε αυτόν που στέλνω κάπου να μπορεί να μην πάει, ούτε αυτόν που προσκαλώ να μην προσέλθει, πώς Εσύ, που δεν βρίσκεσαι κάτω από εξουσία, αλλά με την αυθεντική δύναμη της θεότητας τα μετακινείς όλα με νεύμα, δεν θα διατάξεις με τη θέλησή Σου και ο δούλος μου να γιατρευθεί με το πρόσταγμά Σου; Και ότι ο λόγος τού εκατοντάρχου δεν ειπώθηκε θωπευτικά μηχανορραφώντας, ούτε νοθεύτηκε με τα δεσμά τής κολακείας, έδωσε γι’ αυτό μαρτυρία ο Σωτήρας, τοποθετώντας την πίστη του ως πιο βεβαία και από την πίστη όλων των Ισραηλιτών, και συγχρόνως προσθέτοντας: «Ας γίνει όπως το πίστεψες» (Ματθ. η’ 13). Και γνώρισε ο Σωτήρας τούς πρώτους καρπούς τής προσκλήσεως των εθνών που έγινε διά του Ευαγγελίου, και προβλέποντας να οδηγούνται από αυτόν τον εκατόνταρχο, προλέει για το μέλλον ότι «πολλοί θα έλθουν από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο τραπέζι τής Βασιλείας των ουρανών» (Ματθ. η’ 11). Επειδή βέβαια δεν βρήκε τόσο μεγάλη πίστη στον Ισραηλιτικό λαό, προσκαλεί, λοιπόν, τα έθνη από τις άκρες τής γης, και ο αχάριστος λαός απομακρύνθηκε από την οικειότητα προς Αυτόν, και αντί γι’ αυτόν μπήκαν τα έθνη και σώθηκαν με την πίστη. Γι’ αυτό και λέει ότι τα έθνη θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, γιατί έδειξαν ζήλο στην πίστη, όπως ο Αβραάμ. Και εκείνοι που ονομάστηκαν «γιοί», εννοώ οι Ιουδαίοι, «θα πεταχθούν στο έξω σκοτάδι. Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών» (Ματθ. η’ 12). Λέει θα πεταχτούν έξω από τη Βασιλεία, θα διωχθούν όμως και από την ιερωσύνη, και από αυτούς ακόμη τους ιερούς τόπους, και από τις θυσίες του νόμου που γίνονται σύμφωνα με το έθος. Και θα ανταλλάζουν το θείο φως με το σκοτάδι της άγνοιας και με το κλάμα τής μεταμέλειας τη χαρά να βρίσκονται κοντά στον Θεό. Και χωρίς αποτέλεσμα θα τρίζουν τα δόντια τής ψυχής, πεινώντας υπερβολικά για τη θεία τροφή. Και η μελλοντική τιμωρία των αμαρτωλών λέγεται σκοτάδι εξώτερο, επειδή πρόκειται τότε να διαιρεθεί η διπλή ενέργεια της φωτιάς, και στους δικαίους θα αποδοθεί το φως καθαρό, και χωρίς να καίει, στους φαύλους όμως θα διανεμηθεί η καυστική φωτιά που δεν θα φωτίζει. Αυτό λοιπόν το σκοτάδι λέγεται εξώτερο ή εσώτερο. Επειδή και από εδώ, όσοι κάνουν φαύλα έργα ζουν σαν σε σκοτάδι, αλλ’ όμως υπάρχει γι’ αυτούς η ελπίδα τής μετανοίας. Όμως εκεί το σκοτάδι λέγεται εξώτερο και είναι χωρίς ελπίδα.
Αλλά μου ξέφυγε ανεξέταστο το τι οπωσδήποτε πράττοντας ο εκατόνταρχος δέχτηκε τόσο μεγάλον έπαινο, ώστε να θαυμάσει ο Κύριος και να πει τα επόμενα: «Τόση πίστη ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες δεν βρήκα» (Ματθ. η’ 10). Συγχωρήστε με, λοιπόν, που ήμουν απρόσεκτος. Διότι η φροντίδα των εκκλησιαστικών πραγμάτων που έχω, σαλεύει την κορυφή του λογικού μου. Αλλά δεν εμποδίζει τίποτε, με την επαναφορά του λόγου, να διορθώσουμε αυτό που ξεχάσαμε.
Ο λόγος τού εκατοντάρχου φανερώνει όπως φαίνεται κάποια διδασκαλία από τις σπουδαίες, προς την οποία αποβλέποντας ο Δεσπότης θαύμασε. Και η διδασκαλία είναι αυτή: Όταν απομακρύνθηκε ο άνθρωπος από την εντολή τού Θεού και με τη θέλησή του λιποτάκτησε πρoς τoν τύραννο-διάβολο, η αγαθότητα του Δημιουργού δεν άφησε ολοκληρωτικά αβοήθητη την ανθρώπινη φύση μας, αλλά έδωσε στον καθένα για σύμμαχο στη ζωή του έναν Άγγελο από αυτούς που έχουν ασώματη φύση. Αλλά πολεμώντας ο εχθρός για να βλάψει τον άνθρωπο, τοποθετεί κακοποιό δαίμονα. Κανένας από αυτούς δεν χρησιμοποιεί βία, για να μη βλαφτεί το αυτεξούσιο και ελεύθερο του ανθρώπου, αλλά ο καθένας υποδεικνύει και συμβουλεύει τα αντίθετα, ο ένας την ελπιζομένη απόλαυση μέσω της αρετής, και ο άλλος τη δουλοπρεπή και κολακευτική ηδονή. Στη μέση, λοιπόν, αυτών των δύο, σαν να είναι εκατόνταρχος, αφού σταθεί η ελευθερία και προαίρεσή μας, διατάζει ό,τι θέλει, σαν σε υποταγμένους στρατιώτες, τον ένα διώχνοντάς τον και προσκαλώντας τον άλλον. Το να μένουν στον ίδιο τόπο και οι δύο είναι αδύνατον, επειδή δεν έρχονται σε επικοινωνία όσα είναι μεταξύ τους αντίθετα. Διότι δεν υπάρχει «τίποτε το κοινό ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι» (Β’ Κορ. στ’ 14), αλλά είναι ανάγκη, καθώς υποχωρεί το σκοτάδι, αυτό που βλέπει κανείς να είναι το φως και, καθώς απομακρύνεται η κακία, να έρχεται, αντί γι’ αυτήν, η αρετή. Και καθώς αυτό είναι έτσι, εάν βέβαια κάποιος θέλει να ζηλέψει αυτόν τον εκατόνταρχο, θα πει σ’ αυτό: Πήγαινε, και πηγαίνει. Σε ποιο αυτό; Σ’ εκείνο για το οποίο είπε ο Κύριος: «Θα λέτε σ’ αυτό το βουνό “σήκω” και θα σηκώνεται» (Ματθ. ιζ’ 20), δείχνοντας το δαιμόνιο εκείνο που φέρνει σεληνιασμό. Και όταν αυτός υποχωρεί, θα προσκαλέσει όχι τον ίδιον, αλλά τον επιθυμητό. Διότι όταν καταδιωχθεί ο σύμμαχος της κακίας, εισέρχεται αντί γι’ αυτόν ο οπλίτης τής δικαιοσύνης, ντυμένος με τον θώρακα της δικαιοσύνης και την περικεφαλαία της σωτηρίας και τη μάχαιρα του Πνεύματος (Βλ. Εφεσ. στ’ 16-17). Και τότε ο δούλος, δηλαδή το σώμα, φοβάται τον κύριό του, δηλαδή τον νου, και κάνει την υπηρεσία που πρέπει, επειδή ποτέ πια το φρόνημα της σάρκας δεν εναντιώνεται στο πνεύμα. Διότι είναι αδύνατον όταν είναι παρών ο στρατιώτης τού εχθρού, το σώμα να υπακούσει στον σώφρονα λογισμό.
Γι’ αυτό, λοιπόν, και εμείς, αδελφοί, όσο είμαστε εκατόνταρχοι, δηλαδή υπερβάλλουμε πολλούς στην κακία, και είμαστε δούλοι στον Καίσαρα, δηλαδή στον κοσμοκράτορα διάβολο, κι αν ακόμη αποκτήσουμε την αξιέπαινη δειλία, ας ντραπούμε να δεχτούμε τη χάρη τού λόγου για τον Θεό -της θεολογίας—, ως άνθρωποι που δεν είμαστε ικανοί να τη λάβουμε. Κι αν γίνουμε αυτού του είδους, ώστε να μπορούμε να διώχνουμε τους γεμάτους πάθος λογισμούς, και αντί γι’ αυτούς να εισάγουμε στην ψυχή τις αρετές και να δουλαγωγούμε το σώμα σύμφωνα με τον τρόπο ζωής που ορίζει ο Θεός, τότε και ο καθένας από εμάς μπορεί να πει: Έχω κάτω από την εξουσία μου στρατιώτες, και λέω στον πονηρό, φύγε, και φεύγει. Και στον αγαθό, έλα, και έρχεται. Και στο σώμα μου: Κάνε την εργασία τής αρετής, και την κάνει με τη βοήθεια του Ιησού Χριστού τού Κυρίου μας, στον Οποίον ανήκει η δοξολογία και η δύναμη στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.

(P.G. 132, 825-836)

(Πηγή: “Από την Πεντηκοστή στην Κοίμηση της Θεοτόκου”, Μετάφραση: Γεώργιος Μαυρομάτης, Εκδόσεις “Αρμός”)
https://alopsis.gr

ΕΙ ΖΩΜΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙ, ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΩΜΕΝ


«Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καί στοιχῶμεν» (Γαλ. 5, 25)
«Αφού ζούμε με τη δύναμη του Πνεύματος, πρέπει ν’ ακολουθούμε το Πνεύμα».


Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα που απασχολούν όσους ανθρώπους θέλουν να έχουν σχέση με τον Χριστό και να ζούνε τον τρόπο της Εκκλησίας είναι το κατά πόσο αυτό είναι εφικτό μέσα στην πραγματικότητα της εποχής. Κι ας μη μένουμε μόνο στο σήμερα, το οποίο έχει, είναι γεγονός, μεγάλες δυσκολίες. Κάθε εποχή είναι για τον πιστό εποχή δοκιμασίας. Άλλοτε οι δοκιμασίες έχουν να κάνουν με την άρνηση της εξουσίας να αποδεχθεί την πίστη, άλλοτε με την άρνηση του πολιτισμού, άλλοτε με τις εσωτερικές δοκιμασίες, αυτές της καρδιάς. Στην εποχή των διωγμών και της περιθωριοποίησης της πίστης και των χριστιανών, οι δοκιμασίες είναι εμφανείς. Κύριος στόχος του καθενός είναι να κρατήσει την πίστη του ζώσα, να μην νικηθεί από τις επιθέσεις του κόσμου και της ισχύος του, από την απαίτηση για παραίτηση από το δικαίωμα να ακολουθεί κάποιος τον Χριστό. Υπάρχουν όμως και περίοδοι, όπως η σημερινή, οπότε και η πίστη κρίνεται στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας και των επιλογών.

Πρώτη μάχη που καλείται να δώσει ο πιστός είναι με την επιθυμία του νου να ελέγχει την ζωή και τα πάντα. Να ικανοποιούνται οι επιθυμίες και τα όνειρά του. Ο δρόμος αυτός γεννά θυμό, λύπη, άγχος αν τα πράγματα δεν πηγαίνουν κατά το δοκούν. Ο νους είναι η βάση της προσωπικότητας του ανθρώπου και προφανώς δώρο Θεού. Το ίδιο και το «εγώ» που συγκροτεί την ταυτότητα. Η πίστη έρχεται ως δώρο ταπείνωσης. Ως βάση ο άνθρωπος να σχεδιάσει με τον νου του και να παλέψει για ό,τι καλό, αλλά και να αφήσει την έκβαση των πραγμάτων στο θέλημα του Θεού. Εδώ έρχεται και ο πλησίον. Ο νους του ανθρώπου θέλει να κατευθύνει τον άλλον, ώστε να υπηρετήσει το προσωπικό θέλημα. Και αυτό γίνεται είτε διά της βίας, είτε διά της πειθούς είτε διά της ανάγκης. ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον πλησίον. Και όταν βλέπει ότι η ελευθερία του άλλου δεν επιτρέπει την χρήση του ή βάζει όρια σ’ αυτήν, ο νους αντιδρά με τον λογισμό που γίνεται πάθος: οργή, μίσος, εμπάθεια, απογοήτευση. Η πίστη μας κάνει να λειτουργούμε στην προοπτική της αγάπης. Της πρότασης στον άλλο, της προσφοράς μας σ’ αυτόν, της συγκατάβασης στην ελευθερία και τα όρια του, στην συμπόρευση αν δεν είναι τα πράγματα όπως τα θέλουμε, στην προσευχή και την συγχώρεση αν χρειαστεί να φύγουμε από τη σχέση ή να φύγει ο άλλος.

Δεύτερη μάχη που καλείται να δώσει ο πιστός είναι εναντίον του ορθολογισμού που θέλει να δώσει εξηγήσεις για τα πάντα στον κόσμο, χωρίς περιθώριο στο μυστήριο και την υπέρβαση της λογικής. Ο κόσμος μας πρέπει να εξηγηθεί διά της επιστήμης και μάλιστα διά της αιτιοκρατίας. Το αίτιο είναι φυσικό, υλικό ή αποτέλεσμα ανθρώπινου παράγοντα. Δεν μπορεί να πιστεύουμε ότι ο Θεός οδηγεί τα πράγματα κάπου. Μόνο με την βοήθεια της γνώσης, της επιστήμης, της δύναμης του μυαλού, μπορούμε να νικήσουμε ό,τι μας δυσκολεύει και να το εξηγήσουμε. Είναι οπισθοδρόμηση να μιλάμε για το κράτος, την δύναμη του Θεού. Θεοκρατία δεν σημαίνει πίστη στον Θεό που βάζει τη ζωή μας σε μία πορεία αγάπης, ελπίδας, ήθους, αλλά την επιθυμία όλα να εξηγούνται με βάση τον Θεό και χωρίς άλλους παράγοντες και όλα να κυβερνώνται με βάση τον Θεό. Και αυτός ο Θεός έχει πλαστεί ως πατέρας-αφέντης, τιμωρός, εισαγγελέας που επιβλέπει την τήρηση των νόμων που ο ίδιος έχει επιβάλει. Ο πιστός όμως, χωρίς να αρνείται την ερμηνεία της ζωής με βάση την αιτιοκρατία, πηγαίνει στην πηγή. Ποιος δημιούργησε τον κόσμο και γιατί. Τι από όσα δεν μπορούμε να νικήσουμε έχει να κάνει με το θέλημα του Θεού για την σωτηρία μας; Μια κοινωνία στην οποία η αγάπη, η αλληλεγγύη, η ανθρωπιά, η πίστη στην ανάσταση και επομένως η κρίση του κόσμου και τω ανθρώπων με την προοπτική ότι ο χρόνος και ο θάνατος δεν είναι το τελικό μας όριο, αλλά η αγάπη και η κοινωνία με τον Θεό που θα συμπεριλάβει και τα σώματα και τις ψυχές μας αλλά και θα χτιστεί πάνω σε κάθε σκέψη και έργο μας, για τα οποία είμαστε υπεύθυνοι, είναι άραγε η θεοκρατία του φονταμενταλισμού; Για τον πιστό όχι. Όμως αυτός είναι ένας αγώνας για να υπενθυμίζει συνεχώς στον εαυτό του και τον κόσμο ότι ο Θεός δωρίζει κάθε επιστήμη και κάθε γνώση, όχι για να δημιουργήσει ο άνθρωπος την Βαβέλ του, αλλά για να ομορφύνει τη ζωή του και να την μοιραστεί με αγάπη, με τους έχοντες και τους μη έχοντες.

Η τρίτη και δυσκολότερη μάχη που έχει να δώσει ο άνθρωπος είναι αυτή του να νικήσει το «δε βαριέσαι», «και τι έγινε;», «δεν πειράζει» στη σχέση του με τον Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό του. Είναι ο αγώνας εναντίον της αμαρτίας, που μας καθιστά αυτόφωτους, που μας δικαιολογεί, που αφήνει τις ρίζες των ζιζανίων να μεγαλώνουν μέσα μας, που μας βγάζει από την προοπτική του να κυριαρχούν οι καρποί του Αγίου Πνεύματος εντός μας: «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, καλοσύνη, αγαθότητα, πίστη, πραότητα, εγκράτεια» (Γαλ. 5, 22-23) και η καύχηση του ανθρώπου για τον προσωπικό του θρίαμβο με τα αντίθετά τους: «φιλαυτία, ατομική και στιγμιαία ευχαρίστηση, ένταση για να επικρατήσουμε, εκδίκηση, κακία, πονηριά, απιστία, ανυπομονησία και φωνές, ακολασία». Ο πολιτισμός μας μάς λέει ότι ο δεύτερος τρόπος είναι αυτό που δικαιούμαστε. Η πίστη όμως μας ανεβάζει στην οδό της βασιλείας του Θεού, στην οδό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και μας κάνει να ζούμε όχι μόνο για το «εδώ και τώρα», αλλά και για το «για πάντα».

Αυτός ο δρόμος είναι η ακολούθηση του Αγίου Πνεύματος στη ζωή της Εκκλησίας. Είναι η οδός της άσκησης. Της μετάνοιας. του πνευματικού αγώνα. Κυρίως της αγάπης προς τον Θεό και τον άλλον, που γίνεται υπέρβαση και την ίδια στιγμή άνοιγμα του εγώ. Συνοδοιπόρος μας είναι ο Χριστός. Και μπορεί να μοιάζουμε κεκρυμμένοι στον θρίαμβο του κοσμικού πνεύματος και ηττημένοι. Έχουμε όμως την ανάπαυση ότι βλέπουμε τη ζωή με άλλα μάτια.

Αυτός είναι ο δρόμος των αγίων, ο δρόμος που μας κάνει αληθινά πνευματικούς ανθρώπους!



Κέρκυρα, 5 Ιουλίου 2020

Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2020

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο σήμερα Σάββατο 4 Ιουλίου

† Σάββατο 4 Ιουλίου 2020
Άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης Αρχιεπίσκοπος Κρήτης
Άγιος Μιχαήλ ο Χωνιάτης Μητροπολίτης Αθηνών
Άγιος Θεόδωρος επίσκοπος Κυρήνης της Λυβύης
Αγίες Κυπρίλλα, Αρόα και Λούκια
Αγία Ασκληπία η θαυματουργή
Άγιος Θεόφιλος ο Ιερομάρτυρας
Όσιος Μένιγνος
Οσία Μάρθα μητέρα του οσίου Συμεών, που ασκήτευσε στο όρος Θαυμαστόν
Άγιος Θεόδοτος
Άγιος Δονάτος επίσκοπος Λιβύης και Ιλαρίων οσιομάρτυρας
Αγία Κορίλλα
Άγιος Ανδρέας Ρουμπλιόβ ο Εικονογράφος
Άγιος Ιωνάς ο Αθωνίτης
Οσία Μελώ

Άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης Αρχιεπίσκοπος Κρήτης | Διακόνημα

Απόστολος Σάββατο 4 Ιουλίου 2020
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ Ϛ´ 11 – 17

11 οὕτω καὶ ὑμεῖς λογίζεσθε ἑαυτοὺς νεκροὺς μὲν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζῶντας δὲ τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. 12 Μὴ οὖν βασιλευέτω ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θνητῷ ὑμῶν σώματι εἰς τὸ ὑπακούειν αὐτῇ ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις αὐτοῦ, 13 μηδὲ παριστάνετε τὰ μέλη ὑμῶν ὅπλα ἀδικίας τῇ ἁμαρτίᾳ, ἀλλὰ παραστήσατε ἑαυτοὺς τῷ Θεῷ ὡς ἐκ νεκρῶν ζῶντας καὶ τὰ μέλη ὑμῶν ὅπλα δικαιοσύνης τῷ Θεῷ. 14 ἁμαρτία γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει· οὐ γάρ ἐστε ὑπὸ νόμον, ἀλλ’ ὑπὸ χάριν. 15 Τί οὖν; ἁμαρτήσομεν ὅτι οὐκ ἐσμὲν ὑπὸ νόμον, ἀλλ’ ὑπὸ χάριν; μὴ γένοιτο. 16 οὐκ οἴδατε ὅτι ᾧ παριστάνετε ἑαυτοὺς δούλους εἰς ὑπακοήν, δοῦλοί ἐστε ᾧ ὑπακούετε, ἤτοι ἁμαρτίας εἰς θάνατον ἢ ὑπακοῆς εἰς δικαιοσύνην; 17 χάρις δὲ τῷ Θεῷ ὅτι ἦτε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ὑπηκούσατε δὲ ἐκ καρδίας εἰς ὃν παρεδόθητε τύπον διδαχῆς,

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ Ϛ´ 11 – 17

11 Ετσι και σεις θα θεωρήτε πλέον τους ευατούς σας, νεκρούς ως προς την αμαρτίαν, ζωντανούς δε δια τον Θεόν δια μέσου του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας. 12 Λοιπόν, ας μη βασιλεύη και ας μη κυριαρχή η αμαρτία στο θνητόν σας σώμα, ώστε να υπακούετε εις αυτήν, παρασυρόμενοι από τας επιθυμίας του σώματος. 13 Ούτε να προσφέρετε και να κάνετε τα μέλη του σώματός σας όργανα και όπλα της αδικίας, δια των οποίων θα σας νικά και θα σας εξουσιάζη η αμαρτία. Αλλά να προσφέρετε τους εαυτούς σας στον Θεόν σαν άνθρωποι, που πράγματι έχετε αναστηθή εκ των νεκρών, και τα μέλη σας να τα προσφέρετε και αφιερώσετε στον Θεόν, δια να είναι όργανα και όπλα εις κάθε αρετήν. 14 Ετσι δε ποτέ πλέον η αμαρτία δεν θα σας υποδουλώση, διότι δεν είσθε πλέον υπό την εξουσίαν του Νομου, ο οποίος κατεδίκαζε με την αμαρτίαν, χωρίς όμως να δίδη την λύτρωσιν, αλλά ευρίσκεσθε εις την βασιλείαν της χάριτος, που δίδει συγχώρησιν, ελευθερίαν και αγιασμόν. 15 Τι λοιπόν; Εφ’ όσον δεν είμεθα υπό την κυριαρχίαν του Νομου, αλλ’ ευρισκόμεθα εις την δωρεάν της χάριτος, θα αμαρτήσωμεν, αφού είναι εύκολον να λάβωμεν άφεσιν; Μη γένοιτο! 16 Δεν γνωρίζετε ότι εις εκείνον, που προσφέρετε τους εαυτούς σας δούλους, δια να τον υπακούετε, γίνεσθε πράγματι δούλοι με την υπακοήν αυτήν. Δηλαδή είσθε η δούλοι υπακούοντες εις την αμαρτίαν δια να καταλήξετε στον πνευματικόν θάνατον η δούλοι υπακούοντες στον Χριστόν, δια να αποκτήσετε την δικαίωσιν και την αιωνίαν μακαριότητα. 17 Αλλά, δόξα στον Θεόν, διότι ναι μεν υπήρξατε άλλοτε δούλοι της αμαρτίας, υπηκούσατε όμως με όλην σας την ψυχήν και την καρδίαν στον τέλειον κανόνα της αρίστης διδασκαλίας, την οποίαν έχετε διδαχθή από τους Αποστόλους.


Ευαγγέλιο Σάββατο 4 Ιουλίου 2020
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Η´ 14 – 23

14 Καὶ ἐλθὼν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν οἰκίαν Πέτρου εἶδεν τὴν πενθερὰν αὐτοῦ βεβλημένην καὶ πυρέσσουσαν· 15 καὶ ἥψατο τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὁ πυρετός· καὶ ἠγέρθη καὶ διηκόνει αὐτῷ. 16 Ὀψίας δὲ γενομένης προσήνεγκαν αὐτῷ δαιμονιζομένους πολλούς, καὶ ἐξέβαλεν τὰ πνεύματα λόγῳ, καὶ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ἐθεράπευσεν, 17 ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν. 18 Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς πολλοὺς ὄχλους περὶ αὐτὸν ἐκέλευσεν ἀπελθεῖν εἰς τὸ πέραν. 19 Καὶ προσελθὼν εἷς γραμματεὺς εἶπεν αὐτῷ· Διδάσκαλε, ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ. 20 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ. 21 ἕτερος δὲ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀπελθεῖν καὶ θάψαι τὸν πατέρα μου. 22 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι, καὶ ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς. 23 Καὶ ἐμβάντι αὐτῷ εἰς τὸ πλοῖον ἠκολούθησαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.


Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Η´ 14 – 23

14 Και όταν ήλθεν ο Ιησούς στο σπίτι του Πετρου, είδε την πενθεράν του κατάκοιτον και με πυρετόν. 15 Και ήγγισεν το χέρι της και αμέσως την αφήκε ο πυρετός· εσηκώθη και εντελώς υγιής τον υπηρετούσε. 16 Αργά δε το απόγευμα, όταν επλησίαζε η εσπέρα, έφεραν προς αυτόν πολλούς δαιμονιζομένους, και με την παντοδύναμον προσταγήν του εξεδίωξε τα πονηρά πνεύματα και όλους όσοι εταλαιπωρούντο από ασθενείας τους εθεράπευσε. 17 Και έτσι εξεπληρώθη εκείνο το οποίον είχε λεχθή από το Πνεύμα του Θεού δια του προφήτου Ησαΐου· “αυτός επήρεν επάνω του ως ιδικάς του τας ιδικά μας σωματικάς και πνευματικάς ασθενείας και εβάστασε τας νόσους μας” (και με την θυσίαν του μας ελύτρωσεν από την ενόχην και την καταδίκην της αμαρτίας). 18 Οταν δε είδε ο Ιησούς πολλά πλήθη να συγκεντρώνωνται ολόγυρά του, διέταξε τους μαθητάς να επιβιβασθούν μαζή του στο πλοίον, δια να αναχωρήσουν εις την απέναντι παραλίαν της Γεννησαρέτ. 19 Τοτε προσήλθε εις αυτόν κάποιος νομοδιδάσκαλος και του είπε· “Διδάσκαλε, θα σε ακολουθήσω όπου και αν πηγαίνης”. 20 Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· “οι αλεπούδες έχουν τις φωλιές των, όπου καταφεύγουν, και τα πτηνά του ουρανού τις κούρνιες των· ο Υιός όμως του ανθρώπου δεν έχει που να γείρη την κεφαλήν” (και επομένως καθένας που θέλει να τον ακολουθήση θα υποβληθή εις ταλαιπωρίας και στερήσεις). 21 Ενας δε άλλος από τους πολλούς μαθητάς του του είπε· “Κυριε, δος μου την άδειαν να γυρίσω στο σπίτι, δια να θάψω πρώτα τον πατέρα μου και έπειτα σε ακολουθήσω”. 22 Ο δε Ιησούς (δια να τον προφυλάξη από τας κληρονομικάς φροντίδας και φιλονεικίας, που μοιραίως θα επακολουθούσαν τον θάνατον του πατρός) του είπε· “έλα κοντά μου και άφησε τους συγγενείς σου, οι οποίοι από απόψεως πνευματικής ζωής είναι νεκροί, δια να θάψουν τους νεκρούς των”. 23 Και όταν εμπήκε στο πλοίον, τον ηκολούθησαν οι δώδεκα μαθηταί του.