Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΣΤ΄ ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ


Ο Μητροπολίτης Κερκύρας στους Κουραμάδες


Την Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος ιερούργησε στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου, στο χωριό Κουραμάδες, όπου στο τέλος της Θείας Λειτουργίας εγκατέστησε το νέο εφημέριο π. Νικόλαο Λιντοβόη, χειροθετόντας τον σε Οικονόμο Σταυροφόρο.
Στο κήρυγμά του ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στους 10 λεπρούς της Ευαγγελικής περικοπής και στους εορτάζοντες Αγίους Παύλο τον Θηβαίο και Ιωάννη τον Καλυβίτη. Από μακριά οι 10 λεπροί ζητησαν την ίαση από τον Κύριό μας και την έλαβαν. Μόνο ένας όμως εξ’αυτών επέστρεψε στο Χριστό και Τον ευχαρίστησε. Ο Άγιος Ιωάννης προήρχετο από αρχοντική οικογένεια. Όμως η αγάπη και ο πόθος του για τον Νυμφίο Χριστό ήταν τόσο μεγάλος, ώστε πήρε την απόφαση να φύγει από το σπίτι, μαζί με έναν περαστικό μοναχό από τη Μονή των Ακοιμήτων. Μαζί του πήρε ένα Ευαγγέλιο, που του είχαν δωρήσει οι γονείς του και άρχισε τον ασκητικό του αγώνα. Οι γονείς του εν τω μεταξύ τον θεώρησαν νεκρό. Μετά από τρία χρόνια όμως ο Άγιος Ιωάννης επέστρεψε, ρακένδυτος και εξουθενωμένος. Ζήτησε να του φτιάξουν μια καλύβα στην αυλή του σπιτιού του και όταν αισθάνθηκε ότι το τέλος της επίγειας ζωής του έφθασε, επέστρεψε στους γονείς του, το Ιερό Ευαγγέλιο. Μόνο τότε αναγνώρισαν οι οικείοι του το παιδί τους. Ο Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης, έζησε με την Άκτιστη Χάρη του Τριαδικού Θεού, διδάσκοντας τους υπόλοιπους ανθρώπους να ζουν κατά Χριστόν.
Επιπλέον ο Μητροπολίτης Κερκύρας αναρωτήθηκε πόσοι από εμάς σήμερα, μιλάμε για το Χριστό πόρρωθεν και πόσοι επιστρέφουμε στη Χάρη και Αγιότητα του Θεού. Η πνευματική μας ζωή δυστυχώς είναι επιφανειακή. Βλέπουμε μόνο αυτά που είναι ορατά. Ο Κύριός μας όμως αναρωτιέται και Εκείνος. Όλοι σας δεν βαπτισθήκατε στο όνομα της Αγίας Τριάδος και δεν γίνατε κοινωνοί Θείων Χαρισμάτων ; Ομοιάζουμε με τους εννέα λεπρούς, όντες αχάριστοι, συμπλήρωσε ο Σεβασμιώτατος.
Καταλήγοντας ο κ. Νεκτάριος ευχήθηκε ο Χριστός να δίδει πλούσια τη Χάρη του σε όλους και εμείς να Τον ευχαριστούμε και να Τον δοξολογούμε διαρκώς για το μεγαλύτερο δώρο που μας έχει χαρίσει, το να υπάρχουμε, κοινωνώντας αγαπητικά με το Δημιουργό μας.










Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (51)

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (51)


Ἀπόδοση στην νέα ἑλληνική:
Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 51. Περὶ τῆς μιᾶς τοῦ Θεοῦ Λόγου συνθέτου ὑποστάσεως

Για τη μία σύνθετη υπόσταση του Θεού Λόγου.
Ισχυριζόμαστε ότι η θεία υπόσταση του Θεού Λόγου προϋπήρχε αιώνια πριν από το χρόνο, απλή και ασύνθετη, άκτιστη, ασώματη, αόρατη, αψηλάφητη, απερίγραπτη, έχοντας όλα όσα έχει ο Πατέρας, επειδή είναι ομοούσιά του. Διαφέρει με την υπόσταση του Πατέρα στον τρόπο και τη σχέση της γεννήσεως, που είναι τέλεια, χωρίς ποτέ να έχει βγει έξω από την πατρική υπόσταση. Τα τελευταία όμως χρόνια, ο Λόγος, χωρίς καθόλου να απομακρυνθεί από τον τόπο του Πατέρα του, με τρόπο απερίγραπτο, κατοίκησε μέσα στην κοιλιά της αγίας Παρθένου, χωρίς σπέρμα και χωρίς να εγκλειστεί, όπως αυτός μόνο γνωρίζει· και μέσα σ’ αυτήν απόκτησε σάρκα για τον εαυτό του από την αγία Παρθένο αλλά στην προαιώνια υπόστασή του.
Υπήρχε, λοιπόν, (ο Χριστός) μέσα σ’ όλα και πάνω απ’ όλα, και στην κοιλία της αγίας Θεοτόκου και στο ενεργούμενο γεγονός της σαρκώσεως.
Σαρκώθηκε απ’ αυτήν προσλαμβάνοντας το πιο εκλεκτό από τη δική μας (ανθρώπινη) γενιά· προσέλαβε σάρκα πλουτισμένη με λογική και νοερή ψυχή, για να χρησιμεύσει αυτή ως υπόσταση της σάρκας, η υπόσταση δηλαδή του Θεού Λόγου· έτσι συνέβη ώστε η υπόσταση του Λόγου, η οποία πριν ήταν απλή, να γίνει σύνθετη –σύνθετη από δύο τέλειες φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη– και ν’ αποκτήσει αυτή το χαρακτηριστικό και διακριτικό γνώρισμα της θείας ιδιότητας του Υιού που έχει ο Θεός Λόγος, με το οποίο γνώρισμα διακρίνεται από τον Πατέρα και το Πνεύμα· να έχει επίσης και τα χαρακτηριστικά και διακριτικά γνωρίσματα της ανθρωπίνης φύσεως στα και το Άγιο Πνεύμα, καθώς και τα γνωρίσματα της ανθρωπίνης φύσεως, με τα οποία είναι συνδέεται με τη μητέρα και μας. Διαφέρει βέβαια με τον Πατέρα, το Πνεύμα, τη μητέρα και εμάς, στο ότι είναι ο ίδιος μαζί και Θεός και άνθρωπος· αυτό πράγματι είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της υποστάσεως του Χριστού.
Γι’ αυτό, λοιπόν, ομολογούμε ότι αυτός είναι ο ένας Υιός του Θεού και μετά την ενανθρώπησή του, και ο ίδιος είναι Υιός του ανθρώπου, ένας Χριστός, ένας Κύριος, ο μοναδικός μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς, ο Κύριός μας. Προσκυνούμε τις δύο γεννήσεις του, μία γέννηση από τον Πατέρα, προαιώνια, πέρα από αιτία, λογική, χρόνο και φύση, και άλλη γέννηση τελευταία για μας, σύμφωνα με τα δικά μας, και πάνω από τα δικά μας. «Για μας», διότι έγινε για τη δική μας σωτηρία· «σύμφωνα με μας», διότι γεννήθηκε από γυναίκα με κανονικό τοκετό· και «πάνω από μας», διότι δεν
γεννήθηκε με σπέρμα, αλλά από το Άγιο Πνεύμα και την αγία Παρθένο, πέρα από τη φυσιολογική κύηση. Δεν κηρύττουμε ότι είναι μόνο Θεός χωρίς την ανθρώπινη φύση μας, ούτε βέβαια μόνον άνθρωπος απογυμνωμένος από τη θεία φύση· δεν κηρύττουμε ότι είναι άλλος και άλλος, αλλά ένας και ο αυτός, Θεός μαζί και άνθρωπος· είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ολόκληρος Θεός και ολόκληρος άνθρωπος· είναι ο ίδιος όλος Θεός με τη σάρκα του, και όλος άνθρωπος με την υπέρθεη θεία φύση του. Με την έκφραση «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος», δηλώνεται η πληρότητα και τελειότητα των φύσεων· και με την έκφραση «ολόκληρος Θεός και ολόκληρος άνθρωπος» δηλώνεται η μοναδικότητα και ενότητα της υποστάσεως.
Ομολογούμε ακόμη «μία φύση του Θεού Λόγου η οποία έχει σαρκωθεί». Με την έκφραση «σαρκωμένη», θέλουμε να φανερώσουμε τη φύση της σάρκας, σύμφωνα με τον μακάριο Κύριλλο. Σαρκώθηκε, λοιπόν, ο Λόγος, αλλά δεν άφησε το ασώματο της φύσεώς του· ολόκληρος σαρκώθηκε και ολόκληρος είναι απερίγραπτος. Μικραίνει σωματικά και συστέλλεται αλλά παραμένει απερίγραπτος στη θεία φύση του, χωρίς το σώμα του να έχει την ίδια έκταση με την απερίγραπτη θεία φύση του.
Επομένως, όλος είναι τέλειος Θεός, αλλά δεν είναι ως ολότητα Θεός· διότι δεν είναι μόνο Θεός, αλλά και άνθρωπος· και είναι ολόκληρος τέλειος άνθρωπος, αλλά δεν είναι ως ολότητα άνθρωπος· διότι δεν είναι μόνον άνθρωπος, αλλά και Θεός. Η έκφραση «ολότητα» σημαίνει τη φύση, ενώ η έκφραση «όλος» δηλώνει την υπόσταση, όπως η έκφραση «άλλο» δηλώνει τη φύση, ενώ η έκφραση «άλλος» την υπόσταση. Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι, αν και λέμε ότι οι φύσεις του Κυρίου Διότι αυτή τα διαπερνά όλα με τη θέλησή της και τα περιχωρεί· τίποτε όμως δεν διαπερνά αυτήν. Και ενώ βέβαια προσφέρει τη δόξα της στη σάρκα, η ίδια παραμένει απαθής και αμέτοχη στα πάθη της σάρκας. 
Διότι, αν ο ήλιος μεταδίδει σε μας τις δικές του ενέργειες, αλλά ο ίδιος δεν μετέχει στα δικά μας, πόσο μάλλον ο δημιουργός και Κύριος του ήλιου!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 51. Περὶ τῆς μιᾶς τοῦ Θεοῦ Λόγου συνθέτου ὑποστάσεως
Προεῖναι μὲν οὖν ἀχρόνως καὶ ἀϊδίως φαμὲν τὴν θείαν τοῦ Θεοῦ Λόγου ὑπόστασιν, ἁπλῆν καὶ ἀσύνθετον, ἄκτιστον, ἀσώματον, ἀόρατον, ἀναφῆ, ἀπερίγραπτον, πάντα ἔχουσαν ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ, ὡς αὐτῷ ὁμοούσιον, τῷ τῆς γεννήσεως τρόπῳ καὶ σχέσει τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως διαφέρουσαν, τελείως ἔχουσαν, οὐδέποτε τῆς πατρικῆς ἐκφοιτῶσαν ὑποστάσεως, ἐπ᾿ ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν τῶν πατρικῶν κόλπων οὐκ ἀποστάντα τὸν Λόγον ἀπεριγράπτως γάρ ἐνῳκηκέναι τῇ γαστρὶ τῆς Ἁγίας Παρθένου ἀσπόρως καὶ ἀπεριλήπτως, ὡς οἶδεν αὐτός, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ προαιωνίῳ αὐτοῦ ὑποστάσει ὑποστήσασθαι ἑαυτῷ σάρκα ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου.
Ἐν πᾶσι μὲν οὖν καὶ ὑπὲρ τὰ πάντα ἦν καὶ ἐν τῇ γαστρὶ ὑπάρχων τῆς Ἁγίας Θεοτόκου, ἀλλ᾿ ἐν αὐτῇ ἐνεργείᾳ σαρκώσεως· σεσάρκωται τοίνυν ἐξ αὐτῆς προσλαβόμενος τὴν ἀπαρχὴν τοῦ ἡμετέρου φυράματος, σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ, ὥστε αὐτὴν χρηματίσαι τῇ σαρκὶ ὑπόστασιν, τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου ὑπόστασιν, καὶ σύνθετον γενέσθαι τὴν πρότερον ἁπλῆν οὖσαν τοῦ Λόγου ὑπόστασιν –σύνθετον δὲ ἐκ δύο τελείων φύσεων, θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος– καὶ φέρειν αὐτὴν τῆς θείας τοῦ Θεοῦ Λόγου υἱότητος τὸ χαρακτηριστικὸν καὶ ἀφοριστικὸν ἰδίωμα, καθ᾿ ὃ διακέκριται τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος, τά τε τῆς σαρκὸς χαρακτηριστικὰ καὶ ἀφοριστικὰ ἰδιώματα, καθ᾿ ἃ διαφέρει τῆς τε μητρὸς καὶ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων. Φέρειν δὲ καὶ τὰ τῆς θείας φύσεως ἰδιώματα, καθ᾿ ἃ ἥνωται τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ τὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως γνωρίσματα, καθ᾿ ἃ ἥνωται τῇ τε μητρὶ καὶ ἡμῖν. Ἔτι δὲ διαφέρει τοῦ τε Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος,
τῆς τε μητρὸς καὶ ἡμῶν κατὰ τὸ ὑπάρχειν Θεόν τε ὁμοῦ καὶ ἄνθρωπον τὸν αὐτόν· τοῦτο γὰρ τῆς τοῦ Χριστοῦ ὑποστάσεως ἰδιαίτατον ἰδίωμα γινώσκομεν.
Τοιγαροῦν ὁμολογοῦμεν αὐτὸν ἕνα Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν, καὶ Υἱὸν ἀνθρώπου τὸν αὐτόν, ἕνα Χριστόν, ἕνα Κύριον, τὸν μόνον μονογενῆ Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ, Ἰησοῦν, Πατρὸς προαιώνιον ὑπὲρ αἰτίαν καὶ λόγον καὶ χρόνον καὶ φύσιν καὶ μίαν τὴν ἐπ᾿ ἐσχάτων δι᾿ ἡμᾶς, καθ᾿ ἡμᾶς καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς· «δι᾿ ἡμᾶς», ὅτι διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, «καθ᾿ ἡμᾶς», ὅτι γενόμενος ἄνθρωπος ἐκ γυναικὸς καὶ χρόνῳ κυήσεως, «ὑπὲρ ἡμᾶς», ὅτι οὐκ ἐκ σπορᾶς, ἀλλ᾿ ἐξ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς Ἁγίας Παρθένου ὑπὲρ νόμον κυήσεως· οὐ Θεὸν αὐτὸν μόνον κηρύττοντες γυμνὸν τῆς καθ᾿ ἡμᾶς ἀνθρωπότητος, οὐδὲ μὴν ἄνθρωπον μόνον ψιλοῦντες αὐτὸν τῆς θεότητος, οὐκ ἄλλον καὶ ἄλλον, ἀλλ᾿ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ὁμοῦ Θεόν τε καὶ ἄνθρωπον, Θεὸν τέλειον καὶ ἄνθρωπον τέλειον,
ὅλον Θεόν, καὶ ὅλον ἄνθρωπον, τὸν αὐτὸν ὅλον Θεὸν καὶ μετὰ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ὅλον ἄνθρωπον καὶ μετὰ τῆς ὑπερθέου αὐτοῦ θεότητος· διὰ τοῦ εἰπεῖν «τέλειον Θεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον», τὸ πλῆρες καὶ ἀνελλιπὲς δηλοῦντες τῶν φύσεων, διὰ δὲ τοῦ εἰπεῖν «ὅλον Θεὸν καὶ ὅλον ἄνθρωπον» τὸ μοναδικὸν καὶ ἄτμητον δεικνύντες τῆς ὑποστάσεως.
Καὶ «μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην» ὁμολογοῦμεν· διὰ τοῦ εἰπεῖν «σεσαρκωμένην», τὴν τῆς σαρκὸς οὐσίαν σημαίνοντες κατὰ τὸν μακάριον Κύριλλον. Καὶ σεσάρκωται τοίνυν ὁ Λόγος καὶ τῆς οἰκείας ἀϋλότητος οὐκ ἐξέστηκε, καὶ ὅλος σεσάρκωται καὶ ὅλος ἐστὶν ἀπερίγραπτος. Σμικρύνεται σωματικῶς καὶ συστέλλεται καὶ θεϊκῶς ἐστιν ἀπερίγραπτος, οὐ συμπαρεκτεινομένης τῆς σαρκὸς αὐτοῦ τῇ ἀπεριγράπτῳ αὐτοῦ θεότητι.
Ὅλος μὲν οὖν ἐστι Θεὸς τέλειος, οὐχ ὅλον δὲ Θεός· οὐ γὰρ μόνον Θεός, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωπος· καὶ ὅλος ἄνθρωπος τέλειος, οὐχ ὅλον δὲ ἄνθρωπος· οὐ μόνον γὰρ ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ Θεός. Τὸ μὲν γάρ
«ὅλον» φύσεως ἐστι παραστατικόν, τὸ «ὅλος» δὲ ὑποστάσεως, ὥσπερ τὸ μὲν «ἄλλο» φύσεως, τὸ «ἄλλος» δὲ ὑποστάσεως.
Ἰστέον δέ, ὡς, εἰ καὶ περιχωρεῖν ἐν ἀλλήλαις τὰς τοῦ Κυρίου φύσεις φαμέν, ἀλλ᾿ οἴδαμεν, ὡς ἐκ τῆς θείας φύσεως ἡ περιχώρησις γέγονεν· αὕτη μὲν γὰρ διὰ πάντων διήκει, καθὼς βούλεται, καὶ περιχωρεῖ, δι᾿ αὐτῆς δὲ οὐδέν. Καὶ αὐτὴ μὲν τῶν οἰκείων αὐχημάτων τῇ σαρκὶ μεταδίδωσι μένουσα αὐτὴ ἀπαθὴς καὶ τῶν τῆς σαρκὸς παθῶν ἀμέτοχος. Εἰ γὰρ ὁ ἥλιος ἡμῖν τῶν οἰκείων ἐνεργειῶν μεταδιδοὺς μένει τῶν ἡμετέρων ἀμέτοχος, πόσῳ μᾶλλον ὁ τοῦ ἡλίου ποιητής τε καὶ Κύριος!
Οὐ γὰρ πέπονθεν σαρκωθείς· πῶς γὰρ ἂν πάθοι τὸ φύσει ἀπαθές; οὐδὲ ἐτράπη ὁ ἁπλοῦς σύνθετος γενόμενος· ἡ γὰρ τροπὴ πάθος ἐστί, τὸ δὲ ἀπαθὲς πάντως καὶ ἄτρεπτον. Ἐνήργησε τοιγαροῦν σαρκωθείς, οὐκ ἔπαθεν· οὔτε γὰρ ἡ φύσις αὐτοῦ ἡ θεία ἐτράπη ἢ προσθήκην ἐδέξατο, οὐδὲ τὸ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ ἰδίωμα, τουτέστιν ἡ υἱότης, ἐτράπη· ἔμεινε γὰρ υἱὸς τοῦ θεοῦ καὶ υἱὸς ἀνθρώπου γενόμενος. Οὐκ ἔπαθεν οὖν, ἀλλ᾿ ἐνήργησε δημιουργήσας ἑαυτῷ σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε
καὶ νοερᾷ καὶ δοὺς αὐτῇ ἑαυτὸν ὑπόστασιν καὶ ἐν ἑαυτῷ αὐτὴν ὑποστήσας. Ἰστέον γάρ, ὡς ἐπὶ τῆς πυρώσεως δύο χρὴ ἐννοεῖν. Πεπυρῶσθαι γὰρ λέγεται τὸ πυρούμενον καθ᾿ ἕνα μὲν τρόπον, ὅτι ὁ σίδηρος τυχὸν ἢ τὸ ξύλον εἰς πῦρ προϋφεστὼς εἰσερχόμενον λαμβάνει ἐξ αὐτοῦ πῦρ μήπω καθ᾿ αὑτὸ προϋποστὰν καὶ γίνεται αὐτῷ ὑπόστασις ἐν αὐτῷ γὰρ τῷ ξύλῳ προϋπάρχοντι καὶ προϋφεστῶτι ὑφίσταται τὸ πῦρ, ὃ λαμβάνει ἐκ τοῦ προϋφεστῶτος πυρός καὶ γίνεται ἡ τοῦ σιδήρου ὑπόστασις καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ θεωρουμένου πυρὸς ὑπόστασις μία ὑπόστασις τοῦ τε ξύλου καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ πυρός οὐ γὰρ ὑπέστη καθ᾿ αὑτὸ τὸ ἐν τῷ ξύλῳ πῦρ, ἀλλ᾿ αἰτίαν τῆς ὑποστάσεως καὶ τῆς ἀναμέρος κεχωρισμένης ἐκ τῶν λοιπῶν πυρῶν ὑπάρξεως καὶ συμπήξεως τὸ ξύλον ἔσχε καὶ ἔστι μία ὑπόστασις τοῦ τε ξύλου καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ ὑποστάντος πυρός, προηγουμένως μὲν τοῦ ξύλου, ἑπομένως δὲ τοῦ πυρός· προϋπάρχουσα γὰρ τοῦ ξύλου μετὰ ταῦτα ἐγένετο καὶ τοῦ πυρός.
Λέγεται δὲ καὶ καθ᾿ ἕτερον τρόπον πύρωσις ὡς τοῦ πυρουμένου ξύλου δεχομένου τὴν τοῦ πυρὸς ἐνέργειαν· τὸ γὰρ λεπτότερον μεταδίδωσι τῷ παχυτέρῳ τῆς οἰκείας ἐνεργείας. Ἐπὶ μὲν οὖν τῆς πυρώσεως τὸ ξύλον ἐστὶ τὸ πυρούμενον, καὶ λέγεται πύρωσις τοῦ ξύλου καὶ οὐ ξύλωσις τοῦ πυρός· τὸ γὰρ ξύλον προϋπάρχει τε καὶ ὑπόστασις τῷ πυρὶ γίνεται καὶ τὴν τοῦ πυρὸς ἐνέργειαν δέχεται. Ἐπὶ δὲ τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ σάρκωσις μὲν τοῦ λόγου λέγεται ὡς τοῦ λόγου
γενομένου τῇ σαρκὶ ὑποστάσεως προϋπῆρχε γὰρ ἡ ὑπόστασις τοῦ λόγου, καὶ ἐν αὐτῇ ὑπέστη ἡ σάρξ, θέωσις δὲ τῆς σαρκός· αὕτη γὰρ μετέσχε τῶν τῆς θεότητος, καὶ οὐχ ἡ θεότης τῶν αὐτῆς παθῶν· διὰ γὰρ τῆς σαρκὸς ἡ θεότης ἐνήργει ὡς τὸ πῦρ διὰ τοῦ ξύλου, οὐχ ἡ σὰρξ διὰ τοῦ λόγου. Οὐκ ἔπαθε τοίνυν σαρκωθεὶς ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐνήργησε τὴν σάρκωσιν μεταδοὺς τῇ σαρκὶ τῆς τε ὑποστάσεως καὶ τῆς θεώσεως. Θεώσεως δὲ λέγω οὐχὶ τραπείσης εἰς θεότητος φύσιν, ἀλλὰ τῆς μεθέξεως τῆς ὑπὸ τῶν τῆς θεότητος αὐχημάτων· ἐζωοποίει γὰρ οὐ κατ᾿ οἰκείαν φύσιν, ἀλλὰ τῇ ἑνώσει τῇ πρὸς τὴν θεότητα. Καὶ ἐν Θαβὼρ ἤστραψε καὶ ἀπαστράπτει οὐ διὰ τὴν ἰδίαν φύσιν, ἀλλὰ διὰ τὴν τῆς καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένης αὐτῇ θεότητος ἐνέργειαν, ὡς τὸ ξύλον λάμπει καὶ καίει οὐ κατὰ τὴν οἰκείαν φυσικὴν ἐνέργειαν, ἀλλὰ διὰ τὴν τοῦ καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένου αὐτῷ πυρὸς τῆς ἐνεργείας μέθεξιν.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Ο Ευγένιος Βούλγαρις ως homo universalis και νους του νέου Ελληνισμού




Ο διευθυντής ερευνών του ΚΕΜΝΕ της Ακαδημίας Αθηνών, Χαρίτων Καρανάσιος, παρουσιάζει την εναρκτήρια εισήγηση: «Ο Ευγένιος Βούλγαρις ως homo universalis και νους του νέου Ελληνισμού», από τη Διεθνή Επιστημονική Ημερίδα που συνδιοργάνωσαν η Ι.Μ. Μονή Βατοπαιδίου και η Ι. Μητρόπολη Κερκύρας στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών, στις 18-19 Νοεμβρίου 2016.

Οι Χαιρετισμοί του Συνεδρίου για τον Ευγένιο Βούλγαρι



Οι Χαιρετισμοί κατά την επίσημη έναρξη του Συνεδρίου που συνδιοργάνωσαν η Ι. Μητρόπολη Κερκύρας και η Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου για τη μεγάλη προσωπικότητα του Ευγενίου Βουλγάρεως («Ευγένιος Βούλγαρις, ο homo universalis του Νέου Ελληνισμού», Αθήνα 18-19 Νοεμβρίου 2016).

ΙΔΩΝ ΟΤΙ ΙΑΘΗ....



Στη ζωή μας χρειαζόμαστε αποδείξεις για να πειστούμε ότι αυτό που βλέπουμε ή ακούμε ή πληροφορούμαστε είναι αληθινό. Οι αποδείξεις είναι δύο ειδών: του λόγου και των αισθήσεων. Η λογική μάς δίνει επιχειρήματα σύμφωνα με την ικανότητα κατανόησης την οποία διαθέτουμε. Αυτή εξαρτάται από την παιδεία, την έγνοια, την φώτισή μας. Κάποτε όμως έχει να κάνει με το τι θέλουμε να πιστέψουμε και τι όχι. Μπορεί και να έχουμε από πριν πει ναι ή και όχι σ’ αυτό που καλούμαστε να αποδεχθούμε και ανάλογα να προσαρμόσουμε τα επιχειρήματα τα οποία προσλαμβάνουμε. Ισχύει το ότι πείθεται αυτός που θέλει να πειστεί. Υπάρχει όμως και η οδός των αισθήσεων. Είναι η ιδία αντίληψη που έχουμε επειδή είδαμε, ακούσαμε, ψηλαφήσαμε. Οι αισθήσεις δεν έχουν να κάνουν με αντικειμενικούς συλλογισμούς, αλλά με την ίδια την εμπειρία μας. Δεν χρειάζεται κάποιος να μας πείσει ή να κατασκευάσουμε επιχειρήματα υπέρ ή κατά. Είμαστε αυτόπτες και αυτήκοοι του γεγονότος ή της πληροφορίας. Κάποτε μπορεί να το έχουμε υποστεί οι ίδιοι. Οι αισθήσεις μπορεί να έχουν έντονο το στοιχείο του υποκειμενικού, όμως έχουν μια αυθεντικότητα. Προηγούνται του νου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο νους δεν πρέπει να φιλτράρει την εμπειρία, διότι κάποτε οι αισθήσεις μας βεβαιώνουν για την μία όψη του πράγματος. Όμως ο νους δεν μπορεί να τις ακυρώσει.
Κάποτε ο Χριστός πορευόταν ανάμεσα στην περιοχή της Σαμάρειας και της Γαλιλαίας και συνάντησε δέκα λεπρούς. Αυτοί δεν τολμούσαν να Τον πλησιάσουν. « Έστησαν πόρρωθεν» (Λουκ. 17, 12). Στάθηκαν από μακριά. Μόνος τρόπος για να απευθυνθούν σ’ Αυτόν ήταν να φωνάξουν. «Ήραν φωνήν» (Λουκ. 17,13). Μόνος λόγος μπορούσε να είναι το «ελέησον ημάς». Ο Χριστός θα τους προτρέψει να πάνε στους ιερείς του Μωσαϊκού Νόμου, οι οποίοι, εκτός των άλλων, έλεγχαν την σωματική υγεία των λεπρών ανθρώπων και μπορούσαν να διαβεβαιώσουν για την δυνατότητα επανένταξης στην κοινότητα, εφόσον είχαν γιατρευτεί. Με την φωνή Του απαντά στη δική τους φωνή. Μακριά Του μένουν. Μακριά Του τους στέλνει. Έλεος ζητούνε και Εκείνος τους ελεεί, καθώς, κατά τη διάρκεια της πορείας τους προς τους ιερείς, γίνονται καλά. Ο Χριστός εκπλήρωσε το αίτημά τους. Οι ίδιοι έχουν να συμμετάσχουν στην χαρά του θαύματος με δύο τρόπους. Ο ένας είναι να αφήσουν να βεβαιωθεί η ίαση. Ο άλλος είναι να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους σ’ Αυτόν που τους γιάτρεψε. Οι εννέα θα μείνουν στον πρώτο. Βλέπουν ότι γιατρεύτηκαν. Ξεχνούν όμως Ποιος τους γιάτρεψε. Υφίστανται το θαύμα στο σώμα τους. Το αντιλαμβάνονται και το βιώνουν με τις αισθήσεις τους. Δεν προχωρούν όμως να το φιλτράρουν με τη δύναμη της λογικής τους, όχι για να το αμφισβητήσουν, αλλά για να δούνε Ποιος το έκανε και γιατί το έκανε. Μόνο ένας, αλλοεθνής, μισητός στους Ιουδαίους λόγω της καταγωγής του, Σαμαρείτης, «ιδών ότι ιάθη, υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν, και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ» (Λουκ. 17, 15-17). Όταν είδε ότι θεραπεύθηκε, γύρισε δοξάζοντας με δυνατή φωνή τον Θεό, έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του Ιησού και Τον ευχαριστούσε. Πάλι με δυνατή φωνή μιλά στον Θεό. Μόνο που αυτή τη φορά δεν στέκεται μακριά Του. Δε ζητά πλέον το έλεος, αλλά ευχαριστεί από την καρδιά του προσκυνώντας τον Λυτρωτή Του. Αποδίδοντας την ευχαριστία, λαμβάνει από τον Χριστό την ευλογία της σωτηρίας. «Η πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. 17, 19).
Στη σχέση μας με τον Θεό σήμερα επικρατεί ο ορθολογισμός. Πολλοί δεν δέχονται την ύπαρξή Του ή αδιαφορούν γι’ Αυτόν. Ο Χριστός εξακολουθεί να περιοδεύει στις πόλεις και τη ζωή των ανθρώπων διά της Εκκλησίας, του λόγου και της εμπειρίας της. Οι άνθρωποι όμως δεν Τον βλέπουμε επειδή δε θέλουμε να Τον δούμε. Κι όταν έχουμε ανάγκη τότε σπεύδουμε να Τον συναντήσουμε, καταθέτοντας το αίτημά μας για έλεος. Μόνο που το έλεος αυτό έχει να κάνει με τα υλικά πράγματα, την πρόοδό μας ή -σε περίπτωση δοκιμασίας- με την υγεία μας. Με τις επιδιώξεις και τους σταυρούς μας. Συνήθως όμως τα χείλη ζητούν. Όχι η καρδιά. Και όταν ο Θεός μάς δίνει δεν έχουμε την ετοιμότητα της ευχαριστίας έναντί Του. Ευχαριστία και πίστη ζητά ο Χριστός, αντί του ελέους Του. Και τα δύο έχουν να κάνουν με τον τρόπο που προσλαμβάνουμε το θαύμα της παρουσίας Του στη ζωή μας. Και τα δύο δείχνουν καρδιά ανοιχτή στην εμπειρία. Αλλά και νου ο οποίος μπορεί, προσλαμβάνοντας την παρουσία του Χριστού, να χτίσει μία καινούργια ζωή.
Οι αισθήσεις σήμερα συνοδεύονται από μία πνευματική, διανοητική αναίδεια. Ζητούμε την εμπειρική απόδειξη της παρουσίας του Θεού. Δεν βλέπουμε ότι είναι παρών στο μυστήριο της Ευχαριστίας και στην εκκλησιαστική ζωή. Είναι παρών στο πρόσωπο του συνανθρώπου μας. Είναι παρών όταν έχουμε αποφασίσει να ζητήσουμε το έλεός Του για να αποτινάξουμε την πνευματική λέπρα που παραμορφώνει το πρόσωπό μας. Την κακία. Την εμπάθεια. Τους λογισμούς που μας ταλαιπωρούν, που μας κάνουν εχθρούς του πλησίον μας. Αλλά και όταν η ζωή μας πηγαίνει όπως θα θέλαμε, δεν βλέπουμε το χέρι και τον λόγο του πίσω από την πορεία αυτή. Μπορεί να βλέπουμε ότι γιατρευόμαστε ή ότι αντέχουμε στις δυσκολίες μας, αλλά δεν επιστρέφουμε με την καρδιά μας σ’ Αυτόν. Παραμένουμε μακριά Του. Μπορεί να φωνάζουμε, αλλά δεν είμαστε έτοιμοι εν ταπεινώσει να Τον προσκυνήσουμε και να Τον αποδεχθούμε ως τον Θεό μας. Μένουμε στην πρόσκαιρη εμπειρία των αισθήσεων, χωρίς να προσθέτουμε σ’ αυτές την λογική επεξεργασία του «Ποιος και γιατί».
Αυτό συμβαίνει συχνά και στην εν γένει πορεία μας στην πίστη. Μένουμε στην εμπειρία των αισθήσεων, χαιρόμαστε τη γιορτή, την παράδοση, την ομορφιά να μη είμαστε μόνοι μας, το να ακούμε τη φωνή και τον λόγο του Θεού, όμως δεν αφήνουμε τον νου μας να προσθέσει το «Ποιος και γιατί». Για να γίνει η πορεία μας ευχαριστιακή, πορεία ευγνωμοσύνης, ταπείνωσης και πίστης. Εμπιστοσύνης σ’ Αυτόν που μας περιμένει. Η ζωή της Εκκλησίας μάς προσφέρει τον ευλογημένο συνδυασμό εμπειρίας και νου, ο οποίος περνά από την κοινωνία της καρδιάς μας με τον Χριστό. Ας Τον ζήσουμε!

Κέρκυρα, 15 Ιανουαρίου 2017

Κι όμως ξημερώνει...



Ως άνθρωπος που έζησε από μικρό παιδί σε βαθιά κι ανήλια σκοτάδια, μαρτυρώ με ουλές και πληγές σε ολάκερη την ύπαρξη, ότι ακόμη και μέσα στο σκοτάδι υπάρχει Φως. Στο λάθος μια μεγάλη αρχή. Στην αμαρτία φωλιάζει η αρετή, και στον Άδη ο ίδιος ο Χριστός Αναστημένος.
Κάθε αντίο ένα καινούργιο ξεκίνημα. Άλλωστε κανένα τέλος δεν ήρθε ποτέ με άδεια χέρια. Ακόμη και στις πιο μεγάλες νύχτες της ζωής μας, ξημερώνει.
Την ώρα που πυκνό και παγερό το σκοτάδι κυκλώνει το κορμί μας, φαντάζει δύσκολο να το πιστέψουμε ότι, εδώ σ’ αυτό τον λασπωμένο τόπο όπου ο θάνατος στήνει καρτέρει στις ευαίσθητε καρδιές με τα βόλια της απόγνωσης, μπορεί να φέξει ο ήλιος της ελπίδας.
Κι όμως ξημερώνει. Κι όμως χαράζει, λιάζει και ζεσταίνει ο καιρός. Πίστεψε με.
Στεγνώνουν τα μέσα μας, αρκεί να τα απλώσουμε δίχως ντροπή……


Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Ανεξιθρησκία και θεολογική οντολογία της ελευθερίας στον Ευγένιο Βούλγαρι




Ο Καθηγητής της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης Πρωτοπρ. Νικόλαος Λουδοβίκος μιλάει στη Διεθνή Επιστημονική Ημερίδα με θέμα: «Ευγένιος Βούλγαρις. Ο homo universalis του Νέου Ελληνισμού», που συνδιοργάνωσαν η Ι.Μ. Μονή Βατοπαιδίου και η Ι. Μητρόπολη Κερκύρας στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών, στις 18-19 Νοεμβρίου 2016. Θέμα της εισήγησης του ομιλούντος είναι: «Ανεξιθρησκεία και θεολογική οντολογία της ελευθερίας στον Ευγένιο Βούλγαρι».