Ενορία Αγίου Ελευθερίου Κερκύρας
Σάββατο 9 Μαΐου 2026
Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ π. Δημητρίου Μπόκου
Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
π. Δημητρίου Μπόκου
Στη συνομιλία του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα παρά το φρέαρ του Ιακώβ τέθηκε και το θέμα πού και πώς είναι πρέπον να προσκυνείται και να λατρεύεται ο Θεός. Οι μεν Ιουδαίοι υποστήριζαν ότι αυτό πρέπει να γίνεται στα Ιεροσόλυμα, κάτι αυτονόητο φυσικά γι’ αυτούς επειδή εκεί βρισκόταν ο ναός του Σολομώντος, οι δε Σαμαρείτες στο όρος Γαριζείν. Ο Χριστός όμως μετέφερε το όλο θέμα σε άλλη βάση. Ο Θεός είναι πνεύμα και ζητάει διαφορετικό τρόπο λατρείας. Στο εξής, οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνούν τον Θεό «εν πνεύματι και αληθεία». Για την αληθινή λατρεία του Θεού δεν μετράει ο τόπος, αλλά ο τρόπος ζωής των ανθρώπων (Κυριακή της Σαμαρείτιδος).
Τα λόγια αυτά θα εξέπλητταν τους Ιουδαίους. Ο τόπος και ο τρόπος της λατρείας τους ήταν θεόθεν δεδομένα. Δόθηκαν στον μεγάλο προφήτη και θεόπτη Μωυσή με τον πιο εντυπωσιακό και επίσημο τρόπο από τον ίδιο τον Θεό στο όρος Σινά. Με τις οδηγίες του Θεού κατασκευάστηκε ο πρώτος πρόχειρος κινητός ναός, η Σκηνή του Μαρτυρίου, με την Κιβωτό της Διαθήκης, το ιερότερο κέντρο της λατρείας τους, και με όλα τα υπόλοιπα ιερά λατρευτικά αντικείμενα. Με λεπτομερή τρόπο ορίστηκε από τον Θεό και ο τρόπος της λατρείας με τις παντοειδείς αναίμακτες και αιματηρές προσφορές και θυσίες, που έπρεπε να προσφέρουν οι Ισραηλίτες.
Στη συνέχεια, 440 χρόνια από την έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο, ο σοφός Σολομών κατασκεύασε τον μεγαλοπρεπή ναό του Θεού στα Ιεροσόλυμα, ένα μοναδικό οικοδόμημα, με τα πιο πολύτιμα υλικά (αρωματικά κέδρα του Λιβάνου κ.λ.π.) και άφθονο χρυσό. Επί επτάμισυ χρόνια 150.000 εργάτες, υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση 3.800 επιστατών, «ητοίμασαν τους λίθους και τα ξύλα» και έχτισαν τον περίφημο ναό. Τα εγκαίνια του ναού γιορτάστηκαν με πρωτοφανή λαμπρότητα επί επτά ημέρες, με τεράστια συγκέντρωση του λαού από όλη τη χώρα. Ο Σολομών θυσίασε 22.000 βόδια και 120.000 χιλιάδες πρόβατα.
Ο Θεός δεν χρειαζόταν τίποτε από αυτά, αλλά υπέδειξε να γίνουν για την αδυναμία των ανθρώπων, για να μην ξεφεύγουν σε άλλες, ειδωλολατρικές λατρείες. Αν και δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς, αποδέχτηκε και αγίασε τον τόπο που του ετοίμασαν. Όταν μεταφέρθηκε στον ναό η Κιβωτός της Διαθήκης, η θεϊκή νεφέλη «έπλησε τον οίκον». Και ο Θεός είπε στον Σολομώντα: Αγίασα αυτόν τον οίκο που έχτισες και αφιέρωσες σε μένα, για να λατρεύεται «το όνομά μου εκεί εις τον αιώνα. Και έσονται οι οφθαλμοί μου εκεί και η καρδία μου πάσας τας ημέρας».
Ο ναός αυτός ήταν το καμάρι των Ισραηλιτών. Όλοι επιθυμούσαν να προσκυνήσουν κάποτε εκεί, να γιορτάσουν το Πάσχα στα Ιεροσόλυμα. Και όμως, ο Θεός τα απέρριψε όλα αυτά. Προειδοποίησε, ότι, αν δεν φυλάξουν τον νόμο του, θα ξεριζωθούν από τη γη τους, «και τον οίκον τούτον, ον ηγίασα τω ονόματί μου, απορρίψω εκ προσώπου μου» (Γ΄ Βασ. 9, 3-9). Όπερ και εγένετο. Οι Εβραίοι σύρθηκαν αιχμάλωτοι και ο περίφημος ναός λεηλατήθηκε και καταστράφηκε από τον Ναβουχοδονόσορα.
Και πάλι, όταν οι μαθητές του Χριστού καμάρωναν για τις υπέροχες οικοδομές και την ομορφιά του (νέου) ναού, ο Χριστός δεν δίστασε να τους πει, ότι δεν θα μείνει από αυτά «λίθος επί λίθω» που δεν θα γκρεμιστεί. Όπως και έγινε. Και τα ερείπιά του παραμένουν μέχρι σήμερα.
Το ίδιο πράγμα επαναλαμβάνει ο Χριστός στον επίσκοπο της Εκκλησίας της Εφέσου: «Μετανόησον και τα πρώτα έργα ποίησον· ει δε μη, έρχομαί σοι ταχύ και κινήσω την λυχνίαν σου εκ του τόπου αυτής, εάν μη μετανοήσης» (Αποκ. 2, 5). Πολλές λυχνίες έσβησαν, πολλές επιφανείς εκκλησίες χάθηκαν, όταν οι άνθρωποι έπαυσαν να βαδίζουν κατά Θεόν.
Δεν είναι λοιπόν ο τόπος το παν.
Θέλεις να λατρεύεις τον Θεό αληθινά; Τήρησε τις εντολές του, ζήσε κατά το πνεύμα του.
Κήρυγμα στην Κυριακή της Σαμαρίτειδος
«Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν…»
Οι μαθητές επιστρέφουν από την πόλη κρατώντας τροφές. Βλέπουν τον Διδάσκαλο κουρασμένο από την οδοιπορία, καθισμένο στο φρέαρ του Φρέαρ του Ιακώβ. Θεωρούν φυσικό ότι πεινά. Του λέγουν: «Ῥαββί, φάγε».
Και τότε ο Χριστός αποκαλύπτει μια άλλη πραγματικότητα: «Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε».
Οι μαθητές σκέπτονται γήινα· ο Χριστός ομιλεί ουράνια. Εκείνοι βλέπουν άρτο· Εκείνος μιλά για το θέλημα του Πατρός. Εκείνοι νοούν την πείνα του σώματος· Εκείνος αποκαλύπτει την πληρότητα της θείας αποστολής.
Αμέσως μετά εξηγεί: «Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ιω. 4,34).
Η τροφή μου είναι να εκπληρώνω το θέλημα του Πατέρα και να ολοκληρώνω το έργο της σωτηρίας.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο Κύριος χρησιμοποιεί αισθητές εικόνες για να ανυψώσει τους μαθητές στα πνευματικά.
Δεν απορρίπτει τη σωματική τροφή· όμως φανερώνει ότι υπάρχει ανώτερη ζωή.
Ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι ο Χριστός: «οὐ περὶ ἄρτου λέγει, ἀλλὰ περὶ σωτηρίας ἀνθρώπων».
Δηλαδή η χαρά Του, η ανάπαυσή Του, η «τροφή» Του, είναι η σωτηρία των ανθρώπων.
Γι’ αυτό, ενώ είναι κουρασμένος από την οδοιπορία, αναζωογονείται μόλις βλέπει τη Σαμαρείτιδα να ανοίγει την καρδιά της στην αλήθεια.
Εδώ αποκαλύπτεται κάτι συγκλονιστικό: Ο Θεός «τρέφεται» από την αγάπη.
Η χαρά Του είναι να σώζει. Η ανάπαυσή Του είναι η επιστροφή του ανθρώπου.
Οι μαθητές δεν καταλαβαίνουν τα λόγια του Κυρίου «ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε».
Όπως λίγο πριν η Σαμαρείτιδα δεν καταλάβαινε το «ὕδωρ τὸ ζῶν», έτσι τώρα και οι μαθητές δεν κατανοούν τη «βρῶσιν».
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τονίζει ότι οι μαθητές βρίσκονται ακόμη σε «νηπιακή» πνευματική κατάσταση· σκέπτονται ανθρώπινα και όχι θεϊκά.
Αυτό συμβαίνει και σε εμάς. Συχνά περιορίζουμε τη ζωή: στο φαγητό, στην εργασία, στην επιβίωση, στην εξασφάλιση, στις μέριμνες.
Και ξεχνούμε ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ύλη. Ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος».
Η ψυχή πεινά βαθύτερα: πεινά νόημα, πεινά αλήθεια, πεινά αγάπη, πεινά για Θεό.
Και όταν δεν τρέφεται πνευματικά, ακόμη κι αν έχει τα πάντα, μένει άδεια.
Αντίθετα, όταν ζει μέσα στη χάρη: αποκτά ειρήνη, πληρότητα, εσωτερική δύναμη.
Γι’ αυτό βλέπουμε τους αγίους: να νηστεύουν και όμως να ακτινοβολούν, να υποφέρουν και όμως να έχουν χαρά, να στερούνται και όμως να είναι πλήρεις.
Η τροφή τους είναι άλλη. Είναι η παρουσία του Θεού.
Ο Χριστός χαίρεται επειδή μία ψυχή σώζεται.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγει ότι ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά εικόνα Θεού όταν αγαπά ανιδιοτελώς.
Γι’ αυτό και οι άγιοι αναπαύονταν όταν παρηγορούσαν, όταν βοηθούσαν, όταν οδηγούσαν άνθρωπο στη μετάνοια.
Η μεγαλύτερη πείνα της εποχής μας δεν είναι υλική. Είναι η έλλειψη νοήματος και αληθινής κοινωνίας.
Και ο χριστιανός καλείται να γίνει φορέας αυτής της θείας τροφής.
Οι Πατέρες βλέπουν εδώ και προτύπωση της Θεία Ευχαριστία.
Ο Χριστός είναι Εκείνος που τρέφει τον κόσμο, αλλά και Εκείνος που προσφέρει τον Εαυτό Του ως τροφή.
Η «βρῶσις» του Χριστού γίνεται αργότερα: «Λάβετε, φάγετε». Αυτή είναι η τροφή του Χριστού. Και αυτή καλείται να γίνει και δική μας τροφή. Η κοινωνία με τον Θεό και η αγάπη για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Χριστός Ανέστη!!!
π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ
ΕΓΩ ΒΡΩΣΙΝ ΕΧΩ ΦΑΓΕΙΝ, ΗΝ ΥΜΕΙΣ ΟΥΚ ΟΙΔΑΤΕ
«Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ιωάν. 4, 31-34)
‘’Στο μεταξύ τον παρακαλούσαν οι μαθητές λέγοντας: «Ραβί, φάε». Εκείνος τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν ξέρετε» Έλεγαν λοιπόν οι μαθητές μεταξύ τους: «Μήπως κάποιος του έφερε να φάει;» Τους λέει ο Ιησούς: «Δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα εκείνου που με έστειλε και να τελειώσω το έργο του’’.
Σε μία από τις πιο ξεχωριστές διηγήσεις των Ευαγγελίων ο Χριστός συζητά με μία γυναίκα Σαμαρείτιδα. Τολμά να μιλήσει σε ένα πρόσωπο που οι άνθρωποι δεν το είχαν σε υπόληψη, διότι δεν ακολουθούσε τους ηθικούς κανόνες της εποχής που θεωρούσαν ότι η γυναίκα πρέπει να ανήκει στον άντρα και όχι οι άντρες να ανήκουν σ’ αυτήν. Η θέση της γυναίκας, εξάλλου, δεν ήταν να συζητά με άντρες μόνη της, ούτε να θέτει ερωτήματα θεολογικά, αλλά να ασχολείται με το σπίτι και την οικογένεια. Η γυναίκα αυτή ανήκε μάλιστα στους εχθρούς των Ιουδαίων, τους Σαμαρείτες. Δεν επιτρεπόταν Ιουδαίοι να συζητούν, να έχουν σχέση με Σαμαρείτες. Ο Χριστός όμως συζητά με μια γυναίκα που είναι δυναμική προσωπικότητα, αναζητεί την αλήθεια σχετικά με τον Θεό και περιμένει τον Μεσσία. Μια γυναίκα η οποία έχει αφομοιώσει όλα τα σημαντικά θρησκευτικά και θεολογικά ερωτήματα του λαού της και βρίσκει την ευκαιρία να τα εκφράσει, δείχνοντας ότι στην αναζήτηση της αλήθειας και του νοήματος της ζωής δεν παίζει ρόλο το φύλο, αλλά η καρδιά.
Όταν οι μαθητές του Χριστού έρχονται από την πόλη των Σαμαρειτών, όπου έχουν πάει για να προμηθευθούν τρόφιμα (στις συναλλαγές δεν ισχύουν οι φυλετικές, εθνικές και θρησκευτικές διαφορές…), Τον παρακαλούν να φάει. Ο Χριστός αρνείται, λέγοντάς τους ότι «εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν ξέρετε». Έχει ήδη χορτάσει ο Χριστός μέσα από τη συζήτηση με την Σαμαρείτιδα. Διότι η τροφή που τρέφει αληθινά είναι αυτή του έργου του Θεού, της υπόδειξης του θελήματος του Θεού, της βίωσης αυτού του θελήματος στη ζωή την προσωπική, αλλά και του κόσμου τούτου. Η τροφή αυτή είναι η γνώση και η βίωση του Ευαγγελίου, είναι η ιεραποστολή, είναι η συνάντηση της αγάπης και της αλήθειας με τον πλησίον, η ζωή της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Χριστός χαίρεται και ξεπερνά την ανάγκη για τροφή επιβίωσης όταν συναντά, διαλέγεται, επικοινωνεί, μοιράζεται το Ευαγγέλιο με τους ανθρώπους. Το ίδιο καλούμαστε να κάνουμε κι εμείς.
Ο άνθρωπος νιώθει πως το φαγητό είναι η αφετηρία για να ζήσει. Το θεοποιεί συχνά, ιδίως στην εποχή μας. Το απολαμβάνει. Λησμονεί όμως το «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται». Και δεν είναι έτοιμος να μοιραστεί τη χαρά της αγάπης που η συνάντηση με τον πλησίον φέρνει, ιδίως όταν αυτή γίνεται στην Εκκλησία. Εκεί, όπου κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Αναστάντος Χριστού. Εκεί, όπου αυτή η μοναδική τροφή χορταίνει την πείνα της ψυχής για αλήθεια και νόημα. Εκεί, όπου αυτή η τροφή γίνεται παρηγοριά στις δοκιμασίες, τους σταυρούς, ακόμη και στον θάνατο. Εκεί, όπου συναντούμε τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων, των συνανθρώπων μας, των ζώντων και των κεκοιμημένων, αλλά και μία παράδοση αιώνων που μας τρέφει αληθινά και μας υπενθυμίζει το δικό μας έργο, που είναι να μοιραστούμε την αλήθεια με κάθε άνθρωπο, χωρίς να φοβηθούμε να συναντήσουμε και εκείνον που δεν είναι όπως εμείς, που δεν συμμερίζεται ούτε τον τρόπο ούτε την αλήθεια μας, αλλά είναι καλοπροαίρετος και ζητά λίγη από τη χαρά μας.
Ο Χριστός χορταίνει με την αποστολή της αγάπης και της αλήθειας. Με την υπακοή στο θέλημα του Πατρός Του. Με το να μοιραστεί έστω και με έναν άνθρωπο τη χαρά ότι ο Ίδιος έγινε άνθρωπος για μας. Με το να απαντήσει σε ερωτήματα και προβληματισμούς. Με το να μη φοβηθεί το ήθος του απέναντι, αλλά με το να δείξει ότι η κάθε εικόνα Θεού, όπως κι αν είναι, όπως κι αν φέρεται, χρειάζεται την αγάπη και την αλήθεια. Κι ας απαντήσει εκείνη, όπως έκαναν η Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτις και οι συμπολίτες της που έσπευσαν να δούνε και να ακούσουν τον Χριστό, αν τελικά Αυτός είναι το νόημά μας.
Χριστός Ανέστη!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
10 Μαΐου 2026
Κυριακή της Σαμαρείτιδος
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 10 ΜΑΪΟΥ 2026-ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (Ἰωάν. 4, 5-42)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἕρχεται ὁ Κύριος εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· δός μοι πιεῖν. Οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ' ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; Μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δι' ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. Ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. Οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. Ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. Ἀλλ' ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. Καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ' αὐτῆς; Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; Ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. Οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; Ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. Καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. Ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. Ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύ-θατε. Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. Ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ' αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. Καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.
Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα
Εκείνο τον καιρό πήγε ὁ Ιησούς σε μια πόλη της Σαμάρειας που λέγεται Συχάρ, κοντά στο χωράφι που έδωσε ο Ιακώβ στον Ιωσήφ το γιο του. Και εκεί ήταν το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς, λοιπόν, επειδή είχε κουραστεί από την οδοιπορία, καθόταν έτσι απλά δίπλα στο πηγάδι. Ήταν περίπου δώδεκα η ώρα το μεσημέρι. Έρχεται τότε μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να αντλήσει νερό. Λέει σ’ αυτήν ο Ιησούς: «Δώσε μου να πιω» – γιατί οι μαθητές του είχαν φύγει στην πόλη, για να αγοράσουν τροφές. Του λέει λοιπόν η γυναίκα η Σαμαρείτισσα: «Πώς εσύ που είσαι Ιουδαίος ζητάς να πιεις από εμένα, μια γυναίκα που είμαι Σαμαρείτισσα;» – γιατί δε συναναστρέφονται Ιουδαίοι με Σαμαρείτες. Αποκρίθηκε ο Ιησούς και της είπε: «Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιος είναι αυτός που σου λέει, “δώσε μου να πιω”, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε νερό ζωντανό». Λέει σ’ αυτόν η γυναίκα: «Κύριε, ούτε κουβά έχεις και το πηγάδι είναι βαθύ. Από πού λοιπόν έχεις το νερό το ζωντανό; Μήπως εσύ είσαι μεγαλύτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, που μας έδωσε το πηγάδι και ήπιε από αυτό αυτός και οι γιοι του και τα θρεφτάρια του;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και της είπε: «Καθένας που πίνει από το νερό τούτο θα διψάσει πάλι. Όποιος όμως πιει από το νερό που εγώ θα του δώσω δε θα διψάσει στον αιώνα, αλλά το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του πηγή νερού που θα αναβλύζει για ζωή αιώνια». Λέει προς αυτόν η γυναίκα: «Κύριε, δώσε μου αυτό το νερό, για να μη διψώ μήτε να περνώ εδώ να αντλώ». Ο Ιησούς της λέει: «Πήγαινε, φώναξε τον άντρα σου και έλα εδώ». Αποκρίθηκε η γυναίκα και του είπε: «Δεν έχω άντρα». Της λέει ο Ιησούς: «Καλά είπες: “Άντρα δεν έχω” – γιατί πέντε άντρες είχες και τώρα αυτός που έχεις δεν είναι άντρας σου. Αυτό είναι αληθινό που έχεις πει». Λέει σ’ αυτόν η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης. Οι πατέρες μας σε τούτο το όρος προσκύνησαν το Θεό. αλλά εσείς λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος όπου πρέπει να προσκυνεί κανείς». Της λέει ο Ιησούς: «Πίστευέ με, γυναίκα, ότι έρχεται ώρα που ούτε στο όρος ετούτο ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνείτε τον Πατέρα. Εσείς προσκυνείτε αυτό που δεν ξέρετε. εμείς προσκυνούμε αυτό που ξέρουμε, γιατί η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους. Αλλά έρχεται ώρα, και μάλιστα είναι τώρα, που οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνήσουν τον Πατέρα με Πνεύμα και με αλήθεια. Και πράγματι, ο Πατέρας τέτοιοι ζητά να είναι εκείνοι που τον προσκυνούν. Πνεύμα είναι ο Θεός, και εκείνοι που τον προσκυνούν με Πνεύμα και με αλήθεια πρέπει να τον προσκυνούν». Λέει σ’ αυτόν η γυναίκα: «Ξέρω ότι έρχεται ο Μεσσίας, ο λεγόμενος Χριστός. Όταν έρθει εκείνος, θα μας τα αναγγείλει όλα». Της λέει ο Ιησούς: «Εγώ είμαι, που σου μιλώ». Και πάνω σ’ αυτό ήρθαν οι μαθητές του και θαύμαζαν επειδή μιλούσε με γυναίκα. Κανείς όμως δεν είπε: «Τι ζητάς;» ή «Τι μιλάς μαζί της;» Άφησε, λοιπόν, την υδρία της η γυναίκα και πήγε στην πόλη και λέει στους ανθρώπους: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έκανα. Μήπως αυτός είναι ο Χριστός;» Εκείνοι εξήλθαν από την πόλη και έρχονταν προς αυτόν. Στο μεταξύ τον παρακαλούσαν οι μαθητές λέγοντας: «Ραβί, φάε». Εκείνος τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν ξέρετε» Έλεγαν λοιπόν οι μαθητές μεταξύ τους: «Μήπως κάποιος του έφερε να φάει;» Τους λέει ο Ιησούς: «Δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα εκείνου που με έστειλε και να τελειώσω το έργο του. Εσείς δε λέτε: “Ακόμα είναι τέσσερις μήνες και ο θερισμός έρχεται”; Ιδού, σας λέω, σηκώστε πάνω τα μάτια σας και παρατηρήστε τα χωράφια: λευκά είναι, έτοιμα για θερισμό ήδη. Ο θεριστής λαβαίνει μισθό και συνάζει καρπό για ζωή αιώνια, για να χαίρονται μαζί ο σπορέας και ο θεριστής. Γιατί σε αυτό αληθεύει το ρητό, “άλλος είναι που σπέρνει και άλλος που θερίζει”. Εγώ σας απέστειλα να θερίζετε αυτό για το οποίο εσείς δεν έχετε κοπιάσει. Άλλοι έχουν κοπιάσει και εσείς έχετε εισέλθει στον κόπο τους». Τότε, από εκείνη την πόλη, πολλοί από τους Σαμαρείτες πίστεψαν σ’ αυτόν εξαιτίας του λόγου που έδωσε μαρτυρία η γυναίκα: «Μου είπε όλα όσα έκανα». Μόλις λοιπόν ήρθαν προς αυτόν οι Σαμαρείτες, τον παρακαλούσαν να μείνει κοντά τους. Και έμεινε εκεί δύο ημέρες. Και πολύ περισσότεροι πίστεψαν εξαιτίας του λόγου του, και στη γυναίκα έλεγαν: «Δεν πιστεύουμε πια από τη δική σου διήγηση, γιατί εμείς οι ίδιοι έχουμε ακούσει και ξέρουμε ότι αυτός είναι αληθινά ο Σωτήρας του κόσμου».
ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 10 ΜΑΪΟΥ 2026-ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (Πράξεις Ἀποστόλων, 11, 19-30)
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, οἱ διασπαρέντες ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ Ἀντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον Ἰουδαίοις. Ἦσαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν. Καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον. Ἠκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας· ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καὶ πίστεως καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ. Ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀντιόχειαν. Ἐγένετο δὲ αὐτοὺς ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς. Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν· ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ᾿ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. Τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς· ὃ καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα καὶ Σαύλου.
Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα
Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες, ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν διασπαρῆ ἀπό τόν διωγμό πού ἔγινε ἐξ αἰτίας τοῦ Στεφάνου, ἔφθασαν μέχρι τῆς Φοινίκης καὶ τῆς Κύπρου καὶ τῆς Ἀντιοχείας, ἀλλὰ δὲν ἐκήρυτταν τὸν λόγο σὲ κανένα παρὰ μόνο σὲ Ἰουδαίους. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἱ ὁποῖοι, ὅταν μπῆκαν στὴν Ἀντιόχεια, μιλοῦσαν στοὺς ἑλληνιστές κηρύττοντας τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα περὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Καὶ τὸ χέρι τοῦ Κυρίου ἦταν μαζί τους καὶ μεγάλος ἀριθμὸς πίστεψε καὶ ἐπέστρεψε στὸν Κύριο. Ἔφθασε ἡ εἴδηση γι’ αὐτοὺς στὰ αὐτιὰ τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ ἔστειλαν τὸν Βαρνάβα ἕως τὴν Ἀντιόχειαν. Ὅταν αὐτὸς ἔφθασε καὶ εἶδε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, χάρηκε καὶ παρώτρυνε ὅλους νὰ παραμένουν πιστοὶ στὸν Κύριο μὲ σταθερὴ καρδιά, διότι ἦταν πραγματικὰ ἄνθρωπος ἀγαθὸς καὶ γεμᾶτος Πνεῦμα Ἅγιο καὶ πίστη. Ἀρκετὸς λαὸς προστέθηκε στὸν Κύριο. Τότε ὁ Βαρνάβας ἀνεχώρησε στὴν Ταρσὸ γιὰ νὰ ζητήσῃ τὸν Σαῦλο καὶ ὅταν τὸν βρῆκε τὸν ἔφερε στὴν Ἀντιόχεια. Ἕμενε ἕναν ὁλόκληρο χρόνο στὴν ἐκκλησία καὶ μαζί δίδαξαν πλῆθος πολύ. Στὴν Ἀντιόχεια οἱ μαθητές ὠνομάσθησαν γιὰ πρώτη φορὰ Χριστιανοί. Κατὰ τίς ἡμέρες αὐτές κατέβηκαν προφῆτες ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Ἀντιόχεια. Ἕνας δὲ ἀπὸ αὐτούς, ὀνομαζόμενος Ἄγαβος, σηκώθηκε καὶ προεῖπε διὰ τοῦ Πνεύματος, ὅτι θὰ γινόταν μεγάλη πεῖνα σέ ὅλη τὴν οἰκουμένη, ἡ ὁποία καὶ ἔγινε ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. Ἀποφάσισαν οἱ μαθητές νὰ στείλῃ ὁ καθένας, ἀνάλογα πρὸς τὴν οἰκονομική του κατάσταση, βοήθεια στοὺς ἀδελφοὺς ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Ἰουδαία. Αὐτὸ καὶ ἔκαναν καὶ τὴν ἀπέστειλαν στοὺς πρεσβυτέρους διὰ τοῦ Βαρνάβα καὶ τοῦ Σαύλου.
Παρασκευή 8 Μαΐου 2026
Κερκύρας Νεκτάριος: «Σήμερα, η κοινωνία ζει ένα παραφύσιν θαύμα»
Την Παρασκευή, 8 Μαΐου 2026, εορτή του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, η Κέρκυρα εόρτασε το υπερφυές θαύμα της Ομματώσεως του Τυφλού Στεφάνου, το οποίο συντελέσθηκε στην Κασσιώπη της Βόρειας Κέρκυρας. Σύμφωνα με την τοπική εκκλησιαστική παράδοση, κατά το έτος 1530 μ.Χ., ένας απλός άνθρωπος καταγόμενος εκ της Νότιας Κέρκυρας, ονόματι Στέφανος, κατηγορήθηκε αδίκως για υπεξαίρεση αλευριού από κάποιο μύλο και καταδικάσθηκε στην σκληρή ποινή της εξόρυξης των οφθαλμών του. Τότε, η πονεμένη μητέρα του τον οδήγησε στο μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου στην Κασσιώπη και αφού παρέμειναν ολόκληρη τη νύκτα προσευχόμενοι ενώπιον της Ιεράς Εικόνος της Παναγίας, η Χάρις του Θεού επενέργησε θαυματουργικά, αποκαθιστώντας την όραση και χαρίζοντας εκ νέου τους οφθαλμούς στον αδίκως καταδικασθέντα νέο.
Με την ευκαιρία της εορτής, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, κ. Νεκτάριος, λειτούργησε και ομίλησε στον πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό Υπεραγίας Θεοτόκου Κασσωπίτρας στην εν λόγω περιοχή της Βόρειας Κέρκυρας. Στον ως άνω Ιερό Ναό ως εφημέριος διακονεί ο Αρχιερατικός Επίτροπος Βορειοανατολικής Κέρκυρας, Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Σαλβάνος, ο οποίος εργάζεται αόκνως και αθορύβως για την πνευματική οικοδομή και πρόοδο της ενορίας. Ακόμης, με το Σεβασμιώτατο συλλειτούργησαν ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Ανδρέας Γκιόκας, Ιερείς εκ διαφόρων περιοχών της Κέρκυρας, οι οποίοι ευλαβούνται ιδιαιτέρως την Υπεραγία Θεοτόκο, καθώς και ο Διάκονος του Σεβασμιωτάτου, π. Ευσέβιος Πανδής. Επιπλέον, στη Θεία Λειτουργία παρέστησαν ο Υφυπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, κ. Στέφανος Γκίκας, ο Δήμαρχος Βόρειας Κέρκυρας, κ. Γεώργιος Μαχειμάρης, εκπρόσωποι των τοπικών αρχών, των σωμάτων ασφαλείας και πλήθος ευλαβών πιστών από διάφορες περιοχές της νήσου.
Κατά την ομιλία του, ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στο ιερό πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, υπογραμμίζοντας τον πρωτεύοντα ρόλο της στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας και στη ζωή της Εκκλησίας. Όπως τόνισε, η Παναγία υπήρξε εκείνη η οποία με ταπείνωση και υπακοή στο θέλημα του Θεού, δέχθηκε να γίνει το καθαρό δοχείο της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ώστε να πραγματοποιηθεί το προαιώνιο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου διά της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.
Ο Σεβασμιώτατος επεσήμανε ότι η Παναγία συνδέθηκε με όλα τα μεγάλα γεγονότα της επίγειας παρουσίας του Κυρίου μας, από τη Γέννηση και το δημόσιο κήρυγμα, έως το Πάθος, τη Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη. Στάθηκε ιδιαιτέρως στον ανθρώπινο πόνο της Θεοτόκου κάτω από τον Σταυρό, αλλά και στην χαρά της Αναστάσεως, όταν κατά την υμνολογία της Εκκλησίας, είδε τον Υιό της «ἀναστάντα θεοπρεπῶς». Παράλληλα, αναφέρθηκε στην παρουσία της Παναγίας ανάμεσα στους Αγίους Αποστόλους έως την ημέρα της Πεντηκοστής, υπογραμμίζοντας ότι παραμένει έως σήμερα η μητέρα των πιστών και η μεσίτρια μεταξύ ουρανού και γης.
Συνεχίζοντας, ο κ. Νεκτάριος τόνισε ότι κάθε θαύμα προϋποθέτει πίστη, υπομονή και εμπιστοσύνη στο Θεό. Υπενθύμισε ότι ο ίδιος ο Χριστός, πριν επιτελέσει τα θαύματά Του, ζητούσε από τους ανθρώπους την ομολογία της πίστεως και την μετάνοια, επισημαίνοντας ότι η Χάρις του Θεού επισκιάζει τον άνθρωπο όταν εκείνος αγωνίζεται πνευματικά και παραμένει μέσα στη ζωή της Εκκλησίας.
Επιπλέον, ο κ. Νεκτάριος δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στις δυσκολίες της σύγχρονης εποχής, εκφράζοντας την ανησυχία του για την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό και την επικράτηση του συμφέροντος και της φιλαυτίας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ο σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται πλέον να αναγνωρίσει τον συνάνθρωπό του, καθώς η ανθρωπότητα ζει σε ένα άλλο θαύμα, σε ένα «παραφύσιν θαύμα», ενώ η αγάπη, την οποία κήρυξε ο Χριστός, παραμερίζεται από τη σύγκρουση, τη διχόνοια και τη βία, τόσο στις διαπροσωπικές σχέσεις όσο και στις σχέσεις μεταξύ των λαών. Υπενθύμισε δε ότι η Αγία Γραφή προειδοποιεί για πολέμους και ακαταστασίες, καλώντας τον άνθρωπο όχι σε φόβο, αλλά σε πνευματική εγρήγορση, μετάνοια και επιστροφή στο Θεό.
Παράλληλα, τόνισε ότι η Εκκλησία διατηρεί διαχρονικά την προφητική της φωνή, υπενθυμίζοντας στον κόσμο την αλήθεια του Ευαγγελίου και την ανάγκη πνευματικής συνέπειας. Κάλεσε τους πιστούς να φροντίσουν ουσιαστικά τη σχέση τους με το Θεό, με τους συνανθρώπους τους και με τον ίδιο τους τον εαυτό, υπογραμμίζοντας ότι μόνον μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας, τη μετάνοια και την αγάπη μπορεί να επανέλθει η ειρήνη στην ανθρώπινη καρδιά και στην κοινωνία.
Με πατρική αγάπη στάθηκε ιδιαιτέρως στα παιδιά και στους νέους, τονίζοντας ότι η κοινωνία έχει ανάγκη από πνευματικά στηρίγματα, αγάπη και ουσιαστική παρουσία της Εκκλησίας. Ιδιαιτέρως επεσήμανε τη σημασία της παρουσίας των Ιερέων στα σχολεία και της ευλογίας και του αγιασμού των παιδιών, σημειώνοντας ότι η Χάρις του Θεού λειτουργεί ως δύναμη ειρήνης, ενότητας και αποτροπής φαινομένων βίας και σκληρότητας.
Κλείνοντας, ευχήθηκε η Υπεραγία Θεοτόκος να σκεπάζει το λαό μας, τα παιδιά και την πατρίδα μας, χαρίζοντας πίστη, ειρήνη και ελπίδα.





























