ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

2026-02-08 ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

 ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

Αδελφοί μου αγαπητοί,

Σήμερα η Εκκλησία μας βάζει μπροστά μας την πιο τρυφερή, αλλά και πιο συγκλονιστική παραβολή του Ευαγγελίου: την παραβολή του Ασώτου Υιού.

Δεν είναι η ιστορία ενός κακού παιδιού. Είναι η ιστορία κάθε ανθρώπου.  Είναι η δική μου και η δική σας.

Ένας νεότερος γιος ζητά από τον πατέρα του το μερίδιο της περιουσίας που του ανήκει. Σαν να του λέει: «Δεν σε χρειάζομαι. Θέλω τα δώρα σου, όχι εσένα».

Και ο πατέρας δεν τον εμποδίζει. Του δίνει την ελευθερία.

Αδελφοί μου, εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο μυστήριο: Ο Θεός δεν μας κρατά με το ζόρι. Μας αφήνει ελεύθερους. Ακόμα κι αν η ελευθερία μας γίνει πτώση.

Ο άσωτος φεύγει «εις χώραν μακράν».Ποια είναι αυτή η μακρινή χώρα; Δεν είναι γεωγραφικός τόπος. Είναι η ζωή μακριά από τον Θεό. Είναι η καρδιά που λέει: «Θα ζήσω όπως θέλω, χωρίς Πατέρα».

Και εκεί σπαταλά τα πάντα. Χρήματα, δυνάμεις, αξιοπρέπεια.Η αμαρτία πάντα υπόσχεται χαρά — και καταλήγει σε πείνα.

Καταντά να βόσκει χοίρους. Για έναν Ιουδαίο, η έσχατη ταπείνωση. Και όμως, το χειρότερο δεν ήταν οι χοίροι. Το χειρότερο ήταν ότι πεινούσε… και κανείς δεν του έδινε.

Έτσι είναι η ζωή χωρίς Θεό. Πολύς θόρυβος στην αρχή, βαθιά μοναξιά στο τέλος. Και τότε γίνεται το θαύμα. Το μεγαλύτερο θαύμα της παραβολής δεν είναι ότι τον συγχωρεί ο πατέρας. 

Είναι η φράση: «Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθών». Ήρθε στον εαυτό του.

Η μετάνοια αρχίζει όταν ο άνθρωπος ξυπνήσει. Όταν πάψει να κατηγορεί τους άλλους και δει τη δική του κατάσταση.

Δεν λέει: «Έφταιξαν οι φίλοι». Δεν λέει: «Έφταιξε η κοινωνία». Λέει: «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου».

Αυτό είναι η μετάνοια: απόφαση επιστροφής.

Και εδώ αποκαλύπτεται η καρδιά του Θεού.

Ο πατέρας δεν περιμένει ψυχρός. Δεν λέει: «Ας έρθει πρώτα να απολογηθεί».

Τον βλέπει από μακριά — άρα τον περίμενε. Τρέχει — πράγμα αδιανόητο για πατριάρχη της εποχής. Πέφτει στον τράχηλό του. Δεν τον αφήνει καν να τελειώσει την ομολογία.

Αδελφοί μου, ο Θεός δεν αγαπά με μέτρο. Αγαπά σπάταλα. Εμείς είμαστε άσωτοι στην αμαρτία. Εκείνος είναι άσωτος στο έλεος.

Και ενώ όλα φαίνονται να τελειώνουν με χαρά, εμφανίζεται ο άλλος γιος. Ο «σωστός». Ο «καλός». Εκείνος που έμεινε. Και όμως… η καρδιά του είναι μακριά.

Δεν χαίρεται για τον αδελφό του. Δεν αντέχει τη συγχώρεση.

Εδώ η παραβολή γίνεται καθρέφτης πιο δύσκολος. Γιατί μπορεί να μην φύγαμε «εις χώραν μακράν», αλλά μήπως η καρδιά μας είναι σκληρή; Μήπως μένουμε στην Εκκλησία, αλλά δεν μάθαμε να αγαπάμε;

Ο Χριστός δεν μας καλεί απλώς να επιστρέψουμε. Μας καλεί να γίνουμε σαν τον Πατέρα.

Η περίοδος του Τριωδίου που αρχίζει μας λέει: Υπάρχει δρόμος επιστροφής.

Όσο μακριά κι αν πήγαμε.Όσο χαμηλά κι αν πέσαμε.

Δεν υπάρχει αμαρτία μεγαλύτερη από την αγάπη του Θεού.

Αρκεί ένα βήμα. Ένα «ήμαρτον». Μια απόφαση να σηκωθούμε.

Και να θυμόμαστε: Στον ουρανό δεν γίνεται γιορτή για τους «τέλειους».

Γίνεται γιορτή για εκείνους που επιστρέφουν.

Ας μην φοβηθούμε, λοιπόν. Ας σηκωθούμε.Ο Πατέρας περιμένει.

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ  ΚΟΣΚΙΝΑΣ

Τ Ο Θ Ε Λ Η Μ Α Τ Ο Υ Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Υ π . Δ η μ η τ ρ ί ο υ Μ π ό κ ο υ

 

Μια ζωή ὀπως την ήθελε έζησε ο άσωτος υιός της πασίγνωστης παραβολής   του   Χριστού.   Με   πλήρη  αδιαφορία   για   το  θέλημα   του πατέρα   του   ή   των   άλλων   ανθρώπων,   πήρε   όσα   θεωρούσε   ότι δικαιωματικά τού ανήκαν και πήγε να κάνει τη ζωή του. Ύψιστο κανόνα του είχε να ζει όπως ακριβώς του αρέσει. Να κάνει ό,τι θέλει. Ο κόσμος όλος ήταν για να υπηρετεί τις δικές του ορέξεις, τις δικές του επιθυμίες, τα δικά του θελήματα και μόνο (Κυριακή του Ασώτου). 

Λίγο-πολύ δηλαδή έκανε ό,τι κάνουμε όλοι μας. Και ό,τι ακριβώς μαθαίνουμε   και   τα   παιδιά   μας   να   κάνουν.   Από   τη   στιγμή   που γεννιούνται, όλη μας η φροντίδα είναι να μην τους λείψει απολύτως τίποτε. Με το ανόητο επιχείρημα να απολαύσουν όλα όσα εμείς, οι προηγούμενες γενιές, στερηθήκαμε.  Και τα παιδιά μαθαίνουν πολύ καλά το μάθημά τους (εδώ είναι άριστοι μαθητές), ότι μπορούν να έχουν τα πάντα, ότι δικαιούνται τα πάντα, ότι μοναδικός κανόνας για τη ζωή τους είναι το να κάνουν ό,τι θέλουν. Η αποθέωση του θελήματος. 

Και είναι τόσο ολέθριο αυτό; 

Μα   πώς   να   συνυπάρξουν   έτσι   οι   άνθρωποι   μεταξύ   τους;   Στη συζυγία, στη δουλειά, στην κοινωνία; Όταν το μόνο στο οποίο όλοι ανεξαιρέτως συμφωνούν, είναι ο ένας και απαράβατος κανόνας, το να κάνει   ο   καθένας   ό,τι   του   αρέσει;   Μα   όσοι   άνθρωποι,   τόσα   και θελήματα. Κατ’ ανάγκην   λοιπόν, το μόνο  σίγουρο   είναι μια μόνιμη σύγκρουση όλων αυτών των εναντίων θελημάτων μεταξύ τους. Ο ένας να πολεμάει αδιάκοπα τον άλλον. 

Μα έλα που ο άνθρωπος δεν σταματάει ούτε εδώ. Δεν φτάνει που ο ένας θέλει να επιβάλλει τη θέλησή του πάνω στον άλλο. Πρέπει να υποταχθεί και ο Θεός. Να βάλει ο άνθρωπος το θέλημά του πάνω απ’ το θέλημα του Θεού. Ένας   πλούσιος   στα   πενήντα   του   είχε   καράβια,   αεροπλάνα, εργοστάσια, λεφτά με το τσουβάλι, μια κούκλα γυναίκα, δεν είχε όμως παιδί. Έκανε τάματα, αγιογραφίες, εκκλησίες, ορφανοτροφεία, έδινε πολλά χρήματα σε ελεημοσύνες, …τίποτα! Στα εφτά χρόνια επάνω λέει: «Θε μου, άκου να σου πω: Θα κάνεις τα πάνω κάτω και θα μου δώσεις παιδί. Θέλω διάδοχο για τα λεφτά μου». Και μένει η γυναίκα του έγκυος. Λέει: «Είδες που και ο Θεός φοβέρα θέλει;» 

Γεννιέται ένα χαριτωμένο παιδί, χαρά όλοι, μα στα δώδεκα χρόνια του,   πεθαίνει   η   μητέρα   του.   Αυτός   που   έτρεχε   σ’   όλο   τον   κόσμο, εσωτερικό-εξωτερικό, τί να κάνει με το παιδί; Έτσι δυο χρόνια μετά (το παιδί δεκατεσσάρων), παντρεύεται μια πολύ νεότερή του και φεύγει στο εξωτερικό. 

Στα τρία χρόνια (το  παιδί   δεκαεφτά),   γυρνάει   να τους δει, να χαρούν. Ανοίγει και βλέπει στο κρεβάτι τον γιο του με τη γυναίκα του. Τραβάει το πιστόλι και σκοτώνει επί τόπου τον γιο του, αυτή πήδηξε απ’ το παράθυρο και έφυγε. Τον έβαλαν στη φυλακή και βγήκε στα 90 του. Και λέει: «Όταν μπήκα στο κελλί της φυλακής, σκέφτηκα: Τί είπα του Θεού; Κάνε τα πάνω κάτω για να μου κάνεις  αυτό που θέλω.  Και έκανε ο Θεός τα πάνω κάτω. Στον Θεό λοιπόν να μην προσευχόμαστε έτσι, αλλά ταπεινά. Στον Θεό να λέμε: Θε μου, …νομίζω ότι θέλω αυτό, …νομίζω ότι θέλω εκείνο, αλλά, ό,τι θες, Θε μου, θέλω και επειδή το θες, το θέλω. Δεν εκβιάζουμε τον Θεό. Τον αφήνουμε να κάνει αυτά που Εκείνος νομίζει» (Γερόντισσα Χρυσοβαλάντη). 

Εμείς   θα   φτάσουμε   ποτέ   να   λέμε,   με   την   καρδιά   μας   όμως, «γενηθήτω το θέλημά σου»; 


ΔΟΣ ΜΟΙ ΤΟ ΕΠΙΒΑΛΛΟΝ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ

 

“ Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς.  καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας.  καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον” (Λουκ. 15, 11-12)  

“Κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δύο γιούς. ῾Ο μικρότερος ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε στὸν πατέρα του· “πατέρα, δῶσε μου τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας ποὺ μοῦ ἀναλογεῖ”· κι ἐκεῖνος τοὺς μοίρασε τὴν περιουσία”. 

 Δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, Κυριακή του ασώτου υιού ή του σπλαχνικού πατέρα ή του σκληρόκαρδου αδελφού. Η παραβολή συγκλονιστική και μοναδική. Οι λεπτομέρειες δείχνουν την αγάπη του Θεού- Πατέρα και τον απόλυτο σεβασμό στην ελευθερία του ανθρώπου. Από την αρχή ακόμη, όταν στο σπίτι του Πατέρα βρίσκονται και τα δύο αδέλφια, διαπιστώνουμε την εν ελευθερία αγάπη. Ο μικρότερος γιος βλέπει τη σχέση με τον Πατέρα ως σχέση συναλλαγής και συμφέροντος. Μένει κοντά Του ωσότου έρθει η στιγμή που μπορεί να διεκδικήσει το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογεί. Και ο λόγος του όχι λόγος παιδιού προς τον Πατέρα, αλλά ίσου προς ίσον: “δός μοι”, λέει ο μικρότερος γιος. Όχι “σε παρακαλώ, θα μπορούσες να μου δώσεις;”, όχι ευγένεια, όχι σεβασμός, αλλά ξεκάθαρη απαίτηση. Δεν είναι το θάρρος ενός παιδιού που μιλά με τον πατέρα του, αλλά το θράσος ενός συναλλασσόμενου που απαιτεί το μερίδιό του. “Το επιβάλλον μέρος”, “το μερίδιο που σου επιβάλλεται από τον νόμο να μου δώσεις, διότι μου αναλογεί”. Γνωρίζει ο υιός ότι ο πατέρας προφανώς έχει επίγνωση τού τι ορίζει ο νόμος για την κληρονομιά. Γνωρίζει ο υιός ότι είναι στη δικαιοδοσία του πατέρα ο χρόνος της διανομής, όπως επίσης και το ότι η τελική απόφαση για το ποσοστό της περιουσίας είναι δική του. Αυτό δεν τον εμποδίζει με θρασύτητα να απαιτεί το μερίδιο και να  επισημαίνει την υποχρέωση του πατέρα να του το δώσει, χωρίς να  σκέφτεται τη λογοδοσία για το τι θα κάνει αυτό που θα του δοθεί. “Της ουσίας”, της περιουσίας. Σ’ αυτήν περιλαμβάνονται μόνο τα υλικά αγαθά, δεν νοιάζεται ο υιός για την περιουσία της αγάπης, των συναισθημάτων, του κόπου για την ανατροφή. Δεν νοιάζεται ο υιός για τον κόπο του πατέρα να συγκεντρώσει την περιουσία, για το ότι ο υιός δεν εργάστηκε γι’ αυτήν, μόνο τη ζητά. Ένας άνθρωπος με νέκρωση ψυχής, αγνωμοσύνη, αναισθησία, θράσος, απαίτηση. 

 Το μόνο που συνδέει τον υιό με τον πατέρα είναι η λέξη “πάτερ”. Μπορεί η σκέψη του να μην έχει επίγνωση αγάπης, ευγνωμοσύνης και σεβασμού, όμως κρατά στην καρδιά του ότι είναι υιός και έχει πατέρα. Η συγγένεια της κατά φύσιν σχέσης, το όνομα και η ιδιότητα “πατέρας” εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα του. Και παρότι στην μακρινή χώρα θα λησμονήσει τα πάντα σε σχέση με το σπίτι του, όταν έρθει η ώρα της απόλυτης πτώχευσης, υλικής και ψυχικής, το όνομα και η ιδιότητα “πατέρας” θα τον κάνει να έλθει στα σύγκαλά του και να επιστρέψει. Θα γυρίσει με την προοπτική τού να γίνει υπηρέτης και μισθωτός του πατέρα του, αλλά θα ξαναλάβει την υιότητα. Γιατί αυτή είναι η αγάπη του Πατέρα. Προσμένει και δέχεται την μετάνοια και την επιστροφή του ασώτου υιού και του ξαναδίνει την ιδιότητα του υιού, επειδή είναι ο Ίδιος Πατέρας που αγαπά.

 Αντίθετα, ο πρεσβύτερος υιός της παραβολής, ο οποίος κρατά το υπόλοιπο μέρος της περιουσίας που του αναλογούσε, θυμώνει, μιλά σκληρά, αλλά δεν αναγνωρίζει τον Πατέρα του ως πατέρα. Τον θεωρεί πατέρα μόνο του νεώτερου υιού, ο οποίος, μάλιστα, τον εξευτέλισε κατασπαταλώντας την περιουσία που ο πατέρας τού έδωσε μετά πορνών και εν ασωτία, και όχι δικό του πατέρα. Όταν η σχέση είναι και παραμένει του μισθωτού και του συμφέροντος, τότε ο υιός παύει να είναι υιός. Μόνο που κι εδώ ο Πατέρας θα παραμείνει πατέρας: “τέκνον, συ πάντοτε μετ’ εμού ει”. Και θα του υπενθυμίσει με μια αυστηρή τρυφερότητα ότι έπρεπε να χαρεί διότι ο αδελφός του αναστήθηκε από την νέκρωση της ασωτίας και επέστρεψε στο σπίτι του Πατέρα και στη σχέση μαζί Του, αλλά και στη σχέση με τον αδελφό του.

 Συγκλονιστική όντως η παραβολή. Και μια υπενθύμιση σε όλους μας πρώτον, για τα κίνητρα που έχουμε στη σχέση μας με τον Θεό, για το αν ζούμε την υιότητα της αγάπης, της ευγνωμοσύνης, της εμπιστοσύνης στην πατρότητα και, κυρίως, αν αγαπούμε τους πεπλανημένους, τους αποτυχημένους, τους μετανοούντας ή αν ζητούμε τη σκληρότητα μιας δικαιοσύνης που δεν δίνει δεύτερη ευκαιρία, αλλά απαιτεί την αυστηρότητα των καθαρών, που όμως δεν μπορούν να δούνε όλη την ιστορία: ότι ελεύθερος δεν είναι μόνο όποιος μπορεί να φύγει, αλλά και όποιος μπορεί να επιστρέψει. Ότι τελικά πιστεύουμε σε έναν Θεό Πατέρα που αγαπά και συγχωρεί και σ’ αυτόν τον τρόπο μάς καλεί στο σπίτι Του και σπίτι μας που είναι η Εκκλησία: στο να αγαπούμε και να συγχωρούμε και να χαιρόμαστε  για κάθε έναν που επιστρέφει. Μόνο έτσι θα μπορούμε να δούμε και τις δικές μας υστερήσεις και τα δικά μας λάθη.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

8 Φεβρουαρίου 2026

Του Ασώτου υιού


Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026- ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ (Λουκ. 15, 11-32)

 Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην·  Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς.  καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας.  καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. καὶ μετ' οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως.   δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι.  καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους· καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου·  οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱὸς· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρὶ· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ·  ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ' ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

�Ἀπόδοση στή νεοελληνική

Εἶπε ὁ Κύριος τήν παραβολή· κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δύο γιούς. ῾Ο μικρότερος ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε στὸν πατέρα του· “πατέρα, δῶσε μου τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας ποὺ μοῦ ἀναλογεῖ”· κι ἐκεῖνος τοὺς μοίρασε τὴν περιουσία. ῞Υστερα ἀπὸ λίγες μέρες ὁ μικρότερος γιὸς τὰ μάζεψε ὅλα κι ἔφυγε σὲ χώρα μακρινή. ᾿Εκεῖ σκόρπισε τὴν περιουσία του κάνοντας ἄσωτη ζωή. ῞Οταν τὰ ξόδεψε ὅλα, ἔτυχε νὰ πέσει μεγάλη πείνα στὴ χώρα ἐκείνη, καὶ ἄρχισε κι αὐτὸς νὰ στερεῖται. Πῆγε λοιπόν κι ἔγινε ἐργάτης σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς πολίτες ἐκείνης τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος τὸν ἔστειλε στὰ χωράφια του νὰ βόσκει χοίρους. ῎Εφτασε στὸ σημεῖο νὰ θέλει νὰ χορτάσει μὲ τὰ ξυλοκέρατα ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, ἀλλὰ κανένας δὲν τοῦ ἔδινε. Τελικὰ συνῆλθε καὶ εἶπε· “πόσοι ἐργάτες τοῦ πατέρα μου ἔχουν περίσσιο ψωμί, κι ἐγὼ ἐδῶ πεθαίνω τῆς πείνας! Θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ πάω στὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ· πατέρα, ἁμάρτησα στὸν Θεὸ καὶ σ’ ἐσένα· δὲν εἶμαι ἄξιος πιὰ νὰ λέγομαι γιός σου· κάνε με σὰν ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐργάτες σου”. Σηκώθηκε, λοιπόν, καὶ ξεκίνησε νὰ πάει στὸν πατέρα του. ᾿Ενῶ ἦταν ἀκόμη μακριά, τὸν εἶδε ὁ πατέρας του, τὸν σπλαχνίστηκε, ἔτρεξε, τὸν ἀγκάλιασε σφιχτὰ καὶ τὸν καταφιλοῦσε. Τότε ὁ γιός του τοῦ εἶπε· “πατέρα, ἁμάρτησα στὸν Θεὸ καὶ σ’ ἐσένα καὶ δὲν ἀξίζω νὰ λέγομαι παιδί σου”. ῾Ο πατέρας ὅμως γύρισε στοὺς δούλους του καὶ τοὺς διέταξε· “βγάλτε γρήγορα τὴν καλύτερη στολὴ καὶ ντύστε τον· φορέστε του δαχτυλίδι στὸ χέρι καὶ δῶστε του ὑποδήματα. Φέρτε τὸ σιτευτὸ μοσχάρι καὶ σφάξτε το νὰ φᾶμε καὶ νὰ εὐφρανθοῦμε, γιατὶ αὐτὸς ὁ γιός μου ἦταν νεκρὸς καὶ ἀναστήθηκε, ἦταν χαμένος καὶ βρέθηκε”. ῎Ετσι ἄρχισαν νὰ εὐφραίνονται. ῾Ο μεγαλύτερος γιός του βρισκόταν στὸ χωράφι· καὶ καθὼς ἐρχόταν καὶ πλησίαζε στὸ σπίτι, ἄκουσε μουσικὲς καὶ χορούς. Φώναξε, λοιπόν, ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες καὶ ρώτησε νὰ μάθει τί συμβαίνει. ᾿Εκεῖνος τοῦ εἶπε· “γύρισε ὁ ἀδελφός σου, κι ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τὸ σιτευτὸ μοσχάρι, γιατὶ τοῦ ἦρθε πίσω γερός”. Αὐτὸς τότε θύμωσε καὶ δὲν ἤθελε νὰ μπεῖ μέσα. ῾Ο πατέρας του βγῆκε καὶ τὸν παρακαλοῦσε, ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀποκρίθηκε· “ἐγὼ τόσα χρόνια σοῦ δουλεύω καὶ ποτὲ δὲν παράκουσα καμιὰ ἐντολή σου· κι ὅμως σ’ ἐμένα δὲν ἔδωσες ποτὲ ἕνα κατσίκι γιὰ νὰ εὐφρανθῶ μὲ τοὺς φίλους μου. ῞Οταν ὅμως ἦρθε αὐτὸς ὁ γιός σου, ποὺ κατασπατάλησε τὴν περιουσία σου μὲ πόρνες, ἔσφαξες γιὰ χάρη του τὸ σιτευτὸ μοσχάρι”. Κι ὁ πατέρας του τοῦ ἀπάντησε· “παιδί μου, ἐσὺ εἶσαι πάντοτε μαζί μου κι ὅ,τι εἶναι δικό μου εἶναι καὶ δικό σου. ῎Επρεπε ὅμως νὰ εὐφρανθοῦμε καὶ νὰ χαροῦμε, γιατὶ ὁ ἀδελφός σου αὐτὸς ἦταν νεκρὸς κι ἀναστήθηκε, ἦταν χαμένος καὶ βρέθηκε”.

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026- ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ (Α’ Κορ. 6, 12-20)

 

Ἀδελφοί, πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. Τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. Τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. Οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ῎Αρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; Μὴ γένοιτο. ῎Η οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; «῎Εσονται» γάρ, φησίν, «οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν»· ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. Φεύγετε τὴν πορνείαν. Πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. ῎Η οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ῾Αγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; ᾿Ηγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἀδελφοί, μερικοὶ μεταξύ σας λένε· «῞Ολα μοῦ ἐπιτρέπονται». Σωστά· ὅλα ὅμως δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον. ῞Ολα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἐγὼ ὅμως δὲν θὰ ἀφήσω τίποτε νὰ μὲ κυριέψει. Λένε ἐπίσης· «Οἱ τροφὲς προορίζονται γιὰ τὴν κοιλιὰ καὶ ἡ κοιλιὰ εἶναι καμωμένη γιὰ τὶς τροφές»· ὁ Θεὸς ὅμως θὰ τὰ ἀχρηστέψει καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Τὸ σῶμα δὲν ἔγινε γιὰ νὰ πορνεύουμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ δοξάζουμε τὸν Κύριο, καὶ ὁ Κύριος θὰ δοξάσει τὸ σῶμα. Καὶ ὁ Θεὸς ποὺ ἀνέστησε τὸν Κύριο, μὲ τὴ δύναμή του θὰ ἀναστήσει κι ἐμᾶς. Δὲν ξέρετε ὅτι τὰ σώματά σας εἶναι μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ; Μπορῶ, λοιπόν, νὰ πάρω κάτι ποὺ εἶναι μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὸ κάνω μέλος τοῦ σώματος μιᾶς πόρνης; Ποτὲ τέτοιο πράγμα! ῍Η μήπως δὲν ξέρετε ὅτι αὐτὸς ποὺ ἑνώνεται μὲ μιὰ πόρνη γίνεται ἕνα σῶμα μαζί της; Γιατί, καθὼς λέει ἡ Γραφή, οἱ δύο θὰ γίνουν ἕνα σῶμα. ῞Οποιος ὅμως ἑνώνεται μὲ τὸν Κύριο, γίνεται ἕνα πνεῦμα μαζί του. Μακριὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν πορνεία! Κάθε ἄλλο ἁμάρτημα ποὺ μπορεῖ νὰ διαπράξει κανεὶς βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα του· αὐτὸς ὅμως ποὺ πορνεύει βεβηλώνει τὸ ἴδιο του τὸ σῶμα. ῍Η μήπως δὲν ξέρετε ὅτι τὸ σῶμα σας εἶναι ναὸς τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ποὺ σᾶς τὸ χάρισε ὁ Θεὸς καὶ βρίσκεται μέσα σας; Δὲν ἀνήκετε στὸν ἑαυτό σας· σᾶς ἀγόρασε ὁ Θεὸς πληρώνοντας τὸ τίμημα. Τὸν Θεὸ λοιπὸν νὰ δοξάζετε μὲ τὸ σῶμα σας καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σας, ποὺ ἀνήκουν σ’ ἐκεῖνον.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ

 Ένα νέο μάθημα εισάγεται στα σχολεία από τη νέα σχολική χρονιά. Σε εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες ορίζουν ότι για όσους μαθητές υφίσταται δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, η ελληνική πολιτεία οφείλει να παρέχει ένα μάθημα Ηθικής, ετοιμάστηκε ένα πρόγραμμα σπουδών και το μάθημα πλέον θα διδάσκεται από την Τρίτη Δημοτικού έως και την Τρίτη Λυκείου. 

 Φιλοδοξία του προγράμματος σπουδών είναι το μάθημα να ανταποκρίνεται στην πολυπολιτισμικότητα των καιρών, που απαιτεί σεβασμό και στις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις και στην αθεΐα, όπως επίσης και να μην μείνουν αναπάντητα, τουλάχιστον σε επίπεδο Ηθικής Φιλοσοφίας, ερωτήματα για τις σχέσεις πνεύματος και ύλης, ψυχής και σώματος, αλλά και για την ίδια τη φύση της ανθρώπινης σκέψης και πράξης. Παράλληλα, ο ρόλος και οι ποικίλες μορφές τέχνης, από τα παραδοσιακά θεμέλια της έννοιας του ωραίου, αλλά και την έκφραση του ιερού και της θρησκευτικής πίστης που λειτουργούν κανονιστικά, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη ερμηνείας και επαναπροσδιορισμού τους στις σύγχρονες συνθήκες. Γι’ αυτό φιλοδοξία του νέου μαθήματος είναι να βοηθήσει όσους το παρακολουθήσουν, να μάθουν στο να χειρίζονται ηθικά διλήμματα και ηθικά προβλήματα που εμφανίζονται στον δημόσιο χώρο και στην προσωπική ζωή, κυρίως όμως να μάθουν να ακούνε την άλλη άποψη, χωρίς να ταυτίζουν την Ηθική με τον ηθικισμό. Έτσι, στο σχολείο θα επανέλθει, σε εκτεταμένη μορφή, το μάθημα της Φιλοσοφίας, που παλαιότερα διδασκόταν στην Τρίτη Λυκείου, ενώ σήμερα μόνο όσοι ακολουθούν τη Θεωρητική κατεύθυνση έρχονται, έστω και αποσπασματικά, σε σε επαφή με τον φιλοσοφικό λόγο των αρχαίων Ελλήνων. 

            Καλοπροαίρετα ερωτήματα ανακύπτουν από τα παραπάνω: το πρώτο είναι ποιοι θα διδάξουν αυτό το μάθημα; Στην πραγματικότητα δύο είναι οι κατηγορίες των εκπαιδευτικών που έχουν γνώσεις τέτοιους είδους: οι θεολόγοι, οι οποίοι στο Πανεπιστήμιο, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, καταρτίζονται υποχρεωτικά  στον διάλογο με τη Φιλοσοφία και τα ηθικά ρεύματα, ακριβώς λόγω της ηθικής διάστασης της χριστιανικής πίστης και παράδοσης, και οι απόφοιτοι του τμήματος Φιλοσοφίας των Φιλοσοφικών σχολών, οι οποίοι όμως διορίζονται ως φιλόλογοι γενικά, μαζί με τους πτυχιούχους των τμημάτων Φιλολογίας και Ιστορίας- Αρχαιολογίας, οι οποίοι έχουν τη Φιλοσοφία συνήθως ως επιλεγόμενο μάθημα ή διδάσκονται τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη κυρίως από φιλολογικής πλευράς. 

       Το ερώτημα γίνεται μάλλον αναπάντητο για το Δημοτικό Σχολείο, εκεί όπου οι περισσότεροι δάσκαλοι δεν έχουν κάνει καν Διδακτική των Θρησκευτικών στις Παιδαγωγικές Σχολές, και θα κληθούν τώρα να διδάξουν ένα μάθημα τελείως άγνωστο σ’ αυτούς. Είναι πιθανόν λοιπόν, όπως στα περισσότερα Δημοτικά δεν διδάσκεται στην πράξη το μάθημα των Θρησκευτικών, έτσι και το μάθημα της Ηθικής να παραμείνει μεταρρύθμιση στα χαρτιά. 

           Προκύπτει όμως και ένα ερώτημα από το περιεχόμενο του μαθήματος, στο οποίο, προς τιμήν της πολιτείας, περιλαμβάνονται ενότητες με θέμα «Ηθική και Θρησκείες», όπου εξετάζεται η συμβολή των θρησκειών στην ανάπτυξη ηθικού προβληματισμού και παρουσιάζονται βασικές αρχές τους. Εδώ, επιστημονικά μάλλον μόνο οι θεολόγοι θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις ανάγκες του μαθήματος. 

          Θα ήταν σπουδαίο αν η πολιτεία έδινε τη δυνατότητα στους θεολόγους να μπορούν και στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση να βοηθήσουν τη νέα γενιά να αντιληφθεί ότι είναι άλλο οι προσωπικές πεποιθήσεις του καθενός και άλλο η ηθική ανάπτυξη της προσωπικότητας και οι ηθικές αρχές που οφείλουμε να έχουμε. Μόνο έτσι μπορούμε και να συνυπάρξουμε με όσους έχουν άλλη αντίληψη, αλλά και να είμαστε ενημερωμένοι υπεύθυνα και όχι επιφανειακά για το τι πρεσβεύουν οι θρησκείες, και ιδιαιτέρως η ορθόδοξη παράδοση, σε ζητήματα που η επιστημονική πρόοδος θέτει σε επίπεδο ιατρικό, κοινωνικό, οικογενειακό, κυριολεκτικώς ζωής και θανάτου, δηλαδή τα θέματα Βιοηθικής. 

         Θα ήταν σπουδαίο όμως εξίσου και οι θεολόγοι να συνειδητοποιήσουν ότι στην εποχή μας  η πίστη δεν θα κρατηθεί με νομικά επιχειρήματα, αλλά από καρδιές που αγαπούν, σέβονται, διαλέγονται και προτείνουν εν ελευθερία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 4 Φεβρουαρίου 2026

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Κερκύρας Νεκτάριος: Σήμερα, επιχειρείται η ενορχηστρωμένη δίωξη του Κυρίου μας

     Τη Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2026, εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, κ. Νεκτάριος, λειτούργησε και ομίλησε στην πανηγυρίζουσα ενορία των Καστελλάνων Μέσης Κέρκυρας. Ο Σεβασμιώτατος κατά τη Θεία Λειτουργία πλαισιώθηκε πέραν από τον εφημέριο, Πρωτοπρεσβύτερο Μιχαήλ Πανάρετο και από αρκετούς Ιερείς εκ των πλησιοχώρων ενοριών. Επίσης, η Εκκλησία γέμισε από τις φερέλπιδες παρουσίες των μαθητών του σχολείου της περιοχής ενώ παρευρέθηκε και ο Υφυπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, κ. Στέφανος Γκίκας.

Κατά τη ομιλία του ο κ. Νεκτάριος, απευθυνόμενος στο πολυπληθές εκκλησίασμα, αναφέρθηκε αρχικά στην εορτή της Υπαπαντής και στην προσφορά του βρέφους Ιησού στον Ναό από την Παναγία και τον Ιωσήφ ως πρωτοτόκου αρσενικού σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο. Ο Κύριός μας, ως Θεός ενανθρωπήσας υπακούει στον Νόμο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Εκεί, ο γηραιός Συμεών μέσω θείας αποκάλυψης αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Χριστού το σωτήριο Φως όλων των εθνών που θα διαλύσει το σκοτάδι το πνευματικό το οποίο προέρχεται από την αμαρτία και θα νικήσει κάθε κακό, κάθε καχυποψία ώστε οι άνθρωποι να κατανοήσουν την παρουσία του Θεού. Κρατώντας λοιπόν τον Θεάνθρωπο στην αγκαλιά του, δοξάζει τον Θεό δηλώνοντας έτοιμος να αναχωρήσει εκ του κόσμου. Παράλληλα, στρεφόμενος στην Παναγία, προφητεύει ότι ο Χριστός «κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν» αλλά θα είναι και σημείο αντιλεγόμενο στον κόσμο.

Είναι γεγονός ότι εκείνος ο οποίος στρέφεται προς το Σωτήρα μας Ιησούν Χριστόν, ζει εν πίστη και εν αγάπη μίαν άλλη πνευματική κατάσταση αφού εκλάμπει η ψυχή του και η καρδιά του από το φως της θεότητας. Αντιλαμβάνεται ότι η ζωή του κοντά στον Θεό είναι φωτεινή και ξεκάθαρη. Βλέπει τα μυστήρια αυτά τα οποία είδε και ο Απόστολος Παύλος ο οποίος αξιώθηκε από τον Θεόν να φτάσει έως τον «τρίτον ουρανόν». Αυτές τις πνευματικές καταστάσεις έζησαν και οι Άγιοι της Εκκλησίας μας και ζει κάθε αγωνιζόμενος άνθρωπος ο οποίος προσδοκά τη Σωτηρία και να είναι κοινωνός της θεότητος, είτε δια των μυστηρίων, είτε δια της προσευχής, έπειτα από τον πνευματικό αγώνα της καθάρσεως. 

Οι προφητικοί λόγοι του Συμεών είναι διαχρονικοί. Όντως ο Κύριός μας, ο Ιησούς Χριστός έτμησε την ιστορία της ανθρωπότητος στα δύο. Ο Χριστός μας, το Σωτήριον φως θα υπάρχει εις πείσμα όλων εκείνων οι οποίοι Τον αρνούνται και οι οποίοι κατεργάζονται την εξαφάνιση και την αμαύρωση του προσώπου του Κυρίου μας. Κείται λοιπόν εις πτώσιν όλων αυτών. Όμως, όσοι Τον απεδέχθησαν, έζησαν και ζουν σε υπερκόσμιες καταστάσεις ενώ βιώνουν τη σωτηρία τους. Δε λογίζεται για τον πιστό ο θάνατος του σώματος, διότι όταν ζει ο άνθρωπος πνευματικά γνωρίζει την πορεία του και άπτεται των μυστηρίων του Θεού, τα οποία είναι υπεράνθρωπα. 

Σήμερα, θέλουν να κάνουν τον «μετάνθρωπο». Από εικόνα Θεού θέλουν να καταντήσουν τον άνθρωπο μία παραμόρφωση. Καθένας μας είναι μοναδικός και ξεχωριστά πλασμένος από τον Θεό. Ακόμη και τα αδέλφια ή μέσα σε μία οικογένεια ομοιότητες μπορεί να υπάρχουν όμως, ο Θεός μοιράζει τα χαρίσματα στον καθέναν άνθρωπο ξεχωριστά. Εκείνοι οι οποίοι έρχονται και προσκρούουν επάνω στο όνομα του Κυρίου μας, επειδή δε θέλησαν να Τον αποδεχτούν και τον απέβαλαν από την καρδιά τους, για εκείνους, είναι κατάπτωση, καταστροφή, διαφθορά. Από την άλλη, όσοι Τον αποδέχονται ζουν την ανάσταση, το φως, τη χάρη του Θεού. Το αντιλεγόμενον σημείον ήταν, είναι και θα είναι ο Χριστός μας. 

Έχουμε αντιληφθεί άραγε τι συμβαίνει επάνω στον πλανήτη; Είναι ενορχηστρωμένη η δίωξη του προσώπου του κυρίου μας Ιησού Χριστού. Οι πολέμιοί Του είναι ενωμένοι προκειμένου να σπιλώσουν το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Όπως είχε πει και ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, κυρός Χριστόδουλος, «βλέπουν τον Σταυρό και δαιμονίζονται» καθώς δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Επιθυμούν να μετατρέψουν τον κόσμο σε μια μάζα για να τον εκμεταλλευτούν, όχι για να του δώσουν την τιμήν με την οποίαν μάς έπλασε ο Θεός. Ως αποτέλεσμα, οι χριστιανοί επάνω σε όλον τον κόσμο θα γίνουν όπως λέει η Αποκάλυψη οι μάρτυρες αυτής της εποχής. Οι μάρτυρες της παγκόσμιας δίωξης του Κυρίου μας Ιησού Χριστού τούτου του απατεώνος αιώνος.

Για αυτό, πρέπει να έχουμε αντιστάσεις στη ζωή μας και στην καρδιά μας απέναντι σε όλο το κακό το οποίο συντελείται επάνω στη Γη. Εάν δεν αποκτήσουμε μέσα μας την αίσθηση της δυνάμεως του Θεού, τότε πραγματικά θα γίνουμε ανίσχυροι και τότε ως ένας οδοστρωτήρας, αυτή η λαίλαπα θα περάσει από πάνω μας και θα διαλύσει τα πάντα, τον άνθρωπο, τα έθνη, την πίστη, την ιστορία, την οικογένεια, το ήθος και τις αξίες. 

Τέλος, ευχήθηκε χρόνια πολλά σε όλους και παρότρυνε τους νέους να αγωνιστούν ώστε να αποκτήσουν αντισώματα πνευματικά μέσα από την αληθινή πίστη στον Κύριό μας Ιησού Χριστό.