ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

«Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Ματθ. 9,2)


 «Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Ματθ. 9,2)

Αγαπητοί μου ,

Ο λόγος του Κυρίου προς τον παραλυτικό είναι:  «Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Πριν ακόμη θεραπεύσει το σώμα, ο Χριστός θεραπεύει την ψυχή. Δεν αρχίζει από την παράλυση των μελών, αλλά από την παράλυση της καρδιάς, γιατί γνωρίζει ότι η μεγαλύτερη δυστυχία του ανθρώπου δεν είναι η ασθένεια του σώματος αλλά η απομάκρυνσή του από τον Θεό.

Ο Κύριος απευθύνεται στον άνθρωπο με μία λέξη γεμάτη αγάπη: «Θάρσει». Δεν του λέγει «φοβήσου», ούτε «καταδικάζεσαι», αλλά του χαρίζει θάρρος. Η συγχώρηση δεν είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης αξίας αλλά καρπός της άπειρης θείας φιλανθρωπίας.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι ο Χριστός θεραπεύει πρώτα την ψυχή, διότι αυτή είναι ανώτερη από το σώμα. Η άφεση των αμαρτιών αποδεικνύει ότι ο Ιησούς δεν είναι απλώς θαυματουργός, αλλά ο ίδιος ο Θεός που έχει εξουσία να συγχωρεί. Και προσθέτει ότι το θαύμα της θεραπείας του σώματος γίνεται για να φανερωθεί η αλήθεια της αόρατης θεραπείας της ψυχής.

Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τονίζει ότι ο Χριστός βλέπει όχι μόνο την πίστη του παραλυτικού αλλά και την πίστη εκείνων που τον μετέφεραν. Έτσι μας διδάσκει ότι η πίστη της Εκκλησίας, η προσευχή των γονέων, των πνευματικών πατέρων και των αδελφών μας γίνεται πολλές φορές αφορμή να δεχθεί ο άνθρωπος το έλεος του Θεού.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκει ότι η αμαρτία είναι η πραγματική παράλυση της ανθρώπινης φύσεως. Ο άνθρωπος που ζει μακριά από τη χάρη μπορεί να κινείται σωματικά, αλλά πνευματικά παραμένει ακίνητος, ανίκανος να βαδίσει προς τη Βασιλεία του Θεού. Η μετάνοια, όμως, τον ανασταίνει και του χαρίζει νέα ζωή.

Σημαντική είναι και η αντίδραση των γραμματέων. Αντί να χαρούν για τη σωτηρία ενός ανθρώπου, σκανδαλίζονται. Ο Άγιος Θεοφύλακτος Αχρίδος παρατηρεί ότι η κακία τυφλώνει τον άνθρωπο τόσο, ώστε ακόμη και μπροστά στο θαύμα να παραμένει αμετανόητος. Όταν η καρδιά είναι γεμάτη υπερηφάνεια, ούτε τα θαύματα μπορούν να τη μεταπείσουν.

Το μήνυμα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής είναι βαθιά επίκαιρο. Ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι αναζητούν θεραπεία για το σώμα, αλλά λίγοι ενδιαφέρονται για την υγεία της ψυχής. Αγωνιζόμαστε να παρατείνουμε τη ζωή μας, ενώ συχνά λησμονούμε να τη γεμίσουμε με τη χάρη του Θεού.

Ο Χριστός εξακολουθεί και σήμερα να απευθύνει στον καθένα μας τα ίδια λόγια: «Θάρσει, τέκνον». Τα ακούμε κάθε φορά που προσερχόμαστε στο Ιερό Μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως. Εκεί η Εκκλησία, διά του πνευματικού, μεταφέρει τη συγχωρητική δύναμη του Χριστού. Καμία αμαρτία δεν είναι μεγαλύτερη από το έλεός Του, εφόσον υπάρχει ειλικρινής μετάνοια.

Ας πλησιάσουμε λοιπόν τον Κύριο με πίστη, ταπείνωση και εμπιστοσύνη. Ας αφήσουμε στα πόδια Του όχι μόνο τις εξωτερικές δυσκολίες μας αλλά κυρίως τις πληγές της ψυχής μας. Και τότε θα ακούσουμε κι εμείς τον γλυκύτατο λόγο της θείας αγάπης: «Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου».

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ

ΕΙΠΟΝ ΕΝ ΕΑΥΤΟΙΣ

 

“Καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· Οὗτος βλασφημεῖ” (Ματθ. 9, 3).

Τότε μερικοί ἀπό τούς γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους: «Μά αὐτός προσβάλλει τό Θεό». 

 Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την εξωστρέφεια. Οι άνθρωποι δεν κρατμάμε για τον εαυτό μας τις σκέψεις μας, αλλά, αυτόματα, εκφράζουμε ό,τι έχουμε μέσα μας είτε στις συνομιλίες μας με τους άλλους είτε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Αυτό θεωρείται νίκη κατά της υποκρισίας, απόδειξη του αληθινού μας εαυτού, και, ενώ κάποιοι πιστεύουν ότι το σύστημα στο οποίο ζούμε μάς υπονομεύει, ότι η δημοκρατία η οποία μας περιβάλλει δεν είναι αυθεντική, εντούτοις διαπιστώνουμε ότι είναι πολύ εύκολο να πούμε αυτό που νιώθουμε, χωρίς να έχει συνέπειες, ακόμη κι αν ξεπερνά τα όρια της ευπρέπειας, της ευγένειας, του σεβασμού στον άλλο. Τα σχόλια στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, στις διάφορες διαδικτυακές ομάδες, αλλά και στις ειδήσεις που αναρτώνται στο Διαδίκτυο, μαρτυρούν του λόγου το αληθές. Όσο ενοχλητικές, όσο αυθαίρετες, όσο καταστροφολογικές, όσο υβριστικές και συκοφαντικές κι αν είναι οι απόψεις, αν κάποιος τις καλύψει υπό το προσωπείο του ανώνυμου ή αν έχουν κάποια μικρή και μερική αλήθεια μέσα τους, περνάνε χωρίς συνέπειες, κάποτε αποθρασύνοντας τον εκφραστή τους, κάποτε οδηγώντας στον θρίαμβο ενός ανορθολογισμού που δεν έχει σχέση με το μυστήριο της πίστης.

       Όταν ο Χριστός στην Καπερναούμ βρίσκεται σε ένα σπίτι και διδάσκει, Του φέρνουν έναν παράλυτο άνθρωπο. Ο πρώτος λόγος του Κυρίου ήταν να του δώσει την άφεση των αμαρτιών του. Οι γραμματείς, οι εγγυητές της πίστης των Ιουδαίων, καθώς γνώριζαν γράμματα και τον Μωσαϊκό νόμο και κατέγραφαν τις ερμηνείες τους, σκέφτονται μέσα τους ότι ο Χριστός προσβάλλει τον Θεό με το να λέει ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες ενός ανθρώπου, ο οποίος εκ της ασθενείας του θεωρούνταν τιμωρημένος από τον Θεό ακριβώς διότι είχε αμαρτήσει. Μόνο ο Θεός, κατά τη γνώμη των γραμματέων, είχε το δικαίωμα να συγχωρέσει αμαρτίες, αλλά γι’ αυτούς ο Ιησούς δεν ήταν Θεός. Ο Κύριος όμως γνωρίζει τι σκέφτονται και, αφού τους το φανερώσει, θα αποδείξει ότι δεν γιατρεύει μόνο την πνευματική ασθένεια της αμαρτίας που ταλαιπωρεί τον κάθε άνθρωπο και τον παράλυτο, αλλά και γιατρεύει και το σώμα του ανθρώπου, δίνοντάς του τη δυνατότητα να σηκωθεί, να πάρει στους ώμους το κρεβάτι της ασθενείας και να βαδίσει υγιής προς το σπίτι του. 

      Οι γραμματείς δεν αποκαλύπτουν τι σκέφτονται. Είναι υποκριτές. Δείχνουν όμως με τον τρόπο τους αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα σε κάθε άνθρωπο, είτε φανερώνει είτε όχι τις σκέψεις του. Ο νους και η καρδιά μας αποκαλύπτουν ποιοι είμαστε. Αυτός που μιλά με αγάπη, δεν είναι από τυπικότητα, αλλά επειδή ζει για την αγάπη και με την αγάπη. Αυτός που καθυβρίζει, που διασύρει, που απορρίπτει, που θεωρεί ότι κατέχει την αλήθεια, στην πραγματικότητα είναι ασθενής ο ίδιος και επιχειρεί να επιβάλει την ασθένεια της αυτο-αυθεντίας στους άλλους. Και επειδή με τον θόρυβο και την πρόκληση νομίζει ότι θα πετύχει να δείξει ότι είναι σημαντικός και ότι έχει δίκιο, δεν διστάζει να εκφράσει το έλλειμμα της αγάπης, που συνδέεται με τον ανορθολογισμό. Η πειθώ θέλει επιχειρήματα, θέλει ευγένεια, θέλει να ακούς τον άλλον, θέλει να βλέπεις λίγο παραπέρα. Διότι τελικά οι γραμματείς, έχοντας τη βεβαιότητα της δικής τους αυθεντίας, δεν μπόρεσαν ούτε μετά το θαύμα της ίασης του παραλυτικού να κάνουν το βήμα να αποδεχτούν ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και όχι ένας άνθρωπος που καπηλεύεται και βλασφημεί το όνομα του Θεού.

       Στην εποχή μας, στις σχέσεις μας με τους άλλους, οικείους, ξένους, επώνυμους και άσημους, ας παλεύουμε να βγάζουμε λόγο αγάπης, λόγο πειθούς, λόγο ευγένειας, αρχοντιάς, ακόμη και στην κριτική μας.  Υποκρισία είναι να κατηγορείς τους άλλους ότι δεν κάνουν κάτι, που κι εσυ ο ίδιος δεν κάνεις. Να επικαλείσαι την τελειότητα, ενώ είσαι ατελής. Να ομνύεις ότι εσύ κατέχεις την αλήθεια του Θεού και να κατακρίνεις τους άλλους. Να μη νιώθεις ότι στη ζωή υπάρχει το “γίγνεσθαι” και ότι ο Θεός μιλά μέσω ανθρώπων και περιστάσεων που εσύ δεν βλέπεις, ακριβώς διότι έχεις αναγορεύσει τον εαυτό σου σε αυθεντία και θεωρείς, επειδή η εποχή μας σου έχει δημιουργήσει την ψευδαίσθηση, ότι έχεις δύναμη ή εκτονώνεσαι μη ξεκινώντας από τη δική σου παραλυσία και ζητώντας από τον Θεό να σου τη γιατρέψει, αλλά βλέποντας μόνο την παραλυσία των άλλων. 

       Αν οι γραμματείς είχαν πόνο και αγάπη για τον παραλυτικό, δεν θα σκέφτονταν έτσι για τον Χριστό. Αν έχουμε πόνο και αγάπη για τον εαυτό μας και τον συνάνθρωπο, θα βρούμε τον τρόπο να μιλήσουμε τη γλώσσα της αγάπης και της αλήθειας. Για να συμπορευτούμε στην οδό της Εκκλησίας, στην οδό της αφέσεως των αμαρτιών, στην οδό της πνευματικής ιάσεως, που, αν θέλει ο Χριστός, θα γίνει και σωματική.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

12 Ιουλίου 2026

Κυριακή ΣΤ’ Ματθαίου

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 12 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026 (Ματθ. 9, 1-8)

 

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐμβὰς ὁ Ἰησοῦς εἰς πλοῖον διεπέρασεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον. καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπεν τῷ παραλυτικῷ· Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· Οὗτος βλασφημεῖ. Καὶ εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· Ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει; Ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας – τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· Ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. Καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. Ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.

Απόδοση σε απλή γλώσσα

Εκείνο τον καιρό ο Ιησούς επιβιβάστηκε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην πόλη του. Τότε του έφεραν έναν παράλυτο ξαπλωμένο σ’ ένα κρεβάτι. Όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Θάρρος, παιδί μου, σου συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες σου». Τότε μερικοί από τους γραμματείς είπαν μέσα τους: «Μα αυτός προσβάλλει το Θεό». Ο Ιησούς όμως, που κατάλαβε τις σκέψεις τους, είπε: «Γιατί κάνετε πονηρές σκέψεις; Τι είναι ευκολότερο να πω: “σου συγχωρούνται οι αμαρτίες” ή να πω: “σήκω και περπάτα”; Για να μάθετε λοιπόν πως ο Υιός του Ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη» –λέει στον παράλυτο: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Εκείνος σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του. Όταν ο κόσμος το είδε αυτό έμειναν κατάπληκτοι και δοξολόγησαν το Θεό, που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 12 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026 (Ρωμ. ιβ΄ 6-14)

 


Ἀδελφοί, ἔχοντες χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι. Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος. ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ, τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι, τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι, τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί, τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες, τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες, ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες. εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε. 

Απόδοση σε απλή γλώσσα

Αδελφοί, η χάρη του Θεού μάς έδωσε διάφορα πνευματικά χαρίσματα: Άλλος είναι προφήτης, για να κηρύττει ανάλογα με το βαθμό της πίστεώς του·  άλλος έχει το χάρισμα της διακονίας, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Το ίδιο να κάνει κι ο δάσκαλος του λαού του Θεού με τη διδασκαλία·  κι όποιος έχει το χάρισμα να στηρίζει τους αδερφούς, να τους στηρίζει. Αλλά κι όποιος μοιράζει τα αγαθά του με τους άλλους, να το κάνει με απλότητα· ο προϊστάμενος να δείχνει ζήλο για το έργο του· όποιος μοιράζει τις ελεημοσύνες να το κάνει με καλοσύνη.

 Η αγάπη σας να είναι ειλικρινής. Να αποστρέφεστε το κακό και να ακολουθείτε το καλό.  Να δείχνετε με στοργή την αγάπη σας για τους άλλους πιστούς. Να συναγωνίζεστε ποιος θα δείξει περισσότερη εκτίμηση στον άλλο.  Μην είστε οκνηροί σ’ ό,τι πρέπει να δείχνετε ζήλο, να έχετε πνευματικό ενθουσιασμό, να υπηρετείτε τον Κύριο.  Η ελπίδα να σας δίνει χαρά. Να έχετε υπομονή στις δοκιμασίες. Να επιμένετε στην προσευχή.  Να βοηθάτε τους άλλους χριστιανούς, όταν βρίσκονται σε ανάγκη, και να επιδιώκετε να φιλοξενείτε τους αδερφούς.  Να προσεύχεστε για το καλό των διωκτών σας, να ζητάτε την ευλογία του Θεού γι’ αυτούς κι όχι να τους καταριέστε.

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ π. Δημητρίου Μπόκου

 

π. Δημητρίου Μπόκου 

Τη στενή σχέση αμαρτίας και ασθένειας έδειξε ο Χριστός, θεραπεύοντας τον παραλυτικό που έφτασε με παράξενο τρόπο μπροστά του (κατεβασμένος με σχοινιά από τη στέγη του σπιτιού), αφού όμως έδωσε προτεραιότητα στην υγεία της ψυχής του, προτάσσοντας της σωματικής θεραπείας την άφεση των αμαρτιών του (Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου). 

Εξ αρχής είχε τονισθεί από τον Θεό στον άνθρωπο η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αμαρτίας και ασθένειας. Η διάπραξη της αμαρτίας θα επέφερε στον δυνάμει αθάνατο άνθρωπο φθορά. Ασθένεια, πόνο, γήρανση, θάνατο. Όπερ και εγένετο. Ο άνθρωπος ένεκα της αμαρτίας κληρονόμησε θνητότητα και πολύμοχθο βίο. Γεμάτο ταλαιπωρία και βάσανα. 

Ο βιβλικός άνθρωπος είχε ισχυρή μέσα του την αντίληψη ότι κάθε λυπηρό στη ζωή του προερχόταν από την αμαρτία. «Ωσεί φορτίον βαρύ» αισθάνεται ο Δαυΐδ τις αμαρτίες του και θρηνεί γι’ αυτές, θεωρώντας ότι εξ αιτίας τους επέπεσε πάνω του η οργή του Θεού και όλο το σώμα του ασθένησε βαριά. «Ουκ έστιν ίασις εν τη σαρκί μου από προσώπου της οργής σου, ουκ έστιν ειρήνη εν τοις οστέοις μου από προσώπου των αμαρτιών μου» (Ψαλμ. 37, 4). 

Ο Ιώβ ακούει από τους τρεις «παρηγορητές» φίλους του, ότι είναι αδύνατο να έχει υποστεί τέτοιες φοβερές συμφορές χωρίς να έχει αμαρτήσει βαρύτατα. Ακόμα και για τον Μεσσία Χριστό οι Εβραίοι, βλέποντας τα πάθη του και την επώδυνη σταύρωσή του, είχαν την εσφαλμένη αντίληψη ότι τα παθαίνει όλα αυτά, επειδή ο Θεός τον τιμωρεί για τις αμαρτίες του. Ότι είναι «εν πόνω και εν πληγή από Θεού και εν κακώσει» (Ησ. 53, 4). Και αυτό τους κατασκανδάλιζε. Δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι ήταν δυνατόν να πάσχει κάποιος υπέρ των άλλων. 

Πέραν του ότι ο Χριστός ειδικά οδυνάται για τις δικές μας αμαρτίες και ότι οι άγιοι γενικά δοκιμάζονται από τον Θεό για να προκόψουν έτι περαιτέρω στην αγιότητα, δεν παύει να ισχύει το ότι η αμαρτία παραμένει γενεσιουργός αιτία της ταλαιπωρίας, της φθοράς, της αρρώστιας, του θανάτου. Ο άγιος Παΐσιος (που εορτάζει σήμερα, 12 Ιουλ.) μιλάει για μια πολύ συνηθισμένη αμαρτία, που φέρνει μεγάλο κακό στη ζωή μας: Τον μη εκκλησιασμό λόγω εργασίας την Κυριακή. 

«Δουλεύουν Κυριακές και γιορτές και τους βρίσκουν συμφορές. Κανονικά πριν από τον Εσπερινό της γιορτής ή της Κυριακής σταματάει κάθε εργασία. Παλιά και οι χωρικοί που ήταν έξω στα χωράφια, μόλις άκουγαν την καμπάνα του Εσπερινού, έκαναν τον σταυρό τους και σταματούσαν τη δουλειά. Το ίδιο και οι γυναίκες που κάθονταν στη γειτονιά. Σηκώνονταν, έκαναν τον σταυρό τους και άφηναν το πλέξιμο ή ό,τι άλλο έκαναν. Και ο Θεός τούς ευλογούσε. Είχαν την υγεία τους και χαίρονταν. Τώρα κατήργησαν τις γιορτές, απομακρύνθηκαν από τον Θεό και την Εκκλησία και τελικά, όσα βγάζουν από τη δουλειά τους τα δίνουν στους γιατρούς και στα νοσοκομεία. 

Μια φορά ήρθε ένας πατέρας στο Καλύβι και μου λέει: «Το παιδί μου αρρωσταίνει συχνά και οι γιατροί δεν μπορούν να βρουν τί έχει». «Να σταματήσεις να δουλεύεις Κυριακή και όλα θ’ αλλάξουν», του είπα. Πράγματι σταμάτησε, και το παιδάκι του έγινε καλά. 

Πάντα λέω στους λαϊκούς να σταματήσουν να δουλεύουν Κυριακές και γιορτές, για να μην τους βρουν στη ζωή τους συμφορές. Όλοι μπορούν να ρυθμίσουν τη δουλειά τους. Και αν λίγο ζημιωθούν από μια λύση, θα πάρουν ευλογία διπλή. Πολλοί όμως δεν το καταλαβαίνουν... Η Θεία Λειτουργία αγιάζει. Αν δεν πάει ο Χριστιανός την Κυριακή στην Εκκλησία, πώς θα αγιασθεί;» (Αγ. Παϊσίου, Λόγοι, Α΄, Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, σ. 185). 

Και να ’ταν μόνο αυτό; 

Τόσες άλλες βαρύτατες αμαρτίες μας, πόση ζημιά κάνουν άραγε στη ζωή μας; 


Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

ΔΕΝ ΕΧΩ ΧΡΟΝΟ




    

            Μία από τις συνήθεις φράσεις που ακούνε τα παιδιά από τους γονείς τους είναι το «δεν έχω χρόνο». Από την μία η εργασία, η οποία ξεπερνά τα προβλεπόμενα όρια, όχι μόνο τα χρονικά, αλλά και της έγνοιας γι’ αυτήν, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να αισθάνεται «ξεζουμισμένος», και από την άλλη ο φόβος για ποιότητα σχέσης που να ξεπερνά την αναγκαία συνοδοιπορία, η οποία εγκλωβίζεται στο να πάει ο γονιός το παιδί στο σχολείο, στο φροντιστήριο, σε άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες, να γεμίσει τον χρόνο του, να αποκτήσει εφόδια, να μπορεί να έχει πιθανότητες να είναι πιο καλλιεργημένο στη ζωή του. Η σχέση όμως προϋποθέτει διάλογο, παιχνίδι, κοινές δράσεις, βούτηγμα του μεγάλου στα εκκολαπτόμενα σκοτάδια του μικρού, ώστε να προλάβει να τον βοηθήσει να τα αντιμετωπίσει. Προϋποθέτει προσανατολισμό αγάπης, η οποία κάνει τον μεγάλο να αντιμετωπίσει τους δικούς του φόβους, τις ανασφάλειες για το αν είναι καλός γονιός ή όχι και τι πρέπει να κάνει για να είναι το παιδί του ευχαριστημένο.

                Το «δεν έχω χρόνο» μεταφράζεται «σε κάνω να μην έχεις χρόνο κι εσύ». Σου δίνω ένα κινητό, για να μπορείς να περνάς το υπόλοιπο της ώρας σου, ώστε να μη χρειάζεται να ασχοληθώ μαζί σου. Γιατί αν ασχοληθώ, θα πρέπει να ξεκινήσω να βλέπω σε τι υστερώ, τι φοβάμαι, τι νιώθω ότι θέλεις από μένα και δεν γνωρίζω αν έχω να σου δώσω. Κυρίως όμως το να βρω χρόνο σημαίνει να αισθάνομαι πως ό,τι κι αν κάνω, δεν μετρά μπροστά στη χαρά να είμαι με σένα, το παιδί μου, να παίξω μαζί σου, να σε ακούσω, να μοιραστώ ό,τι σε τρομάζει ή ό,τι σου δίνει νόημα, ακόμη κι αν είναι πολύ μακριά από τις δικές μου σκέψεις, τα δικά μου βάσανα, τις δικές μου ενασχολήσεις.

                Δεν έχω χρόνο να σου μαγειρέψω, διότι θα πρέπει να μάθω να το κάνω. Δεν έχω χρόνο να διαβάσω μαζί σου κάτι, διότι θα πρέπει να μάθω εγώ να διαβάζω. Δεν έχω χρόνο να παίξω μαζί σου, διότι μεγάλωσα χωρίς να παίζω ή το παιχνίδι με τρομάζει γιατί πρέπει να γίνω λίγο παιδί. Δεν έχω χρόνο να σου μιλήσω, διότι το κήρυγμα είναι εύκολο, αλλά το να θυμηθώ πώς ήμουν όταν ήμουν παιδί ή έφηβος, πώς αισθανόμουν, τι με φόβιζε, αν δεν το έχω διαχειριστεί, αν δεν τα έχω βρει με τους δικούς μου γονείς, είναι ανηφόρα αβάσταχτη. Δεν έχω χρόνο να σου μιλήσω για τον Θεό, διότι θα πρέπει να αποφασίσω αν πιστεύω ή όχι. Δεν έχω χρόνο να πάω εκκλησία, να γιορτάσω, να σου δείξω τη χαρά της παράδοσης, διότι θα πρέπει να υπερβώ τις δικές μου προκαταλήψεις, να δω ποια είναι η αλήθεια μου και ποια είναι η όντως Αλήθεια κι αυτό θέλει κόπο. Δεν έχω χρόνο να κρίνω τον κόσμο, την πολιτική, τις ιδέες, τα πρόσωπα, διότι θα πρέπει να ξαναδώ ποιο είναι το νόημα της ζωής, ποιος είναι ο πολιτισμός στον οποίο ζω, αν υπάρχει νόημα υπέρβασης, εξόδου από το κακό, όραμα ζωής και όχι μόνο διαχείρισης, συνέπεια δικών μου λόγων και έργων. Έτσι, προτιμώ την εύκολη κριτική των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης,  την ισοπέδωση ή το βόλεμα.

                Αν βάζαμε όλοι μας λίγο τον χρόνο στη θέση του, δηλαδή στην ισορροπία, στην έγνοια της αγάπης, στην βεβαιότητα ότι ό,τι περνά δεν ξαναγυρίζει, ίσως θα βλέπαμε τα παιδιά μας ως τα πρόσωπα εκείνα που περιμένουν από εμάς να μοιραστούμε μαζί τους τα σωστά και τα λάθη μας, τις νίκες και τις αποτυχίες μας, την πίστη και την έγνοια. Και τότε, ακόμη κι αν δεν είχαμε χρόνο, θα δημιουργούσαμε. Τα πάντα, άλλωστε,  περνούν από τη διάθεση της καρδιάς.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 8 Ιουλίου 2026

2026-07-08 ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ