Ενορία Αγίου Ελευθερίου Κερκύρας
Κυριακή 16 Αυγούστου 2026
Σάββατο 15 Αυγούστου 2026
ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗΝ ΙΑ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
«Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;»
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Σήμερα ο Κύριός μας μάς βάζει μπροστά σε έναν καθρέφτη. Και ο καθρέφτης αυτός δεν δείχνει το πρόσωπό μας, αλλά την καρδιά μας.
Το Ευαγγέλιο μας διηγείται την παραβολή του ανθρώπου που χρωστούσε στον βασιλιά του «μύρια τάλαντα». Ήταν ένα χρέος αδύνατο να εξοφληθεί.
Ο άνθρωπος αυτός πέφτει στα πόδια του βασιλιά και λέει:«Κύριε, μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί».
Και ο βασιλιάς κάνει κάτι που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη λογική: Του χαρίζει όλο το χρέος.
Δεν του δίνει απλώς παράταση. Δεν του λέει να πληρώσει αργότερα. Τον ελευθερώνει από ολόκληρο το χρέος.
Αυτό, αδελφοί μου, είναι η εικόνα της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο.
«Μύρια τάλαντα» είναι το δικό μας χρέος. Ποιο είναι αυτό το τεράστιο χρέος; Είναι η αμαρτία μας.
Είναι όλα εκείνα που έχουμε κάνει και όλα εκείνα που αφήσαμε να περάσουν χωρίς να κάνουμε το καλό.
Είναι οι φορές που αδικήσαμε. Οι φορές που κατακρίναμε. Οι φορές που πληγώσαμε. Οι φορές που θυμώσαμε. Οι φορές που απομακρυνθήκαμε από τον Θεό.
Και όμως, όταν επιστρέφουμε με μετάνοια, ο Θεός δεν μας αντιμετωπίζει σύμφωνα με το χρέος μας.
Μας αντιμετωπίζει σύμφωνα με το έλεός Του.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στέκεται ιδιαίτερα στη διαφορά ανάμεσα στα «μύρια τάλαντα» και στα «εκατό δηνάρια». Θέλει να μας δείξει πόσο απέραντη είναι η ευεργεσία που δεχόμαστε από τον Θεό και πόσο μικρότερο είναι αυτό που καλούμαστε εμείς να συγχωρήσουμε στον συνάνθρωπό μας.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία μάς καλεί κάθε φορά που στεκόμαστε μπροστά στον Θεό να θυμόμαστε:
«Εγώ πρώτος έχω ανάγκη από το έλεος του Θεού».
Και τότε έρχεται η μεγάλη δοκιμασία. Ο άνθρωπος εκείνος βγαίνει από το παλάτι έχοντας λάβει την απέραντη συγχώρηση του βασιλιά.
Και συναντά έναν άνθρωπο που του χρωστά μόλις εκατό δηνάρια.
Τον αρπάζει και απαιτεί: «Ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις».
Ο άλλος τον παρακαλεί με τα ίδια σχεδόν λόγια: «Μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί».
Όμως ο πρώτος δούλος δεν δείχνει κανένα έλεος. Και τότε αποκαλύπτεται η τραγωδία.
Είχε λάβει τη συγχώρηση, αλλά δεν είχε γίνει άνθρωπος της συγχωρήσεως.
Είχε δεχθεί το έλεος, αλλά δεν είχε αφήσει το έλεος να αλλάξει την καρδιά του.
Αδελφοί μου, εδώ βρίσκεται ένα μεγάλο μάθημα για όλους μας.
Μπορεί να πηγαίνουμε στην Εκκλησία.Μπορεί να προσευχόμαστε. Μπορεί να ζητούμε από τον Θεό: «Κύριε, ελέησον».
Αλλά αν μέσα στην καρδιά μας κρατούμε μίσος, κακία και μνησικακία, τότε δεν έχουμε ακόμη καταλάβει τι σημαίνει το έλεος που ζητούμε.
«Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι;» Και τότε ακούγεται η φοβερή ερώτηση του βασιλιά:
«Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;»
«Δεν έπρεπε κι εσύ να ελεήσεις τον σύνδουλό σου, όπως εγώ σε ελέησα;»
Αυτή η ερώτηση απευθύνεται σήμερα και στον καθένα από εμάς.
Δεν έπρεπε κι εσύ να συγχωρήσεις; Εσύ που τόσες φορές ζήτησες συγχώρηση από τον Θεό; Εσύ που τόσες φορές είπες: «Κύριε, ελέησόν με τον αμαρτωλό»; Εσύ που γνωρίζεις πόσο μεγάλη είναι η δική σου αδυναμία; Δεν έπρεπε κι εσύ να ελεήσεις;
Ο Χριστός είναι το πρότυπο της συγχωρήσεως
Ο Χριστός δεν μας δίδαξε μόνο με λόγια τη συγχώρηση. Μας τη δίδαξε με τη ζωή Του. Επάνω στον Σταυρό, ενώ Τον σταυρώνουν, δεν ζητά εκδίκηση. Δεν καταριέται εκείνους που Τον αδικούν. Αλλά προσεύχεται:
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι».
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θαυμάζει αυτή τη στάση του Χριστού και μας καλεί να βλέπουμε στη συγχώρηση τον δρόμο που μας κάνει να μοιάσουμε στον Θεό.
Γιατί, αδελφοί μου, ο άνθρωπος δεν γίνεται ποτέ τόσο όμοιος με τον Χριστό όσο όταν συγχωρεί από καρδιάς.
Η συγχώρηση δεν σημαίνει ότι η αδικία δεν συνέβη. Ίσως κάποιος πει:
«Πάτερ, με αδίκησε. Με πλήγωσε. Πώς να τον συγχωρήσω;»
Η Εκκλησία δεν μας λέει ότι η αδικία δεν έγινε.
Δεν μας ζητά να αρνηθούμε την πληγή. Μας ζητά όμως να μη γίνει η πληγή μίσος. Να μη γίνει η αδικία δηλητήριο μέσα στην ψυχή μας.
Μπορεί να θυμόμαστε αυτό που συνέβη, αλλά να μην ευχόμαστε το κακό του άλλου.
Μπορεί να μην μπορούμε αμέσως να αποκαταστήσουμε μια σχέση, αλλά μπορούμε να προσευχηθούμε: «Κύριε, ελέησέ τον. Κι εμένα ελέησέ με».
Και αυτή η προσευχή είναι ένα μεγάλο βήμα προς τη συγχώρηση.
«Ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν» Κάθε μέρα προσευχόμαστε:
«Πάτερ ἡμῶν... ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν».
Αλλά αμέσως προσθέτουμε: «Ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».
Αυτό είναι συγκλονιστικό.
Ζητούμε από τον Θεό:
«Συγχώρησέ με, όπως συγχωρώ κι εγώ».
Δεν μπορούμε να ζητούμε το έλεος του Θεού και συγχρόνως να κλείνουμε την καρδιά μας στον αδελφό μας.
Γι’ αυτό ο Χριστός σήμερα μάς καλεί να κάνουμε μια εξέταση της καρδιάς μας.
Ας γίνει, λοιπόν, η συγχώρηση όχι απλώς λόγος στα χείλη μας, αλλά κατάσταση της καρδιάς μας.
Γιατί εκεί όπου υπάρχει συγχώρηση, εκεί υπάρχει Χριστός.
π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ
ΑΓΑΘΗ ΚΑΙ ΠΟΝΗΡΗ ΚΑΡΔΙΑ π. Δημητρίου Μπόκου
π. Δημητρίου Μπόκου
Σε μια παραβολή του ο Χριστός λέει, ότι σε κάποιον δούλο που χρωστούσε το υπέρογκο ποσό των μυρίων (δέκα χιλιάδων) ταλάντων (εκατομμύρια σημερινά λεφτά), έγινε παραγραφή του χρέους από τον κύριό του. Ο δούλος όμως δεν χάρισε ένα μηδαμινό χρέος (εκατό δηνάρια) σε κάποιον συνάδελφό του. Το αφεντικό του τότε ακύρωσε την παραγραφή του χρέους και τον φυλάκισε μέχρι να εξοφλήσει τα πάντα έως και το τελευταίο λεπτό (Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου).
Ο κύριος του δούλου αγανάκτησε, διότι ο δούλος δεν διδάχτηκε τίποτε από τη δική του μεγαλοψυχία και αγαθότητα. Δεν παραδειγματίστηκε από την ευσπλαχνία του αφεντικού του. Χαρακτήρισε τον δούλο ως πονηρό, γιατί έδειξε κακία και τον καταδίκασε ακριβώς γι’ αυτό. «Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα;» Δεν έπρεπε και συ να δείξεις ευσπλαχνία στον σύνδουλό σου, όπως σπλαχνίστηκα και εγώ εσένα;
Η ασπλαχνία του δούλου είναι κάτι παράλογο, τη στιγμή που ο ίδιος δέχεται «το μέγα έλεος» από τον κύριό του. Δούλος είναι ο κάθε άνθρωπος, κύριος είναι ο Θεός και χρέος είναι οι αμαρτίες μας. Όλοι μας χρωστάμε υπέρογκα χρέη στον Θεό, αλλά και κάποια χρέη, μικρά ή μεγαλύτερα, μεταξύ μας.
Αυτό που ενδιαφέρει τον Θεό είναι η κατάσταση της καρδιάς μας. Αν έχουμε σπλαχνική ή άσπλαχνη καρδιά. Δεν τον ενδιαφέρει το μικρό ή μεγάλο χρέος μας απέναντί του. Ούτε καν οι καλές μας πράξεις τον ενδιαφέρουν, αν γίνονται για τον τύπο.
Η παραβολή του άσπλαχνου δούλου ειπώθηκε, γιατί ο Πέτρος είχε ρωτήσει αν είναι λογικό να συγχωρήσει τον αδελφό του μέχρι εφτά φορές. Και ο Χριστός του απάντησε ότι έχει κάποιο λάθος στον τρόπο που σκέφτεται. Μια σπλαχνική καρδιά συγχωράει όχι εφτά φορές, αλλά πάντα. Άπειρες φορές. «Έως εβδομηκοντάκις επτά». Όσες φορές και αν μας φταίξει κανείς. Η αγάπη και η ανεξικακία δεν μετράνε τα φταιξίματα του άλλου. Τα μετράει μόνο η πονηρή καρδιά. Που γεμάτη εκδικητικότητα και κακία, δεν εννοεί να συγχωρήσει ποτέ. Ακόμα και αν ευεργετηθεί, όπως ο πονηρός δούλος της παραβολής.
Και όμως η λογική του Χριστού είναι απλούστατη: Θέλετε να ελεηθείτε από τον Θεό; Γίνετε και σεις ελεήμονες στους συνανθρώπους σας. Ο άνθρωπος που έχει μέσα του ευσπλαχνία και αγάπη μοιάζει στον Θεό, ο οποίος «οικτίρμων εστί» προς πάντας.
Επιπλέον η αγάπη αναπληρώνει τις άλλες ελλείψεις και αμαρτίες μας. Λέει ο άγιος Παΐσιος: «Εάν ένας άνθρωπος είναι καλός και πονετικός, μην τον φοβάσαι. Αν π.χ. πίνει ή παίζει χαρτιά και έχει άλλα πάθη και δεν πιστεύει, αλλά όταν δει ένα φτωχό, λυπάται, ταράζεται, θέλει να βοηθήσει, αυτόν μην τον φοβάσαι, θα τον βοηθήσει ο Χριστός. Αλλά αν κάποιος είναι σκληρός και, παρ’ όλο που έχει πολλά, επιμένει και σκληραίνει, …αυτός δεν πάει καλά και θέλει πολλή προσευχή για να αλλάξει αυτός»!
Ελεήμονα καρδιά μπορεί να έχει και εκείνος που δεν έχει καθόλου χρήματα για να ελεήσει φτωχούς. Μπορεί να τους αγαπάει, να τους συμπαρίσταται με την παρουσία του και να προσεύχεται αδιάκοπα γι’ αυτούς.
Αντιστοίχως και όποιος έχει μέσα του σκληρή και άπονη καρδιά, απορρίπτεται ασυζητητί από τον Θεό, ακόμα και αν δεν προβεί σε καμμιά κακή ενέργεια εναντίον άλλων. Μετράει το ποιόν της καρδιάς και όχι τόσο οι εξωτερικές πράξεις, είτε καλές είτε κακές.
Προέχει να αποκτήσουμε σπλαχνική καρδιά. Να ελεούμε από αγάπη και να συγχωρούμε «από των καρδιών ημών τα παραπτώματα» των αδελφών μας.
Όχι τυπικά, απλώς από καθήκον.
ΜΑΚΡΟΘΥΜΗΣΟΝ ΕΠ’ ΕΜΟΙ
«Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω» (Ματθ. 18, 26)
῾Ο δοῦλος τότε ἔπεσε στὰ πόδια του, τὸν προσκυνοῦσε κι ἔλεγε· “δεῖξε μου μακροθυμία καὶ θὰ σοῦ τὰ δώσω ὅλα τὰ χρέη μου πίσω”.
Η μακροθυμία είναι μία άγνωστη λέξη για τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής μας, ιδίως αυτοί που εξουσιάζουν. Ο μακρόθυμος είναι αυτός που έχει αντοχή στον θυμό, δηλαδή στην ψυχή του. Δείχνει μεγαλοκαρδία, δεν βιάζεται να θυμώσει, να τιμωρήσει, να επιβληθεί, αλλά ακούει τον άλλον, προσπαθεί να κατανοήσει τη στάση του, βρίσκει ελαφρυντικά και δεν καταδικάζει. Μια ματιά στο Διαδικτύου, στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης σήμερα, θα μας πείσει ότι η λέξη είναι αδιανόητη. Άνθρωποι οργισμένοι, άνθρωποι που πιστεύουν στο δίκιο τους, άνθρωποι που αδιαφορούν για τον άλλον και έχουν ως κριτήριο μόνο τον εαυτό τους και τις απόψεις τους, δεν διστάζουν να καταγράφουν χολή και μίσος σε κάθε δυνατή ευκαιρία. Αλλά και άνθρωποι οι οποίοι έχουν ζήσει μακροθυμία, ανταποδίδουν αχαριστία όταν έχουν την εξουσία να το πράξουν.
Αυτή είναι η εικόνα της παραβολής του αχάριστου δούλου. Χρωστά στον Θεό πολλά και ο Θεός μακροθυμεί. Κι όταν εκείνος θα έρθει ενώπιον ενός σύνδουλού του, ενός συνανθρώπου του, ο οποίος του χρωστά κάτι ελάχιστο, θα του δείξει στον σκληρότερο εαυτό του. Θα λάβει την μακροθυμία του Θεού και θα αρνηθεί να δείξει μακροθυμία στον πλησίον του. Θα ζήσει την αγάπη, την καλοσύνη, τη συγχωρητικότητα, την ανοχή και θα επιδείξει κακία, σκληρότητα, αδιαφορία. Και ο Θεός δεν θα του δώσει δεύτερη ευκαιρία, διότι ο ίδιος διάλεξε την αυστηρότητα της τυπικής δικαιοσύνης για τον συνάνθρωπο, μη συγκινούμενος από την μακροθυμία του Θεού.
Οι χριστιανοί έχουμε μέσα μας το μικρόβιο της δικαίωσης. Θεωρούμε ότι ο Θεός μάς οφείλει επειδή είμαστε μέλη της Εκκλησίας του, επειδή προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές Του, επειδή συμπεριφορικά είμαστε οι καλοί της ιστορίας. Παραθεωρούμε όμως ότι οφείλουμε σ’ Αυτόν τα πάντα. Ότι η ζωή μας, οι σκέψεις και οι λογισμοί μας, συχνά και οι πράξεις μας δεν ξεκινούν από την αγάπη προς Εκείνον και τον συνάνθρωπο και ότι έχουμε χρέη απέναντί Του, καθώς ο Θεός είναι αγάπη και την αγάπη μάς καλεί να δείξουμε. Κι όταν έρχονται στιγμές στη ζωή μας, στις οποίες δοκιμαζόμαστε, δεν μπορούμε να νιώσουμε ότι ο Θεός μας δίνει δεύτερες ευκαιρίες διά της μακροθυμίας του, δεν επιβάλλει τη δικαιοσύνη, αλλά μας αφήνει ελεύθερους να συνεχίσουμε να ζούμε κατά τη δυνατότητά μας, αρκεί να δείξουμε κι εμείς αγάπη στον συνάνθρωπό μας.
Είναι ευκαιρία πνευματικής αυτογνωσίας η παραβολή του αχάριστου δούλου. Ευκαιρία να δούμε τελικά αν υπάρχει στην καρδιά μας χαιρεκακία, αν είμαστε έτοιμοι να βγάλουμε έναν εκδικητικό εαυτό προς τον συνάνθρωπο, ιδίως αν αυτός μας χρωστά κάτι, ή αν λειτουργεί μέσα μας ο λόγος της Κυριακής προσευχής: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».
Και το ερώτημα της δικαιοσύνης σ’ αυτόν τον κόσμο;
Πάντα υπάρχει η προτροπή για μετάνοια στα λάθη όλων μας. Υπάρχει η δυνατότητα να δώσουμε δεύτερη ευκαιρία στον κάθε πλησίον μας ή, τουλάχιστον, με καλοσύνη και σταθερότητα να του επισημάνουμε τις οφειλές του, όχι για να τον εξοντώσουμε ούτε για να δικαιωθούμε, αλλά για να μπορέσουμε να τον βοηθήσουμε να αποκτήσει και ο ίδιος επίγνωση των ορίων του και να ξεκινήσει να παλεύει να διορθωθεί, να καλύψει τα λάθη και τις οφειλές του και να μπορέσει να κάνει καινούργια αρχή. Κι εκεί όπου βλέπουμε αδιαφορία και αδυναμία, ας μην βιαζόμαστε να βγάλουμε τελική απόφανση, αλλά ας αφήνουμε τον Θεό να δώσει την τελική απάντηση.
Ζήτα και δείξε μακροθυμία, αυτό ας είναι ένα μήνυμα αυθεντικής χριστιανικής ζωής, ακόμη κι αν κουράζει λίγο την καρδιά μας.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
16 Αυγούστου 2026
Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026 - ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. 18, 23-35)
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ῾Ωμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. ᾿Αρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. ᾿Εξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· Μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι. ῾Ο δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. ᾿Ιδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; Καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. Οὕτω καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.
Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα
Εἶπε ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν παραβολή· «῾Η βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μ᾿ ἕνα βασιλιά, ποὺ θέλησε νὰ τοῦ ἀποδώσουν λογαριασμὸ οἱ δοῦλοι του. Μόλις ἄρχισε νὰ κάνει τὸν λογαριασμό, τοῦ φέρανε κάποιον ποὺ ὄφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα. ᾿Επειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ τὰ ἐπιστρέψει, ὁ κύριός του διέταξε νὰ πουλήσουν τὸν ἴδιο, τὴ γυναίκα του, τὰ παιδιά του κι ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του καὶ νὰ τοῦ δώσουν τὸ ποσὸ ἀπὸ τὴν πώληση. ῾Ο δοῦλος τότε ἔπεσε στὰ πόδια του, τὸν προσκυνοῦσε κι ἔλεγε· “δεῖξε μου μακροθυμία καὶ θὰ σοῦ τὰ δώσω ὅλα τὰ χρέη μου πίσω”. Τὸν λυπήθηκε λοιπὸν ὁ κύριός του ἐκεῖνον τὸν δοῦλο καὶ τὸν ἄφησε νὰ φύγει· τοῦ χάρισε μάλιστα καὶ τὸ χρέος. Βγαίνοντας ἔξω ὁ ἴδιος δοῦλος, βρῆκε ἕναν ἀπὸ τοὺς συνδούλους του, ποὺ τοῦ ὄφειλε μόνο ἑκατὸ δηνάρια· τὸν ἔπιασε καὶ τὸν ἔσφιγγε νὰ τὸν πνίξει λέγοντάς του· “ξόφλησέ μου αὐτὰ ποὺ μοῦ χρωστᾶς”. ῾Ο σύνδουλός του τότε ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε· “δεῖξε μου μακροθυμία, καὶ θὰ σοῦ τὰ ξεπληρώσω”. ᾿Εκεῖνος ὅμως δὲν δεχόταν, ἀλλὰ πῆγε καὶ τὸν ἔβαλε στὴ φυλακή, ὥσπου νὰ ξεπληρώσει ὅ,τι τοῦ χρωστοῦσε. ῞Οταν τὸ εἶδαν αὐτὸ οἱ σύνδουλοί του, λυπήθηκαν πάρα πολύ, καὶ πῆγαν καὶ διηγήθηκαν στὸν κύριό τους ὅλα ὅσα ἔγιναν. Τότε ὁ κύριος τὸν κάλεσε καὶ τοῦ λέει· “κακὲ δοῦλε, σοῦ χάρισα ὅλο ἐκεῖνο τὸ χρέος, ἐπειδὴ μὲ παρακάλεσες· δὲν ἔπρεπε κι ἐσὺ νὰ σπλαχνιστεῖς τὸν σύνδουλό σου, ὅπως κι ἐγὼ σπλαχνίστηκα ἐσένα;” Καὶ ὀργισμένος τὸν παρέδωσε στοὺς βασανιστές, ὥσπου νὰ ξεπληρώσει ὅσα τοῦ χρωστοῦσε. ῎Ετσι θὰ κάνει καὶ σ᾿ ἐσᾶς ὁ οὐράνιος Πατέρας μου, ἂν ὁ καθένας σας δὲν συγχωρεῖ τὰ παραπτώματα τοῦ ἀδελφοῦ του μ᾿ ὅλη του τὴν καρδιά».
ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026 (Α’ Κορ. 9, 2-12)
Ἀδελφοί, ἡ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ. ῾Η ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί. Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν; Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς; ῍Η μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι; Τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; Τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; ῍Η τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει; Μὴ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ; ῍Η οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει; ᾿Εν γὰρ τῷ Μωϋσέως νόμῳ γέγραπται· «Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα». Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; ῍Η δι᾿ ἡμᾶς πάντως λέγει; Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη, «ὅτι ἐπ᾿ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ᾿ ἐλπίδι. Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν; Εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς; ᾿Αλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν, ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ.
Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα
Ἀδελφοί, ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τῆς ἐκκλησίας σας εἶναι ἡ ἀπόδειξη πὼς εἶμαι ἀπόστολος. Νά πῶς ἀπολογοῦμαι σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀμφισβητοῦν καὶ συζητοῦν τὴν αὐθεντία μου ὡς ἀποστόλου· Δὲν ἔχω τάχα δικαίωμα νὰ συντηροῦμαι μὲ δαπάνη τῆς ἐκκλησίας ποὺ ὑπηρετῶ; Μήπως δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἔχω μαζὶ στὰ ταξίδια μου ἀδελφὴ χριστιανὴ ὡς σύζυγο, ὅπως κάνουν καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι καὶ τὰ ἀδέλφια τοῦ Κυρίου καὶ ὁ Κηφᾶς; ῍Η μήπως εἴμαστε οἱ μόνοι, ἐγὼ κι ὁ Βαρνάβας, ποὺ δὲν ἔχουμε δικαίωμα συντηρήσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ ζοῦμε μὲ τὴν ἐργασία μας; Ποιὸς πάει ποτὲ στρατιώτης στὸν πόλεμο μὲ δικά του ἔξοδα; ποιὸς φυτεύει ἀμπέλι καὶ δὲν τρώει ἀπὸ τὸν καρπό του; ἢ ποιὸς βόσκει πρόβατα καὶ δὲν τρώει ἀπὸ τὸ γάλα τοῦ κοπαδιοῦ; Μήπως αὐτὰ ποὺ λέω εἶναι σύμφωνα μόνο μὲ τὴν ἀνθρώπινη καθημερινὴ πείρα; Κι ὁ νόμος δὲν λέει τὰ ἴδια; Πράγματι, στὸν Μωσαϊκὸ νόμο εἶναι γραμμένο· Μὴ βάλεις φίμωτρο στὸ βόδι ποὺ ἁλωνίζει. Μήπως γιὰ τὰ βόδια νοιάζεται ὁ Θεός; Μήπως αὐτὰ ποὺ λέει ἀναφέρονται πραγματικὰ σ’ ἐμᾶς; ᾿Ασφαλῶς αὐτὰ γράφτηκαν γιὰ μᾶς. Αὐτὸς ποὺ ὀργώνει κι αὐτὸς ποὺ ἁλωνίζει πρέπει νὰ κάνουν τὴ δουλειά τους μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς συμμετοχῆς στὴ συγκομιδή. ᾿Εμεῖς σπείραμε ἀνάμεσά σας πνευματικὸ σπόρο· σᾶς φαίνεται πάρα πολὺ ἂν θερίσουμε ἀπὸ σᾶς τὰ ὑλικά, ποὺ εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴ συντήρησή μας; ῍Αν ἄλλοι κάνουν χρήση αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος ἀπέναντί σας, δὲν θὰ ταίριαζε νὰ τὸ κάνουμε περισσότερο ἐμεῖς; ᾿Εμεῖς ὅμως δὲν κάναμε χρήση τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ἀλλὰ ὑπομένουμε κάθε στέρηση, γιὰ νὰ μὴ δημιουργήσουμε κανένα ἐμπόδιο στὴ διάδοση τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.




