Ενορία Αγίου Ελευθερίου Κερκύρας
Δευτέρα 18 Μαΐου 2026
Η Κυριακή του Τυφλού στην Κέρκυρα
Την Κυριακή, 17 Μαΐου 2026, κατά την οποία η Εκκλησία μας εορτάζει το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, κ. Νεκτάριος, λειτούργησε και ομίλησε στο Τεμπλόνι Μέσης Κέρκυρας και συγκεκριμένα στον Ιερό Ναό Υπεραγίας Θεοτόκου Σπαρτιώτισσας, όπου εφημέριος είναι ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Ιάκωβος Μακρής. Κατά την τοπική παράδοση, την ημέρα αυτή, προ της Θείας Λειτουργίας, πραγματοποιείται πάνδημος λιτανευτική πομπή της εικόνας της Παναγίας της Δημοσιάνας, η οποία εκκινεί εκ της περιοχής του Ποταμού.
Κατά την ομιλία του, απευθυνόμενος στο πολυπληθές εκκλησίασμα, ο Σεβασμιώτατος ανέπτυξε το ευαγγελικό ανάγνωσμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού, υπογραμμίζοντας ότι το θαύμα δεν αποτελεί απλώς μία θεραπεία, αλλά αποκάλυψη της δημιουργικής και αναδημιουργικής δυνάμεως του Θεού.
Ο Σεβασμιώτατος επεσήμανε ότι η έκφραση «εκ γενετής τυφλός» φανερώνει ότι ο άνθρωπος αυτός δεν στερείτο απλώς την όραση, αλλά ακόμη και τα ίδια τα αισθητήρια της οράσεως. Ο Χριστός, πλάσσοντας πηλό από το χώμα και το σάλιο Του και τοποθετώντας τον στους οφθαλμούς του τυφλού, έδειξε τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο έπλασε τον άνθρωπο από την αρχή της δημιουργίας. Έτσι, το θαύμα γίνεται μία «αναδημιουργία» του ανθρώπου.
Όπως τόνισε, ο Σαρκωθείς Λόγος του Θεού, ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου, είναι Εκείνος διά του οποίου «τὰ πάντα ἐγένετο». Ο Ίδιος που δημιούργησε τον άνθρωπο, έρχεται τώρα μέσα στην ιστορία για να τον αναδημιουργήσει, να τον ελευθερώσει από την αμαρτία και να του ανοίξει τον δρόμο της σωτηρίας. Η πρώτη δημιουργία τραυματίσθηκε από την πτώση και την παρακοή, γι’ αυτό ο Χριστός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, ώστε να επαναφέρει τον άνθρωπο στη δυνατότητα της σωτηρίας και της κοινωνίας με το Θεό.
Στη συνεχεια, ο κ. Νεκτάριος στάθηκε στη στάση των ανθρώπων απέναντι στα γεγονότα του θαύματος. Όπως οι Φαρισαίοι και οι παριστάμενοι ερευνούσαν και σχολίαζαν το «πώς» και το «γιατί», έτσι και σήμερα ο άνθρωπος συχνά παραμένει στην περιέργεια, στον σχολιασμό και στη σύγκριση. Υπογράμμισε ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να αναλώνεται στο γιατί ο Θεός ενεργεί στη ζωή του άλλου, αλλά να αγωνίζεται ο ίδιος πνευματικά και να ευγνωμονεί για τις δωρεές του Θεού. Η υπερβολική περιέργεια και ο διαρκής σχολιασμός, σημείωσε, απομακρύνουν τον άνθρωπο από τη χάρη και τον οδηγούν στην πνευματική φτώχεια.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην αξία της δημιουργίας. Ο άνθρωπος αποδίδει αξία στα υλικά πράγματα και τα αξιολογεί με ανθρώπινα μέτρα, όμως η κτίση δεν δόθηκε για να εξυμνήσουμε τα δημιουργήματα, αλλά για να δοξολογήσουμε το Δημιουργό. Το χώμα, από το οποίο πλάσθηκε ο άνθρωπος και με το οποίο ο Χριστός θεράπευσε τον τυφλό, φανερώνει ότι η αληθινή αξία δε βρίσκεται στην ύλη καθ’ εαυτή, αλλά στην ενέργεια της χάριτος του Θεού επάνω σε αυτήν.
Κλείνοντας, ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στη σύγχρονη πραγματικότητα, εκφράζοντας τον προβληματισμό του για την πνευματική ρηχότητα της εποχής, κατά την οποία ο άνθρωπος αφιερώνεται στην αξιολόγηση και τον θαυμασμό πρόσκαιρων ευτελών θεαμάτων, λησμονώντας να εξετάσει τη σχέση του με το Θεό. Υπενθύμισε ότι ο αληθινός «τεχνουργός» είναι ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος «ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι» έφερε τον κόσμο και συνεχίζει να χαρίζει στον άνθρωπο το θαύμα της ζωής, της παρουσίας και της αγάπης Του.
Τέλος, προέτρεψε τους πιστούς να ευχαριστούν τον Θεό για τις δωρεές Του και να παραμένουν προσηλωμένοι στο θαύμα της θείας παρουσίας μέσα στη ζωή τους, απευθύνοντας προς όλους τον αναστάσιμο χαιρετισμό, «Χριστός Ανέστη!»
Κυριακή 17 Μαΐου 2026
Σάββατο 16 Μαΐου 2026
Η ΛΗΞΗ ΤΩΝ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΩΝ ΣΥΝΑΞΕΩΝ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
Στο Ιερό προσκύνημα του Αγίου Σπυρίδωνος, με την τέλεση Αρχιερατικής Θείας λειτουργίας ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου, ολοκληρώθηκαν η κατηχητική χρονιά 2025-2026 για την τοπική Εκκλησία. Η θεία λειτουργία ήταν προγραμματισμένη να γίνει στον Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Φρούριο, αλλά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών, διεξήχθη στον Άγιο Σπυρίδωνα. Παιδιά και κατηχητές από 17 ενορίες συμμετείχαν στη θεία λειτουργία, ενώ έψαλλε κατανυκτικότατα τους ύμνους της θείας λειτουργίας, σε μέλος του μεγάλου μας μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, η Παιδική και Νεανική Χορωδία ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ, υπό τη διεύθυνση της κ. Χριστίνας Καλλιαρίδου.
Μιλώντας στα παιδιά, με χαρά και συγκίνηση, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας κ. Νεκτάριος επεσήμανε ότι το κατηχητικό έργο της τοπικής Εκκλησίας λειτουργεί ως πνευματικό αντίβαρο σε μία εποχή στην οποία η κοινωνία και ο πολιτισμός λειτουργού στην προοπτική της πληροφορίας, του Διαδικτύου, της διασκέδασης, της άρνησης να κρατήσουμε τις αξίες της παράδοσής μας, την πίστη, τον πατριωτισμό, την πνευματική πορεία. Η Εκκλησία ήταν ένα αληθινό σχολείο για την πατρίδα μας, όταν οι συνθήκες ήταν δύσκολες. Η Εκκλησία, μέσα από την κατήχηση, διατήρησε το ήθος και τη φιλοπατρία, όταν οι ξένοι κατακτητές, αφού κατέκτησαν τον τόπο με τα όπλα. Ήθελαν να τον κατακτήσουν ιδεολογικά, πολιτικά και θρησκευτικά. Η Εκκλησία κράτησε ζωντανή την ιδιοπροσωπία μας, την ταυτότητα του Έλληνα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Ενετοκρατίας, που δεν ήμασταν ελεύθεροι. Σήμερα, ενώ φαινομενικά μπορούμε να πορευτούμε όπως επιθυμούμε, στην πραγματικότητα μας λείπει η πνευματική ελευθερία. Ζούμε τον πειρασμό μιας πνευματικής κατάκτησης. Γι’ αυτό και στην κατηχητική της διακονία η Εκκλησία προσπαθεί να μην επιτρέψει να αλλάξει ο τρόπος σκέψης των παιδιών, ώστε η γνησιότητα και η αγάπη για την πατρίδα και την παράδοση να μπολιαστεί στην παιδεία, για να κρατηθούν ο πολιτισμός και η πίστη που μας κρατούνε σε ενότητα και συνοχή.
Η Εκκλησία ενισχύει τα παιδιά και τους νέους να ζήσουνε με δύο προοπτικές: η μία είναι της αληθινής χαράς, η οποία πηγάζει από τη σχέση με τον Χριστό, και η άλλη της ελπίδας, διότι ο Χριστός είναι ο μόνος που δεν θα προδώσει ποτέ τον άνθρωπο. Η χαρά πηγάζει από τον αναστημένο Χριστό. Απογοήτευση και μελαγχολία κυριαρχεί σήμερα, διότι αισθάνονται οι άνθρωποι να μην έχει η ζωή νόημα και περιεχόμενο, όπως είδαμε δυστυχώς με τις δύο κοπέλες που έφυγαν από τη ζωή, χωρίς να παλέψουν για χαρά και νόημα. Η χαρά δεν βρίσκεται στη διασκέδαση, στα κέντρα, στην πληροφόρηση, στα ναρκωτικά. Ο ένας και μοναδικός Θεός έγινε άνθρωπος. Μας δίδαξε την αλήθεια και μας την εμπιστεύτηκε στο πρόσωπό του, διότι Εκείνος είναι η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Ο Χριστός είναι η ελπίδα μας. Δεν απογοήτευσε ποτέ κανέναν Εκείνος, διότι μας δίνει τη δυνατότητα να μη φοβόμαστε, αλλά να προχωρούμε και στις δυσκολίες της ζωής.
Ο κ. Νεκτάριος ευχαρίστησε τον υπεύθυνο του Γραφείου Νεότητος Πρωτ. Γεώργιο Μπογδάνο για την προσπάθεια, τους ιερείς και τους κατηχητές, την χορωδία ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΊΔΩΝ, την μαέστρο κ. Χριστίνα Καλλιαρίδου, καθώς συνδράμει το έργο της τοπικής Εκκλησίας, τους γονείς και τα παιδιά που συμμετείχαν στη θεία λειτουργία και κάλεσε όλες και όλους να συνεχίσουν την μετοχή τους στη ζωή της τοπικής Εκκλησίας και στις ανακαινισμένες κατασκηνώσεις στην Κασσιώπη.
Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας, η χορωδία ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ παρουσίασε ένα σύντομο καλλιτεχνικό πρόγραμμα, ενώ ο κ. Νεκτάριος επεσήμανε ότι η γιορτή ήταν αφιερωμένη στα 250 χρόνια από τη γέννηση του Ιωάννη Καποδίστρια, του Κερκυραίου πρώτου Κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδος, η μορφή του οποίου θα απασχολήσει ως πρότυπο και τις κατασκηνώσεις της τοπικής Εκκλησίας το καλοκαίρι. Ο Μητροπολίτης Κερκύρας έδωσε ευλογίες στα παιδιά και παρατέθηκε ένα πλούσιο πρωινό. Τα παιδιά προσκύνησαν το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος και επέστρεψαν στις ενορίες τους.
Κήρυγμα στην Κυριακή του Τυφλού
«Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου».
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Τυφλού (Ιωάν. θ΄ 1-38) παρουσιάζει το μεγάλο θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Το γεγονός αυτό δεν είναι μόνο μία πράξη ευσπλαχνίας· είναι μία βαθιά αποκάλυψη για το ποιος είναι ο Χριστός και ποια είναι η κατάσταση του ανθρώπου χωρίς τον Θεό.
Ο Χριστός δηλώνει: «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου».
Ο τυφλός ζούσε μέσα στο φυσικό σκοτάδι, όμως οι Φαρισαίοι ζούσαν μέσα σε χειρότερο σκοτάδι: την πνευματική τύφλωση της υπερηφάνειας και της απιστίας.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο Χριστός δεν θεράπευσε απλώς έναν άνθρωπο, αλλά φανέρωσε τη θεότητά Του. Μόνο ο Δημιουργός μπορεί να δώσει μάτια σε εκείνον που γεννήθηκε χωρίς όραση. Γι’ αυτό ο Χρυσόστομος λέγει ότι το θαύμα αυτό είναι ανώτερο ακόμη και από την ανάσταση νεκρού, διότι εδώ δημιουργούνται εκείνα που δεν υπήρχαν.
Και είναι συγκλονιστικός ο τρόπος της θεραπείας. Ο Κύριος πλάθει πηλό από χώμα και σάλιο και αλείφει τα μάτια του τυφλού. Ο Άγιος Ειρηναίος Λυώνος ερμηνεύει ότι ο Χριστός ενεργεί έτσι για να δείξει πως είναι ο ίδιος Δημιουργός που έπλασε τον άνθρωπο από τη γη. Όπως στον Παράδεισο δημιούργησε τον άνθρωπο από χώμα, έτσι και τώρα αναπλάθει τα μάτια του τυφλού.
Όμως το μεγαλύτερο θαύμα δεν είναι ότι άνοιξαν τα σωματικά μάτια, αλλά ότι φωτίστηκε η ψυχή του ανθρώπου.
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τονίζει ότι ο τυφλός προχώρησε βαθμιαία στην πίστη. Στην αρχή θεωρεί τον Χριστό απλό άνθρωπο. Έπειτα Τον ονομάζει προφήτη. Και στο τέλος Τον προσκυνεί ως Κύριο και Θεό. Αυτή είναι η πορεία κάθε χριστιανού: από τη γνώση στην πίστη και από την πίστη στη ζωντανή κοινωνία με τον Θεό.
Αντίθετα, οι Φαρισαίοι ενώ έβλεπαν το θαύμα, αρνήθηκαν την αλήθεια. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει ότι η αμαρτία σκοτίζει τον νου του ανθρώπου τόσο, ώστε ακόμη και μπροστά στο φως να επιλέγει το σκοτάδι. Η υπερηφάνεια γίνεται πέπλο στα μάτια της ψυχής.
Αδελφοί μου,
Η Εκκλησία μάς καλεί σήμερα να εξετάσουμε: Μήπως κι εμείς έχουμε πνευματική τύφλωση;
Όταν δεν βλέπουμε τον πόνο του αδελφού μας.
Όταν δικαιολογούμε τα πάθη μας.
Όταν νομίζουμε ότι δεν χρειαζόμαστε μετάνοια.
Όταν ζούμε χωρίς προσευχή και χωρίς Θεό.
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος διδάσκει ότι η αληθινή όραση είναι να φωτιστεί ο άνθρωπος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Δεν αρκεί να βλέπουν τα μάτια του σώματος· πρέπει να βλέπει και η καρδιά.
Γι’ αυτό ο Χριστός είναι το αληθινό Φως του κόσμου. Όποιος απομακρύνεται από Εκείνον μένει στο σκοτάδι της σύγχυσης και της απελπισίας. Όποιος όμως Τον ακολουθεί αποκτά φως, ειρήνη και αληθινή ζωή.
Ας παρακαλέσουμε λοιπόν σήμερα τον Κύριο: «Κύριε, άνοιξε και τα δικά μας μάτια. Φώτισε τον νου μας, καθάρισε την καρδιά μας και οδήγησέ μας στην αληθινή πίστη».
αι τότε, όπως ο τυφλός του Ευαγγελίου, θα μπορέσουμε κι εμείς να πούμε με βεβαιότητα: π«Πιστεύω, Κύριε».
Αμήν.
ΕΠΤΥΣΕ ΧΑΜΑΙ ΚΑΙ ΕΠΟΙΗΣΕ ΠΗΛΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΠΤΥΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΕΧΡΙΣΕ ΤΟΝ ΠΗΛΟΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
«Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ῞Υπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ᾿Απῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων» (Ιωάν. 9, 6-7).
῞Οταν τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔφτυσε κάτω, ἔφτιαξε πηλὸ ἀπὸ τὸ φτύμα, ἄλειψε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, καὶ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε νὰ νιφτεῖς στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ» -ποὺ σημαίνει «ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, πῆγε καὶ νίφτηκε καί, ὅταν γύρισε πίσω, ἔβλεπε.
«Έπτυσε χαμαί», ο Χριστός όταν είδε τον εκ γενετής τυφλό. Δεν ήταν ένα φτύσιμο αποδοκιμασίας για έναν κόσμο που έβλεπε τον Θεό ως τιμωρό και εκδικητή. Ήταν ένα φτύσιμο που δείχνει ότι ο Θεός, στον Οποίο πιστεύουμε, είναι Δημιουργός. Είναι Θεραπευτής. Δίνει την ευκαιρία στον άνθρωπο να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του. Και βγάζει ο Θεός από το σώμα Του την διπλή φύση: την αγάπη του ανθρώπου για τον συνάνθρωπο που υποφέρει και την αγάπη του Θεού που γιατρεύει όποιον η ψυχή του πιστεύει και υπακούει. Διότι η ίαση του τυφλού ήρθε όταν εκείνος συνάντησε τον Θεάνθρωπο Ιησού. Ήρθε από κοντά, όταν ένιωσε τον Χριστό ως οικείο και πλησίον. Όταν η καρδιά του άκουσε το πρόσταγμα της μετάβασης στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Όταν δεν σιχάθηκε τον πηλό, δεν διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτόν, δεν παραξενεύτηκε, αλλά με μια εμπιστοσύνη καρδιακή μέσα του πήγε και έριξε νερό στα ανύπαρκτα μάτια του, για να λάβει την δημιουργία τους και την όραση συνάμα.
Φτύνουμε κατάχαμα οι χριστιανοί τον κόσμο σήμερα, διότι πιστεύουμε ότι είναι αμαρτωλός. Διότι βλέπουμε σ’ αυτόν το χειρότερο, ενώ κρατάμε για τους εαυτούς μας την αυτάρκεια του θεατή της αμαρτίας και της τιμωρίας του άλλου. Μοιάζουμε με τους Ιουδαίους της εποχής του Χριστού. Ζητούμε την θρησκευτική μας αυτοδικαίωση, ότι εμείς είμαστε οι καλοί του κόσμου και της ιστορίας, ότι ο Θεός είναι για μας, ότι οι άλλοι υποφέρουν καλώς. Δεν είναι όμως δημιουργικό το φτύσιμό μας. Δεν είναι απόρριψη της αμαρτίας και συμπόνοια, προσευχή, αγάπη για τους αμαρτωλούς, στους οποίους κι εμείς ανήκουμε. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία αγκαλιάζει τους πάντες, διότι φοβόμαστε ότι κινδυνεύει η δική μας καθαρότητα. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία συγχωρεί, παλεύει για τη γιατρειά των ανθρώπων, για να δούνε τη δόξα του Θεού, για να δούνε τον κόσμο με τα μάτια της αγάπης και της αλήθειας, για να μην αποκάμουν ζητιανεύοντας λίγη στοργή, καθώς νιώθουν εκ γενετής ανήμποροι να έχουν νόημα. Λέμε όχι, όταν η πίστη δεν μιλά όπως εμείς θέλουμε να μιλήσει, αλλά αφήνει την αγκαλιά του Θεού ανοιχτή για τον ελάχιστο.
Καθώς κλείνει η αναστάσιμη περίοδος, το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού μάς υπενθυμίζει ότι υπάρχει μία όραση καρδιακή, ψυχική, που περνά από την αγάπη και είναι αγάπη. Αυτή που βλέπει μ’ άλλα μάτια: «όλα είναι ίδια αν δεν τ’ αγαπάς, όλα μένουν ίδια άμα δεν τα πας, κι όλα αυτά που είναι, γίνονται ξανά, μέσα απ’ τη δικιά σου τη ματιά» (Ορφέας Περίδης), αρκεί αυτή να ακολουθεί τη ματιά του Χριστού. Να φτύνει, για να φτιάξει τον πηλό που δημιουργεί από την αρχή, καλύπτοντας το έλλειμμα. Διότι αυτός που νιώθει ότι κάτι του λείπει, εμπιστεύεται, για να γιατρευτεί, Εκείνον που αγαπά, παρηγορεί και σώζει. Και Τον ακούει, κάνοντας το βήμα προς την κολυμβήθρα της Εκκλησίας. Για να παρηγορηθεί, να μη μείνει μόνος, να αντέξει.
Χριστός Ανέστη!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
17 Μαΐου 2026
Του Τυφλού
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 17 ΜΑΪΟΥ 2026- ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (Ἰωάν. 9, 1-38)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ ᾿Ιησοῦς, εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ῾Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. ᾿Εμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. ῞Οταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ῞Υπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ᾿Απῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ῎Αλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ᾿Εκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. ῎Ελεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; ᾿Απεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ῎Ανθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. Εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; Λέγει· Οὐκ οἶδα. ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. ῏Ην δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. ῎Ελεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ῎Αλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; Καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. Λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ῾Ο δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. Οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; Πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; ᾿Απεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. Διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. ᾿Εφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. ᾿Απεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; Πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· Τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; ᾿Ελοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ῾Ημεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. ᾿Απεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ᾿Εν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. Οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ᾿ ἐάν τις θεοσεβὴς ͺᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. ᾿Εκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. ᾿Απεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ᾿Εν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; Καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. ῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ; ᾿Απεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. Ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.
Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα
Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς πήγαινε στὸν δρόμο του ὁ ᾿Ιησοῦς, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε γεννηθεῖ τυφλός. Τὸν ρώτησαν, λοιπόν, οἱ μαθητές του· «Διδάσκαλε, ποιὸς ἁμάρτησε καὶ γεννήθηκε αὐτὸς τυφλός, ὁ ἴδιος ἢ οἱ γονεῖς του;» ῾Ο ᾿Ιησοῦς ἀπάντησε· «Οὔτε αὐτὸς ἁμάρτησε οὔτε οἱ γονεῖς του, ἀλλὰ γεννήθηκε τυφλὸς γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ δύναμη τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ πάνω σ’ αὐτόν. ῞Οσο διαρκεῖ ἡ μέρα, πρέπει νὰ ἐκτελῶ τὰ ἔργα ἐκείνου ποὺ μ’ ἔστειλε. ῎Ερχεται ἡ νύχτα, ὁπότε κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἐργάζεται. ῞Οσο εἶμαι σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, εἶμαι τὸ φῶς γιὰ τὸν κόσμο». ῞Οταν τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔφτυσε κάτω, ἔφτιαξε πηλὸ ἀπὸ τὸ φτύμα, ἄλειψε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, καὶ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε νὰ νιφτεῖς στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ» -ποὺ σημαίνει «ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, πῆγε καὶ νίφτηκε καί, ὅταν γύρισε πίσω, ἔβλεπε. Τότε οἱ γείτονες κι ὅσοι τὸν ἔβλεπαν προηγουμένως ὅτι ἦταν τυφλός, ἔλεγαν· «Αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ καθόταν ἐδῶ καὶ ζητιάνευε;» Μερικοὶ ἔλεγαν· «Αὐτὸς εἶναι», ἐνῶ ἄλλοι ἔλεγαν· «Εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ μοιάζει». ῾Ο ἴδιος ὅμως ἔλεγε· «᾿Εγὼ εἶμαι». Τότε τὸν ρωτοῦσαν· «Πῶς, λοιπόν, ἄνοιξαν τὰ μάτια σου;» ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε· «῞Ενας ἄνθρωπος ποὺ τὸν λένε ᾿Ιησοῦ ἔκανε πηλό, μοῦ ἄλειψε τὰ μάτια καὶ μοῦ εἶπε· “πήγαινε στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψου”· πῆγα λοιπὸν ἐκεῖ, νίφτηκα καὶ βρῆκα τὸ φῶς μου». Τὸν ρώτησαν, λοιπόν· «Ποῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος;» «Δὲν ξέρω», τοὺς ἀπάντησε. Τὸν ἔφεραν τότε στοὺς Φαρισαίους, τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν ἄλλοτε τυφλός. ῾Η μέρα ποὺ ἔφτιαξε ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν πηλὸ καὶ τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια ἦταν Σάββατο. ῎Αρχισαν λοιπὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι νὰ τὸν ρωτοῦν πάλι πῶς ἀπέκτησε τὸ φῶς του. Αὐτὸς τοὺς ἀπάντησε· «῎Εβαλε πάνω στὰ μάτια μου πηλό, νίφτηκα καὶ βλέπω». Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους ἔλεγαν· «Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό, γιατὶ δὲν τηρεῖ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου». ῎Αλλοι ὅμως ἔλεγαν· «Πῶς μπορεῖ ἕνας ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος νὰ κάνει τέτοια σημεῖα;» Καὶ ὑπῆρχε διχογνωμία ἀνάμεσά τους. Ρωτοῦν λοιπὸν πάλι τὸν τυφλό· «᾿Εσὺ τί λὲς γι’ αὐτόν; πῶς ἐξηγεῖς ὅτι σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια;» Κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε· «Εἶναι προφήτης». Οἱ ᾿Ιουδαῖοι ὅμως δὲν ἐννοοῦσαν νὰ πιστέψουν πὼς αὐτὸς ἦταν τυφλὸς κι ἀπέκτησε τὸ φῶς του, ὥσπου κάλεσαν τοὺς γονεῖς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοὺς ρώτησαν· «Αὐτὸς εἶναι ὁ γιός σας ποὺ λέτε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Πῶς, λοιπόν, τώρα βλέπει;» Οἱ γονεῖς του τότε ἀποκρίθηκαν· «Ξέρουμε πὼς αὐτὸς εἶναι ὁ γιός μας κι ὅτι γεννήθηκε τυφλός· πῶς ὅμως τώρα βλέπει, δὲν τὸ ξέρουμε, ἢ ποιὸς τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια, ἐμεῖς δὲν τὸ ξέρουμε. Ρωτῆστε τὸν ἴδιο· ἐνήλικος εἶναι, αὐτὸς μπορεῖ νὰ μιλήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του». Αὐτὰ εἶπαν οἱ γονεῖς του, ἀπὸ φόβο πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους. Γιατί, οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἄρχοντες εἶχαν κιόλας συμφωνήσει νὰ ἀφορίζεται ἀπὸ τὴ συναγωγὴ ὅποιος παραδεχτεῖ πὼς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. Γι’ αὐτὸ εἶπαν οἱ γονεῖς του, «ἐνήλικος εἶναι, ρωτῆστε τὸν ἴδιο». Κάλεσαν, λοιπόν, γιὰ δεύτερη φορὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν πρὶν τυφλὸς καὶ τοῦ εἶπαν· «Πὲς τὴν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἐμεῖς ξέρουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλός». ᾿Εκεῖνος τότε τοὺς ἀπάντησε· «῍Αν εἶναι ἁμαρτωλός, δὲν τὸ ξέρω· ἕνα ξέρω· πώς, ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα βλέπω». Τὸν ρώτησαν πάλι· «Τί σοῦ ἔκανε; Πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια;» «Σᾶς τὸ εἶπα κιόλας», τοὺς ἀποκρίθηκε, «ἀλλὰ δὲν πειστήκατε· γιατί θέλετε νὰ τὸ ξανακούσετε; Μήπως θέλετε κι ἐσεῖς νὰ γίνετε μαθητές του;» Τὸν περιγέλασαν τότε καὶ τοῦ εἶπαν· «᾿Εσὺ εἶσαι μαθητὴς ἐκείνου· ἐμεῖς εἴμαστε μαθητὲς τοῦ Μωυσῆ· ἐμεῖς ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς μίλησε στὸν Μωυσῆ, ἐνῶ γι’ αὐτὸν δὲν ξέρουμε τὴν προέλευσή του». Τότε ἀπάντησε ὁ ἄνθρωπος καὶ τοὺς εἶπε· «᾿Εδῶ εἶναι τὸ παράξενο, πὼς ἐσεῖς δὲν ξέρετε ἀπὸ ποῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, κι ὅμως αὐτὸς μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς δὲν τοὺς ἀκούει, ἀλλὰ ἂν κάποιος τὸν σέβεται καὶ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸν τὸν ἀκούει. ᾿Απὸ τότε ποὺ ἔγινε ὁ κόσμος, δὲν ἀκούστηκε ν’ ἀνοίξει κανεὶς τὰ μάτια ἑνὸς γεννημένου τυφλοῦ. ῍Αν αὐτὸς δὲν ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τίποτα». «᾿Εσὺ εἶσαι βουτηγμένος στὴν ἁμαρτία ἀπὸ τότε ποὺ γεννήθηκες», τοῦ ἀποκρίθηκαν, «καὶ κάνεις τὸν δάσκαλο σ’ ἐμᾶς;» Καὶ τὸν πέταξαν ἔξω. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ἔμαθε ὅτι τὸν πέταξαν ἔξω καί, ὅταν τὸν βρῆκε, τοῦ εἶπε· «᾿Εσὺ πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;» ᾿Εκεῖνος ἀποκρίθηκε· «Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτός, κύριε, γιὰ νὰ πιστέψω σ’ αὐτόν;» «Μὰ τὸν ἔχεις κιόλας δεῖ», τοῦ εἶπε ὁ ᾿Ιησοῦς. «Αὐτὸς ποὺ μιλάει τώρα μαζί σου, αὐτὸς εἶναι». Τότε ἐκεῖνος εἶπε· «Πιστεύω Κύριε», καὶ τὸν προσκύνησε.







































