ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

2026-06-21 Γ΄ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 

Κερκύρας Νεκτάριος: «Η διαστροφή του οφθαλμού, σκοτίζει τον άνθρωπο»

     Την Κυριακή, 21 Ιουνίου 2026, Γ΄ Ματθαίου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, κ. Νεκτάριος, λειτούργησε και ομίλησε στον Ιερό Ναό Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στο προάστιο του Κομπιτσίου της Κέρκυρας. Στη Θεία Λειτουργία, το Σεβασμιώτατο πλαισίωσαν ο εφημέριος του Ιερού Ναού, π. Κωνσταντίνος Χρυσοβιτσιάνος, καθώς και οι Διάκονοί του, π. Ευσέβιος Πανδής και π. Σπυρίδων Πηγής. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο π. Κωνσταντίνος, με θεάρεστο ζήλο και άοκνη διάθεση προσφοράς, έχει εργασθεί κατά τα τελευταία έτη τόσο για την ανακαίνιση και τον ευπρεπισμό του Ιερού Ναού και των συμπληρωματικών κτηριακών εξαρτημάτων, όσο και για την πνευματική οικοδομή και πρόοδο του ποιμνίου που του έχει εμπιστευθεί η Ιερά Μητρόπολις.

Ο Σεβασμιώτατος κατά την ομιλία του, απευθυνόμενος προς το εκκλησίασμα, έλαβε αφορμή από τη ευαγγελική περικοπή της Κυριακής Γ’ Ματθαίου και συγκεκριμένα από τις παραινέσεις του Κυρίου μας Ιησού Χριστού προς τους μαθητές Του περί των αισθητηρίων με τα οποία έχει προικίσει ο Θεός τον άνθρωπο. Εστιάζοντας ιδιαίτερα στην αίσθηση της οράσεως και στον λόγο του Κυρίου περί του «απλού οφθαλμού», τόνισε ότι η πνευματική κατάσταση του ανθρώπου καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει και ερμηνεύει την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Όταν ο άνθρωπος διαθέτει καθαρότητα καρδίας και απλότητα ψυχής, τότε βλέπει τα πράγματα «καθώς εστί», όπως πραγματικά είναι. Αντιθέτως, όταν το εσωτερικό αισθητήριο έχει αλλοιωθεί από την πονηρία και την κακία, τότε τα πάντα ερμηνεύονται μέσα από το πρίσμα της καχυποψίας, της κατακρίσεως και της αρνητικής διαθέσεως. «Άλλα να βλέπει και άλλα να κατανοεί ο άνθρωπος», τόνισε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι πολλές από τις δυσκολίες των ανθρωπίνων σχέσεων προέρχονται από αυτήν ακριβώς την αλλοίωση του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζουμε το συνάνθρωπό μας.

Ακόμη, ο κ. Νεκτάριος υπογράμμισε ότι η πονηρία δεν αποτελεί γνώρισμα σοφίας ή εξυπνάδας, αλλά μορφή εσωτερικής κακώσεως και διαστροφής της προσωπικότητας, η οποία απομακρύνει τον άνθρωπο από την Αλήθεια και από την παρουσία του Θεού. Όταν ο άνθρωπος συνηθίσει να βλέπει τα πάντα με αρνητισμό και καχυποψία, τότε σκοτίζεται ολόκληρη η ύπαρξή του και χάνει την ειρήνη της ψυχής του.

Στη συνέχεια συνέδεσε την κατάσταση αυτή με τη μέριμνα και την έλλειψη εμπιστοσύνης στο Θεό. Αναφερόμενος στον ευαγγελικό λόγο «μη μεριμνάτε», σημείωσε ότι ο άνθρωπος συχνά επιτρέπει στις βιοτικές φροντίδες να κυριαρχούν στη ζωή του, λησμονώντας ότι ο Θεός είναι Εκείνος που δημιούργησε, συντηρεί και κυβερνά τον κόσμο. Όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να στηριχθεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, τότε εύκολα αιχμαλωτίζεται από το άγχος, την ανασφάλεια και την ταραχή. Αντίθετα, η εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού γεννά ειρήνη, ελευθερία και εσωτερική ισορροπία.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην αξία της ανθρώπινης ψυχής, τονίζοντας ότι αυτή αποτελεί το πολυτιμότερο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο. Επικαλούμενος τη διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, σημείωσε ότι ο άνθρωπος έλαβε από το Θεό «τεμάχιον αγάπης», το οποίο καλείται να καλλιεργήσει και να αυξήσει μέσα από τον πνευματικό αγώνα, ώστε να πορευθεί προς τη θέωση, που αποτελεί τον ύψιστο προορισμό της ανθρώπινης υπάρξεως.

Ο Σεβασμιώτατος στάθηκε ακόμη στην πραγματική έννοια της καταξιώσεως του ανθρώπου. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, καταξιωμένος δεν είναι εκείνος που συσσώρευσε πλούτη, δύναμη ή κοινωνική προβολή, αλλά εκείνος που έχει «έξω καρδιά», που αντιμετωπίζει τον συνάνθρωπό του με ευθύτητα και αγάπη, χωρίς υπολογισμούς και ιδιοτέλεια. Ο άνθρωπος που κατορθώνει να συγχωρεί, να κατανοεί και να αγκαλιάζει τον αδελφό του, ακόμη και όταν διακρίνει τις αδυναμίες του, φανερώνει στη ζωή του την παρουσία του ίδιου του Χριστού και γίνεται φορέας της ενότητας που προσφέρει το Άγιο Πνεύμα.

Ολοκληρώνοντας το λόγο του, αναφέρθηκε στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής, η οποία, παρά την τεχνολογική πρόοδο και τις πολλές υλικές δυνατότητες που προσφέρει, αδυνατεί να χαρίσει αληθινή πληρότητα στην ανθρώπινη καρδιά. Υπογράμμισε ότι ο άνθρωπος μπορεί να βρει γνήσια ανάπαυση μόνο κοντά στο Θεό και στον αψευδή λόγο του Ευαγγελίου, ο οποίος παραμένει πάντοτε πρόσκληση αγάπης, ενότητας και ζωής.

Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, ο Σεβασμιώτατος, προς αναγνώριση της ευλογημένης διακονίας του εφημερίου της ενορίας, προέβη στην εις Πρωτοπρεσβύτερον χειροθεσία του π. Κωνσταντίνου. Στην προσφώνησή του, ο κ. Νεκτάριος εξέφρασε την πατρική του ευχή να συνεχίσει με τον ίδιο ζήλο και την ίδια αυταπάρνηση το έργο που του έχει εμπιστευθεί η Εκκλησία, προς δόξαν Θεού και πνευματική ωφέλεια του λαού του Θεού ενώ ευλόγησε όλους τους παρευρισκόμενους.

















Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

2026-06-20 ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ Γ΄ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Κήρυγμα εις την Γ΄ Κυριακή Ματθαίου

«Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν». 

Αγαπητοί μου  η σημερινή ευαγγελική περικοπή, παρμένη από την επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου, ανοίγει ενώπιόν μας το βαθύ μυστήριο της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου. Ο Χριστός δεν περιορίζεται να διορθώσει μερικές εξωτερικές πράξεις· ζητεί να θεραπεύσει το κέντρο της υπάρξεως, τον νου, την καρδία, την προαίρεση, εκεί όπου γεννιέται η αληθινή ή η ψεύτικη λατρεία. 

«Ο λύχνος του σώματός εστιν ο οφθαλμός», λέγει ο Κύριος. Κατά την πατερική ερμηνεία, ο οφθαλμός του σώματος φανερώνει τον νου της ψυχής. Όπως το μάτι, όταν είναι καθαρό, φωτίζει όλη την πορεία του σώματος, έτσι και ο νους, όταν είναι απλούς, καθαρός και απροσκόλλητος στα γήινα, γίνεται όργανο φωτισμού όλης της ζωής. Όταν όμως ο νους σκοτισθεί από φιλαργυρία, φιληδονία, κενοδοξία και μέριμνα, τότε και το φως που έπρεπε να οδηγεί τον άνθρωπο γίνεται σκότος βαθύ. 

Γι’ αυτό ο Κύριος συνεχίζει: «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Δεν λέγει ότι δεν πρέπει μόνον, αλλά ότι δεν δύναται. Η καρδία του ανθρώπου δεν χωρίζεται χωρίς να τραυματισθεί. Ή θα λατρεύσει τον Θεό ως Κύριο, ή θα παραδοθεί στον μαμωνά, δηλαδή στην τυραννία του πλούτου, της ασφαλείας κατά κόσμον, της εμπιστοσύνης στα κτίσματα μάλλον παρά στον Κτίστη. Ο πλούτος καθ’ εαυτόν δεν είναι θεός· γίνεται όμως είδωλο, όταν η ψυχή ακουμπά πάνω του την ελπίδα της. 

Η μέριμνα, για την οποία μιλεί σήμερα ο Χριστός, δεν είναι η συνετή φροντίδα, ούτε η εργασία, ούτε η πρόνοια για την οικογένεια. Είναι εκείνη η βασανιστική αγωνία που κατατρώγει την ψυχή, η απιστία μεταμφιεσμένη σε φρονιμάδα, η εσωτερική ταραχή που κάνει τον άνθρωπο να ζει ως ορφανός, ενώ έχει Πατέρα ουράνιο. Ο Κύριος δεν μας καλεί σε αμέλεια, αλλά σε ελευθερία· δεν καταργεί τον κόπο, αλλά θεραπεύει την απιστία που κρύβεται μέσα στον κόπο. 

«Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού» και «καταμάθετε τα κρίνα του αγρού». Ο Κύριος παίρνει παραδείγματα από την κτίση, όχι για να μας διδάξει απραξία, αλλά για να μας φανερώσει την πρόνοια του Θεού. Τα πτηνά δεν έχουν αποθήκες, και όμως τρέφονται· τα κρίνα δεν υφαίνουν, και όμως ενδύονται με κάλλος που ξεπερνά την δόξα του Σολομώντος. Αν λοιπόν ο Θεός δεν λησμονεί τον χόρτο του αγρού, πώς θα λησμονήσει τον άνθρωπο, που έπλασε κατ’ εικόνα Του και για χάρη του οποίου ο Υιός του Θεού ενανθρωπήθηκε; 

Η ρίζα της μερίμνης είναι η ολιγοπιστία. Γι’ αυτό ο Χριστός λέγει: «ολιγόπιστοι». Δεν ελέγχει για να συντρίψει, αλλά για να θεραπεύσει. Μας δείχνει ότι ο φόβος του αύριο μεγαλώνει, όταν μικραίνει μέσα μας η μνήμη του Θεού. Όταν ο άνθρωπος λησμονεί την βασιλεία, τότε απολυτοποιεί την τροφή, το ένδυμα, την υγεία, την ασφάλεια, και γίνεται αιχμάλωτος αυτών που θα έπρεπε να χρησιμοποιεί με ευχαριστία. 

Το τέλος της περικοπής είναι και το κλειδί όλης της χριστιανικής ζωής: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού». Το «πρώτον» δεν σημαίνει ότι ο Θεός είναι μία από τις πολλές μέριμνες μας, έστω και η πρώτη. Σημαίνει ότι ο Θεός είναι το κέντρο, το μέτρο, ο σκοπός και το φως όλων. Όταν η βασιλεία του Θεού γίνει η πρώτη αναζήτηση, τότε και τα επίγεια μπαίνουν στην σωστή τους θέση· δεν καταργούνται, αλλά αγιάζονται. 

Αδελφοί μου, η πατερική σοφία μας καλεί να προσέχουμε τον νου, διότι από αυτόν φωτίζεται ή σκοτίζεται όλη η ζωή. Να εξετάζουμε τι αγαπά η καρδία μας, πού στηρίζεται η ελπίδα μας, τι φοβόμαστε περισσότερο, τι ζητούμε πρώτα. Αν ζητούμε πρώτα τον Θεό, τότε και μέσα στις δυσκολίες έχουμε ειρήνη. Αν ζητούμε πρώτα τον μαμωνά, τότε και μέσα στην αφθονία παραμένουμε πτωχοί και ταραγμένοι. 

Ας παρακαλέσουμε, λοιπόν, τον Κύριο να καθαρίσει τον οφθαλμό της ψυχής μας, να ελευθερώσει την καρδία μας από την δουλεία της μερίμνης, να μας χαρίσει πίστη απλή, ελπίδα σταθερή και αγάπη αληθινή. Και τότε θα μάθουμε να ζούμε όχι ως δούλοι των πραγμάτων, αλλά ως τέκνα του Πατρός, που γνωρίζει τις ανάγκες μας πριν ακόμη τις εκφράσουμε. 

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ 


 

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026- Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. 6, 22-33)

Εἶπεν ὁ Κύριος ·  ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται·  ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;  τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·  λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Εἶπε ὁ Κύριος: «Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενεῖ, τότε ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ ἐσωτερικό σου φῶς εἶναι σκοτάδι, πόσο μεγάλο εἶναι το σκοτάδι. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ δουλεύει σέ δύο κυρίους, διότι ἢ τὸν ἕνα θὰ μισήσει καὶ τὸν ἄλλο θὰ ἀγαπήσει, ἢ στὸν ἕνα θὰ προσκολληθεῖ καὶ τὸν ἄλλον θὰ καταφρονήσει. Δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε ταυτόχρονα καί στὸν Θεὸ καὶ στὸν μαμωνᾶ». Γι’ αυτό καί σᾶς λέω ὅτι μή  μεριμνᾶτε γιὰ τὴν ζωή  σας τὶ θὰ φᾶτε ἢ τὶ θὰ πιῆτε, οὔτε γιὰ τὸ σῶμα σας τὶ θὰ φορέσετε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερο  ἀπὸ τὴν τροφὴ  καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Κυττάξετε τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, οὔτε σπείρουν οὔτε θερίζουν οὔτε ἀποθηκεύουν, καὶ ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος τὰ τρέφει. Δὲν ἔχετε σεῖς μεγαλύτερη  ἀξία  ἀπὸ αὐτά; Ποιὸς δὲ ἀπὸ σᾶς, ὅσον κι ἂν φροντίσει, μπορεῖ νὰ προσθέσει στὸ ἀνάστημά του ἕνα πῆχυ; Καί γιατὶ μεριμνᾶτε γιὰ ἐνδύματα; Παρατηρήσατε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνουν, οὔτε κοπιάζουν, οὔτε γνέθουν, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε ὁ Σολομὼν σὲ ὅλη  του τὴν δόξα  δὲν ντύθηκε σὰν ἕνα ἀπὸ αὐτά. Ἐὰν τὸ χορτάρι τοῦ ἀγροῦ, ποὺ σήμερα ὑπάρχει καὶ αὔριο  τὸ ρίχνουν στὸν φοῦρνο, ὁ Θεὸς τὸ ντύνει  τόσο  ὡραῖα, πόσο  περισσότερο  ἐσᾶς, ὀλιγόπιστοι; Μὴ μεριμνᾶτε λοιπὸν καὶ μὴ λέγετε, «Τὶ θὰ φᾶμε ἢ τὶ θὰ πιοῦμε ἢ τὶ θὰ  ντυθοῦμε;». Διότι ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιδιώκουν οἱ εἰδωλολάτρες. Γνωρίζει ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος ὅτι ἔχετε ἀνάγκη  ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ζητᾶτε πρῶτα τὴν βασιλεία  τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνη  του καὶ τότε ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς χορηγηθοῦν».

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026- Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ρωμ. 5, 1-10)

  Ἀδελφοί, δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι' οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ καυχώμεθα ἐπ' ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν. ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν ἀσθενῶν κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανε. μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολμᾷ ἀποθανεῖν. Συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεὸς, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε. Πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι' αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς. Εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἀδελφοί, ἀφοῦ  δικαιωθήκαμε διὰ τῆς πίστεως, ἔχουμε εἰρήνη μὲ τὸν Θεὸ  διὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἔχουμεν διὰ τῆς πίστεως καὶ τὴν εἴσοδο  στὴν χάρη αὐτή, στὴν ὁποία στεκόμεθα, καὶ καυχόμαστε  γιὰ τὴν ἐλπίδα μας στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καυχόμαστε καὶ γιά τίς θλίψεις, διότι γνωρίζουμε ὅτι ἡ θλῖψις παράγει ὑπομονή, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμασμένο  χαρακτῆρα, ὁ δὲ δοκιμασμένος χαρακτὴρας ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶδα δὲν ντροπιάζει, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἔχει πλημμυρίσει τίς καρδιές μας διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου ποὺ μᾶς δόθηκε. Διότι ὅταν ἐμεῖς ἤμασταν ἀκόμη ἀδύνατοι, ὁ Χριστὸς πέθανε κατὰ τὸν ὡρισμένο καιρό, ὑπὲρ τῶν ἀσεβῶν. Διότι μετὰ δυσκολίας θὰ πεθάνει κανεὶς γιά ἕναν δίκαιο · γιὰ τὸν ἀγαθὸ  ἴσως νὰ τολμήσει κανεὶς νὰ πεθάνῃ. Ὁ Θεὸς ὅμως ἀποδεικνύει τὴν ἀγάπη Του σ’ ἐμᾶς μὲ τὸ ὅτι, ἐνῷ ἐμεῖς ἤμασταν ἀκόμη ἁμαρτωλοί, ὁ Χριστὸς  πέθανε γιὰ μᾶς. Πολὺ περισσότερο λοιπὸν ἀφοῦ  δικαιωθήκαμε τώρα διὰ τοῦ αἵματός Του, θὰ σωθοῦμε δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ὀργή. Διότι ἐάν, ὅταν ἤμασταν ἐχθροί, συμφιλιωθήκαμε μὲ τὸν Θεὸ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ Υἱοῦ του, πολὺ περισσότερο, ἀφοῦ συμφιλιωθήκαμε, θὰ σωθοῦμε διὰ τῆς ζωῆς Του.

Ο ΑΠΛΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΟΦΘΑΛΜΟΣ

 

«Εἶπεν ὁ Κύριος ·  ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται·  ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6, 22-23)

Εἶπε ὁ Κύριος: «Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενεῖ, τότε ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό.

 Ο λόγος του Χριστού στην επί του όρους ομιλία μάς βάζει μπροστά σε μία άλλη θέαση της ύπαρξης. Δεν είμαστε ό,τι φαινόμαστε, αλλά όπως λέει η καρδιά μας. Και αυτό αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο πορεύονται οι αισθήσεις μας. Ο Χριστός κάνει μία διάκριση ανάμεσα στον απλού και τον πονηρό οφθαλμό. Ο πονηρός οφθαλμός είναι αυτός ο οποίος βλέπει τον άλλον στην προοπτική των τριών Φ: της φιλαυτίας, της φιληδονίας, της φιλοδοξίας. Είναι ο οφθαλμός, ο οποίος πορεύεται στην προοπτική της χρήσης, της εκμετάλλευσης του άλλου ως οχήματος για την ικανοποίηση των επιθυμιών μας, οι οποίες όμως έχουν να κάνουν με το «εγώ» μας αποκλειστικά. Ο άλλος υπάρχει για να μας διακονεί, χωρίς να μας ενδιαφέρει κάποτε ούτε η αξιοπρέπειά του. Και δεν είναι απαραίτητο ότι τον ρωτάμε αν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Η δύναμη, η πειθώ, η χειριστικότητα, η ηδονική μας ικανότητα που κολακεύει, η αίσθηση της ανωτερότητας κάνει τον άλλον να υποτάσσεται στις δικές μας επιθυμίες.

 Αυτή η στάση όμως δεν περιορίζεται μόνο στο φαίνεσθαι. Περνά και στον έσω κόσμο μας, στην ψυχική μας κατάσταση. Διότι υπάρχει το εν ημίν σκότος. Κι αυτό έχει να κάνει με τη συνείδηση, με τον λογισμό, με την πονηρία, η οποία μας κυβερνά, έργο των λογισμών μας. Ο άλλος είναι κάθε στιγμή σκεύος ηδονής και εκμετάλλευσης για μας, διότι μόνο εκεί βρίσκεται ο νους μας. Το βλέπουμε αυτό στην πορνογραφία   του Διαδικτύου. Άνθρωποι φαινομενικά ήσυχοι, χαμηλών τόνων, με δυσκολίες επικοινωνίας και αδυναμία σχέσης, ρίχνονται στην πορνογραφία, διότι ο οφθαλμός της ψυχής τους είναι πονηρός. Και εκπληττόμεθα όταν διαβάζουμε για συλλήψεις ανθρώπων οι οποίοι δεν δείχνουν διεστραμμένοι, αλλά είναι.  Αλλά και οι πολλοί χρήστες αυτής της αρρωστημένης φιληδονίας φαινομενικά είναι ευυπόληπτοι. Η καρδιά τους όμως γέμει αυτής της νοοτροπίας της χρήσης του άλλου ως αντικειμένου. 

 Ο Χριστός ζητά από εμάς ο οφθαλμός μας να είναι απλούς. Να βλέπει τον άλλον ως εικόνα Θεού και ως πρόσωπο που η παρουσία του προξενεί χαρά. Για να γίνει αυτό χρειάζεται η ψυχή μας, η καρδιά μας, η συνείδησή μας να έχει ως προτεραιότητά της τη σχέση με τον Θεό και με την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Σχέση σημαίνει να δώσω, να συνυπάρξω, να στηρίξω, να χαρώ γιατί ο άλλος υπάρχει. Σχέση σημαίνει να εμπιστευθώ τον Θεό και να πορεύομαι εν καλοσύνη. Σχέση σημαίνει να νιώθω και να πιστεύω ότι η αγάπη είναι το παν. Και αγαπώ σημαίνει νοιάζομαι και διακονώ, υπηρετώντας την αλήθεια του άλλου, συνοδοιπορώντας στον δρόμο της Βασιλείας του Θεού, στον δρόμο και στον τρόπο της Εκκλησίας. 

 Η εποχή μας έχει βρει στο Διαδίκτυο τα μέσα για την ικανοποίηση  των επιθυμιών ενός κρυμμένου εαυτού, ενός πονηρού εαυτού. Συχνά τα βαφτίζει δικαίωμα, αν δεν κάνεις κακό στον άλλον, ιδίως στις περιπτώσεις των ενηλίκων. Όμως η αληθινή χαρά, η οποία υπερβαίνει την ευχαρίστηση της στιγμής, δεν έρχεται όταν καθιστούμε τη ζωή ικανοποίηση των παθών μας, αλλά όταν μπορούμε να ανοιχτούμε στην αγάπη και με αγάπη. Κι εδώ ο Χριστός είναι μαζί μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

21 Ιουνίου 2026

Κυριακή Γ’ Ματθαίου