Translate

Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2024- Δ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Ἑβρ. στ’, 13-20)

 

 Ἀδελφοί, τῷ ᾿Αβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ᾿ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ᾿ ἑαυτοῦ, λέγων· «῏Η μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε»· καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. ῎Ανθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην «εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος», ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν ᾿Ιησοῦς, «κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ» ἀρχιερεὺς γενόμενος «εἰς τὸν αἰῶνα».

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα 

Ἀδελφοί, ὅταν ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ὑπόσχεσή του στὸν Ἀβραάμ, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε ἀνώτερος γιὰ νὰ ὁρκιστεῖ, ὁρκίστηκε στὸν ἑαυτό του, λέγοντας· Σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι θὰ σ’ εὐλογήσω καὶ θὰ σοῦ δώσω πολλοὺς ἀπογόνους. ῎Ετσι πῆρε ὁ ᾿Αβραὰμ τὴν ὑπόσχεση, καὶ μὲ τὴν ὑπομονή του πέτυχε τὴν ἐκπλήρωσή της. Οἱ ἄνθρωποι ὁρκίζονται σὲ κάποιον ἀνώτερό τους, κι ὁ ὅρκος δίνει γι’ αὐτοὺς τέλος σὲ κάθε ἀμφισβήτηση καὶ ὑποδηλώνει ἐπιβεβαίωση. ῾Ο Θεός, λοιπόν, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ δείξει πιὸ καθαρὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ θὰ κληρονομοῦσαν τὰ ὅσα ὑποσχέθηκε ὅτι ἡ ἀπόφασή του ἦταν ἀμετάκλητη, τὴν ἐγγυήθηκε μὲ ὅρκο. Γιὰ δύο λοιπὸν ἀμετακίνητα πράγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατο νὰ διαψευστεῖ ὁ Θεός, ἐμεῖς ποὺ καταφύγαμε σ’ αὐτὸν ὀφείλουμε νὰ μείνουμε σταθεροὶ σ’ αὐτὰ ποὺ ἐλπίζουμε. Αὐτή μας ἡ ἐλπίδα μᾶς ἀσφαλίζει καὶ μᾶς βεβαιώνει σὰν ἄγκυρα, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὰ ἐνδότερα τοῦ καταπετάσματος, ὅπου μπῆκε πρὶν ἀπὸ μᾶς καὶ γιὰ χάρη μας ὁ ᾿Ιησοῦς, ἀρχιερέας γιὰ πάντα ὅπως ὁ Μελχισεδέκ.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2024- Δ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μάρκ. θ΄ 17-31)

 


 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ λέγων· Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. Καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ῏Ω γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ῞Εως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; Φέρετε αὐτὸν πρός με. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. Καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. Καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ῾Ο δὲ εἶπε· Παιδιόθεν. Καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. Καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. ᾿Ιδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. Καὶ κρᾶξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, κάποιος ἄνθρωπος πλησίασε τὸν ᾿Ιησοῦ καὶ τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, ἔφερα σ’ ἐσένα τὸν γιό μου, γιατὶ ἔχει μέσα του δαιμονικὸ πνεῦμα ποὺ τὸν κάνει ἄλαλο. Κάθε φορὰ ποὺ τὸν πιάνει, τὸν ρίχνει κάτω καὶ τότε βγάζει ἀφρούς, τρίζει τὰ δόντια καὶ μένει ξερός. Εἶπα στοὺς μαθητές σου νὰ διώξουν αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν». «῎Απιστη γενιά!» ἀποκρίθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς. «῝Ως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Πόσον καιρὸ ἀκόμη θὰ σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε μου ἐδῶ τὸ παιδί». ᾿Εκεῖνοι τοῦ τὸ ἔφεραν. Μόλις τὸ πνεῦμα εἶδε τὸν ᾿Ιησοῦ, ἀμέσως τάραξε τὸ παιδί, κι ἐκεῖνο ἔπεσε καταγῆς καὶ κυλιόταν βγάζοντας ἀφρούς. «Πόσος καιρὸς εἶναι ποὺ τοῦ συμβαίνει αὐτό;» ρώτησε ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ. ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε· «᾿Απὸ μικρὸ παιδί. Πολλὲς φορὲς μάλιστα καὶ στὴ φωτιὰ τὸν ἔριξε καὶ στὰ νερὰ γιὰ νὰ τὸν ἐξολοθρέψει. ᾿Αλλὰ ἂν μπορεῖς νὰ κάνεις κάτι, σπλαχνίσου μας καὶ βοήθησέ μας». ῾Ο ᾿Ιησοῦς τοῦ εἶπε τοῦτο· «᾿Εὰν μπορεῖς νὰ πιστέψεις, ὅλα εἶναι δυνατὰ γι’ αὐτὸν ποὺ πιστεύει». ᾿Αμέσως τότε φώναξε δυνατὰ ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ καὶ εἶπε μὲ δάκρυα· «Πιστεύω, Κύριε! ᾿Αλλὰ βοήθησέ με, γιατὶ ἡ πίστη μου δὲν εἶναι δυνατή». Βλέποντας ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι συγκεντρώνεται κόσμος, πρόσταξε τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα μ’ αὐτὰ τὰ λόγια· «῎Αλαλο καὶ κουφὸ πνεῦμα, ἐγὼ σὲ διατάζω· βγὲς ἀπ’ αὐτὸν καὶ μὴν ξαναμπεῖς πιὰ μέσα του». Βγῆκε τότε τὸ πνεῦμα, ἀφοῦ κραύγασε δυνατὰ καὶ συντάραξε τὸ παιδί. ᾿Εκεῖνο ἔμεινε ἀναίσθητο, ἔτσι ποὺ πολλοὶ ἔλεγαν ὅτι πέθανε. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως τὸ ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι του, τὸ σήκωσε, κι αὐτὸ στάθηκε ὄρθιο. ῞Οταν μπῆκε ὁ ᾿Ιησοῦς στὸ σπίτι, τὸν ρώτησαν οἱ μαθητές του ἰδιαιτέρως· «Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλουμε αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα;» Κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε· «Αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ γένος δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ βγάλει μὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία». ῎Εφυγαν ἀπὸ κεῖ καὶ προχωροῦσαν διασχίζοντας τὴ Γαλιλαία. Δὲν ἤθελε ὁ ᾿Ιησοῦς νὰ μάθει κανεὶς ὅτι περνοῦσε ἀπὸ κεῖ, γιατὶ δίδασκε τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς ἔλεγε· «Ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου θὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων, ποὺ θὰ τὸν θανατώσουν· τὴν τρίτη ὅμως ἡμέρα μετὰ τὸν θάνατό του θ’ ἀναστηθεῖ».

2024-04-12 Δ' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

ΠΥΡΙΜΟΡΦΟΝ ΟΧΗΜΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, ΧΑΙΡΕ ΔΕΣΠΟΙΝΑ

 

Κατάφορτος ο Ακάθιστος Ύμνος από εικόνες που αναφέρονται στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, δοσμένες με την μεταφορά του ποιητικού λόγου που είναι μία αληθινά γλωσσική απόλαυση, αλλά, την ίδια στιγμή, μας δείχνουν ότι η ιστορία του ανθρώπινου Γένους δεν θα μπορούσε να δείξει ανώτερη έκφραση αγάπης προς τον Θεό από ό,τι έδειξε το πρόσωπο και η ζωή της Υπεραγίας Θεοτόκου. 

«Πυρίμορφον όχημα του Λόγου, χαίρε Δέσποινα», αποκαλεί ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος την Παναγία. «Χαίρε, Δέσποινα, συ, η οποία, σαν άρμα πύρινο, δέχθηκες μέσα σου τον Λόγο του Θεού και τον μετέφερες από τον ουρανό στη γη». Η φράση αυτή «πυρίμορφον όχημα» θυμίζει το « άρμα πυρός», το πύρινο, φλεγόμενο άρμα, με το οποίο στην περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης ο προφήτης Ηλίας ανελήφθη προς τους ουρανούς (Δ’ Βασιλ. 2,11). «Η Θεοτόκος, ως πυρίμορφο όχημα, είχε μέσα στην κοιλία της τον Λόγο του Θεού, τον Βασιλέα του σύμπαντος» (Αρχιμ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος).

 Ο προφήτης Ηλίας φεύγει από τη γη, έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του, που ήταν να δείξει στους ανθρώπους ότι ο Θεός είναι φωνή αύρας λεπτής, δηλαδή η πίστη δεν έρχεται από έναν Θεό που κάνει επίδειξη δύναμης με τον δυνατό άνεμο, με τη φωτιά, με τον σεισμό, παρότι κάποιες στιγμές αυτά λειτουργούν ως αφορμήσεις μετανοίας, αλλά τον Θεό τον συναντούμε με την γλυκύτητα και τη δροσιά της αγάπης, της ομορφιάς, της σιγής του νου από μάταιους λογισμούς, την ομορφιά της προσμονής, εκεί όπου υπάρχει αναζήτηση αθόρυβη. Έτσι, ο προφήτης Ηλίας θα αναληφθεί με το πυρίμορφο όχημα, ενώ θα επιστρέψει πριν ξαναέρθει ο Χριστός για την Δευτέρα Παρουσία. Η Παναγία μας όμως λειτουργεί ως πυρίμορφο όχημα, μόνο που αυτή φέρνει στον κόσμο τον Χριστό, δεν φεύγει από αυτόν, και την ίδια στιγμή μάς δείχνει ότι μόνο η καρδιά που φλέγεται από αγάπη  για τον Θεό, μπορεί να   ταξιδέψει μαζί Του. 

Και συνεχίζει ο ιερός υμνογράφος, αποκαλώντας την Παναγία «έμψυχο Παράδεισο», στον οποίο «το ξύλο της ζωής», ο Χριστός βρίσκεται στη μέση του. Η γλυκύτητα των καρπών αυτού του δέντρου (του Κυρίου δηλαδή), δίδει ζωή σε εκείνους, οι οποίοι προηγουμένως είχαν υποκύψει στον θάνατο (έχοντας φάει καρπό από το άλλο δέντρο, της γνώσης του καλού και του κακού που κι αυτό ήταν εντός του Παραδείσου της Εδέμ), τώρα όμως γεύονται με πίστη τους καρπούς του ξύλου της ζωής.  Ο πρώτος Παράδεισος της Εδέμ είχε εντός του, ως κέντρο του, το «ξύλον της ζωής» (Γένεσ. 2,9). «Η Παναγία ως έμψυχος και ζων Παράδεισος, είχε εντός της κοιλίας της την αρχή και το τέλος και το κέντρο των πάντων, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, ο Οποίος είναι όντως το ‘’ξύλον της ζωής’’ και δίδει ζωή απείρως καλύτερη και ανώτερη εκείνης την οποία έδιδε το δέντρο του Παραδείσου της Εδέμ. Ο ‘’γλυκασμός ‘’ των καρπών του δέντρου αυτού, δηλαδή το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ανασταίνει και ζωοποιεί όλους εκείνους που θανάτωσε η αμαρτία» (Αρχιμ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος). 

Δύο ήταν τα δέντρα του Παραδείσου. Το ένα ήταν «το ξύλον της ζωής», αυτό δηλαδή που θα έδινε στους ανθρώπους την αθανασία. Το άλλο ήταν το «ξύλον της γνώσεως» του καλού και του κακού. Το ένα δέντρο ήταν της αγάπης και της αιωνιότητας. Το άλλο ήταν της ελευθερίας, στην οποία οι άνθρωποι καλούνταν και καλούνται να δοκιμάζονται, να  μένουν δηλαδή κοντά στον Θεό επειδή το θέλουν και επειδή ζητούν να είναι μαζί Του κατά χάριν αθάνατοι, κατά χάριν παιδιά αγάπης και αφθαρσίας. Οι άνθρωποι διάλεξαν να είναι μακριά από τον Θεό. Η Παναγία γεννά τον Χριστό, ο Οποίος γίνεται το «ξύλον της ζωής» για όσους πιστεύουν. Γίνεται Αυτός που διά ης κοινωνίας μαζί Του οι άνθρωποι γευόμαστε τον γλυκασμό της αιώνιας ζωής και αφθαρσίας, δένουμε την ελευθερία μας με την αγάπη στη ζωή της Εκκλησίας και νικούμε τον θάνατο, τόσο τον πνευματικό διά της μετανοίας και της αγάπης, όσο και τον σωματικό, διά της αναστάσεως.

Γι’ αυτό και η χαρά μας είναι μεγάλη για το πρόσωπο της Παναγίας. Γι’ αυτό και εκείνη μας δίνει ζωή, την όντως Ζωή. Έτσι, κατ’  αυτήν την ευλογημένη περίοδο, ενθυμούμενοι τη δική της παρουσία και απευθυνόμενοι σ’ αυτήν διά του «Χαίρε», ανεβαίνουμε προς τον ουρανό, νικάμε το κακό, γευόμαστε τη χαρά του Χριστού. Ας εμποτιστούμε με αυτό το ήθος κάθε στιγμή της ζωής μας και Εκείνη θα είναι η πρέσβειρα και βοηθός μας! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2024

Δ’ Χαιρετισμοί

Τετάρτη 10 Απριλίου 2024

2024-04-10 ΠΡΟΗΓΟΎΜΕΝΗ ΘΕΊΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΊΑ

ΝΑ ΒΛΕΠΩ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

«Κάθε δάσκαλος τη βλέπει πρώτα αυτός μέσα του τη σύνεση που διδάσκει και τη μαθαίνει και τη γεύεται, και τότε μπορεί να τη μεταδώσει στους μαθητές» (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)

Οι παλιοί είχαν μια ωραία παροιμία: «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις». Η σοφή αυτή λαϊκή ρήση ζητούσε από τον δάσκαλο, τον γονέα, τον πνευματικό άνθρωπο, τον πολιτικό, τον καθέναν δηλαδή που αναλάμβανε έναν ρόλο ηγετικό στη ζωή του κόσμου, να έχει συνέπεια λόγων και έργων. Να μη λέει άλλα και άλλα να πράττει. Η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας όμως προσθέτει και μιαν άλλη διάσταση στη συνέπεια λόγων και έργων. Αυτή της βίωσης. Δεν είναι η διδαχή προϊόν μιας μόρφωσης επιφανειακής. Τουλάχιστον να γνωρίζω αυτά που έχω διαβάσει και αυτά που έχω κληθεί να πω. Αλλιώς είναι «έπεα πτερρόεντα». Κι αυτό όμως δεν φτάνει. Χρειάζεται να τα ζω, για να είμαι αυθεντικός.

Ο ασκητής μιλά για τη σύνεση. Συνετός είναι εκείνος ο οποίος έχει μαζεμένο νου. Μπορεί να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα. Έχει αυτογνωσία. Δεν φορτώνει τον εαυτό του με περιττά. Δεν αναζητεί δόξα ανθρώπινη, πέρα ίσως από κάποια ευγενική αναγνώριση κόπων, που δεν την θεωρεί όμως προϋπόθεση για την εργασία και την κάθε προσπάθειά του. Στηρίζεται σε ένα αξιακό υπόβαθρο, το οποίο ζητά να μεταδώσει, όχι όμως μόνο στο ιδεολογικό επίπεδο, αλλά, κυρίως, στο εμπειρικό, ώστε να μπορούν οι μαθητές του να διδάσκονται αυθεντικά από κάποιον που πιστεύει, ζει και παλεύει, μοιράζεται το «είναι» του. Διότι η σύνεση είναι σημάδι ύπαρξης που κατέχει και δίνει απαντήσεις που ξεπερνούν το παρόν.

Ας γυρίσουμε λίγο στην οικογένεια των καιρών μας. Έχουμε υποκαταστήσει αρετές, όπως η σύνεση, με τη ρουτίνα της καθημερινότητας, τα υλικά αγαθά, το φόρτωμα με δραστηριότητες που τονώνουν το «εγώ», κουράζουν, χωρίς πάντοτε να ξεκουράζουν. Αναλαμβάνουμε ρίσκα, άλλοτε αδιαφορίας, άλλοτε ανοιγμάτων τα οποία μαρτυρούν ανθρώπους χωρίς επίγνωση της ευθύνης για τη ζωή και για τους άλλους. Τα παιδιά μας διδάσκονται πολλά από τον κόσμο. Εκεί όμως είναι που κρίνεται και η ανατροφή που παίρνουν από το σπίτι. Διότι ο κόσμος έχει πειρασμούς, στους οποίους αν ο άνθρωπος έχει μάθει να ενδίδει, ικανοποιώντας κάθε επιθυμία του, την οποία ο πολιτισμός βαφτίζει δικαίωμα, τότε δύσκολα θα αντέξει τη δυναμική των σχέσεων, που, έτσι κι αλλιώς, προϋποθέτουν αγάπη, δηλαδή έξοδο από τη δυναστεία του «εγώ».

Στη ζωή προχωράνε όσοι ρισκάρουν, λέει ένα άλλο αξίωμα. Κάποτε, και καταστρέφονται. Και η καταστροφή δεν χρειάζεται να είναι ολική. Αρκεί πτυχές της ζωής που είναι όμως κύριες για την ψυχική ισορροπία ή και για τη χαρά να μην πηγαίνουν καλά και τα όποια κέρδη από τα κάθε λογής ρίσκα εξανεμίζονται στον ψυχικό μας κόσμο. Υπάρχουν κι εκείνοι που αισθάνονται έτοιμοι να πληρώσουν το τίμημα των ρίσκων τους. Μπορεί να έχουν το χάρισμα ή την  υπομονή. Μπορεί όμως και να έχουν υπερεκτιμήσει τις δυνάμεις τους.

Προφανώς, κάθε ζωή, με το περιεχόμενο, τις νίκες και τις ήττες της έχει μοναδική αξία. Και μπορεί, αν δε ρισκάρουμε, να αναρωτηθούμε, με ένα παράπονο, μικρό ή μεγάλο, τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν. Η απάντηση θα παραμείνει σχηματοποιημένη εντός μας. Το μόνο όμως που δεν χάνεται είναι η απόφαση να ζήσω πρώτα αυτό που θέλω να μοιραστώ και να μην πορεύομαι όπως να ‘ναι, παριστάνοντας τον γνώστη, τον ηγέτη, την αυθεντία.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο  φύλλο της Τετάρτης 10 Απριλίου 2024