ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Κήρυγμα εις την Γ΄ Κυριακή Ματθαίου

«Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν». 

Αγαπητοί μου  η σημερινή ευαγγελική περικοπή, παρμένη από την επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου, ανοίγει ενώπιόν μας το βαθύ μυστήριο της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου. Ο Χριστός δεν περιορίζεται να διορθώσει μερικές εξωτερικές πράξεις· ζητεί να θεραπεύσει το κέντρο της υπάρξεως, τον νου, την καρδία, την προαίρεση, εκεί όπου γεννιέται η αληθινή ή η ψεύτικη λατρεία. 

«Ο λύχνος του σώματός εστιν ο οφθαλμός», λέγει ο Κύριος. Κατά την πατερική ερμηνεία, ο οφθαλμός του σώματος φανερώνει τον νου της ψυχής. Όπως το μάτι, όταν είναι καθαρό, φωτίζει όλη την πορεία του σώματος, έτσι και ο νους, όταν είναι απλούς, καθαρός και απροσκόλλητος στα γήινα, γίνεται όργανο φωτισμού όλης της ζωής. Όταν όμως ο νους σκοτισθεί από φιλαργυρία, φιληδονία, κενοδοξία και μέριμνα, τότε και το φως που έπρεπε να οδηγεί τον άνθρωπο γίνεται σκότος βαθύ. 

Γι’ αυτό ο Κύριος συνεχίζει: «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Δεν λέγει ότι δεν πρέπει μόνον, αλλά ότι δεν δύναται. Η καρδία του ανθρώπου δεν χωρίζεται χωρίς να τραυματισθεί. Ή θα λατρεύσει τον Θεό ως Κύριο, ή θα παραδοθεί στον μαμωνά, δηλαδή στην τυραννία του πλούτου, της ασφαλείας κατά κόσμον, της εμπιστοσύνης στα κτίσματα μάλλον παρά στον Κτίστη. Ο πλούτος καθ’ εαυτόν δεν είναι θεός· γίνεται όμως είδωλο, όταν η ψυχή ακουμπά πάνω του την ελπίδα της. 

Η μέριμνα, για την οποία μιλεί σήμερα ο Χριστός, δεν είναι η συνετή φροντίδα, ούτε η εργασία, ούτε η πρόνοια για την οικογένεια. Είναι εκείνη η βασανιστική αγωνία που κατατρώγει την ψυχή, η απιστία μεταμφιεσμένη σε φρονιμάδα, η εσωτερική ταραχή που κάνει τον άνθρωπο να ζει ως ορφανός, ενώ έχει Πατέρα ουράνιο. Ο Κύριος δεν μας καλεί σε αμέλεια, αλλά σε ελευθερία· δεν καταργεί τον κόπο, αλλά θεραπεύει την απιστία που κρύβεται μέσα στον κόπο. 

«Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού» και «καταμάθετε τα κρίνα του αγρού». Ο Κύριος παίρνει παραδείγματα από την κτίση, όχι για να μας διδάξει απραξία, αλλά για να μας φανερώσει την πρόνοια του Θεού. Τα πτηνά δεν έχουν αποθήκες, και όμως τρέφονται· τα κρίνα δεν υφαίνουν, και όμως ενδύονται με κάλλος που ξεπερνά την δόξα του Σολομώντος. Αν λοιπόν ο Θεός δεν λησμονεί τον χόρτο του αγρού, πώς θα λησμονήσει τον άνθρωπο, που έπλασε κατ’ εικόνα Του και για χάρη του οποίου ο Υιός του Θεού ενανθρωπήθηκε; 

Η ρίζα της μερίμνης είναι η ολιγοπιστία. Γι’ αυτό ο Χριστός λέγει: «ολιγόπιστοι». Δεν ελέγχει για να συντρίψει, αλλά για να θεραπεύσει. Μας δείχνει ότι ο φόβος του αύριο μεγαλώνει, όταν μικραίνει μέσα μας η μνήμη του Θεού. Όταν ο άνθρωπος λησμονεί την βασιλεία, τότε απολυτοποιεί την τροφή, το ένδυμα, την υγεία, την ασφάλεια, και γίνεται αιχμάλωτος αυτών που θα έπρεπε να χρησιμοποιεί με ευχαριστία. 

Το τέλος της περικοπής είναι και το κλειδί όλης της χριστιανικής ζωής: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού». Το «πρώτον» δεν σημαίνει ότι ο Θεός είναι μία από τις πολλές μέριμνες μας, έστω και η πρώτη. Σημαίνει ότι ο Θεός είναι το κέντρο, το μέτρο, ο σκοπός και το φως όλων. Όταν η βασιλεία του Θεού γίνει η πρώτη αναζήτηση, τότε και τα επίγεια μπαίνουν στην σωστή τους θέση· δεν καταργούνται, αλλά αγιάζονται. 

Αδελφοί μου, η πατερική σοφία μας καλεί να προσέχουμε τον νου, διότι από αυτόν φωτίζεται ή σκοτίζεται όλη η ζωή. Να εξετάζουμε τι αγαπά η καρδία μας, πού στηρίζεται η ελπίδα μας, τι φοβόμαστε περισσότερο, τι ζητούμε πρώτα. Αν ζητούμε πρώτα τον Θεό, τότε και μέσα στις δυσκολίες έχουμε ειρήνη. Αν ζητούμε πρώτα τον μαμωνά, τότε και μέσα στην αφθονία παραμένουμε πτωχοί και ταραγμένοι. 

Ας παρακαλέσουμε, λοιπόν, τον Κύριο να καθαρίσει τον οφθαλμό της ψυχής μας, να ελευθερώσει την καρδία μας από την δουλεία της μερίμνης, να μας χαρίσει πίστη απλή, ελπίδα σταθερή και αγάπη αληθινή. Και τότε θα μάθουμε να ζούμε όχι ως δούλοι των πραγμάτων, αλλά ως τέκνα του Πατρός, που γνωρίζει τις ανάγκες μας πριν ακόμη τις εκφράσουμε. 

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ 


 

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026- Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. 6, 22-33)

Εἶπεν ὁ Κύριος ·  ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται·  ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;  τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·  λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Εἶπε ὁ Κύριος: «Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενεῖ, τότε ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ ἐσωτερικό σου φῶς εἶναι σκοτάδι, πόσο μεγάλο εἶναι το σκοτάδι. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ δουλεύει σέ δύο κυρίους, διότι ἢ τὸν ἕνα θὰ μισήσει καὶ τὸν ἄλλο θὰ ἀγαπήσει, ἢ στὸν ἕνα θὰ προσκολληθεῖ καὶ τὸν ἄλλον θὰ καταφρονήσει. Δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε ταυτόχρονα καί στὸν Θεὸ καὶ στὸν μαμωνᾶ». Γι’ αυτό καί σᾶς λέω ὅτι μή  μεριμνᾶτε γιὰ τὴν ζωή  σας τὶ θὰ φᾶτε ἢ τὶ θὰ πιῆτε, οὔτε γιὰ τὸ σῶμα σας τὶ θὰ φορέσετε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερο  ἀπὸ τὴν τροφὴ  καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Κυττάξετε τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, οὔτε σπείρουν οὔτε θερίζουν οὔτε ἀποθηκεύουν, καὶ ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος τὰ τρέφει. Δὲν ἔχετε σεῖς μεγαλύτερη  ἀξία  ἀπὸ αὐτά; Ποιὸς δὲ ἀπὸ σᾶς, ὅσον κι ἂν φροντίσει, μπορεῖ νὰ προσθέσει στὸ ἀνάστημά του ἕνα πῆχυ; Καί γιατὶ μεριμνᾶτε γιὰ ἐνδύματα; Παρατηρήσατε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνουν, οὔτε κοπιάζουν, οὔτε γνέθουν, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε ὁ Σολομὼν σὲ ὅλη  του τὴν δόξα  δὲν ντύθηκε σὰν ἕνα ἀπὸ αὐτά. Ἐὰν τὸ χορτάρι τοῦ ἀγροῦ, ποὺ σήμερα ὑπάρχει καὶ αὔριο  τὸ ρίχνουν στὸν φοῦρνο, ὁ Θεὸς τὸ ντύνει  τόσο  ὡραῖα, πόσο  περισσότερο  ἐσᾶς, ὀλιγόπιστοι; Μὴ μεριμνᾶτε λοιπὸν καὶ μὴ λέγετε, «Τὶ θὰ φᾶμε ἢ τὶ θὰ πιοῦμε ἢ τὶ θὰ  ντυθοῦμε;». Διότι ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιδιώκουν οἱ εἰδωλολάτρες. Γνωρίζει ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος ὅτι ἔχετε ἀνάγκη  ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ζητᾶτε πρῶτα τὴν βασιλεία  τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνη  του καὶ τότε ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς χορηγηθοῦν».

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026- Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ρωμ. 5, 1-10)

  Ἀδελφοί, δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι' οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ καυχώμεθα ἐπ' ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν. ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν ἀσθενῶν κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανε. μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολμᾷ ἀποθανεῖν. Συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεὸς, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε. Πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι' αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς. Εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἀδελφοί, ἀφοῦ  δικαιωθήκαμε διὰ τῆς πίστεως, ἔχουμε εἰρήνη μὲ τὸν Θεὸ  διὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἔχουμεν διὰ τῆς πίστεως καὶ τὴν εἴσοδο  στὴν χάρη αὐτή, στὴν ὁποία στεκόμεθα, καὶ καυχόμαστε  γιὰ τὴν ἐλπίδα μας στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καυχόμαστε καὶ γιά τίς θλίψεις, διότι γνωρίζουμε ὅτι ἡ θλῖψις παράγει ὑπομονή, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμασμένο  χαρακτῆρα, ὁ δὲ δοκιμασμένος χαρακτὴρας ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶδα δὲν ντροπιάζει, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἔχει πλημμυρίσει τίς καρδιές μας διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου ποὺ μᾶς δόθηκε. Διότι ὅταν ἐμεῖς ἤμασταν ἀκόμη ἀδύνατοι, ὁ Χριστὸς πέθανε κατὰ τὸν ὡρισμένο καιρό, ὑπὲρ τῶν ἀσεβῶν. Διότι μετὰ δυσκολίας θὰ πεθάνει κανεὶς γιά ἕναν δίκαιο · γιὰ τὸν ἀγαθὸ  ἴσως νὰ τολμήσει κανεὶς νὰ πεθάνῃ. Ὁ Θεὸς ὅμως ἀποδεικνύει τὴν ἀγάπη Του σ’ ἐμᾶς μὲ τὸ ὅτι, ἐνῷ ἐμεῖς ἤμασταν ἀκόμη ἁμαρτωλοί, ὁ Χριστὸς  πέθανε γιὰ μᾶς. Πολὺ περισσότερο λοιπὸν ἀφοῦ  δικαιωθήκαμε τώρα διὰ τοῦ αἵματός Του, θὰ σωθοῦμε δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ὀργή. Διότι ἐάν, ὅταν ἤμασταν ἐχθροί, συμφιλιωθήκαμε μὲ τὸν Θεὸ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ Υἱοῦ του, πολὺ περισσότερο, ἀφοῦ συμφιλιωθήκαμε, θὰ σωθοῦμε διὰ τῆς ζωῆς Του.

Ο ΑΠΛΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΟΦΘΑΛΜΟΣ

 

«Εἶπεν ὁ Κύριος ·  ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται·  ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6, 22-23)

Εἶπε ὁ Κύριος: «Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενεῖ, τότε ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό.

 Ο λόγος του Χριστού στην επί του όρους ομιλία μάς βάζει μπροστά σε μία άλλη θέαση της ύπαρξης. Δεν είμαστε ό,τι φαινόμαστε, αλλά όπως λέει η καρδιά μας. Και αυτό αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο πορεύονται οι αισθήσεις μας. Ο Χριστός κάνει μία διάκριση ανάμεσα στον απλού και τον πονηρό οφθαλμό. Ο πονηρός οφθαλμός είναι αυτός ο οποίος βλέπει τον άλλον στην προοπτική των τριών Φ: της φιλαυτίας, της φιληδονίας, της φιλοδοξίας. Είναι ο οφθαλμός, ο οποίος πορεύεται στην προοπτική της χρήσης, της εκμετάλλευσης του άλλου ως οχήματος για την ικανοποίηση των επιθυμιών μας, οι οποίες όμως έχουν να κάνουν με το «εγώ» μας αποκλειστικά. Ο άλλος υπάρχει για να μας διακονεί, χωρίς να μας ενδιαφέρει κάποτε ούτε η αξιοπρέπειά του. Και δεν είναι απαραίτητο ότι τον ρωτάμε αν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Η δύναμη, η πειθώ, η χειριστικότητα, η ηδονική μας ικανότητα που κολακεύει, η αίσθηση της ανωτερότητας κάνει τον άλλον να υποτάσσεται στις δικές μας επιθυμίες.

 Αυτή η στάση όμως δεν περιορίζεται μόνο στο φαίνεσθαι. Περνά και στον έσω κόσμο μας, στην ψυχική μας κατάσταση. Διότι υπάρχει το εν ημίν σκότος. Κι αυτό έχει να κάνει με τη συνείδηση, με τον λογισμό, με την πονηρία, η οποία μας κυβερνά, έργο των λογισμών μας. Ο άλλος είναι κάθε στιγμή σκεύος ηδονής και εκμετάλλευσης για μας, διότι μόνο εκεί βρίσκεται ο νους μας. Το βλέπουμε αυτό στην πορνογραφία   του Διαδικτύου. Άνθρωποι φαινομενικά ήσυχοι, χαμηλών τόνων, με δυσκολίες επικοινωνίας και αδυναμία σχέσης, ρίχνονται στην πορνογραφία, διότι ο οφθαλμός της ψυχής τους είναι πονηρός. Και εκπληττόμεθα όταν διαβάζουμε για συλλήψεις ανθρώπων οι οποίοι δεν δείχνουν διεστραμμένοι, αλλά είναι.  Αλλά και οι πολλοί χρήστες αυτής της αρρωστημένης φιληδονίας φαινομενικά είναι ευυπόληπτοι. Η καρδιά τους όμως γέμει αυτής της νοοτροπίας της χρήσης του άλλου ως αντικειμένου. 

 Ο Χριστός ζητά από εμάς ο οφθαλμός μας να είναι απλούς. Να βλέπει τον άλλον ως εικόνα Θεού και ως πρόσωπο που η παρουσία του προξενεί χαρά. Για να γίνει αυτό χρειάζεται η ψυχή μας, η καρδιά μας, η συνείδησή μας να έχει ως προτεραιότητά της τη σχέση με τον Θεό και με την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Σχέση σημαίνει να δώσω, να συνυπάρξω, να στηρίξω, να χαρώ γιατί ο άλλος υπάρχει. Σχέση σημαίνει να εμπιστευθώ τον Θεό και να πορεύομαι εν καλοσύνη. Σχέση σημαίνει να νιώθω και να πιστεύω ότι η αγάπη είναι το παν. Και αγαπώ σημαίνει νοιάζομαι και διακονώ, υπηρετώντας την αλήθεια του άλλου, συνοδοιπορώντας στον δρόμο της Βασιλείας του Θεού, στον δρόμο και στον τρόπο της Εκκλησίας. 

 Η εποχή μας έχει βρει στο Διαδίκτυο τα μέσα για την ικανοποίηση  των επιθυμιών ενός κρυμμένου εαυτού, ενός πονηρού εαυτού. Συχνά τα βαφτίζει δικαίωμα, αν δεν κάνεις κακό στον άλλον, ιδίως στις περιπτώσεις των ενηλίκων. Όμως η αληθινή χαρά, η οποία υπερβαίνει την ευχαρίστηση της στιγμής, δεν έρχεται όταν καθιστούμε τη ζωή ικανοποίηση των παθών μας, αλλά όταν μπορούμε να ανοιχτούμε στην αγάπη και με αγάπη. Κι εδώ ο Χριστός είναι μαζί μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

21 Ιουνίου 2026

Κυριακή Γ’ Ματθαίου

Η ΠΟΝΗΡΗ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ π. Δημητρίου Μπόκου

 Η ΠΟΝΗΡΗ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ 

π. Δημητρίου Μπόκου 

Στη ροή της επί του Όρους ομιλίας του ο Χριστός είπε και τα εξής παραβολικά λόγια: «Ο λύχνος του σώματός εστιν ο οφθαλμός». Φως για το σώμα είναι το μάτι. Αν το μάτι σου είναι γερό, όλο το σώμα σου θα είναι φωτεινό, θα βλέπει καλά. «Εάν δε ο οφθαλμός σου πονηρός η», αν το μάτι σου είναι άρρωστο, τυφλό, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Βυθισμένο στο σκοτάδι (Κυριακή Γ΄ Ματθαίου). Τί θέλει να πει με αυτά τα τόσο απλά λόγια ο Χριστός; 

Ότι όπως σκοτεινιάζει το μάτι σου, έτσι μπορεί να σκοτεινιάσει και η καρδιά σου. Και από τί προκαλείται ο σκοτισμός αυτός; Από τα πάθη της αμαρτίας φυσικά. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης π. χ. αναφέρει την εξής περίπτωση: Όποιος αγαπάει τον συνάνθρωπό του «εν τω φωτί μένει». Αλλά όποιος τον μισεί «εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί» και δεν γνωρίζει πού πηγαίνει, διότι «η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού». Μιλάει φυσικά για το πνευματικό σκοτάδι που κατακλύζει τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής (Α΄ Ιω. 2, 10-11). 

Ο Χριστός εδώ έχει κατά νουν μια άλλη περίπτωση. Θεωρεί σκοτάδι που τυφλώνει τους νοερούς οφθαλμούς, την προσκόλληση στον πλούτο, τη φιλαργυρία, την πλεονεξία. Λίγο πριν είχε μιλήσει αποτρεπτικά για την αγωνιώδη προσπάθεια των ανθρώπων να θησαυρίζουν. Μη θησαυρίζετε για τον εαυτό σας επίγειους θησαυρούς, είπε, αλλά θησαυρούς στον ουρανό. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι και η καρδιά σας (Ματθ. 6, 18-21). 

Αν ο άνθρωπος προσκολληθεί στους επίγειους θησαυρούς, θα γίνει ειδωλολάτρης. Είδωλο, θεό του, θα έχει το χρήμα. Γι’ αυτό και οι χαρακτηρισμοί της Αγίας Γραφής για τη φιλαργυρία και την πλεονεξία είναι βαρύτατοι. Η μεν είναι ρίζα όλων των κακών, η δε ειδωλολατρία (Α΄ Τιμ. 6, 10. Κολ. 3, 5. Εφ. 5, 5). Και ο Χριστός θεωρεί αδύνατο το να υπηρετεί κάποιος ταυτόχρονα και τα δυο αφεντικά. Και τον Θεό και το χρήμα (Ματθ. 6, 24). 

Μα έλα που η πολυμήχανη «ευσέβεια» βρίσκει τρόπους να συμβιβάζει και τα αντίθετα. Αν έχουμε πολλά λεφτά, θα κάνουμε και πιο πολλές φιλανθρωπίες. Λένε οι «ευσεβείς» φιλάνθρωποι: Να μην κερδίσουμε, Θεέ μου, και ένα λαχείο; Για να δίνουμε κάτι και σε κανένα φτωχό! Κι αυτοί που θα πάρουν τους μεγάλους μισθούς, θα τους βάλουν, είπαν, στα φιλόπτωχα. Τί συγκινητικό! 

Αλήθεια, δεν το ήξερε αυτό ο Χριστός; Τότε, γιατί είπε στους μαθητές του να αφήσουν τα πάντα και να τον ακολουθήσουν, πράγμα που επανέλαβε και στον πλούσιο νεανίσκο; Γιατί οι απόστολοι γύριζαν ανά τον κόσμο ρακένδυτοι, γυμνητεύοντες, πεινασμένοι, διψασμένοι, απόβλητα της κοινωνίας; 

Γιατί ακόμα και οι πρώτοι χριστιανοί είχαν το πνεύμα των αποστόλων και αντί να μαζεύουν, πωλούσαν χωράφια, σπίτια, ό,τι είχαν, και τα έδιναν για τους φτωχούς; Γιατί ο Πέτρος είπε στον εκ γενετής χωλό που ζητιάνευε στην πόρτα του ναού, «αργύριον και χρυσίον ουχ υπάρχει μοι» και του έδωσε κάτι άλλο, πολυτιμότερο; Γιατί τόσοι πλούσιοι άγιοι μοίρασαν τα πλούτη τους και έγιναν εκούσια φτωχοί; 

Ο Χριστός απέτρεψε τους μαθητές του απ’ το να μαζεύουν χρήματα με πρόφαση δήθεν την ελεημοσύνη. Μα είναι τόσο κακό, τόσο επικίνδυνο αυτό; 

Ένας φιλάνθρωπος φτωχός, ο Ευλόγιος, όταν κάποτε βρήκε χρήματα πολλά, άλλαξε νοοτροπία εντελώς. Πήγε στην πρωτεύουσα, αγόρασε μεγάλο αρχοντικό, άρχισε να ζει στην απόλυτη χλιδή. Ξέχασε τελείως τους φτωχούς, έγινε σκληρός. Μα ο Θεός επέτρεψε να γυρίσει η τύχη του, να χάσει τα πάντα, να ξαναγίνει φτωχός. Και τότε θυμήθηκε ξανά τους φτωχούς και τον Θεό. 

Νομίζεις ότι εσύ μπορείς να μείνεις ανέγγιχτος από τον πλούτο; Άκου τους αγίους: «Όσον δύνασαι, μετά πτωχείας και ταπεινώσεως» ζήσε, ώστε εσύ μάλλον να έχεις ανάγκη βοήθειας από άλλους (πρβλ. και ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, Αθήνα 1980, τ. Γ΄, Υποθέσεις μζ΄, μη΄, μθ΄, σ. 612-652). 

Δύσκολο και να κατανοηθούν αυτά σήμερα. 

Μα ο Χριστός επιμένει. Η προσκόλληση στη συσσώρευση πλούτου τυφλώνει, σκοτίζει την ψυχή. Μόνο η απαλλαγή απ’ αυτήν ξαναδίνει φως. 


Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Η ΠΟΝΗΡΙΑ

Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «η πονηρία των ανθρώπων πίσω τους είναι κρυμμένη» (από το «Γεροντικό»)

Συχνά αναρωτιόμαστε πόσο αθώοι πρέπει να είμαστε εμείς και τα παιδιά μας στην πονηρία του κόσμου. Ταυτίζουμε την αναγνώριση των κακών κινήτρων στη σκέψη και τη συμπεριφορά των άλλων με την καχυποψία. Και δεν θέλουμε να είμαστε καχύποπτοι, να βλέπουμε δηλαδή πίσω από τις κινήσεις κάποιου ανθρώπου την ιδιοτέλεια, την πονηριά, την εκμετάλλευση. Θα θέλαμε να βλέπουμε τους ανθρώπους με θετική ματιά. Να μπορούμε να βλέπουμε στις κινήσεις τους την ειλικρίνεια, την αγάπη, την καλή διάθεση. Συνήθως, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Και φτάνουμε στο σημείο να αναρωτιόμαστε, τόσο για μας, όσο και για τα παιδιά μας, μήπως τελικά ο κόσμος είναι περισσότερο πονηρός και ιδιοτελής, από όσο θα θέλαμε να πιστέψουμε;

Η ηγεσία σήμερα, τόσο στην πολιτική, όσο και σε άλλους τομείς της ζωής, έχει ως προϋποθέσεις την εξυπνάδα και την προβλεπτικότητα. Ο έξυπνος άνθρωπος χαράζει δρόμους, με έμπνευση και μεράκι. Μπορεί να αξιοποιήσει τα χαρίσματα των άλλων, με τους οποίους πρέπει ή θέλει να συνυπάρξει. Χρειάζεται όμως να είναι και προβλεπτικός. Να βλέπει μέχρι πού φτάνουν οι ικανότητες των άλλων, αλλά και να διαβλέπει τα βαθύτερα κίνητρα των πράξεών τους, να είναι δηλαδή μελετητής χαρακτήρων. Η μελέτη προϋποθέτει την υπέρβαση της αφελότητας και τη διάγνωση της κακότητας και της ιδιοτέλειας, που κάνει άλλους ανθρώπους να θέλουν να χρησιμοποιήσουν αυτόν που έχει καλοσύνη.

Αυτό διαφαίνεται στις σχέσεις των ανθρώπων. Ο φίλαυτος και φιλήδονος άνθρωπος δεν έχει ως κίνητρό του την αγάπη, αλλά την εκμετάλλευση των άλλων, σωματικά, ψυχικά, οικονομικά, χαρακτηρολογικά. Δεν τον νοιάζουν τα συναισθήματα των άλλων. Είναι έτοιμος να πληγώσει, διότι μέσα του έχει αποφασίσει ότι το «εγώ» του είναι η μοναδική του προτεραιότητα και αυτό οδηγεί στην ικανοποίηση κάθε επιθυμίας. Έτσι, λειτουργεί χειριστικά. Βαφτίζει, μάλιστα, τη χειριστικότητα «εξυπνάδα». Και είναι έτοιμος να «πατήσει επί πτωμάτων», αρκεί να αναδειχθεί ο ίδιος.

Αυτό το βλέπουμε συχνά και στα παιδιά των καιρών μας. Στηριγμένα σε ένα πλαίσιο φόβου για τα όρια, φόβου για τη σύγκρουση, φόβου για την ευθύνη της αγωγής, τα παιδιά μαθαίνουν από μικρά ότι όλα τους επιτρέπονται, ακόμη και τα πιο άσχημα. Αρκεί να γκρινιάξουν, να πιέσουν, να κλάψουν και οι απαιτήσεις τους θα γίνουν αποδεκτές. Αυτό βαφτίζεται ελευθερία και «μοντερνιά». Έχουν πάντα δίκιο και οι γονείς αδυνατούν να τα βάλουν σε σειρά. Η άσκηση της γονεϊκής εξουσίας προϋποθέτει αποδοχή της αυθεντίας και της ευθύνης από μέρους τους, όχι με αυταρχικότητα και εγωκεντρισμό, αλλά με σταθερότητα και σαφήνεια. Ειδάλλως, αφήνουν τα παιδιά να προχωρούν σε έναν κόσμο πονηρίας. Αφού όλα μου επιτρέπονται και όλα τα δικαιούμαι, θα βρω τρόπο, αξιοποιώντας τα όπλα της προσωπικότητας, της απαίτησης, της άνευ όρων στήριξης των γονέων, της ανοχής του κόσμου και του πολιτισμού, του «έλα, δεν πειράζει, παιδί είναι, μην το στενοχωρείς», για να αισθανθούν δυνάστες.

Ο ασκητικός λόγος μάς υπενθυμίζει ότι η πονηρία των ανθρώπων κρύβεται πίσω τους, δηλαδή δεν φαίνεται πάντοτε μπροστά, στο πρόσωπο, στο χαμόγελο, στην απαίτηση. Γίνεται ένα με την καρδιά τους. Γι’ αυτό καλούμαστε να γίνουμε «φρόνιμοι ως οι όφεις». Να διαβλέπουμε τον κίνδυνο, όχι απορρίπτοντάς τους με τρόπο κατάκρισης, αλλά  νιώθοντας πώς πρέπει να φυλαχτούμε. Να διδάσκουμε με επίγνωση, αλλά και να μη γινόμαστε εύκολα θύματα. Να μένουμε σταθεροί στις αρχές μας, αλλά και να απομακρυνόμαστε από εκείνους που δεν είναι ακέραιοι. Κι αν δεν μπορούμε να φύγουμε, να είμαστε στην άκρη. Αν όμως μπορούμε να επισημάνουμε την αλήθεια και να παλέψουμε, να μην κρυβόμαστε. Είναι θέμα χαρακτήρα, αγωγής και παιδείας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 17 Ιουνίου 2026

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΠΕΡΠΑΤΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΜΦΙΒΛΗΣΤΡΟΝ

 

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς» (Ματθ. 4, 18-19)

«Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς ὁ ᾿Ιησοῦς περπατοῦσε στὴν ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδέρφια, τὸν Σίμωνα, ποὺ τὸν ἔλεγαν καὶ Πέτρο, καὶ τὸν ἀδελφό του τὸν ᾿Ανδρέα, νὰ ρίχνουν τὰ δίχτυα στὴ λίμνη, γιατὶ ἦταν ψαράδες».

 Μία από τις ανθρώπινες συνήθειες είναι το περπάτημα. Σε αντίθεση με την εποχή μας, στην οποία μόδα έχουν γίνει το γυμναστήριο και η γιόγκα, το περπάτημα αποτελεί όχι απλώς άσκηση, αλλά και επαφή του ανθρώπου με τη φύση, τον κόσμο, την ομορφιά και την ασχήμια της πόλης, αλλά και ανθρώπους που συναντά. Το περπάτημα είναι έξοδος του ανθρώπου από την ένταση της καθημερινότητας, ευκαιρία προσευχής, χαλάρωσης, γαλήνης της ψυχής και του πνεύματος. Ο άνθρωπος κατανοεί ότι δεν είναι το αυτόνομο εγώ του το κέντρο του κόσμου, όπως συμβαίνει στο γυμναστήριο και στη γιόγκα, αλλά η ένταξή του σε έναν κόσμο στον οποίο ο ίδιος μπορεί να είναι από παρατηρητής έως συνδιαμορφωτής. Διότι μπορεί μέσα από το περπάτημα να κάνει την αυτοκριτική του, να δει την πορεία των σχέσεών του, αλλά και να αφεθεί στη χάρη και στη χαρά της προσευχής. 

Γι’ αυτό και ο Χριστός συνήθιζε να περπατά, όπως μας λέει το Ευαγγέλιο. Συνήθιζε να συζητά με τους μαθητές Του στις πορείες της Παλαιστίνης. Κι αυτό ξεκίνησε από την αρχή της δημόσιας δράσης Του. Τον βλέπουμε να περπατά στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας. Τον βλέπουμε να παρατηρεί τα δύο αδέρφια, τον Πέτρο και τον Ανδρέα, οι οποίοι ρίχνουν «το αμφίβληστρον», το δίχτυ στη θάλασσα, διότι ήταν ψαράδες. Και τους καλεί, όντας μπροστά σ’ αυτή την εικόνα που ρίχνουν το δίχτυ, να Τον ακολουθήσουν, για να αλλάξουν χώρο ζωής, από τη θάλασσα να πάνε στη στεριά, αλλά και τρόπο, από αλιείς ιχθύων να γίνουν αλιείς ανθρώπων. 

          Το αμφίβληστρον των δύο μαθητών είναι ένα σημάδι ότι για να πετύχεις στη ζωή σου, να επιβιώσεις, αλλά και να κάνεις πράξη τους στόχους που τη νοηματοδοτούν, χρειάζεται να περικυκλώνεις αυτό που επιθυμείς. Δεν είναι μόνο μία παγίδα το αμφίβληστρον. Είναι η αίσθηση ότι αυτό που θέλεις να πετύχεις είναι σημαντικό και οργανώνεις τη ζωή σου με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορεί να σου ξεφύγει. Ακόμη κι αν η ψαριά δεν είναι πάντοτε καλή, εντούτοις το ψάρι που θα εισέλθει στο αμφίβληστρον, δεν θα μπορέσει να ξεφύγει. 

         Αυτό είναι και το πνευματικό νόημα του αμφιβλήστρου στη ζωή μας. Αν έχουμε σκοπό να αγαπήσουμε τον Χριστό, τότε χρειάζεται να ρίξουμε αμφίβληστρον γύρω από τα πάθη μας και τις αμαρτίες μας. Να μην τις αφήσουμε ελεύθερες στην καρδιά και στην ψυχή μας να κυριεύουν την ύπαρξή μας στον βωμό της φιλαυτίας και της φιληδονίας, που μας παρασύρουν στο κενό του κακού. Και το αμφίβληστρον ονομάζεται αγάπη, ονομάζεται άσκηση, ονομάζεται πίστη στον Χριστό, ο Οποίος περπατά και στη δική μας ζωή και μας καλεί, αφήνοντας την κυριαρχία του εγώ, να μοιραστούμε την αγάπη Του με τους συνανθρώπους μας, ώστε με εκείνους όχι απλώς να συνυπάρχουμε, αλλά να πορευόμαστε προς την Αλήθεια της Βασιλείας των Ουρανών. Προς την ατελεύτητο ζωή. Προς τη χαρά της αγάπης. Προς την ομορφιά της κοινότητας, που είναι η Εκκλησία.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός  

14 Ιουνίου 2026

Κυριακή Β’ Ματθαίου