ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Κήρυγμα στην στ΄ΚΥΡΙΑΚΉ ΛΟΥΚΆ

 

«Καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ». (Γαλάτας 2,16)

Αδελφοί μου,

Ο Απόστολος Παύλος, με το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, μας αποκαλύπτει μία από τις σπουδαιότερες αλήθειες της χριστιανικής πίστεως ότι η σωτηρία του ανθρώπου δεν είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά των δικών του δυνάμεων, αλλά δωρεά της αγάπης και της χάριτος του Θεού, την οποία δεχόμαστε διά της πίστεως στον Ιησού Χριστό.

Λέγει ο Απόστολος: «Καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν». Και εμείς πιστέψαμε στον Ιησού Χριστό.

Δεν πρόκειται απλώς για μία θεωρητική αποδοχή ορισμένων αληθειών. Η πίστη στον Χριστό είναι εμπιστοσύνη, παράδοση της ζωής μας στα χέρια Του και καθημερινός αγώνας να ζήσουμε σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του.

Ο αληθινός πιστός δεν αρκείται να λέγει ότι γνωρίζει τον Χριστό, αλλά επιθυμεί να Τον έχει κέντρο της ζωής του, οδηγό των αποφάσεών του και παρηγοριά στις δοκιμασίες του.

Πρώτον, η σωτηρία μας είναι δώρο της θείας χάριτος.

Ο Απόστολος τονίζει ότι δικαιωνόμαστε διά της πίστεως και όχι από τα έργα του νόμου.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να θεωρήσει τον εαυτό του άξιο της σωτηρίας, σαν να μπορούσε να την απαιτήσει από τον Θεό ως ανταμοιβή για τα κατορθώματά του.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας την προς Γαλάτας επιστολή, υπογραμμίζει ότι ο άνθρωπος δεν έχει λόγο να καυχάται για τη σωτηρία του, σαν να την κατόρθωσε με τις δικές του δυνάμεις. Η σωτηρία φανερώνει τη φιλανθρωπία και τη δωρεά του Θεού.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο Θεός δεν θέλει τα καλά μας έργα. Σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αγοράσουμε τη χάρη Του με τις πράξεις μας.

Δεν λέμε στον Θεό: «Έκανα το καλό, επομένως μου οφείλεις τη σωτηρία».

Αλλά προσευχόμαστε με ταπείνωση: «Κύριε, γνωρίζεις την αδυναμία μου. Χωρίς τη χάρη Σου δεν μπορώ να προχωρήσω. Ελέησέ με και βοήθησέ με να ζήσω σύμφωνα με το θέλημά Σου».

Αυτή είναι η στάση του αληθινού χριστιανού: όχι η υπερηφάνεια, αλλά η ταπείνωση· όχι η αυτοδικαίωση, αλλά η μετάνοια.

Δεύτερον, η αληθινή πίστη αποδεικνύεται με τα έργα της αγάπης.

Ίσως κάποιος αναρωτηθεί: Εφόσον σωζόμαστε διά της πίστεως, τότε τα καλά έργα είναι περιττά;

Ασφαλώς και δεν είναι περιττά!

Ο Απόστολος Παύλος δεν απορρίπτει τα έργα της αγάπης. Απορρίπτει την αντίληψη ότι ο άνθρωπος μπορεί να εξασφαλίσει τη σωτηρία του στηριζόμενος αποκλειστικά στην τήρηση του νόμου, χωρίς τη χάρη του Χριστού.

Γι’ αυτό ο Απόστολος Ιάκωβος διακηρύσσει: «Ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι» (Ιακ. 2,26).

Οι δύο Απόστολοι δεν αντιφάσκουν. Ο Παύλος μάς διδάσκει ότι η σωτηρία είναι δώρο του Θεού, ενώ ο Ιάκωβος μάς υπενθυμίζει ότι η ζωντανή πίστη φανερώνεται μέσα από τα έργα μας.

Δεν κάνουμε το καλό για να αναγκάσουμε τον Θεό να μας σώσει. Κάνουμε το καλό επειδή αγαπούμε τον Θεό και θέλουμε να ανταποκριθούμε στη δική Του αγάπη.

Τα καλά έργα δεν είναι το τίμημα της σωτηρίας μας, αλλά ο καρπός της πίστεως και της συνεργασίας μας με τη θεία χάρη.

Τρίτον, ο δρόμος της σωτηρίας περνά μέσα από την ταπείνωση και τη μετάνοια.

Ο Απόστολος καταλήγει: «Οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ».

Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να σταθεί ενώπιον του Θεού και να ισχυρισθεί ότι δεν έχει ανάγκη από το έλεός Του. Όλοι έχουμε αδυναμίες, όλοι χρειαζόμαστε συγχώρηση και όλοι καλούμαστε σε μετάνοια.

Ας θυμηθούμε τον τελώνη της ευαγγελικής παραβολής, ο οποίος στεκόταν με συντριβή και προσευχόταν: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».

Ο Κύριος βεβαιώνει ότι ο τελώνης αυτός έφυγε από τον Ναό δικαιωμένος.

Γιατί; Επειδή δεν στηρίχθηκε στην αυτοδικαίωσή του, αλλά στο έλεος του Θεού.

Η ίδια αλήθεια βρίσκεται και στη διδασκαλία του αγίου Ισαάκ του Σύρου, ο οποίος προβάλλει την ταπείνωση και τη συναίσθηση της προσωπικής μας αδυναμίας ως βασικά γνωρίσματα της πνευματικής ζωής.

Ο άνθρωπος που αναγνωρίζει την αδυναμία του δεν απελπίζεται. Καταφεύγει στον Χριστό, μετανοεί και συνεχίζει τον αγώνα του με ελπίδα.

Η προσευχή, η εξομολόγηση, η συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία και η τήρηση των εντολών του Χριστού αποτελούν δρόμο πνευματικού αγώνα και κοινωνίας μαζί Του.

Αδελφοί μου,

Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα μας καλεί να στηρίζουμε τη ζωή μας όχι στις δικές μας δυνάμεις, αλλά στη χάρη του Θεού.

Διότι η αληθινή πίστη δεν είναι μόνο να ομολογούμε με τα χείλη μας τον Χριστό, αλλά να Τον αφήνουμε να μεταμορφώνει ολόκληρη τη ζωή μας.

Ας γίνει, λοιπόν, και δική μας ομολογία ο λόγος του Αποστόλου Παύλου:

«Καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν».

Πιστέψαμε στον Χριστό, για να ζήσουμε κοντά Του, να αγωνισθούμε με τη χάρη Του και να αξιωθούμε της αιωνίου ζωής.

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ


ΔΥΝΑΜΗ ΨΥΧΗΣ π. Δημητρίου Μπόκου

π. Δημητρίου Μπόκου 

Ο γερο-βοσκός ανακάθισε στο ψηλό κοτρόνι που είχε για κάθισμα, αγκάλιασε με το βλέμμα του το κοπάδι που έβοσκε απλωμένο στην καταπράσινη πλαγιά, έβγαλε να φάει κι αυτός το λιτό του κολατσιό. 

Ο περαστικός στάθηκε μπροστά του απορημένος και ρώτησε: 

-  Ψωμί κι ελιές μονάχα; Στην εποχή μας με τόσα καλά; Και με τόσο κοπάδι που βλέπω εδώ; Πώς και τη βγάζεις τόσο φτωχικά; 

-  Μέρα Παρασκευή σήμερα, παιδί μου, απάντησε ήσυχα ο βοσκός. Δεν χάλασα τη νηστεία μου ποτέ, ούτε και τον καιρό του ’40, στις παγωνιές, στην πείνα, στην κακουχία, στον πόλεμο. Θα τη χαλάσω τώρα που δεν μας λείπει τίποτε; 

Αυτή ήταν η ανίκητη ψυχή του Έλληνα, η ψυχή του ’40, τότε που ο χειρότερος εχθρός του δεν ήταν οι σφαίρες, αλλά το κρύο και η πείνα. «Ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς εκείνη τη χρονιά. Δυστυχώς ήταν πάρα πολύ κρύο, ήταν πάρα πολλά χιόνια και οι στρατιώτες, ζώντας μέσα σε τόσο χιόνι συνέχεια, πάθαιναν κρυοπαγήματα». 

Τα προκεχωρημένα τμήματα, λόγω της ταχείας προέλασης, αποκόπτονταν συχνά από τα κέντρα τροφοδοσίας τους μία και δύο βδομάδες πολλές φορές, χωρίς τροφή και άλλα εφόδια. 

Θυμούνται και διηγούνται φριχτά πράγματα οι επιζήσαντες. 

«Περπατάγαμε, περπατάγαμε έξι-εφτά μέρες συνέχεια, ούτε φαΐ, ούτε νερό, ούτε τίποτα… Αυτός που μας έφερνε τα τρόφιμα, ερχόταν με 10-12 μουλάρια φορτωμένα. Τα ζώα δεν είχανε να φάνε, ψοφάγανε. Ψόφησαν όλα. Τί να κάνει; Παίρνει λοιπόν ένα τσουβάλι και βάζει μέσα πέντε κουραμάνες, τσιγάρα, κονιάκ, ελιές, σταφίδες, όσο μπορούσε να σηκώσει. Περπάταγε, εύρισκε μια μονάδα, ρωτούσε: Πού είναι το τάδε σύνταγμα; Του λέγανε: Στο τάδε μέρος. Ώσπου να ’ρθει εκεί, εμείς προχωράγαμε. Έκανε εφτά μέρες να μας φέρει να φάμε». 

«Φορτωθήκαμε τις κάσες, τα πυρομαχικά, και δώστου λοιπόν πάλι, φτάσαμε στην Π… Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Ο εφοδιασμός είχε κοπεί τελείως. Πείνα και τίποτε άλλο. Σαν Χριστούγεννα που ήταν, ο λοχαγός μάς έδωσε ένα κομμάτι ψωμί όσο είναι το αντίδωρο και ένα κομμάτι χαλβά, κι αυτό σαν αντίδωρο. Και ένα μικρό κουτί σολομό, είχε μέσα ένα ψαράκι. Αυτή ήταν η τροφοδοσία μας για 15 μέρες». 

Μα η πείνα δεν ήταν το μόνο κακό. Είχε σύμμαχο το κρύο. Τα άρβυλα των στρατιωτών έλειωναν, χωρίς να υπάρχει τρόπος αντικατάστασης. Περπατούσαν ξυπόλυτοι στα χιόνια. Τα κρυοπαγήματα ήταν στην ημερήσια βάση. Οι πιο πολλοί έχασαν τα πόδια τους. «Το πώς αντέξαμε και γυρίσαμε πίσω, μόνο ο Θεός το ξέρει». 

«Φεύγανε τα πέταλα από κάτω, έφευγε η σόλα και πατάγανε στα χιόνια γυμνά τα πόδια και όπου πατάγανε, έβλεπες αίμα στις πατημασιές. Είχανε σκάσει τα πόδια από κάτω και όλοι παθαίνανε κρυοπαγήματα». 

«Είχα τρία ζευγάρια κάλτσες, σόλα από κάτω δεν υπήρχε. Είχανε λειώσει… Και πήγαμε μέχρι το Τεπελένι, από κάτω δεν υπήρχε στο ποδάρι τίποτα. Τρία ζευγάρια κάλτσες από τους αστραγάλους και πάνω, κάτω δεν υπήρχε τίποτε, λειώσανε και δεν είχαμε παπούτσια… 

Με βάλανε στο κρεβάτι, έρχεται ο γιατρός, κοιτάει τα πόδια, τράβηξε να βγάλει τη γάζα, η γάζα είχε κολλήσει επάνω. Παίρνει μια λαβίδα και τραβάει και φεύγουν και τα πέντε δάχτυλα πάνω στη λαβίδα». 

Μόνο η ψυχή που έχει πίστη στον Θεό και γαλουχείται με την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας, αντέχει σε τέτοιες, όντως ανυπέρβλητες, δοκιμασίες. 

Απέμεινε τίποτε από αυτά σε μας, την καλομαθημένη γενιά, σήμερα; 

Τί θα κάνουμε άραγε, αν μας τύχουν παρόμοια; 


ΠΙΣΤΕΥΩ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΜΟΥ

«ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ» (Γαλ. 2, 20)

«Κι ἡ τωρινὴ σωματική μου ζωὴ εἶναι ζωὴ βασισμένη στὴν πίστη μου στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μὲ ἀγάπησε καὶ πέθανε ἑκούσια γιὰ χάρη μου».

 Οι άνθρωποι ζούμε στηριγμένοι στις σχέσεις, στα προγράμματά μας, στα χρήματά μας, στον πολιτισμό μας, στον καιρό μας. Έχουμε μια πορεία ζωής, την οποία ακολουθούμε, βάζοντας στην άκρη, όσο το δυνατόν, τους φόβους και τις φοβίες μας. Φόβοι, που έχουν να κάνουν με τις περιστάσεις της ζωής, τον χρόνο που κυλά, τη μοναξιά που ζούμε ή μας περιμένει, τον θάνατο που είναι ο έσχατος εχθρός μας. Φοβίες, που έχουν να κάνουν με τους λογισμούς μας, με τα άγχη μας που μας κάνουν να μην μπορούμε να κοιμηθούμε ή να ησυχάσουμε, με κυριότερο άγχος ότι ακόμη κι αν η ζωή μας πάει καλά, όπως το θέλουμε, θα έρθει η ανατροπή και θα φανούμε ανήμποροι, διότι δεν έχουμε μάθει να χάνουμε ούτε και το θέλουμε.  Μοιάζουμε κάποτε με τους πολιτικούς, που προσπαθούν να υπολογίσουν σενάρια, για να αντιμετωπίσουν το κακό που φοβούνται ότι έρχεται, είτε από πράξεις ή παραλείψεις τους είτε από τις συγκυρίες που τους κάνουν να αισθάνονται ευάλωτοι. 

 Στον τρόπο αυτό της ζωής έρχεται η Εκκλησία να μας μιλήσει για τη δύναμη της πίστης. Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Γαλάτες, τους δηλώνει ξεκάθαρα ότι η ζωή είναι σταυρός από την μία και από την άλλη η ζωή του τώρα βασίζεται στην πίστη για να έχει νόημα. Ο Παύλος μάς προτρέπει να μη βλέπουμε το τι θα γίνει, αλλά να ζούμε στο σήμερα νιώθοντας ότι υπάρχει ένα χέρι που μας καθοδηγεί, ένα χέρι που μας στηρίζει, μας αγκαλιάζει και δεν θα μας αφήσει, διότι αυτό το χέρι απλώθηκε επάνω στο σταυρό για να μας δείξει ότι θα έρθει η ανάσταση. Είναι η πίστη στον Χριστό, που μοιάζει να μην είναι λόγος, αλλά βίωμα. Όμως ξεκινά από τον λόγο, την εμπιστοσύνη σε όσους έδωσαν μαρτυρία περί αυτής της πίστης στους αιώνες, που δεν δίστασαν να αφήσουν τα πάντα για τον Χριστό, που δεν δίστασαν να μην λιποψυχήσουν τη στιγμή που έβλεπαν ότι η ζωή ερχόταν με ανατροπές. Οι άλλοι όχι μόνο δεν ανταποκρίνονταν στην οδό και τον τρόπο της αγάπης, αλλά απαιτούσαν και απαιτούν τα πάντα από τον άνθρωπο του Θεού, ακόμη και να εγκαταλείψει την πίστη του. Κι όμως, αυτός που πιστεύει, δεν νιώθει μόνος του, αλλά εμπιστεύεται και ελπίζει σ’ Αυτόν που τον αγαπά και μας αγαπά, ακόμη κι αν μοιάζει η παρουσία Του σιωπηλή και η προσμονή μακρόχρονη. 

 Στους καιρούς μας ας αναδιφήσουμε στον εαυτό μας. Ας τον ρωτήσουμε αν νιώθουμε δυνατή την πίστη μας. Ας μην υποταγούμε στα σενάρια των λογισμών, στους φόβους και στις φοβίες μας, αλλά, αφού κάνουμε αυτό που μπορούμε, ας αφήσουμε τον αγαπήσαντα και αγαπώντα ημάς να δείξει τον δρόμο, ακόμη κι αν δεν μοιάζει ευχάριστος για τα κοσμικά μέτρα. Κανείς δεν θέλει κόπους και βάσανα. Όμως αυτός είναι ο νόμος της ζωής, ότι έρχονται στιγμές, άλλοτε προβλεπόμενες και άλλοτε απρόβλεπτες, στις οποίες θα σηκώσουμε τους σταυρούς μας. Αν αγαπάμε τον Χριστό, αν εμπιστευόμαστε, τότε «εν πίστει ζώμεν». Και Εκείνος, εν τη Εκκλησία Του, στην οποία ανήκουμε, δεν θα μας αφήσει. Θα φωτίσει τα μικρά ή μεγάλα σκοτάδια μας και θα μας σπρώξει όχι μόνο να βγούμε εμείς από αυτά, αλλά και να βοηθήσουμε και όσους θέλουν ένα χέρι, το δικό Του, δι’ ημών. Είτε προσευχή είτε λόγος είτε αισιοδοξία είτε ένα πιάτο φαγητό είτε συγχώρεση είτε όλα μαζί ας γίνουν τα σημαντικά της ζωής μας, καρποί της πίστης. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026- ΣΤ' ΛΟΥΚΑ (Λουκ. 8, 26-39)

 

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν. ᾿Ιδὼν δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. Παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. Πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. ᾿Επηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ῾Ο δὲ εἶπε· Λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. ῏Ην δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. ᾿Εξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. ᾿Ιδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. ᾿Εξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾿ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. ᾿Απήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο. Αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. ᾿Εδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· ῾Υπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. Καὶ ἀπῆλθε καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς ἔφτασε ὁ ᾿Ιησοῦς στὴν περιοχὴ τῶν Γαδαρηνῶν, τὸν συνάντησε κάποιος ἄνδρας ἀπὸ τὴν πόλη, ποὺ εἶχε μέσα του δαιμόνια ἀπὸ πολὺν καιρό. Ροῦχο δὲν ντυνόταν οὔτε ἔμενε σὲ σπίτι, ἀλλὰ ζοῦσε στὰ μνήματα. ῞Οταν εἶδε τὸν ᾿Ιησοῦ, ἔβγαλε μιὰ κραυγή, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοῦ εἶπε μὲ δυνατὴ φωνή· «Τί δουλειὰ ἔχεις ἐσὺ μ’ ἐμένα ᾿Ιησοῦ, Υἱὲ τοῦ ὕψιστου Θεοῦ; Σὲ παρακαλῶ μὴ μὲ βασανίσεις». Αὐτὰ τὰ εἶπε, γιατὶ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶχε διατάξει τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. ᾿Απὸ πολλὰ χρόνια τὸν εἶχε στὴν ἐξουσία του, καὶ γιὰ νὰ τὸν συγκρατήσουν τὸν ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες καὶ τοῦ ἔβαζαν στὰ πόδια σιδερένια δεσμά. ᾿Εκεῖνος ὅμως ἔσπαζε τὰ δεσμά, καὶ τὸ δαιμόνιο τὸν ὁδηγοῦσε στὶς ἐρημιές. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τὸν ρώτησε· «Ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομά σου;» ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε· «Λεγεών»· γιατὶ εἶχαν μπεῖ μέσα του πολλὰ δαιμόνια. Τὰ δαιμόνια, λοιπόν, τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μὴν τὰ διατάξει νὰ πᾶνε στὴν ἄβυσσο. ᾿Εκεῖ κοντὰ ἦταν ἕνα κοπάδι ἀπὸ πολλοὺς χοίρους ποὺ ἔβοσκαν στὸ βουνό, καὶ τὰ δαιμόνια παρακαλοῦσαν τὸν ᾿Ιησοῦ νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ μποῦν στοὺς χοίρους, καὶ τοὺς τὸ ἐπέτρεψε. Βγῆκαν, λοιπόν, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ μπῆκαν στοὺς χοίρους. Τότε τὸ κοπάδι ὅρμησε πρὸς τὸν γκρεμὸ καὶ πνίγηκε στὴ λίμνη. Μόλις οἱ βοσκοὶ εἶδαν τί ἔγινε, ἔφυγαν καὶ τὸ εἶπαν στὴν πόλη καὶ στὴν ὕπαιθρο. Βγῆκαν οἱ ἄνθρωποι νὰ δοῦν τί ἔγινε καὶ ἦρθαν κοντὰ στὸν ᾿Ιησοῦ. Βρῆκαν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν ὁποῖο βγῆκαν τὰ δαιμόνια νὰ κάθεται δίπλα στὸν ᾿Ιησοῦ, νὰ φοράει ροῦχα καὶ νὰ φέρεται λογικά, καὶ φοβήθηκαν. ῞Οσοι εἶχαν δεῖ τί εἶχε γίνει, τοὺς εἶπαν γιὰ τὸ πῶς ὁ δαιμονισμένος σώθηκε. Τότε ὅλο τὸ πλῆθος ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῶν Γαδάρων παρακαλοῦσαν τὸν ᾿Ιησοῦ νὰ φύγει ἀπὸ κοντά τους, γιατὶ τοὺς εἶχε πιάσει μεγάλος φόβος. ᾿Εκεῖνος μπῆκε στὸ πλοιάριο γιὰ νὰ γυρίσει πίσω. ῾Ο ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶχαν βγεῖ τὰ δαιμόνια τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν πάρει μαζί του. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως τοῦ εἶπε νὰ φύγει, μὲ τὰ παρακάτω λόγια· «Γύρισε στὸ σπίτι σου καὶ διηγήσου ὅσα ἔκανε σ’ ἐσένα ὁ Θεός». ᾿Εκεῖνος ἔφυγε διαλαλώντας σ’ ὅλη τὴν πόλη ὅσα ἔκανε σ’ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς.

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗ ΣΚΥΡΙΑΚΗΣ 25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026- ΣΤ' ΛΟΥΚΑ (Γαλ. 2, 16-20)

 

 Ἀδελφοί, εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν ᾿Ιησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; Μὴ γένοιτο. Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. ᾿Εγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἀδελφοί, ξέρουμε πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ μὲ τὴν τήρηση τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Αὐτὸ γίνεται μόνο μὲ τὴν πίστη στὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό. Γι’αὐτὸ κι ἐμεῖς πιστέψαμε στὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό, γιὰ νὰ δικαιωθοῦμε μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστὸ κι ὄχι μὲ τὴν τήρηση τοῦ νόμου· γιατὶ μὲ τὰ ἔργα τοῦ νόμου δὲν θὰ σωθεῖ κανένας ἄνθρωπος. ῍Αν ὅμως, ζητώντας νὰ σωθοῦμε ἀπὸ τὸν Χριστό, βρεθήκαμε νὰ εἴμαστε κι ἐμεῖς ἁμαρτωλοὶ ὅπως οἱ ἐθνικοί, σημαίνει τάχα πὼς ὁ Χριστὸς ὁδηγεῖ στὴν ἁμαρτία; ῎Οχι βέβαια! Γιατί, ἂν ὅ,τι γκρέμισα τὸ ξαναχτίζω, εἶναι σὰν νὰ ὁμολογῶ πὼς ἔκανα λάθος ὅταν τὸ γκρέμιζα. Κι ἀληθινά, μὲ κριτήριο τὸν νόμο, ἔχω πεθάνει γιὰ τὴ θρησκεία τοῦ νόμου, γιὰ νὰ βρῶ τὴ ζωὴ κοντὰ στὸν Θεό. ῎Εχω πεθάνει στὸν σταυρὸ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Τώρα πιὰ δὲν ζῶ ἐγώ, ἀλλὰ ζεῖ στὸ πρόσωπό μου ὁ Χριστός. Κι ἡ τωρινὴ σωματική μου ζωὴ εἶναι ζωὴ βασισμένη στὴν πίστη μου στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μὲ ἀγάπησε καὶ πέθανε ἑκούσια γιὰ χάρη μου.