ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Κηρυγμα στην Κυριακή των Αγίων Πατέρων (Ζ΄Κυριακή Ματθαίου)

«Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» Ματθ. 5:16

Το φως του χριστιανού που οδηγεί στη δόξα του Θεού

Αγαπητοί μου,

Ο Κύριος, αμέσως μετά τους Μακαρισμούς, απευθύνει στους μαθητές Του μια μεγάλη ευθύνη: να γίνουν το φως του κόσμου. Δεν τους καλεί απλώς να έχουν πίστη στην καρδιά τους, αλλά να αφήσουν αυτή την πίστη να λάμψει μέσα από τα έργα της αγάπης, της ταπείνωσης και της αρετής.

«Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν». Το φως αυτό δεν είναι ανθρώπινη δόξα ούτε προσωπική προβολή. Είναι το φως του Χριστού που κατοικεί μέσα στον πιστό και αντανακλάται στη ζωή του.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύει ότι ο Χριστός δεν είπε «δείξτε τον εαυτό σας», αλλά «ας λάμψει το φως σας». Δηλαδή, δεν προβάλλεται ο άνθρωπος αλλά η αρετή που ενεργεί η χάρη του Θεού. Τα καλά έργα γίνονται φανερά όχι για να επαινεθεί ο πιστός, αλλά για να ωφεληθούν όσοι τα βλέπουν και να στραφούν στον Θεό.

Ο ίδιος Πατέρας επισημαίνει ακόμη ότι ο Χριστός πρόσθεσε: «ἵνα δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν». Έτσι αποκλείεται κάθε κενοδοξία. Αν ο σκοπός των έργων είναι ο ανθρώπινος έπαινος, τότε χάνεται ο πνευματικός τους καρπός. Αν όμως οδηγούν στη δόξα του Θεού, τότε γίνονται αληθινή μαρτυρία του Ευαγγελίου.

Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας διδάσκει ότι τα καλά έργα των πιστών είναι η πιο ισχυρή απόδειξη της αλήθειας του Χριστού. Πολλοί δεν πείθονται από τα λόγια, αλλά συγκινούνται όταν βλέπουν μια ζωή γεμάτη αγάπη, συγχωρητικότητα και καθαρότητα. Η αγία ζωή γίνεται σιωπηλό κήρυγμα.

Ο Άγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας σημειώνει ότι το φως του χριστιανού δεν πρέπει να κρύβεται από φόβο ή αδιαφορία. Όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, ο πιστός οφείλει να ομολογεί τον Χριστό με θάρρος και με έργα που οικοδομούν τον πλησίον. Η αρετή δεν είναι ιδιωτική υπόθεση· είναι προσφορά προς ολόκληρη την Εκκλησία και τον κόσμο.

Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει ότι η αρετή έχει φυσική ακτινοβολία. Όπως το λυχνάρι φωτίζει όσους βρίσκονται στο σπίτι, έτσι και ο ενάρετος άνθρωπος γίνεται ωφέλιμος σε όλους γύρω του. Η αγάπη, η ελεημοσύνη, η δικαιοσύνη και η πραότητα γίνονται φως που διαλύει το σκοτάδι της αμαρτίας.

Αδελφοί μου,

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι έχουν κουραστεί από τα πολλά λόγια και αναζητούν αυθεντικά παραδείγματα. Ένας χριστιανός που συγχωρεί, που υπηρετεί, που αγαπά χωρίς ιδιοτέλεια, γίνεται ζωντανή εικόνα του Χριστού. Το φως αυτό δεν κάνει θόρυβο· απλώς φωτίζει.

Ας προσέξουμε όμως και μια λεπτή ισορροπία. Ο ίδιος ο Κύριος αλλού λέει: «Μὴ ποιεῖτε τὴν δικαιοσύνην ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοῖς» (Ματθ. 6:1). Δεν υπάρχει αντίφαση. Εδώ ο Χριστός μας καλεί να μην κρύβουμε την αρετή όταν αυτή δοξάζει τον Θεό· εκεί μας προειδοποιεί να μην επιδιώκουμε τον ανθρώπινο έπαινο. Η διαφορά βρίσκεται στην πρόθεση της καρδιάς.

Επομένως, το ερώτημα δεν είναι αν οι άνθρωποι θα δουν τα έργα μας, αλλά γιατί τα κάνουμε. Αν τα κάνουμε για να μας θαυμάσουν, έχουμε ήδη χάσει τον μισθό μας. Αν τα κάνουμε από αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο, τότε το φως του Χριστού λάμπει μέσα μας.

Είθε όλοι μας να γίνουμε τέτοια λυχνάρια της χάριτος, ώστε όσοι μας συναντούν να μη μένουν σε εμάς, αλλά να υψώνουν το βλέμμα τους προς τον ουράνιο Πατέρα και να δοξάζουν το άγιο όνομά Του.

Π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ


 

«Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ματθ. 5, 14-15).

«Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρυφτεῖ πόλη, ποὺ βρίσκεται ἐπάνω σὲ ἕνα βουνό. Οὔτε ἀνάβουν λυχνάρι καὶ τὸ τοποθετοῦν κάτω ἀπὸ τὸ μόδι, ἀλλὰ ἐπάνω στὸν λυχνοστάτη καὶ ἔτσι λάμπει σέ ὅλους, ποὺ βρίσκονται στὸ σπίτι».

 Οι χριστιανοί σήμερα καλούμαστε άραγε να δώσουμε μαρτυρία στη δημόσια ζωή ή καλό είναι να λειτουργούμε σιωπηρά και ταπεινά; Υπάρχουν κάποιοι που έχουν θάρρος, δυναμισμό, θεωρούν ότι ο χριστιανός δεν είναι για να κρύβεται, αλλά για να ομολογεί με παρρησία την πίστη του σε όλες τις πτυχές της δημόσιας ζωής. 

        Αρκετοί έχουν μία ροπή προς το απόλυτο, με επιφύλαξη αν είναι προς τον Απόλυτο. Έχοντας βάλει σε προτεραιότητα την ηθική διάσταση της χριστιανικής μαρτυρίας, βλέπουν στον κόσμο την αμαρτία, το κακό, την κυριαρχία του διαβόλου, με αποτέλεσμα να έχουν μία επικριτική διάθεση για τους πάντες και τα πάντα. Θέλουν από την πολιτική να βλέπει τον κόσμο με τη χριστιανική ματιά, με αποτέλεσμα να φτάνουμε σε τραγελαφικές καταστάσεις, όπως είναι οι πολιτικοί ηγέτες των δύο μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων, οι οποίοι αιματοκυλίζουν τον κόσμο για να επιβάλουν το καλό, που είναι το συμφέρον τους, και χρησιμοποιούν την χριστιανική πίστη ως άλλοθι και βοηθό στις επιδιώξεις τους. Επειδή επικαλούνται τη χριστιανική ιδιότητά τους, θεωρούν πως κάθε έργο τους είναι δικαιολογημένο, διότι ανήκουν στην πλευρά του «καλού». 

          Αρκετοί πάλι έχουν σχηματίσει στη νοοτροπία τους ένα δίπολο: «πίστη εναντίον κόσμου». Ο πιστός, αυτομάτως, είναι εναντίον του κόσμου, εναντίον της τεχνολογικής προόδου, ασχέτως αν τη χρησιμοποιεί, διαβλέπει κινδύνους απώλειας της προσωπικής ελευθερίας, μολονότι ελεύθερα εκφράζει τη γνώμη του. Ο πιστός θεωρεί τον εαυτό του ως αυθεντία, διότι η πίστη του δίνει αυτή τη δυνατότητα. Δεν μπορεί να δει όμως ότι ο Χριστός δεν μας θέλει να είμαστε απόκοσμοι, δεν ζήτησε από τον Πατέρα του στην αρχιερατική Του προσευχή στον κήπο της Γεθσημανή να μας πάρει από τον κόσμο, αλλά να μας προφυλάξει από τον πονηρό (Ιωάν. 17,15). Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν ήρθε να καταργήσει τον κόσμο, την πορεία του, την πρόοδό του, δεν ήρθε καν να κρίνει τον κόσμο, αλλά να σώσει τον κόσμο (Ιωάν. 12,47). Γι’ αυτό και ο χριστιανός δεν πορεύεται με την πίστη του για να κρίνει και να κατακρίνει τον κόσμο, αλλά για να βοηθήσει τον εαυτό του και τους ανθρώπους να βρούνε την οδό της σωτηρίας, της πίστης που γίνεται σχέση με τον Χριστό, που γίνεται αγάπη και ζωή, ανάσταση και αιωνιότητα. 

       Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα από την επί του Όρους ομιλία που διαβάζουμε την Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου ο Χριστός θέτει ένα ερώτημα σε όσους Τον ακολουθούν: Είμαστε λυχνάρια που φωτίζουμε τον κόσμο; Είναι η ζωή μας και τα έργα μας τέτοια, που να δοξάζουν τον Θεό; Έχουμε αγάπη έμπρακτη; Έχουμε ταπεινότητα; Έχουμε πίστη σταθερή, διά της οποίας διακρίνουμε τον εαυτό μας από την αμαρτία, όχι για να περηφανευτούμε και να θεωρήσουμε ότι είμαστε αυθεντίες, αλλά διότι με χαρά πορευόμαστε την οδό του Χριστού, με χαρά αγαπάμε, με χαρά συγχωρούμε, με χαρά νιώθουμε ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, νοιάζεται για τα ανθρώπινα, για να τα μεταμορφώσει και όχι να τα τσακίσει, με έπαρση και επίδειξη δύναμης; Κι όπου υπάρχει αίρεση, όπου υπάρχει παραχάραξη της αλήθειας του Ευαγγελίου, χαράζουμε τις «κόκκινες γραμμές», χωρίς όμως να επιδιδόμαστε σε κυνήγι μαγισσών ή επίδειξη ορθοφροσύνης; 

       Το λυχνάρι που κρύβεται κάτω από το μόδιο, κάτω από το κιούπι που χρησιμοποιούσαν ως μονάδα μέτρησης των σιτηρών ή του λαδιού, στην πραγματικότητα είναι ο χριστιανός ο οποίος δεν χρησιμοποιεί τα χαρίσματά του προς δόξαν Θεού. Είτε θεωρεί πως ό,τι είναι και ό,τι έχει είναι προς δική του δόξα είτε λειτουργεί φοβικά απέναντι στον κόσμο, μη καταθέτοντας την αλήθεια. Για να δώσουμε όμως μαρτυρία αληθείας, χρειάζεται να γνωρίζουμε την αλήθεια. Να θέλουμε τον Απόλυτο, που είναι ο Χριστός, όχι όμως για δικαιολόγηση των δικών μας συμφερόντων και ιδεών, αλλά για να δοξάσουν οι άνθρωποι τον Πατέρα μας τον εν τοις ουρανοίς. 

        Θέλει τόλμη αυτός ο δρόμος. Θέλει υπέρβαση της φοβικότητας έναντι του κόσμου. Θέλει υπομονή, ταπεινότητα και σταθερότητα. Θέλει τον Χριστό να κατοικεί στις καρδιές μας. Αυτός είναι ο δρόμος της Εκκλησίας. Αν τη βιώνουμε είναι ένα δύσκολο θέμα. Διότι , τις περισσότερες φορές, τη φτιάχνουμε στα μέτρα μας, είτε της επιθετικότητας είτε του συμβιβασμού. Η αρετή μας εντός της Εκκλησίας είναι το μέτρο. Και το φως που βγάζει η καρδιά και η ζωή μας. Αυτόν τον τρόπο των Πατέρων μας ας ακολουθούμε. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

19 Ιουλίου 2026

Κυριακή των Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου 

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 19 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026- ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (Ματθ. 5, 14-19)

 

 Εἶπεν ὁ Κύριος· ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. Ὅς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Εἶπε ὁ Κύριος: Σεῖς εἶστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρυφτεῖ πόλη, ποὺ βρίσκεται ἐπάνω σὲ ἕνα βουνό. Οὔτε ἀνάβουν λυχνάρι καὶ τὸ τοποθετοῦν κάτω ἀπὸ τὸ μόδι, ἀλλὰ ἐπάνω στὸν λυχνοστάτη καὶ ἔτσι λάμπει σέ ὅλους, ποὺ βρίσκονται στὸ σπίτι. Ἔτσι πρέπει νὰ λάμψει τὸ φῶς σας ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Πατέρα σας ποὺ εἶναι στὸν οὐρανόν. «Μὴ νομίσετε ὅτι ἦλθα γιὰ νὰ καταργήσω τὸν νόμο ἢ τοὺς προφῆτες. Δὲν ἦλθα νὰ καταργήσω, ἀλλὰ νὰ ἐκπληρώσω. Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ἕως ὅτου παρέλθουν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, οὔτε ἕνα γιῶτα ἢ μικρὴ στιγμὴ δὲν θὰ καταργηθεῖ ἀπὸ τὸν νόμο, μέχρις ὅτου γίνουν ὅλα. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ θά παραβεῖ μία ἀπὸ τὰς ἐντολές αὐτές τίς ἐλαχίστες καὶ διδάξει τοὺς ἄλλους νὰ κάνουν τὸ ἴδιο, αὐτὸς θὰ ὀνομαστεῖ ἐλάχιστος στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ τίς ἐφαρμόζει καὶ τίς διδάσκει, αὐτὸς θὰ ὀνομαστεῖ μεγάλος στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 19 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026 (Τίτ. 3, 8-15)

 


Τέκνον Τίτε, πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. Ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιίστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι. Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. ῞Οταν πέμψω ᾿Αρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ ᾿Απολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. Μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι. ᾿Ασπάζονταί σε οἱ μετ᾿ ἐμοῦ πάντες. ῎Ασπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. ῾Η χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν. 

�Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Παιδί μου Τίτε, αὐτὰ τὰ λόγια εἶναι ἀξιόπιστα καὶ θέλω νὰ τὰ βεβαιώνεις μὲ τὴν προσωπική σου μαρτυρία, ὥστε ὅσοι ἔχουν πιστέψει στὸν Θεὸ νὰ φροντίζουν νὰ πρωτοστατοῦν σὲ καλὰ ἔργα. Αὐτὰ εἶναι τὰ καλὰ καὶ τὰ χρήσιμα στοὺς ἀνθρώπους. ᾿Απὸ τὸ ἄλλο μέρος, νὰ ἀποφεύγεις τὶς ἀνόητες ἀναζητήσεις σὲ γενεαλογικοὺς καταλόγους, τὶς φιλονικίες καὶ τὶς διαμάχες γύρω ἀπὸ τὶς διατάξεις τοῦ ἰουδαϊκοῦ νόμου, γιατὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀνώφελα καὶ μάταια. Τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀκολουθεῖ πλανερὲς διδασκαλίες συμβούλεψέ τον μιὰ δυὸ φορές, κι ἂν δὲν ἀκούσει ἄφησέ τον, μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς αὐτὸς ἔχει πιὰ διαστραφεῖ καὶ ἁμαρτάνει, καταδικάζοντας ἔτσι ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του. ῞Οταν θὰ σοῦ στείλω τὸν ᾿Αρτεμᾶ ἢ τὸν Τυχικό, ἔλα τὸ συντομότερο νὰ μὲ συναντήσεις στὴ Νικόπολη, γιατὶ ἐκεῖ ἀποφάσισα νὰ περάσω τὸν χειμώνα. Τὸν Ζηνᾶ τὸν νομικὸ καὶ τὸν ᾿Απολλώ, νὰ τοὺς ἐφοδιάσεις πλουσιοπάροχα μὲ ὅ,τι χρειάζονται γιὰ τὸ ταξίδι τους, ὥστε νὰ μὴν τοὺς λείψει τίποτα. ῍Ας μαθαίνουν καὶ οἱ δικοί μας νὰ πρωτοστατοῦν σὲ καλὰ ἔργα, γιὰ ν’ ἀντιμετωπίζουν τὶς ἐπείγουσες ὑλικὲς ἀνάγκες, ὥστε ἡ ζωή τους νὰ μὴν εἶναι ἄκαρπη. Σὲ χαιρετοῦν ὅλοι ὅσοι εἶναι μαζί μου. Χαιρέτησε τοὺς πιστοὺς ποὺ μᾶς ἀγαποῦν. ῾Η χάρη νὰ εἶναι μαζὶ μὲ ὅλους σας. ᾿Αμήν.

2026-07-18 ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Ο Κερκύρας στην ακριτική Ερείκουσα

     Το Σάββατο, 18 Ιουλίου 2026, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, κ. Νεκτάριος, μετέβη στην ακριτική Ερείκουσα, ένα από τα Διαπόντια Νησιά, προκειμένου να τελέσει τη Θεία Λειτουργία και να ομιλήσει στους ευσεβείς κατοίκους του νησιού. Το Σεβασμιώτατο πλαισίωσαν ο εκ Κερκύρας Αγιορείτης Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Στέφανος Γραμμένος, ο οποίος διακονεί με ιδιαίτερη αυταπάρνηση και κόπο τις λειτουργικές και ποιμαντικές ανάγκες της ακριτικής Ερείκουσας, ο Αρχιερατικός Επίτροπος Βορειοανατολικής Κέρκυρας, Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Σαλβανός, καθώς και ο Διάκονός του, π. Ευσέβιος Πανδής. Ακόμη, στη Θεία Λειτουργία παρέστησαν, μεταξύ άλλων, ο Δήμαρχος Βόρειας Κέρκυρας, κ. Γεώργιος Μαχειμάρης, καθώς και ο Αντιπεριφερειάρχης Μικρών Νησιών και Ενδοπεριφερειακών Συγκοινωνιών, κ. Σπυρίδων Αργυρός.

Η Ερείκουσα, το βορειότερο άκρο της ελληνικής επικράτειας στο Ιόνιο Πέλαγος, αποτελεί έναν μικρό αλλά ιδιαίτερα ευλογημένο τόπο, ο οποίος, παρά τη φυσική του ομορφιά, δοκιμάζεται εδώ και δεκαετίες από τη δημογραφική συρρίκνωση. Οι μόνιμοι κάτοικοί της πλέον δεν ξεπερνούν τους πενήντα, ενώ πολλοί Ερεικουσιώτες έχουν μεταναστεύσει, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, διατηρώντας, ωστόσο, άρρηκτους δεσμούς με τη γενέτειρά τους και την τοπική Εκκλησία. Ο Σεβασμιώτατος, με ιδιαίτερη πατρική μέριμνα, φροντίζει κάθε χρόνο να επισκέπτεται το ακριτικό αυτό νησί, όπως και όλα τα Διαπόντια Νησιά, προκειμένου να βρίσκεται κοντά στους κατοίκους του, να τους ενισχύει πνευματικά και να τους μεταφέρει την αγάπη και το ενδιαφέρον της τοπικής Εκκλησίας.

Ο Σεβασμιώτατος, κατά την ομιλία του, απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα, έλαβε αφορμή από την ευαγγελική περικοπή της ημέρας, εστιάζοντας στον λόγο του Κυρίου, «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Μτ. 10, 37). Τόνισε ότι ο λόγος αυτός δεν αποτελεί προτροπή απαξίωσης των οικογενειακών δεσμών, αλλά πρόσκληση προς τον άνθρωπο να ιεραρχήσει ορθά τη ζωή του, έχοντας ως απόλυτο κέντρο και σημείο αναφοράς τον ίδιο τον Χριστό.

Στη συνέχεια, υπενθύμισε το περιστατικό της ομολογίας του Αποστόλου Πέτρου όταν ο Κύριος ρώτησε τους μαθητές Του ποιος είναι για τους ανθρώπους και έπειτα, ποιος είναι για τους ίδιους. Η ομολογία του Πέτρου, «Σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Μτ. 16, 16), φανερώνει ότι ο Χριστός δεν είναι ένας μεγάλος διδάσκαλος ή ένας ακόμη προφήτης, αλλά ο αληθινός Θεός, επάνω στη θεότητα του Οποίου θεμελιώνεται η ζωή της Εκκλησίας και η σωτηρία του ανθρώπου.

Ο Σεβασμιώτατος επεσήμανε ότι ο άνθρωπος, πολλές φορές, προσκολλάται υπέρμετρα σε πρόσωπα, σε υλικά αγαθά, στην κοινωνική του θέση ή ακόμη και στις προσωπικές του επιτυχίες, με αποτέλεσμα να λησμονεί το Θεό. Όταν το κέντρο της υπάρξεώς του μετατοπίζεται από το Δημιουργό προς τα κτιστά, τότε ο άνθρωπος αποπροσανατολίζεται και αδυνατεί να βιώσει την αληθινή πληρότητα της ζωής. Για το λόγο αυτό ο Χριστός καλεί τον άνθρωπο να απαρνηθεί το ίδιον θέλημα, τις εμπαθείς επιθυμίες και κάθε τι που γίνεται εμπόδιο στη σχέση του με τον Θεό, διότι η αμαρτία δεν είναι παρά η συγκατάθεση του ανθρώπου στον πειρασμό που τον απομακρύνει από την κοινωνία με τον Δημιουργό του.

Αναφερόμενος στους πρωτοπλάστους, επεσήμανε ότι ο Αδάμ και η Εύα δημιουργήθηκαν για να ζουν σε κοινωνία με τον Θεό, όμως η πτώση διέκοψε αυτή τη σχέση και γέννησε τον φόβο και την αποξένωση. Αντίθετα, ο άνθρωπος καλείται να διαφυλάξει την ψυχή του από τις υπερβολικές βιοτικές μέριμνες και να την κατευθύνει προς το Θεό, ο οποίος αποτελεί τη μοναδική πηγή ζωής και ελπίδας.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ακόμη στη σωστή ιεράρχηση των αξιών, υπογραμμίζοντας ότι, ενώ ο ίδιος ο Θεός προστάζει την τιμή προς τους γονείς, τίποτε δεν μπορεί να τοποθετηθεί πάνω από Εκείνον. Παρατήρησε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος αφιερώνει σχεδόν όλες του τις δυνάμεις στις μέριμνες του κόσμου και μόνο εάν περισσέψει χρόνος, στρέφεται προς το Θεό. Έτσι όμως δεν μπορεί να γνωρίσει τη μεγαλοσύνη Του ούτε να γευθεί την αληθινή χαρά, διότι η πραγματική καταξίωση του ανθρώπου δεν περιορίζεται στα όρια της παρούσας ζωής, αλλά ολοκληρώνεται στην αιωνιότητα διά της κοινωνίας με το Θεό.

Κλείνοντας, ο κ. Νεκτάριος σημείωσε ότι όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από το Θεό, η ζωή του κυριεύεται από την ταραχή, την αβεβαιότητα και την απελπισία. Αντιθέτως, όταν το Πνεύμα του Θεού ανατέλλει μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, τότε γεννώνται το φως, η ελπίδα, η αληθινή χαρά και η βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, την οποία μόνο η κοινωνία με τον Χριστό μπορεί να προσφέρει.

Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, ο Σεβασμιώτατος ευλόγησε το εκκλησίασμα και απηύθυνε πατρικές ευχές προς όλους τους απανταχού Ερεικουσιώτες, προτρέποντάς τους να διατηρούν ζωντανή την αγάπη τους για τον ακριτικό τόπο της καταγωγής τους, να τον στηρίζουν με κάθε τρόπο και να μη λησμονούν τις πνευματικές τους ρίζες. Παράλληλα, τους κάλεσε να παραμένουν πάντοτε κοντά στον Θεό και στην Εκκλησία, αντλώντας δύναμη, ελπίδα και προσανατολισμό από τη ζωντανή σχέση τους με τον Χριστό.














Η ΠΛΗΡΗΣ ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΗ π. Δημητρίου Μπόκου

 


Ο εχθρός γέμισε ερείπια τη χώρα, λεηλάτησε τον πλούτο της, πέρασε απ’ το μαχαίρι του πλήθος αμάχων και έφυγε σύροντας πίσω του ένα πολύ μεγαλύτερο πλήθος αιχμαλώτων. Ο υπερασπιστής στρατηγός όμως ανασύνταξε τις δυνάμεις του. Αντεπιτέθηκε. Χτύπησε και κατανίκησε τον εχθρό στην καρδιά του βασιλείου του, στην ίδια την πρωτεύουσά του. Ελευθέρωσε τους αιχμαλώτους και τους επανέφερε στην πατρίδα, μαζί με τους διαρπαγέντες θησαυρούς. 

Και όμως! 

Οι άνθρωποι σώθηκαν, μα όχι όλοι. Ο ελευθερωτής στρατηγός δεν μπορούσε να επαναφέρει στη ζωή τους νεκρούς, ούτε να διασώσει όσο μέρος της λείας είχε ήδη διασκορπιστεί και κατασπαταληθεί. Δεν μπορούσε να περισώσει ό,τι είχε ήδη διαφύγει οριστικά από τα χέρια του. 

Υπάρχει όμως ένας στρατηγός, «βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην», που έχει τη δύναμη να διορθώνει τα πάντα. Που μπορεί να ξαναπάρει ό,τι έχει χαθεί, ό,τι έχει καταστραφεί, ό,τι έχει θανατωθεί. Μπορεί να ξαναφτιάξει τα πάντα όπως ήταν πριν και ακόμα καλύτερα. 

Είναι ο νικητής Χριστός, που έρχεται και αναδημιουργεί ό,τι έχασε ο άνθρωπος. Γι’ αυτό και φροντίζει επιμελώς να μην αφεθεί κανένα μέρος του κατεστραμμένο. Παίρνει πάνω του και σηκώνει από τον τόπο της καταστροφής όλα τα κομμάτια του, ακόμα κι αν έχουν διασκορπιστεί στους τέσσερες ανέμους. Δεν αφήνει ούτε το παραμικρό κομματάκι του. Γιατί ό,τι μείνει πεταμένο κάτω θα χαθεί. Θα σαπίσει. Θα γίνει χώμα. Θα πεθάνει οριστικά. «Το γαρ απρόσληπτον, αθεράπευτον. Ο δε ήνωται τω Θεώ, τούτο και σώζεται» (Αγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Επιστολή προς Κληδόνιον, PG 37, 181C-184A). 

Τί σημαίνει αυτό; 

Ο άνθρωπος θανατώθηκε από τον εχθρό ολόκληρος. Σώμα, ψυχή και νους. Ο διάβολος τον εξουσίασε απόλυτα. Έτσι και ο Χριστός παίρνει πάνω του, προσλαμβάνει, τον όλο άνθρωπο. Κάνει δικά του όλα τα κομμάτια του ανθρώπου. Δεν αφήνει τίποτε απέξω. Παίρνει το σώμα του, την ψυχή του, τον νου του. Ντύνεται ολόκληρη την ανθρώπινη φύση. Δεν παίρνει μέρος της, μόνο σώμα ή μόνο ψυχή και μάλιστα χωρίς τον νου, όπως ανόητα έλεγαν πολλοί αιρετικοί. Γίνεται ο πιο κανονικός, ο πιο πλήρης άνθρωπος. 

Κατεβαίνει στο βασίλειο του εχθρού και τον κατανικάει. Και έτσι ντυμένος με την ανθρώπινη φύση, με τον άνθρωπο στους ώμους του, ανεβαίνει. Και όλο ανεβαίνει. Ξεπερνάει τους αγγέλους, τους ουρανούς. Φτάνει ως εκεί που δεν έχει κάτι άλλο ψηλότερα. Στον θρόνο του Θεού. Και κάθεται «εκ δεξιών του Πατρός». Ο άνθρωπος πλέον κάθεται στα δεξιά του Θεού πλήρης, σώμα, ψυχή και νους, ενωμένος τέλεια με τον Θεό. 

Αν κάτι από αυτά δεν το έπαιρνε πάνω του ο Χριστός, δεν το προσλάμβανε στον εαυτό του, θα έμενε κάτω. Αθεράπευτο. Στο βασίλειο του εχθρού. Νεκρό. Σώθηκε μόνο ό,τι ενώθηκε με τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού. Γι’ αυτό ο Χριστός δεν έκανε προχειροδουλειές. Πήρε πάνω του προσεκτικά από κάτω όλα τα ανθρώπινα στοιχεία. Ό,τι ήταν του ανθρώπου. Σώμα, ψυχή και νου. Τα ένωσε μέσα του με τον Θεό. Έγινε και παραμένει εσαεί Θεός και άνθρωπος. 

Το ασύλληπτο αυτό γεγονός διακήρυξε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (Κυριακή των Αγίων Πατέρων). 

Και όλα αυτά, για να γίνεται και ο κάθε άνθρωπος θεός, αν βέβαια το θέλει. Με το ζόρι ποτέ!