ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Κήρυγμα Δ΄ Κυριακής των Νηστειών



Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ»

Σήμερα η Εκκλησία μάς φέρνει μπροστά σε έναν πατέρα απελπισμένο και σε ένα παιδί βασανισμένο. Έναν άνθρωπο που φωνάζει με πόνο: «Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Και μέσα σε αυτή τη δραματική σκηνή, ο Χριστός αποκαλύπτει ένα μεγάλο πνευματικό μυστικό:

«Τοῦτο τὸ γένος… ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ».

Δεν μιλά μόνο για τα δαιμόνια. Μιλά για κάθε δύναμη που δένει τον άνθρωπο. Για τα πάθη, για τις συνήθειες που μας καταδυναστεύουν, για την απιστία, για τον φόβο, για τη σκληρότητα της καρδιάς.

 Οι μαθητές προσπάθησαν, αλλά δεν μπόρεσαν. Και αυτό είναι μια αλήθεια που πρέπει να τη δεχθούμε: χωρίς τη χάρη του Θεού, ο άνθρωπος δεν μπορεί να νικήσει το κακό.

Πολλές φορές κι εμείς λέμε: «Θα αλλάξω» «Θα κόψω αυτό το πάθος» «Θα γίνω καλύτερος» Και όμως, πέφτουμε ξανά. Γιατί προσπαθούμε μόνοι μας.

Το Ευαγγέλιο δεν είναι ηθικολογία· είναι αποκάλυψη ότι η σωτηρία είναι συνεργασία: ο άνθρωπος αγωνίζεται, αλλά ο Θεός ενεργεί.

 Η προσευχή δεν είναι τυπικό καθήκον. Είναι κραυγή καρδιάς. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος λέει: «Χωρίς Εσένα, δεν μπορώ».

Όταν προσευχόμαστε: ταπεινωνόμαστε, παραδινόμαστε, εμπιστευόμαστε Και τότε αρχίζει να ενεργεί η χάρη.

Ο πατέρας του παιδιού δεν είχε τέλεια πίστη. Είχε όμως ειλικρίνεια. Και αυτή η ειλικρίνεια άνοιξε τον ουρανό.

Η νηστεία δεν είναι απλώς αλλαγή τροφής. Είναι αλλαγή τρόπου ζωής.

Με τη νηστεία: μαθαίνουμε να λέμε «όχι» πολεμάμε την κυριαρχία της επιθυμίας ελευθερωνόμαστε από την τυραννία του «θέλω»

Η νηστεία σπάζει την αυτάρκεια. Μας θυμίζει ότι δεν ζούμε μόνο «ἐπ’ ἄρτῳ».

Και όταν η νηστεία ενώνεται με την προσευχή, τότε γίνεται δύναμη πνευματική, φωτιά που καθαρίζει την καρδιά.

Ας μην ψάχνουμε τα «δαιμόνια» έξω. Το Ευαγγέλιο μάς καλεί να δούμε μέσα μας: το πάθος που δεν φεύγει την κακία που επιμένει, την αδιαφορία για τον Θεό, την ψυχρότητα στην αγάπη Αυτό είναι το «γένος» που δεν φεύγει εύκολα.

Και ο Χριστός μάς δείχνει τον δρόμο: όχι εύκολες λύσεις, όχι επιφανειακές αλλαγές, αλλά προσευχή και νηστεία — δηλαδή ζωή με τον Θεό.

Αδελφοί μου,

Ο πατέρας ξεκίνησε με αμφιβολία και έφυγε με θαύμα.

Το παιδί ήταν χαμένο και βρέθηκε ελεύθερο.

Αυτό σημαίνει: κανείς δεν είναι χαμένος, κανένα πάθος δεν είναι ανίκητο, καμία καρδιά δεν είναι αθεράπευτη.

Αρκεί να κάνουμε το βήμα: να στραφούμε στον Χριστό με ταπείνωση.

Ας κρατήσουμε σήμερα αυτόν τον λόγο όχι ως θεωρία, αλλά ως πράξη:

λίγη περισσότερη προσευχή, λίγη πιο συνειδητή νηστεία, λίγη περισσότερη εμπιστοσύνη στον Θεό

Και τότε θα δούμε σιγά-σιγά να αλλάζει η καρδιά μας.

Γιατί εκεί όπου ο άνθρωπος λέει «δεν μπορώ», εκεί ο Θεός απαντά:

«Πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι».

π.  ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ


ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟΛΑΤΡΙΑ

 

«῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ῏Ω γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ῞Εως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; Φέρετε αὐτὸν πρός με. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν» (Μάρκ. 9,19).

«῎Απιστη γενιά!» ἀποκρίθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς. «῝Ως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Πόσον καιρὸ ἀκόμη θὰ σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε μου ἐδῶ τὸ παιδί». ᾿Εκεῖνοι τοῦ τὸ ἔφεραν.

 «Μέχρι πότε θα σας ανέχομαι;», αναρωτιέται ο Χριστός, όταν, μετά τη μεταμόρφωσή του στο όρος Θαβώρ, βλέπει τους μαθητές του να μην μπορούν να γιατρέψουν ένα νέο παιδί από την επιληψία, που δεν ήταν συνέπεια ιατρικού προβλήματος, αλλά από επιρροή δαιμονικού πνεύματος. Ο πατέρας του παιδιού, επειδή ο Ιησούς έλειπε, δοκιμάζει να βρει τη γιατρειά του παιδιού του, σημάδι της λαχτάρας του πατέρα να δει τον γιο του ελεύθερο από το κακό, να μην αισθάνεται τον φόβο του θανάτου για ένα παλικάρι στο οποίο ο δαίμονας επιβάλλει μαρτύρια, κάνοντάς το να κυλιέται, να αφρίζει, να πέφτει στη φωτιά και στο νερό, για να βασανίζει τόσο το ίδιο όσο και τον πατέρα του. Παρακαλεί ο πατέρας τους μαθητές, αλλά νιώθει την έλλειψή τους, όπως κι εκείνοι. Χωρίς την παρουσία του Χριστού, η πνευματική δύναμη των μαθητών είναι ανύπαρκτη. Ό,τι έχουν, είναι χάρις. 

 Κι ο Χριστός αναρωτιέται μέχρι πότε θα ανέχεται τους ανθρώπους οι οποίοι νομίζουν, επικαλούμενοι το όνομά Του και την παρουσία Του, ότι είναι ικανοί να νικήσουν το κακό, να δώσουν ζωή στους άλλους, να γίνουν πρωταγωνιστές. Τους έχει πει και μας έχει πει ότι χωρίς Εκείνον, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (Ιωάν. 15,5). Όμως και εκείνοι κι εμείς, όντας κοντά Του, νομίζουμε ότι δεν Τον χρειαζόμαστε. Ότι έχουμε γίνει ικανοί να κάνουμε τα πάντα, να κηρύττουμε τα πάντα, να έχουμε λύσεις για τα πάντα στο όνομά Του, χωρίς όμως η σχέση μας μαζί Του να είναι «εν προσευχή και νηστεία», χωρίς την ταπεινότητα της επικλήσεως Εκείνου και την εμπιστοσύνη ότι Εκείνος, έστω και δι’ ημών, θα δώσει την αλήθεια, την ίαση, την καινούργια ζωή. 

 Η αγάπη δίνει ανοχή. Στην πίστη μας όμως προηγείται η σχέση με τον Χριστό. Η αναζήτηση της παρουσίας του. Η κοινωνία Του. Αλλά ακόμη κι αν υπάρχουν αυτά, χρειάζεται η ταπεινότητα. Να ακούμε και να μιλάμε με μέτρο. Να μη γινόμαστε παντογνώστες, θεωρώντας ότι κατέχουμε το πλήρωμα της αλήθειας, ιδίως για πράγματα που δεν γνωρίζουμε, για πράγματα που ξεπερνούνε τα μέτρα μας, όπως το κακό. Ας παρακαλούμε τον Κύριο να μας δίνει μέτρο, να μην επιβαρύνουμε τους άλλους γεννώντας ψεύτικες ελπίδες ότι εμείς έχουμε τις απαντήσεις και τις λύσεις, οδηγώντας συχνά σε θλίψη και απογοήτευση, κάποτε και σε απιστία και αθεΐα τους συνανθρώπους μας που νιώθουν ότι δεν μπορούν να πιστέψουν σε μας. Και, με τη σειρά μας, να μην εξαρτούμε την πίστη μας από πρόσωπα, ούτε να θεωρούμε τα λόγια τους θέσφατα, ιδίως όταν διατυπώνονται με την έπαρση ότι κατέχουν την οδό της σωτηρίας, ότι έχουν απαντήσεις για όλα τα θέματα, κάποτε και για όσα δεν είναι αρμοδιότητα της Εκκλησίας να τα λύσει. 

     Εδώ βρίσκεται το κλειδί. Το μήνυμα της Εκκλησίας δεν είναι η προσωπολατρία, η εξάρτηση από πρόσωπα και η πίστη σ’ αυτά, αλλά η εμπιστοσύνη και η σχέση με τον Χριστό. Αυτός είναι κοντά μας, Αυτός μας ανέχεται, Αυτός μας αγαπά, Αυτός θα πει για ό,τι μας απασχολεί «φέρτε το σε Μένα». Και αν έχουμε τελικά εμπιστοσύνη σ’ Εκείνον και αναφωνήσουμε, μαζί με τον πατέρα του παιδιού «πιστεύω, Κύριε. Βοήθησέ με, γιατί η πίστη μου δεν είναι δυνατή», τότε θα λάβουμε την ίαση, πρώτα της ψυχής, καθώς θα φύγουν από επάνω μας οι επιρροές του διαβόλου και του κακού, και στη συνέχεια της ζωής μας. Για να πορευτούμε  μαζί με τον Χριστό. Για να διεκδικήσουμε όχι μόνο την ανοχή Του, αλλά την κοινωνία της αγάπης Του που σώζει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

22 Μαρτίου 2026

Κυριακή Δ’ Νηστειών

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 22 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026- Δ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μάρκ. 9, 17-31)

 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ λέγων· Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. Καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ῏Ω γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ῞Εως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; Φέρετε αὐτὸν πρός με. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. Καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. Καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ῾Ο δὲ εἶπε· Παιδιόθεν. Καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. Καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. ᾿Ιδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. Καὶ κρᾶξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, κάποιος ἄνθρωπος πλησίασε τὸν ᾿Ιησοῦ καὶ τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, ἔφερα σ’ ἐσένα τὸν γιό μου, γιατὶ ἔχει μέσα του δαιμονικὸ πνεῦμα ποὺ τὸν κάνει ἄλαλο. Κάθε φορὰ ποὺ τὸν πιάνει, τὸν ρίχνει κάτω καὶ τότε βγάζει ἀφρούς, τρίζει τὰ δόντια καὶ μένει ξερός. Εἶπα στοὺς μαθητές σου νὰ διώξουν αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν». «῎Απιστη γενιά!» ἀποκρίθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς. «῝Ως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Πόσον καιρὸ ἀκόμη θὰ σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε μου ἐδῶ τὸ παιδί». ᾿Εκεῖνοι τοῦ τὸ ἔφεραν. Μόλις τὸ πνεῦμα εἶδε τὸν ᾿Ιησοῦ, ἀμέσως τάραξε τὸ παιδί, κι ἐκεῖνο ἔπεσε καταγῆς καὶ κυλιόταν βγάζοντας ἀφρούς. «Πόσος καιρὸς εἶναι ποὺ τοῦ συμβαίνει αὐτό;» ρώτησε ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ. ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε· «᾿Απὸ μικρὸ παιδί. Πολλὲς φορὲς μάλιστα καὶ στὴ φωτιὰ τὸν ἔριξε καὶ στὰ νερὰ γιὰ νὰ τὸν ἐξολοθρέψει. ᾿Αλλὰ ἂν μπορεῖς νὰ κάνεις κάτι, σπλαχνίσου μας καὶ βοήθησέ μας». ῾Ο ᾿Ιησοῦς τοῦ εἶπε τοῦτο· «᾿Εὰν μπορεῖς νὰ πιστέψεις, ὅλα εἶναι δυνατὰ γι’ αὐτὸν ποὺ πιστεύει». ᾿Αμέσως τότε φώναξε δυνατὰ ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ καὶ εἶπε μὲ δάκρυα· «Πιστεύω, Κύριε! ᾿Αλλὰ βοήθησέ με, γιατὶ ἡ πίστη μου δὲν εἶναι δυνατή». Βλέποντας ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι συγκεντρώνεται κόσμος, πρόσταξε τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα μ’ αὐτὰ τὰ λόγια· «῎Αλαλο καὶ κουφὸ πνεῦμα, ἐγὼ σὲ διατάζω· βγὲς ἀπ’ αὐτὸν καὶ μὴν ξαναμπεῖς πιὰ μέσα του». Βγῆκε τότε τὸ πνεῦμα, ἀφοῦ κραύγασε δυνατὰ καὶ συντάραξε τὸ παιδί. ᾿Εκεῖνο ἔμεινε ἀναίσθητο, ἔτσι ποὺ πολλοὶ ἔλεγαν ὅτι πέθανε. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως τὸ ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι του, τὸ σήκωσε, κι αὐτὸ στάθηκε ὄρθιο. ῞Οταν μπῆκε ὁ ᾿Ιησοῦς στὸ σπίτι, τὸν ρώτησαν οἱ μαθητές του ἰδιαιτέρως· «Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλουμε αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα;» Κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε· «Αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ γένος δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ βγάλει μὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία». ῎Εφυγαν ἀπὸ κεῖ καὶ προχωροῦσαν διασχίζοντας τὴ Γαλιλαία. Δὲν ἤθελε ὁ ᾿Ιησοῦς νὰ μάθει κανεὶς ὅτι περνοῦσε ἀπὸ κεῖ, γιατὶ δίδασκε τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς ἔλεγε· «Ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου θὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων, ποὺ θὰ τὸν θανατώσουν· τὴν τρίτη ὅμως ἡμέρα μετὰ τὸν θάνατό του θ’ ἀναστηθεῖ».

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 22 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026- Δ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Ἑβρ. 6, 13-20)

 

 Ἀδελφοί, τῷ ᾿Αβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ᾿ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ᾿ ἑαυτοῦ, λέγων· «῏Η μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε»· καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. ῎Ανθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην «εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος», ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν ᾿Ιησοῦς, «κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ» ἀρχιερεὺς γενόμενος «εἰς τὸν αἰῶνα».

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα 

Ἀδελφοί, ὅταν ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ὑπόσχεσή του στὸν Ἀβραάμ, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε ἀνώτερος γιὰ νὰ ὁρκιστεῖ, ὁρκίστηκε στὸν ἑαυτό του, λέγοντας· Σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι θὰ σ’ εὐλογήσω καὶ θὰ σοῦ δώσω πολλοὺς ἀπογόνους. ῎Ετσι πῆρε ὁ ᾿Αβραὰμ τὴν ὑπόσχεση, καὶ μὲ τὴν ὑπομονή του πέτυχε τὴν ἐκπλήρωσή της. Οἱ ἄνθρωποι ὁρκίζονται σὲ κάποιον ἀνώτερό τους, κι ὁ ὅρκος δίνει γι’ αὐτοὺς τέλος σὲ κάθε ἀμφισβήτηση καὶ ὑποδηλώνει ἐπιβεβαίωση. ῾Ο Θεός, λοιπόν, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ δείξει πιὸ καθαρὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ θὰ κληρονομοῦσαν τὰ ὅσα ὑποσχέθηκε ὅτι ἡ ἀπόφασή του ἦταν ἀμετάκλητη, τὴν ἐγγυήθηκε μὲ ὅρκο. Γιὰ δύο λοιπὸν ἀμετακίνητα πράγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατο νὰ διαψευστεῖ ὁ Θεός, ἐμεῖς ποὺ καταφύγαμε σ’ αὐτὸν ὀφείλουμε νὰ μείνουμε σταθεροὶ σ’ αὐτὰ ποὺ ἐλπίζουμε. Αὐτή μας ἡ ἐλπίδα μᾶς ἀσφαλίζει καὶ μᾶς βεβαιώνει σὰν ἄγκυρα, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὰ ἐνδότερα τοῦ καταπετάσματος, ὅπου μπῆκε πρὶν ἀπὸ μᾶς καὶ γιὰ χάρη μας ὁ ᾿Ιησοῦς, ἀρχιερέας γιὰ πάντα ὅπως ὁ Μελχισεδέκ.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ π. Δημητρίου Μπόκου

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ

 π. Δημητρίου Μπόκου 

Η περίλαμπρη εορτή του Ευαγγελισμού, δεύτερη Πασχαλιά, ανατρέπει την ομαλή πορεία της Ε΄ Εβδομάδας της Σαρακοστής, φέρνοντας μια χαρμόσυνη άνοιξη εν μέσω του κατανυκτικού κλίματος του Μεγάλου Κανόνα. Αλλά και πάλι ένας δεύτερος Ευαγγελισμός, ο Ακάθιστος Ύμνος, επισφραγίζει με λαμπρότητα το τέλος της εβδομάδας, η οποία ήδη από την αρχή της είναι πανευφρόσυνη, καθώς ανοίγει με την πανηγυρική μνήμη του μεγάλου οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου, συγγραφέως της Κλίμακος. Συγγραφέας και σύγγραμμα αποτελούν σημεία αναφοράς, φωτεινά ορόσημα στο νοητό στερέωμα της Εκκλησίας (Κυριακή Δ΄ των Νηστειών).  

Από νεαρότατη ηλικία ο άγιος Ιωάννης αφιερώθηκε στον Θεό και επιδόθηκε σε μεγάλους ασκητικούς αγώνες. Πρόκοψε πάρα πολύ στην πνευματική του άνοδο, πέτυχε σε βαθμό ζηλευτό την ομοίωση προς 

τον Θεό. Ασκήθηκε αρχικά στη μοναχική υπακοή για δεκαεννιά χρόνια κοντά στον πνευματικό του γέροντα αββά Μαρτύριο. Μετά την κοίμηση του γέροντά του, έζησε σαράντα χρόνια ως ερημίτης. Τέλος, παρά τη θέλησή του, εκλέχθηκε ηγούμενος στη Μονή Σινά.  

Ενόσω όμως βρισκόταν ακόμα στην αρχή της μοναχικής του πορείας, πολλοί είχαν προβλέψει τη θαυμαστή άνοδό του. Τον πήρε κάποτε ο γέροντάς του Μαρτύριος και επισκέφθηκαν τον γέροντα αββά  Ιωάννη τον Σαββαΐτη. Εκείνος έβαλε νερό στη λεκάνη, ένιψε τα πόδια του νεαρού Ιωάννη και του φίλησε το χέρι, ενώ στον γέροντα Μαρτύριο δεν έκανε τίποτε τέτοιο. Ο υποτακτικός του Στέφανος παραξενεύτηκε και του ζήτησε εξηγήσεις. Του λέει τότε ο αββάς Ιωάννης ο Σαββαΐτης: «Πίστεψέ με, παιδί μου, εγώ ούτε καν γνωρίζω ποιος είναι αυτός ο νεαρός μοναχός. Όμως εγώ σήμερα υποδέχθηκα εδώ ηγούμενο του Σινά. Ένιψα τα πόδια του ηγουμένου».  

Ο θαυμαστός αυτός νεαρός μοναχός ανδρώθηκε. Με τη χάρη του Θεού το δενδρύλλιο έγινε υψίκομο, εύκλαδο και πολύφυλλο δένδρο, απέφερε καρπούς αγλαούς. Απόσταγμα των πνευματικών του εμπειριών αποτελεί το κλασικό του σύγγραμμα με το όνομα «Κλίμαξ», όπου, ελλαμπόμενος από το φως του Αγίου Πνεύματος, μας ποδηγετεί μεθοδικά, σκαλί-σκαλί, σε πνευματικούς αναβαθμούς, από το φιλόϋλο χοϊκό φρόνημα των εγωκεντρικών μας παθών στην ουράνια χαρά της αγάπης, της αληθινής ανθρωπο-θεοκοινωνίας.  

Η μελέτη του βιβλίου της Κλίμακας συμβάλλει τα μέγιστα στην ανοδική πορεία του Χριστιανού και συνηθιζόταν ιδιαίτερα στα μοναστήρια κατά την περίοδο του Τριωδίου. Κατά τα παλιά Τυπικά, από την πρώτη κιόλας μέρα της Σαρακοστής, από την Καθαρά Δευτέρα, «ευθύς αναγινώσκομεν εις την Κλίμακα».  

Δεν θα μπορούσαμε άραγε να την κάνουμε κι εμείς πρόγραμμα ζωής;  


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Κερκύρας Νεκτάριος: «Η διαστροφή της επιθυμίας σκοτίζει τη συνείδηση του ανθρώπου»

    Το εσπέρας της Παρασκευής, 20 Μαρτίου 2026, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, κ. Νεκτάριος, μετέβη στον Ιερό Ναό Αγίου Αρσενίου, Μητροπολίτου Κερκύρας, στις Ριγγλάδες Λευκίμμης στη Νότια Κέρκυρα, όπου χοροστάτησε και απήγγειλε την Δ΄ Στάση των Χαιρετισμών προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Στον εν λόγω Ιερό Ναό διακονεί ο π. Ιωάννης Χρυσικόπουλος, καθηγητής φυσικής, με πολλή αγάπη και ζήλο για την πνευματική οικοδομή της ενορίας. Ακόμη, στην ακολουθία παρέστησαν μεταξύ άλλων, ο Υφυπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, κ. Στέφανος Γκίκας, ο Δήμαρχος Νότιας Κέρκυρας, κ. Ιωάννης Καββαδίας καθώς και εκπρόσωποι τοπικών φορέων και αρχών του τόπου.

Κατά την ομιλία του ο κ. Νεκτάριος, απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα, ανέλυσε τον στίχο, «Χαῖρε, λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν, χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν» από την Δ΄ Στάση των Χαιρετισμών προς την Υπεραγία Θεοτόκο, στεκόμενος ιδιαιτέρως στο νόημα της συνειδήσεως. Στο πλαίσιο αυτό ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο της Υπεραγίας Θεοτόκου στο μυστήριο της σωτηρίας. Η Παναγία, ως «λουτήρ» που εκπλύνει τη συνείδηση, συνδέεται άμεσα με την ενανθρώπηση του Χριστού, διότι δια της ταπεινώσεως και της υπακοής της κατέστη το όργανο της φανερώσεως του Θεού στον κόσμο. Μέσα από τη συγκατάθεσή της αποκαλύφθηκε το προαιώνιο μυστήριο της σωτηρίας και δόθηκε η δυνατότητα στον άνθρωπο να επανέλθει σε κοινωνία με το Θεό.

Όπως ανέφερε η συνείδηση είναι ο άγραφος νόμος του Θεού μέσα στον άνθρωπο, εκείνη η εσωτερική φωνή που ελέγχει, καθοδηγεί και αποκαλύπτει την πνευματική του κατάσταση. Επίσης, υπογράμμισε ότι η συνείδηση δεν είναι ένα απλό ψυχολογικό φαινόμενο, αλλά δώρο του Θεού, μέσω του οποίου ο άνθρωπος καλείται να ζει σε κοινωνία τόσο με το Δημιουργό του όσο και με τους συνανθρώπους του. 

Αναφερόμενος στην κατάσταση της ανθρωπότητας πριν από την έλευση του Χριστού, τόνισε ότι η συνείδηση των ανθρώπων ήταν βεβαρημένη, φορτωμένη από την πτώση, τη φθορά και το χωρισμό από το Θεό. Αυτή η εσωτερική βαρύτητα δεν αποτελούσε απλώς μία διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά εμπειρία βαθιά, την οποία βίωναν ακόμη και οι άνθρωποι της αρχαιότητας. Οι φιλόσοφοι, όπως σημείωσε, αισθάνονταν το βάρος αυτό και προσδοκούσαν τον ερχομό Εκείνου που θα μπορούσε να το άρει, του Μεσσία, του ενανθρωπήσαντος Λόγου του Θεού.

Στη συνέχεια, εξήγησε ότι ο μόνος που δύναται να καθαρίσει την ανθρώπινη συνείδηση είναι ο ίδιος ο Θεός. Ο άνθρωπος έλαβε από το Δημιουργό του το αυτεξούσιο και την ελευθερία, καθώς και τις δυνάμεις της ψυχής, ώστε να πορεύεται προς το αγαθό και να επιθυμεί τα άνω. Όταν όμως η επιθυμία αυτή διαστρέφεται και ο άνθρωπος επιλέγει το αμαρτωλό αντί του αγαθού, τότε η συνείδηση βαραίνει και σκοτίζεται.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον κίνδυνο της αλλοιώσεως της συνειδήσεως, επισημαίνοντας ότι όταν αυτή φθαρεί, ο άνθρωπος οδηγείται σε κατάσταση ασυνειδησίας, χάνοντας την κρίση, την ανθρωπιά και την αγάπη, τόσο προς το Θεό όσο και προς τον πλησίον. Η θεραπεία αυτής της καταστάσεως δεν μπορεί να προέλθει από ανθρώπινη δύναμη, αλλά μόνο από τη χάρη του Θεού, η οποία ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ιδίως δια των μυστηρίων και της μετανοίας.

Ακόμη, υπενθύμισε ότι ο άνθρωπος με την πτώση του, όταν και απομακρύνθηκε από το Θεό, οδηγήθηκε στο φόβο και στην αποξένωση, διότι η συνείδησή του σκοτίστηκε. Αντιθέτως, με την ενανθρώπηση του Λόγου, ο Θεός επανήλθε ανάμεσα στους ανθρώπους, ώστε να Τον γνωρίσουν, να Τον κατανοήσουν και να επανασυνδεθούν μαζί Του, λαμβάνοντας τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και βιώνοντας την αληθινή καθαρότητα της συνειδήσεως.

Συνεχίζοντας, ο Σεβασμιώτατος στάθηκε στη φράση «χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν», επισημαίνοντας ότι ο «κρατήρ» είναι το δοχείο που προσφέρει το ποτήριον της αληθινής Ζωής, δηλαδή το ίδιο το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Μέσα από τη μετοχή στα Άχραντα Μυστήρια, ο άνθρωπος γίνεται κοινωνός της θείας ζωής, σύσσωμος και σύναιμος με τον Θεό και έτσι υπερβαίνει το φόβο του θανάτου. Η ζωή, όπως τόνισε, δεν τερματίζεται στο θάνατο αλλά οδηγεί στην Ανάσταση, την οποία χάρισε ο Αναστάς Κύριος σε όλη την ανθρωπότητα. Όλα αυτά, συνδέονται με το πρόσωπο της Παναγίας, η οποία είναι και η κατέχουσα τα Δευτερεία της Αγίας Τριάδος. Ποιος τυχόν δεν ατενίζει το πρόσωπο της Παναγίας μας και δε φλέγεται η ψυχή και η καρδιά του από αγάπη, από σεβασμό και απευθύνεται σε Εκείνην με κάθε αφοσίωση; Έτσι, γίνεται η Υπεραγία Θεοτόκος μεσίτρια που μεταφέρει τις προσευχές των πιστών στο θρόνο του Θεού.

Κλείνοντας, ο Σεβασμιώτατος εξέφρασε τη χαρά και την ευγνωμοσύνη του για την μεγάλη παρουσία των πιστών, ευχόμενος σε όλους καλή δύναμη στον πνευματικό αγώνα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής ώστε να εορτάσουμε το Άγιο Πάσχα μέσα στο ανέσπερο φως της Αναστάσεως.















2026-03-20 Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ Δ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ