Αφήστε μας την ηλ. διεύθυνση για να λαμβάνετε περισσότερες ειδοποιήσεις

Translate

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2021

ΕΟΡΤΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

 Με λαμπρότητα πανηγυρίσαμε και τιμήσαμε και φέτος τον προστάτη και έφορο του χωριού μας τον Άγιο Παντελεήμονα. Οι περισσότεροι χωριανοί παρόντες πιστοί στην γιορτή του χωριού μας και με την παρουσία του Δημάρχου Βόρειας Κέρκυρας κ. Γεωργίου Μαχειμάρη και της Αντιδημάρχου κ. Σπυριδούλας Κόκκαλη. Χαρήκαμε με την Θεία λειτουργία που τελέσαμε και προσευχηθήκαμε για όλους τους συχωριανούς όπου και αν διαμένουν με την ευχή κάποια στιγμή να ανταμώσουμε στον Άγιο Παντελεήμονα. Θέλω από καρδιάς να ευχαριστήσω όλους όσοι κοπίασαν για την ευπρέπεια και διοργάνωση της γιορτής και να ευχηθώ σε όλους χρόνια πολλά ευλογημένα με πλούσια την χάρη και την ευλογία του Αγίου Παντελεήμωνος.























Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2021

 ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ




“Ἡ εὐκλεέστατος καὶ ἀξιέπαινος, Ἄννα ἡ ἔνθεος, καὶ πανσεβάσμιος, γῆθεν ἀρθεῖσα ἐκ ζωῆς, προσκαίρου διαιωνίζει, εἰς ζωὴν ἀθάνατον, μετ’ Ἀγγέλων χορεύουσα, σὺν τῇ θυγατρὶ αὐτῆς, καὶ ἀχράντῳ Μητρὶ τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύουσα ἀπαύστως σωθῆναι, τοὺς πίστει ταύτην μακαρίζοντας”  (Κάθισμα του Όρθρου της εορτής της Κοιμήσεως της Αγίας Άννης)


“Η πλέον δοξασμένη και η άξια μεγίστου επαίνου, η Άννα που ήταν γεμάτη από Θεό, αυτή που αξίζει και τον σεβασμό από όλους, έφυγε από την επίγεια και πρόσκαιρη ζωή και πορεύεται προς την αιώνια και αθάνατη ζωή, χορεύοντας μαζί με τους Αγγέλους και με την κόρη της και άχραντη Μητέρα του Θεού, και πρεσβεύει αδιάκοπα να σωθούνε όσοι την μακαρίζουν με πίστη στον Θεό”.


“Η Αγία Άννα, η μητέρα της Υπεραγίας Θεοτόκου, καταγόταν από τη φυλή του Λευί. Ο πατέρας της, που ήταν ιερέας, ονομαζόταν Ματθάν και ιεράτευε την εποχή της βασιλείας της Κλεοπάτρας. Τη δε μητέρα της, την έλεγαν Μαρία. Η Άννα είχε και δύο αδελφές, την ομώνυμη με τη μητέρα της Μαρία και τη Σοβήν. Και η μεν Μαρία, που παντρεύτηκε στην Bηθλεέμ, είχε κόρη τη Σαλώμη την μαία, η δε Σοβή, που παντρεύτηκε και αυτή στην Bηθλεέμ, την Ελισάβετ. Τέλος, η Αγία Άννα που παντρεύτηκε στην Γαλιλαία τον Ιωακείμ, γέννησε σε μεγάλη ηλικία την Παρθένο Μαρία, την μητέρα του Σωτήρα του κόσμου. Αφού η Αγία Άννα απογαλάκτισε τη Θεοτόκο και την αφιέρωσε στο Θεό στην εορτή των Εισοδίων, πέρασε την υπόλοιπη ζωή της με νηστείες, προσευχές και ελεημοσύνες προς τους φτωχούς. Τέλος, ειρηνικά παρέδωσε στο Θεό τη δίκαια ψυχή της, κληρονομώντας τα αιώνια αγαθά. Περικαλλή ναό προς τιμήν της αγίας Άννας έκτισε στην Κωνσταντινούπολη περί το 550 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός. Λείψανο της Αγίας υπάρχει στην αγιορείτικη σκήτη της Αγίας Άννας. Η Εκκλησία εορτάζει την μνήμη της στις 9 Δεκεμβρίου και την Κοίμησή της στις 25 Ιουλίου κάθε χρόνο” (εκ του Διαδικτύου)

Η Εκκλησία μας, τιμώντας την προμήτορα Άννα, την μητέρα της Υπεραγίας Θεοτόκου, μας προτρέπει να δούμε τις οικογενειακές σχέσεις μέσα από μίαν άλλη προοπτική. Οι άνθρωποι τιμούμε την κατά σάρκα συγγένεια ως διαιώνιση της φύσης μας, αλλά και του προσώπου μας. Οι γονείς βλέπουμε στα παιδιά την συνέχεια της ύπαρξής μας. Γι’ αυτό και επενδύουμε σ’ αυτά. Θέλουμε να μεγαλώσουν με βάση τις δικές μας αξίες, να συμπεριφέρονται όπως θέλουμε εμείς, ο χαρακτήρας τους να είναι κατά πώς εμείς το επιθυμούμε. Άλλοτε, προβάλλουμε σ΄ εκείνα τα δικά μας απωθημένα, τις δικές μας ελλείψεις,. Άλλοτε τα αφήνουμε από ενοχές για τα δικά μας λάθη, για να μη ζήσουν ό,τι εμείς ζήσαμε, να πορευθούν όπως θέλουν, χωρίς μέτρα και όρια, αρκεί να είναι ευχαριστημένα. Η πραγματικότητα σπάνια συμφωνεί με τις προθέσεις μας, διότι τα παιδιά δίχως όρια δεν μπορούν να κρατήσουν την ευχαρίστησή τους, αλλά μένουν ανικανοποίητα. Όσο ταΐζεις το θέλημα, τόσο αυτό πεινά. Όσο του βάζεις όρια, σε λογικά πάντοτε πλαίσια, τόσο αυτό μαθαίνει να εκτιμά ό,τι του δίδεται, ό,τι έχει, ό,τι μπορεί να κατακτήσει, αναζητώντας το ουσιώδες. 

Η ψυχολογία, βασισμένη σε παλαιά αρχέτυπα, περιγράφει την δυσκολία της σχέσης μάνας και κόρης. Η μάνα συνήθως ζητά από την κόρη να προσαρμοστεί στον κοινωνικό τρόπο, να μιμείται την ίδια, όπως και ο πατέρας ζητά από τον γιο. Κι ενώ τα φύλα δεν ταυτίζονται, καθώς τα ετερώνυμα έλκονται, μάνα και κόρη λειτουργούν στην λογική της συνέχειας, της μίμησης. Αυτό γεννά και έναν ανταγωνισμό, φανερό ή αφανή. Δεν είναι μόνο ο έρωτας του παιδιού προς τον γονιό του άλλου φύλου, που τον κάνει να θαυμάζει και, την ίδια στιγμή, ασυνείδητα να βλέπει ανταγωνιστικά τον γονιό του ίδιου φύλου. Είναι και ο κοινωνικός ρόλος, το τι πρέπει ο νεώτερος να κάνει για να βγάλει ασπροπρόσωπο τον μεγαλύτερη. Και αυτός ο ρόλος εγγράφεται στην ψυχή του νεώτερου, ώστε, ακόμη κι όταν απορρίπτει πτυχές του, να μην μπορεί κατά βάθος να απεξαρτηθεί. Συχνά οι νέες μητέρες συλλαμβάνουν τους εαυτούς τους να αντιγράφουν τις δικές τους, ακόμη κι αν δηλώνουν ότι δεν το θέλουν. Το αρχέτυπο εντυπώνεται και δύσκολα αλλάζει.

Ίσως θα έπρεπε να ξαναδούμε το ζήτημα της φυσικής συγγένειας στην προοπτική της πνευματικής. Ο πνευματικά συγγενής έχει επιλέξει την οδό της αγάπης, ακολουθώντας ένας άλλο πρότυπο:, αυτό του Χριστού. Για τον Χριστό “ουκ ένι άρσεν και θήλυ”, όχι με την έννοια της κατάργησης του βιολογικού φύλου, όπως οι μοντέρνες θεωρίες δείχνουν, αλλά με την έννοια του ότι είμαστε πρόσωπο, στα οποία το φύλο προφανώς και παίζει ρόλο, αλλά δεν είναι το κλειδί. Κλειδί είναι η αγάπη. Αυτή που κάνει τον άνθρωπο να πορεύεται στην αγιότητα. Κάνει να βλέπει τον άλλον, νεώτερο ή μεγαλύτερο, ως εικόνα Θεού και όχι ως αφορμή ανταγωνισμού για να δείξουμε ανωτερότητα, την διαφορετικότητά μας ως αυτοσκοπό, να στοχεύσουμε στο να φανεί το “ποιος έχει το πάνω χέρι”, και, ταυτόχρονα, να καθιστούμε τον άλλο ως αφορμή για να βγάλουμε παράπονα, ανικανοποίητο, μία δήθεν τελειότητα την οποία απαιτούμε από αυτόν, ακριβώς για να δικαιολογήσουμε την δική μας ατέλεια. Ο Χριστός μας υποδεικνύει ότι μετάνοια μας χρειάζεται. Συγχωρητικότητα. Αγάπη που γίνεται διακονία και θυσία, όσο αντέχουμε, όχι από την υποχρέωση της φυσικής συγγένειας, αλλά γιατί ο άλλος έτσι κι αλλιώς μας είναι οικείος. Ο κάθε άνθρωπος είναι εικόνα Θεού. Από αυτό ξεκινώντας, βλέπουμε και τον κατά σάρκα συγγενή μας, τον γονιό ή το παιδί μας, ως εικόνα Θεού που καλούμαστε να μοιραστούμε μαζί του την οδό της Εκκλησίας, της αγάπης, της πορείας προς την βασιλεία του Θεού, μαζί με τον Θεό.

Η Εκκλησία μας δείχνει ότι μητέρα και κόρη, προπάτωρ και Θεοτόκος, συγχορεύουν στην βασιλεία του Θεού, όχι μόνο για την κατά σάρκα συγγένεια, αλλά γιατί αξιώθηκαν να ζήσουν την χαρά της παρουσίας του Χριστού. Η Παναγία αυτοπροσώπως. Η Άννα με την ανάσταση των νεκρών, διά της οποίας πορεύθηκε και αυτή στην βασιλεία του Θεού, συναναστάσα. Και όταν η Θεοτόκος εκοιμήθη, τότε μάνα και κόρη συναντήθηκαν ξανά, υπάρχοντας σε κοινωνία με τον Χριστό. Αυτόν που δίνει άλλο νόημα στη σχέση κάθε μάνας και κάθε κόρης. Κάθε ανθρώπου με τον συνάνθρωπο, οικείο κατά σάρκα ή ξένο, αλλά, πάντως, αδελφό και συνοδοιπόρο στο καθ’ ομοίωσιν της αγάπης, της ανάστασης, της αγιότητας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2021

Κοίμηση της Αγίας Άννης

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (25-7-2021)


Την παλιά εποχή προσπαθώντας οι άνθρωποι να εξηγήσουν την ύπαρξη του κακού στον κόσμο, πίστευαν ότι υπάρχουν δύο παγκόσμιες αρχές, αντίθετες μεταξύ τους που μάχονται η μία την άλλη. Η αρχή του καλού και η αρχή του κακού, ή αλλιώς, ο θεός του καλού και ο θεός του κακού.  Θεωρούσαν πως  ο άνθρωπος βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο δυνάμεις και επηρεάζεται πότε από τη μία και πότε από την άλλη. Την άποψη αυτή δέχονται και σήμερα αρκετοί άνθρωποι και ας είναι χριστιανοί, πιστεύουν πως η αρχή του κακού είναι ο διάβολος.  

Στην χριστιανική πίστη αυτό δεν ισχύει. Η Εκκλησία μας διδάσκει πως υπάρχει μόνο μία αρχή, ο  Τριαδικός Θεός που είναι πηγή του καλού. Το κακό δεν υφίσταται σαν οντότητα, αλλά  σαν αποτέλεσμα της απομάκρυνσης από τον Θεό. Ο Θεός από πολλή αγάπη, δημιούργησε με τις άκτιστες ενέργειές του όλα όσα υπάρχουν, ορατά και αόρατα. Τα λογικά όντα, οι άνθρωποι και οι άγγελοι, πήραν από το Θεό τη δυνατότητα επιλογής, ώστε να τον πλησιάζουν παίρνοντας από αυτόν ζωή, αιωνιότητα και ευτυχία, ή να απομακρύνονται  από κοντά του, οδηγούμενοι όμως στη δυστυχία, τη φθορά και το θάνατο. Κάποιοι άγγελοι κινούμενοι από εγωισμό, απομακρύνθηκαν από την πηγή της ζωής, τον Θεό. Αυτοί είναι δυστυχισμένα πλάσματα, που έχουν κάποιες υπερφυσικές δυνατότητες, αφού είναι άγγελοι, αλλά το τέλος τους θα είναι η αιώνια δυστυχία. Αυτοί ονομάζονται δαίμονες, διάβολοι ή σατανάδες.

Στην καταστροφική επιλογή τους θέλουν να παρασύρουν και τους ανθρώπους, που και αυτοί πλάστηκαν ελεύθεροι έχοντας το αυτεξούσιο, ώστε να τους οδηγήσουν μακριά από τον Θεό, στον αιώνιο θάνατο. Οι δαίμονες δεν είναι θεοί, αλλά δημιουργήματα. Γνωρίζουν την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκονται, δεν θέλουν όμως να ταπεινωθούν και να επιστρέψουν με μετάνοια στον Θεό, μολονότι ξέρουν ότι τους περιμένει η αιώνια κόλαση κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού μας.

Αυτό το βλέπουμε στην σημερινή Ευαγγελική περικοπή που αναφέρει ότι, «ὃταν (ο Ιησούς) ήλθε εις την απέναντι παραλία, εις την χώρα των Γεργεσηνών, τον απάντησαν δύο δαιμονιζόμενοι, που έβγαιναν από τα μνημεία και οι οποίοι ήταν άγριοι και επιθετικοί, ώστε να μην μπορεί να περάσει κανείς από τον δρόμο εκείνο. Όταν τον αντίκρισαν, έκραξαν με μεγάλη φωνή και είπαν· τι κοινόν υπάρχει μεταξύ ημών και σου, Ιησού Υιέ του Θεού; Ήλθες εδώ να μας βασανίσεις, πριν έλθει ο προκαθορισμένος καιρός της κρίσεως και της τιμωρίας μας;». Οι δαίμονες που βρίσκονταν μέσα σε αυτά τα δυστυχισμένα ανθρώπινα πλάσματα, αναγνωρίζουν ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού, και φοβόνται μην τους τιμωρήσει πριν την καθορισμένη ημέρα της κρίσεως. «Ευρίσκετο δε μακριά από αυτούς ένα κοπάδι από  χοίρους, που έβοσκαν. Οι δαίμονες τον παρακαλούσαν και έλεγαν· εάν θα μας διώξεις από αυτούς τους ανθρώπους, δώσε μας την άδεια να πάμε στους χοίρους». Οι Πατέρες της Εκκλησίας αναφέρουν ότι είναι τόσο αδύναμοι οι δαίμονες, ώστε χωρίς την έγκριση του Θεού δεν μπορούσαν να πάνε ούτε στους χοίρους. Όταν εγκρίθηκε το αίτημά τους, βγήκαν από τους ανθρώπους, μπήκαν στους χοίρους και το κοπάδι έπεσε στη λίμνη και πνίγηκε. Όπου πηγαίνουν οι δαίμονες μόνο την καταστροφή φέρνουν. Αν δεν τους είχε εμποδίσει η αγάπη του Θεού, θα είχαν σκοτώσει τους δύο ταλαίπωρους ανθρώπους. Όταν πληροφορήθηκαν αυτά τα γεγονότα οι άνθρωποι της πόλεως εκείνης, ζήτησαν από τον Ιησού να φύγει από την περιοχή τους. 

Σχολιάζοντας την Ευαγγελική αυτή περικοπή,  οι Πατέρες λένε ότι όταν επιτρέπουμε στα πάθη να αποκτήσουν ισχύ πάνω μας, δεν διαφέρουμε από τους δαιμονισμένους. Υπό την εξουσία των παθών, είμαστε καταδικασμένοι να καταστραφούμε, όπως αυτό το κοπάδι πού οδηγήθηκε στο χαμό. Ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει «όταν κάποιος είναι ακόλαστος κι επιθυμεί σφόδρα όλα τα σώματα, σε τίποτα δεν διαφέρει από  δαιμονισμένο… Τέτοιος δε είναι κι ο φιλάργυρος…» και συνεχίζει με άλλα πάθη. Όταν επιτρέψουμε στα πάθη να κυριαρχήσουν στην ζωή μας, παύουμε να είμαστε ελεύθεροι και βρισκόμαστε κάτω από την απόλυτη εξουσία τους. 

Εντύπωση προξενεί και η στάση των κατοίκων της περιοχής, που λόγω της οικονομικής ζημιάς, ζητούν από τον Ιησού να φύγει από την χώρα τους. Μήπως τους μοιάζουμε; Και εμείς μέσα στην καθημερινότητα βγάζουμε το Θεό από τη ζωή μας, γιατί δεν ταιριάζει με τις επιλογές μας. Είναι καιρός να επιλέξουμε με τίνος το μέρος θέλουμε να βρισκόμαστε, με του Θεού ή με του Διαβόλου. Ο Θεός να μας βοηθήσει. Αμήν.


Τρίτη, 20 Ιουλίου 2021

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ- ΜΕΡΟΣ Β’

 Το πώς καλούμαστε ως Εκκλησία να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις της μετά την πανδημία νέας πραγματικότητας έχει να κάνει με το ήθος το αυθεντικά χριστιανικό στην σχέση μας με τον κόσμο.

Η προς Διόγνητον επιστολή, αυθεντικό πρωτοχριστιανικό κείμενο, αναφέρει σχετικά τα εξής: “Οι χριστιανοί ζούνε στην δική τους ο καθένας πατρίδα αλλά ως πάροικοι. Μετέχουν σε όλα τα κοινά ως πολίτες και υπομένουν τα πάντα, όμως σαν να ήσαν ξένοι. Η ξενιτιά είναι πατρίδα τους και η πατρίδα τους ξενιτιά. Παντρεύονται όπως όλοι και γεννούν παιδιά αλλά δεν τα σκοτώνουν. Γήινοι άνθρωποι είναι αλλά δεν ζουν με ζωώδη τρόπο. Διαβιούν στην γη αλλά έχουν το πολίτευμα στον ουρανό. Υπακούουν στους κρατικούς νόμους αλλά με τον τρόπο ζωής τους ξεπερνούν τους νόμους. Αγαπούν τους πάντες, έστω κι αν διώκονται από όλους. Αγνοούνται και κατακρίνονται από πολλούς, φονεύονται αλλά «ζωοποιούνται». Γίνονται φτωχοί από πεποίθηση και «πλουτίζουν» τους άλλους. Στερούνται σχεδόν των πάντων, αλλά δίνουν σε όλους”.

Αν αναλογιστούμε την πνευματική μας κατάσταση, θα ελεγχθούμε πολύ. Η παράδοσή μας δεν μας ζητά να κάνουμε τους αντιστασιακούς για πράγματα που δεν μας θίγουν. Μας ζητά να υπακούμε στους κρατικούς νόμους, αλλά και να ξεπερνούμε την υποχρέωση έναντί τους, διότι οι νόμοι της αγάπης, της αλήθειας, του σεβασμού στον πλησίον, τους οποίους τηρούμε όταν πιστεύουμε αυθεντικά στον Θεό, κάνουν τους όποιους νόμους της πολιτείας ήδη αχρείαστους για μας. Μιλάμε την ίδια γλώσσα με τους άλλους ανθρώπους, ντυνόμαστε το ίδιο μ’ αυτούς, τρώμε από την ίδια τροφή, πορευόμαστε όπως όλοι. Ξεχωρίζουμε όταν νοιαζόμαστε να δώσουμε στους άλλους Χριστό κι αγάπη και όχι φόβο ότι η πίστη μας καταστρέφεται και κινδυνεύουμε από τα του κόσμου, όταν ουδείς μας ζητά να αρνηθούμε την πίστη μας. Όριό μας η σχέση με τον Χριστό, η μετοχή στα μυστήρια. Εκεί, αν θέλουμε, θα βρούμε τρόπο, όπως έκαναν και οι πρώτοι χριστιανοί. Αθόρυβα, διακριτικά, αγαπητικά και προσευχητικά. Χωρίς πρόκληση. Και με ελεήμονα καρδία, που ξέρει να συγχωρεί και αρνείται την κατάκριση, την έπαρση, το αίσθημα της εξουσίας.

Το πρόβλημά μας ξεκινά επειδή ζούμε ακόμη στην ψευδαίσθηση ότι είμαστε εξουσία, πλειοψηφία, ότι οι άλλοι οφείλουν να υποκλίνονται μπροστά μας. Ακόμη κι αν αυτό το θέλαμε, δεν έχουμε εργαστεί ώστε να το περάσουμε στους ανθρώπους. Ποια ιερότητα αντιτάσσουμε στην απο-ιεροποίηση; Ποιον επανευαγγελισμό στην πνευματική ραθυμία; Όταν εξαντλούμε την αποστολή μας στην κοινωνική φιλανθρωπία ή στην διόρθωση της συμπεριφοράς των άλλων, χωρίς δυναμικές ενοριακές κοινότητες, ανοιχτές σε όλους, χωρίς επίγνωση των αλλαγών που έχουν συμβεί στην μετανεωτερική πραγματικότητα, χωρίς ασκητικότητα που να διαλέγεται με το σήμερα, γιατί να μας καταλάβουν; Γιατί να μας υπολογίζουν; 

Η Εκκλησία, για να μπορέσει να έχει ρόλο στην μετά πανδημία εποχή, οφείλει να ξαναδεί και να ζήσει τον λόγο της προς Διόγνητον επιστολής: “Ό,τι είναι για το σώμα η ψυχή, είναι και για τον κόσμο οι Χριστιανοί. Όπως είναι διάχυτη σ’ όλο το σώμα η ψυχή, με τον ίδιο τρόπο είναι και οι Χριστιανοί στον κόσμο. Κατοικεί στο σώμα η ψυχή αλλά δεν είναι στοιχείο του σώματος· και οι Χριστιανοί κατοικούν στον κόσμο αλλά δεν είναι του κόσμου”.  Όπου κόσμος, η αμαρτία, η έλλειψη αγάπης,αφιέρωσης, ελπίδας, θυσίας, πίστης στον Θεό, μαζί με το “χείρα κίνει”.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 21 Ιουλίου 2021


Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2021

Ο Κερκύρας Νεκτάριος στη Περίθεια

Ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Κερκύρας κ. Νεκτάριος λειτούργησε με την ευκαιρία της εορτής του Προφήτου Ηλίου στη βόρεια Κέρκυρα στο χωριό της Περίθειας.

Στο κήρυγμα του στους πιστούς ανέλυσε την ζωή του προφήτου Ηλία μέσα από τις θεοπτείες τις οποίες έλαβε από τον Θεό και τον ζήλο που επέδειξε στη διακονία του αποκεκαλυμμένου αληθινού Θεού στον λαό του Ισραήλ. Ο λαός του Ισραήλ είχε παρασυρθεί από την ειδωλολατρεία και εγκατέλειψε τον αληθινό Θεό. Αλλά, αυτή η αποστασία δεν ήταν μόνο για τους ανθρώπους αλλά και για την κορυφή της πυραμίδος του ισραηλιτικού λαού, δηλαδή και οι βασιλείς Αχαάβ και Ιεζάβελ, η οποία μάλιστα μετά την εξολόθρευση των ψευδοπροφητών του Βάαλ από τον ίδιο τον λαό του Ισραήλ, καταδίωξε τον προφήτη Ηλία προκειμένου να τον εξολοθρεύσει , όπως άλλωστε είχαν σκοτώσει όλους τους άλλους απεσταλμένους του Θεού. Για αυτό και ο Ηλίας δηλώνει ότι έμεινε μόνος, μονότατος, για να αντιπαλεύσει την ειδωλολατρεία, που μάστιζε τον λαό του Θεού.

Ο Σεβασμιότατος συνέχισε, η εποχή μας είναι σχεδόν παράλληλη εποχή,με την εποχή του Προφήτη Ηλία. Και σήμερα εμείς οι άνθρωποι,παρά την αποκάλυψη και σάρκωση Του και τις πολλαπλές ευεργεσίες Του, έχουμε αλλοτριωθεί από το θέλημα Του και από την παρουσία του ίδιου του Θεού. Όλοι μας παρασυρθήκαμε στη σύγχρονη ειδωλολατρεία, φτιάχνοντας είδωλο το εγώ μας και λατρεύοντας τον εαυτό μας και όλες τις κινήσεις τις αμαρτωλές, τις οποίες αποζητά το αμαρτωλό φρόνημα μας. Και δεν είναι μόνο ο λαός, αλλά και η κορυφή της πυραμίδας, η κάθε λογής εξουσία, οι οποίοι βλέπουν από ένα διαφορετικό πρίσμα την ευσέβεια του λαού μας και την Χάριν της Εκκλησίας μας, παρεμβαίνοντας με ανθρώπινους και κοσμικούς νόμους στη ζωή του ανθρώπου, αδιαφορώντας για τον νόμο και την παρουσία του Θεού.

Ο Προφήτης Ηλίας ας είναι για μας τους ανθρώπους της εκκλησίας, το ζωντανό παράδειγμα προκειμένου να μην υποκύψουμε στον φόβο και στη απειλή της σύγχρονης Ιεζάβελ, αλλά τη ζωή μας να την αναθέσουμε στα χέρια του Θεού. Ο Σεβασμιότατος ευχήθηκε χρόνια πολλά στους εορτάζοντες και συμπανηγυριστές του χωριού της Περίθειας, αλλά και των επισκεπτών.