ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 


"Καί ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπό τοῦ μνημείου· εἶχε δέ αὐτάς τρόμος καί ἔκστασις, καί οὐδενί οὐδέν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ." (Μαρκ. 16,8)

«Και αφού βγήκαν, έφυγαν γρήγορα από το μνημείο· γιατί τις είχε κυριεύσει τρόμος και έκσταση, και δεν είπαν τίποτε σε κανέναν, επειδή φοβούνταν.»

Αγαπητοί μου  Χριστός Ανέστη!

Οι Μυροφόρες γυναίκες πηγαίνουν στο μνημείο με αγάπη, με πόνο, με διάθεση διακονίας. Δεν περιμένουν την Ανάσταση. Περιμένουν να τιμήσουν έναν νεκρό. Και όμως, βρίσκονται μπροστά στο άδειο μνημείο και στο μήνυμα ότι «ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε».

Εδώ ακριβώς αρχίζει το μυστήριο. Δεν αντιδρούν με χαρά, αλλά με τρόμο. Δεν μιλούν, αλλά σιωπούν. Δεν τρέχουν να διακηρύξουν, αλλά φεύγουν.

Και αυτό, αδελφοί μου, δεν είναι αδυναμία· είναι η πρώτη ανθρώπινη αντίδραση μπροστά στο θείο.

Ο Άγιος  Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας ανάλογες ευαγγελικές σκηνές, μας διδάσκει ότι όταν ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το υπερφυσικό, καταλαμβάνεται από ιερό δέος. Ο φόβος αυτός δεν είναι απελπισία· είναι σεβασμός, είναι συντριβή, είναι η αίσθηση ότι ο Θεός είναι παρών.

Ο Άγιος επισημαίνει ακόμη ότι ο Θεός δεν αποκαλύπτει αμέσως όλο το μεγαλείο Του, γιατί ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να το αντέξει. Γι’ αυτό και οι Μυροφόρες περνούν πρώτα από τον φόβο και τη σιωπή, για να φτάσουν αργότερα στη βεβαιότητα και στη χαρά.

Ας σταθούμε λίγο στη σιωπή τους: «καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον».

Σε έναν κόσμο γεμάτο λόγια, αυτή η σιωπή φαίνεται παράξενη. Όμως είναι γεμάτη νόημα. Είναι η σιωπή της καρδιάς που συγκλονίζεται. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος δεν μπορεί ακόμη να εκφράσει αυτό που έζησε.

Ο Ιερός  Χρυσόστομος μας υπενθυμίζει ότι η πίστη δεν είναι μόνο ομολογία με το στόμα, αλλά και εσωτερική εμπειρία. Πολλές φορές ο Θεός εργάζεται μέσα μας σιωπηλά, πριν μας καλέσει να μιλήσουμε.

Αδελφοί μου,

Πόσες φορές και εμείς στεκόμαστε μπροστά σε «άδεια μνημεία» της ζωής μας; Μπροστά σε καταστάσεις που δεν κατανοούμε, σε γεγονότα που μας προκαλούν φόβο, σε εμπειρίες που μας ξεπερνούν;

Ο λόγος του Θεού σήμερα μας διδάσκει ότι ο φόβος αυτός μπορεί να γίνει αρχή πίστεως.

Οι Μυροφόρες δεν έμειναν για πάντα στη σιωπή. Ο φόβος τους μεταμορφώθηκε. Έγιναν οι πρώτες μάρτυρες της Αναστάσεως. Εκείνες που σιώπησαν αρχικά, έγιναν εκείνες που ανήγγειλαν το χαρμόσυνο μήνυμα.

Έτσι εργάζεται ο Θεός: παίρνει τον φόβο και τον κάνει χαρά, παίρνει τη σύγχυση και τη μετατρέπει σε βεβαιότητα, παίρνει τη σιωπή και τη μεταμορφώνει σε ομολογία.

Ας κρατήσουμε, λοιπόν, τρία πράγματα:

Πρώτον, να μην φοβόμαστε τον «τρόμο» που γεννά η παρουσία του Θεού. Είναι σημείο ότι ο Θεός μας πλησιάζει.

Δεύτερον, να μην απογοητευόμαστε όταν δεν κατανοούμε αμέσως τα έργα Του. Η πίστη ωριμάζει με τον χρόνο.

Τρίτον, να επιτρέψουμε στον Θεό να μεταμορφώσει τη ζωή μας, ώστε και εμείς, όπως οι Μυροφόρες, να γίνουμε μάρτυρες της Αναστάσεως.

Διότι, όπως διδάσκει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, η Ανάσταση δεν είναι απλώς ένα γεγονός που συνέβη τότε· είναι δύναμη που ενεργεί και σήμερα μέσα στην Εκκλησία και στις καρδιές των πιστών.

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τον φόβο να γίνει πίστη και τη σιωπή να γίνει δοξολογία.

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ

ΤΑ ΒΙΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ π. Δημητρίου Μπόκου

 ΤΑ ΒΙΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 

π. Δημητρίου Μπόκου 

Στις δύσκολες ώρες του σταυρικού θανάτου του Χριστού και ενώ οι μαθητές του διασκορπίστηκαν «εις τα ίδια» τρομοκρατημένοι, αναλαμβάνουν δράση και κηδεύουν τον Ιησού οι κρυφοί μαθητές Ιωσήφ και Νικόδημος, συνεπικουρούμενοι από τις πανταχού παρούσες Μυροφόρες, που πλαισίωναν πάντα τη Μητέρα του Κυρίου (Κυριακή των Μυροφόρων). 

«Άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας» ήταν ο Ιωσήφ και «ευσχήμων βουλευτής». Κατείχε το αξίωμα του βουλευτή, ήταν δηλαδή σεβαστό και επίσημο μέλος του ιουδαϊκού συνεδρίου. Αλλά ήταν και μαθητής του Ιησού, «κεκρυμμένος δε διά τον φόβον των Ιουδαίων». Είχε μαθητεύσει στον Χριστό, αλλά κρυφά, για να μη διακινδυνεύσει τη θέση του. Είχε εγκολπωθεί το κήρυγμα του Χριστού περί της Βασιλείας του Θεού και ανέμενε και αυτός τον ερχομό της. 

Παρομοίως και ο Νικόδημος ήταν μέλος του συνεδρίου, από την τάξη των Φαρισαίων, «άρχων των Ιουδαίων» και «διδάσκαλος του Ισραήλ». Για να αποφύγει την πολεμική εκ μέρους των Φαρισαίων, πήγαινε και συνομιλούσε με τον Χριστό κρυφά τη νύχτα. Και πολλοί άλλοι «εκ των αρχόντων επίστευσαν» στον Χριστό, αλλά από τον φόβο των Φαρισαίων δεν το ομολογούσαν αυτό φανερά, για να μην τους διώξουν από τη συναγωγή. «Ίνα μη αποσυνάγωγοι γένωνται». 

Θα έλεγε κανείς ότι ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος και άλλοι άρχοντες που πίστευαν κρυφά στον Χριστό, δεν τηρούσαν στάση σωστή. Μήπως αγάπησαν και αυτοί τη δόξα των ανθρώπων περισσότερο από τη δόξα του Θεού, όπως λέει για κάποιους ο ευαγγελιστής Ιωάννης; Όμως οι βιαστικές κρίσεις είναι πάντα επισφαλείς. Καλό είναι να αποφεύγονται. Όταν δεν περιμένουμε την τελική έκβαση των πραγμάτων, αλλά προδικάζουμε το αποτέλεσμα, μπορεί να πέσουμε έξω. 

Έτσι και τα γεγονότα που συνόδευσαν το Πάθος του Χριστού, έφεραν τα άνω κάτω, ανέτρεψαν άρδην τις υπάρχουσες ισορροπίες. Οι φανεροί μαθητές κρύφτηκαν περιδεείς, ενώ οι κρυφοί τόλμησαν το αδιανόητο. Ο Ιωσήφ διαχώρισε τη θέση του στο συνέδριο και, κόντρα στη γνώμη των πολλών, αρνήθηκε ευθαρσώς να συνυπογράψει την καταδίκη του Χριστού. Και επειδή οι καταδικασμένοι σε σταυρικό θάνατο δεν θάπτονταν, αλλά ρίπτονταν βορά στα θηρία, ο Ιωσήφ δεν δίστασε να παρουσιαστεί στον Πιλάτο και να ζητήσει άδεια ταφής του Χριστού, την οποία και πραγματοποίησε με τη βοήθεια του Νικοδήμου. «Θάρσος έλαβον οι πρώην δειλιώντες». 

Πόσο θα τους αδικούσαμε, αν σπεύδαμε να τους κρίνουμε πρόωρα, προ του τέλους, επιπόλαια! 

Τον παλιό καιρό κάποτε ένα δεκάχρονο παιδί μπήκε σε κάποιο ζαχαροπλαστείο, κάθισε σ’ ένα τραπέζι και ρώτησε τη σερβιτόρα: 

«Πόσο κάνει ένα παγωτό σοκολάτα με αμύγδαλα;» 

«Εξήντα δραχμές», απάντησε εκείνη. 

Το παιδί έβγαλε από την τσέπη μια χούφτα κέρματα κι άρχισε να μετράει. 

«Και πόσο κάνει χωρίς αμύγδαλα;» ρώτησε ξανά λίγο μουδιασμένο. 

Άλλοι πελάτες περίμεναν, η κοπέλα άρχισε να χάνει την υπομονή της με το παιδί που την καθυστερούσε. 

«Σαράντα πέντε δραχμές», του είπε ενοχλημένη. 

Το παιδί μέτρησε πάλι τα κέρματα και είπε: 

«Θέλω ένα παγωτό σοκολάτα χωρίς αμύγδαλα». 

Η σερβιτόρα έφερε την παραγγελία με την απόδειξη. Το παιδί έφαγε το παγωτό, πλήρωσε στο ταμείο και έφυγε. Όταν η σερβιτόρα ήρθε στο τραπέζι να μαζέψει, τα μάτια της δάκρυσαν. Δίπλα στο άδειο πιατάκι, τακτοποιημένα όμορφα, βρίσκονταν κέρματα αξίας δέκα πέντε δραχμών. Το παιδί στερήθηκε τα αμύγδαλα στο παγωτό του για να της αφήσει φιλοδώρημα. 

Μήπως ανήκεις και συ σ’ αυτούς που βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα; 


ΑΓΟΡΑΣΑΣ ΣΙΝΔΟΝΑ

«Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ. 15, 46).

«᾿Εκεῖνος ἀγόρασε ἕνα σεντόνι, κατέβασε τὸν ᾿Ιησοῦ, τὸν τύλιξε μ’ αὐτὸ καὶ τὸν τοποθέτησε σ’ ἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν λαξεμένο σὲ βράχο· μετὰ κύλησε ἕνα λιθάρι κι ἔκλεισε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος».

            Δύο Κυριακές μετά από το Πάσχα και η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει δύο άνδρες και επτά γυναίκες, που δεν δείλιασαν και  δεν εγκατέλειψαν τον Χριστό μόνο στο μαρτύριο του Σταυρού και στον θάνατο. Οι Μυροφόρες γυναίκες, Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Κλωπά, Μάρθα και Μαρία, οι αδελφές του Λαζάρου, Σαλώμη, Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά, βασιλικού επιτρόπου του Ηρώδη, και  Σωσσάνα, στάθηκαν στο πλευρό της Παναγίας αυτές τις απίστευτα δύσκολες ώρες και στιγμές. Και όλες, άλλες νωρίτερα, άλλες αργότερα  έμαθαν το μήνυμα της Ανάστασης και συναντήθηκαν με τον Αναστημένο Χριστό, ο Οποίος τις προσφώνησε με τη φράση «Χαίρετε», να έχετε χαρά, διότι ο θάνατος πατήθηκε θανάτω, διότι ο πόνος και το κακό καταργούνται ως βάσανα του ανθρώπου και γίνονται πεδία άθλησης προς την αγιότητα και την ανάσταση, διότι ο Θεάνθρωπος Κύριος παίρνει μαζί Του στη βασιλεία Του όλους, όσοι πιστεύουν σ’ Εκείνον και ζούνε την Εκκλησία ως σπίτι τους. Μόνο χαρά λοιπόν ταιριάζει στην Ανάσταση!

             Υπάρχουν όμως και οι δύο άνδρες, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, βουλευτής, ο οποίος έχει αποδεχτεί στην καρδιά του τη βασιλεία των ουρανών, και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, ο οποίος τόλμησε να πάει ενάντια στο Μεγάλο Συνέδριο των θρησκευτικών αρχόντων των Ιουδαίων, επισκεπτόμενος νύχτα τον Χριστό και συζητώντας μαζί Του για την άνωθεν αναγέννηση εξ ύδατος και Πνεύματος, αλλά και αντιστεκόμενος στην απόρριψη και ισοπέδωση του προσώπου του Χριστού από τους θρησκευτικούς ηγέτες, όταν αυτοί δεν ήθελαν να επιτρέψουν στον Ιησού να απολογηθεί για όσα Τον κατηγορούσαν, για παραβίαση δηλαδή των διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Η παράδοση αναφέρει ότι τόσο ο Ιωσήφ, όσο και ο Νικόδημος μειοψήφησαν στην απόφαση του Συνεδρίου να καταδικάσει τον Ιησού σε θάνατο και γι’ αυτό και τόλμησαν να φροντίσουν το σώμα του νεκρού Διδασκάλου, αψηφώντας τις περαιτέρω αντιδράσεις. 

         Ο ευαγγελιστής Μάρκος επισημαίνει ότι ο Ιωσήφ αγόρασε σεντόνι, όταν πήρε την άδεια από τον Πιλάτο να κατεβάσει τον Ιησού από τον Σταυρό. Το σεντόνι ήταν στα νεκρικά έθιμα των Ιουδαίων, για να τυλίγουν τους νεκρούς, πριν τους αλείψουν με αρώματα και τους καταδέσουν με τις ταινίες, τα εντάφια σπάργανα, για να τους τοποθετήσουν στον τάφο.  Ο Ιωσήφ πλήρωσε ο ίδιος την αγορά του σεντονιού, δείχνοντας την αγάπη, τον σεβασμό, αλλά και την αφοσίωση προς τον Κύριο, ο Οποίος δεν είχε χρήματα, ούτε καμία ιδιοκτησία, αλλά και για την τελευταία του κατοικία δέχτηκε την ελεημοσύνη και την αγάπη των ανθρώπων. Και βρέθηκαν ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, οι οποίοι ως άντρες μπορούσαν να αγοράσουν και να προσφέρουν στον νεκρό Ιησού τα απαραίτητα για την ταφή, χωρίς να υπολογίζουν ότι η αφή του νεκρού σώματος του καθιστούσε μολυσμένους σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση και ότι έπρεπε να περάσουν μέρες καθαρμού, κάτι που θα τους έκανε να χάσουν τη δυνατότητα να εορτάσουν το Πάσχα με τους οικείους τους. Δεν το υπολόγισαν όμως αυτό, μπροστά στην αγάπη και την αφοσίωση στον Κύριο. 

           Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, όπως και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, αποτελούν παράδειγμα ανθρώπων, οι οποίοι μπροστά στην αγάπη νικούν την άποψη της κοινής γνώμης, νικούν την τυπολατρία, νικούν τον φόβο, νικούν τη νοοτροπία ότι «κάποιος άλλος ας κάνει κάτι για έναν ανήμπορο».  Η αγάπη τούς κάνει να μην υπολογίζουν χρήματα, αποδοκιμασία, ηρεμία,  τον ρυθμό της ζωής τους, αλλά τους οδηγεί στην ομολογία του Χριστού, στην φροντίδα του Χριστού, στο να κάνουν αυτό που ούτε οι μαθητές του Κυρίου δεν θέλησαν ούτε μπόρεσαν: να προσφέρουν τις τελευταίες φροντίδες που ένας άνθρωπος έχει ανάγκη, όταν πεθάνει. Αυτοί φρόντισαν το σώμα, δείχνοντας όμως ότι η ψυχή τους ήταν γεμάτη από την αγάπη που νικά τον θάνατο. 

         Ο Ιωσήφ, εκτός από το σεντόνι, προσέφερε στον Ιησού και τον οικογενειακό τάφο, που είχε ο ίδιος, για να ταφεί ο Κύριος. Η αγάπη δεν είναι θεωρία, αλλά θυσία και προσφορά. Και γι’ αυτό η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του την Τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα, μαζί με τη μνήμη του Νικοδήμου και των επτά μυροφόρων γυναικών, για να μας παραδειγματίσει, ότι ο Χριστός την αγάπη έφερε στον κόσμο και έδειξε και όσοι Τον ακολουθούν, την αγάπη καλούνται να δείξουν και να προσφέρουν. Δύσκολος δρόμος, που θέλει τόλμη, αυταπάρνηση, πίστη, αφοσίωση στον Κύριο. Δρόμος αιωνιότητας και αγιότητας όμως, ο οποίος μάς σώζει. Ας τον ακολουθήσουμε!

 Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

26 Απριλίου 2026

Κυριακή των Μυροφόρων

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026- ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (Μάρκ. 15, 43-16, 8 )

 

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθὼν ᾿Ιωσὴφ ὁ ἀπὸ ᾿Αριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ. ῾Ο δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ ᾿Ιωσήφ. Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. ῾Η δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ᾿Ιωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται. Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ ᾿Ιακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτὸν. Καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; Καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ῾Ο δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· ᾿Ιησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. Ἀλλ᾿ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα 

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ὁ ᾿Ιωσήφ, ἕνα ἀξιοσέβαστο μέλος τοῦ συνεδρίου, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν ᾿Αριμαθαία, καὶ περίμενε κι αὐτὸς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τόλμησε νὰ πάει στὸν Πιλᾶτο καὶ νὰ τοῦ ζητήσει τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ. ῾Ο Πιλᾶτος ἀπόρησε ποὺ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶχε κιόλας πεθάνει. Κάλεσε τὸν ἑκατόνταρχο καὶ τὸν ρώτησε ἂν εἶχε πεθάνει ἀπὸ ὥρα. ῞Οταν πῆρε τὴν ἀπάντηση ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχο, χάρισε τὸ σῶμα στὸν ᾿Ιωσήφ. ᾿Εκεῖνος ἀγόρασε ἕνα σεντόνι, κατέβασε τὸν ᾿Ιησοῦ, τὸν τύλιξε μ’ αὐτὸ καὶ τὸν τοποθέτησε σ’ ἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν λαξεμένο σὲ βράχο· μετὰ κύλησε ἕνα λιθάρι κι ἔκλεισε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος. ῾Η Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ ᾿Ιωσῆ παρακολουθοῦσαν ποῦ τὸν ἔβαλαν. ῞Οταν πέρασε τὸ Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ ᾿Ιακώβου, καὶ ἡ Σαλώμη, ἀγόρασαν ἀρώματα, γιὰ νὰ πᾶνε ν’ ἀλείψουν τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ. ῏Ηρθαν στὸ μνῆμα πολὺ πρωὶ τὴν ἑπομένη τοῦ Σαββάτου, μόλις ἀνέτειλε ὁ ἥλιος. Κι ἔλεγαν μεταξύ τους· «Ποιὸς θὰ μᾶς κυλήσει τὴν πέτρα ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος;» Γιατὶ ἦταν πάρα πολὺ μεγάλη. Μόλις ὅμως κοίταξαν πρὸς τὰ κεῖ, παρατήρησαν ὅτι ἡ πέτρα εἶχε κυλήσει ἀπὸ τὸν τόπο της. Μόλις μπῆκαν στὸ μνῆμα, εἶδαν ἕναν νεαρὸ μὲ λευκὴ στολὴ νὰ κάθεται στὰ δεξιά, καὶ τρόμαξαν. Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπε· «Μὴν τρομάζετε. Ψάχνετε γιὰ τὸν ᾿Ιησοῦ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, τὸν σταυρωμένο. ᾿Αναστήθηκε. Δὲν εἶναι ἐδῶ. Νά καὶ τὸ μέρος ὅπου τὸν εἶχαν βάλει. Πηγαίνετε τώρα καὶ πεῖτε στοὺς μαθητές του καὶ στὸν Πέτρο· “πηγαίνει πρὶν ἀπὸ σᾶς στὴν Γαλιλαία καὶ σᾶς περιμένει· ἐκεῖ θὰ τὸν δεῖτε, ὅπως σᾶς τὸ εἶπε”». Οἱ γυναῖκες βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνῆμα γεμάτες τρόμο καὶ δέος· δὲν εἶπαν ὅμως τίποτα σὲ κανέναν, γιατὶ ἦταν φοβισμένες.

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026- ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (Πράξεις Ἀποστόλων, 6, 1-7)

 

 Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν ῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. Προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπον· Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις. ᾿Επισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύματος ῾Αγίου καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν. Καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους· καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον, ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ Πνεύματος ῾Αγίου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον ᾿Αντιοχέα, οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων, καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. Καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε, καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἐν ῾Ιερουσαλὴμ σφόδρα, πολύς τε ὄχλος τῶν ᾿Ιουδαίων ὑπήκουον τῇ πίστει.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἐκεῖνες τὶς μέρες, καθὼς μεγάλωνε ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, ἄρχισαν νὰ παραπονιοῦνται οἱ ἑλληνόφωνοι πιστοὶ ἐναντίον τῶν ἑβραιοφώνων, ὅτι στὴν καθημερινὴ διανομὴ τῶν τροφίμων δὲν φρόντιζαν τὶς ἑλληνόφωνες χῆρες ὅσο ἔπρεπε. Τότε οἱ δώδεκα ἀπόστολοι σύναξαν ὅλους τοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς εἶπαν· «Δὲν εἶναι σωστὸ ἐμεῖς ν’ ἀφήσουμε τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀσχολούμαστε μὲ διανομὲς τροφίμων. Φροντίστε, λοιπόν, ἀδελφοί, νὰ ἐκλέξετε ἀπ’ ἀνάμεσά σας ἑφτὰ ἄνδρες μὲ καλὴ φήμη, γεμάτους ἀπὸ τὴ σοφία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Θὰ ὁρίσουμε αὐτοὺς νὰ κάνουν αὐτὸ τὸ ἔργο, κι ἐμεῖς θὰ ἀφιερωθοῦμε ἀποκλειστικὰ στὴν προσευχὴ καὶ στὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος». Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια συμφώνησε ὅλη ἡ κοινότητα. ῎Ετσι διάλεξαν τὸν Στέφανο, ἄνθρωπο γεμάτον πίστη καὶ ῞Αγιο Πνεῦμα· ἐπίσης τὸν Φίλιππο, τὸν Πρόχορο, τὸν Νικάνορα, τὸν Τίμωνα, τὸν Παρμενᾶ καὶ τὸν Νικόλαο ἀπὸ τὴν ᾿Αντιόχεια, ὁ ὁποῖος προηγουμένως εἶχε προσχωρήσει στὸν ᾿Ιουδαϊσμό. ῾Η κοινότητα τοὺς ἔφερε μπροστὰ στοὺς ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι προσευχήθηκαν κι ἔβαλαν τὰ χέρια πάνω στὰ κεφάλια αὐτῶν τῶν ἑφτά. Στὸ μεταξὺ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶχε μεγάλη διάδοση. ῾Ο ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν στὴν ῾Ιερουσαλὴμ μεγάλωνε πολὺ καὶ πάρα πολλοὶ ᾿Ιουδαῖοι ἀποδέχονταν τὴν πίστη.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Η εορτή του Αγίου Γεωργίου στην Κέρκυρα

 Την Πέμπτη, 23 Απριλίου 2026, εορτή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, κ. Νεκτάριος, λειτούργησε και ομίλησε στον πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Καρουσάδων, στη Βόρεια Κέρκυρα. Ο Σεβασμιώτατος, κατά τη Θεία Λειτουργία, πλαισιώθηκε από τον Αρχιερατικό Επίτροπο Βορείου Κερκύρας, Πρωτοπρεσβύτερο Σπυρίδωνα Προβατά, Ιερείς των γειτονικών περιοχών καθώς και τους Διακόνους του. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι ο Ιερός Ναός κατακλύστηκε από την παρουσία παιδιών των σχολείων της περιοχής, τα οποία συμμετείχαν με ευλάβεια στην πανηγυρική Θεία Λειτουργία.

Κατά την ομιλία του, ο Σεβασμιώτατος έλαβε αφορμή από την αναστάσιμη περίοδο την οποία διανύει η Αγία μας Εκκλησία και τόνισε ότι οι Άγιοι αποτελούν τους ζωντανούς και διαρκείς καρπούς της Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ο ίδιος ο Χριστός, επεσήμανε, με την θυσία Του επί του Σταυρού και την τριήμερο Ανάστασή Του εκ του τάφου, θεμελίωσε την Εκκλησία Του επάνω στο ίδιο Του το αίμα, προσφέροντας στον άνθρωπο όχι απλώς μία βελτίωση της ζωής του, αλλά την αληθινή και αιώνια ζωή.

Αναφερόμενος στον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, υπογράμμισε ότι επρόκειτο για έναν νέο άνθρωπο ο οποίος, παρά τα αξιώματα και τις τιμές που κατείχε κατά κόσμον, δε δίστασε να τα απαρνηθεί όλα, διότι αγάπησε αληθινά το Θεό. Η αγάπη αυτή δεν έμεινε στα λόγια, αλλά εκφράστηκε με την ολοκληρωτική προσφορά του εαυτού του, φθάνοντας μέχρι το μαρτύριο. Με τον τρόπο αυτόν, ο Άγιος Γεώργιος γίνεται πρότυπο θυσιαστικής αγάπης και αυθεντικής πίστεως για κάθε εποχή.

Ο Σεβασμιώτατος στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η θυσία του Χριστού αποτελεί το θεμέλιο της σωτηρίας του ανθρώπου, υπενθυμίζοντας το παράδειγμα του ληστού του εκ δεξιών του Σταυρού, ο οποίος, με μία απλή αλλά ουσιαστική προσευχή, «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου», έλαβε την υπόσχεση της σωτηρίας. Έτσι, καλείται και ο σύγχρονος άνθρωπος να ανταποκριθεί στην αγάπη του Θεού με ταπείνωση, μετάνοια και εμπιστοσύνη. Στη συνέχεια, επεσήμανε ότι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας αποτελούν οδοδείκτες στη ζωή μας, καθώς άλλοι με το μαρτύριό τους, άλλοι με την άσκηση, άλλοι με την προσευχή και άλλοι με την ελεημοσύνη, φανερώνουν τον δρόμο της σωτηρίας. 

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα σύγχρονα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος, τονίζοντας ότι, όπως και κατά τους πρώτους αιώνες, έτσι και σήμερα, επιχειρείται η απομάκρυνση του ανθρώπου από το Θεό. Κάποτε οι άνθρωποι προσκυνούσαν τα είδωλα, έτσι και σήμερα δημιουργούνται νέα είδωλα τα οποία επιχειρούν να υποκαταστήσουν τον αληθινό Θεό. Ιδιαιτέρως στάθηκε στη δύναμη της τεχνολογίας και της λεγόμενης τεχνητής νοημοσύνης, η οποία όταν απολυτοποιείται, μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε πνευματική απομάκρυνση από τον Δημιουργό του. Ο άνθρωπος κινδυνεύει να λησμονήσει ότι είναι δημιούργημα του Θεού και ότι δεν μπορεί να δημιουργήσει εκ του μηδενός, διότι μόνο ο Θεός είναι ο αληθινός Δημιουργός της ζωής. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η σύγχρονη πραγματικότητα, με την έντονη προβολή νέων προτύπων και την κυριαρχία της εικόνας μέσω τη διαφήμισης, δημιουργεί ψευδαισθήσεις και πρόσκαιρες αξίες, οι οποίες δεν μπορούν να προσφέρουν στον άνθρωπο την πληρότητα και την αληθινή χαρά. Αντιθέτως, οδηγούν σε «πνευματικό αποπροσανατολισμό από το δρόμο της χάριτος, από τον δρόμο της αναστάσεως, από τον δρόμο της του Ευαγγελίου».

Επιπλέον, ο Σεβασμιώτατος υπογράμμισε ότι οι Άγιοι της Εκκλησίας δεν λησμονούνται, διότι ζουν μέσα στη χάρη και το φως της Αναστάσεως. Αντιθέτως, τα μεγέθη του κόσμου, η δύναμη, ο πλούτος και η δόξα, αποδεικνύονται πρόσκαιρα και φθαρτά, καθώς ο άνθρωπος εύκολα λησμονείται με το πέρασμα του χρόνου. Ο Άγιος Γεώργιος, όμως, όπως και όλοι οι Άγιοι, παραμένει ζωντανός «εις τους αιώνας», διότι η ζωή του ήταν ενωμένη με το Χριστό. Έτσι, κάλεσε τους πιστούς να αναζητούν το αιώνιο και όχι το πρόσκαιρο, επενδύοντας στη σχέση τους με τον Θεό.

Στο τέλος, εξέφρασε τη χαρά του που λειτούργησε στις Καρουσάδες ενώ ευχήθηκε σε όλους χρόνια πολλά και ευλογημένα με τη χάρη του Αναστάντος Κυρίου μας.