Αφήστε μας την ηλ. διεύθυνση για να λαμβάνετε περισσότερες ειδοποιήσεις

Translate

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής - Η επιστροφή του νου στην καρδία


Ο μεγαλύτερος πόλεμος που γίνεται σε κάθε αγωνιζόμενο Χριστιανό είναι ο μετεωρισμός. Παίρνει ο διάβολος το νου μας και τον περιτριγυρίζει όπου αυτός θέλει και ενσπείρει στην καρδία μας πονηρούς λογισμούς και μολύνει την ψυχήν μας. Από εδώ αρχίζει η ασθένεια της ψυχής. Οι μάταιοι λογισμοί είναι η μεγαλύτερη ταλαιπωρία του συγχρόνου ανθρώπου.

Το καλύτερο μέσον αντιμετωπίσεως του μετεωρισμού είναι να αποκρούει κανείς τον μετεωρισμό στο πρώτο στάδιο, που είναι η προσβολή. Τότε η δύναμις του κακού είναι ακόμη μικρή και μπορούμε να την αποδιώξουμε εύκολα. Η απομάκρυνση της προσβολής του πειρασμού γίνεται διά της νήψεως και της ευχής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
«Νήψις» σημαίνει: προσοχή και επαγρύπνηση και φυλακή του νου, για να διατηρείται ο οίκος της ψυχής καθαρός. Με αυτό τον τρόπο αποδιώκεται η προσβολή και η ψυχή δεν μολύνεται και επομένως δεν έχει ευθύνη, δεν λογίζεται ως αμαρτία. Απομακρύνεται, κατά τους φιλοκαλικούς Πατέρες το «δαιμόνιον ίνδαλμα», που προβάλλει ηδονικά στη φαντασία, και η ψυχή μένει ελεύθερη, για να εισέλθει ο νους, ο οποίος είναι η ευγενεστέρα αίσθηση της ψυχής, στο βάθος αυτής και να αναπαύεται και να ησυχάζει εκεί, μνημονεύοντας το όνομα του Ιησού Χριστού.
Δια του εγκλεισμού του νου στο βάθος της ψυχής και δια της ενεργείας της ευχής, η οποία λέγεται αυτομάτως μέσα στην καρδία, αποφεύγεται ο μετεωρισμός του, ο οποίος είναι μια περιπλάνηση του νου δια της φαντασίας σε πρόσωπα και πράγματα, τα οποία μας μολύνουν.
Ο μετεωρισμός είναι η πρώτη και η μεγαλύτερη ασθένεια της ψυχής και ο εγκλεισμός το μεγαλύτερο και αποτελεσματικότερο φάρμακο για την υγεία της ψυχής.
Τον άνθρωπο που αποδιώκει από την αρχή την προσβολή του πονηρού λογισμού τον τρέμουν οι δαίμονες. Διά τούτο και ξεσηκώνουν πολλούς πειρασμούς και πολέμους, για να σταματήσουν αυτό το Άγιο έργο.
Τον Γέροντα Ιωσήφ τον πολέμησαν τα δαιμόνια πολύ σκληρά. Πάλευε στήθος προς στήθος, όχι μόνον με ένα δαιμόνιο, αλλά με λεγεώνες. Επειδή εκ φύσεως είχε θάρρος και τόλμη, ο Στρατηγός εκείνος που είδε στο όραμα, τον έφερε να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή. Παρατάχθηκε απέναντι από τις γραμμές των δαιμόνων και πάλευε γενναία. Τα παλαίσματά του με τα δαιμόνια μας θυμίζουν τον Μέγα Αντώνιο και άλλους παλαιούς ασκητές.
Δύο ήσαν οι αιτίες που πολέμησαν τόσον πολύ τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή τα δαιμόνια.
Πρώτον, διότι χτύπησε τον πονηρό λογισμό στην προσβολή και δεν τον άφησε να εισέλθει στη ψυχή του, για να την μολύνει με τις συγκαταθέσεις των λογισμών.
Δεύτερον, διότι διά του εγκλεισμού του νου στο βάθος της καρδίας του επέτυχε την καθαρότητα της ψυχής του και απέκτησε την οσιότητα.
Περί του πολέμου αυτού του διαβόλου γράφει σχετικά ο Γέρων Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός: «Ο άρχοντας του κακού και επίβουλος της σωτηρίας μας χρησιμοποιεί τους τόπους, τα μέρη, τα μέλη, τα πρόσωπα, τα πράγματα, τα εσωτερικά, τα εξωτερικά, τα τριγύρω και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να σκεφθεί.
Τα στρέφει όλα εναντίον μας, για να μειώσει την πίστη μας και να διαψεύσει τις ελπίδες μας. Κυρίως όμως επιτίθεται με λυσσώδη μανία εναντίον αυτών που πρόκοψαν στην εργασία της καρδιάς και του νου». Και σε άλλο σημείο συμπεραίνει περί του πολέμου αυτού: «Όσο η θεία χάρις αυξάνει την παρουσία της εις τον αγωνιστή, τόσον οι πειρασμοί πληθαίνουν και είναι κατά την
ένταση ανάλογοι προς την κατάσταση αυτή».
Ομοφώνως η ασκητική πείρα βεβαιώνει ότι μετά την φλογερή και καρποφόρα προσευχή επακολουθεί λυσσώδης πόλεμος των δαιμόνων. Ο όσιος Μάρκος ο ασκητής στο λόγο του «περί των οιομένων εξ έργων δικαιούσθαι» σημειώνει χαρακτηριστικά: «Όταν ίδη ο διάβολος, ότι ο νους εκ καρδίας προσηύξατο, τότε μεγάλους και κακότεχνους πειρασμούς επιφέρει».
Ας τολμήσουμε να πούμε και τρίτο λόγο: Διέβλεψε, εν τινι μέτρω, και τον καρπό που θα προήρχετο από τον εγκλεισμό αυτόν τα ευώδη άνθη των αρετών του και τα φυτώρια των μοναστικών αδελφοτήτων που μεταφυτεύθηκαν στο Άγιον Όρος, αλλά και στα πέρατα του κόσμου, την Αμερική και τον Καναδά...

http://www.katanixis.gr

Μην αναβάλεις την χαρά...

Μια από την βασικές αιτίες που δεν χαιρόμαστε είναι ότι περιμένουμε να συμβεί κάτι σπουδαίο, μεγάλο, φοβερό και εκπληκτικό, για να πούμε "έχω αιτία να είμαι χαρούμενος". Άδικα περιμένουμε. Δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα. Η ζωή είναι μικρά πολύ μικρά καθημερινά πράγματα. Εκεί είναι η ομορφιά της.
Μαθαίνουμε να μην αναβάλουμε την χαρά, περιμένοντας μια μεγάλη στιγμή. Η χαρά είναι κρυμμένη στο πρωινό ξύπνημα, στην χαραυγή, στο καφέ ή τσάι που φτιάχνεις ή πίνεις. Στην προσευχή που έχει ευχαριστία και δοξολογία. Σε ένα καντήλι που θα ανάψεις, σε ένα λιβάνι που θα μυρίσεις, στο φαγητό που ετοιμάζεις για σένα ή την οικογένεια σου.
Στην δουλειά που κάνεις ή μοιράζεσαι με άλλους ανθρώπους.
Στον περίπατο με έναν καλό φίλο ή το αγαπημένο μας ζώο. Στην βροχή που σε πλένει, στην γη που σε κρατά, στον αέρα που σε σκορπά, στην φωτιά που μέσα σου κεντά.
Στην χειραψία που είσαι παρών. Στην αγκαλιά που δεν είσαι απών. Στο φιλί που λαχταράς, στην ψυχή που αγαπάς στο έρωτα που δεν ρωτά.
Πάψε να τα αναβάλεις όλα για μετά, δεν υπάρχει παρά μόνο στον νου σου, το μόνο που υπάρχει είναι το τώρα, και εσύ δυστυχώς έμεινες στο πουθενά.

Απολυτίκιον αγ. Ανδρέα σε αργό μέλος (Χορός Βατοπαιδινός)

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

ΟΥ ΜΟΙΧΕΥΣΕΙΣ


«Ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα» λένε πολλοί έχοντας αυτή την πεποίθηση ως δικαιολογία για την σύναψη εξωσυζυγικών σχέσεων. Ότι έχουν ανάγκη από κάποια αλλαγή στην ζωή τους. Ότι δεν πειράζει. Ότι η κοινωνία δείχνει κατανόηση. Ότι κάνεις τον άλλο να ζηλέψει και να δείξει περισσότερη προσοχή. Ότι «οι παντρεμένοι έχουν ψυχή». Ότι δικαιούνται να περάσουν καλά, χωρίς την ρουτίνα της συζυγικής καθημερινότητας. Το δόγμα επεκτείνεται και στις σχέσεις που δεν έχουν φτάσει ακόμη στον γάμο. Ζευγάρια τα οποία δεν είναι σίγουρα για τους εαυτούς τους γίνονται ευάλωτα σε πειρασμούς παράλληλων σχέσεων. Αρκεί μια τυχαία γνωριμία ή μία μικρή περίοδος κρίσης ή μία απερισκεψία.
Το πρόβλημα έγκειται στην αδιαφορία για τις συνέπειες της απιστίας. Δεν είναι μόνο το «ου μοιχεύσεις», το οποίο διατρανώνει η Παλαιά Διαθήκη, αλλά και επιβεβαιώνει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο. Η συνείδηση φιμώνεται μπροστά στην ευχαρίστηση της στιγμής. Κάποτε η απιστία γίνεται και τιμωρία στην φαινομενική αδιαφορία ή στην ιδιορρυθμία του άλλου. Το σώμα δίνεται αντί για την ανοχή της αγάπης. Άλλωστε το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε», από ένας μικρός σταυρός, σήμερα έχει γίνει επιλογή μη ελκυστική. Δικαιωματική η εποχή μας. Πώς θα μπορούσε να στηρίξει δρόμους στους οποίους, χάριν της αγάπης, παραιτούμαστε από πολλά;
Οι καιροί μας ακόμη τείνουν να διαγράψουν στην προοπτική των πολλών την ματιά και την τρυφερότητα. Οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε να κοιτάξουμε τους άλλους στα μάτια, ιδίως αυτούς με τους οποίους σχετιζόμαστε. Κοιτώ στα μάτια σημαίνει αφοσιώνομαι, θαυμάζω, εμπιστεύομαι, παλεύω να αντέξω. Η ματιά σήμερα εμφορείται συνήθως από λαγνεία, από πονηριά. Δεν βλέπω τον άλλο ως σύνολο, ως ολόκληρη ύπαρξη, ως ψυχή και σώμα, αλλά εντοπίζω το ενδιαφέρον μου στην όψη και στη σάρκα. Η ματιά γίνεται αδηφάγα, καταναλωτική. Με σαγηνεύει η ηδονή που ο άλλος μου υπόσχεται και όχι η κοινωνία μαζί του, η οποία προϋποθέτει αγάπη, μοίρασμα, υπομονή και στόχο ενότητας μέχρι τέλους. Το ίδιο συμβαίνει και με την τρυφερότητα. Οι άνθρωποι έχουμε μάθει να απαιτούμε από τους άλλους την προσοχή τους, όχι όμως να τους την δίνουμε με ευγένεια και λεπτότητα. Δεν βλέπουμε τι απασχολεί τους άλλους, αλλά μόνο τα δικά μας. Δεν είμαστε έτοιμοι να ανεχτούμε, να φανερώσουμε αυτό που μας ενοχλεί στον άλλον, ακόμη και τις πληγές μας, και να παλέψουμε μέσω της αγάπης και της δικής του βοήθειας να γιατρευτούμε. Ένας λόγος αγάπης έχει μοναδική αξία. Ένα ευχαριστώ. Η απόφαση τα συμπεράσματα να μην είναι βιαστικά. Κι έτσι οι σχέσεις φθείρονται και η ευκολία του επόμενου ή του παράλληλου βήματος γίνεται ελκυστική.
Νέοι και μεγαλύτεροι σήμερα δεν αισθανόμαστε ότι ιδίως στις σχέσεις μας πειραζόμαστε από τον πονηρό, διότι περιθωριοποιήσαμε τον Θεό, τους νόμους Του, την οδό της αγάπης και της αφοσίωσης. Είναι εύκολη η απιστία διότι μάθαμε να είμαστε στραμμένοι στο εγώ μας και λησμονούμε ότι η χαρά της συνάντησης και της συνύπαρξης δεν συγκρίνεται με την ευχαρίστηση του εφήμερου. Ότι το να θέλουμε πάντοτε να κοιτούμε στα μάτια τον άλλο, χωρίς να ντρεπόμαστε θα είναι πάντοτε απότοκο της συνείδησης που ο Θεός έβαλε μέσα μας και δεν φεύγει. Η οδός της Εκκλησίας είναι το αντίδοτο. Και το φάρμακο της συγχώρεσης μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά. Πρωτίστως όμως η αγάπη!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

«Πάτρα, η πόλις του Αποστόλου Ανδρέα»


Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Κερνίτσης κ. Χρύσανθος μιλάει για το κέντρο της πνευματικής ζωής της πόλης των Πατρέων, τον πάνσεπτο ιερό ναό του Αποστόλου Ανδρέα στον οποία ενθησαυρίζονται η χαριτόβρυτος Τιμία Κάρα και τμήμα του Σταυρού του μαρτυρίου Του.

Ο π. Ιάκωβος Τσαλίκης συγκαταλέγεται στη χορεία των Αγίων!


ΠΗΓΗ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ:

Όπως έγινε γνωστό, η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αγιοκατατέταξε σήμερα, Δευτέρα 27 Νοεμβρίου το μακαριστό Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη.

Η αίτηση αγιοκατατάξεως είχε υποβληθεί από την Ιερά Μητρόπολη Χαλκίδος και ορίστηκε ως ημέρα μνήμης του η 22α Νοεμβρίου.

Σε άλλα δημοσιεύματα της «Πεμπτουσίας» μπορείτε να βρείτε μαρτυρίες για την οσιακότητα της μορφής του.

Παραθέτουμε ακολούθως το βιογραφικό του, όπως το έχουμε δημοσιεύσει παλαιότερα:

Ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης γεννήθηκε την 5-11-1920 στο Λεβίσι της Μικράς Ασίας, κωμόπολη 5.000 περίπου κατοίκων, απέναντι της Ρόδου, λίγα χιλιόμετρα στο εσωτερικό από την παραλία.

Οι γονείς του ήταν ο Σταυρός Τσαλίκης, τεχνίτης οικοδόμος και μητέρα του η Θεοδώρα Κρεμμυδά του Γεωργίου και της Δέσποινας.



Το 1922, με την Μικρασιατική καταστροφή, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας εξεδιώχθησαν από τους Τούρκους και η οικογένεια του…διεσπάσθη στα δύο. Ο πατέρας του έμεινε αιχμάλωτος στην Μικρά Ασία, ενώ η μητέρα του με την γιαγιά του Δέσποινα και τα τρία ανήλικα παιδιά, τον Γιώργο 4 ετών, την Τασούλα 3 και το Ιακωβάκι 2 ετών, ήρθαν στην Ελλάδα, μέσω Πειραιώς και εγκατεστάθησαν στο χωριό Άγιος Γεώργιος Αμφίσσης, ως πρόσφυγες.

Η οικογένεια ξανάσμιξε τυχαία τα τέλη του έτους 1925, όταν εγκατεστάθη στο χωριό Φαράκλα της Εύβοιας, κοντά στο Προκόπι και την Αγία Άννα.

Το 1933 το «Γιακωβάκι» ετελείωσε το Δημοτικό Σχολείο του χωριού του Φαράκλα με Άριστα, αλλά δεν συνέχισε τις σπουδές του, κυρίως ελλείψει οικονομικών μέσων. Αλλά ακολούθησε τον πατέρα του στις οικοδομικές του εργασίες.

Εκείνα πού τον διέκριναν από της παιδικής του ηλικίας, ήταν η μεγάλη του ευσέβεια και η αγάπη του προς τους ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους.

Διάβαζε από μικρός εκκλησιαστικά βιβλία, βίους Αγίων, και ήξερε απέξω αποσπάσματα από Ψαλμούς, Ιερές Ακολουθίες, απολυτίκια, κοντάκια.

Γι΄αυτό και στα 7 του χρόνια τον αποκαλούσαν, μικροί και μεγάλοι, συγγενείς και φίλοι «Καλόγερο». Και στα 10 του χρόνια «πατέρα Ιάκωβο».

Στα 9 του χρόνια είδε στο εξωκκλήσι του χωριού του της Αγίας Παρασκευής μια Μοναχή, πού μίλησε μαζί του και του είπε πώς είναι η Αγία Παρασκευή και πολλά άλλα.

Περισσότερο ησχολείτο με τα πνευματικά (Θείες Λειτουργίες και Ιερές Ακολουθίες) παρά με τα επαγγελματικά. Τα κύρια χαρακτηριστικά της ζωής του ήταν οι προσευχές, νηστείες, αγρυπνίες.

Τον Ιούλιο του 1947 εκλήθη στις τάξεις του στρατού, όπου υπηρέτησε στην υπηρεσία εφοδιασμού και μεταφορών, επί δύο και πλέον χρόνια.

Και όταν υπηρετούσε στις τάξεις του στρατού, αλλά κυρίως μετά πού απελύθη, ο νους του ήταν στις Ιερές Ακολουθίες, Θείες Λειτουργίες, Εσπερινούς, αγρυπνίες, παρακλήσεις, τις οποίες και παρακολουθούσε.

Είχεν έντονη την εσωτερική κλίση προς τα θεία από παιδί, αλλά και την άνωθεν κλήση αργότερα. Γι΄αυτό, τον Νοέμβριο του 1951 προσήλθε για να γίνει Μοναχός, στην Ιερά Μονή του Οσίου Δαβίδ του Γέροντα, κοντά στην κωμόπολη Λίμνη της Εύβοιας. Αλλά οι πνευματικές και οι εν γένει συνθήκες λειτουργίας της Μονής ήταν απογοητευτικές. Γι΄αυτό καί σε λίγο καιρό εγκατέλειψε τη Μονή και επέστρεψε στο χωριό, στο σπίτι του.

Στις 17-7-1952 όμως, επανήλθε στη Μονή, αποφασισμένος να εγκαταβιώσει σ΄αυτήν και υπηρετήσει ως Μοναχός του Κυρίου, υπό οποιεσδήποτε δυσκολίες και συνθήκες. Ήταν η σοβαρότερη και κρισιμότερη απόφαση της ζωής του. Κάτι το οποίο και επέτυχε.

Στις 31-11-1952 εκάρη Μοναχός και του ανετέθησαν καθήκοντα Οικονόμου. Και στις 17-12-1952 και 19-12-1952 εχειροτονήθη από τον Μητροπολίτη Χαλκίδος κυρό Γρηγόριο Διάκονος και Πρεσβύτερος.

Εγκαταβιώσας ως Μοναχός και Οικονόμος συνετώς και επιτυχώς, εξελέγη το 1975 ως Ηγούμενος της Μονής, θέση την οποία διετήρησεν επιτυχώς και «ποδοτικώς μέχρι την προς τον Κύριον εκδημία του την 21-11-1991.

Όταν λειτουργούσε είχε ζωηρή την αίσθηση της παρουσίας του Κυρίου.

Όταν δεν λειτουργούσεν ο ίδιος, παρακολουθοΰσε την Θεία Λειτουργία γονατιστός, μπροστά στην εικόνα του Χριστού του τέμπλου.

Εκείνα, πάντως, που εχαρακτήριζαν όλη του την ζωή ήταν η εδραία και ακλόνητη πίστη του στον ένα Τριαδικόν εν μια τη ουσία Θεόν, η απόλυτη αφοσίωση στα πνευματικά του καθήκοντα, η αυστηρή άσκηση, νηστεία, αγρυπνία, προσευχή και η πολλή αγάπη και υλική και ηθική συμπαράσταση προς τον δοκιμαζόμενο κόσμο.

Ακόμη η υπομονή στους πειρασμούς, τις δοκιμασίες, τις αρρώστιες και τις θλίψεις.

Υπέφερε από 5 σοβαρές σωματικές αρρώστιες και εν τούτοις ουδέποτε διεμαρτυρήθη η δυσανασχέτησε. Αλλά συνεχώς έλεγε «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» και «ζει Κύριος ο Θεός».

Τα τρία βασικά πιστεύω του ήταν:

α) υπάρχει Θεός, Τριαδικός έν μια τη ουσία, πού είναι παντοδύναμος, δημιουργός των πάντων και όλος αγάπη,

β) υπάρχει μετά θάνατον ζωή της ψυχής, πού αρχίζει από τον τάφο,

γ) η εδώ ζωή μας (οι πράξεις μας) καθορίζει την μετά θάνατον βιοτή μας.

Ακόμη την ζωή του Γέροντα εχαρακτήριζε η μεγάλη αγάπη και συμπαράσταση προς τον δοκιμαζόμενο κόσμο, πού συνέρρεε κατά 100άδες στην Ιερά Μονή του Οσίου Δαβίδ από όλη την Ελλάδα, και ο Γέροντας τον άκουγε, τον συνεβούλευε, τον βοηθούσε, εδοκιμάζετο μαζί του και τον ξαλάφρωνε.

Γι΄αυτό, όταν την 21.11.1991 εξεδήμησε προς Κύριον και μετά 2ήμερον εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία του, χιλιάδες ευεργετηθέντες από αυτόν πνευματικά και υλικά, κληρικοί και κοσμικοί, φώναζαν, όλοι μαζί, την ώραν της ταφής, εν συγχορδία, Άγιος, Άγιος, Άγιος, τρεις λέξεις πού απέδιδαν την ουσία, μία πραγματικότητα.

Η μνήμη του ας είναι αιωνία και εμείς ας έχομε την ευχή του.

Αγιοκατάταξη του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη

Σχετική εικόνα

Ἀνακοινωθέν (27/11/2017).

Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Δευτέραν, 27ην Νοεμβρίου 2017, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.

Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μακαριστόν Ἀρχιμανδρίτην Ἰάκωβον Τσαλίκην, ἐκ Λιβισίου Μικρᾶς Ἀσίας, Ἡγούμενον τῆς ἐν Β. Εὐβοίᾳ Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Δαυΐβ τοῦ Γέροντος, τῆς μνήμης αὐτοῦ ὁρισθείσης διά τήν 22αν Νοεμβρίου ἑκάστου ἔτους.
Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 27ῃ Νοεμβρίου 2017

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ (89).

ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ
ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ (89).


Ἀπόδοση στην νέα ἑλληνική:
Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 89. Περὶ εἰκόνων
Για τις εικόνες.
Επειδή ορισμένοι μας κατηγορούν ότι προσκυνούμε και τιμούμε την εικόνα του Σωτήρα και της Δέσποινάς μας, και ακόμη τις εικόνες των υπολοίπων αγίων και διακόνων του Χριστού, ας μάθουν ότι εξαρχής ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική του εικόνα.
Για ποιό λόγο, για παράδειγμα, προσκυνούμε ο ένας τον άλλο, παρά μόνο διότι έχουμε πλασθεί κατ’ εικόνα Θεού; Διότι, όπως λέει ο θεοφόρος και βαθύς γνώστης των θείων Βασίλειος, «η τιμή προς την εικόνα απευθύνεται στο πρωτότυπο· και πρωτότυπο είναι το εικονιζόμενο πρόσωπο, του οποίου γίνεται αντίγραφο. Για ποιό λόγο, ακόμη, ο λαός του Μωϋσή προσκυνούσε γύρω από τη σκηνή, που εικόνιζε και προτύπωνε τα επουράνια ή καλύτερα όλη τη δημιουργία; Λέει μάλιστα ο Θεός στο Μωϋσή: «Πρόσεξε, να τα κάνεις όλα σύμφωνα με το πρότυπο που είδες στο Όρος». Και τα Χερουβείμ, επίσης, που έριχναν τη σκιά τους στο θυσιαστήριο, δεν ήταν ανθρώπινα κατασκευάσματα; Τί ήταν πάλι ο περίφημος ναός των Ιεροσολύμων;
Δεν ήταν χειροποίητος και κτισμένος με την ανθρώπινη τέχνη;
Η Αγία Γραφή όμως κατηγορεί αυτούς που προσκυνούν τα γλυπτά, αλλά και όσους θυσιάζουν στα δαιμόνια. Θυσίαζαν βέβαια οι ειδωλολάτρες, θυσίαζαν όμως και οι Ιουδαίοι· οι ειδωλολάτρες θυσίαζαν στους δαίμονες, ενώ οι Ιουδαίοι στο Θεό. Και η θυσία των ειδωλολατρών ήταν απορριπτέα
και κατακριτέα, ενώ των δικαίων ευπρόσδεκτη από το Θεό. «Θυσίασε, δηλαδή, ο Νώε και μύρισε ο Θεός οσμή ευωδίας», καθώς με την ευωδία αποδέχτηκε την καλή προαίρεση και την ευχαριστία (του Νώε) προς αυτόν. Έτσι, τα γλυπτά των ειδωλολατρών, επειδή απεικόνιζαν δαίμονες είναι απορρίψιμα και απαγορευμένα.
Επιπλέον, ποιός μπορεί να φτιάξει ομοίωμα του αόρατου, ασώματου, απερίγραπτου και ασχημάτιστου Θεού; Η απεικόνιση του θείου αποτελεί ακραία παραφροσύνη και ασέβεια.
Γι’ αυτό η χρήση εικόνων δεν ήταν συνηθισμένη στην Παλαιά Διαθήκη.
Αφότου όμως ο Θεός, από την πολλή του αγάπη, έγινε αληθινός άνθρωπος για τη σωτηρία μας, όχι όπως εμφανίσθηκε στον Αβραάμ με μορφή ανθρώπου, ούτε όπως στους προφήτες, αλλά έγινε στην ουσία αληθινά άνθρωπος· έζησε πάνω στη γη «και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους», έκανε θαύματα, έπαθε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, αναλήφθηκε και όλα αυτά ήταν αληθινά γεγονότα· οι άνθρωποι τον είδαν και τα έγραψαν αυτά για να τα γνωρίσουμε κι εμείς, και να τα διδαχθούν όσοι δεν έζησαν εκείνη την εποχή, για ν’ αξιωθούμε το μακαρισμό του Κυρίου (που λέει) ότι, αν και δεν είδαμε, ακούσαμε μόνο και πιστέψαμε.
Επειδή όμως δεν γνωρίζουν όλοι γράμματα και ούτε ασχολούνται με τη μελέτη, οι Πατέρες αποφάσισαν ν’ απεικονισθούν αυτά σε εικόνες, όπως απεικονίζονται κάποια ανδραγαθήματα, για σύντομη υπενθύμηση.
Διότι, χωρίς αμφιβολία, πολλές φορές, ενώ δεν έχουμε στο νου το πάθος του Κυρίου, βλέποντας την εικόνα της σταυρώσεως του Χριστού, θυμόμαστε το σωτήριο πάθος του και κάνοντας μετάνοια προσκυνούμε όχι την ύλη, αλλά το εικονιζόμενο πρόσωπο· όπως ακριβώς, δεν προσκυνούμε την ύλη
του Ευαγγελίου ή του σταυρού αλλά το σχήμα. Διότι, σε τί διαφέρει ο σταυρός που δεν έχει τη μορφή του Κυρίου από εκείνον που την έχει; Το ίδιο και με τη Θεοτόκο· η τιμή, δηλαδή, προς το πρόσωπό της απευθύνεται στο γιό της, που έλαβε σάρκα απ’ αυτήν. Παρόμοια, και τα κατορθώματα των αγίων μας παρακινούν στην ανδρεία, το ζήλο, τη μίμηση της αρετής τους και για τη δόξα του Θεού.
Διότι, όπως είπαμε, η τιμή προς τους συνδούλους μας, που αποδείχτηκαν ευγνώμονες, φανερώνει την καλή διάθεση προς τον κοινό δεσπότη· και η τιμή προς την εικόνα απευθύνεται στο πρωτότυπο (πρόσωπο). Υπάρχει ακόμη άγραφη παράδοση, όπως προσκυνούμε στραμένοι στην ανατολή, να προσκυνούμε και το σταυρό· και άλλες πολλές παρόμοιες παραδόσεις.
Διηγούνται κι ένα σχετικό περιστατικό. Όταν ο Αύγαρος βασίλευε στην πόλη της Έδεσσας, έστειλε ένα ζωγράφο για να κάνει πανομοιότυπη εικόνα με τη μορφή του Κυρίου. Ο ζωγράφος όμως δεν τα κατάφερε, διότι το πρόσωπο του Κυρίου έλαμπε εκθαμβωτικά. Τότε ο ίδιος Κύριος άγγιξε ένα κομάτι ύφασμα στο θείο και ζωοποιό πρόσωπό του και αποτύπωσε σ’ αυτό τη μορφή του. Έτσι, έστειλε το ύφασμα στον Αύγαρο με την απεικόνιση που τόσο ποθούσε.
Επίσης, οι Απόστολοι μας έχουν μεταφέρει πολλές άγραφες παραδόσεις, όπως γράφει ο απόστολος των εθνών Παύλος: «Επομένως, αδελφοί, προσέχετε να διατηρείτε τις παραδόσεις μας, που σας διδάξαμε είτε προφορικά είτε γραπτά. Και τους Κορινθίους (γράφει): «Σας επαινώ, αδέλφια μου, διότι θυμάσθε όλα τα δικά μου, και διατηρείτε τις παραδόσεις που σας μετάδωσα».

ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΗ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ (ΠΛΗΡΕΣ VIDEO)


Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ

Με λαμπρότητα και εν πληθούση εκκλησία τιμήσαμε τον Άγιο Στυλιανό στην ενορία καθώς υπάρχει εικόνα του Αγίου στο τέμπλο του ναού.















 



Ο ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕ ΣΤΟ ΓΑΣΤΟΥΡΙ

  
Την Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταριος ιερούργησε στον Ιερό Ναό της Υ.Θ. Οδηγήτριας, στο χωριό Γαστούρι.
 Στο κήρυγμά  του ο Σεβασμιώτατος ανέλυσε την Ευαγγελική περικοπή της ημέρας, υπογραμμίζοντας τρία σημεία. Πρώτον,  ο Χριστός καταδικάζει  την έπαρση και  την αλαζονεία του ανθρώπου, ο οποίος πιστεύει ότι είναι παντογνώστης, αρκούμενος στις δικές του δυνάμεις, παραμερίζοντας ταυτοχρόνως  τον Θεό από την ζωή του. Δεύτερον, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ό τι είναι φτωχός, αυτό όμως επ’ουδενί λόγω δεν συνεπάγεται  ότι κοινωνεί αγαπητικά με τον Χριστό. Υπολείπεται και πάλι σε κάτι.  Και αυτό δεν εντοπίζεται μόνο στον πλούτο, αλλά στον χαρακτήρα, στην σκέψη, στην κακία. Εαν επιχειρήσει κανείς να κάνει την αυτοκριτική του, θα εντοπίσει και τα πλεονεκτήματά του αλλά και  τα μειονεκτήματά του, που τον καθιστούν  ξένο σώμα τόσο της οικογενείας του, όσο και του κοινωνικού συνόλου. Και τρίτον, εκείνος ο άνθρωπος που έχει λατρέψει τα υλικά αγαθά, έρχεται εις επίγνωσην όταν αντιμετωπίσει μια σοβαρή ασθένεια. Εκεί υπό τον φόβο του εκμηδενισμού του ως ύπαρξης, αναθεωρεί το αξιακό πρότυπο που είχε προηγουμένος και αναγνωρίζει την ματαιότητα της θήρευσης της ευδαιμονίαςκαι  των υλικών αγαθών και παράλληλα εκτιμά την σπουδαιότητα της πνευματικής ζωής, του αγώνα δηλαδή για την οντολογική ολοκλήρωση του ανθρώπου, που δεν είναι άλλη από την ένωση με τον Τριαδικό Θεό.

Κλείνοντας ο Μητροπολίτης Κερκύρας προέτρεψε τους πιστούς να υψώσουν την καρδιά και τον νου τους προς τον Ιησού Χριστό, αγωνιζόμενοι στον κόσμο αυτό για την πραγμάτωση του Θείου θελήματος.

Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ο κ. Νεκτάριος χειροθέτησε αναγνώστη τον κ. Παναγιώτη Χειμώνα, τελειόφοιτο του τμήματος Μουσικών σπουδών, του Ιονίου Πανεπιστημίου και καθηγητή Βυζαντινής μουσικής.
Εν συνεχεία ο Εφημέριος του Ι.Ν. Υ.Θ. Οδηγήτριας Πρωτ. Διονύσιος Κοντός αφού ευχαρίστησε τον κ. Νεκτάριο, ευχήθηκε  ο Θεός να τον χαριτώνει και να συνεχίσει να  οδηγεί τον λαό της Κέρκυρας, των Παξών και των Διαποντίων Νήσων στην σωτηρία.
Ακολούθως  η Φιλαρμονική Γαστουρίου "Ομόνοια" παιάνισε προς τιμήν του Σεβασμιωτάτου επι τη συμπληρώσει 15 ετών ποιμαντορίας του.

Ακόμη το Δ.Σ. της Φιλαρμονικής ανακήρυξε  τον κ. Νεκτάριο επίτιμο μέλος.
Ο Μητροπολίτης Κερκύρας ευχαρίστησε εκ βάθους καρδίας, για αυτήν την μεγάλη τιμή που έκανε στο πρόσωπό του η Φιλαρμονική,  υπογραμμίζοντας παράλληλα την ευαισθησία και τα λεπτά αισθήματα που διακρίνουν τους  ανθρώπου που ασχολούνται με την μουσική και  καλλιεργούν  το τάλαντο που τους έχει χαρίσει ο Δωρεοδότης Χριστός.


















Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

ΣΥΝΕΣΧΙΖΟΥΜΕ ΤΟΝ ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ ΤΙΜΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΤΥΛΙΑΝΟ


Αύριο πανηγυρίζουμε τον Άγιο Στυλιανό προστάτη των βρεφών στην ενορία μας με αρτοκλασία και πανηγυρική θεία λειτουργία.

Βιογραφία
Ο Όσιος Στυλιανός ήταν γιος πλουσίων γονέων (που μάλλον γεννήθηκε στην Παφλαγονία, χωρίς αυτό να είναι σίγουρο, διότι εκεί φυλασσόταν και ιερό λείψανο του), διδάχτηκε νωρίς απ' αυτούς να είναι εγκρατής και να θεωρεί το χρήμα μέσο για την ανακούφιση και περίθαλψη των φτωχών και των αρρώστων.

Αφού έτσι ανατράφηκε, και οι γονείς του πέθαναν, διαμοίρασε όλη την κληρονομιά του και πήγε σαν ασκητής στην έρημο. Εκεί γνωρίστηκε με άλλους ασκητές, που ζούσε μαζί τους με αδελφική αγάπη, χριστιανική συγκατάβαση και επιείκεια. Δεν λύπησε ποτέ κανένα, μεγάλη του χαρά μάλιστα, ήταν να επαναφέρει τη γαλήνη στις ταραγμένες ψυχές. Η φήμη της θαυμαστής ασκητικής του ζωής έφθασε μέχρι τις πόλεις, και πολλοί έτρεχαν να τον βρουν για να ζητήσουν απ' αυτόν τις πνευματικές του οδηγίες.

Ο όσιος Στυλιανός, παρά την ερημική ζωή του, έτρεφε στοργή και συμπάθεια προς τα παιδιά, που τόσο αγαπούσε και ο Κύριος. Αν, έλεγε, η ταπεινοφροσύνη αποτελεί θεμέλιο των αρετών, η παιδική ηλικία από τη φύση της είναι περισσότερο ενάρετη, απ' ότι οι μεγαλύτεροι των φιλοσόφων. Πολλές φορές οι γονείς έφεραν προς αυτόν τα παιδιά τους, και τότε η αγαλλίαση του οσίου ήταν πολύ μεγάλη. Ο Θεός βραβεύοντας το Ιερό αυτό αίσθημα του, προίκισε τον όσιο με το χάρισμα να θεραπεύει τα άρρωστα παιδιά και να καθίστα εύτεκνους άτεκνες γυναίκες.

Ο Όσιος Στυλιανός κοιμήθηκε πλήρης ήμερων αλλά και αρετών.

ΚΥΡΙΑΚΉ ΙΓ’ ΛΟΥΚΆ: ΣΧΕΤΙΚΆ ΜΕ ΤΟΝ ΠΛΟΎΣΙΟ ΝΕΑΝΊΣΚΟ ΠΟΥ ΕΠΙΘΥΜΟΎΣΕ ΝΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΉΣΕΙ ΤΗΝ ΑΙΏΝΙΑ ΖΩΉ (ΆΓΙΟΣ ΙΩΆΝΝΗΣ ΧΡΥΣΌΣΤΟΜΟΣ)


 (Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, κεφ. ιη΄, χωρία 18 έως 27)
Αποσπάσματα από την ομιλία ΞΓ΄

«Καὶ ἰδοὺ εἷς προσελθὼν εἶπεν αὐτῷ· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;» (Και ιδού Τον πλησίασε κάποιος και Του είπε· διδάσκαλε αγαθέ, τι καλό να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;) Ορισμένοι κατηγορούν τον νέο αυτόν ως ύπουλο και πονηρό και ο οποίος πλησίασε τον Ιησού με σκοπό να Τον πειράξει· εγώ όμως δε θα μπορούσα να μην πω ότι ήταν φιλάργυρος και δούλος των χρημάτων, επειδή και ο Χριστός τον ήλεγξε ως άνθρωπο αυτού του είδους, ύπουλο όμως δε θα μπορούσα να τον ονομάσω με κανένα τρόπο, και διότι δεν είναι ασφαλές το να επιχειρεί κανείς να κρίνει τα άγνωστα πράγματα και ιδίως όταν πρόκειται για κατηγορίες, και για το ότι ο ευαγγελιστής Μάρκος έχει αναιρέσει αυτήν την υποψία· καθ΄όσον λέγει ότι «έτρεξε προς Αυτόν και αφού γονάτισε εμπρός Του, Τον παρακαλούσε» και ότι «ο Ιησούς τον κοίταξε με πολλή αγάπη και ενδιαφέρον και τον συμπάθησε» (Μαρκ. 10, 21). Αλλ΄ όμως είναι μεγάλη και τυραννική η δύναμη των χρημάτων και αυτό γίνεται φανερό και από την περίπτωση αυτή· διότι και αν ακόμη είμαστε ως προς τα άλλα ενάρετοι, αυτή τα καταστρέφει όλα τα άλλα.

Για ποιο λόγο λοιπόν ο Χριστός έδωσε τέτοιου είδους απάντηση, λέγοντας «κανείς δεν είναι αγαθός»; Επειδή Τον πλησίασε σαν να ήταν κάποιος απλός άνθρωπος και ένας από τους πολλούς και δάσκαλος των Ιουδαίων· για τούτο λοιπόν και ως άνθρωπος συζητεί μαζί του. Καθ΄ όσον σε πολλές περιπτώσεις δίνει απάντηση στις σκέψεις εκείνων που Τον πλησιάζουν, όπως όταν λέγει· «ίσως μου πείτε: εμείς δεν πιστεύουμε σε αυτά που λες για τον εαυτό σου, διότι στηρίζονται στη δική σου εγωιστική μαρτυρία» και «εάν εγώ ο ίδιος από μόνος μου έδινα μαρτυρία για τον εαυτό μου, η μαρτυρία μου θα μπορούσε να μην είναι αξιόπιστη» (Ιω. 5, 31). Όταν λοιπόν λέγει, «κανείς δεν είναι αγαθός», δεν το λέγει αυτό με σκοπό να αποκλείσει τον εαυτό του από το να είναι αγαθός, μη σκεφθείς κάτι τέτοιο· διότι δεν είπε, «για ποιον λόγο με ονομάζεις αγαθό; Δεν είμαι αγαθός» αλλ΄ ότι «κανείς δεν είναι αγαθός»· δηλαδή κανείς από τους ανθρώπους. Αλλά και αυτό ακόμη όταν το λέγει, δεν το λέγει για να αποκλείσει τους ανθρώπους από την αγαθότητα, αλλά το λέγει εν συγκρίσει προς την αγαθότητα του Θεού. Για τον λόγο αυτό και πρόσθεσε· «παρά μόνο ένας, ο Θεός». Και δεν είπε «παρά μόνον ο Πατήρ μου» για να μάθεις ότι δεν φανέρωσε τον εαυτό του εις τον νεανίσκο.
Κατά τον ίδιο τρόπο και προηγουμένως αποκαλούσε τους ανθρώπους πονηρούς, λέγοντας· «Εάν όμως εσείς, ενώ είστε πονηροί, γνωρίζετε να δίδετε καλά πράγματα στα τέκνα σας». Καθόσον και εις την περίπτωση εκείνη τους ονόμασε «πονηρούς», θεωρώντας όχι όλη την ανθρώπινη φύση πονηρά(διότι το «σεις» δεν σημαίνει όλοι εσείς οι άνθρωποι), αλλά τους ονόμασε έτσι συγκρίνοντας την αγαθότητα των ανθρώπων προς την αγαθότητα του Θεού· διά τούτο και πρόσθεσε· «πόσο μάλλον ο Πατήρ σας θα δώσει αγαθά σ΄ αυτούς που Του ζητούν;»
Αλλά θα πει κάποιος· ποια ανάγκη υπήρχε ή ποια ωφέλεια, ώστε να δώσει αυτήν την απάντηση; Ανεβάζει τον πλούσιο αυτό νέο πνευματικά ολίγον κατ΄ ολίγον και τον διδάσκει ν΄ απαλλαγεί εξ ολοκλήρου από την κολακεία, αποσπώντας τον από τα επίγεια πράγματα και προσηλώνοντάς τον στον Θεόν, και τον πείθει να ζητεί τα ουράνια αγαθά και να γνωρίσει αυτόν που πράγματι είναι αγαθόν και ρίζα και πηγή όλων των αγαθών, και εις αυτόν ν΄ αποδίδει τις τιμές. Διότι και όταν λέγει «μην αποκαλέσετε κανένα ως “διδάσκαλο” επάνω στη γη», το λέγει εν συγκρίσει προς τον εαυτό Του και για να γνωρίσουν οι άνθρωποι ποία είναι η πρώτη αρχή όλων γενικώς των όντων. Ούτε βέβαια ήταν μικρή η προθυμία που έδειξε ο νεανίσκος τότε, καθόσον κατελήφθη από τέτοιον έρωτα για τα πνευματικά αγαθά, την στιγμήν που άλλοι μεν επείραζαν τον Κύριο, άλλοι Τον επλησίασαν μόνο για να θεραπεύσει τις ασθένειές τους ή τις ασθένειες των συγγενών τους ή των ξένων, αυτός όμως και Τον επλησίασε με κάθε ειλικρίνεια και συζητούσε με πραγματικό ενδιαφέρον για την αιώνιο ζωή. Διότι ήταν μεν η ψυχή του εύφορη και πλουσία, αλλ΄ όμως το πλήθος των ακανθών κατέπνιγε τον σπόρο. Πρόσεχε λοιπόν πώς ήταν την στιγμή εκείνη προετοιμασμένος για την υπακοή των προσταγμάτων. Διότι λέγει· «Τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;» .Έτσι ήταν προετοιμασμένος προς εφαρμογή των όσων θα του έλεγε. Εάν όμως Τον επλησίασε με σκοπό να τον πειράξει, θα μας το έλεγε οπωσδήποτε ο ευαγγελιστής και αυτό, πράγμα που το κάνει και εις τις άλλες περιπτώσεις, όπως δηλαδή εις την περίπτωση του νομικού. Εάν όμως και αυτός το αποσιώπησε, ο Χριστός δε θα ήταν δυνατόν να Τον αφήσει απαρατήρητο, αλλά θα Τον ήλεγχε κατά τρόπο φανερό ή και θα έκανε κάποιον υπαινιγμό, ώστε να μη σχηματισθεί η εντύπωση ότι επλανήθη και διέφυγε την προσοχή του και ζημιωθεί έτσι περισσότερο. Εάν επίσης Τον είχε πλησιάσει με σκοπό να Τον πειράξει, δε θα έφευγε λυπημένος για όσα άκουσε. Διότι αυτό κανείς ποτέ από τους Φαρισαίους δεν το έπαθε, αλλ΄ εξαγριώνονταν όταν τους έκλεινε τα στόματα. Όμως δε συνέβη αυτό στον νέο, αλλά φεύγει καταλυπημένος, πράγμα που αποτελεί όχι μικράν απόδειξη, ότι δεν Τον πλησίασε με πονηρά διάθεση, αλλά με εξασθενημένη, και επιθυμεί μεν την αιώνιον ζωήν, αλλ΄όμως είναι κατακυριευμένος από άλλο φοβετότατο πάθος.
Όταν λοιπόν ο Χριστός του είπε «Εάν θέλεις να εισέλθεις στην αιώνια και μακαρία ζωή, φύλαξε τις εντολές», ο νέος ρωτάει «ποιες εντολές;» όχι με σκοπό να Τον πειράξει, μη γένοιτο, αλλά επειδή νόμιζε ότι άλλες είναι εκείνες οι εντολές, εκτός από τις εντολές του νόμου, που θα του χάριζαν την αιώνια ζωή, πράγμα που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που είναι κυριευμένος από σφοδρή επιθυμία. Έπειτα, επειδή ο Ιησούς του είπε να φυλάττει τις εντολές του νόμου, απαντά· «όλ΄ αυτά τα φύλαξα από την νεανική μου ηλικία». Και δεν σταμάτησε μέχρι εδώ, αλλά πάλι ερωτά· «σε τι ακόμη υστερώ;», πράγμα που αποδείκνυε και αυτό την μεγάλη επιθυμία του. Αλλά και δεν ήταν μικρό πράγμα το ότι νόμιζε ότι υστερεί σε κάτι, και το ότι θεωρούσε ανεπαρκείς τις εντολές του Νόμου για να επιτύχει αυτά που επιθυμούσε. Τι κάνει λοιπόν ο Χριστός; Επειδή επρόκειτο να δώσει κάποια μεγάλη εντολή, προσθέτει τα έπαθλα και λέγει· «εάν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πώλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους φτωχούς και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς· και τότε έλα και ακολούθησέ με».
Είδες πόσα βραβεία και πόσους στεφάνους ορίζει γι΄ αυτόν τον αγώνα; Εάν όμως τον επείραζε, δε θα του έλεγε αυτά. Τώρα όμως και το λέγει, και για να τον προσελκύσει, του φανερώνει ότι είναι πολύ μεγάλος ο μισθός, και αφήνει το παν στην διάθεσή του, επικαλύπτοντας με όλα όσα λέγει την εντύπωση ότι είναι βαριά η παραίνεση. Για το λόγο αυτόν και πριν πει το αγώνισμα και τον κόπο, του φανερώνει το βραβείο, λέγοντας· «εάν θέλεις να είσαι τέλειος», και τότε του λέγει, «πώλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους πτωχούς» και αμέσως πάλι αναφέρει τα βραβεία· «και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς˙ και τότε έλα και ακολούθησέ με». Καθόσον το να ακολουθεί Αυτόν, ήταν πολύ μεγάλη ανταμοιβή.
«Και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς». Επειδή δηλαδή ο λόγος ήταν για τα χρήματα και τον συμβούλευε να απαλλαχθεί από όλα, για να δείξει ότι δεν του αφαιρεί αυτά που έχει, αλλά ότι του προσθέτει και άλλα σε αυτά που έχει, του έδωσε περισσότερα από αυτά που του είπε να δώσει· και όχι μόνο περισσότερα, αλλά και τόσο σπουδαιότερα, όσον είναι ο ουρανός από τη γη και ακόμη περισσότερο. Θησαυρό δε ονόμασε τη μεγαλοδωρία της ανταμοιβής, με σκοπό να δείξει την μονιμότητα και την ασφάλειά της, όπως δηλαδή ήταν δυνατόν να οδηγήσει τον νέο στη γνώση, χρησιμοποιώντας ανθρώπινα παραδείγματα. Επομένως, δεν αρκεί να περιφρονεί κανείς τα χρήματα, αλλά πρέπει να δώσει τροφή στους πτωχούς και πριν από όλα, να ακολουθεί τον Χριστό, δηλαδή να πράττει όλα τα προστάγματά του και να είναι έτοιμος για σφαγή χάριν αυτού και για καθημερινό θάνατο. Διότι, «εάν κάποιος θέλει να με ακολουθήσει, να απαρνηθεί τον εαυτόν του, να λάβει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί» (Λουκά 9, 23). Ώστε είναι πολύ πιο ανωτέρα η εντολή αυτή το να θυσιάζει κανείς την ζωή του από το να περιφρονήσει τα χρήματα, και δεν είναι μικρή η συμβολή της απαλλαγής από τα χρήματα στην εφαρμογή της εντολής αυτής.
«Αφού όμως άκουσε ο νεανίσκος αυτά, έφυγε λυπημένος». Και στη συνέχεια για να δείξει ο ευαγγελιστής, ότι δεν ήταν αυτό που έπαθε κάτι το φυσικό, λέγει: «διότι είχε πολλά χρήματα». Δεν είναι δηλαδή κυριευμένοι από το ίδιο πάθος αυτοί που έχουν ολίγα και αυτοί που έχουν πάρα πολύ μεγάλη περιουσία· διότι τότε γίνεται πιο τυραννικός ο πόθος τους για τα χρήματα. Συμβαίνει δηλαδή αυτό που δε θα παύσω να το λέγω, ότι η προσθήκη των εκάστοτε αποκτωμένων χρημάτων ανάπτει κατά πολύ περισσότερο την φλόγα και κάνει πιο πτωχούς αυτούς που τα αποκτούν, καθόσον εμβάλλει σ’ αυτούς μεγαλύτερη επιθυμία γι’ αυτά και τους κάνει να αισθάνονται πολύ περισσότερο την πτώχεια τους. Και πρόσεχε λοιπόν και στην περίπτωση αυτή ποια δύναμη παρουσίασε το πάθος αυτό. Διότι εκείνον που ήλθε προς τον Κύριο με χαρά και προθυμία, επειδή ο Χριστός τον προέτρεψε να απαρνηθεί τα χρήματα, τόσο πολύ τον εξουθένωσε και κατέβαλε τις δυνάμεις του, ώστε δεν τον άφησε ούτε καν να απαντήσει σε όσα του είπε, αλλ΄ έφυγε σιωπηλός, σκυθρωπός και καταλυπημένος.
Τι λέγει λοιπόν ο Χριστός; «Πόσον δύσκολα θα εισέλθουν οι πλούσιοι στη Βασιλεία των ουρανών», κατηγορώντας όχι τα χρήματα, αλλά αυτούς που είναι δούλοι σ΄ αυτά. Εάν δε θα εισέλθει δύσκολα ο πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών, πολύ πιο δύσκολα θα εισέλθει ο πλεονέκτης. Διότι εάν αποτελεί εμπόδιο για την Βασιλεία των Ουρανών το να μη δίδει κανείς, σκέψου πόση φωτιά επισωρρεύει το να παίρνει και τα πράγματα των άλλων. Αλλά με ποιο σκοπό έλεγε στους μαθητές Του ότι δύσκολα θα εισέλθει ο πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών, εφόσον ήσαν πτωχοί και δεν είχαν τίποτε; Με σκοπό να τους διδάξει να μην ντρέπονται την πτωχεία και απολογούμενος κατά κάποιο τρόπο προς αυτούς για το ότι δε θα τους επέτρεπε να έχουν τίποτε.
Αφού λοιπόν τους είπε ότι είναι δύσκολο, εν συνεχεία τονίζει ότι είναι και αδύνατο, και όχι απλώς αδύνατο, αλλ΄ αδύνατον σε υπερβολικό βαθμό, πράγμα που το φανέρωσε με το παράδειγμα της καμήλου και της βελόνης. Διότι λέγει· «ευκολότερο είναι να περάσει μία κάμηλος από την τρύπα της βελόνης, παρά να εισέλθει ο πλούσιος στην βασιλεία των ουρανών». Αποδεικνύεται λοιπόν εξ αυτού ότι δε θα είναι τυχαία η αμοιβή εκείνων που είναι πλούσιοι και μπορούν να ζουν με ευσέβεια. Για τον λόγο αυτό και είπε ότι αυτό είναι έργο του Θεού, το να δείξει δηλαδή, ότι χρειάζεται πολλή χάρη από μέρους του Θεού εκείνος που πρόκειται να το κατορθώσει αυτό. Επειδή λοιπόν ταράχθηκαν οι μαθητές του, είπε· «Στους ανθρώπους μεν αυτό είναι αδύνατο, στον Θεό όμως τα πάντα είναι δυνατά». Δεν είπε φυσικά αυτά τα προηγούμενα λόγια για να απελπιστούμε και να παραιτηθούμε με τη σκέψη ότι είναι αδύνατα, αλλά το είπε με σκοπό, ώστε, αφού κατανοήσουμε το μέγεθος του κατορθώματος να σπεύσουμε με ευκολία στον αγώνα και επικαλούμενοι και τη βοήθεια του Θεού στους καλούς αυτούς αγώνες μας, να επιτύχουμε την αιώνιο ζωή.
[…]Επομένως για να μη στενοχωριόμαστε για περιττά πράγματα, αφού αποβάλουμε την σφοδρή επιθυμία για τα χρήματα, που συνεχώς μας λυπεί και ουδέποτε ανέχεται να σταματήσει, ας στραφούμε προς μια άλλη, που μας κάνει μακαρίους και είναι πολύ εύκολη, και ας επιθυμήσουμε τους θησαυρούς των ουρανών. Διότι προς την κατεύθυνση αυτήν δεν υπάρχει ούτε κόπος τόσο μεγάλος, το δε κέρδος είναι απερίγραπτο, και δεν είναι δυνατόν να αποτύχει εκείνος που κατά κάποιον τρόπον επαγρυπνεί, φροντίζει και περιφρονεί τα παρόντα· ενώ αντιθέτως αυτός που είναι δούλος των υλικών πραγμάτων και έχει δώσει εξ ολοκλήρου τον εαυτόν του εις αυτά άπαξ και διά παντός, οπωσδήποτε αυτός θ’ αναγκαστεί κάποτε να τα αποχωριστεί.
[…]Αναλογιζόμενοι όλα αυτά, ας βγάλουμε από μέσα μας την πονηρή επιθυμία της διαρκούς απόκτησης χρημάτων, καθώς εκτός από το ότι μας στερεί την αιώνια ζωή, και στην τωρινή μας γεμίζει με συνεχή άγχη και στενοχώριες και προβλήματα· και ερχόμενος κάποτε ο θάνατος απρόσμενα μας παίρνει γυμνούς από όλα αυτά που με τόσο κόπο συσσωρεύσαμε όσο ζούσαμε και με τόσο άγχος προσπαθήσαμε να περιφρουρήσουμε για να μη μας τα αρπάξουν, και φεύγουμε χωρίς να σύρουμε πίσω μας τίποτε από όλα αυτά, παρά μόνον τα τραύματα και τις πληγές τα οποία πήρε από όλα αυτά η ψυχή και φεύγει. Και ελεύθεροι από κάθε περιττή βιοτική μέριμνα, τα αιώνια αγαθά να επιτύχουμε με την χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μετά του οποίου στον Πατέρα μαζί με το Άγιο Πνεύμα ανήκει δόξα, δύναμις και τιμή, τώρα κα πάντοτε και εις τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Πηγή: Ιερού Χρυσοστόμου έργα, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», τόμος 11Α, σελ. 210-233)
(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)


Επέτρεψε στον Θεό να ονειρεύται μαζί σου....


Πριν πράξουμε το σωστό κάναμε δεκάδες λάθη. Πριν πούμε ευχαριστώ ξεχάσαμε πολλές φορές τους ευεργέτες μας. Πριν φωνάξουμε «δόξα σοι ο Θεός», χαθήκαμε σε δεκάδες οδυνηρά «γιατί», και πριν δοξολογήσουμε, βραχνιάσαμε στην γκρίνια. Γι αυτό, μην πετροβολάμε ως άχρηστο τον εαυτό μας. Είναι αυτός που μας χαρίζει τις όμορφες και άσχημες στιγμές. Μην θες πάντα να είναι στα καλύτερα του. Επέτρεψε του και το λάθος. Ξέρεις τι γλύκα έχει η συγχώρεση του εαυτού μας; Ρωτάς, θα με συγχωρέσει ο Θεός; Σε ρωτώ, εσύ συγχωρείς τον εαυτό σου; Μην κλέβεις το οξυγόνο της Χάρις του Θεού. Ασε να πάρεις και καμιά ανάσα. Παύσε να ζητάς πάντα το τέλειο σε όλα, το αψεγάδιαστο και ατσαλάκωτο. Η ειρήνη θα έρθει μέσα σου, όταν αποδεχθείς αυτό που είσαι και εκείνο που μπορείς να γίνεις. Και ξέρεις κάτι; ο Θεός κάνει όνειρα για μας, που εμείς τα μετατρέπουμε σε εφιάλτες. Εσύ μπορεί να μην πιστεύεις στο Θεό, αλλα Εκείνος πιστεύει πολύ σε εσένα. Επέτρεψε στον Θεό να μπορεί να ονειρεύεται μαζί σου….

ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Συχνά οι χριστιανοί αναρωτιόμαστε: γιατί οι άνθρωποι μάς θεωρούν αναχρονιστικούς; Τι ζητά η πίστη μας να κάνουμε και φαίνεται τόσο παρωχημένο, προκαλεί αδιαφορία στους πολλούς, αφήνει την Εκκλησία ως συνήθεια του χτες, ανάμνηση των εορτών; Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της χριστιανικής ζωής που φαντάζουν τόσο απόμακρες από την καθημερινή μας ζωή; Ποιο είναι το εμπόδιο να τις βιώσουμε;
Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Εφεσίους, μας περιγράφει κάποιες από αυτές τις προϋποθέσεις, για να μπορέσουμε να ζήσουμε με τρόπο αντάξιο Εκείνου που μας κάλεσε στην νέα ζωή. «Αξίως περιπατήσαι της κλήσεως ης εκλήθητε» (Εφεσ. 4, 1). Τέτοιες είναι:
Πρώτον πάσα ταπεινοφροσύνη. Ο χριστιανός καλείται στην ζωή του να εμπιστεύεται τον Θεό και το θέλημά Του. Ακόμη και τα χαρίσματά του, ακόμη και τις επιτυχίες και την πρόοδό του, ακόμη και την πνευματικότητα την οποία παλεύει να έχει και να βιώσει, να μην την αποδίδει στον εαυτό του και το εγώ του, αλλά να την θεωρεί δώρο Θεού. Έτσι προφυλάσσεται από την υπερηφάνεια, στοιχείο της εποχής μας, αλλά και κάθε εποχής, πειρασμός τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουμε συνεχώς όταν αναζητούμε το δίκαιο, την δόξα, την εξουσία.
Δεύτερον πάσα πραότητα. Είναι η καλοσύνη που έχει λείψει από την καθημερινή μας ζωή. Η καλή διάθεση έναντι του άλλου, από τον οποίο σήμερα έχουμε μόνο απαιτήσεις. Γι’ αυτό και η διάθεσή μας είναι επιθετική. Η καλοσύνη συνεπάγεται να μπορούμε να τον ακούμε. Και να προσπαθούμε είτε να ικανοποιήσουμε το αίτημά του είτε να του εξηγήσουμε ποιο είναι το όφελός του, χωρίς να οργιστούμε, χωρίς να απογοητευτούμε από αυτόν, ακόμη κι αν δεν είναι όπως τον θέλουμε.
Τρίτον μετά μακροθυμίας. Είναι η συγχωρητικότητα που κι αυτή μας δυσκολεύει. Πεπεισμένοι ότι ο εαυτός μας δεν μπορεί να ανέχεται υποτίμηση και προσβολές, λησμονούμε ότι απέναντι στον Θεό είμαστε οφειλέτες και ότι με το να θυμόμαστε το κακό που μας έκαναν ή νομίζουμε ότι μας έκαναν οι άλλοι άνθρωποι δεν ακολουθούμε τον δρόμο της πίστης. Η κοινωνία μας στηρίζεται στην εκδίκηση, στην τιμωρία, στο μίσος, τουλάχιστον στην πολιτική, στον αθλητισμό, στην καθημερινότητα του Διαδικτύου. Η χριστιανική ζωή αντιτάσσει την μακροθυμία, η οποία καταπραΰνει τα πάθη και γλυκαίνει την πορεία μας, ενώνοντας και όχι χωρίζοντας.
Τέταρτον η ανοχή εν αγάπη αλλήλων. Κάτι που λησμονούμε όταν ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε, είναι η ανεκτικότητα. Η ανοχή απέναντι στα αρνητικά του άλλου. Στην συμπεριφορά του. Στα θέλω του. Στην υπερβολή. Ακόμη και στην εχθρότητα και στην κακία. Κυρίως όμως στα μικροεμπόδια, τις μικροταραχές της καθημερινότητας, τους λογισμούς που μας φορτώνουν με βάσανα και μας κάνουν κακοδιάθετους απέναντι στους άλλους. Η ανοχή απέναντι στην διαφορετικότητα, η οποία είναι πρωτίστως ευλογία, διότι μας κάνει να βλέπουμε πού μπορούμε να πατήσουμε για να συμπληρώσουμε αυτό που μας λείπει, αλλά και σε τι πρέπει να παλέψουμε για να διορθωθούμε τόσο εμείς, όσο και ο άλλος. Γιατί η ανοχή είναι η βάση για τον διάλογο. Για έναν έλεγχο αγαπητικό που χρειαζόμαστε όλοι μας. Είναι η βάση για τη συνύπαρξη, η οποία στηρίζεται στη υπομονή και την αυθεντική αγάπη. Όπως μας ανέχεται ο Θεός, έτσι κι εμείς καλούμαστε να ανεχόμαστε τους άλλους.
Πέμπτον η ενότητα που δίνει το Άγιο Πνεύμα με την ειρήνη που συνδέει τους ανθρώπους μεταξύ τους. Για να προχωρούμε ενωμένοι, χρειάζεται να είμαστε ειρηνικοί. Για να βρούμε τη ειρήνη, όπως λέει ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, χρειάζεται να θέτουμε συνεχώς στον εαυτό μας το ερώτημα: «Πού βρίσκομαι;». Αυτό σημαίνει μία διαρκή απόπειρα αυτοκριτικής και αυτογνωσίας, να μην παίρνουμε την ζωή μας με ελαφρότητα, να μην λησμονούμε ότι αν η καρδιά μας δεν έχει ειρηνική πορεία, τότε είμαστε έτοιμοι να έχουμε διαμάχες με τους άλλους για το ποιος θα επικρατήσει. Ειρήνη και ενότητα δίνονται από το Άγιο Πνεύμα. Και η παρουσία του Αγίου Πνεύματος, τόσο στην ζωή της Εκκλησίας, όσο και στην καθημερινή μας πραγματικότητα, μας ευλογεί και μας αγιάζει και κάνει την ζωή μας αλλιώτικη.
Πόσο αναχρονιστικά είναι αυτά τα χαρακτηριστικά της χριστιανικής ζωής; Πόσο μακριά από την ευτυχία που όλοι οι άνθρωποι αναζητούμε, μας οδηγούν; Η απάντηση φαίνεται αυτονόητη, δεν είναι όμως, διότι περνά από μία μεγάλη ανατροπή νοοτροπίας. Από την συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος εν τω πονηρώ κείται. Και σ’ αυτά τα στοιχεία ο πειρασμός αντιτάσσει την συνεχή προτροπή της αυτοθέωσης. Ότι ο άνθρωπος μπορεί από μόνος του να διαμορφώσει την ζωή του, τόσο την προσωπική, όσο και την κοινωνική, χωρίς Θεό. Με κριτήριο την δική του σκέψη. Με κριτήριο τον πολιτισμό, ο οποίος, παρότι έχει ρίζες και βάσεις χριστιανικές, έχει αποδώσει μεγαλύτερη βάση στην εξουσία, τον υλισμό, την ματαιότητα του χρόνου και αρνείται έμπρακτα, προτείνοντας συνεχώς αδηφάγες της σωτηρίας επιλογές, την χριστιανική πίστη.
Είναι καιρός ο καθένας από εμάς να δει και να βρει με κριτήριο την προσωπική του ευθύνη για την ζωή την απάντηση στα αρχικά ερωτήματα. Μόνοι μας δεν είμαστε, διότι συνεχώς ο Θεός περιμένει. Είναι έτοιμος να εισέλθει στην καρδιά μας. Εκφράζει την αγάπη Του, ακόμη και στις δυσκολίες. Και αναμένει την συνεχή μας επιστροφή.

Κέρκυρα, 26 Νοεμβρίου 2017