Αφήστε μας την ηλ. διεύθυνση για να λαμβάνετε περισσότερες ειδοποιήσεις

Translate

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2021

Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος για σήμερα Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

 Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

Της Αγίας Οσιομάρτυρος Ευδοκίας της από Σαμαρειτών

Μαρκέλλου και Αντωνίνης μαρτύρων


Το Ευαγγέλιο για σήμερα Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΑ´ 1 – 11

1 Καὶ ὅτε ἐγγίζουσιν εἰς Ἱεροσόλυμα εἰς Βηθσφαγὴ καὶ Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν, ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ 2 καὶ λέγει αὐτοῖς· Ὑπάγετε εἰς τὴν κώμην τὴν κατέναντι ὑμῶν, καὶ εὐθέως εἰσπορευόμενοι εἰς αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον, ἐφ’ ὃν οὐδεὶς ἀνθρώπων κεκάθικε· λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετε. 3 καὶ ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ· τί ποιεῖτε τοῦτο; εἴπετε ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει, καὶ εὐθέως αὐτὸν ἀποστέλλει πάλιν ὧδε. 4 ἀπῆλθον δὲ καὶ εὗρον τὸν πῶλον δεδεμένον πρὸς τὴν θύραν ἔξω ἐπὶ τοῦ ἀμφόδου, καὶ λύουσιν αὐτόν. 5 καί τινες τῶν ἐκεῖ ἑστηκότων ἔλεγον αὐτοῖς· Τί ποιεῖτε λύοντες τὸν πῶλον;

6 οἱ δὲ εἶπον αὐτοῖς καθὼς ἐνετείλατο ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἀφῆκαν αὐτούς. 7 καὶ ἤγαγον τὸν πῶλον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐπιβάλον αὐτῷ τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτῷ. 8 πολλοὶ δὲ τὰ ἱμάτια αὐτῶν ἔστρωσαν εἰς τὴν ὁδόν, ἄλλοι δὲ στιβάδας ἔκοπτον ἐκ τῶν δένδρων καὶ ἐστρώννυον εἰς τὴν ὁδόν. 9 καὶ οἱ προάγοντες καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες ἔκραζον λέγοντες· Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. 10 εὐλογημένη ἡ ἐρχομένη βασιλεία ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ πατρὸς ἡμῶν Δαυῒδ· ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις. 11 Καὶ εἰσῆλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα ὁ Ἰησοῦς καὶ εἰς τὸ ἱερόν· καὶ περιβλεψάμενος πάντα, ὀψίας ἤδη οὔσης τῆς ὥρας, ἐξῆλθεν εἰς Βηθανίαν μετὰ τῶν δώδεκα.

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΑ´ 1 – 11

1 Καὶ ὅταν ἐπλησίασαν εἰς Ἱερουσαλήμ, ἐκεῖ ὅπου ἦσαν ἡ Βηθσφαγῆ καὶ ἡ ἀπέναντι αὐτῆς Βηθανία, πλησίον τοῦ ὅρους τῶν Ἐλαιῶν, ἀπέστειλε δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του 2 καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Πηγαίνετε εἰς τὸ ἀπέναντί σας χωριὸ καὶ ἀμέσως ὅταν θὰ ἐμβαίνετε εἰς αὐτό, θὰ εὕρετε πουλάρι δεμένον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει καθίσει ἕως τώρα κανένας ἄνθρωπος. Ἀφοῦ τὸ λύσετε, φέρετέ το ἐδῶ. 3 Καὶ ἐὰν σᾶς εἴπῃ κανείς· Διατὶ τὸ κάνετε αὐτό; Εἴπατε, ὅτι ὁ Κύριος τὸ χρειάζεται. Καὶ γρήγορα θὰ σᾶς τὸ ἐπιστρέψῃ καὶ θὰ τὸ ἀποστείλῃ πάλιν ἐδῶ. 4 Ἐπῆγαν δὲ καὶ ηὗραν τὸ πουλάρι δεμένον πλησίον τῆς θύρας ἔξω εἰς τὸ μέρος, ποὺ ὁ δρόμος τοῦ χωριοῦ διεσταυρώνετο μὲ τὴν εἴσοδον τοῦ σπιτιοῦ καὶ τὸ ἔλυσαν. 5 Καὶ μερικοὶ ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἔστεκαν ἐκεῖ, τοὺς ἔλεγον· Τί κάνετε σεῖς αὐτοῦ, ποὺ λύετε τὸ πουλάρι; 6 Αὐτοὶ δὲ εἶπαν ὅπως τοὺς παρήγγειλεν ὁ Ἰησοῦς. Καὶ τοὺς ἀφῆκαν νὰ τὸ πάρουν.

7 Καὶ ἔφεραν τὸ πουλάρι εἰς τὸν Ἰησοῦν καὶ ἔβαλαν ἐπάνω εἰς αὐτὸ τὰ ἐξωτερικά των ἐνδύματα καὶ ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτοῦ ὁ Ἰησοῦς. 8 Πολλοὶ δὲ ἔστρωσαν τὰ ροῦχα των εἰς τὸν δρόμον διὰ νὰ περάσῃ ἐπ’ αὐτῶν ὁ Ἰησοῦς, ἄλλοι δὲ ἔκοπταν ἀπὸ τὰ δένδρα κλάδους μὲ παχὺ φύλλωμα καὶ τοὺς ἔστρωναν εἰς τὸν δρόμον. 9 Καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ ἐπήγαιναν ἐμπρός, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀκολουθοῦσαν, ἐφώναζαν δυνατὰ καὶ ἔλεγον· Δόξα καὶ ὕμνος ἀνήκει εἰς τὸν ἀπόγονον τοῦ Δαβίδ· εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεὸν εἶναι αὐτός, ποὺ ἔρχεται σταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριον. 10 Εὐλογημένη καὶ δοξασμένη νὰ εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ προπάτορός μας Δαβίδ, ποὺ ἔρχεται καὶ πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ἀναστηλωθῇ κατ’ ἐντολὴν καὶ πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου, ποὺ μᾶς τὴν στέλλει. Δόξα σοι ἂς κράζουν καὶ οἱ ἐν τοῖς ὑψίστοις τοῦ οὐρανοῦ ἄγγελοι. 11 Καὶ εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ εἰς τὸν ἱερὸν περίβολον τοῦ ναοῦ. Καὶ ἀφοῦ μὲ ἀγανάκτησιν ἐκύτταξε τριγύρω ὅλα, ἐπειδὴ ἦτο πλέον ἡ ὥρα προχωρημένη, ἐβγῆκεν εἰς τὴν Βηθανίαν μαζὶ μὲ τοὺς δώδεκα.

Ο Απόστολος για σήμερα Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Α’ Β´ 18 – 29

18 Παιδία, ἐσχάτη ὥρα ἐστί, καὶ καθὼς ἠκούσατε ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται, καὶ νῦν ἀντίχριστοι πολλοὶ γεγόνασιν· ὅθεν γινώσκομεν ὅτι ἐσχάτη ὥρα ἐστίν. 19 ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ’ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν· εἰ γὰρ ἦσαν ἐξ ἡμῶν, μεμενήκεισαν ἂν μεθ’ ἡμῶν· ἀλλ’ ἵνα φανερωθῶσιν ὅτι οὐκ εἰσὶ πάντες ἐξ ἡμῶν. 20 καὶ ὑμεῖς χρῖσμα ἔχετε ἀπὸ τοῦ ἁγίου, καὶ οἴδατε πάντα. 21 οὐκ ἔγραψα ὑμῖν ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ὅτι οἴδατε αὐτήν, καὶ ὅτι πᾶν ψεῦδος ἐκ τῆς ἀληθείας οὐκ ἔστι. 22 τίς ἐστιν ὁ ψεύστης εἰ μὴ ὁ ἀρνούμενος ὅτι Ἰησοῦς οὐκ ἔστιν ὁ Χριστός; οὗτός ἐστιν ὁ ἀντίχριστος, ὁ ἀρνούμενος τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱόν. 23 πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν υἱὸν οὐδὲ τὸν πατέρα ἔχει.

24 Ὑμεῖς οὖν ὃ ἠκούσατε ἀπ’ ἀρχῆς, ἐν ὑμῖν μενέτω. ἐὰν ἐν ὑμῖν μείνῃ ὃ ἀπ’ ἀρχῆς ἠκούσατε, καὶ ὑμεῖς ἐν τῷ υἱῷ καὶ ἐν τῷ πατρὶ μενεῖτε. 25 καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία ἣν αὐτὸς ἐπηγγείλατο ἡμῖν, τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον. 26 Ταῦτα ἔγραψα ὑμῖν περὶ τῶν πλανώντων ὑμᾶς. 27 καὶ ὑμεῖς, τὸ χρῖσμα ὃ ἐλάβατε ἀπ’ αὐτοῦ, ἐν ὑμῖν μένει, καὶ οὐ χρείαν ἔχετε ἵνα τις διδάσκῃ ὑμᾶς, ἀλλ’ ὡς τὸ αὐτὸ χρῖσμα διδάσκει ὑμᾶς περὶ πάντων, καὶ ἀληθές ἐστι καὶ οὐκ ἔστι ψεῦδος, καὶ καθὼς ἐδίδαξεν ὑμᾶς μενεῖτε ἐν αὐτῷ. 28 Καὶ νῦν, τεκνία, μένετε ἐν αὐτῷ, ἵνα ὅταν φανερωθῇ ἔχωμεν παρρησίαν καὶ μὴ αἰσχυνθῶμεν ἀπ’ αὐτοῦ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ. 29 ἐὰν εἰδῆτε ὅτι δίκαιός ἐστι, γινώσκετε ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν δικαιοσύνην ἐξ αὐτοῦ γεγέννηται.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Α’ Γ´ 1 – 8

1 Ἴδετε ποταπὴν ἀγάπην δέδωκεν ἡμῖν ὁ πατὴρ ἵνα τέκνα Θεοῦ κληθῶμεν. διὰ τοῦτο ὁ κόσμος οὐ γινώσκει ἡμᾶς, ὅτι οὐκ ἔγνω αὐτόν. 2 Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐὰν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι. 3 καὶ πᾶς ὁ ἔχων τὴν ἐλπίδα ταύτην ἐπ’ αὐτῷ ἁγνίζει ἑαυτὸν, καθὼς ἐκεῖνος ἁγνός ἐστι. 4 Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ἀνομίαν ποιεῖ, καὶ ἡ ἁμαρτία ἐστὶν ἡ ἀνομία. 5 καὶ οἴδατε ὅτι ἐκεῖνος ἐφανερώθη ἵνα τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἄρῃ, καὶ ἁμαρτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστι. 6 πᾶς ὁ ἐν αὐτῷ μένων οὐχ ἁμαρτάνει· πᾶς ὁ ἁμαρτάνων οὐχ ἑώρακεν αὐτὸν οὐδὲ ἔγνωκεν αὐτόν. 7 Τεκνία, μηδεὶς πλανάτω ὑμᾶς· ὁ ποιῶν τὴν δικαιοσύνην δίκαιός ἐστι, καθὼς ἐκεῖνος δίκαιός ἐστιν· 8 ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς ὁ διάβολος ἁμαρτάνει. εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου.

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Α’ Β´ 18 – 29

18 Παιδιά μου, ἔρχομαι τώρα νὰ σᾶς ὑποδείξω ἕνα νέον κίνδυνον. Εἶναι ὥρα κρίσιμος καὶ γεμάτη ἀπὸ κινδύνους ἡ σημερινὴ ἐποχή. Καὶ καθὼς ἠκούσατε ἀπὸ τὸ εὐαγγελικὸν κήρυγμα, ὅτι πρόκειται νὰ ἔλθῃ ὁ ἀντίχριστος, καὶ τώρα ἔχουν ἀναφανῇ πολλοὶ αἱρετικοί, πρόδρομοι τοῦ ἀντιχρίστου. Ἐξ αὐτοῦ λοιπὸν μανθάνομεν, ὅτι ἡ ἐποχή μας εἶναι ἐποχὴ κρίσιμος. 19 Ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς ἐχωρίσθησαν καὶ ἐβγῆκαν ἔξω τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν πράγματι ἀπὸ ἡμᾶς· δὲν ἦσαν ποτὲ μέλη γνήσια τῆς Ἐκκλησίας. Διότι, ἐὰν τότε, ποὺ ἐφαίνοντο μαζί μας, ἦσαν πράγματι ἀπὸ ἡμᾶς καὶ γνήσια μέλη τῆς Ἐκκλησίας, θὰ εἶχαν μείνει μαζί μας. Ἀλλ’ ἔφυγαν καὶ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, διὰ νὰ μὴ μείνουν κρυμμένοι, ἀλλὰ διὰ νὰ φανερωθοῦν, ὅτι ὅλοι τους δὲν εἶναι ἀπὸ ἡμᾶς, δὲν εἶναι γνήσιοι Χριστιανοί. 20 Καὶ πρὸς τί ἑγὼ νὰ σᾶς ὁμιλῶ δι’ αὐτούς; Σεῖς ἔχετε χρῖσμα πνευματικόν, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ ἐλάβετε εἰς τὸ βάπτισμά σας ἀπὸ τὸν Ἅγιον, τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Καὶ μὲ τὸν φωτισμόν, ποὺ σᾶς δίδει τὸ χρῖσμα αὐτό, γνωρίζετε ὅλα τὰ σωτηριώδη, ὥστε δύνασθε νὰ διακρίνετε τὰς ψευδοδιδασκαλίας.

21 Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ σᾶς ἔγραψα τὰ ἀνωτέρω, ὄχι ἐπειδὴ δὲν γνωρίζετε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ σᾶς τὰ ἔγραψα, ἐπειδὴ γνωρίζετε αὐτὴν καὶ ἐπειδὴ πᾶν ψεῦδος δὲν ἔχει τὴν πηγήν του εἰς τὴν ἀλήθειαν. 22 Ποῖος εἶναι ὁ πραγματικὸς ψεύστης παρὰ ἐκεῖνος, ποὺ ἀρνεῖται ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἐνωμένος μὲ τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ εἰς ἕνα πρόσωπον Χριστός; Αὐτὸς εἶναι, ποὺ ἐνσαρκώνει τὸ πνεῦμα τοῦ ἀντιχρίστου, αὐτὸς ποὺ ἀρνεῖται τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν, ἀφοῦ δὲν δέχεται τὴν ἀποκάλυψιν, τὴν ὁποίαν περὶ τοῦ Πατρὸς μᾶς ἔκαμεν ὁ Υἱός. 23 Καθένας ποὺ ἀρνεῖται τὸν Υἱόν, δὲν ἔχει καὶ τὸν Πατέρα. 24 Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ἠκούσατε σεῖς διὰ τοῦ κηρύγματος ἀπὸ τὴν ἀρχήν τοῦ χριστιανικοῦ σας βίου περὶ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἂς μένῃ μέσα σας ἀμετάβλητον καὶ μόνιμον. Ἐὰν μείνῃ μέσα σας αὐτό, ποὺ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ἠκούσατε, καὶ σεῖς θὰ μείνετε εἰς στενὴν σχέσιν καὶ κοινωνίαν μὲ τὸν Υἱὸν καὶ τὸν Πατέρα. 25 Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόσχεσις, ποὺ μᾶς ὑπέσχέθη ὁ Χριστός, ἡ αἰώνιος ζωή, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἕνωσίν μας μὲ τὸν Υἱὸν καὶ μὲ τὸν Πατέρα.

26 Σᾶς ἔγραψα αὐτὰ δι’ ἐκείνους, ποὺ προσπαθοῦν νὰ σᾶς πλανήσουν μὲ τὰς αἱρετικάς των διδασκαλίας. 27 Καὶ σεῖς ἔχετε τὸ πνευματικὸν χρῖσμα, ἤτοι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποῦ ἐλάβετε ἀπὸ αὐτὸν τὸν Χριστὸν καὶ μένει τοῦτο μέσα σας, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς διδάσκῃ κανένας ἄνθρωπος. Ἀλλὰ καθὼς τὸ χρῖσμα, ποὺ μένει πάντοτε τὸ ἴδιον καὶ δὲν ἀλλάσσει ποτέ, σᾶς διδάσκει δι’ ὅλα, καὶ ἡ διδασκαλία του εἶναι ἀληθὴς καὶ δὲν εἶναι ψευδὴς καὶ καθὼς ἐξ ἀρχῆς σᾶς ἐδίδαξεν, ἔτσι πρέπει νὰ μείνετε εἰς αὐτὸν τὸν Χριστὸν καὶ νὰ κρατήσετε στερεὰ τὴν διδασκαλίαν, ποὺ σᾶς ἐδίδαξε τὸ Πνεῦμα. 28 Καὶ τώρα λοιπόν, παιδάκια μου, μένετε σταθεροὶ εἰς τὴν στενὴν σχέσιν καὶ κοινωνίαν μὲ τὸν Χριστόν, ὥστε ὅταν φανερωθῇ ἐνδόξως νὰ ἔχωμεν θάρρος καὶ πεποίθησιν εἰς αὐτὸν καὶ νὰ μὴ ἐντροπιασθῶμεν ἀποφεύγοντες αὐτὸν ὡς ἔνοχοι κατὰ τὴν δευτέραν του παρουσίαν. 29 Καὶ δὲν θὰ ἐντροπιασθῶμεν, ἐάν τοῦ ὁμοιάζωμεν. Καὶ ἔαν ἠξεύρετε, ὅτι εἶναι δίκαιος ὁ Χριστός, γνωρίζετε ἐκ πείρας καὶ ὅτι καθένας, ποὺ ἐφαρμόζει ἐν τῇ πράξει τὴν δικαιοσύνην, ἔχει γεννηθῆ ἀπὸ αὐτὸν καὶ τοῦ ὁμοιάζει, ὅπως κάθε παιδὶ ὁμοιάζει πρὸς τὸν πατέρα του.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Α’ Γ´ 1 – 8

1 Ναί, ἔχει γεννηθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἴδετε πόσον μεγάλην καὶ θαυμαστὴν ἀγάπην μᾶς ἔχει δώσει ὁ πατήρ, ὥστε νὰ ὀνομασθῶμεν τέκνα Θεοῦ. Δι’ αὐτὸ ὁ μακρὰν τοῦ Θεοῦ κόσμος τῶν ἀνθρώπων δὲν μᾶς νοιώθει καὶ δὲν μᾶς γνωρίζει, διότι δὲν ἐγνώρισεν αὐτόν, τὸν Θεόν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἠθικῶς ὁμοιάζομεν. 2 Ἀγαπητοί, τώρα εἴμεθα τέκνα Θεοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐφανερὠθη ἀκόμη, τί θὰ εἴμεθα εἰς τὸ μέλλον. Γνωρίζομεν ὅμως, ὅτι ἐὰν φανερωθῇ ὁ Χριστός, θὰ γίνωμεν ὅμοιοί του κατὰ τὴν δόξαν, διότι θὰ τὸν ἴδωμεν ὅπως εἶναι, εἰς τὴν κατάστασιν τῆς θείας δόξης, ἡ ὁποία ὡς εἰς ἄλλους πνευματικοὺς καθρέπτας θὰ καθρεπτισθῇ καὶ θὰ λάμψῃ καὶ εἰς ἡμᾶς. 3 Καὶ καθένας ποὺ ἔχει καὶ κρατεῖ στερεὰ τὴν ἐλπίδα ταύτην εἰς αὐτόν, τὸν Χριστόν, καθαρίζει τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν, καθὼς καὶ ἐκεῖνος εἶναι καθαρὸς καὶ ἅγιος. Μόνον οἱ ἁγνοὶ καὶ καθαροὶ θὰ ἀξιωθοῦν νὰ ἴδουν τὸν καθαρὸν καὶ ἅγιον.

4 Κάθε ἕνας ποὺ κάμνει τὴν ἁμαρτίαν, κάμνει καὶ τὴν ἀνομίαν. Παραβιάζει δηλαδὴ καὶ ἀθετεῖ καὶ περιφρονεῖ οὗτος τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ἐπανάστασις κατὰ τοῦ νόμου καὶ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ ἀνατροπὴν τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. 5 Καὶ ἠξεύρετε, ὅτι ἐκεῖνος ἐφανερώθη ὡς ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς, διὰ νὰ ἑξαλείψῃ τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ ἁμαρτία δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ, διότι παρέμεινε καθ’ ὅλον του τὸν βίον ἀπολύτως ἀναμάρτητος. 6 Καθένας λοιπὸν ποὺ μένει μέσα εἰς αὐτὸν καὶ εἶναι πάντοτε ἐνωμένος μαζί του, δὲν ἁμαρτάνει· καθένας δὲ ποὺ ἁμαρτάνῃ, δὲν τὸν ἔχει αἰσθανθῆ ἐσωτερικῶς μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς καὶ δὲν τὸν ἔχει γνωρίσει διὰ τῆς πείρας.

7 Παιδάκια μου, ἂς μὴ σᾶς πλανᾷ κανείς, ὀσονδήποτε πιθανὰ καὶ ἂν φαίνωνται τὰ ἐπιχειρήματά του. Ἡ ἀλήθεια εἶναι αὐτή· ἐκεῖνος, ποὺ ἐξασκεῖ εἰς τὸν βίον του τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀρετήν, εἶναι δίκαιος, ὅπως καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶναι δίκαιος, καὶ μόνος αὐτὸς ἔχει γνωρίσει τὸν δίκαιον Ἰησοῦν καὶ εἶναι ἐνωμένος μαζί του. 8 Ἐκεῖνος, ποὺ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἁμαρτίαν, κατάγεται ἀπὸ τὸν διάβολον καὶ ἔχει σχέσιν καὶ στενὴν γνωριμίαν μὲ τὸν διάβολον. Καὶ κατάγεται οὖτος ἀπὸ τὸν διάβολον, διότι ἐξ ἀρχ·ης ὁ διάβολος μὲ πεῖσμα πολὺ ἁμαρτάνῃ. Πρὸς αὐτὸν δὲ τὸν σκοπὸν ἐφανερώθη ἐπὶ τῆς γῆς ὡς ἄνθρωπος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ καταλύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου.

16η ΕΚΠΟΜΠΗ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥΚΕΡΚΥΡΑΣ, ΠΑΞΩΝ & ΔΙΑΠΟΝΤΙΩΝ ΝΗΣΩΝ...

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2021

ΦΕΚ Συναυλία της Μπάντας (Live Streaming) - 27.02.2021

Ομιλία στην Κυριακή του Ασώτου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 Ομιλία στην Κυριακή του Ασώτου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λουκ. ιε´ 11-32)



Ἡ ἀπερινόητη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο φαίνεται ἀπὸ τὴν μεγάλη Του ὑπομονή, τὴ μεγάλη συγχωρητικότητά Του καὶ τὴ μεγάλη χαρά Του. Τέτοια ἀγάπη στὴ γῆ μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μόνο μὲ τὴ μητρική. Ποιός ἔχει μεγαλύτερη ὑπομονὴ πρὸς κάθε πλάσμα στὴ γῆ, ἀπ’ ὅση ἔχει μία μητέρα γιὰ τὸ παιδί της; Ποιός ἔχει μεγαλύτερη συγχωρητικότητα ἀπὸ τὴ μητέρα; Ποιός κλαίει ἀπὸ χαρά, ὅταν βλέπει τὸν μετανιωμένο ἁμαρτωλό, ὅσο μία μητέρα ποὺ βλέπει τὴ βελτίωση τοῦ παιδιοῦ της;

Ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος, ἡ μητρικὴ ἀγάπη ξεπεράστηκε μόνο ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ὑπομονή Του τὸν ὁδήγησε στὰ φοβερὰ πάθη Του στὸ σταυρό. Ἡ συγχωρητικότητά Του πήγαζε ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ τὰ χείλη Του, ἀκόμα κι ὅταν βρισκόταν στὸ σταυρό. Ἡ χαρά Του γι’ αὐτοὺς ποὺ μετανοοῦσαν, ἁπάλυνε τοὺς πόνους τῆς στοργικῆς ψυχῆς Του. Μόνο ἡ θεία ἀγάπη ξεπερνάει τὴ μητρική. Μόνο ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ μάνα μας. Μόνο Ἐκεῖνος μᾶς συγχωρεῖ πιὸ εὔκολα ἀπὸ ἐκείνη. Μόνο ὁ Θεὸς χαίρεται περισσότερο ἀπὸ τὴ μητέρα μας, ὅταν ἐμεῖς βελτιωνόμαστε.

Αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ὑπομονὴ μαζί μας, ὅταν ἁμαρτάνουμε, δὲν μᾶς ἀγαπᾶ. Οὔτε μᾶς ἀγαπᾶ αὐτὸς ποὺ δὲν μᾶς συγχωρεῖ, ὅταν μετανοοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Καὶ λιγότερο ἀπ’ ὅλους μᾶς ἀγαπᾶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν χαίρεται, ὅταν βελτιωνόμαστε. Ἡ ὑπομονή, ἡ συγχωρητικότητα κι ἡ χαρὰ εἶναι τὰ τρία μέγιστα χαρακτηριστικὰ τῆς θείας ἀγάπης. Εἶναι χαρακτηριστικὰ τῆς ὁλοκληρωτικῆς, τῆς πραγματικῆς ἀγάπης – ἂν ὑπάρχει πραγματικὴ ἀγάπη ἔξω ἀπὸ τὴ θεϊκή. Χωρὶς τὰ τρία αὐτὰ χαρακτηριστικά, ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἀγάπη. Ἂν δώσεις τὸ ὄνομα «ἀγάπη» σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο, εἶναι σὰ νά ᾽δινες τὸ ὄνομα «πρόβατο» σὲ μία κατσίκα ἢ σ’ ἕνα γουρούνι.

Στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ, ὁ Κύριος Ἰησοῦς μᾶς παρουσιάζει τὴν εἰκόνα τῆς πραγματικῆς, τῆς θεϊκῆς ἀγάπης. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ εἶναι ἱστορημένη μὲ τόσο ζωηρὰ καὶ καθαρὰ χρώματα, ὥστε μπροστὰ στὰ μάτια μας μοιάζει ζωντανή, ὅπως φαίνεται ὁ κόσμος μας μετὰ τὸ σκοτάδι, ὅταν ἀνατέλλει ὁ ἥλιος. Δύο χιλιάδες χρόνια τώρα τὰ χρώματα τῆς εἰκόνας αὐτῆς δὲν ξεθώριασαν, οὔτε καὶ πρόκειται νὰ ξεθωριάσουν ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι στὴ γῆ κι ὁ Θεὸς ἐξακολουθεῖ νὰ τοὺς ἀγαπᾶ. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα. Ὅσο πιὸ ἁμαρτωλοὶ γίνονται οἱ ἄνθρωποι, τόσο πιὸ ζωντανὴ μοιάζει ἡ εἰκόνα, τόσο πιὸ φρέσκια.

«Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δὸς μοὶ τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας» (Λουκ. ιε΄ 11-12). Ἕνας ἄνθρωπος εἶχε δύο γιούς. Καὶ εἶπε ὁ νεώτερος ἀπ’ αὐτοὺς στὸν πατέρα του: πατέρα, δός μου τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας ποὺ μοῦ ἀνήκει. Κι ὁ πατέρας τοὺς μοίρασε τὴν περιουσία. Πόσο ἁπλὸ μὰ καὶ πόσο δραματικὸ εἶναι τὸ ξεκίνημα τῆς παραβολῆς αὐτῆς! Πόσο βάθος κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴν ἁπλότητα αὐτή! Πίσω ἀπὸ τὶς λέξεις “ἄνθρωπός τις”, κρύβεται ὁ Θεός. Κάτω ἀπὸ τὶς λέξεις δύο υἱούς, ὑπάρχουν ὁ δίκαιος ἄνθρωπος κι ὁ ἁμαρτωλός, ἢ μᾶλλον, ὅλοι οἱ δίκαιοι ἄνθρωποι κι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Θεὸς στὴν ἀρχὴ δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο δίκαιο. Ἀργότερα ἔγινε ἁμαρτωλός. Ὁ ἁμαρτωλὸς ζητάει τὸ μερίδιό του, τόσο ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅσο κι ἀπὸ τὸν δίκαιο ἀδερφό του.

Μὲ τοὺς δύο γιοὺς πρέπει ἐπίσης νὰ κατανοήσουμε τὴ διπλὴ φύση ποὺ ἔχει κάθε ἄνθρωπος: τὴ μία ποὺ διψάει γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἄλλη ποὺ ρέπει πρὸς τὴν ἁμαρτία. Ἡ μία φύση πιέζει τὸν ἄνθρωπο νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τοῦ νοῦ, ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· ἡ ἄλλη τὸν σπρώχνει νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τῆς σάρκας (βλ. Ρωμ. ζ΄ 22-23). Ἔχουμε τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο καὶ τὸν σαρκικό, δύο ἀνθρώπους νὰ συνυπάρχουν στὸν ἕνα. Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φανταστεῖ πὼς θὰ ζήσει μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ σαρκικὸς νομίζει πὼς ἡ ζωή του ἀρχίζει, μόνο ὅταν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι πρεσβύτερος, ὁ σαρκικὸς νεώτερος. Ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ δημιουργία του ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι πρεσβύτερος, ἀφοῦ μαθαίνουμε πὼς ὁ Θεὸς εἶπε στὴν ἀρχή: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡμετέραν» (Γεν. α΄ 26).

Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ πνευματικὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι ἡ σαρκική. Ἐξ ἄλλου ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν πηλὸ (Γεν. β΄ 7), στὸν ὁποῖο «ἐνεφύσησεν» τὴν εἰκόνα ποὺ εἶχε ἤδη διαμορφωθεῖ, δηλαδὴ τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο. Βέβαια τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, ὅπως τὸ δημιούργησε ὁ Θεός, ἂν καὶ ἦταν πηλός, δὲν ἦταν ἁμαρτωλό, ἔστω κι ἂν αὐτὸ ὁδήγησε τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁμαρτία. Ἐπίσης ἡ Εὔα ἦταν νεώτερη ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ παραβίασε τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ κι ἔπεσε στὸν πειρασμὸ λόγῳ τῶν ἐπιθυμιῶν τῆς σάρκας της. Μὲ τὴν πτώση της χωρίστηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὁδηγήθηκε «εἰς χώραν μακράν», στὸ βασίλειο τοῦ Σατανᾶ.

«Δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας». Ἔτσι μιλάει στὸν Θεὸ ὁ ἁμαρτωλός. Γιατί ἔτσι εἶναι. Τί ἀνήκει στὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν εἶναι τοῦ Θεοῦ; Ὁ πηλός, μόνο ὁ πηλός, τίποτ’ ἄλλο. Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸν πηλὸ τὸν δημιούργησε ὁ Θεός. Ὁ πηλὸς ὅμως δὲν εἶναι μέρος τῆς ὕπαρξής Του. Ἔτσι μόνο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ πὼς ὁ πηλὸς τοῦ ἀνήκει. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τ’ ἄλλα ἀνήκουν στὸν Θεό. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τὸν Θεό, ὅλα ὅσα ἀνήκουν στὸν Θεό, ἀνήκουν καὶ στὸν ἴδιο. Ὅπως ὁ Θεὸς λέει: «τέκνον… πάντα τὰ ἐμά, σά ἐστιν» (Λουκ. ιε΄ 31), ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση: «πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιϛ΄ 15).

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποφασίσει νὰ χωριστεῖ ἀπὸ τὸν Θεό· κι ὅταν ζητήσει νὰ λάβει τὸ μερίδιό του ἀπὸ τ’ ἀμέτρητα ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μὴν τοῦ δώσει τίποτα, χωρὶς νὰ χάσει τὴ δικαιοσύνη Του. Γιατί χωρὶς τὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα τίποτα. Κι ὅλα ὅσα κατέχει, εἶναι τίποτα. Ὅταν ὁ Θεὸς τοῦ δίνει πηλό, δηλαδὴ μόνο σῶμα χωρὶς πνεῦμα, χωρὶς ψυχή, χωρὶς πνευματικὲς δωρεές, πάλι τοῦ ἔχει δώσει περισσότερα ἀπ’ ὅσα τοῦ ἀνήκουν. Καὶ τοῦ τά ’δωσε αὐτὰ ὄχι ὡς πράξη δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἐλέους. Καθὼς ὅμως τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπροσμέτρητα ἀνώτερο ἀπὸ τὸ ἔλεος ποὺ ἔχει μία μητέρα πρὸς τὸ παιδί της, ὁ Θεὸς δίνει στὸ ἁμαρτωλὸ παιδί Του κάτι περισσότερο ἀπὸ πηλό. Μαζὶ μὲ τὸ σῶμα δηλαδὴ τοῦ δίνει καὶ ψυχή, ὅπως καὶ στὰ ζῶα, τοῦ ἀφήνει καὶ κάποια πνευματικὰ χαρίσματα ὅπως ἐπίγνωση, συνείδηση, ἐπιθυμία τοῦ καλοῦ. Κι αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ μόνο ἕνας μικρὸς σπινθήρας, ἀρκετὸς νὰ τὸν διαφυλάξει, γιὰ νὰ μὴν πέσει χαμηλὰ καὶ φτάσει στὸ ἐπίπεδο τῶν ζώων, γιὰ νὰ μὴ γίνει ἕνα ζῶο ἀνάμεσα στὰ ἄλλα.

«Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον». Ὁ πρεσβύτερος γιὸς κάθισε μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του κι ἀπολάμβανε ὅλα τὰ ἀγαθά του. Ὁ νεώτερος γιὸς ὅμως «μετ᾽ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα… ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως» (Λουκ. ιε΄ 13). Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες μάζεψε ὅλα ὅσα τοῦ ἔδωσε ὁ πατέρας του καὶ πῆγε σὲ μία μακρινὴ χώρα. Ἐκεῖ ἔζησε μὲ ἀσωτεία καὶ σπατάλησε ὅλη τὴν περιουσία του.

Αὐτὸ τὸ “μετ᾽ οὐ πολλὰς ἡμέρας”, δὲν θυμίζει ἆραγε τὴ σύντομη παραμονὴ τοῦ Ἀδὰμ στὸν παράδεισο; Ὅταν ἁμάρτησε ὁ Ἀδάμ, ζήτησε κι ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ μερίδιό του. Τότε εἶδε τὴ γύμνωσή του. Εἶδε δηλαδὴ πὼς χωρὶς τὸν Θεὸ δὲν εἶναι τίποτα. Κι ὁ Θεὸς μὲ τὸ ἔλεός Του δὲν τὸν ἔδιωξε γυμνό, ἀλλὰ τοῦ ἔδωσε ροῦχα. «Καὶ ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ καὶ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καὶ ἐνέδυσεν αὐτοὺς» (Γεν. γ΄ 21). «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. γ΄ 19), εἶπε στὸν Ἀδάμ. Αὐτὸ σημαίνει: Στὴν καλύτερη περίπτωση μόνο ὁ πηλὸς εἶναι δικός σου. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι δικά μου. Ζήτησες αὐτὸ ποὺ σοῦ ἀνήκει κι Ἐγὼ σοῦ τὸ ἔδωσα. Γιὰ σένα ὅμως, γιὰ νὰ μπορέσεις νὰ ζήσεις ἔστω καὶ στὴ σκιὰ αὐτοῦ ποὺ ἤσουν πρίν, σοῦ δίνω καὶ κάτι παραπάνω. Σοῦ δίνω ἕνα σπινθήρα τῆς θεϊκῆς μου δύναμης καὶ ἀξίας.

Αὐτό, ποὺ ἔπαθε ὁ Ἀδάμ, ἐπαναλαμβάνεται ξανὰ καὶ ξανὰ σὲ ἑκατομμύρια ἀπογόνους του. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ μὲ τὴν ἁμαρτία τους χωρίστηκαν ἀπὸ τὸν Θεό, λαβαίνουν τὸ μερίδιό τους κι ἀποδημοῦν εἰς χώραν μακράν. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ πιέσει κανέναν νὰ μείνει μαζί Του. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο ἐλεύθερο καὶ δὲν θέλει μὲ τίποτα νὰ περιορίσει τὴν ἐλευθερία του, γιατί αὐτὸ θά ’ταν ἀντίθετο στὴ θεϊκή Του φύση.

Τί κάνει τώρα ὁ ἀνόητος ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, ὅταν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὅταν χωρίζεται ἀπ’ Αὐτόν; Ἀποδημεῖ σὲ χώρα μακρινὴ καὶ σπαταλάει τὴν περιουσία του ζώντας μὲ ἀσωτεῖες. Αὐτὰ δὲν τὰ ἔχει κάνει ἕνας μόνο ἁμαρτωλός. Δὲν τὰ ἔκανε μόνο ὁ νεώτερος γιὸς τῆς παραβολῆς. Αὐτὰ τὰ κάνουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅταν χωρίζονται ἀπὸ τὸ Θεό, ἀφοῦ «ἐξέλιπαν ἐν ματαιότητι αἱ ἡμέραι αὐτῶν» (Ψαλμ. οζ΄ 33).

Τί σημαίνει ζῶν ἀσώτως; Πὼς τὶς μέρες του τὶς δαπάνησε ἄσκοπα, μέσα στὴν ἁμαρτία, μὲ μεθύσια, διαπληκτισμούς, ὀργή, σπατάλες καὶ κυρίως μὲ ἀνηθικότητα. Μὲ ἁμαρτίες ποὺ σπαταλοῦν τὶς ζωτικὲς λειτουργίες γρήγορα καὶ ὁλοκληρωτικά, ἐνῶ ὁ θεϊκὸς σπινθήρας ἐξαφανίζεται. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἀγάπη, παραδίνεται στὰ πάθη. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐγκαταλείπει τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, κυκλώνεται ἀπὸ πλῆθος παθῶν καὶ περιφέρεται ἀπὸ ᾽δῶ κι ἀπὸ ᾽κεῖ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι σὰν νὰ παίρνει τὸ τσεκούρι καὶ νὰ κόβει τὶς ἴδιες τὶς ρίζες τῆς ζωῆς του. Κόβει κάθε μέρα κι ἀπὸ μία ρίζα, ὡσότου τὸ δέντρο ἀρχίσει νὰ μαραίνεται. Ὁ Ἄσωτος Υἱὸς ἔζησε ἄσκοπα καὶ σπατάλησε ὅλη τὴν περιουσία ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ πατέρας του. «Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι». Κι ἀφοῦ τὰ ξόδεψε ὅλα, στὴ μακρινὴ αὐτὴ χώρα ἔπεσε πείνα μεγάλη κι ἄρχισε κι ὁ ἴδιος νὰ πεινᾶ. Στὴ μακρινὴ αὐτὴ χώρα, μακριὰ πολὺ ἀπὸ τὸ Θεό, ὑπάρχει πάντα πείνα, γιατί ἡ γῆ δὲν μπορεῖ νὰ χορτάσει τὸν πεινασμένο ἄνθρωπο. Ἡ τροφή της τὸ μόνο ποὺ κάνει, εἶναι νὰ αὐξάνει τὴν πείνα του. Ἡ γῆ μόνο τὰ ἄλογα ζῶα μπορεῖ νὰ χορτάσει. Σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ χορτάσει τὸν ἄνθρωπο. Στὴ μακρινὴ χώρα πάντα ὑπάρχει πείνα. Ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ ξεχνᾶ τελείως τὸν Θεὸ καὶ δαπανᾶ ὅλες τὶς ζωτικὲς δυνάμεις του, ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε μὲ τὸ μερίδιό του, πέφτει σὲ μεγάλη πείνα. Μία πείνα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κορέσει οὔτε γιὰ μία στιγμὴ ἡ γῆ ὁλόκληρη, μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά της.

Τὸ ἴδιο γίνεται μέχρι σήμερα μὲ κάθε ἁμαρτωλὸ ποὺ παραδίδεται ὁλοκληρωτικὰ στὴ γῆ, στὸ σῶμα καὶ τὶς σωματικὲς ἀπολαύσεις. Ἡ τραγωδία γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ἀρχίζει ὅταν ὅλ’ αὐτὰ γίνονται ἀποκρουστικά, μοιάζουν μὲ βρῶμα καὶ δυσωδία. Τότε ἀρχίζει νὰ παραπονιέται γιὰ τὸν κόσμο ὁλόκληρο, νὰ καταριέται τὴν ἴδια του τὴ ζωή. Μὲ στεγνὸ τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχή του, νιώθει σὰν νά ’χει μέσα του ἕνα κενό, σὰν νά ’ναι ἕνα καλάμι ξερό, ἀπ’ ὅπου περνάει παγερὸς ἀέρας. Ὅλα τοῦ φαίνονται μαῦρα. Ὅλα εἶναι ἄσχημα, ἀηδιαστικά. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ποὺ βρίσκεται, τά ’χει χαμένα, δὲν ξέρει τί νὰ κάνει. Δὲν πιστεύει στὴ ζωή του. Πῶς τότε μπορεῖ νὰ πιστέψει στὴν ἄλλη; Ἐκείνη τὴν ἔχει ξεχάσει ἐντελῶς, τούτην ἐδῶ ἄρχισε νὰ τὴν μισεῖ. Τί κάνουμε τώρα; Ποῦ πᾶμε; Τὸ σύμπαν ὁλόκληρο τὸν πιέζει καὶ πουθενὰ δὲν βλέπει πόρτα μὲ ἔνδειξη «ἔξοδος».

Ὁ τάφος δὲν εἶναι διέξοδος, εἶναι εἴσοδος. Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ τέτοια ἀπελπισμένη κατάσταση, τοῦ παρουσιάζεται ὁ σατανᾶς, ποὺ ὅλον αὐτὸν τὸν καιρὸ ἦταν κοντά του καὶ τὸν ὁδηγοῦσε ἀπὸ ἁμαρτία σὲ ἁμαρτία, ἂν καὶ κρυφά, ἀόρατα. Τώρα ὅμως τοῦ παρουσιάζεται, τὸν παίρνει στὴν ὑπηρεσία του καὶ τὸν στέλνει στὸν ἀγρό του γιὰ νὰ ποιμάνει τοὺς χοίρους. Ὅπως λέει κι ἡ παραβολή, «πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους» (Λουκ. ιε΄ 15).

Αὐτὸ παθαίνει κάθε ἀνυπάκουος γιὸς ποὺ ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸν πατέρα του. Τὸν ἀποχαιρέτησε γεμάτος ὑπερηφάνεια καὶ μεγάλα σχέδια γιὰ τὴ ζωή του, γιὰ τὴν εὐτυχία του, ἀλλὰ κατάντησε δοῦλος κάποιου ποὺ ἦταν χειρότερος ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἔγινε ποιμένας σὲ ξένους χοίρους.

Εἶναι φανερὸ ὅτι μὲ τὸν ἕνα τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, ἐννοεῖ τὸν πονηρό. Ἐδῶ βέβαια ἀναφέρεται ἄνθρωπος, ὅπως κι ὁ πατέρας ὀνομάζεται ἄνθρωπος, ἱστορεῖται ὅμως μ’ ἕναν τρόπο ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπὸ τὸν «πατέρα-ἄνθρωπο», ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔφυγε ὁ ἀνόητος γιός. Αὐτὸς ἐδῶ δὲν εἶναι ἄνθρωπος τῆς οὐράνια βασιλείας, οὔτε κὰν τῆς ἐπίγειας, ἀλλὰ κάποιας τρίτης, τῆς βασιλείας τοῦ σκότους καὶ τῆς φρίκης, τῆς παρακμῆς καὶ τῆς γέεννας, τῆς βασιλείας τῶν δαιμόνων. Μὲ τὸν πρῶτο, τὸν «πατέρα-ἄνθρωπο», ὁ ἁμαρτωλὸς ὀνομάζεται γιός, μὲ τὸν ἄλλο, τὸν «πονηρὸ-ἄνθρωπο», ὀνομάζεται δοῦλος. Ὅταν ἦταν κοντὰ στὸν «πατέρα-ἄνθρωπο» ἦταν εὐλογημένος, εἶχε ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ μάλιστα μὲ ἀφθονία. Μὲ τὸν ἄλλον, τὸν «πονηρὸ-ἄνθρωπο», πεινάει. Πεινοῦσε τόσο πολύ, ὥστε ἤθελε νὰ φάει τὰ ξυλοκέρατα ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, μὰ κανένας δὲν τοῦ ἔδινε οὔτε κὰν ἀπ’ αὐτά. Οἱ χοῖροι ἐδῶ ἔχουν μία βαθύτερη σημασία. Μ’ αὐτοὺς πρέπει νὰ ὑπονοήσουμε τὰ πονηρὰ πνεύματα, τοὺς κατοίκους τῆς βασιλείας τῶν δαιμόνων. Τὰ πονηρὰ πνεύματα εἶναι φορεῖς κάθε ἀκαθαρσίας. Καὶ οἱ χοῖροι εἶναι τὰ ὁρατὰ σύμβολα τῆς βρωμιᾶς. Ὅταν ὁ Κύριος «ἐξέβαλε» τὰ πονηρὰ πνεύματα ἀπὸ τὸν δαιμονισμένο στὰ Γάδαρα, τὰ ἔστειλε στοὺς χοίρους (βλ. Λουκ. η΄ 32-33). Ὅπως οἱ χοῖροι εἶναι κολλημένοι στὴ γῆ, ἔτσι καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα ριζώνουν μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὡσότου βροῦν μέσα του κάποια ἀκαθαρσία γιὰ νὰ τραφοῦν. Μὲ τὰ ξυλοκέρατα πρέπει νὰ ὑπονοήσουμε κάθε ἀκαθαρσία τοῦ μέσα ἀνθρώπου, δηλαδὴ πονηρὲς σκέψεις, ἰδιοτελεῖς, ἁμαρτίες, ἀκάθαρτες καὶ λάγνες ἐπιθυμίες κι ἄλλα πάθη. Τὰ πονηρὰ πνεύματα τρέφονται καὶ ἱκανοποιοῦνται μὲ ὅλα ὅσα ἀπομυζοῦν τὴν ψυχὴ καὶ τὴν μαραίνουν. Ὅλα ὅσα γίνονται στὸ σκότος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἐκεῖ ποὺ δὲν φτάνει ὁ θεῖος φωτισμός, ὅπως οἱ καρποὶ ποὺ ἀναπτύσσονται μέσα στὸ ἔδαφος, εἶναι ἡ ἀκάθαρτη τροφὴ γιὰ τὰ πονηρὰ πνεύματα.

Τὰ πονηρὰ πνεύματα ὅμως δὲν δίνουν τὴν τροφὴ αὐτὴ στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ μπῆκε στὴν ὑπηρεσία τους. Τὸν τρέφουν ὣς τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ γίνει ὁλότελα δικός τους, ποὺ θὰ ὑποταχθεῖ στὴ δύναμή τους. Μετά, ὅταν τὸν ἔχουν στὸ χέρι τους, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸν ταΐσουν ἄλλο. Ἡ τροφή τους εἶναι δηλητήριο· κι αὐτὸς τώρα ἔχει δηλητηριαστεῖ ὁλόκληρος. Αὐτὸ ποὺ ὣς τότε ἦταν δηλητήριο, τώρα τὸν τρέφει. Ροκανίζουν τὴν ψυχή του καὶ περιμένουν τὴν ὥρα ποὺ θ’ ἀποχωριστεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, τότε ποὺ θὰ μποροῦν νὰ τὴν ταΐσουν μὲ ἀκόμα μεγαλύτερα βάσανα στὸ σκοτάδι τῆς γέενας. Ὅπως εἶπε ὁ προφητάνακτας Δαβίδ, «κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος» (Ψαλμ. ρμβ΄ 3). Ὁ Ἄσωτος Υἱὸς ἔμοιαζε μὲ νεκρὸ προτοῦ πεθάνει σωματικά.

Τὴ στιγμὴ ἐκείνη ὅμως, ποὺ ὁ Ἄσωτος Υἱὸς βρισκόταν στὴν ἔσχατη ἀπόγνωση, τὴν ὥρα τῆς μεγάλης πείνας καὶ τοῦ τρόμου, μία σπίθα ἄναψε μέσα του. Μία ξεχασμένη, ἐντελῶς ἀπρόσμενη σπίθα. Ἀπὸ ποῦ φάνηκε ἡ σπίθα αὐτὴ σὲ σβησμένα κάρβουνα; Πῶς ξεπήδησε σπίθα ἀπὸ νεκρὸ σῶμα; Ἦρθε ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἐπισημάναμε ἀπὸ τὴν ἀρχή, πὼς ὁ πατέρας, τὴν ὥρα ποὺ ἔδινε στὸ γιὸ τὴν ἀναλογία του, ἔδωσε κάτι παραπάνω ἀπὸ τὸ μερτικό του. Μαζὶ μὲ τὸν πηλὸ τοῦ ἔδωσε κι ἕναν σπινθήρα συνείδησης καὶ ἐπίγνωσης. Ὅταν ὁ σοφὸς καὶ εὔσπλαχνος πατέρας τοῦ ἔδινε τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας, ποὺ τοῦ ἀνῆκε, ἦταν σὰν νὰ μονολογοῦσε: «Θὰ τοῦ δώσω κι αὐτό: λίγη συνείδηση καὶ ἐπίγνωση, κάτι ἀπ’ αὐτὸ ποὺ θέλησε νὰ ἐγκαταλείψει φεύγοντας. Γιατί ὄχι; Θὰ τὸ χρειαστεῖ. Φεύγει, πηγαίνει σὲ χώρα κρύα, φτωχή. Ὅταν βρεθεῖ σὲ μεγάλη ἀνάγκη, καὶ μόνο αὐτὴ ἡ σπίθα μπορεῖ νὰ φωτίσει τὸ δρόμο ποὺ θὰ τὸν ὁδηγήσει πίσω σὲ μένα. Ἐντάξει. Ἂς τὸ πάρει κι αὐτό. Θὰ τὸ χρειαστεῖ. Ἡ σπίθα αὐτὴ θὰ τὸν σώσει».

Κι ἔτσι ἔγινε. Ἡ σπίθα αὐτὴ ἔλαμψε στὸ βαθὺ σκοτάδι, ἀκριβῶς τὴ δωδέκατη ὥρα, τότε ποὺ ὁ Ἄσωτος Υἱὸς εἶχε φτάσει στὸ τρίτο βασίλειο κι εἶχε παραδοθεῖ στὴν ὑπηρεσία τοῦ διαβόλου. Ἔλαμψε μέσα του σὰν μαγικὸ φαναράκι τὸ ξεχασμένο ἀπὸ παλιὰ φῶς τῆς συνείδησης καὶ τῆς ἐπίγνωσης. Καὶ στὴ λάμψη τοῦ φαναριοῦ αὐτοῦ ἦρθε στὸν ἑαυτό του, σὲ ἐπίγνωση. Μόνο μὲ τὸ φωτισμὸ τῆς μικρῆς αὐτῆς σπίθας κατόρθωσε νὰ δεῖ τὴν ἄβυσσο ὅπου εἶχε πέσει, νὰ νιώσει ὅλη τὴ δυσοσμία, ποὺ εἶχε ἀνασάνει, τὸ βρώμικο περιβάλλον, ὅπου ζοῦσε καὶ τὴ διεφθαρμένη κοινωνία, στὴν ὁποία εἶχε ἐνταχθεῖ. Μὲ τὸ φῶς, ποὺ ἀνέδιδε τὸ μικρὸ φαναράκι, αὐτὸ ποὺ εἶχε βάλει στὴν ψυχή του ὁ εὔσπλαχνος πατέρας τους, ξύπνησε ἀπὸ τὸ φοβερὸ ὄνειρο κι ἄρχισε νὰ συγκρίνει τὴ ζωή, ποὺ ἔκανε παλιότερα, κοντὰ στὸν πατέρα του, μὲ κείνην ποὺ ζοῦσε τώρα.

«Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ» (Λουκ. ιε΄ 17-19). Κάποια στιγμὴ συνῆλθε, ἦρθε στὸν ἑαυτό του καὶ σκέφτηκε: πόσους μισθωτοὺς ἔχει ὁ πατέρας μου, ποὺ χορταίνουν μὲ τὸ παραπάνω ἀπὸ τὰ ἀγαθά του κι ἐγὼ πεθαίνω τῆς πείνας; Ἂς σηκωθῶ κι ἐγὼ λοιπὸν κι ἂς γυρίσω κοντά του λέγοντας: πατέρα μου, ἁμάρτησα καὶ στὸν οὐρανό, στὸν Θεό, μὰ καὶ σὲ σένα. Τώρα πιὰ δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ξαναγίνω γιός σου. Καὶ μὲ τὴ σκέψη αὐτὴ ξεκίνησε γιὰ νά ’ρθει στὸν πατέρα του.

Ὁ Θεοφύλακτος λέει: «Ἀπὸ τὸ “εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν” συμπεραίνουμε πὼς ὅσο καιρὸ ζοῦσε στὴν ἁμαρτία, ἦταν ἐκτὸς ἑαυτοῦ. Κι ἔτσι εἶναι. Ὅταν περιπλανιόμαστε μὲ τὶς αἰσθήσεις μας ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, ἀποξενωνόμαστε ἀπὸ μᾶς τοὺς ἴδιους, ἀπὸ τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο καὶ ἐγκαταλείπουμε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ἐντὸς ἡμῶν».

Μὲ τὸ ποὺ ἄρχισε νὰ λάμπει ἡ σπίθα στὴν ψυχὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ καὶ μὲ τὸ ποὺ ἔκανε τὴ σύγκριση ἀνάμεσα στὴ ζωὴ ποὺ ζοῦσε κοντὰ στὸν πατέρα του καὶ σὲ κείνην ποὺ ζοῦσε τώρα στὴ μακρινὴ χώρα, πῆρε τὴν ἀπόφαση: “Ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου”. Ἂς σηκωθῶ, εἶπε. Ἀναγνώρισε ἔτσι τὸ τέλμα ὅπου βρισκόταν. Τρίτος δρόμος δὲν ὑπάρχει. Ὁ ἕνας εἶναι αὐτὸς ποὺ ὁδηγεῖ χαμηλά, στὰ βάθη τῆς δαιμονικῆς ἀβύσσου, κι ὁ ἄλλος εἶναι αὐτὸς ποὺ ὁδηγεῖ ψηλά, στὸν πατέρα. Κι ὁ πατέρας τοῦ εἶναι πλούσιος. Πείνα δὲν ὑπάρχει κοντά του. Οἱ μισθωτοὶ ὑπηρέτες τοῦ τρῶνε καλὰ κι ἔχουν καὶ περισσεύματα· κι αὐτός, ὁ γιός του, λιμοκτονεῖ, πεθαίνει τῆς πείνας.

«Ψωμὶ» ἐδῶ πρέπει νὰ ἐννοήσουμε τὴ «ζωή». Οἱ «μισθωτοὶ ὑπηρέτες» εἶναι ὑπάρξεις στὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, κατώτερες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὰ ζῶα κι ἄλλα ὄντα. Ὁ Ἄσωτος Υἱὸς εἶχε πέσει πιὸ χαμηλὰ ἀπὸ τὰ ζῶα. Καὶ ζητοῦσε νὰ ζεῖ τουλάχιστο ὅπως τὰ ζῶα, ποὺ ὅμως δὲν εἶναι ἐλεύθερες ὑπάρξεις. Τὰ κυβερνᾶ ὁ Θεὸς ἀποκλειστικὰ μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴ θέλησή Του. Τὰ φροντίζει, τοὺς χαρίζει ζωή, καὶ τοὺς παρέχει τροφὴ ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες τους. Ὁ Ἄσωτος Υἱὸς ὅμως σπατάλησε τὶς ζωτικὲς αὐτὲς δυνάμεις ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωσε στὰ ζῶα καὶ ποὺ αὐτὰ τὶς διαχειρίζονται σωστά.

«Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου». Μὲ τὴ λέξη «οὐρανὸς» ἐδῶ πρέπει νὰ ἐννοήσουμε κατ’ ἀρχὴν ὁλόκληρο τὸ χορὸ τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ καὶ ἰδιαίτερα τοὺς φύλακες ἀγγέλους. Ἔπειτα τὶς πνευματικὲς δωρεὲς ποὺ ὁ Θεὸς χαρίζει σὲ κάθε ἄνθρωπο, ἀκόμα καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Τὸ ὅτι ὁ οὐρανὸς ἐδῶ ἀναφέρεται στοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ φαίνεται κι ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ Κυρίου: «Χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. ιε΄ 7, 10). Ἐφ᾽ ὅσον λοιπὸν ὑπάρχει χαρὰ γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ μετανοεῖ, ὑπάρχει καὶ λύπη γιὰ τὸν ἀμετανόητο.

Τὸ ὅτι ὁ «οὐρανὸς» σημαίνει ἐπίσης τὶς πνευματικὲς δωρεὲς ποὺ χαρίζει ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο, φαίνεται κι ἀπὸ τὰ ἑξῆς λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμὶν Ἁγίου Πνεύματος ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν;» (A΄ Κoρ. ϛ΄ 19). Κι ἀκόμα πιὸ καθαρὰ φαίνεται ἀπὸ τὰ λόγια του Σωτήρα μας: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι» (Λουκ. ιζ΄ 21). Ἔτσι, αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἁμαρτάνει κι ἐναντίον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ, καθὼς κι ἐναντίον τοῦ δικαίου ἀνθρώπου ποὺ βρίσκεται μέσα του, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἀνήκει στὸν Θεό. Αὐτὸ σημαίνει τὸ «ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανόν». Γι᾽ αὐτὸ κι ὁ Ἄσωτος Υἱὸς λέει: «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου».

«Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτὸν» (Λουκ. ιε΄ 20). Κι ἐνῶ βρισκόταν ἀκόμα μακριά, τὸν εἶδε ὁ πατέρας του καὶ τὸν σπλαχνίστηκε, ἔτρεξε ἀμέσως κοντά του, ἔπεσε μὲ ἀγάπη στὸν τράχηλό του καὶ τὸν γέμισε φιλιά.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ! Ἀπροσμέτρητη, εὐγενική, μεγαλειώδης! Ὅσο μεγάλη ἦταν ὣς τώρα ἡ ὑπομονή του γιὰ τὸν ἁμαρτωλό, ἄλλη τόση εἶναι τώρα ἡ συγχωρητικότητα κι ἡ χαρά Του. Μὲ τὸ ποὺ θὰ μετανοήσει ὁ ἁμαρτωλὸς κι ἀποφασίσει νὰ ἐπιστρέψει στὸ Θεό, Ἐκεῖνος ἔχει ξεκινήσει ἤδη νὰ τὸν συναντήσει, νὰ τὸν ὑποδεχτεῖ, νὰ τὸν ἀγκαλιάσει καὶ νὰ τὸν φιλήσει.

Ἡ χαρὰ τῆς μάνας ὅταν βλέπει τὴν προκοπὴ τοῦ παιδιοῦ της, εἶναι μεγάλη. Ἡ χαρὰ τοῦ τσοπάνου ὅταν βρίσκει τὸ χαμένο πρόβατο, εἶναι μεγάλη. Ἡ χαρὰ τῆς γυναίκας ποὺ βρίσκει τὸ χαμένο νόμισμά της, εἶναι μεγάλη. Καμιὰ ἀπὸ τὶς χαρὲς αὐτὲς ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴ χαρὰ τοῦ Θεοῦ ὅταν βλέπει τὸν ἁμαρτωλὸ νὰ μετανοεῖ καὶ νὰ ἐπιστρέφει κοντά Του.

Μὲ τὸ ποὺ θὰ κάνει τὴν πρώτη κίνηση ἡ καρδιά μας πρὸς τὴ μετάνοια, ἀκόμα κι ἂν εἴμαστε μακριά, ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζει. Θὰ μᾶς δεῖ πιὸ γρήγορα κι ἀπὸ τὴν ταχύτητα τοῦ φωτὸς καὶ θὰ τρέξει νὰ μᾶς συναντήσει. Νὰ συναντήσει τὸ νέο ἄνθρωπο ποὺ ἀναγεννήθηκε μέσα μας μὲ τὴ μετάνοια. «Κύριε», κράζει ὁ προφητάνακτας στὸν πάνσοφο Θεό, «σὺ συνῆκας τοὺς διαλογισμούς μου ἀπὸ μακρόθεν» (Ψαλμ. ρλη΄ 2).

Ὁ οὐράνιος Πατέρας μας θὰ τρέξει νὰ μᾶς ὑποδεχτεῖ, θ’ ἀνοίξει διάπλατα τὴν ἀγκαλιά Του καὶ θὰ μᾶς σφίξει, γιὰ νὰ μὴν ξαναγυρίσουμε στὴ δαιμονικὴ ἄβυσσο, στοὺς ἀγροὺς τῶν χοίρων, στὴ γῆ τῆς πείνας. «Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν» (Ἰακ. δ΄ 8).

Πόσο εὐλογημένη εἶναι ἡ σπουδή Του γιὰ βοήθεια! Πόσο εὐλογημένα εἶναι τὰ χέρια Του! Ἂν δὲν ἔχουμε ἀφανίσει ἔστω καὶ τὴν τελευταία σπίθα τῆς συνείδησης καὶ τῆς ἐπίγνωσης ποὺ ἔχουμε μέσα μας, πρέπει νὰ ντρεπόμαστε γιὰ τὴν τόσο μεγάλη, καὶ ἀπροσμέτρητη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νὰ μετανοήσουμε ἀμέσως, χωρὶς καθυστέρηση, νὰ τρέξουμε μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα καὶ τὶς καρδιές μας ὑψωμένες στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Πατέρα ποὺ εἴχαμε ἀπορρίψει.

Ὅταν ὁ μετανιωμένος γιὸς ἔφτασε στὸν πατέρα του, τοῦ εἶπε ἐκεῖνα ποὺ εἶχε σχεδιάσει νὰ τοῦ πεῖ: «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου». Δὲν τοῦ εἶπε ὅλα ὅσα εἶχε σκεφτεῖ. Ἡ συνέχεια ἦταν: ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Μὰ ὁ πατέρας του δὲν τὸν ἀφήνει νὰ τελειώσει. Δὲν ἀφήνει τὸν μετανιωμένο νὰ ταπεινωθεῖ καὶ νὰ ζητήσει νὰ γίνει μισθωτὸς ὑπηρέτης. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν διακόπτει, τὸν ἀγκαλιάζει κι ἀρχίζει νὰ τὸν φιλάει. Ὁ εὔσπλαχνος πατέρας ἀγκαλιάζει τὸν ρακένδυτο, λασπωμένο, ἰσχνὸ καὶ ἀπεριποίητο γιό του καὶ φωνάζει στοὺς ὑπηρέτες Του: «Ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη» (Λουκ. ιε΄ 22-23). Βγάλτε τὴν καλύτερη στολὴ καὶ ντύστε τὸν, βάλτε του δαχτυλίδι στὸ χέρι καὶ παπούτσια στὰ πόδια, γιὰ νὰ μὴ περπατᾶ ξυπόλυτος. Φέρτε καὶ τὸ θρεφτὸ μοσχάρι, σφάξτε τὸ κι ἐλᾶτε νὰ τὸ πανηγυρίσουμε, νὰ εὐφρανθοῦμε. Γιατί ὁ γιός μου αὐτὸς ἦταν νεκρὸς καὶ ἀναστήθηκε, ἦταν χαμένος καὶ βρέθηκε.

Ἡ καλύτερη στολὴ συμβολίζει ὅλον τὸν πλοῦτο καὶ τὸ κάλλος τῶν πνευματικῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ στολὴ τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς ἁγνότητας ποὺ φοροῦσε ὁ Ἀδάμ, προτοῦ ἁμαρτήσει, πέσει κι ὁδηγηθεῖ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, εἰς χώραν μακράν. Ἡ στολὴ αὐτὴ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται «πρώτη», ἡ καλλίτερη. Δὲν ὑπάρχει καλλίτερη στολὴ ἀπ’ αὐτὴν στὸν οὐρανό. Λέει ὁ ἀπόστολος: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. γ΄ 27). Ἡ ψυχὴ ποὺ εἶχε ἀπογυμνωθεῖ ἀπὸ κάθε καλό, τώρα ξαναντύνεται ἀπὸ τὴν ἀρχή. Τὴν παλιὰ καὶ κουρελιασμένη στολὴ τὴν πετοῦν καὶ τὸν ντύνουν μὲ τὴν καινούργια, τὴν «πρώτη». Ἡ νέα αὐτὴ στολή, ἡ «πρώτη», συμβολίζει τὸ νέο ἄνθρωπο, τὸν ἀναγεννημένο, ποὺ ἔχει συγχωρηθεῖ κι ἔχει γίνει δεκτὸς ἀπὸ τὸν Θεό. Χωρὶς τὴ στολὴ αὐτὴ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπως βλέπουμε καθαρὰ ἀπὸ τὴν παραβολὴ τῶν γάμων τοῦ Υἱοῦ τοῦ βασιλιᾶ (πρβλ. Ματθ. κβ΄ 2-14). Σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο, ἡ στολὴ συνίσταται ἀπὸ «σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν… ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις (ἀπὸ) τὴν ἀγάπην, ἤτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος» (Κολ. γ΄ 12-14).

Τὸ δαχτυλίδι στὸ χέρι συμβολίζει τὸν ἀρραβώνα τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Χριστό. Ὁ μετανιωμένος ἀπαρνιέται ὅλες τὶς ἁμαρτωλὲς σχέσεις του μὲ τὸν κόσμο, ἡ ψυχή του προσκολλᾶται στὸ Χριστὸ καὶ παραμένει ἑνωμένη μαζί Του, σὲ μία ἕνωση ἀδιάλυτη. Ὁ ἀρραβώνας αὐτὸς γίνεται μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ σφραγίζει ὅλες τὶς οὐράνιες δωρεές.

«Δότε… ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας», λέει ὁ πατέρας στοὺς ὑπηρέτες. Τὰ ὑποδήματα συμβολίζουν τὴ δύναμη τῆς θέλησης, ποὺ βοηθεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ βαδίσει σταθερὰ στὰ μονοπάτια τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ παρεκκλίνει δεξιὰ ἢ ἀριστερά, χωρὶς πισωγυρίσματα.

Ὁ μόσχος ὁ σιτευτὸς ποὺ θυσιάστηκε εἶναι ὁ ἴδιος Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ παραδόθηκε ἑκούσια στὸ θάνατο γιὰ τὴν κάθαρση τῶν ἁμαρτωλῶν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τους.

Οἱ ὑπηρέτες ἐδῶ συμβολίζουν εἴτε τοὺς ἀγγέλους εἴτε τοὺς ἱερεῖς. Ἂν ὁ οἶκος τοῦ πατέρα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ οὐρανός, τότε οἱ ὑπηρέτες πρέπει νὰ εἶναι οἱ ἄγγελοι. Ἂν τὸν οἶκο τοῦ πατέρα τὸν ἐκλάβουμε ὡς τὴν ἐπίγεια Ἐκκλησία, κάτι ποὺ εἶναι ἐπίσης σωστό, τότε οἱ ὑπηρέτες πρέπει νὰ εἶναι οἱ ἱερεῖς, ποὺ καλοῦνται νὰ λειτουργήσουν τὸ μυστήριο τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ κι ἔτσι νὰ προετοιμάσουν τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐδῶ μᾶλλον ἐννοεῖ τὴν Ἐκκλησία. Κι αὐτὸ προκύπτει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἄσωτος Υἱὸς δὲν ἦταν ἀκόμα σωματικὰ νεκρός· κι ὡσότου ὁ ἄνθρωπος ἀναχωρήσει ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀνήκει στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ στὴ γῆ λειτουργεῖ μὲ τὴ μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ὅτι τοὺς ὑπηρέτες ὅμως πρέπει νὰ τοὺς βλέπουμε καὶ σὰν ἀγγέλους, φαίνεται καθαρὰ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἄγγελοι παρίστανται στὴν Ἐκκλησία κατὰ τὴν τέλεση τῶν θείων μυστηρίων, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸ ἄλλο γεγονός, ὅτι ὁ Θεὸς χρησιμοποιεῖ τοὺς ἀγγέλους-φύλακες τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας.

Ὅτι οὗτος ὁ Υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. Σωματικὰ ὁ γιός του ἦταν ζωντανὸς ἀκόμα, μὰ ἡ ψυχή του ἦταν νεκρή. Ἡ σπίθα τῆς θεϊκῆς δωρεᾶς παρέμενε ἀκόμα ζωντανὴ μέσα του. Αὐτὴ ἀνέστησε τὴν ψυχή του. Χαμένος ἦταν ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας του. Ἐλθὼν δὲ εἰς ἑαυτόν. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ἦρθε στὸν ἑαυτό του, ἀπέκτησε ἐπίγνωση στὸ φῶς τῆς θεϊκῆς σπίθας, ποὺ ὣς τότε εἶχε χάσει. Ὁ Θεὸς τὸν γνώριζε, τὸν παρακολουθοῦσε ὣς τὴν ὑστάτη στιγμή, τὴ στιγμὴ τῆς μετάνοιας.

Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. Κι ἄρχισαν ὅλοι νὰ χαίρονται, νὰ πανηγυρίζουν καὶ νὰ εὐφραίνονται. Ἐκείνη τὴν ὥρα ὅμως ἔφτασε στὸ σπίτι ὁ μεγάλος ἀδερφός, ὁ «πρεσβύτερος» καὶ ρώτησε νὰ μάθει τί εἶχε γίνει. Κι ὅταν ἔμαθε, ὀργίστηκε καὶ εἶπε στὸν πατέρα του: «Ἰδού, τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν» (Λουκ. ιε΄ 29). Ὁρίστε, τόσα χρόνια σὲ ὑπηρετῶ καὶ ποτὲ δὲν καταπάτησα κάποια ἐντολή σου. Κι ὅμως, ποτὲ δὲν μοῦ ἔδωσες ἕνα κατσίκι γιὰ νὰ γλεντήσω μὲ τοὺς φίλους μου. Καὶ τώρα ποὺ ἦρθε ὁ γιός σου αὐτός, ποὺ κατασπατάλησε τὴν περιουσία σου μὲ πόρνες, ἔσφαξες γιὰ χάρη του τὸ θρεφτὸ μοσχάρι.

Ἔτσι μίλησε στὸν πατέρα του ὁ δίκαιος γιός. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὀργισμένοι, μιλοῦν κάποιοι δίκαιοι ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν Ἐκείνη ὑποδέχεται μὲ ἱλαρότητα καὶ ἐπιείκεια τοὺς μετανιωμένους ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς ὁδηγεῖ στὸ μυστήριο τῆς θείας κοινωνίας. Ἔτσι μίλησαν πολλοὶ δίκαιοι ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅταν εἶδαν τὸν Θεὸ νὰ προσφέρει τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ θυσία γιὰ τὶς νεώτερες καὶ πιὸ ἁμαρτωλὲς γενιὲς τῶν ἀνθρώπων. «Δὲν μᾶς ἔδωσε ποτὲ οὔτε ἕνα κατσίκι!» Ἂν συγκρίνουμε τὴν καταπληκτικὴ θυσία ποὺ ἔκανες γι’ αὐτοὺς τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἄσωτους ἀπογόνους μας, γιὰ μᾶς δὲν ἔκανες οὔτε τὴν παραμικρὴ θυσία, τὴν πιὸ ἀσήμαντη». Μετά, ἐπειδὴ τὰ ἐρίφια γενικὰ συμβολίζουν τὴν ἁμαρτία, οἱ ἴδιοι αὐτοὶ δίκαιοι ἄνθρωποι θὰ μποροῦσαν νὰ ποῦνε. «Μᾶς ἀπαγόρεψες νὰ κάνουμε ἔστω καὶ τὴ μικρότερη ἁμαρτία -μικρὴ καὶ ἀσήμαντη ὅσο ἕνα κατσίκι- καὶ τώρα ἀνταμείβεις τὶς ἁμαρτωλὲς αὐτὲς γενιὲς μὲ τὸ μεγαλύτερο θησαυρό Σου – μὲ τὴ θυσία τοῦ Υἱοῦ Σου!»

Ἂν προχωρήσουμε ἀκόμα, θὰ δοῦμε πὼς ἡ φαινομενικὰ ἁπλὴ αὐτὴ παραβολὴ εἰσχωρεῖ στὴν καρδιὰ ὁλόκληρης τῆς Ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ἀπὸ τὴν πτώση τοῦ Ἀδὰμ ὣς τὸν πλέον δίκαιο, τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, γιὰ τὸν Ἀδὰμ καὶ τοὺς ἀπογόνους του, ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὅπως ὁ πρεσβύτερος Υἱὸς τοῦ οὐράνιου Πατέρα – μόνο ποὺ εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱὸς καὶ ὄχι υἱὸς «ἐξ υἱοθεσίας». Ἂν ὁ Κύριος Ἰησοῦς μιλοῦσε σὰν ἕνας συνηθισμένος θνητὸς ἄνθρωπος, θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε πεῖ στὸν Πατέρα Του: «Ὁ Ἀδὰμ ἁμάρτησε κι ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ κοντά Σου. Κι αὐτὸς κι οἱ ἀπόγονοί του βλασφήμησαν τ’ ὄνομά Σου. Καὶ Σὺ τώρα ἑτοιμάζεις γι’ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ἀπογόνους του τέτοια δόξα καὶ εὐφροσύνη, ποὺ οὔτε ἐγὼ οὔτε κι ὁ οὐρανὸς ὁλόκληρος θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ».

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς βέβαια ποτὲ δὲν θὰ ὀργιζόταν μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα Του. Ποτὲ δὲν θὰ μιλοῦσε στὸν Πατέρα Του μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἐκτὸς ἂν ἔβαζε θεληματικὰ τὸν ἑαυτό Του στὶς καρδιές μας καὶ τά ’λεγε αὐτά, γιὰ νὰ μᾶς ἐπιτιμήσει καὶ νὰ μᾶς διδάξει, ὥστε νὰ μὴ γίνουμε ὑπερήφανοι καὶ ἀλαζόνες γιὰ τὴ δικαιοσύνη μας καὶ μὲ τὴν ἔπαρσή μας περιφρονήσουμε τοὺς μετανιωμένους ἁμαρτωλούς. Εἶναι σὰν νά ’θελε νὰ μᾶς πεῖ: «Ὅταν Ἐγώ, ὁ τέλειος καὶ αἰώνια δίκαιος, ποὺ εἶναι αἰώνια ἀδιαίρετος μὲ τὸν Πατέρα Μου, δὲν διαμαρτύρομαι, ἐπειδὴ ξαναδέχεται τὸν μετανιωμένο Ἀδὰμ στὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, πῶς μπορεῖτε ἐσεῖς, ποὺ εἶστε μόλις ἀπὸ χτὲς δίκαιοι, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τὴν πρώτη ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ, νὰ διαμαρτύρεστε γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς μετανιωμένους ἁμαρτωλούς;»

«Τέκνον, τοῦ εἶπε ὁ πατέρας, σὺ πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη» (Λουκ. ιε΄ 31-32). Παιδί μου, ἐσὺ ἤσουν πάντα μαζί μου, ὅλα τὰ ὑπάρχοντά μου εἶναι καὶ δικά σου. Ἔπρεπε καὶ σὺ νὰ χαρεῖς καὶ νὰ γιορτάσεις ὅμως, γιατί ὁ ἀδερφός σου ἦταν νεκρὸς κι ἀναστήθηκε· ἦταν χαμένος καὶ βρέθηκε. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο εἰρηνεύει τὸν δίκαιο ἄνθρωπο ὁ Θεός. Τοῦ θυμίζει τὰ ἀμέτρητα ἀγαθὰ ποὺ ὁ ἴδιος διαχειρίζεται καὶ χρησιμοποιεῖ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Του. Ὅλα τὰ ὑπάρχοντά μου εἶναι καὶ δικά σου. Μὲ τὸν ἐρχομὸ τοῦ μετανιωμένου ἀδερφοῦ σου τὸ μερίδιό σου δὲν λιγοστεύει, ἀλλὰ ἡ χαρὰ πρέπει νὰ εἶναι μεγαλύτερη, γιατί ὁ ἀδελφός σου αὐτὸς ἦταν νεκρὸς καὶ ξαναγύρισε στὴ ζωή, ἦταν χαμένος καὶ βρέθηκε.

Ἔτσι τελειώνει ἡ παραβολὴ αὐτή, ποὺ ἀπὸ μόνη της εἶναι ὁλόκληρο εὐαγγέλιο μυστηρίου καὶ διδαχῆς. Μὲ ὅση περισσότερη προσευχὴ εἰσχωρήσει κανεὶς στὸ βάθος τῆς παραβολῆς αὐτῆς, τόσο περισσότερο θ’ ἀποκαλύψει καὶ τὰ δύο, τόσο τὸ μυστήριο ὅσο καὶ τὴ διδαχή.

Δόξα νά ’χει ὁ Κύριος Ἰησοῦς ποὺ μᾶς παρέδωσε τὴν παραβολὴ αὐτή, τὸ θησαυρὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι γεμάτος πλοῦτο πνευματικό, ἀπ’ ὅπου ἡ μία γενιὰ μετὰ τὴν ἄλλη συσσωρεύει γνώση θεϊκή. Ἀπ’ αὐτὴν μαθαίνει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀγάπη ἀπὸ τὴ μακροθυμία, τὴ συγχωρητικότητα ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, τὴν εὐφροσύνη ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ δείχνει ὁ Θεός, ὅταν ὑποδέχεται τὸν μετανιωμένο ἁμαρτωλό. Δόξα στὸν Ἄναρχο Πατέρα Του, δόξα καὶ στὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής 28 Φεβρουαρίου 2021 ΙΖ' ΛΟΥΚΑ του Ασώτου

 Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ (του Ασώτου).

Του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού Βασιλείου, συνασκητού του Αγίου Προκοπίου του Δεκαπολίτου.

Του Οσιομάρτυρος Ιωνά του Λερίου. Κυράννης νεομάρτ. της εν Θεσσαλονίκη (1751 μ.Χ.).



Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 28 Φεβρουαρίου 2021

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΕ´ 11 – 32

11 Εἶπε δέ· Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους· 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι!

18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱὸς· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν,

24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρὶ· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 28 Φεβρουαρίου 2021

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα στα νέα ελληνικά

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΕ´ 11 – 32

11 Διὰ νὰ κάμῃ δὲ σαφεστέραν καὶ περισσότερον καταληπτὴν τὴν ἀλήθειαν αὐτήν, εἶπε καὶ τὴν ἀκόλουθον παραβολήν· ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Θεὸς δηλαδή, εἶχε δύο υἱούς. 12 Καὶ εἶπεν εἰς τὸν πατέρα ὁ μικρότερος υἱός, ποὺ εἰκονιζει τὸν ἀποστάτην ἁμαρτωλόν, ὁ ὁποῖος φεύγει ἀπὸ τὴν ὑπακοὴν καὶ προστασίαν τοῦ ἐπουρανίου Πατρός· Πατέρα, δός μου τὸ μερίδιον τῆς περιουσίας, ποὺ μοῦ ἀνήκει. Καὶ ἐμοίρασεν ὁ πατὴρ καὶ εἰς τοὺς δύο υἱοὺς τὴν περιουσίαν. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ καὶ εἰς τὸν ἁμαρτωλόν, ποὺ θέλει νὰ ζῇ μακρὰν ἀπὸ αὐτόν, παρέχει τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ πνευματικὰ καὶ ὑλικὰ χαρίσματα, ποὺ ἐὰν αὐτὸς δὲν τὰ κατεχρᾶτο, θὰ τὸν ἔκαναν πραγματικῶς εὐτυχῆ καὶ μακάριον.

13 Καὶ ὁ νεώτερος υἱὸς ὕστερα ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας, ἀφοῦ ἐμάζευσεν ὅλα, ὅσα τοῦ ἔδωκεν ὁ πατέρας του, ἐταξίδευσεν εἰς μέρος μακρυνὸν καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν περιουσίαν του μὲ τὸ νὰ ζῇ βίον ἄσωτον καὶ παραλυμένον. Ἔτσι χωρίζουν καὶ τὸν ἁμαρτωλὸν αἱ ἁμαρτίαι του πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸν Θεόν, μὲ τὴν κατάχρησιν δὲ τῶν χαρισμάτων, ποὺ τοῦ ἔδωκεν ὁ οὐράνιος Πατήρ, ἑξαχρειώνεται καὶ διαφθείρεται. 14 Ὅταν δὲ ὁ νεώτερος υἱὸς ἐδαπάνησεν ὅλα, ὅσα εἶχεν, ἔγινε πεῖνα μεγάλη εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ αὐτὸς ἤρχισε νὰ στερῆται. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἀπεριόριστοι αἱ ἀπολαύσεις τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀθλιότητα καὶ τὸ κενόν, ποὺ δημιουργεῖ εἰς τὴν καρδίαν του ὁ ἄσωτος βίος καὶ ἡ στέρησις τῆς θείας παρηγορίας. 15 Καὶ ὁ ἄσωτος υἱὸς λόγῳ τῶν στερήσεων καὶ τῆς πείνας του ἐπῆγε καὶ προσελήφθη δοῦλος ἀπὸ ἕνα ἐκ τῶν κατοίκων τοῦ τόπου ἐκείνου. Καὶ αὐτὸς τὸν ἔστειλε εἰς τὰ χωράφια του διὰ νὰ βόσκῃ χοίρους, ζῷα δηλαδὴ ἀκάθαρτα, ποὺ εἰς ἕνα Ἰουδαῖον, ὅπως ἦτο ὁ νεώτερος υἱός, ἐπροκάλουν τὴν ἀηδίαν καὶ τὴν ἀποστροφήν. Εἰς ποῖον ἐξευτελισμὸν καταπίπτει καὶ πόσον χάνει τὴν ἀξιοπρέπειάν του ὁ ταλαίπωρος ἁμαρτωλός !

16 Καὶ ἐπεθύμει ὁ νεώτερος υἱὸς νὰ γεμίσῃ τὴν κοιλίαν του ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα, τὰ ὁποῖα ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, καὶ κανεὶς δὲν τοῦ ἔδιδε, διότι οἱ ὑπηρέται, ποὺ ἔκαναν τὴν διανομήν, ἐπέβλεπον νὰ τρέφωνται οἱ χοῖροι μὲ αὐτά. 17 Εἰς κάποιαν ὅμως στιγμὴν συνῆλθεν οὗτος εἰς τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὴν μέθην καὶ τὴν τρέλλαν τῆς ἁμαρτίας καὶ εἶπε· πόσοι μισθωτοὶ τοῦ πατέρα μου ἔχουν ἄφθονον καὶ περισσεύοντα τὸν ἄρτον, ἐγὼ δὲ κινδυνεύω νὰ χαθῶ ἀπὸ τὴν πεῖναν; Τὸ πρῶτον βῆμα τῆς μετανοίας, ἡ ὑπὸ τοῦ ἁμαρτωλοῦ συναίσθησις τῆς ἀθλιότητός του. 18 Εἰς τὴν συναίσθησιν αὐτὴν ἐπακολουθεῖ καὶ ἡ σωτηριώδης ἀπόφασις. Θὰ σηκωθῶ, λέγει ὁ ἄσωτος, καὶ θὰ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ εἴπω· Πατέρα, ἡμάρτησα εἰς τὸν οὐρανόν, ὅπου ἐκτελεῖται μετ’ εὐλαβείας τὸ θεῖον θέλημα ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀξιοῦν ὅλα τὰ κτίσματα νὰ συμμορφοῦνται πρὸς αὐτό, ὅπως σομμορφοῦνται καὶ αὐτοί, λυποῦνται δὲ διὰ τὴν ἀποστασίαν κάθε ἀνθρώπου· ἡμάρτησα καὶ ἐνώπιόν σου, διότι ἐπεριφρόνησα τὴν στοργήν σου καὶ δὲν ἐλογάριασα τὴν λύπην, ποὺ ἐδοκίμαζες, ὅταν ἔφευγα μακρὰν ἀπὸ σέ.

19 Καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, οὔτε ὡς μόνιμος δοῦλος σου παραμένων διαρκῶς ἐν τῇ οἰκίᾳ σου νὰ προσληφθῶ. Κάμε με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς μισθωτούς σου. 20 Καὶ ἡ σωτηριώδης ἀπόφασις ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Ὁ ἄσωτος ἐσηκώθη καὶ ἦλθεν εἰς τὸν πατέρα του. Καὶ ἐνῷ αὐτὸς ἀπεῖχεν ἀκόμη μακράν, τὸν εἶδεν ὁ πατέρας του καὶ τὸν ἐλυπήθη καὶ ἀφοῦ ἔτρεξεν εἰς προυπάντησιν αὐτοῦ, ἔπεσεν εἰς τὸν τράχηλόν του καὶ ἐναγκαλισθεὶς αὐτὸν τὸν ἐφίλησε μὲ πόθον καὶ στοργήν. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ ὄχι μόνον δέχεται τὸν διὰ τῆς μετανοίας ἐπιστρέφοντα ἁμαρτωλόν, ἀλλὰ καὶ προτοῦ ἀκόμη πλησιάσῃ αὐτὸς πρὸς τὸν Θεόν, σπεύδει ὁ Θεὸς πρὸς ἀναζήτησίν του καὶ τὸν ἐναγκαλίζεται μὲ στοργήν. 21 Παρὰ τὴν στοργὴν ὅμως τοῦ Πατρός, καὶ παρὰ τὴν ἐπελθοῦσαν συνδιαλλαγήν, ὁ υἱὸς συντετριμμένος ἔκαμε τὴν ἐξομολόγησίν του καὶ εἶπε: Πατέρα, ἡμάρτησα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου.

22 Ὁ πατέρας δὲ τότε τὸν διέκοψε καὶ εἶπεν εἰς τοὺς δούλους του· Βγάλετε ἔξω τὴν πιὸ καλὴν φορεσιάν, ἀπὸ ὅσας ἔχομεν, φορεσιὰν ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, ποὺ ἐφοροῦσε προτοῦ φύγῃ ἀπὸ τὸ σπίτι μου. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς θὰ ἐντρέπεται εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ εἶναι, νὰ τὴν φορέσῃ, ἐνδύσατέ τον σεῖς, διὰ νὰ μὴ εἶναι πλέον γυμνὸς καὶ κουρελιάρης. Καὶ δώσατε δακτυλίδιον εἰς τὸ χέρι του νὰ τὸ φορῇ, ὅπως φοροῦν οἱ κύριοι καὶ οἱ ἐλεύθεροι. Δώσατέ του καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, νὰ μὴ περιπατῇ ἀνυπόδητος ὅπως οἱ σκλάβοι. Τὸν ἀποκαθιστῶ δηλαδὴ ἐξ ὁλοκλήρου είς τὴν θέσιν καὶ τὰ δικαιώματα, ποὺ εἶχε προτοῦ ἀσωτεύσῃ. 23 Καὶ ἐπὶ πλέον διατάσσω νὰ φέρετε καὶ νὰ σφάξετε ἐκεῖνο ἀπὸ τὰ μοσχάρια, ποὺ τὸ τρέφομεν ξεχωριστὰ διὰ κάποιαν χαρμόσυνον καὶ ἐξαιρετικὴν περίστασιν. Καὶ ἀφοῦ φάγωμεν, ἀς χαρῶμεν καὶ ἀς διασκεδάσωμεν μὲ τραγούδια καὶ μὲ χορούς.

24 Διότι ὁ υἱός μου αὐτὸς ἕως πρὸ ὀλίγου ἦτο πεθαμένος καὶ ἑξαναζωντάνευσε· καὶ ἦτο χαμένος καὶ εὑρέθη. Καὶ ἤρχισαν νὰ εὐφραίνωνται. 25 Ὁ μεγαλύτερος δὲ υἱός, πρὸς τὸν ὁποῖον ὠμοίαζον οἱ Φαρισαῖοι, ἦτο εἰς τὸ χωράφι. Καὶ καθὼς ἤρχετο καὶ ἐπλησίαζεν εἰς τὸ σπίτι, ἤκουσεν ὄργανα καὶ τραγούδια καὶ χορούς. 26 Καὶ ἀφοῦ προσεκάλεσεν ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας, ποὺ ἐστέκοντο ἀπ’ ἔξω, ἠρώτα νὰ μάθῃ σὰν τὶ τάχα νὰ ἦσαν αὐτά; 27 Αὐτὸς δὲ τοῦ εἶπεν· ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἦλθε καὶ ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τὸ μοσχάρι τὸ θρεφτό, διότι τοῦ ἦλθε πάλιν ὑγιὴς 28 Ὅπως δὲ οἱ Φαρισαῖοι ἐσκανδαλίζοντο, ὅταν ἔβλεπαν τὸν Κύριον νὰ συναναστρέφεται καὶ νὰ διδάσκῃ τοὺς ἁμαρτολους, ἔτσι καὶ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἐθύμωσε καὶ δὲν ἤθελε να ἔμβῃ εἰς τὸ σπίτι. Ὁ πατέρας του λοιπὸν μὲ τὴν αὐτὴν στοργήν, ποὺ ἐδέχθη τὸν νεώτερον, ἐβγῆκε καὶ εἰς αὐτὸν καὶ τὸν παρεκάλει.

29 Ἀλλ’ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἀπεκρίθη καὶ εἶπε πρὸς τὸν πατέρα· Ἰδού, τόσα χρόνια σὲ δουλεύω καί ποτὲ προσταγὴν δὲν παρέβην. Καὶ δὲν μοῦ ἔδωκες ποτὲ οὔτε ἕνα ἐρίφιον διὰ εὐφρανθῶ μὲ τοὺς φίλους μου. (Πόσον ὁ πρεσβύτερος υἱὸς πλανᾶται ! Ἐὰν ὑπῆρξε τόσον πειθαρχικὸς πρὸς τὸν πατέρα πῶς τώρα μετὰ τόσου πείσματος παρακούει αὐτόν; Πότε δὲ ζήτησεν ἐρίφιον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ὁ πατὴρ δὲν τοῦ ἔδωκε;). 30 Ὅταν δὲ ἦλθεν ὁ προκομμένος αὐτὸς υἱός σου, ποὺ κατέφαγε τὴν περιουσίαν σου μὲ πόρνας, ἔσφαξες δι’ αὐτὸν τὸ μοσχάρι, ποὺ τὸ εἴχαμεν θρεφτάρι. Δηλαδὴ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς μετεχειρίσθη τὴν ἀλαζονικὴν γλῶσσαν τῶν Φαρισαίων, ποὺ περιφρονοῦσαν τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἐνόμιζαν, ὅτι μόνον αὐτοὶ ὡς δίκαιοι εἶχαν δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. 31 Καὶ ὁ πατέρας τότε τοῦ εἶπε· Παιδί μου, σὺ εἶσαι πάντα μαζί μου. Καὶ ὅλα ὅσα ἔχω, ἰδικά σου εἶναι. 32 Ἔπρεπε δὲ καὶ σὺ νὰ εὐφρανθῇς καὶ νὰ χαρῇς, διότι ὁ ἀδελφός σου αὐτός, διὰ τὸν ὁποῖον μὲ τόσην περιφρόνησιν ὁμιλεῖς ἦτο νεκρὸς καὶ ἔζησε πάλιν· καὶ χαμένος ἦτο καὶ εὑρέθη.

Ο Απόστολος της Κυριακής 28 Φεβρουαρίου 2021

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α’ Ϛ´ 12 – 20

12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.

Ο Απόστολος της Κυριακής 28 Φεβρουαρίου 2021

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα στα νέα ελληνικά

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α’ Ϛ´ 12 – 20

12 Ἂς ἐπανέλθω τώρα εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἠθικόν. Ὅλα ἔχω ἐξουσίαν νὰ τὰ πράττω, δὲν συμφέρουν ὅμως ὅλα. Ὅλα εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν μου, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ ἐξουσιασθῶ καὶ δὲν θὰ γίνω δοῦλος εἰς τίποτε. 13 Τὰ φαγητὰ ἔχουν γίνει διὰ τὴν κοιλίαν καὶ ἡ κοιλία διὰ τὰ φαγητά. Ὁ Θεὸς δὲ θὰ καταργήσῃ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωὴν καὶ αὐτὴν καὶ ἐκεῖνα. Ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ τρώγετε ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε, ἀρκεῖ μόνον να μὴ γίνεσθε δοῦλοι τοῦ φαγητοῦ καὶ τῆς κοιλίας. Δὲν ἰσχύει ὅμως τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν γενετήσιον ἐπιθυμίαν. Διότι τὸ σῶμα δὲν ἔχει γίνει διὰ τὴν πορνείαν, Ἀλλὰ διὰ τὸν Κύριον διὰ νὰ τοῦ ἀνήκῃ ὡς μέλος του. Καὶ ὁ Κύριος εἶναι διὰ τὸ σῶμα, διὰ νὰ κατοικῇ εἰς αὐτό.

14 Τὸ ὅτι δὲ τὸ σῶμα διὰ τοῦ θανάτου διαλύεται, δὲν ἔχει σημασίαν. Ὁ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἀνέστησε καὶ ἡμᾶς ὅλους θὰ ἀναστήσῃ διὰ τῆς δυνάμεώς του. 15 Ναί· τὸ σῶμα δὲν ἔγινε διὰ τὴν πορνείαν, ἀλλὰ διὰ τὸν Κύριον. Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι τὰ σώματα σας εἶναι μέλη τοῦ Χριστοῦ; Νὰ ἀποσπάσω λοιπὸν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὰ κάμω πόρνης μέλη; Μὴ γένοιτο ποτὲ νὰ τὸ κάμω. 16 Ἢ δὲν ἠξεύρετε ὅτι ἐκεῖνος,ποὺ συνδέεται στενῶς καὶ προσκολλᾶται πρὸς τὴν πόρνην εἶναι ἕνα σῶμα μὲ αὐτήν; Διότι λέγει ἡ Γραφή· θὰ γίνουν οἱ δύο μία βάρκα. 17 Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ προσκολλᾶται εἰς τὸν Κύριον, γεμίζει ὁλόκληρος καὶ διευθύνεται ὁλόκληρος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου καὶ γίνεται ἓν πνεῦμα μὲ αὐτόν. 18 Φεύγετε μακρὰν ἀπὸ τὴν πορνείαν. Κάθε ἁμάρτημα, ποὺ θὰ κάμῃ τυχὸν ὁ ἄνθρωπος, δὲν βλάπτει τόσον ἀμέσως καὶ κατ’ εὐθεῖαν τὸ σῶμα. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πορνεύει, ἁμαρτάνει εἰς τὸ ἴδιόν του τὸ σῶμα, διότι μὲ τὴν παράνομον μῖξιν μολύνει ἀμέσως καὶ πληγώνει αὐτὴν τὴν ρίζαν τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων καὶ συντελεῖ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς οἰκογενείας.

19 Ἢ δὲν ἠξεύρετε, ὅτι τὸ σῶμα σας εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖον κατοικεῖ μέσα σας καὶ τὸ ἔχετε λάβει ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ συνεπῶς δὲν ἀνήκετε εἰς τὸν ἑαυτόν σας; 20 Ναί· δὲν ὁρίζετε τὸν ἑαυτόν σας. Διότι ἑξαγορασθήκατε μὲ τίμημα βαρύ, μὲ τὸ ἀτίμητον αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀποφεύγετε λοιπὸν κάθε αἰσχρὰν πρᾶξιν, ποὺ γίνεται μὲ τὸ σῶμα· καὶ ἀποδιώκετε κάθε πονηρὰν σκέψιν καὶ ἐπιθυμίαν ἀπὸ τὸ πνεῦμα σας. Καὶ ἔτσι δοξάσατε τὸν Θεόν μὲ τὸ σῶμα σας καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σας, τὰ ἀνήκουν εἰς τὸν Θεόν.


 

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης: Ο άγιος άσωτος και ο εύσπλαχνος πατέρας



Στην παραβολή του ασώτου ο Θεός πατέρας σέβεται καταπληκτικά την ανθρώπινη ελευθερία και βούληση. Ο πατέρας της παραβολής δεν νοιάζεται για το κύρος του, για το τι θα πει ο κόσμος, ότι θα χάσει το στήριγμα, τον βοηθό του το παιδί του. Λυπάται για τη φυγή μα δεν θέλει να την αποτρέψει ενώ μπορεί.

Σκανδαλίζει μερικές φορές αυτή η μεγάλη ελευθερία του Θεού. Θα θέλαμε να μας είχε πιο περιορισμένους. Δεν ξέρουμε να εκτιμούμε και να χαιρόμαστε την ελευθερία. Η αγάπη του πατέρα είναι λίαν αρχοντική. Θέλει πλησίον του αγαπητά παιδιά και όχι σκλάβους και δούλους ανελεύθερους, φοβισμένους, τρομαγμένους. Τον αφήνει να καταχρασθεί την ελευθερία του, παιχνίδι πολύ επικίνδυνο.

Τα ξυλοκέρατα, ξέρετε, είναι γλυκά στην αρχή και στυφά στο τέλος όπως και αμαρτία. Δίχως Θεό ο άνθρωπος πεινά, διψά και είναι μόνος. Πείνα και δίψα ακόρεστη, μοναξιά φοβερή. Το κυνηγητό της ηδονής έφερε ανυπόφορη οδύνη. Όμως η μεγάλη αγάπη του πατέρα τον συνόδευε πάντοτε. Δεν τον έκανε να τη λησμονήσει και να απογοητευθεί. Ήταν απόλυτα βέβαιος για την αγάπη του πατέρα του και αυτό τον έσωσε. Τον έσωσε ακόμη η μη αργοπορία και η μη αναβολή. Η σωτήρια σκέψη έγινε αμέσως πράξη.

Ο πατέρας τον περιμένει, τόση ήταν η αγάπη του. Έτσι λέγουν οι άγιοι πατέρες: η ευαγγελική αυτή περικοπή μόνο αν σωζόταν από όλο το ευαγγέλιο,αρκούσε για τη σωτηρία του ανθρώπου. Η δε παραβολή δεν θα έπρεπε να λέγεται του ασώτου υιού αλλά του εύσπλαγχνου πατέρα.

Ο δεύτερος άσωτος

Όμως στη συνέχεια της παραβολής υπάρχει και ο πρεσβύτερος υιός. Ζητά ανταμοιβή για την εργασία του, καυχιέται για την ηθική του μεγαλοσύνη και αισθάνεται ασύγκριτα καλύτερος του αδελφού του. Δεν έχει καμιά διάθεση να συμμετάσχει στη χαρά του πατέρα για την επιστροφή του χαμένου αδελφού. Τα γεγονότα τον ξεμασκάρεψαν, τον παρουσίασαν γυμνό από κάθε αρετή. Έχουμε δύο ασώτους υιούς τελικά. Ο πρώτος ο νεώτερος, μετανοεί και επιστρέφει με δάκρυα στο σπίτι του. Ο δεύτερος, απρόσμενα, καταφαίνεται άσωτος δίχως να απομακρυνθεί από το σπίτι του.

Ασωτεύει στην αυλή και τον λογισμό του, κάνει σπήλαιο ληστών την καρδιά του. Ούτε καν μπαίνει στο σπίτι του, είναι ένας στυγνός και ακέραιος Φαρισαίος που απαιτεί από τον Θεό να τιμωρεί τους αμαρτωλούς και να δικαιώνει τους ίδιους. Δάκρυσε και ο τελώνης και ο άσωτος, όμως ο Φαρισαίος και ο πρεσβύτερος υιός δεν δάκρυσαν καθόλου γιατί είχαν εγωισμό που δεν σε αφήνει να δακρύσεις.

Χρειάζεται προσοχή και προσευχή να μας φωτίσει ο Θεός να διακρίνουμε την κατάστασή μας, γιατί το τραγικό είναι να ζει κανείς εντός της Εκκλησίας και να είναι εκτός όπως ο πρεσβύτερος υιός.

Οι πατέρες και οικογενειάρχες, οι γονείς και οι δάσκαλοι να ανέχονται τα παιδιά, να τα διδάσκουν να τα ρίχνουν στο φιλότιμο, να τα διδάσκουν με το φωτεινό τους παράδειγμα, να υπομένουν, να ελπίζουν, να προσεύχονται.

Τελικά ο όσιος τελώνης και ο άγιος άσωτος αυτό κάνουν, αφού μιλούν με έργα για πραγματική μετάνοια, ενώ αντίθετα ο «δίκαιος» πρεσβύτερος υιός και ο Φαρισαίος απαιτούν αναγνώριση και σεβασμό, είναι αμετανόητοι και υποκριτές, δεν μετέχουν στη χαρά των άλλων, είναι τρομερά εγωπαθείς. Ας μιμηθούμε λοιπόν τον τελώνη και τον άσωτο στη μετάνοιά τους για να ζήσουμε τον παράδεισο από τώρα.

Μωυσής Μοναχός Αγιορείτης

ΒΗΜΑΤΑ: ΕΝΑΣ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ, Η «ΙΘΑΚΗ» ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ ΚΑΙ ΤΟ...

ΒΗΜΑΤΑ: ΕΝΑΣ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ, Η «ΙΘΑΚΗ» ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ ΚΑΙ ΤΟ...: «Ἄνωθεν φωτισθεῖσα ἡ σοφή σου, Πάτερ, διάνοια διδασκαλίας φέγγος ἀπήστραψε, δι’ οὗ φωταγωγεῖται Μοναζόντων τό σύστημα τῶν παθῶν τῆς ἀχλύος λ...

12ος ΨΑΛΜΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2021

Κυριακή ΙΖ΄ Λουκά (του ασώτου) 28-2-2021



Η υπέροχη παραβολή που ακούσαμε σήμερα, θεωρείται από τα καλύτερα κείμενα της Αγάς Γραφής, που εκφράζουν με συντομία και σαφήνεια το περιεχόμενο της πίστης μας. Στην παραβολή δεσπόζουν τρία πρόσωπα, που το κάθε ένα δίνει το δικό του, χαρακτηριστικό μήνυμα. 

Ο νεότερος υιός δηλώνει τους ανθρώπους οι οποίοι, ενώ αρχικά είχαν κάποια σχέση με τον Θεό, στη συνέχεια τον αρνιούνται και ζουν χωρίς ηθικούς φραγμούς και όρια. Στην αρχή νομίζουν ότι όλα είναι όμορφα και απολαμβάνουν τις επιλογές τους. Αργότερα  όμως, βλέπουν τα ολέθρια αποτελέσματα αυτών των επιλογών. Βιώνουν την  απόρριψη, την απομόνωση, το εσωτερικό κενό, τη δυστυχία. Στην κατάσταση αυτή, κάνουν σύγκριση με τη ζωή μέσα στη χάρη του Θεού και αποφασίζουν να επιστρέψουν στην οικογένεια του Πατέρα.

Ο μεγαλύτερος γιός είναι αυτός που προβληματίζει με την στάση  του. Όταν μαθαίνει ότι γύρισε ο αδελφός του και ο πατέρας διοργανώνει μεγάλο γλέντι, θυμώνει με τον αδελφό του, αλλά κυρίως με την συμπεριφορά του πατέρα τους. Γιατί άραγε; Μήπως γιατί στο βάθος του εαυτού του μοιάζει πολύ με τον αδελφό του; Το μεγάλο αμάρτημα του μικρού αδελφού είναι πως νόμιζε ότι η ευτυχία βρίσκεται έξω από το σπίτι του πατέρα. Μήπως όμως και ο μεγαλύτερος αδελφός είχε την ίδια εντύπωση; Τι λέει; Ποτέ δεν μου έδωσες ένα κατσίκι να γλεντήσω και εγώ, έξω από το σπίτι, μαζί με τους φίλους μου. Άρα και αυτός θεωρούσε ότι θα ήταν ευτυχισμένος μακριά από τον πατέρα του. Μόνο που δεν είχε κάνει πράξη τις ενδόμυχες σκέψεις του. Τώρα, αντί να το συνειδητοποιήσει, να τρέξει να αγκαλιάσει τον αδελφό του και να  πει:  «Αδελφέ μη  στενοχωριέσαι, μη νοιώθεις άσχημα και εγώ τα ίδια μυαλά είχα, απλά δεν έφυγα από το σπίτι», προτιμάει να δείχνει ότι αυτός είναι ο καλός, κατηγορώντας και καταδικάζοντας τον αδελφό του. 

Το τρίτο πρόσωπο της παραβολής είναι ο πατέρας, που είναι γεμάτος αγάπη. Εκπλήσσει η όλη συμπεριφορά του. Στην αρχή δέχεται την παράλογη κατηγορία του μικρού γιού, πως το σπίτι τους είναι φυλακή και αυτός θέλει να γλεντήσει τη ζωή του. Μάλιστα απαιτεί από τον πατέρα και το μερίδιο της περιουσίας που, κατά την γνώμη του, του αναλογεί. Ο πατέρας σέβεται την ελευθερία του και του παρέχει ό,τι του ζητάει, έστω και αν γνωρίζει ότι η επιλογή του αυτή θα τον καταστρέψει. Όταν ο γιός ταπεινωμένος, εξουθενωμένος και μετανοιωμένος επιστρέφει, ο πατέρας τρέχει, τον παίρνει στην αγκαλιά του «καὶ κατεφίλησεν αὐτόν». Δεν τον επιπλήττει, δεν του ζητάει να απολογηθεί, αλλά τον δέχεται στην θέση που είχε πριν. Τον ντύνει με την καλύτερη στολή, του δίνει δαχτυλίδι, σύμβολο εξουσίας, και διατάζει να ετοιμαστεί μεγάλο γλέντι. Στη συνέχεια, όταν μαθαίνει ότι ήλθε ο μεγάλος γιός του αλλά δεν θέλει να μπει στο σπίτι, βγαίνει έξω και με γλυκό τρόπο και με επιχειρήματα τον παρακαλεί να αφήσει την γεμάτη πείσμα αντίδρασή του και να έλθει μέσα στο σπίτι, στη χαρά του γυρισμού του αδελφού του.

Με την παραβολή του αυτή ο Χριστός περιγράφει δύο τύπους ανθρώπων, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως μονάχα αυτοί οι  χαρακτήρες υπάρχουν. Στη συγκεκριμένη αφήγηση βλέπουμε τον άνθρωπο που απομακρύνεται από τον Θεό, όμως η οδύνη της αμαρτίας αλλά και η εμπειρία που είχε κάποτε από τη ζωή κοντά στον Θεό, τον οδηγούν στην μετάνοια και την επιστροφή. Το μεγάλο του σφάλμα είναι η αποκοπή από την κοινωνία με τον Θεό.  Οι άλλες αμαρτίες, η σπάταλη και ανήθικη ζωή, είναι το φυσικό επακόλουθο της απομάκρυνσης αυτής. Υπάρχει όμως και ο άνθρωπος που τυπικά ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, όμως καλλιεργεί τα διάφορα πάθη μέσα του, δεν τα βλέπει, βλέπει μόνο των άλλων και τους κατακρίνει. Αυτός θέλει το Θεό μόνο δικό του και δεν του επιτρέπει να αγαπάει και να συγχωράει τους άλλους.

Τελειώνοντας την παραβολή ο Κύριος, αναφέρει πως ο πατέρας λέει στο μεγάλο γιο: «πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη». Τα υπέροχα  αυτά λόγια μας δείχνουν δύο πράγματα. Πρώτο μας διαβεβαιώνουν πως ο Θεός μοιράζεται με εμάς τη δόξα του και την ευτυχία του Παραδείσου και δεύτερο ότι χαίρεται όταν γυρνάμε κοντά του και μας θυμίζει πως η ζωή μακριά από τον Θεό είναι θάνατος, και ο Ουράνιος Πατέρας «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμ. 2,4). Αμήν. 


Ευαγγέλιο και Απόστολος για σήμερα Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

 Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2021

Του Οσίου Πατρός ημών Προκοπίου του Δεκαπολίτου

Στεφάνου του γηροκόμου

Εφραίμ οσίου του Κατουνακιωτου (1998 μ.Χ.).


Το Ευαγγέλιο για σήμερα Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Κ´ 46 – 47

46 Προσέχετε ἀπὸ τῶν γραμματέων τῶν θελόντων περιπατεῖν ἐν στολαῖς καὶ φιλούντων ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ πρωτοκλισίας ἐν τοῖς δείπνοις, 47 οἳ κατεσθίουσιν τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσεύχονται· οὗτοι λήψονται περισσότερον κρίμα.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΑ´ 1 – 4

1 Ἀναβλέψας δὲ εἶδε τοὺς βάλλοντας τὰ δῶρα αὐτῶν εἰς τὸ γαζοφυλάκιον πλουσίους. 2 εἶδε δέ τινα χήραν πενιχρὰν βάλλουσαν ἐκεῖ λεπτὰ δύο, 3 καὶ εἶπεν· Ἀληθῶς λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχὴ αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλεν· 4 ἅπαντες γὰρ οὗτοι ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον εἰς τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, αὕτη δὲ ἐκ τοῦ ὑστερήματος αὐτῆς ἅπαντα τὸν βίον ὃν εἶχεν ἔβαλε.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 8 – 8

8 καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. ταῦτα λέγων ἐφώνει· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

Το Ευαγγέλιο για σήμερα Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Κ´ 46 – 47

46 Προσέχετε ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς, ποὺ θέλουν νὰ περιπατοῦν μὲ ἐνδυμασίας ἐπισήμους καὶ ἐπιδεικτικὰς καὶ ἀγαποῦν τοὺς εὐλαβεῖς καὶ τιμητικοὺς χαιρετισμοὺς εἰς τὰς ἀγορὰς καὶ τὰ πρῶτα καθίσματα εἰς τὰς συναγωγὰς καὶ τὰς πρώτας θέσεις εἰς τὰ δεῖπνα. 47 Αὐτοὶ κατατρώγουν τὰ σπίτια καὶ τὴν περιουσίαν τῶν χηρῶν καὶ ὑποκριτικῶς μὲ πρόσχημα εὐλαβείας πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν χηρῶν κάνουν μακρὰς προσευχάς. Αὐτοὶ θὰ λάβουν μεγαλυτέραν καταδίκην ἀπὸ τὴν καταδίκην τῶν κλεπτῶν καὶ ἁρπάγων.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΑ´ 1 – 4

1 Εσήκωσε δὲ τὰ μάτια του καὶ εἶδε τοὺς πλουσίους, ποὺ ἔρριπταν τὰ δῶρα τους εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ Ναοῦ. 2 Εἶδε δὲ καὶ κάποιαν χήραν πτωχήν, ἡ ὁποία ἔρριπτεν ἐκεῖ δύο λεπτά. 3 Καὶ εἶπε· Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι ἡ πτωχὴ αὐτὴ χήρα ἔρριψε περισσότερα ἀπ’ ὅλους. 4 Διότι ὅλοι αὐτοὶ ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ τοὺς ἐπερίσσευεν, ἔρριψαν εἰς τὰ δῶρα, ποὺ προσφέρονται εἰς τὸν Θεόν, αὐτὴ ὅμως ἀπὸ τὴν τελείαν πτωχείαν καὶ στέρησίν της, κάθε τι ποὺ εἶχε πρὸς συντήρησίν της, τὸ ἔρριψεν ὁλόκληρον εἰς τὸ κιβώτιον τῆς συνεισφορᾶς.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 8 – 8

8 Καὶ ἄλλο μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε μέσα εἰς τὴν γῆν τὴν μαλακὴν καὶ εὔφορον καὶ ὅταν ἐφύτρωσεν, ἔκαμε καρπὸν ἑκατὸν φορὰς περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ὁ σπόρος. Ἐνῷ δὲ ἔλεγεν αὐτά, διὰ νὰ δώσῃ μεγαλύτερον τόνον εἰς τοὺς λόγους του καὶ διεγείρῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀκροατῶν του, ἐφώναζε δυνατά· Αὐτὸς ποὺ ἔχει αἰτιὰ πνευματικὰ καὶ ἐνδιαφέρον πνευματικὸν διὰ νὰ ἀκούῃ καὶ ἐγκολπώνεται αὐτὰ ποὺ λέγω, ἂς ἀκούῃ.

Απόστολος για σήμερα Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α’ Ϛ´ 11 – 16

11 Σὺ δέ, ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ταῦτα φεῦγε· δίωκε δὲ δικαιοσύνην, εὐσέβειαν, πίστιν, ἀγάπην, ὑπομονήν, πρᾳότητα. 12 ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως· ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς, εἰς ἣν ἐκλήθης καὶ ὡμολόγησας τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐνώπιον πολλῶν μαρτύρων. 13 Παραγγέλλω σοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωοποιοῦντος τὰ πάντα καὶ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ μαρτυρήσαντος ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου τὴν καλὴν ὁμολογίαν, 14 τηρῆσαί σε τὴν ἐντολὴν ἄσπιλον, ἀνεπίληπτον μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 15 ἣν καιροῖς ἰδίοις δείξει ὁ μακάριος καὶ μόνος δυνάστης, ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ κύριος τῶν κυριευόντων, 16 ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται· ᾧ τιμὴ καὶ κράτος αἰώνιον· ἀμήν.

Απόστολος για σήμερα Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α’ Ϛ´ 11 – 16

11 Σὺ ὅμως, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, φεῦγε μακρὰν ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα καὶ πάθη, ἐπιδίωκε δὲ τὴν δικαιοσύνην, τὴν εὐσέβειαν, τὴν πίστιν, τὴν ἀγάπην, τὴν ὑπομονήν, τὴν πραότητα. 12 Ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον μᾶς καλεῖ ἡ πίστις. Πιάσε καλὰ καὶ κράτησε σφικτὰ τὴν αἰώνιον ζωήν, διὰ τὴν κληρονομίαν τῆς ὁποίας καὶ ἐκλήθης ἀπὸ τὸν Θεόν καὶ ὠμολόγησες πρὸ τοῦ βαπτίσματός σου τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐμπρὸς εἰς πολλοὺς μάρτυρας. 13 Παραγγέλλω εἰς σὲ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μεταδίδει ζωὴν εἰς ὅλα, καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐμπρὸς εἰς τὸν Πόντιον Πιλᾶτον ἐμαρτύρησετὴν καλὴν ὁμολογίαν, ὅτι εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ,

14 νὰ διατηρήσῃς σὺ τὴν ἐντολὴν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, ποὺ ἀνέλαβες εἰς τὸ βάπτισμα καὶ τὴν χειροτονίαν σου, καθαρὰν ἀπὸ κάθε μολυσμόν, ἀνωτέραν ἀπὸ κάθε κατηγορίαν μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιφανῇ ἐνδόξως ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. 15 Τὴν ἔνδοξον δὲ ταύτην ἐπιφάνειαν τοῦ Κυρίου εἰς καιρούς, τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ὥρισε καὶ γνωρίζει, θὰ δείξῃ ὁ μακάριος καὶ ὁ μόνος ἐξουσιαστής, ὁ βασιλεὺς αὐτῶν ποὺ βασιλεύουν ἐπὶ γῆς καὶ ὁ κύριος αὐτῶν ποὺ κυριαρχοῦν ἐπὶ γῆς, 16 ὁ ὁποῖος μόνος ἔχει ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του ζωὴν ἀθάνατον καὶ ἀΐδιον, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς φῶς, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ πλησιάσῃ, τὸν ὁποῖον δὲν εἶδε κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, οὔτε δύναται νὰ τὸν ἴδῃ· εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει τιμὴ καὶ κράτος παντοτινὸν καὶ αἰώνιον. Ἀμήν.

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2021

Το Ιερό Ευαγγέλιο για αύριο Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

 Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2021

Άγιος Πορφύριος Επίσκοπος Γάζης

Αγία Φωτεινή η Μεγαλομάρτυς η Σαμαρείτιδα



Το Ευαγγέλιο για αύριο Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΔ´ 3 – 9

3 Καὶ ὄντος αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, κατακειμένου αὐτοῦ ἦλθε γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς, καὶ συντρίψασα τὸ ἀλάβαστρον κατέχεεν αὐτοῦ κατὰ τῆς κεφαλῆς. 4 ἦσαν δέ τινες ἀγανακτοῦντες πρὸς ἑαυτούς λέγοντες· Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ μύρου γέγονεν; 5 ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς· καὶ ἐνεβριμῶντο αὐτῇ.

6 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἄφετε αὐτήν· τί αὐτῇ κόπους παρέχετε; καλὸν ἔργον εἰργάσατο ἐν ἐμοί. 7 πάντοτε γὰρ τοὺς πτωχοὺς ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, καὶ ὅταν θέλητε δύνασθε αὐτοὺς εὖ ποιῆσαι· ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 8 ὃ ἔσχεν αὕτη ἐποίησε· προέλαβε μυρίσαι μου τὸ σῶμα εἰς τὸν ἐνταφιασμόν. 9 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον τοῦτο εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη λαληθήσεται εἰς μνημόσυνον αὐτῆς.

Το Ευαγγέλιο για αύριο Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΔ´ 3 – 9

|3 Καὶ ὅταν αὐτὸς ἦτο ἐν τῇ Βηθανίᾳ εἰς τὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, τὴν ὥραν ποὺ ἦτο γερμένος εἰς τὸ τραπέζι καὶ ἔτρωγεν, ἦλθε μία γυναῖκα, ποὺ εἶχε ἀγγεῖον ἀπὸ ἀλάβαστρον γεμᾶτο μύρον κατασκευασμένον ἀπὸ νάρδον γνησίαν καὶ ἀνόθευτον, πολὺ ἀκριβήν. Καὶ ἀφοῦ ἔσπασε τὸ ἀλαβάστρινον ἀγγεῖον, ἔχυσε τὸ μύρον εἰς τὴν κεφαλήν του.

4 Ἦσαν δὲ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητάς, οἱ ὁποῖοι μεταξύ τους καὶ ἰδιαιτέρως ἀγανακτοῦσαν καὶ ἔλεγαν: Διατὶ ἔγινεν ἡ ἄσκοπος καὶ χαμένη σπατάλη τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ μύρου; 5 Διότι μποροῦσε τὸ μύρον αὐτὸ νὰ πωληθῇ παραπάνω ἀπὸ τριακόσια δηνάρια καὶ τὸ ἀντίτιμόν του νὰ δοθῇ εἰς τοὺς πτωχούς. Καὶ τὴν ἐμάλωναν. 6 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως εἶπεν· Ἀφήσατέ την. Διατὶ τὴν ἐνοχλεῖτε; Μὴ τὴν στενοχωρῆτε, διότι καλὸν καὶ ἀξιέπαινον ἔργον ἔκαμεν εἰς ἐμέ. 7 Διότι τοὺς πτωχοὺς τοὺς ἔχετε πάντοτε μαζί σας, καὶ ὅταν θέλετε ἠμπορεῖτε νὰ τοὺς εὐεργετήσετε. Ἐμὲ ὅμως δὲν μὲ ἔχετε πάντοτε μαζί σας.

8 Ἐκεῖνο ποὺ εἶχεν ἡ γυναῖκα αὐτὴ καὶ ἐξηρτᾶτο ἀπὸ αὐτὴν νὰ κάμῃ δι’ ἐμέ, τὸ ἔκαμεν. Ἐπρόλαβε νὰ ἀλείψῃ μὲ μῦρον τὸ σῶμα μου διὰ νὰ τὸ ἑτοιμάσῃ πρὸς ταφήν. Χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνῃ ἡ γυναῖκα αὐτή, ἀποδίδει εἰς ἐμέ, ἐνῷ ἀκόμη ζῶ, τὰς τιμὰς τῆς ταφῆς μου, ποὺ θὰ γίνῃ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. 9 Ἀληθῶς σᾶς λέγω, εἰς ὅποιο μέρος ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον αὐτό, θὰ διαλαληθῇ καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκαμεν αὐτή, διὰ νὰ διατηρῆται ἀλησμόνητος ἡ μνήμη τῆς γυναικὸς αὐτῆς, ἡ ὁποία μὲ τόσην ἀφοσίωσιν καὶ μὲ τόσην θυσίαν ἐξεδήλωσε τὴν πρὸς ἐμὲ ἀγάπην της.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2021

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Πέμπτης 25ης Φεβρουαρίου 2021

 Εορτή της Ορθοδοξίας: Ο Άγιος Ταράσιος ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης. Ο Άγιος Ρηγίνος ο Ιερομάρτυρας και Επίσκοπος Σκοπέλου. Ο Άγιος Αλέξανδρος ο Μάρτυρας ο εν Δριζιπάρω της Θράκης. 



Επιστολή Ιωάννη Α’, Α'(1) 8-10

ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτοὺς πλανῶμεν καὶ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν.

ἐὰν ὁμολογῶμεν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, πιστός ἐστι καὶ δίκαιος, ἵνα ἀφῇ ἡμῖν τὰς ἁμαρτίας καὶ καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀδικίας.

ἐὰν εἴπωμεν ὅτι οὐχ ἡμαρτήκαμεν, ψεύστην ποιοῦμεν αὐτόν, καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν.

Νεοελληνική Απόδοση

Αν πούμε ότι δεν έχουμε αμαρτία, πλανούμε τους εαυτούς μας και η αλήθεια δεν είναι μέσα μας.

Αν ομολογούμε τις αμαρτίες μας, είναι πιστός και δίκαιος, για να αφήσει σ’ εμάς τις αμαρτίες και να μας καθαρίσει από κάθε αδικία.

Αν πούμε ότι δεν έχουμε αμαρτήσει, ψεύτη τον κάνουμε και ο λόγος του δεν είναι μέσα μας.

Επιστολή Ιωάννη Α’, Β'(2) 1-6

Τεκνία μου, ταῦτα γράφω ὑμῖν ἵνα μὴ ἁμάρτητε· καὶ ἐάν τις ἁμάρτῃ, παράκλητον ἔχομεν πρὸς τὸν πατέρα, ᾿Ιησοῦν Χριστὸν δίκαιον·

καὶ αὐτὸς ἱλασμός ἐστι περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, οὐ περὶ τῶν ἡμετέρων δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλου τοῦ κόσμου.

Καὶ ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐγνώκαμεν αὐτόν, ἐὰν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηρῶμεν.

ὁ λέγων, ἔγνωκα αὐτόν, καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ μὴ τηρῶν, ψεύστης ἐστί, καὶ ἐν τούτῳ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν·

ὃς δ᾿ ἂν τηρῇ αὐτοῦ τὸν λόγον, ἀληθῶς ἐν τούτῳ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τετελείωται. ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐν αὐτῷ ἐσμεν.

ὁ λέγων ἐν αὐτῷ μένειν ὀφείλει, καθὼς ἐκεῖνος περιεπάτησε, καὶ αὐτὸς οὕτω περιπατεῖν.

Νεοελληνική Απόδοση

Παιδάκια μου, αυτά σας τα γράφω για να μην αμαρτήσετε. Και αν κάποιος αμαρτήσει, έχουμε Παράκλητο προς τον Πατέρα, τον Ιησού Χριστό το δίκαιο.

Και αυτός είναι ιλασμός για τις αμαρτίες μας, και όχι μόνο για τις δικές μας, αλλά και για όλου του κόσμου.

Και με αυτό γνωρίζουμε ότι τον έχουμε γνωρίσει: Αν τις εντολές του τις τηρούμε.

Όποιος λέει: «Τον έχω γνωρίσει», αλλά τις εντολές του δεν τις τηρεί, ψεύτης είναι, και μέσα σ’ αυτόν δεν υπάρχει η αλήθεια.

Σε όποιον όμως τηρεί το λόγο του, η αγάπη του Θεού έχει τελειοποιηθεί αληθινά μέσα σ’ αυτόν. Με αυτό γνωρίζουμε ότι είμαστε μέσα του:

Εκείνος που λέει πως μένει μέσα του οφείλει καθώς εκείνος περπάτησε έτσι και αυτός να περπατά.

Κατά Μάρκο Άγιο Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο ΙΓ'(13) 31-37

ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ ἐμοὶ λόγοι οὐ μὴ παρελεύσονται.

Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ.

Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν.

ὡς ἄνθρωπος ἀπόδημος, ἀφεὶς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ δοὺς τοῖς δούλοις αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑκάστῳ τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ τῷ θυρωρῷ ἐνετείλατο ἵνα γρηγορῇ.

γρηγορεῖτε οὖν· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται, ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ·

μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ὑμᾶς καθεύδοντας.

ἃ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω· γρηγορεῖτε.

Νεοελληνική Απόδοση

Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δε θα παρέλθουν».

«Όσον αφορά όμως την ημέρα εκείνη ή την ώρα κανείς δεν τις ξέρει, ούτε οι άγγελοι στον ουρανό ούτε ο Υιός παρά μόνο ο Πατέρας.

Προσέχετε, αγρυπνείτε. Γιατί δεν ξέρετε πότε θα είναι ο καιρός.

Θα συμβεί όπως σ’ έναν άνθρωπο απόδημο, που άφησε την οικία του και έδωσε στους δούλους του την εξουσία, σε καθέναν το έργο του, και στο θυρωρό έδωσε εντολή να αγρυπνεί.

Αγρυπνείτε, λοιπόν. Γιατί δεν ξέρετε πότε έρχεται ο κύριος της οικίας, ή βράδυ ή μεσάνυχτα ή με του πετεινού το λάλημα ή πρωί,

μήπως, όταν έρθει ξαφνικά, σας βρει να κοιμάστε.

Και ό,τι λέω σ’ εσάς, το λέω σε όλους: αγρυπνείτε».

Κατά Μάρκο Άγιο Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο ΙΔ'(14) 1-2

Ἦν δὲ τὸ πάσχα καὶ τὰ ἄζυμα μετὰ δύο ἡμέρας. καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς πῶς αὐτὸν ἐν δόλῳ κρατήσαντες ἀποκτείνωσιν.

ἔλεγον δὲ μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ, μήποτε θόρυβος ἔσται τοῦ λαοῦ.

Νεοελληνική Απόδοση

Ήταν τότε το Πάσχα και η εορτή των Αζύμων, μετά δύο ημέρες. Και ζητούσαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς πώς να τον κρατήσουν και να τον σκοτώσουν με δόλο.

Γιατί έλεγαν: «Όχι κατά την εορτή, μήπως γίνει θόρυβος από το λαό».

Ο Δρ Γεώργιος Λέκκας για τον Πλατωνικό Ελύτη (γ΄ μέρος) ["Lectures Αληθώ...

ΣΗΚΩ, Η ΜΕΡΑ ΑΡΧΙΣΕ!



                «Ο ύπνος είναι σπουδαίο συστατικό της φύσεώς μας, απεικόνιση του θανάτου, αργία των αισθήσεων» (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)

              Η πιο δύσκολη ώρα για τον άνθρωπο της εποχής μας είναι η ώρα του ξυπνήματος. Μικρότεροι και μεγαλύτεροι, όταν έρχεται η ώρα να σηκωθούμε από το κρεβάτι, έχουμε έναν λογισμό στον νου μας: «είμαι κουρασμένος»!  Και συνοδεύεται ο λογισμός με άλλους, παρεμφερείς: «ποιος ξυπνάει πάλι;», «άσε με λίγο ακόμη», «πάλι χτύπησε το ξυπνητήρι». Ιδίως τα παιδιά, αν μπορούσαν να κοιμηθούν μέχρι το μεσημέρι, θα ήταν ευτυχισμένα! Το βλέπουμε αυτό στις διακοπές. Αντίθετα, δεν τους πειράζει το ξενύχτι. Μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, της τηλεόρασης ή του κινητού στις μέρες μας, τα παιδιά χτίζουν την προσωπικότητα του ανθρώπου που δεν βιάζεται να κοιμηθεί, αλλά και δεν θέλει να ξυπνήσει!

            Μία από τις αγαπημένες φράσεις των γονέων στην παιδική ηλικία είναι «ήρθε η ώρα για ύπνο». Και η κατάκλιση στο κρεβάτι συνοδεύεται από ιστορίες, παραμύθια, λίγη προσευχή, νανουρίσματα, αν ο γονιός έχει χρόνο και διάθεση.   Κι έτσι πρέπει να γίνεται. Η αφήγηση καλμάρει, συναρπάζει, ομορφαίνει την ώρα του ύπνου. Κι ενώ για το παιδί η ώρα του ύπνου συνεπάγεται το σταμάτημα των δραστηριοτήτων ή ό,τι παρακολουθεί εικονικά, και γι’ αυτό μπορεί να φέρνει αντιδράσεις, η αλλαγή του προγράμματος γεννά την προσδοκία του διαφορετικού, την προσδοκία της σχέσης, της επαφής, της κοινωνίας γονέα και παιδιού. Κι αυτό είναι εμπειρία που γίνεται μνήμη. Η μεταγενέστερη σχέση τροφοδοτείται ακριβώς από τέτοιες μνήμες και δίνει στην οικογένεια ένα αίσθημα χαρούμενης νοσταλγίας.

         Όμως το πρόβλημα του ξυπνήματος δεν παύει να υφίσταται. Δύσκολο να σηκωθούμε χαρούμενοι. Μάλλον λειτουργούμε μηχανικά, ακολουθώντας τις συνήθειες του ξυπνήματος. Και μέσα σ’  αυτές η προσευχή δεν γίνεται με την καρδιά μας, αλλά με την δύναμη της συνήθειας, όταν γίνεται. Γι’  αυτό και η Κυριακή είναι ξεχωριστή μέρα για την σχέση μας όχι μόνο με τον Θεό, αλλά και με τον συνάνθρωπο και τον κόσμο. Το κυριακάτικο ξύπνημα, το οποίο δεν συνοδεύεται από πρωινό, αλλά περιλαμβάνει πορεία προς τον ναό για την συμμετοχή μας στην θεία λειτουργία, αλλάζει και πάλι τον τρόπο διαχείρισης του χρόνου μας. Γίνεται το ξύπνημα ευχαριστιακό. Γνωρίζουμε ότι θα λειτουργηθούμε, θα ευχαριστήσουμε τον Θεό για όσα μας δίνει και θα Τον παρακαλέσουμε για όσα θέλουμε. Θα συναντήσουμε τον συνάνθρωπό μας. Θα είμαστε μαζί ως οικογένεια, κάνοντας μια ξεχωριστή δραστηριότητα, για την οποία αξίζει να θυσιάσουμε λίγο από τον ύπνο μας. Και αν κοινωνούμε κιόλας, το ξύπνημα της Κυριακής γίνεται προσδοκία γιορτής!

      Τις καθημερινές όμως; Πώς μπορούμε να ξεκινήσουμε χαρούμενοι την μέρα μας; Η ευχαριστία είναι το κλειδί. Αν νιώθουμε ότι ο Θεός μας δίνει την ευκαιρία να κάνουμε μια καινούργια αρχή, παρότι δεν ξέρουμε κατά βάθος τι μας περιμένει, καθώς πάντα υπάρχουν τα αναπάντεχα. Γι’ αυτό και το αίσθημα ότι «ζούμε» κι αυτό είναι δωρεά, βγάζει από την σκέψη μας την μιζέρια του ξυπνήματος. Μια ζεστή καλημέρα από τον άντρα στη γυναίκα και αντίστροφα, από τους γονείς στα παιδιά, είναι ένα μήνυμα: ότι ο όποιος σταυρός της κάθε μέρας δεν είναι μοναχικός! Γι’  αυτό και η πρωινή προσευχή είναι ένα σημάδι ευγνωμοσύνης και ευκαιρία ενίσχυσης, ότι τα πάντα είναι του Θεού, κι εμείς το ίδιο!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 24 Φεβρουαρίου 2021

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2021

Το Ευαγγέλιο της Τετάρτης 24 Φεβρουαρίου 2021.

 Η Α' και Β' Εύρεση Τιμίας κεφαλής του Αγίου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννη.

Κατά Ματθαίο Άγιο Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο ΙΑ'(11) 2-15


῾Ο δὲ ᾿Ιωάννης ἀκούσας ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ, πέμψας δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ

εἶπεν αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν;

καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε ᾿Ιωάννῃ ἃ ἀκούετε καὶ βλέπετε·

τυφλοὶ ἀναβλέπουσι καὶ χωλοὶ περιπατοῦσι, λεπροὶ καθαρίζονται καὶ κωφοὶ ἀκούουσι, νεκροὶ ἐγείρονται καὶ πτωχοὶ εὐαγγελίζονται·

καὶ μακάριός ἐστιν ὃς ἐὰν μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί.

Τούτων δὲ πορευομένων ἤρξατο ὁ ᾿Ιησοῦς λέγειν τοῖς ὄχλοις περὶ ᾿Ιωάννου· τί ἐξήλθετε εἰς τὴν ἔρημον θεάσασθαι; κάλαμον ὑπὸ ἀνέμου σαλευόμενον;

ἀλλὰ τί ἐξήλθετε ἰδεῖν; ἄνθρωπον ἐν μαλακοῖς ἱματίοις ἠμφιεσμένον; ἰδοὺ οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες ἐν τοῖς οἴκοις τῶν βασιλέων εἰσίν.

ἀλλὰ τί ἐξήλθετε ἰδεῖν; προφήτην; ναὶ λέγω ὑμῖν, καὶ περισσότερον προφήτου.

οὗτος γάρ ἐστι περὶ οὗ γέγραπται· ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου.

ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων ᾿Ιωάννου τοῦ βαπτιστοῦ· ὁ δὲ μικρότερος ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν μείζων αὐτοῦ ἐστιν.

ἀπὸ δὲ τῶν ἡμερῶν ᾿Ιωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν.

πάντες γὰρ οἱ προφῆται καὶ ὁ νόμος ἕως ᾿Ιωάννου προεφήτευσαν.

καὶ εἰ θέλετε δέξασθαι, αὐτός ἐστιν ᾿Ηλίας ὁ μέλλων ἔρχεσθαι.

ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

Νεοελληνική Απόδοση

Και ο Ιωάννης, όταν άκουσε στη φυλακή τα έργα του Χριστού, έστειλε μήνυμα με τους μαθητές του

και του είπε: «Εσύ είσαι ο ερχόμενος ή άλλον να προσδοκούμε;»

Τότε αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: «Πηγαίνετε και αναγγείλετε στον Ιωάννη αυτά που ακούτε και βλέπετε:

τυφλοί αποκτούν το φως τους και χωλοί περπατούν, λεπροί καθαρίζονται και κουφοί ακούν, και νεκροί εγείρονται και φτωχοί ευαγγελίζονται.

Και μακάριος είναι αυτός που δε θα σκανδαλιστεί σ’ εμένα».

Και ενώ αυτοί πήγαιναν, άρχισε ο Ιησούς να λέει στα πλήθη για τον Ιωάννη: «Τι εξήλθατε στην έρημο να δείτε με θαυμασμό; Καλάμι που σαλεύεται από άνεμο;

Όχι, βέβαια. Αλλά τι εξήλθατε να δείτε; Άνθρωπο με μαλακά ρούχα ντυμένο; Ιδού, αυτοί που φορούν τα μαλακά είναι στους οίκους των βασιλιάδων.

Αλλά τι εξήλθατε να δείτε; Προφήτη; Ναι, σας λέω, και περισσότερο από προφήτη.

Αυτός είναι για τον οποίο έχει γραφτεί: Ιδού, εγώ αποστέλλω τον αγγελιοφόρο μου πριν από το πρόσωπό σου, ο οποίος θα παρασκευάσει την οδό σου μπροστά σου.

Αλήθεια σας λέω: δεν έχει εγερθεί μεταξύ των γεννημένων από γυναίκες μεγαλύτερος από τον Ιωάννη το Βαπτιστή. Αλλά ο μικρότερος στη βασιλεία των ουρανών είναι μεγαλύτερος από αυτόν.

Και από τις ημέρες του Ιωάννη του Βαπτιστή ως τώρα η βασιλεία των ουρανών παραβιάζεται και βίαιοι την αρπάζουν.

Γιατί όλοι οι προφήτες και ο νόμος ως τον Ιωάννη προφήτεψαν.

Και αν θέλετε, δεχτείτε το: Αυτός είναι ο Ηλίας που μέλλει να έρχεται.

Όποιος έχει αυτιά ας ακούει.»

ΜΝΗΜΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ

 Το πρωί της Τρίτης 23 Φεβρουαρίου 2021, ημέρα που εορτάζει ο άγιος ιερομάρτυς  Πολύκαρπος, επίσκοπος Σμύρνης, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος μετέβη στην Ιερά Μονή Πλατυτέρας, όπου τέλεσε τρισάγιο για την ανάπαυση της ψυχής του μακαριστού προκατόχου του Μητροπολίτου Κερκύρας Πολυκάρπου Βαγενά, ο οποίος αυτήν την ημέρα ήγε τα ονομαστήριά του. Στην Μονή Πλατυτέρας βρίσκεται ο τάφος του αειμνήστου Μητροπολίτου. 





Επικοινωνία

 Επικοινωνία 

τηλ. επικοινωνίας: 6937255151 

e-mail: koskinad@yahoo.gr

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2021

Το Ιερό Ευαγγέλιο για αύριο Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

 Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Άγιος Πολύκαρπος Επίσκοπος Σμύρνης

Αγία Γοργονία, αδελφή του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου



Το Ευαγγέλιο για αύριο Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΓ´ 14 – 23

14 Ὅταν δὲ ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ρηθὲν ὑπὸ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ὅπου οὐ δεῖ – ὁ ἀναγινώσκων νοείτω – τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη, 15 ὁ δὲ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβάτω εἰς τὴν οἰκίαν μηδὲ εἰσελθέτω ἆραί τι ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, 16 καὶ ὁ εἰς τὸν ἀγρὸν ὢν μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω ἆραι τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ. 17 οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις.

18 προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος. 19 ἔσονται γὰρ αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θλῖψις, οἵα οὐ γέγονε τοιαύτη ἀπ’ ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ Θεὸς ἕως τοῦ νῦν καὶ οὐ μὴ γένηται. 20 καὶ εἰ μὴ ἐκολόβωσε Κύριος τὰς ἡμέρας οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσε τὰς ἡμέρας. 21 καὶ τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός, ἰδοὺ ἐκεῖ, μὴ πιστεύετε. 22 ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα καὶ τέρατα πρὸς τὸ ἀποπλανᾶν, εἰ δυνατόν καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. 23 ὑμεῖς δὲ βλέπετε· ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν ἅπαντα.

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα στα νέα ελληνικά

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΓ´ 14 – 23

14 Ὅταν δὲ ἴδετε τὸ μισητὸν καὶ βέβηλον σίχαμα, ποὺ θὰ προκαλέσῃ τὴν ἐρήμωσιν καὶ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη προφητικῶς ὑπὸ Δανιὴλ τοῦ προφήτου, νὰ στέκεται ἐκεῖ ὅπου δὲν πρέπει νὰ σταθῇ – κάθε ἀναγνώστης ἂς τὸ νοιώσῃ καὶ ἂς λάβῃ τὰ μέτρα του· ἂς ἐννοήσῃ δηλαδή, ὅτι τὸ σίχαμα αὐτὸ τώρα, ποὺ γράφεται τὸ Εὐαγγέλιον τοῦτο, εἶναι οἱ ζηλωταί, ποὺ βεβηλώνουν τὸ ἱερὸν μὲ τὰ κακουργήματά των, μετ’ ὀλίγον δὲ καὶ τὰ ρωμαϊκὰ στρατεύματα, ποὺ θὰ συμπληρώσουν τὴν βεβήλωσιν ταύτην – ὅταν λοιπὸν ἴδετε τὸ σίχαμα τοῦτο, τότε ἐκεῖνοι ποὺ κατοικοῦν εἰς τὰς πόλεις τῆς Ἰουδαίας, ἂς φεύγουν εἰς τὰ βουνὰ διὰ νὰ κρυβοῦν ἐκεῖ. 15 Ἐκεῖνος δὲ ποὺ εἶναι ἐπάνω εἰς τὸ ἠλιακωτὸν τοῦ σπιτιοῦ, ἂς μὴ καταβῇ εἰς τὸ σπίτι, οὔτε νὰ ἔμβῃ εἰς αὐτὸ διὰ νὰ πάρῃ κάτι ἀπ’ ἐκεῖ.

16 Καὶ ἐκεῖνος ποὺ μὲ μόνον τὸ ὑποκάμισον εἶναι εἰς τὸ χωράφι καὶ ἐργάζεται ἐκεῖ, ἂς μὴ γυρίσῃ ὀπίσω διὰ νὰ πάρῃ καὶ τὸ ἐξωτερικόν του ἔνδυμα. 17 Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὰς ἐγκύους καὶ εἰς ἐκείνας, ποὺ θὰ θηλάζουν μικρὰ παιδιὰ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας· διότι θὰ εἶναι πολὺ δύσκολον εἰς αὐτὰς καὶ νὰ τρέξουν διὰ νὰ σωθοῦν καὶ νὰ εὕρουν τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὸν στηριγμὸν τοῦ ὀργανισμοῦ των. 18 Κάνετε δὲ τὴν προσευχήν σας νὰ μὴ γίνῃ ἡ φυγή σας εἰς χειμωνιάτικην κακοκαιρίαν, ἡ ὁποία θὰ σᾶς γίνεται ἐμπόδιον εἰς τὴν φυγήν. 19 Πρέπει δὲ νὰ μὴ ἐμποδισθῆτε εἰς τὴν φυγήν σας ἀπὸ τίποτε. Διότι αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θὰ εἶναι ὅλαι θλῖψις μεγάλη, τέτοια ποὺ δὲν ἔχει γίνει ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς δημιουργίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Θεός, ἕως τώρα, οὔτε θὰ γίνῃ ποτὲ παρομοία.

20 Καὶ ἐάν ὁ Κύριος δὲν ὠλιγόστευε τὸν άριθμόν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, δὲν θὰ ἐσώζετο κανείς ἄνθρωπος. Ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξεν ὁ Θεὸς καὶ ἐνδιαφέρεται νὰ μὴ ταλαιπωρηθοῦν πολύ, ὠλιγόστευσε τὰς ἡμέρας ἐκείνας. 21 Καὶ τότε ἐὰν σᾶς εἴπῃ κανείς· Νά, ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστός, ἢ νά, ἐκεῖ εἶναι ὁ Χριστός, μὴ τὸν πιστεύετε. 22 Διότι θὰ ἀναφανοῦν ψευδομεσσίαι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ θὰ δείξουν σημάδια μεγάλα καὶ ἔργα καταπληκτικά, διὰ νὰ ἀποπλανοῦν, ἐὰν θὰ εἶναι δυνατόν, καὶ αὺτοὺς τοὺς ἐκλεκτούς. 23 Σεῖς ὅμως προσέχετε· ἰδοὺ σᾶς τὰ ἔχω προείπει ὅλα, ὥστε νὰ μὴ χωρῇ δικαιολογία διὰ τὴν τυχὸν ἀποπλάνησίν σας.