Translate

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2021

Εορτάστηκε η μνήμη της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του Οσίου Χριστοδούλου του εν Πάτμω στη Κέρκυρα

 Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών & Διαποντίων νήσων κ. Νεκτάριος συλλειτούργησε μετα των πατέρων της Ιεράς Μονής Αγίων Θεοδώρων, στη Ιερά Μονή Αγίων Θεοδώρων Καμάρας. Μετα του Σεβασμιωτάτου συλλειτούργησε και ο Αρχιδιάκονος της Ιεράς Μητροπόλεως πατήρ Χριστόδουλος Τριαντάφυλλος, ο οποίος φέρει το όνομα του Αγίου Χριστοδούλου, που προς τιμήν του μακαριστού Αρχιεπισκόπου    Χριστοδούλου, του εδόθη.

Στο τέλος ο Σεβασμιώτατος, τέλεσε και το ιερό μνημόσυνο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου. Στη προσλαλιά του ο Σεβασμιώτατος εξήρε την προσωπικότητα του Οσίου πατρός ημών Χριστοδούλου ο οποίος έφυγε από το όρος Λάτρος και εγκαταστάθηκε στην  έρημο νήσο της Πάτμου, όπου υπήρχε και το ιερό σπήλαιο της αποκαλύψεως του Ευαγγελιστού Ιωάννου και παραπλεύρως ανοικοδόμησε την Ιερά αυτοκρατορική μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου μετά από περιοδεία του Οσίου στην  Εύβοια όπου και εκοιμήθη, εκεί οι πατέρες της μονής μετέφεραν το ιερό λείψανο του Οσίου και το ενταφίασαν στον εξωνάρθηκα της Ιεράς Μονής την οποία και είχε ανοικοδομήσει. Αυτό το γεγονός εορτάζει σήμερα η εκκλησία μας και  ευχήθηκε στον αρχιδιάκονο του να λάβει τις αρετές του Οσίου, αλλά και την αγάπη για την εκκλησία και την πατρίδα και την μαχητικότητα του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Αναφερθείς με ευγνωμοσύνη και σεβασμό στο πρόσωπο του μακαριστού αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου για την προσωπικότητα την οποία χάρισε ο Θεός στην εκκλησία Του και που ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος την τίμησε και την ανύψωσε και έδωσε την απαντοχή της πίστεως και της ελπίδας στους δοκιμαζομένους αδελφούς μας. Ιδιαίτερα αγάπησε την νεότητα και προσέγγισε τα ποικίλα προβλήματα και τις νοοτροπίες της εποχής. Το όραμα του Αρχιεπισκόπου αφύπνισε τις συνειδήσεις των ανθρωπων της πατρίδας μας, με αποτέλεσμα σήμερα νέοι και μεγαλύτεροι να τον αναζητούν καθώς βιώνουμε καταστάσεις για τις οποίες προφητικά ομίλησε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος.

Ας είναι αιωνία η μνήμη του.




















Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2021

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΣΕ ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

 Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος επισκέφθηκε το μεσημέρι της Πέμπτης 21 Οκτωβρίου 2021 την Δημοτική Πινακοθήκη Κέρκυρας, όπου διεξάγεται έκθεση ζωγραφικής του κ. Τάκη Μεταλληνού, πρώην αντινομάρχη και προέδρου της Χορωδίας Κερκύρας, με  θέμα «Νυχτερινή Κέρκυρα». Στην έκθεση τον Μητροπολίτη ξενάγησε ο ίδιος ο ζωγράφος, ο οποίος του παρουσίασε τους 50 πίνακες οι οποίοι αποτυπώνουν στιγμιότυπα από την παλαιά πόλη, τα κτήρια, τα καντούνια, τις πλατείες, τον κόλπο της Γαρίτσας, τον τρόπο που βιώνει η Κέρκυρα τις καιρικές μεταβολές, με δεσπόζον στοιχείο τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνος. Ο κ. Νεκτάριος συνεχάρη τον οικείο και καλλιτέχνη για τις εμπνεύσεις του, οι οποίες προάγουν τον πολιτισμό του τόπου και μαρτυρούν την προσωπική του ευαισθησία.








Επίσκεψη του Μητροπολίτη Μινσκ κ. Βενιαμίν στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κερκύρας κ. Νεκτάριο

Την Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2021, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριο, επισκέφθηκε ο Μητροπολίτης Μινσκ κ. Βενιαμίν με συνεργάτες του, ο οποίος βρίσκεται στη Κέρκυρα για ολιγοήμερες διακοπές. Ο Σεβασμιώτατος κ. Νεκτάριος συνδέεται πνευματικά με τον Σεβασμιώτατο κ. Βενιαμίν, από την επίσκεψη του στη Λευκορωσία και το προσκύνημα του στη Ιερά Μονή όπου εμόναζε. Οι Μητροπολίτες  συζήτησαν θέματα επίκαιρα εκκλησιαστικά και συμπροβληματίστηκαν με την διαμορφούμενη παγκόσμια κατάσταση.




ΤΑ ΜΙΚΡΑ


  «Η πρόοδός μας στην αρετή και η αμαρτία ξεκινάνε από τα μικρά και καταλήγουν σε μεγάλα είτε καλά είτε κακά» (Αββάς Δωρόθεος)

                Στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους συχνά λέμε «δεν πειράζει» για συμπεριφορές, επιλογές, σκέψεις, πράξεις, συνήθειες είτε του άλλου είτε δικές μας. Θέλουμε να είμαστε μεγαλόψυχοι, επειδή αγαπάμε, για ζητήματα που φαίνονται μεγάλα. Δεν θέλουμε να φανούμε μεμψίμοιροι, γκρινιάρηδες, υπερβολικοί, για ζητήματα που φαίνονται και μπορεί να είναι μικρά.  Όμως τα μικρά χτίζουν υπόβαθρο, γίνονται η πρώτη ύλη για σενάρια που κάνουν την σχέση να κουράζεται. Τα μεγάλα φέρνουν συχνά αγανάκτηση, διότι μας βάζουν στον πειρασμό να διορθώσουμε τον άλλο, χωρίς όμως εκείνος να θέλει ή να πιστεύει ότι κάτι τέτοιο χρειάζεται.

                Υπάρχει ένας σχετικισμός στον τρόπο που βλέπουμε τον άνθρωπο και τα πράγματα. Ο καθένας έχει την προοπτική του, με αποτέλεσμα συχνά να μην μπορούμε να συνεννοηθούμε. Και δεν φτάνει μόνο αυτό. Είναι εκείνα τα μικρά που πολλές φορές δεν τα παρατηρούμε ή αδιαφορούμε γι’  αυτά και γίνονται μεγάλα. Όπως λέει ο Αριστοτέλης, αν δεν «ευθύνεις» το δέντρο από μικρό, δεν θα ισιώσει ποτέ. Δεν είναι τυχαίο ότι στην πνευματική ζωή τα πάντα ξεκινούνε από την διάκριση των λογισμών. Δεν περιμένουν οι Πατέρες να φτάσουμε στα πάθη για να κηρύξουν την εαυτό μας σε συναγερμό, σε νήψη. Ξέρουν ότι όταν το πάθος εκφραστεί, η ρίζα του έχει βαθύνει και ο άνθρωπος δεν ευθύνει, δεν ισιώνει. Γι’  αυτό και ζητούν εξαγόρευση λογισμών, ώστε να υπάρχει και αυτοκριτική και απόφαση για αγώνα έγκαιρα.

                Έγκαιρα. Μία λέξη που σήμερα δεν μας πολυενδιαφέρει. Θεωρούμε αγάπη το «δεν πειράζει». Θεωρούμε ότι έχουμε χρόνο, ότι θα διορθωθούν τα πράγματα αργότερα. Ότι δεν αξίζει ο άνθρωπος να στενοχωριέται για τα μικρά και ασήμαντα. Έτσι ο χρόνος δεν γίνεται καιρός, δεν γίνεται ευκαιρία διόρθωσης, αλλά και χτισίματος του υγιούς εαυτού, ούτε καν αφορμή επίγνωσης των σφαλμάτων που κουράζουν και τους άλλους και εμάς, με αποτέλεσμα η σπίθα να γίνεται φλόγα που δύσκολα σβήνει.

                Ζούμε σε μία εποχή στην οποία το κακό θεωρείται σχετικό. Η ηθική του πολιτισμού είναι ηθική του δικαιώματος. Κι όμως, θα μπορούσαμε αν θέλαμε να δούμε το προσάναμμα των μικρών, να αποφύγουμε δυσκολίες μεγάλες. Η παρατήρηση της στάσης, της σκέψης, της συμπεριφοράς του παιδιού από τον γονέα και τον παιδαγωγό. Η έγκαιρη επισήμανση. Η παιδαγωγία του διαλόγου. Η με μέτρο τιμωρία, ιδίως όταν γίνεται δημιουργική για το σύνολο ή και για το ίδιο το παιδί. Το ίδιο και στη σχέση του ζευγαριού. Το να μη φοβόμαστε να επισημάνουμε τι μας ενοχλεί, όχι στην λογική της επίθεσης ή της γκρίνιας ή της απόρριψης, αλλά στην προοπτική ότι «σου λέω τι βλέπω σε σένα και πες μου κι εσύ τι βλέπεις σε μένα». Υπερασπίσου τον εαυτό σου, αν δεν συμφωνείς με την σκέψη μου, αλλά τουλάχιστον ας την γνωρίζεις. Το «δεν πειράζει», το «ας το καταπιώ», να είναι η τελευταία επιλογή της αγάπης και όχι η πρώτη. Και όχι συμβιβασμοί σε ζητήματα που καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια. Που καθιστούν τον άλλον επικίνδυνο. Άλλο η συγχωρητικότητα και άλλο η αμνήστευση. Αγάπη κι αλήθεια πάνε μαζί!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 20 Οκτωβρίου 2021

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2021

2021-10-17 ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΛΟΥΚΑ ΣΠΟΡΕΩΣ

ΟΙ ΣΠΟΡΟΙ ΠΟΥ ΕΠΕΣΑΝ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ


 «Οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν» (Λουκ.  8,12)

«Οἱ σπόροι ποὺ ἔπεσαν στὸν δρόμο εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἄκουσαν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ· ἔρχεται ὅμως ὕστερα ὁ διάβολος καὶ τὸν παίρνει ἀπ’ τὶς καρδιές τους, γιὰ νὰ μὴν πιστέψουν καὶ σωθοῦν»

            Πολλά ερωτηματικά συνοδεύουν σήμερα την διακονία της Εκκλησίας. Ο Χριστός ζητά από τους ποιμένες να είναι σπορείς του λόγου Του. Να κηρύττουν και να ιερουργούν το Ευαγγέλιο, να έχουν δηλαδή την σπορά ως έργο ιερό, έργο αφοσίωσης, έργο ζωής. Και βεβαίως το ευαγγέλιο κηρύττεται μέσα από την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, μέσα από την διακονία της αγάπης, μέσα από την κατήχηση, αλλά και κάθε μαρτυρία την οποία η Εκκλησία παρουσιάζει στον άνθρωπο. Και ακούγεται αυτή η μαρτυρία σήμερα με πολλούς τρόπους: στον ναό, στις εκδόσεις, στο διαδίκτυο, στα πρόσωπα των κηρύκων που εξακολουθούν να βρίσκονται ανάμεσά μας. Το ερώτημα είναι κατά πόσον ο λόγος εισακούεται. Δεν έχει σημασία αν βιώνεται, αν καρποφορεί. Χρέος του ποιμένα είναι να μιλήσει, να καταδείξει, να φανερώσει την ζώσα αλήθεια που είναι ο Χριστός. Μπορούμε να είμαστε ευχαριστημένοι;

            Στο ευαγγέλιο της Κυριακής του σπορέως η περιγραφή από την πλευρά του Χριστού είναι χαρακτηριστική: μιλάμε για έξοδο του σποριά από το σπίτι του, από τις συνήθειες της ζωής του, ακόμη και από τον ίδιο τον εαυτό του. Η έξοδος αυτή σήμερα επιτυγχάνεται και μέσα από το Διαδίκτυο, στο οποίο η πρόσβαση είναι ελεύθερη για όλη σχεδόν την ανθρωπότητα. Αυτός που αναζητεί, θα βρει. Είναι περιττή η συζήτηση που κινδυνολόγοι εξακολουθούν να κάνουν για το επικίνδυνο του Διαδικτύου και κατά πόσον η Εκκλησία θα πρέπει να συμμετέχει σ’ αυτό. Είναι συζήτηση που θέλει να πει   ότι επειδή στον κόσμο υπάρχει η αμαρτία, η Εκκλησία πρέπει να κρυφτεί. Το πρόβλημα έγκειται στο κατά πόσον αυτό που διαβάζεται και ακούγεται στο Διαδίκτυο είναι όντως ο λόγος του Θεού, αυτός που φανερώνει τον Χριστό και την βασιλεία του Θεού και καλεί σε συνάντηση, σε κοινωνία Θεού και ανθρώπων και των ανθρώπων μεταξύ τους ή είναι ένας λόγος που ασχολείται με τα κοσμικά πράγματα, αποπροσανατολίζει από το αγαθό και καθιστά τους ακροατές και αναγνώστες φοβικούς για την μετοχή τους στον κόσμο και όχι ελεύθερους επειδή αγαπούνε τον Θεό και είναι αποφασισμένοι να δώσουν το μήνυμα της σωτηρίας, αφού πρώτα το βιώσουν.  

            Πέρα από την ευθύνη του ποιμένα, του σπορέα όμως, υπάρχει και η ευθύνη όσων ακούνε τον λόγο του Θεού. Και ο Χριστός ξεκινά την αναφορά Του σ’ αυτούς που ακούνε στον δρόμο, στον κόσμο, στην κίνηση. Αυτοί δεν έχουν χρόνο. Ο λογισμός τους είναι αλλού προσανατολισμένος. Δεν έχουν αναζήτηση. Προχωρούν κατά τα κοσμικά πρότυπα. Και ο διάβολος παίρνει από τις καρδιές τους την αλήθεια του λόγου του Θεού, τους κάνει να ξεχνάνε τον Χριστό, για να μην πιστέψουν και σωθούν. Ο διάβολος που πολλοί άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι υπάρχει. Ο διάβολος που προτάσσει το εγώ και την έπαρση ότι η ατομική γνώμη είναι ανώτερη από τον λόγο του Θεού και από κάθε λόγο. Ο διάβολος ο οποίος δεν θέλει τους ανθρώπους να πιστέψουν στον Χριστό, να αφήσουν τον λόγο του Θεού να τους αλλάξει, να σωθούν, να βρούνε δηλαδή τον δρόμο για την αγάπη και την ανάσταση. Ο διάβολος που θέλει τους ανθρώπους νεκρούς πνευματικά και αιώνια, ώστε η όποια ανάστασή τους να μην αποτελέσει σωτηρία, αλλά καταδίκη.

            Ο Χριστός μιλά για όλους εμάς σήμερα που βρισκόμαστε στον δρόμο, στην κίνηση μακριά από τον Θεό και την αλήθεια. Και δεν είναι μόνο οι εκτός Εκκλησίας. Συχνά και όσοι θεωρούμε τους εαυτούς μας εντός, απουσιάζουμε από την έγνοια για τον λόγο, από την ακοή και την μελέτη του, από την βίωσή του, από την δίψα για πίστη που σώζει. Κινούμαστε συνεχώς μέσα στον κόσμο και στις οδούς του, χωρίς να έχουμε τον νου και την καρδιά μας προσανατολισμένα στο νόημα που θα μας δώσει ζωή και ελπίδα. Έχουμε ευθύνη λοιπόν. Ας αφυπνιστούμε.  Και δεν είναι θέμα πειθούς του λόγου. Δεν είναι θέμα επιχειρηματολογίας. Είναι θέμα αναζήτησης και άφεσης της ψυχής μας στον Θεό. Γιατί ταΐζουμε την ψυχή μας με τροφές που μας αφήνουν στον κόσμο αυτό και δεν νικούν τον θάνατο. Τροφές που θεριεύουν το εγώ και δεν οδηγούν στο εμείς. Τροφές που μας κρατούνε σε κίνηση, αλλά δεν μας οδηγούν σε αλλαγή, σε μεταμόρφωση. Τροφές που δεν λυτρώνουν, αλλά μας κάνουν να επαναπαυόμαστε στα πάθη. Τροφές που έρχονται από άλλες παραδόσεις, ατομοκεντρικές, ηδονιστικές, φυσιοκρατικές, μηδενιστικές, που θέλουν τον άνθρωπο να τα έχει καλά με τον εαυτό του, ώστε να μείνει στο σήμερα , καθησυχάζοντας την όποια συνείδησή του ότι νοιάζεται λίγο και για τον κόσμο, χωρίς όμως να παλεύει να αλλάξει τον κόσμο.

            Αφύπνιση μας χρειάζεται. Σπουδή του λόγου του Θεού. Επίγνωση του κριτηρίου της σωτηρίας, ώστε να διακρίνουμε την όντως αλήθεια από έναν αποπροσανατολισμό που ενώ πολεμά την εκκοσμίκευση, είναι παραδομένος σ’ αυτήν. Οι ποιμένες ας βγούμε μπροστά, αφού ξεκαθαρίσουμε σε ποια Εκκλησία ανήκουμε. Και με αγώνα ας δείξουμε δρόμο.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

17 Οκτωβρίου 2021

Δ‘ Λουκά, του σπορέως

Κήρυγμα Δ΄ Κυριακής Λουκά (17-10-2021)


Αγαπητοί αδελφοί, βρισκόμαστε στην εποχή που οι γεωργοί ρίχνουν τον σπόρο στη γη με τη βεβαιότητα ότι θα καρποφορήσει και δεν θα σαπίσει στη γη, αλλά θα δώσει «καρπόν ἐκατονταπλασίονα» ώστε να φάνε ψωμί οι άνθρωποι.

Εμείς οι μεγάλοι που ζήσαμε την χειρονακτική σπορά, χωρίς την μηχανική καλλιέργεια, αλλά με τον κόπο και τον ιδρώτα των ανθρώπων της εποχής, γνωρίζουμε την αγωνία αλλά και τις χαρές του αγρού. Όλος ο κόσμος της εξοχής ζούσε ένα πανηγύρι. 

Και η αγία μας Εκκλησία αυτήν την εποχή ετοιμάζεται να κάνει την δική της σπορά στις καρδιές των ανθρώπων και ιδιαίτερα στις νεανικές καρδιές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι σήμερα διαβάζεται από το Ιερό Ευαγγέλιο η υπέροχη αυτή παραβολή του Σπορέως. «Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ». Τι υπέροχη λογοτεχνική διαπλοκή. Πόσο ο λόγος του Θεού Λόγου καταδεικνύεται ότι δεν είναι ανθρώπινος αλλά θεϊκός. Η διδασκαλία Του μοναδική! Μικρές ιστορίες μέσα από το ανθρώπινο κοινωνικό γίγνεσθαι με μοναδικό αστείρευτο πνευματικό πλούτο.

Η πέτρα, ο δρόμος, τα αγκάθια, το χωράφι. Με αυτά παραβάλλεται η καρδιά, η ψυχή του κάθε ανθρώπου. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα χωράφι πνευματικό, μια ύπαρξη και εικόνα του Θεού. Ο σπόρος που είναι ο λόγος του Θεού σπέρνεται, πέφτει στις καρδιές. Θα φυτρώσει; Θα βλαστήσει; Θα δώσει καρπόν και μάλιστα πολύν καρπόν; 

Η αγία μας Εκκλησία έχει τους εργάτες-γεωργούς της που προσπαθούν και αγωνίζονται ο κάθε ένας με τις δικές του δυνάμεις να σπείρουν τα χωράφια τα πνευματικά, τις ανθρώπινες καρδιές. Το ζήτημα είναι που πέφτει ο σπόρος. Έχει προετοιμαστεί το έδαφος το χωραφιού; Καλλιεργήθηκε σωστά; Λιπάνθηκε; Βγήκαν τα ζιζάνια ώστε ο σπόρος να βρει κατάλληλο και γόνιμο έδαφος; Επίσης ο σποριάς πρόσεξε που πέφτει και πως πέφτει ο σπόρος; Εδώ χρειάζονται κατάλληλοι και γεμάτοι ζήλο και διάθεση εργάτες του λόγου του Θεού.

Να ευχηθούμε αδελφοί μου ο Θεός να αναδεικνύει κατάλληλους εργάτες με πίστη και διάθεση για καλλιέργεια των ψυχών, που δεν είναι άλλα από τα χωράφια το Θεού. Ο Απ. Παύλος λέει ότι οι ψυχές των ανθρώπων είναι «Θεού γεώργιον» (Ά Κορ. γ’ 9.

Ο σπόρος του Θεού που είναι ο λόγος Του, απλόχερα σπείρεται στις καρδιές των ανθρώπων και μάλιστα σήμερα δεν σπείρεται όπως παλαιότερα με δυσκολίες και μέσα τα οποία ήταν δύσκολα και κουραστικά. Να θυμηθούμε την εποχή των αποστόλων τι κούραση, τι κινδύνους και ταλαιπωρίες πέρασαν για την διάδοση του Ευαγγελικού κηρύγματος. Ο Απ. Παύλος αναφέρει στις επιστολές του όλα αυτά τα βάσανα που υπέστησαν. Και παρ’ όλα ταύτα διεδόθη το Ευαγγέλιο πάσῃ τη γνωστή τότε οικουμένη.

Σήμερα με τη χάρη του Θεού όπου η επικοινωνία είναι εύκολη, προσιτή και ακίνδυνη, η διάδοση του λόγου του Θεού είναι εύκολη, αρκεί εκ μέρους των εργατών να υπάρχει ζήλος και διάθεση για πνευματική σπορά. Το κήρυγμα από του άμβωνος, το έντυπο κήρυγμα, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, το διαδίκτυο, οι πνευματικές συνάξεις, τα κατηχητικά σχολεία προσφέρουν πλούσιο και καλό πνευματικό σπόρο στις καρδιές των ανθρώπων. Το ζητούμενο είναι το χωράφι να είναι δεκτικό του σπόρου του Θεού Λόγου.

Όπως ακούσαμε στην παραβολή, ο σπόρος έπεσε, που όμως έπεσε; στην καρδιά που είναι σκληρή και πατημένη από το πνεύμα και την νοοτροπία του κόσμου; όπου τα ενδιαφέροντα και τα τερπνά του κόσμου την έκαναν έτσι ώστε ο σπόρος να μην βρίσκει τρόπο να εισχωρήσει και να βλαστήσει; Τότε έρχονται τα πετεινά και τρώνε το σπόρο, που δεν είναι άλλα από το πνεύμα του κόσμου και του διαβόλου.

Στη συνέχεια ακούσαμε ότι έπεσε στην πέτρα, δηλαδή την σκληρή την ανάλγητη καρδιά, την ακαλλιέργητη στα πνευματικά. Μπορεί να υπάρχει μια διάθεση, μια ικμάδα όπως μας λέει το Ευαγγέλιο. Όμως μόλις ανέβει ι πυρετός της αμαρτίας και ο πειρασμός, τότε «αφίστανται». Ο σπόρος του Θεού ξηραίνεται στην καρδιά του ανθρώπου.

Άλλη κατηγορία είναι εκείνη που η καρδιά του είναι χωράφι γεμάτο ζιζάνια και αγκάθια. Δηλαδή γεμάτη από περιττά πρόσκαιρα και αμαρτωλά ενδιαφέροντα. Ο λόγος του Θεού πνίγεται δεν βλαστάνει, γίνεται ατροφικός, χωρίς δύναμη να μπορέσει να δώσε καρπούς και τελικά χάνεται. 

Γη αγαθή είναι η τέταρτη κατηγορία των χριστιανών που είναι η ψυχή τους εύφορη. Δεν βρίσκει χώρο ο διάβολος. Φυσικά αν δεν είχαν φροντίσει να καλλιεργήσουν την ψυχή τους ούτε και σ’ αυτούς θα είχε βλαστήσει ο σπόρος. Νύκτα και μέρα φροντίζουν όπως ο καλός γεωργός ετοιμάζει το χωράφι της ψυχής.

Πού ανήκει, αδελφοί μου ο κάθε ένας μας; Ας αναρωτηθούμε και ας φροντίσουμε όλες οι ψυχές είναι χωράφια γόνιμα απλά θέλουν καλλιέργεια. Ας φροντίσουμε ο κάθε ένας μας ανάλογα που ανήκει. Οι εργάτες του Ευαγγελίου και τα χωράφια ψυχών. Ας αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Αμήν.

          Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως 


2021-10-16 ΑΝΑΣΤΆΣΙΜΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΌΣ Δ' ΚΥΡΙΑΚΉ ΛΟΥΚΆ

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2021

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΑΜΕ


 

«Όταν η συνείδησή μας μάς υπαγορεύει να κάνουμε αυτό και αδιαφορούμε, και πάλι μας λέει να κάνουμε εκείνο και δεν το κάνουμε, αλλά σταθερά και αδιάκοπα την καταπατούμε, έτσι τη θάβουμε και δεν μπορεί πια να φωνάξει δυνατά μέσα μας από το βάρος που τη σκεπάζει» (Αββάς Δωρόθεος).

Στους καιρούς μας η συνείδηση έχει κρυφτεί από το προσκήνιο της αγωγής, της παιδείας, της στόχευσής μας να είμαστε συν-άνθρωποι. Ο νόμος έχει μετατραπεί σε κοινωνική υποχρέωση, «πρέπει» να τον τηρήσουμε για να μη γίνει η κοινωνία ζούγκλα, αλλά και για να υπάρχουν όρια. Δεν αισθανόμαστε όμως έλεγχο εντός μας αν επιλέξουμε την προτεραιότητα της γνώμης, του θελήματός μας. Δεν υπάρχει φωνή που να μας παρωθεί προς το αγαθό ή να μας αποτρέπει από το κακό. Άλλωστε καλό και κακό έχουν σχετικοποιηθεί. Νόμος είναι το συμφέρον μας, το δίκιο μας. Τα παιδιά μας τα τιμωρούμε για τις αταξίες τους, γιατί παραβιάζουν κανόνες που θέτουμε σ’ αυτά, βάζοντας ως κριτήριο της τιμωρίας την δύναμη της εξουσίας μας, η οποία ασκείται για το όποιο καλό τους. Έτσι τα παιδιά μεγαλώνουν με τον φόβο ή με την διάθεση να ξεγελάσουν την εξουσία αν μπορούν και δεν συνειδητοποιούν τι έχει να κάνει με την αλήθεια και τι όχι. Η δικαιολογία είναι εύκολη στο στόμα τους. Μας μιμούνται, είναι αλήθεια.

Η ήττα πάλι είναι πληγή στον εγωισμό μας. Δεν αισθανόμαστε εύκολα ότι υπάρχει η αμαρτία ως αποτυχία, η αμαρτία ως παρακοή στο θέλημα του Θεού, ως άρνηση της αγάπης Του, όπως και της αγάπης των άλλων, η αμαρτία ως θεοποίηση της γνώμης μας. Ταξιδεύοντας στην οδό του δικαιωματισμού, γιατί άραγε να αισθανθούμε ότι δεν υπάρχουμε μόνο για μας και με κέντρο εμάς, γιατί να επιχειρήσουμε να αλλάξουμε και προς ποια κατεύθυνση να γίνει αυτό; Προϋπόθεση αλλαγής δεν είναι μόνο η αυτογνωσία, με σκοπό να δούμε σε τι υστερούμε και ποιους στόχους μπορούμε να υλοποιήσουμε. Η κύρια αλλαγή είναι να κάνουμε τον εαυτό μας δοτικό, αγαπητικό, να μπορεί να συναισθάνεται τον άλλον, να μπορεί να βλέπει την ζωή και μέσα από τα δικά του μάτια, να νιώθουμε πού ενοχλούμε και πού κουράζουμε, πού τον κάνουμε να θυμώνει και να εξοργίζεται με μας, εξαιτίας του χαρακτήρα μας.

Η αλλαγή έρχεται όταν σπουδάζουμε τις εντολές του Θεού, όταν βλέπουμε στην τήρησή τους την οδό προς την αγάπη, όταν ενοχλούμαστε με την μη τήρησή τους, ακριβώς διότι ακούμε την φωνή Του μέσα μας, η οποία μας λέει ότι χωριζόμαστε από Εκείνον και τον πλησίον μας όταν δεν αγαπούμε, όταν αποδεχόμαστε τον λογισμό που μας ταράζει, που μας θεριεύει τον εγωισμό, που μας κάνει να μην θέλουμε να ακούσουμε τους άλλους. Και η συνείδηση γίνεται αφετηρία αλλαγής όταν αποφασίσουμε ότι με όσον κόπο κι αν χρειαστεί, με την βοήθεια των πνευματικών μας πατέρων και των όσων μας αγαπούνε αληθινά, μπορούμε να κάνουμε βήματα αλήθειας.

«Άκου την φωνή μέσα σου». Ας το λέμε στους εαυτούς μας, στα παιδιά μας, στους οικείους μας, ιδίως κάθε φορά που είμαστε έτοιμοι να κάνουμε αυτό που θέλουμε χωρίς να νοιαζόμαστε πόσο πληγώνουμε ή πόσο θεοποιούμε το εγώ μας, χωρίς να υπάρχει κανείς άλλος, ούτε ο Θεός.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 13 Οκτωβρίου 2021


Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2021

2021-10-10 ΌΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΊΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΊΑ Γ' ΚΥΡΙΑΚΉΣ ΛΟΥΚΆ

Κυριακή Γ’ Λουκά: Το θαύμα της νεκρανάστασης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς) (Λουκ. ζ’ 11-16)

 


Πολλοί είναι οι άνθρωποι που αυτοτιτλοφορούνται «Σωτήρες της ανθρωπότητας». Ποιος απ’ όλους τους όμως θα μπορούσε να φανταστεί πως θα ήταν δυνατό να σώσει ανθρώπους από το θάνατο; Στην ιστορία έχουμε δει πολλούς καταχτητές. Κανένας τους όμως δε νίκησε το θάνατο. Στη γη γνωρίσαμε πολλούς βασιλιάδες που είχαν εκατομμύρια υποτελείς. Κανένας τους όμως δεν μπόρεσε να μετρήσει στους υποτελείς του και τους νεκρούς μαζί με τους ζωντανούς.

Κανένας, εκτός από τον μοναδικό Ένα, τον Κύριο Ιησού Χριστό, Εκείνον που μαζί Του δεν μπορεί να συγκριθεί κανένας. Δεν είναι μόνο ο Νέος Άνθρωπος. Είναι ο Νέος Κόσμος, ο Δημιουργός Του. Όργωσε τον αγρό ζώντων και νεκρών κι έσπειρε και στους δυό τον καινούργιο σπόρο της ζωής. Οι νεκροί μπροστά Του είναι όπως κι οι ζωντανοί, οι ζωντανοί όπως οι νεκροί. Ο θάνατος δεν είναι εμπόδιο στη βασιλεία Του. Παραμέρισε το εμπόδιο αυτό κι άνοιξε τη βασιλεία Του στην ιστορία, από τον Αδάμ και την Εύα ως τον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί στη γη. Κοίταξε τη ζωή και το θάνατο του ανθρώπου με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι βλέπουμε εμείς οι θνητοί. Κοίταξε και είδε πως η ζωή δεν τελειώνει με το σωματικό θάνατο, πως η πραγματικότητα του θανάτου για μερικούς ανθρώπους έρχεται πριν από το σωματικό τους θάνατο. Πολλούς ζωντανούς τούς βλέπει στον τάφο, πολλούς νεκρούς σε σώματα ζωντανά. «Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι’ 28), είπε ο ίδιος στους αποστόλους Του. Ο σωματικός θάνατος δεν συνεπάγεται και τον ψυχικό θάνατο. Αυτός προκαλείται μόνο από τη θανάσιμη αμαρτία πριν ή και κατά το σωματικό θάνατο, ξέχωρα απ’ αυτόν.

Με την πνευματική ματιά Του ο Κύριος διαπερνά το χρόνο όπως η αστραπή τα σύννεφα. Οι ζωντανές ψυχές τόσο εκείνων που πέθαναν προ πολλού όσο και αυτών που δε γεννήθηκαν ακόμα εμφανίζονται μπροστά Του. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ είδε σε όραμα μια πεδιάδα γεμάτη οστά νεκρών και δεν μπορούσε να κατανοήσει αν τα οστά αυτά θα μπορούσαν να αναζωογονηθούν, ωσότου του το αποκάλυψε ο Κύριος. «Υιέ ανθρώπου, ει ζήσεται τα οστέα ταύτα;», τον ρώτησε ο Κύριος, «και είπα· Κύριε Κύριε, συ επίστη ταύτα» (Ιεζ. λζ’ 3). Ο Χριστός δεν έβλεπε νεκρά οστά, αλλά τα ζωντανά πνεύματα που είχαν μέσα τους. Το σώμα και τα οστά του ανθρώπου δεν είναι παρά το περίβλημα κι ο εξοπλισμός της ψυχής. Το περίβλημα αυτό γερνάει και γίνεται σαν φθαρμένο ρούχο. Ο Θεός όμως θα το ανακαινίσει και θα ξαναντύσει με αυτό την ψυχή που αναχώρησε.

Ο Χριστός ήρθε για ν’ απαλλάξει τον άνθρωπο από τον αρχαίο φόβο, αλλά και να δημιουργήσει έναν καινούργιο φόβο σ’ αυτούς που αμαρτάνουν. Ο αρχαίος φόβος του ανθρώπου ήταν ο σωματικός θάνατος. Ο καινούργιος φόβος είναι ο πνευματικός θάνατος. Και τον φόβο αυτόν ο Χριστός τον ενίσχυσε, τον έκανε πιο δυνατό. Ο φόβος του σωματικού θανάτου οδηγεί τον άνθρωπο στην αναζήτηση βοήθειας απ’ αυτόν τον κόσμο. Οι άνθρωποι εγκαθίστανται σ’ αυτόν τον κόσμο, σκορπίζονται σ’ αυτόν και πιάνονται απ’ αυτόν, μόνο και μόνο για να σιγουρέψουν τη μεγαλύτερη δυνατή διαμονή για το σώμα τους, να διανύσουν ένα ταξίδι όσο μεγαλύτερο και αβασάνιστο γίνεται. Ο Κύριος όμως λέει σ’ εκείνον που ήταν πλούσιος ολικά αλλά φτωχός πνευματικά: «Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. ιβ’ 20). Τον άνθρωπο που φροντίζει για το σώμα του αλλά αδιαφορεί για την ψυχή του, ο Κύριος τον αποκαλεί άφρονα, ανόητο. «Ουκ εν τω περισσεύειν τινί η ζωή αυτού έστιν εκ των υπαρχόντων αυτού» (Λουκ. ιβ’ 15), είπε επίσης ο Κύριος. Σε τι συνίσταται λοιπόν η ζωή του ανθρώπου; Στην εξάρτησή του από το Θεό, που ζωοποιεί την ψυχή με το λόγο Του και μαζί με την ψυχή ζωοποιεί και το σώμα.

Με το λόγο Του ο Κύριος ανάστησε κι ανασταίνει ψυχές αμαρτωλές, ψυχές που πέθαναν πριν από το σωματικό θάνατο. Υποσχέθηκε πως θ’ αναστήσει τα νεκρά σώματα εκείνων που έχουν ήδη αποβιώσει. Με την άφεση των αμαρτιών, με τα ζωοποιά λόγια Του και με τα τίμια δώρα, το πάναγνο Σώμα και το Αίμα Του, ανέστησε κι ανασταίνει και σήμερα ακόμα νεκρούς. Και θα το κάνει αυτό ως τη συντέλεια του κόσμου. Μας το επιβεβαίωσε αυτό όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα, αφού ανάστησε αρκετούς στη διάρκεια της επίγειας ζωής Του, καθώς και με την Ανάστασή Του. «Αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν έστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. ε’ 25). Πολλοί νεκροί άκουσαν τη φωνή του Υιού του Θεού και αναστήθηκαν. Ένα τέτοιο παράδειγμα έχουμε από το σημερινό ευαγγέλιο.

Εκείνον τον καιρό ο Ιησούς «επορεύετο εις πόλιν καλουμένην Ναΐν και συνεπορεύοντο αυτώ οι μαθηταί αυτού ικανοί και όχλος πολύς» (Λουκ. ζ’ 11). Το περιστατικό αυτό έγινε λίγο μετά τη θαυματουργική θεραπεία του δούλου του Ρωμαίου εκατόνταρχου στην Καπερναούμ. Ο Κύριος είχε σφοδρή επιθυμία και βιαζόταν να κάνει όσο το δυνατό περισσότερα καλά έργα και να δώσει έτσι υπέροχο παράδειγμα στους πιστούς Του. Μ’ αυτόν το σκοπό ξεκίνησε από την Καπερναούμ με κατεύθυνση το όρος Θαβώρ. Εκεί, πέρα από το όρος, στις πλαγιές του όρους Ερμών, βρίσκεται ως τις μέρες μας η Ναΐν, που κάποτε ήταν οχυρωμένη πόλη. Ο Κύριος ταξίδευε με τη συνοδεία πολλών μαθητών και πλήθους λαού. Είχαν δει όλοι τους πολλά θαύματα στην Καπερναούμ κι έλπιζαν να δουν και ν’ ακούσουν περισσότερα, γιατί τα θαύματα του Χριστού δεν είχαν ακουστεί ως τότε στον Ισραήλ, ενώ τα λόγια Του ήταν σαν ποτάμια που έρρεαν μέλι και γάλα.

«Ως δε ήγγισε τη πύλη της πόλεως, και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς υιός μονογενής τη μητρί αυτού, και αυτή ην χήρα, και όχλος της πόλεως ικανός ην συν αυτή» (Λουκ. ζ’ 12). Ο Κύριος μόλις είχε προσεγγίσει την πύλη της πόλης μαζί με το πλήθος που τον ακολουθούσε, όταν συνάντησε μια πομπή να βγαίνει από την πόλη, συνοδεύοντας ένα νεκρό παιδί. Έτσι συναντήθηκαν ο Κύριος με το δούλο. Ο χορηγός της ζωής συνάντησε το νεκρό. Ο νεκρός ήταν ένα νεαρό παιδί, όπως βλέπουμε από τη διήγηση, ότι ο Κύριος τον παρέδωσε στη μητέρα του, αφού τον επανέφερε στη ζωή. Η μητέρα του παιδιού πρέπει να προερχόταν από πλούσια κι επιφανή οικογένεια, όπως φαίνεται από το μεγάλο πλήθος που την συνόδευε στην κηδεία.

«Και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαγχνίσθη επ’ αυτή και είπεν αυτή· μη κλαίε» (Λουκ. ζ’ 13). Το μεγάλο πλήθος που συνόδευε τη χήρα φαίνεται πως τό ‘κανε για χάρη της, λόγω της κοινωνικής της θέσης, αλλά και για το ισχυρό χτύπημα που δέχτηκε με το θάνατο του μοναχογιού της. Η θλίψη των ανθρώπων γύρω της πρέπει να ήταν πολύ μεγάλη. Κι αυτό πρέπει να έκανε μεγαλύτερη τη θλίψη της μητέρας και αύξησε τα δάκρυα απόγνωσης και τον οδυρμό της. Αν κι αναζητούμε άλλους για να μοιραστούν τη θλίψη μας, όταν ο θάνατος αποσπά βίαια κάποιον δικό μας άνθρωπο, η συμμετοχή τους συνεισφέρει πολύ λίγο στο να μειώσει τη θλίψη και τον πόνο μας. Όταν η αδυναμία παρηγορεί την αδυναμία, τότε κι η παρηγοριά θά ‘ναι αδύναμη. Όλοι όσοι παραστέκονται σ’ ένα νεκρό σώμα, κυριεύονται από ένα περίεργο συναίσθημα που δύσκολα εξωτερικεύεται. Κι αυτό είναι η ντροπή. Οι άνθρωποι όχι μόνο φοβούνται το θάνατο, αλλά και ντρέπονται γι’ αυτό. Η ντροπή αυτή είναι απόδειξη – πολύ μεγαλύτερη από το φόβο – πως ο θάνατος είναι συνέπεια της αμαρτίας του ανθρώπου. Όπως ο άρρωστος άνθρωπος ντρέπεται ν’ αποκαλύψει στο γιατρό τις κρυφές πληγές του, έτσι κι όσοι έχουν συνείδηση ντρέπονται τη θνητότητά τους. Η ντροπή αυτή για το θάνατο μας οδηγεί στην απόδειξη της αθάνατης καταγωγής μας και του αθάνατου προορισμού μας. Τα ζώα όταν πεθαίνουν κρύβονται μακριά, σα να νιώθουν ντροπή που είναι θνητά. Φανταστείτε πόση είναι η ντροπή εκείνων που είναι πνευματικά καλλιεργημένοι!

Σε τι χρησιμεύουν όλα τα κλάματα και τα μοιρολόγια μας, όλη η ματαιότητά μας, όλες οι τιμές και οι δόξες μας, την ώρα που νιώθουμε ότι κομματιάζεται το επίγειο δοχείο όπου κατοικήσαμε όσο ζούσαμε; Μας κατέχει ντροπή τόσο για το εύθραυστο του δοχείου μας όσο και για την άφρονα ματαιότητα με την οποία γεμίσαμε τη ζωή μας. Σε τι χρησιμεύει να το κρύβουμε; Η ντροπή μας κατέχει λόγω της βρωμιάς που γεμίσαμε το γήινο σαρκίο μας και που εξέρχεται μετά το θάνατό μας, όχι μόνο προς τη γη αλλά και προς τον ουρανό. Η ουσία του πνεύματος δεν αναδίδει ούτε άρωμα ούτε δυσοσμία στο σώμα μας. Ανάλογα με την ποιότητά μας ως ανθρώπων και με τα υλικά που έχουμε σωρεύσει μέσα μας όσο ζούμε, αναδίδουμε το άρωμα του ουρανού ή τη βρωμιά της αμαρτίας.

Ο Κύριος έχει αγάπη και ανοχή γι’ αυτούς που βρίσκονται σε απόγνωση. Αυτό το διαπιστώνουμε συχνά στις αδυναμίες των ανθρώπων. «Ιδών δε τους όχλους εσπλαγχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ’ 36). Όταν τα πρόβατα βλέπουν τον ποιμένα δεν λιποψυχούν, ούτε και σκορπίζονται. Αν οι άνθρωποι είχαν το Θεό πάντα μπροστά στα μάτια τους δε θα λιποψυχούσαν, ούτε και θα σκορπίζονταν. Μερικοί όμως τον βλέπουν, άλλοι τον αναζητούν για να τον δουν, ενώ άλλοι είναι τυφλοί ή εμπαίζουν εκείνους που ψάχνουν για να τον δουν. Έτσι οι άνθρωποι λιποψυχούν, διασκορπίζονται, γίνεται ο καθένας οδηγός στον εαυτό του κι ακολουθεί το δικό του δρόμο.

Αν οι άνθρωποι είχαν έστω και το μισό φόβο για τον πανταχού παρόντα Θεό, απ’ αυτόν που έχουν για το θάνατο, δε θα φοβούνταν τον τελευταίο. Και μάλιστα δε θα γνώριζαν το θάνατο σ’ αυτόν τον κόσμο. Στην περίπτωσή μας ο Κύριος ένιωσε ιδιαίτερη συμπάθεια για τη θλιμμένη μητέρα και γι’ αυτό της είπε: μη κλαίε. Κοίταξε βαθιά μέσα στην ψυχή της και διάβασε όλα όσα γίνονταν εκεί. Ο σύζυγός της είχε πεθάνει, δεν είχε σύντροφο. Τώρα πέθανε κι ο μοναχογιός της και βρέθηκε ολομόναχη. Πού ήταν ο ζωντανός Θεός; Μπορεί να νιώθει μόνος του κανείς όταν έχει συντροφιά το Θεό; Μπορεί ο αληθινός άνθρωπος να βρει καλλίτερη συντροφιά, πιο εγκάρδια, από τη συντροφιά του Θεού; Δεν είναι πιο κοντά μας ο Θεός ακόμα κι από τον πατέρα και τη μητέρα μας, από τους αδελφούς και τις αδελφές μας, από τους γιους και τις θυγατέρες μας; Μας δίνει παιδιά κι ύστερα μας τα παίρνει, μα δε μας εγκαταλείπει. Το μάτι Του δεν κουράζεται να μας παρακολουθεί, ούτε κι η αγάπη Του για μας έχει αλλοιωθεί. Όλη η δυσοσμία του θανάτου μας βοηθάει να προσκολληθούμε περισσότερο στο Θεό, τον ζώντα Θεό.

Μη κλαίε! Ο Κύριος προσπαθεί να παρηγορήσει την απαρηγόρητη μητέρα. Αυτό το λέει Εκείνος που δε σκέφτεται, όπως πολλοί από μας, πως η ψυχή του νεκρού αγοριού κατεβαίνει στον τάφο, μαζί με το νεκρό σώμα του. Το λέει Εκείνος που γνωρίζει αυτά που αφορούν στην ψυχή του νεκρού αγοριού, που κρατά την ψυχή αυτή στη δική Του εξουσία. Κι εμείς παρηγορούμε αυτούς που θρηνούν με τα ίδια λόγια, αν κι οι καρδιές μας είναι γεμάτες δάκρυα.

Εκτός από τη συμπάθειά μας όμως νιώθουμε αδύναμοι να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο σ’ εκείνους που θρηνούν. Η δύναμη του θανάτου έχει τόσο πολύ ξεπεράσει τη δύναμή μας, ώστε σερνόμαστε σαν έντομα στη σκιά του. Και καθώς γεμίζουμε τον τάφο και σκεπάζουμε το νεκρό με χώμα, νιώθουμε πως ενταφιάζουμε μαζί κι ένα μέρος από τον εαυτό μας μέσα στο νεκρικό σκοτάδι του τάφου.

Ο Κύριος δεν είπε μη κλαίε στη γυναίκα για να δείξει πως δεν πρέπει να κλαίμε για τους νεκρούς. Ο ίδιος δάκρυσε για το Λάζαρο (βλ. Ιωάν. ια’ 35). Θρήνησε προκαταβολικά γι’ αυτούς που θα υπόφεραν με την πτώση της Ιερουσαλήμ (βλ. Λουκ. ιθ’ 41-44). Τέλος μακάρισε αυτούς που πενθούν, «ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ε’ 4). Τίποτα δεν ηρεμεί και δεν καθαρίζει τόσο, όσο τα δάκρυα.

Στην ορθόδοξη μεθοδολογία της σωτηρίας, τα δάκρυα είναι ανάμεσα στα πρώτα μέσα κάθαρσης της ψυχής, της καρδιάς και του νου. Όχι μόνο πρέπει να κλαίμε για τους νεκρούς, αλλά και για τους ζωντανούς και ιδιαίτερα για τον εαυτό μας, όπως συνέστησε ο Κύριος στις γυναίκες της Ιερουσαλήμ: «Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε επ’ εμέ, πλην εφ’ εαυτάς κλαίετε και επί τα τέκνα υμών» (Λουκ. κγ’ 28).

Υπάρχει όμως μια διαφορά από δάκρυα σε δάκρυα. Ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει τους Θεσσαλονικείς: «ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα» (Α’ Θεσσ. δ’ 13). Δεν πρέπει να θλιβόμαστε όπως οι ειδωλολάτρες κι οι άθεοι, που κλαίνε τους νεκρούς τους σα να χάθηκαν εντελώς. Οι χριστιανοί δεν πρέπει να κλαίνε τους νεκρούς σαν χαμένους αλλά σαν αμαρτωλούς. Η θλίψη τους επομένως πρέπει να συνοδεύεται με προσευχές στο Θεό για να συχωρήσει τις αμαρτίες του αποβιώσαντα και να τον ελεήσει, να τον οδηγήσει στην ουράνια βασιλεία Του.

Ο χριστιανός πρέπει να κλαίει και να θρηνεί επίσης για τον εαυτό του, για τις αμαρτίες του. Κι όσο πιο συχνά το κάνει αυτό τόσο καλύτερα. Όχι να συμπεριφέρεται σαν κι’ αυτούς που δεν πιστεύουν στο Θεό και δεν ελπίζουν στο έλεός Του και στην αιώνια ζωή.

Όταν τα δάκρυα έχουν το χριστιανικό αυτό νόημα κι αυτή τη χρήση, τότε γιατί ο Κύριος είπε στη μητέρα του νεκρού αγοριού μη κλαίε; Εδώ είναι άλλη περίπτωση. Η γυναίκα έκλαιγε σαν κι αυτούς που δεν έχουν ελπίδα. Δεν έκλαιγε για τις αμαρτίες του παιδιού της ούτε και για τις δικές της. Έκλαιγε για τη σωματική απώλεια, για το χαμό και την ολοκληρωτική εξαφάνιση του παιδιού, για τον αιώνιο αποχωρισμό της απ’ αυτό. Εκεί όμως βρισκόταν ο Υιός του Θεού, ο Κύριος ζώντων και νεκρών. Δεν είχε λοιπόν λόγο να κλαίει μπροστά Του, όπως δεν έχει λόγο και να νηστεύει κανείς όταν ο Κύριος είναι παρών. Όταν οι Φαρισσαίοι κατηγόρησαν τον Κύριο πως οι μαθητές Του δε νήστευαν, όπως ο Ιωάννης, τους απάντησε: «Μη δύνασθε τους υιούς του νυμφώνος, εν ω ο νυμφίος μετ’ αυτών εστι, ποιήσαι νηστεύειν;» (Λουκ. ε’ 34). Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, μπορεί να θρηνεί κάποιος όταν βρίσκεται μαζί του ο Ζωοδότης, που στη βασιλεία Του δεν υπάρχουν νεκροί, αλλ’ όλοι είναι ζωντανοί;

Η θλιμμένη χήρα όμως δε γνώριζε ούτε το Χριστό ούτε τη δύναμη του Θεού. Θρηνούσε το μοναχογιό της χωρίς ελπίδα, όπως όλοι οι Ιουδαίοι τότε, που είτε δεν είχαν ολότελα πίστη στην ανάσταση των νεκρών είτε την είχαν χάσει.

Σ’ αυτήν την ανώφελη λόγω άγνοιας θλίψη της, ο Κύριος ανταποκρίθηκε με τα λόγια: Μη κλαίε! Δεν της είπε να μην κλάψει με την έννοια που το κάνουν πολλοί σήμερα, που εννοούν: «Μην κλαίς! Τα δάκρυά σου δε θα τον φέρουν πίσω. Αυτή είναι η μοίρα. Όλοι τον ίδιο δρόμο θ’ ακολουθήσουμε». Αυτή που δίνουμε εμείς είναι μια απαρηγόρητη παρηγοριά. Δεν παρηγορεί κανέναν, είτε την δίνει κανείς είτε την παίρνει. Άλλο πράγμα σκεφτόταν ο Χριστός όταν έλεγε μη κλαίε. Ήθελε να πει: Μην κλαίς, γιατί Εγώ είμαι εδώ. Είμαι ο ποιμένας όλων των προβάτων. Κανένα πρόβατο δεν μπορεί να κρυφτεί από Εμένα, δε γίνεται να μη γνωρίζω που βρίσκεται. Ο γιος δεν πέθανε με τον τρόπο που νομίζεις εσύ. Μόνο η ψυχή του έφυγε από το σώμα. Εγώ έχω εξουσία στην ψυχή του, όπως και στο σώμα του. Λόγω της θλίψης σου, που προέρχεται από άγνοια και απιστία τόσο τη δική σου όσο κι εκείνων που βρίσκονται γύρω σου, θα ενώσω ξανά την ψυχή του παιδιού με το σώμα του και θα τον ξαναφέρω στη ζωή. Και θα το κάνω αυτό όχι τόσο για δική του χάρη όσο για σένα και για τους δικούς σου, για να πιστέψετε πως ο Θεός είναι ζωντανός και παρακολουθεί όλους τους ανθρώπους. Για να βεβαιωθείτε πως Εγώ είμαι ο Μεσσίας που ήρθε, ο Σωτήρας του κόσμου».

Μ’ αυτήν την έννοια είπε στη μητέρα ο Κύριος μη κλαίε! Και μετά απ’ αυτό προχώρησε στο έργο.

«Και προσελθών ήψατο της σορού, οι δε βαστάζοντες έστησαν, και είπε· νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι» (Λουκ. ζ’ 14). Το άγγιγμα των νεκρών ή των πραγμάτων που βρίσκονταν κοντά του απαγορευόταν από τους Ιουδαίους, γιατί λογαριαζόταν ακάθαρτο. Η καθιέρωση αυτή είχε νόημα τότε που ο Θεός και η ανθρώπινη ζωή ήταν περισσότερο σεβαστά στον Ισραήλ από οτιδήποτε άλλο. Όταν όμως η πραγματική ευλάβεια προς το Θεό μειώθηκε, όπως κι ο σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή, τότε πολλές εντολές, ανάμεσά τους κι αυτή για το άγγιγμα των νεκρών, έγιναν δεισιδαιμονίες και κέρδισαν προτεραιότητα από τις μέγιστες εντολές του Θεού. Σ’ αυτήν την περίπτωση, για παράδειγμα, ανήκαν η περιτομή και η αργία του Σαββάτου. Το πνεύμα των εντολών αυτών χάθηκε και στη θέση του έμεινε το πνεύμα μιας θεοποίησης της βερμπαλιστικής μορφής του Νόμου.

Ο Χριστός αποκατέστησε το πνεύμα και τη ζωή των νόμων αυτών. Οι καρδιές των αρχόντων του λαού όμως, των τηρητών του Νόμου, είχαν τόσο πολύ σκοτιστεί και σκληρυνθεί, ώστε αναζητούσαν να θανατώσουν το Χριστό επειδή θεράπευε τους αρρώστους το Σάββατο. Γι’ αυτούς η τήρηση της αργίας του Σαββάτου άξιζε περισσότερο από τον άνθρωπο, περισσότερο κι από τον ίδιο τον Υιό του Θεού. Ο Κύριος δεν αντιδρούσε στην οργή των πρεσβυτέρων. Συνέχισε ν’ αξιοποιεί κάθε ευκαιρία για να τονίσει πως η ανθρώπινη ζωή και η σωτηρία της ψυχής αξίζουν περισσότερο από τις νεκρές παραδόσεις και τα έθιμα. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παραβίασε το Νόμο και άγγιξε το φέρετρο όπου κείτονταν το νεκρό παιδί. Το θαύμα της νεκρανάστασης που έκανε ο Χριστός σ’ αυτήν την περίπτωση όμως ήταν τόσο αποστομωτικό, ώστε οι απορημένοι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι δεν τόλμησαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους και να διαμαρτυρηθούν.

Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι! Ο Κύριος έδωσε την εντολή στο νεκρό παιδί στο όνομά Του, είπε σοι λέγω, όχι όπως οι προφήτες Ηλίας και Ελισαίος, που προσευχήθηκαν στο Θεό και του ζήτησαν ν’ αναστήσει τους νεκρούς. Εκείνοι ήταν δούλοι του Θεού, ο Ιησούς όμως ήταν ο μονογενής Υιός Του. Με τη θεϊκή εξουσία που είχε ο Κύριος έδωσε εντολή στο παιδί να σηκωθεί και να ξαναγυρίσει στη ζωή. Σοι λέγω! Με τα λόγια αυτά που δεν είχε χρησιμοποιήσει ο Κύριος σε άλλη περίπτωση ανάστασης νεκρού, ήθελε να δείξει και να ξεκαθαρίσει πως έκανε το έργο αυτό μόνο με τη δική Του δύναμη. Ήθελε να δείξει μ’ αυτό το θαύμα πως έχει εξουσία και στους νεκρούς, όπως στους ζωντανούς. Το θαύμα αυτό δεν έγινε με την πίστη της μητέρας του παιδιού, όπως στην περίπτωση της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου. Αλλά και κανένας στην πομπή της κηδείας δεν περίμενε να δει τέτοιο μεγάλο θαύμα, όπως και στην περίπτωση της Ανάστασης του Λαζάρου. Όχι, το θαύμα αυτό δεν έγινε λόγω της δικής της πίστης ούτε κι από την αναμονή κάποιων, αλλ’ αποκλειστικά από το δυναμικό λόγο του Κυρίου Ιησού.

«Και ανεκάθισεν ο νεκρός και ήρξατο λαλείν, και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού» (Λουκ. ζ’ 15). Το πλάσμα άκουσε τη φωνή του Δημιουργού και υπάκουσε την εντολή Του. Η ίδια θεϊκή δύναμη που παλιά έδωσε πνοή ζωής στον πηλό κι από τον πηλό έγινε ο άνθρωπος, τώρα έδινε πνοή και ξανάφερνε στη ζωή στο νεκρό παιδί. Έκανε πάλι το αίμα να κυκλοφορεί, τα μάτια να βλέπουν, τ’ αυτιά ν’ ακούν, τη γλώσσα να μιλάει, τα κόκκαλα και το σώμα να κινούνται. Εκεί που βρισκόταν η ψυχή του νεκρού παιδιού άκουσε τη φωνή του Κυρίου Της και γύρισε αμέσως στο σώμα της, υπακούοντας στην εντολή Του.

Ο υποτελής άκουσε τη φωνή του Βασιλιά κι ανταποκρίθηκε. Το παιδί ανακάθησε στο φέρετρο και ήρξατο λαλείν. Γιατί άρχισε αμέσως να μιλάει; Για να μη νομίσουν οι άνθρωποι πως αυτό ήταν κάποιο μαγικό δράμα ή πως κάποιο φάντασμα μπήκε στο σώμα του νεκρού παιδιού και τον ανασήκωσε στο φέρετρο. Έπρεπε ν’ ακούσουν όλοι τα λόγια του αναστημένου παιδιού, ώστε να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία πως ήταν πραγματικά το ίδιο το παιδί κι όχι κάποιος άλλος μέσα του.

Για τον ίδιο λόγο ο Κύριος πήρε το παιδί από το φέρετρο και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού, το παρέδωσε στη μητέρα του. Όταν η μητέρα κατάλαβε τι έγινε και πήρε το παιδί στην αγκαλιά της, τότε απαλλάχτηκαν κι εκείνοι που ήταν στην πομπή από το φόβο και την αμφιβολία. Ο Χριστός πήρε από το χέρι το παιδί και το έδωσε στη μητέρα του για να της δείξει πως της το έδινε χάρισμα τώρα, όπως κι όταν το γεννούσε. Η ζωή είναι δώρο του Θεού. Ο Θεός δίνει ζωή σε κάθε άνθρωπο με το δικό Του χέρι. Δε διστάζει να πάρει κάθε πλασμένο άνθρωπο χωριστά από το χέρι και να τον στείλει σ’ αυτήν την επίγεια, την πρόσκαιρη ζωή. Ο Κύριος λοιπόν πήρε και το παιδί που ανάστησε και το έδωσε στη μητέρα του για να της δείξει πως δεν της είπε μη κλαίε μάταια. Όταν της το είπε αυτό είχε κατά νου να την παρηγορήσει, όχι μόνο με τα λόγια αυτά, που η θλιμμένη μητέρα θα τα είχε ακούσει ίσως κι από πολλούς γνωστούς της, αλλά και με μια πράξη που είχε σαν αποτέλεσμα μια απρόβλεπτη και τέλεια παρηγοριά.

Τελικά ο Κύριος το έκανε αυτό για να διδάξει και μας πως, όταν κάνουμε ένα καλό έργο, πρέπει να το κάνουμε όσο μπορούμε προσωπικά, προσεχτικά και με την καρδιά μας, όχι μέσω άλλων, απρόσεχτα και βαριεστημένα. Προσέξτε πόση αγάπη και στοργή υπάρχει σε κάθε λέξη και κάθε κίνηση του Κυρίου μας! Σ’ αυτήν την περίπτωση, όπως και σ’ όσες ανάλογες προηγήθηκαν ή ακολούθησαν, δείχνει πως όχι μόνο είναι τέλειο κάθε χάρισμα και δώρο του Θεού, αλλά κι ο τρόπος που τα δίνει είναι επίσης τέλειος.

«Έλαβε δε φόβος πάντας και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες ότι προφήτης μέγας εγήγερται εν ημίν, και ότι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού» (Λουκ. ζ’ 16). Με την προσεχτική συμπεριφορά Του προς το παιδί και τη μητέρα του ο Κύριος κατόρθωσε να διώξει το φόβο για τέρατα και μαγείες, ο φόβος όμως εξακολουθούσε να υπάρχει μέσα τους. Αλλά ο φόβος αυτός ήταν καλός, γιατί ήταν φόβος Θεού και προκαλούσε τη δοξολογία στο Θεό. Ο λαός ονόμασε το Χριστό μεγάλο προφήτη που ο Θεός είχε υποσχεθεί από παλιά πως θα στείλει στον Ισραήλ (βλ. Δευτ. ιη’ 18). Ο λαός δεν μπορούσε να κατανοήσει ακόμα πως ο Χριστός ήταν Υιός του Θεού. Ήταν καλό όμως που το πνεύμα τους, που ήταν σκοτισμένο και καταπιεσμένο από ξένους κατακτητές, μπορούσε να βλέπει το Χριστό ως μεγάλο προφήτη. Αν οι πρεσβύτεροι του λαού στην Ιερουσαλήμ, που είχαν δει τα πολυάριθμα θαύματα του Χριστού, είχαν φτάσει σ’ αυτό το σημείο κατανόησης που είχαν οι απλοί αυτοί άνθρωποι, θα είχαν γλιτώσει από τα φοβερά εγκλήματα της καταδίκης και του θανάτου του Υιού του Θεού. Ο καθένας όμως ενεργεί όπως εκείνος θεωρεί φυσικό, ακολουθεί το δικό του πνεύμα και τη δική του καρδιά. Ο Χριστός επανέφερε το νεκρό στη ζωή, ενώ οι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι αφαίρεσαν τη ζωή από τον Ζώντα. Εκείνος αγαπούσε τον άνθρωπο, αυτοί ήταν δολοφόνοι των ανθρώπων – και του Θεού.

Εκείνος ήταν θαυματουργός καλών έργων, αυτοί ήταν εκτελεστές εγκλημάτων. Στο τέλος όμως οι κακούργοι πρεσβύτεροι δεν μπόρεσαν να πάρουν άλλη ζωή, εκτός από τη δική τους. Όλοι οι προφήτες που είχαν θανατωθεί, ζούσαν παντοτινά με το Θεό και με ανθρώπους, ενώ οι φονευτές κρύβονταν σαν φίδια στη σκιά των προφητών αυτών από γενιά σε γενιά και δέχονταν από κάθε γενιά την κατάκριση και το ανάθεμα. Έτσι λοιπόν, με το θάνατο του Χριστού δεν σκότωσαν Εκείνον, αλλά τον εαυτό τους.

Εκείνος που ανάστησε τόσο εύκολα εκ νεκρών άλλους, ανάστησε και τον εαυτό Του. Φανερώθηκε στον ουρανό και στη γη ως μέγιστο Φως, που όσο φαίνεται πως σβήνει, μετά αστράφτει και λάμπει πολύ περισσότερο. Σ’ αυτό το φως ζούμε όλοι, αναπνέουμε και ευφραινόμαστε. Το Φως αυτό θ’ αποκαλυφθεί και πάλι και μάλιστα σύντομα, σε νεκρούς και ζωντανούς. Αυτό θα γίνει όταν ο Κύριος Ιησούς έρθει στη συντέλεια του κόσμου και της ιστορίας για ν’ αναστήσει τους νεκρούς από τους τάφους και να κρίνει όλους τους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, που έζησαν στη γη από τον Αδάμ ως το τέλος του κόσμου. Τότε θ’ αποδειχτεί για μια ακόμα φορά και μάλιστα στην πληρότητά της, η αλήθεια των λόγων του Σωτήρα μας: «Αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. ε’ 25). Το θαύμα της ανάστασης του υιού της χήρας στη Ναΐν έγινε τόσο από αγάπη για τη θλιμμένη μάνα, όσο και για να ενισχύσει την πίστη στην έσχατη και καθολική ανάσταση, στο Θαύμα των θαυμάτων, στην κρίση των κρίσεων, στη χαρά κάθε χαράς.

Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

Κυριακή Γ΄ Λουκά (10-10-2021)

 


Καὶ εἶπεν αὐτῆ· μὴ κλαῖε.

Δεν υπάρχουν χειρότερα συναισθήματα στον άνθρωπο αγαπητοί χριστιανοί από τα συναισθήματα που δημιουργούνται στο γεγονός του θανάτου.

Παρ’ όλη την εξέλιξη του ανθρώπου σε όλους τους τομείς, ο άνθρωπος εξακολουθεί να φοβάται και να τρομάζει ακόμη και στην ιδέα του θανάτου. Η σωστή αντιμετώπιση του  και η ορθή φιλοσοφία του απουσιάζουν από τον σύγχρονο άνθρωπο της τεχνολογικής και επιστημονικής εποχή. Και βέβαια αυτό δεν θα γίνει ποτέ, διότι ο θάνατος είναι ένα μυστήριο όπως και η ζωή είναι ένα μυστήριο: «τι τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦτο γέγονεν μυστήριον» του θανάτου αναφωνεί ο μέγας της υμνολογίας Ιωάννης Δαμασκηνός.

Ο θάνατος αντιμετωπίζεται μόνο με το μέτρο και τον βαθμό της πίστεως εκάστου. Η λογική σταματά, ηλιγκιά, ο νους χάνεται, η βεβαιότητα της πραγματικότητας προ του φάσματος του θανάτου εξαφανίζεται.

Για τον άπιστο που έχει στηρίξει τις ελπίδες του στη ζωή και πραγματικότητα ενός υλικού και παρωχημένου κόσμου, ενός κόσμου φθοράς και τέλους, ο θάνατος γι’ αυτόν και τους δικούς του είναι μόνο καταστροφή και απογοήτευση. Για τον ολιγόπιστο ο θάνατος προκαλεί φόβο  διότι η ανεμική πίστη του τον κάνει να βλέπει τον θάνατο ως τέρμα της παρούσης ζωής και απαρχή μιας αμφιβόλου ζωής και κατάστασης. Του λείπει η βεβαιότητα.

Για μας όμως τους πιστούς χριστιανούς που ζούμε μέσα στο μυστήριο της πίστεως, που ο λόγος του Θεού μας ενδυναμώνει και βεβαιώνει ότι ο θάνατος είναι «ἄλλης βιωτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχή», για μας τους χριστιανούς το μυστήριο του θανάτου έχει λυθεί. Γιατί η τελεσίδικη λύση του μυστηρίου βρίσκεται μέσα στα λόγια του Χριστού μας στην χαροκαμένη χήρα μητέρα της Ναΐν: «μὴ κλαῖε».

Αυτός ο λόγος δεν είναι απλός λόγος μιας συνήθους παρηγοριάς, είναι αγάπη με ευσπλαχνία συνδεδεμένη που δεν περιορίζεται μόνο σε λόγια και απλά συναισθήματα στιγμής. Το «μὴ κλαῖε» είναι η βεβαίωση μιας πραγματικότητας που αμέσως ακολουθεί. Είναι η ελπίδα της πέραν του τάφου ζωής. Αυτός που το λέει είναι ο ίδιος ‘’η Ζωή και η Ανάσταση’’.

Για τον χριστιανό το σώμα μας είναι κατοικητήριο της ψυχής, όχι δεσμωτήριο όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι. Εκφράζεται δι’ αυτού η ψυχή μας, λαμβάνει και αυτή χειροπιαστή ύπαρξη έτσι ώστε ο άνθρωπος να ζει να υπάρχει, να φαίνεται. 

Ο θάνατος είναι αναχώρηση της ψυχής στον τόπο της καταγωγής της που είναι ο ουρανός, η Βασιλεία του Θεού. Ο τάφος για το σώμα δεν είναι το τέρμα. Ο τάφος γίνεται η μήτρα που εγκυμονεί την ζωή του ‘’μέλλοντος αιώνος’’. Ο θάνατος γίνεται προσδοκία ζωής αιωνίου. «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Για τον χριστιανό ο θάνατος γίνεται ένα επεισόδιο, μια απλή μετάβαση από τα λυπηρότερα στα θυμηδέστερα, είναι ανάπαυση και χαρά.

Ο φυσικός θάνατος, δηλαδή ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, είναι μια αναγκαία συνέπεια της αμαρτίας, είναι ο χωρισμός από την πηγή της ζωής. Και αυτή η αποκατάσταση θα γίνει από τον Χριστό μας διότι ο Χριστός μας σαν νικητής του θανάτου θα μας επαναφέρει στην κατάσταση των τέκνων του Θεού. Τι νόημα άλλωστε έχουν οι αναστάσεις που πραγματοποίησε εδώ στην γη; η ανάσταση του Λαζάρου, του γιου της χήρας στην Ναΐν που ακούσαμε σήμερα, της θυγατέρας του Ιαείρου και προ παντός η δική Του Ανάσταση. Αυτές αποδεικνύουν ότι ο Χριστός καταλύει τον θάνατο, τον άρχοντα του κόσμου τούτου.

Τα νεκροταφεία παύουν να υπάρχουν αλλά γίνονται κοιμητήρια ανθρώπων που προσμένουν την σάλπιγγα του αγγέλου για την δική τους έγερση, την δική τους ανάσταση. Μήπως και το καντηλάκι του τάφου δεν συμβολίζει την ελπίδα της αιωνίου ζωής;

Ο Χριστός μας γίνεται η δύναμη εναντίον του θανάτου, γίνεται ο εγγυητής μας να νικήσουμε τον θάνατο. «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἄν ἀποθάνῃ ζήσεται». Ο Χριστός μας μάς εισάγει και πάλι στην κοινωνία του Θεού. Ο άνθρωπος μετέχοντας του Σώματος του Χριστού γίνεται ζωντανό μέλος της Εκκλησίας Του και ζει μέσα στο γεγονός της Αναστάσεώς Του. Ο Χριστός είναι «ἡ ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων».

Αδελφοί μου! «Μηδεὶς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γαρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος», μας λέει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος στον κατηχητικό του λόγο την ημέρα του Πάσχα.

Από εδώ και πέρα μόνο οι άπιστοι φοβούνται τον θάνατο, διότι πέρα από τον τάφο δεν βλέπουν τίποτε, δεν πιστεύουν τίποτε, δεν ελπίζουν τίποτε. Εμείς πιστεύουμε στον Χριστό, είναι η ζωή μας. Ελπίζουμε στον Χριστό, είναι η Ανάστασή μας. Αμήν.

  Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως 


ΚΑΙ ΟΧΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΙΚΑΝΟΣ ΗΝ ΣΥΝ ΑΥΤΗ

 


 «Καί ἰδού ἐξεκομίζετο τεθνηκώς υἱός μονογενής τῇ μητρί αὐτοῦ, καί αὕτη ἦν χήρα, καί ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανός ἦν σύν αὐτῇ» (Λουκ. 7, 12)

«Την ώρα που πλησίαζαν στην πύλη της πόλης, έβγαζαν έναν νεκρό, τον μονάκριβο γιο μιας μάνας, που μάλιστα ήταν χήρα. Κόσμος πολύς από την πόλη την συνόδευε»

            Υπάρχουν δύσκολες στιγμές στην ζωή μας. Η δυσκολότερη είναι ο αποχωρισμός που φέρνει ο θάνατος. Το πένθος που γεννιέται. Οι αντιδράσεις στην ψυχή και το σώμα μας. Η λύπη. Η απελπισία κάποτε. Συνήθως το ερώτημα «γιατί;». Ο θυμός. Κάποτε και το να τα βάζουμε με τον ίδιο τον Θεό διότι άφησε να φύγει από κοντά μας ένα πρόσωπο που αγαπούμε. Τον πόνο μας απαλύνει η παρουσία των άλλων. Το να βλέπουμε τα πρόσωπά τους. Να μην αισθανόμαστε την μοναξιά του θανάτου ακατάβλητη. Είναι μια παρηγοριά η παρουσία των άλλων. Δεν ακυρώνει το γεγονός. Μας δίνει όμως κάποια δύναμη να συνεχίσουμε. Διότι εμείς, όσο σκληρό κι αν φαίνεται, έχουμε ακόμη κάτι να κάνουμε στην ζωή μας, έχουμε ακόμη ανθρώπους με τους οποίους μπορούμε να συμπορευτούμε και να συναναστραφούμε. Και είναι παρηγορητική η παρουσία των άλλων, ο λόγος τους, η συμπαράσταση, το «ευχαριστώ» που μπορούμε να πούμε εκείνη την στιγμή ή και μετά, ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης ότι η αγάπη δεν χάθηκε.

            Σε μια από τις πιο συγκλονιστικές ευαγγελικές περικοπές, στην ανάσταση του γιου της χήρας στην πόλη Ναΐν της Γαλιλαίας, βλέπουμε ακριβώς αυτήν την εικόνα του πένθους που βιώνει όχι μόνο η γυναίκα που έχει χάσει ήδη τον άντρα της και βλέπει τώρα να χάνει και τον μονάκριβο γιο της, αλλά ολόκληρη η κοινότητα. Την συνοδεύει στην ταφή «όχλος ικανός». Ο πόνος της γίνεται πόνος τους. Κάποιοι μπορεί να τον έχουν ζήσει αυτόν τον πόνο ή να σκέφτονται ότι θα τον ζήσουν. Κάποιοι μπορεί να νιώθουν ότι τελικά η ματαιότητα της ζωής αυτής μας περιμένει όλους και ότι το μόνο αντίδοτο είναι η αγάπη που δίνει κουράγιο. Η αγάπη που δεν είναι μόνο έκφραση συγγένειας. Είναι έκφραση της πανανθρώπινης σιγής μπροστά στο μυστήριο του θανάτου. Της πανανθρώπινης προσμονής ότι αυτό το μυστήριο οι πάντες θα το ζήσουμε. Ότι έσχατος εχθρός, αλλά ακατανίκητος για τα ανθρώπινα μέτρα ο θάνατος, δεν έχει γιατρειά. Και μπορεί η ζωή να συνεχίζεται, ωστόσο αυτή η κοινοτική αγάπη είναι ίσως το μοναδικό στήριγμα.

            «Κλαίειν μετά κλαιόντων» (Ρωμ. 12, 15) είναι ο αποστολικός λόγος για τους χριστιανούς. Σε μια εποχή που η κοινότητα, δηλαδή η συμπόρευση με δεσμούς που ξεπερνούν το συμφέρον, έχει ατονήσει ως εμπειρία, σε έναν κόσμο όπου το ατομικό θεωρείται αυτονόητη επιλογή, η εικόνα του λαού, του πλήθους που δεν θέλει να αφήσει την μάνα μόνη της στην δύσκολη στιγμή είναι συγκλονιστική. Διότι δείχνει ότι υπάρχουν συναισθήματα. Υπάρχει ανθρωπιά. Υπάρχει αγάπη. Υπάρχει ενσυναίσθηση. Και δεν είναι από περιέργεια, αλλά από γνησιότητα καρδιάς αυτό που πράττει η κοινότητα της Ναΐν. Και μας προτρέπει να έχουμε μέσα στην καρδιά μας αυτό το κοινοτικό αίσθημα, το ανοιχτό στην λύπη, όπως και στην χαρά του άλλου. Την οικειότητα που πηγάζει από την απόφαση να αγαπούμε και να βγαίνουμε από τον εαυτό μας. 

            Όπου κοινότητα, εκεί και ο Χριστός. Ο Κύριος δεν εστιάζει μόνο στον πόνο της μάνας. Σπλαχνίζεται την γυναίκα, όπως σπλαχνίζεται τον κάθε άνθρωπο. Βλέπει όμως και την αγάπη των πολλών. Και νιώθει ότι ο πόνος δεν είναι μόνο ατομικός, αλλά και συλλογικός. Δεν είναι τυχαίο ότι και στις τρεις αναστάσεις που κάνει ο Χριστός στην επίγεια ζωή του, αυτή του γιου της χήρας στην Ναΐν, αυτή της κόρης του Ιαείρου, αλλά και του φίλου Του Λαζάρου, βλέπει τον πόνο της κοινότητας. Και «όπου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι» στην πίστη (Ματθ. 18, 20), εκεί είναι και ο Ίδιος.

            Ο θάνατος είναι ένα επεισόδιο μέσα στην ζωή μας, συγκλονιστικό, κάποτε ακατανόητο, όταν έρχεται ξαφνικά ή παράκαιρα, πέρα από την όποια φυσική πορεία μας. Η δική μας ευθύνη είναι να λειτουργήσουμε ως κοινότητα την ώρα του θανάτου κάποιου συνανθρώπου μας. Κανείς να μην φύγει μόνος του. Κανείς συγγενής να μην αισθανθεί την μοναξιά και την απουσία της αγάπης. Και η ελπίδα της ανάστασης να είναι η τελική απάντηση στο μυστήριο. Για να γίνει όμως αυτό προϋπόθεση είναι η κοινότητα να λειτουργεί στην καθημερινότητα. Στη ενορία της Εκκλησίας. Να μην είμαστε θρήσκοι που επιτελούμε τα θρησκευτικά μας καθήκοντα όποτε έχουμε ανάγκη και χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζουμε κανέναν, ούτε γείτονες που έτυχε να συγκατοικούμε με κάποιους, αλλά πιστοί, που θέλουμε να συνυπάρχουμε με τον διπλανό μας, να του ανοίγουμε την πόρτα και την καρδιά μας, να νιώθουμε τις ανάγκες του και με κάθε τρόπο να αισθανόμαστε ότι είμαστε μέλη του σώματος του Χριστού. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται να αφήσουμε κατά μέρος την ιδιοτροπία, την δειλία, την απαίτηση, το συμφέρον και να προτάξουμε την πίστη και τον τρόπο του αγαπώντος Χριστού. Πρώτοι οι επικεφαλής της κοινότητας, επίσκοποι και κληρικοί. Και ας ακολουθήσει ο καθένας και η καθεμιά.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

10 Οκτωβρίου 2021

Κυριακή Γ’ Λουκά


2021-10-09 ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ Γ' ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΛΟΥΚΑ

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2021

ΝΑ ΔΙΚΑΙΩΣΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ


«Γεννήματα της αντίθεης υπερηφάνειας είναι το να δικαιώνουμε τους εαυτούς μας, το να ακολουθούμε την γνώμη μας, το να ικανοποιούμε το θέλημά μας» (Αββάς Δωρόθεος).

Όταν μας κατηγορήσει κάποιος για κάτω, η πρώτη μας αντίδραση είναι να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας. Να εξηγήσουμε γιατί δεν είναι έτσι, ακόμη κι αν είναι έτσι. Κι αυτό δεν είναι ίδιον μόνο των μικρότερων σήμερα. Έχει λείψει η γενναιότητα και από τους μεγαλύτερους, οι οποίοι, ακόμη κι αν η πραγματικότητα είναι αντίθετη, προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας. «Άνθρωπος είμαι, τι να κάνω». «Φταίω κι εγώ, αλλά...». «Οι συνθήκες φταίνε». Στους καιρούς μας μάλιστα στους οποίους το φάρμακο είναι η ερμηνεία των πάντων, με έμφαση στον τρόπο της ψυχολογίας, ότι για να αισθανθώ καλύτερα χρειάζεται να εξετάσω γιατί μου συμβαίνει κάτι και πώς μπορώ να το διαχειριστώ, αφού το αποδεχθώ πρώτα, ο άνθρωπος έχει λησμονήσει ότι το φάρμακο των πάντων είναι η ταπείνωση, όταν μάλιστα συνοδεύεται από την μετάνοια.

Μας έχουν λείψει και τα δύο. Σαν να είναι υποτιμητικό το να κάνουμε λάθος. Σαν να διεκδικούμε για τον εαυτό μας μία δικαίωση για την γνώμη και το θέλημά μας. Πώς να λειτουργήσει στην ψυχή μας το μήνυμα της εκκλησιαστικής ζωής, ότι για να βρεις τον εαυτό σου, χρειάζεται να τον χάσεις; Ότι, αντί να κατηγορείς τους άλλους για ό,τι λανθασμένο έκανες ή για ό,τι εκείνοι σε μεγαλύτερο βαθμό διαπράττουν, δικαιολογώντας τον εαυτό σου, μπορείς να βρεις λύτρωση με το αίσθημα ότι είναι ανθρώπινο το να λαθεύουμε, προφανώς και οι περιστάσεις, οι συνάνθρωποί μας, το οικογενειακό μας περιβάλλον, ο τρόπος που μεγαλώσαμε, οι εμπειρίες μας έχουν διαδραματίσει ρόλο στο να μην βλέπουμε σωστά ούτε εμάς ούτε τους άλλους, αλλά δεν λυτρωνόμαστε με το να μην αναλαμβάνουμε την ευθύνη της παραδοχής και της αλλαγής χωρίς υποσημειώσεις.

Η εκκλησιαστική μας παράδοση βλέπει τον άνθρωπο στην προοπτική της σχέσης με τον Θεό πρωτίστως ως πατέρα. Την ίδια ανάγκη για υιότητα έχει ο καθένας μας και στις σχέσεις του με τον πλησίον  και μάλιστα τον άμεσα οικείο. Κάποιοι από μας καλούμαστε να βιώσουμε τον ρόλο του πατέρα, χωρίς να είμαστε έτοιμοι. Διότι πατέρας σημαίνει απόφαση να δούμε τον δικό μας εαυτό, να μπούμε σε μία πορεία μεταμορφωτικής αναγέννησης, να μην κρυφτούμε και να μην κρύψουμε την αλήθεια γι’  αυτό που είμαστε και πράττουμε. Επειδή όμως αυτός ο δρόμος θέλει συνέχεια στην αυτογνωσία μας και ταπείνωση στο να δούμε τι μας χωρίζει από την αγάπη, μαζί με τους άλλους που καλούμαστε να στηρίξουμε και να συνοδοιπορήσουμε στην αλήθεια, χρειάζεται να παλεύουμε και με μας.

Ας μη μείνουμε στο φύλο. Η πατρότητα θέλει απόφαση και εμπειρία υιότητας. Το εγώ μας διαγράφει, στο όνομα της ελευθερίας, της αυτονομίας, του θελήματος, της γνώμης όχι το δικαίωμα στην ανωριμότητα, αλλά στο αναπόφευκτό της. Το παιδί χρειάζεται αγάπη. Το ίδιο και ο ενήλικος. Η πνευματική μας παράδοση στηρίζεται στην ύπαρξη του πνευματικού πατέρα, ο οποίος ανοίγει τον δρόμο για τον Χριστό, μέσα από την σχέση αγάπης, ειλικρίνειας και παραδοχής των ξαστοχισμάτων της ψυχής.

Αυτός που αναζητεί την δικαίωση του εαυτού του, δεν θα λυτρωθεί από ό,τι τον τυραννά. Η αλήθεια βεβαίως δεν συνεπάγεται μία διαρκή αυτοκαταδίκη. Θέλει διάλεγμα. Ο δρόμος περνά μέσα από την σχέση.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 6 Οκτωβρίου 2021

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2021

2021-10-03 ΌΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΊΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΊΑ Β' ΛΟΥΚΑ

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΗΡΙΑΚΗΣ Β΄ΛΟΥΚΑ-(03-10-2021)

 « Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθώς καί ὁ πατήρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.»


         Αγαπητοί μου, αδελφοί, 

         Το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι μία συνέχεια της ομιλίας των Μακαρισμών του Χριστού μας προς τους Μαθητές Του και σε πλήθη ανθρώπων σε μία πεδιάδα, μόλις ακριβώς είχε κατέβει από το Όρος μετά από ολονύκτια προσευχή.

         Βλέπετε ότι και ο Κύριος μας προσευχόταν! Το είχε ανάγκη διότι ως άνθρωπος έπρεπε να επικοινωνεί  με τον Θεό Πατέρα, να ενισχύεται και να παίρνει δύναμη και κουράγιο, μέσα σ’ έναν κόσμο σκληρό και ανυπάκουο, προκειμένου να φέρει σε πέρας το έργο που ανέλαβε επί της γης. 

         Σ’ αυτήν την ομιλία ο Κύριος μας, εκτός των «Μακαρισμών» έρχεται να μας παραδώσει και έναν άλλον κανόνα, που έχει να κάνει με τις σχέσεις και τις συναλλαγές μεταξύ των ανθρώπων και ιδιαίτερα των ανθρώπων που θέλουν να λέγονται και να είναι άνθρωποι του Θεού.

          Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι, όχι μόνο του σήμερα, αλλά πάντοτε, ακόμα και του προχριστιανικού κόσμου, ήθελαν και ποθούσαν την δικαιοσύνη. Είναι πείνα και πόθος του ανθρώπου δοσμένο ως δώρο του Θεού ή χάρισμα κατά την δημιουργία του. Η δικαιοσύνη έχει άμεση σχέση  με την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων. Πόσοι αγώνες και πόσα κινήματα έχουν γίνει γι’ αυτήν την δικαιοσύνη και ισότητα. Πάντα όμως παραμένει ένα όνειρο απατηλό, όπως λέγει ένα λαϊκό άσμα. Και τούτο διότι ο κάθε άνθρωπος συλλαμβάνει την δικαιοσύνη κατά το δοκούν και με βάση τα δικά του συμφέροντα και τις υποκειμενικές σκέψεις. Σκέψεις ατελείς και ιδιοτελείς!

          Έρχεται όμως ο Κύριος μας, αδελφοί μου, σήμερα να μας δώσει τον χρυσό εκείνο κανόνα που μπορεί να φέρει την πραγματική και γνήσια σχέση μεταξύ των ανθρώπων. Και ποιός είναι αυτός; Ακούστε, «όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, με τον ίδιο τρόπο να τους συμπεριφέρεστε και εσείς».

          Αυτή είναι η αρχή της δικαιοσύνης. Αυτό είναι το αρμόζον και το πρέπον. Αυτή η αρχή είναι φυτευμένη μέσα στις καρδιές των ανθρώπων από την δημιουργία του κόσμου. Το πρόβλημα όμως ξέρετε βρίσκετε στην πράξη. Ο άνθρωπος συνήθως απαιτεί την δικαιοσύνη από τους άλλους και ο ίδιος πάντα δικαιολογεί τον δικό του εαυτό, διότι δημιουργεί υποκειμενικά, φθηνά και ιδιοτελή κίνητρα. Ένα από αυτά ήταν και αυτό που έκαναν την εποχή του οι άνθρωποι και αυτό το ίδιο γίνεται και σήμερα: «Αν αγαπάτε όσους σας αγαπούν τι χάρη θα έχετε; Και οι αμαρτωλοί αγαπούν όσους τους αγαπούν. Και αν δανείζετε σε εκείνους που ελπίζετε να σας τα επιστρέψουν τι χάρη θα έχετε; Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους αμαρτωλούς»..

         Πόσες και πόσες αδικίες με κίνητρο αυτήν την αρχή έχουν γίνει και γίνονται; Και μάλιστα καλυμμένες με νόμους κρατικούς. Να θυμηθούμε τα τελευταία χρόνια εξ αιτίας των δανείων, πόσοι φτωχοί έχασαν τα σπίτια τους ή φυλακίστηκαν. Πόσοι τοκογλύφοι κυκλοφορούν, εκμεταλλευόμενοι την μέθοδο του δανεισμού με βάση τον νόμο του κόσμου;

         Ο Κύριος μας όμως σήμερα στο Ιερό Ευαγγέλιο Του κάνει την υπέρβαση: «πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες» και τότε θα είστε, όχι παιδιά του κόσμου, αλλά παιδιά του Θεού του Υψίστου. Η δικαιοσύνη αν δεν έχει γνώμονα την αγάπη τότε δεν μπορεί να είναι γνήσια και αληθινή. Ο Θεός είναι δίκαιος, αλλά και αγαπά. Είναι η προσωποποιημένη αγάπη και δικαιοσύνη. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει: «Μην αποκαλέσεις τον Θεό δίκαιο γιατί η δικαιοσύνη του δεν γνωρίζεται με τα κριτήριά σου. Που βρίσκεται η δικαιοσύνη του Θεού; Στο ότι είμαστε αμαρτωλοί και ο Χριστός πέθανε για εμάς». 

          Μία άλλη επίσης παράληψη ή και ελάττωμα πολλών χριστιανών είναι η αδιαφορία στον πόνο ή την ανέχεια. Ζούμε σ’ έναν ναρκισσευόμενο Χριστιανισμό, έναν Χριστιανισμό εφησυχασμού και αδιαφορίας των όσων συμβαίνουν γύρω μας. Ζούμε έναν τρόπο ζωής «ιδιωτικού Χριστιανισμού». Δεν ασχολούμαι με τους γύρω μου, δεν με ενδιαφέρει τι κάνουν, πώς ζουν, πώς συμπεριφέρονται, αδιαφορώ. Προσπαθώ να μην κάνω κακό, να μην λέγω το κακό, να πηγαίνω στην Εκκλησία μου και να ζω την ζωή μου λατρευτικά και μυστηριακά. Κάποτε, λέει ένα άγραφο παράδειγμα, πέθανε ένας τέτοιος χριστιανός και πήγε ενώπιον του Δικαιοκρίτου Θεού. Άρχισε να μιλά ο άνθρωπος και να λέει: «προσπάθησα να μην κάνω το κακό, να μην συκοφαντώ, να μην αδικώ, να μην κλέβω, να μην προσβάλω με κάθε τρόπο την τιμή και αξιοπρέπεια των ανθρώπων και να ζω σαν καλός χριστιανός, να εκκλησιάζομαι και να τελώ τα λατρευτικά μου καθήκοντα». Και ο Θεός του απαντά: «πράγματι, όλα αυτά τα εφάρμοσες, αλλά βλέπω ότι τα χέρια σου είναι άδεια, καμία καλή πράξη δεν βλέπω. Απέφυγες όλα αυτά που δεν έπρεπε να κάνεις, αλλά και δεν έκανες όλα αυτά που έπρεπε να κάνεις και που έχουν σχέση με τον συνάνθρωπο σου, τον αδελφό σου που σε είχε ανάγκη».

          Αυτήν την υπέρβαση ζητά από εμάς ο Χριστός μας αδελφοί μου, διότι και αυτός έκανε την δική του υπέρβαση για μας. Αμήν. 

               


ΜΗΔΕΝ ΑΠΕΛΠΙΖΟΝΤΕΣ

 


“Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς”  (Λουκ. 6, 35)

“Αντίθετα, εσείς ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε το καλό και να δανείζετε, χωρίς να περιμένετε να πάρετε πίσω τίποτα. Έτσι, ο Θεός, που είναι καλός ακόμα και με τους αχάριστους και τους κακούς, θα σας ανταμείψει με το παραπάνω και θα σας κάνει τα παιδιά του” 

“Μηδέν απελπίζοντες”. Ο λόγος αυτός του Χριστού στην επί του όρους ομιλία έρχεται να συναντήσει ένα μεγάλο πρόβλημα των καιρών μας. Είναι η απελπισία που διακατέχει πολλούς ανθρώπους, διότι τα πράγματα στην ζωή τους δεν πηγαίνουν όπως θα τα ήθελαν. Το κενό νόηματος. Ο φόβος του θανάτου. Η αποτυχία στις σχέσεις. Ένα αίσθημα μοναξιάς. ΟΙ δοκιμασίες. Η απελπισία που οδηγεί στην κατάθλιψη. Στην αυτοκτονία κάποτε. Σε μία αίσθηση ότι η ζωή δεν έχει τελικά αξία, διότι μόνο τα όνειρά μας την καθιστούν σημαντική. Συνήθως η απελπισία μένει ως απότοκο μεγάλων προσδοκιών από τους άλλους και τον κόσμο. Είναι η αντίληψη ότι ο κόσμος μας χρωστά. Και οι άνθρωποι αναζητούμε παρηγοριά στην φαρμακευτική αγωγή, στα ταξίδια, στις αγορές, στην ηδονή. Πίσω όμως από την απελπισία κρύβεται η αδυναμία μας, η αναποφασιστικότητά μας να αγαπήσουμε, να μοιραστούμε ακόμη και την ήττα μας, η απιστία μας στον Θεό, ο Οποίος επιτρέπει τις δοκιμασίες μας για να ξαναδούμε την ζωή μέσα στην προοπτική της σωτηρίας μας, δηλαδή στην προοπτική της αποκατάστασης του νόηματος της ύπαρξής μας. Κληθήκαμε για να αγαπούμε.

“Μηδέν απελπίζοντες”. Ο ευαγγελικός λόγος όμως έχει και μία άλλη διάσταση. Είναι η απελπισία που προκαλούμε εμείς στους άλλους. Με το θέλημά μας που απαιτούμε να εκπληρωθεί από αυτούς. Από την αδυναμία μας να συγκαταβούμε στις δικές τους πτώσεις και αδυναμίες. Με την άρνησή μας να δώσουμε ευκαιρίες. Με το μπέρδεμα ανάμεσα στου τι είναι όριο και τι είναι καταδυνάστευση. Με το να μη νιώθουμε την αγάπη τους. Με το να κλείνουμε τα μάτια της ψυχής μας στην μόνη αλήθεια που είναι αδιάψευστη: ότι καμιά εξουσία δεν μπορεί να νικήσει τον θάνατο. ΚΙ έτσι, έχοντας αναγάγει το νόημα της ζωής στην επικράτηση, ακόμη κι όταν αρχικά κάνουμε το καλό, περιμένουμε την ανταπόδοσή του με τέτοιον τρόπο που πνίγουμε τους άλλους. 

Οι άλλοι δεν είναι για να προβάλουμε σ’ αυτούς την εικόνα μας. Δεν είναι για επίδειξη. Οι άλλοι είναι για να τους αγαπούμε και, ανθρώπινο και όμορφο, να μας αγαπούνε. Ακόμη όμως κι αν η αγάπη τους δεν είναι αυτή που θα θέλαμε ή είναι πρόσκαιρη, συμφεροντολογική ή και ανύπαρκτη, εντούτοις ο αυθεντικός χριστιανός λειτουργεί στην προοπτική ότι η ζωή ξεκινά και καταλήγει στο Α της αρχής και στο Ω του τέλους του ρήματος “αγαπώ”. Τότε θα συγχωρήσουμε, ακόμη κι αυτούς που μας δυσκολεύουν, όχι με ψέματα ή επιδείξεις μεγαλοκαρδίας, αλλά με λόγο αληθινό και έργα στην πράξη, όσο χρόνο κι αν χρειαστεί αυτή η διαδικασία. Τότε δεν θα απελπίσουμε, αλλά θα νουθετήσουμε. Δεν θα υπερβάλλουμε αλλά θα παιδαγωγούμε. Δεν θα διώχνουμε, αλλά θα στηρίζουμε, θα συνοδοιπορούμε. Θα κρατούμε από το χέρι τον άλλο, με ειλικρίνεια και όχι με ψέμα, με την αλήθεια που χρειάζεται, όχι όμως με επίδειξη υπερηφάνειας. Με το μέτρο της ταπεινής αγάπης που δίνει ο Χριστός.

“Μηδέν απελπίζοντες”. Σε μία εποχή στην οποία υπάρχει θυμός, ένταση, φόβος, ιδεολογική διαπάλη, ένα αίσθημα ότι ο κόσμος δεν χρειάζεται τον Χριστό και την Εκκλησία, η πίστη γίνεται αληθινή παρηγοριά, η αγάπη ανα-νοηματοδοτεί τις ανθρώπινες σχέσεις και η κοινότητα της Εκκλησίας δίνει την ευκαιρία μίας άλλης ποιότητας ζωής. Μπορεί η αγάπη που συγχωρεί, που δίνει δεύτερες ευκαιρίες να κάνει αυτόν που αγαπά να αισθάνεται τον πειρασμό της αδικίας, της κόπωσης, της ματαιότητας, όμως ο Χριστός δίνει δύναμη. Και όσοι απελπίζονται, χρειάζονται την παρηγοριά μιας κοινότητας στην οποία θα νιώσουν ότι ανεξάρτητα από τα όποια λάθη της ζωής, υπάρχει η αγάπη.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

3 Οκτωβρίου 2021

Κυριακή Β’ Λουκά

2021-10-03 ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β' ΛΟΥΚΑ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ "Ο ΜΕΓΑΣ ΑΣΜΑΤΙΚΟΣ" ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΩΡΓ...

Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2021

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΛΟΓΟΣ

 


        Το αξιακό υπόβαθρο του κόσμου μας συνεχώς αλλάζει. Δεν είναι μόνο η πανδημία που μας αναγκάζει να ξαναδούμε τις προτεραιότητές μας διαφορετικά. Είναι και ένας νέος πολιτισμός, στον οποίο δεσπόζουν λέξεις όπως «δικαιώματα», «διαφορετικότητα», «επιλογή», «πολιτική ορθότητα», «προσαρμογή», «παιδοκεντρικότητα», «διαδραστικότητα», «ψηφιακός μετασχηματισμός». Κι όλα συνδέονται με το άτομο, το οποίο προηγείται της κοινότητας, της κοινωνίας. Ακόμη και συλλογικότητες, όπως είναι η Εκκλησία, δεν έχουν καταφέρει να εμφυσήσουν στους πιστούς τους, την αξία του «εμείς», την ανάγκη το «εγώ» να μην είναι ανεξάρτητο από το σύνολο, αλλά ενταγμένο σ’  αυτό. Η κοινωνική ευθύνη υποτάσσεται στο ατομικό δικαίωμα. Έτσι δικαιολογούνται τα όσα τραγελαφικά ζούμε στις μέρες μας.

                Αν την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα ο διάλογος εντός της Εκκλησίας είχε ως θέμα του την γλώσσα της θείας λατρείας, ώστε να γίνει πιο προσιτή στην νέα γενιά, και την δεύτερη δεκαετία την ανάγκη η Εκκλησία να δει την θέση της έναντι των νέων προοπτικών που έφερναν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, η τρίτη δεκαετία θέτει πλέον ξεκάθαρα το ερώτημα:  απέναντι στις λέξεις που αποτυπώνουν μια νέα ηθική σε σχέση με αυτή που η Εκκλησία έμαθε να προσφέρει και να υπηρετεί, ποιος λόγος χρειάζεται; Οι απαντήσεις στις προκλήσεις των δύο πρώτων δεκαετιών υπήρξαν άκαμπτα συντηρητικές, με αποτέλεσμα το ζήτημα της λειτουργικής γλώσσας να μας βρίσκει όλους σε δυσκολότερη θέση, καθώς είναι φανερό πως η γλωσσική ακαταληψία των νεώτερων γενεών αυξάνει, έχοντας επεκταθεί και στην αδυναμία κατανόησης και της λογοτεχνίας, ενώ είναι εμφανής η απουσία της ποιμαίνουσας Εκκλησίας από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, καθώς έχει λείψει εντελώς η τόλμη του να γίνουν βήματα που, αν μη τι άλλο, θα δείξουν στην νέα γενιά πως η Εκκλησία προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί της. Τα ΜΚΔ τα χρησιμοποιούν μεμονωμένα πρόσωπα, κληρικοί και λαϊκοί που δημιουργούν και σύγχυση, καθώς φαίνονται ως αυθεντίες, αλλά τα κίνητρά τους δεν είναι πάντοτε υγιή και, βέβαια, λειτουργούν χωρίς έλεγχο, σημείο της εν γένει γερασμένης ηγεσίας.

                Όσοι αυτοπαρουσιάζονται ως συντηρητικοί, ενώ χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο κατά κόρον, το «καταριούνται». Το ίδιο πράττουν και έναντι των νέων λέξεων του πολιτισμού μας. Είναι μονίμως «αντί». Η άγνοια γεννά φόβο. Η άγνοια υποπτεύεται αμαρτία, πλάνη, πτώση. Και επειδή η γνώση θέλει κόπο, συχνά και ικανότητα, ο νέος κόσμος παρουσιάζεται ως σκοτάδι. Κι έτσι ως μόνη λύση φαντάζει η περιχαράκωση στα «ίδια». Παραμένουμε στο χτες. Το εξιδανικεύουμε. Απορρίπτουμε συλλήβδην το σήμερα και οχυρωνόμαστε πίσω από ένα «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν της Εκκλησίας» και αναπαύουμε την συνείδησή μας. Το τρένο φεύγει κι εμείς είμαστε έξω από αυτό.

                Ο λόγος της Εκκλησίας όμως ήταν πάντοτε λόγος που συζητούσε με τον κόσμο και δεν κλεινόταν έξω από αυτόν. Οι μεγάλοι Πατέρες μίλησαν την γλώσσα της φιλοσοφίας, παρακολουθούσαν την πολιτική της εποχής τους, κατέθεταν την χριστιανική μαρτυρία. Δεν ζητούσαν το κλείσιμο του χριστιανού στον εαυτό του και στον κόσμο του, αλλά άνοιγαν δρόμους ώστε ο κόσμος να ακούσει. Κι ας μην αποδεχτεί.

                Υπάρχει κενό νοήματος στον κόσμο, παρά την πρόοδο. Ο άνθρωπος είναι ύπαρξη που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αγάπη, χωρίς να σχετιστεί. Ο άνθρωπος δεν θα παύει να αναρωτιέται για το αίνιγμα του θανάτου και της ανάστασης. Η γλώσσα των καιρών θέλει πρόσληψη από την γλώσσα της Εκκλησίας. Η ηγεσία δυσκολεύεται. Η βάση;

  π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθοδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 29 Σεπτεμβρίου 2021