Αφήστε μας την ηλ. διεύθυνση για να λαμβάνετε περισσότερες ειδοποιήσεις

Translate

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Απόστολος Και Το Ευαγγέλιο Της Κυριακής 30 Σεπτεμβρίου 2018, Β’ Λουκά

Αποτέλεσμα εικόνας για β λουκα

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 30 Σεπτεμβρίου 2018, Β’ Λουκά, η εντολή της αγάπης, όπως θα ακουστούν αύριο στην Εκκλησία και με απόδοση στα Νέα Ελληνικά.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β’ Ϛ´ 16 – 18
16 τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. 17 διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, 18 καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β’ Ζ´ 1 – 1
1 Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β’ Ϛ´ 16 – 18
16 Ποίος δε συμβιβασμός και ποία συνύπαρξις ημπορεί να νοηθή μεταξύ του ναού του Θεού και του ναού των ειδώλων; Διότι σεις-μη το λησμονείτε-είσθε ναός του Θεού του ζώντος, όπως άλλωστε έχει προφητεύσει ο Θεός και εις την Π. Διαθήκην· ότι “θα κατοικήσω μεταξύ αυτών και εντός αυτών και θα περιπατήσω ανάμεσά των και θα είμαι εγώ ο ιδικός των Θεός και θα είναι αυτοί λαός μου. 17 Δι’ αυτό εξέλθετε ανάμεσα από τους απίστους και ξεχωρισθήτε από αυτούς με τον τρόπον της ζωής σας, λέγει ο Κυριος, και μη πιάνετε τίποτε το ακάθαρτον. Και εγώ θα σας δεχθώ με στοργήν εις την βασιλείαν μου. 18 Και θα είμαι για σας πατέρας και σεις θα είσθε υιοί μου και θυγατέρες μου, λέγει ο Κυριος ο παντοκράτωρ”.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β’ Ζ´ 1 – 1
1 Εφ’ όσον, λοιπόν, αγαπητοί, έχομεν αυτάς τας μαγάλας υποσχέσστου Θεού, ας καθαρίσωμεν τους εαυτούς μας από κάθε μολυσμόν σαρκός και πνεύματος, αγωνιζόμενοι και συνεχώς προχωρούντες μέχρι τέλους στον δρόμον της αγιότητος, με φόβον Θεού.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ϛ´ 31 – 36
31 καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 32 καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. 33 καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. 34 καὶ ἐὰν δανείζητε παρ’ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. 35 πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 36 Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ϛ´ 31 – 36
31 Και όπως θέλετε να κάνουν και να συμπεριφέρωνται απέναντι σας οι άνθρωποι, έτσι και σεις να πράττετε και να συμπεριφέρεσθε προς αυτούς. 32 Εάν αγαπάτε μόνον αυτούς που σας αγαπούν, ποία χάρις του Θεού και αμοιβή σας αξίζει; Διότι και οι αμαρτωλοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. 33 Και εάν κάνετε το καλόν εις εκείνους μόνον που σας ευεργετούν, ποία ανταμοιβή εκ μέρους του Θεού σας ανήκει; Διότι και οι αμαρτωλοί το ίδιον κάμνουν. 34 Και εάν δανείζετε εις εκείνους, από τους οποίους περιμένετε να πάρετε πίσω τα δανεικά, ποία ευμένεια και ανταπόδοσις από τον Θεόν σας αρμόζει; Διότι και οι αμαρτωλοί δανείζουν τους αμαρτωλούς, δια να λάβουν από αυτούς ομοίας εξυπηρετήσεις εις την ανάγκην των. 35 Αλλά σεις να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευργετήτε και να δανείζετε, χωρίς να αποβλέπετε εις καμμίαν ανταπόδοσιν και θα είναι ο μισθός σας πολύς και θα είσθε εις την βασιλείαν των ουρανών παιδιά του Υψίστου, διότι και αυτός είναι αγαθός και ευργετικός και προς αυτούς ακόμη τους αχαρίστους και πονηρούς. 36 Γινεσθε λοιπόν εύσπλαχνοι στους γύρω σας ανθρώπους, όπως και ο Πατήρ σας είναι πολυεύσπλαγχνος προς όλους.



Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 30 Σεπτεμβρίου 2018, Β’ Λουκά

ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ!


«Αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα» (Λουκ. 6, 34).
«Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους ομοίους τους για να τα πάρουν πίσω».

Οι άνθρωποι τρεπόμαστε προς τους ομοίους μας. Προς αυτούς που πιστεύουμε ότι μπορούν να μας καταλάβουν γιατί ακολουθούν τον ίδιο δρόμο ζωής. Δεν έχει σημασία αν είναι διαφορετικό το επάγγελμά τους, τα πρόσωπα με τα οποία σχετίζονται, κάποιες από τις προτεραιότητές τους. Βρίσκουμε κάποια κοινά μαζί τους και αισθανόμαστε κοντά τους. «Δεν είμαι μόνο εγώ που κάνω έτσι, είναι κι άλλοι».
Στους καιρούς μας απουσιάζει η συνείδηση αυτού που ενώνει όλους τους ανθρώπους σε ένα κοινό μονοπάτι. Η επίγνωση ότι είμαστε αμαρτωλοί. Η αμαρτία δεν συναντάται συχνά στο λεξιλόγιο και στην σκέψη μας, από τους μικρότερους ώς τους μεγαλύτερους. Κι όμως. Είναι η κοινή συνισταμένη μας. Είμαστε αμαρτωλοί δεν σημαίνει μόνο το ότι δεν τηρούμε τις εντολές του Θεού, το Ευαγγέλιο, τον τρόπο της Εκκλησίας. Είμαστε αμαρτωλοί σημαίνει ότι επενδύουμε τα πάντα στον εαυτό μας, στην θέση μας, στα χαρίσματα, στις ικανότητές μας. Βλέπουμε τον κόσμο μέσα από την δική μας προοπτική. Απαιτούμε, γιατί εμείς είμαστε το κέντρο. Μπαίνουμε σε έναν ανταγωνισμό ποιος δικαιούται περισσότερα και τι. Κρίνουμε και κατακρίνουμε τους άλλους, γιατί δεν είναι όπως εμείς ή όπως τους θέλουμε. Και αφηνόμαστε σε μία ομάδα παθών, τα οποία ριζώνουν στην απουσία εμπιστοσύνης στον Θεό και το θέλημά Του, στην άρνησή μας να ζήσουμε όπως Εκείνος θέλει και στην προτίμηση εμείς να είμαστε όχι οι υπεύθυνοι μόνο, αλλά οι αποκλειστικοί διαχειριστές της ζωής μας.
Ο Χριστός, στην επί του όρους ομιλία Του, δείχνει στους ανθρώπους του καιρού Του, αλλά και κάθε εποχής, ότι εύκολα βλέπουμε τους άλλους ως αμαρτωλούς, γιατί έχουμε περιορίσει την το περιεχόμενο της αμαρτίας σε πράξεις και σκέψεις, κάποτε στην λογική του «δεν πειράζει, άνθρωποι είμαστε» και κάποτε στην λογική της αυτοδικαίωσης. Αφού δεν κάνω όπως οι αμαρτωλοί, είμαι εντάξει. Ξεπέρασα την αμαρτία. Ο Χριστός δείχνει ακόμη ότι οι συμπεριφορές των αμαρτωλών είναι ακριβώς σ’ αυτήν την λογική. Ανταποδίδουν στα ίσια ό,τι τους δίνεται. Είναι πρόθυμοι να συνδράμουν τους ομοίους τους. Λειτουργούν στην προοπτική του δούναι και λαβείν. Κάποτε, μάλιστα, είναι πολύ καλύτεροι από όσους αυτοδικαιώνονται, φαντασιούμενοι ότι δεν έχουν αμαρτίες. Διότι αυτοί έχουν ξεχάσει ότι κλειδί της πίστης στον Θεό είναι να δίνεις εκεί που δεν περιμένεις να πάρεις.
Πόσο ανοιχτοί είμαστε ως χριστιανοί σε εκείνους οι οποίοι δεν έχουν να μας δώσουν; Δεν είναι μόνο η υλική ανταπόδοση. Ένα ευχαριστώ, κάποτε ένα βλέμμα είναι σημάδια που αρκούν για να μοιραστούμε με χαρά. Κάποτε δεν υπάρχουν ούτε αυτά. Κληθήκαμε όμως να συναισθανόμαστε ότι όπως ο Θεός προσέλαβε την φύση μας, χωρίς να περιμένει ούτε ένα σημείο από εμάς, έτσι κι εμείς καλούμαστε να εμπιστευθούμε τον λόγο και το παράδειγμά Του και με ταπεινότητα και αγάπη να δώσουμε, ό,τι και όσο μπορούμε.
«Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη», λέει ο ποιητής (Δ. Σολωμός). Δεν κουράζεται η καλοσύνη, η οποία μας βγάζει από την αίσθηση ότι είμαστε δίκαιοι, αλλά και από την κρυμμένη αμαρτωλότητα, την οποία θέλουμε να αγνοούμε. «Η αγάπη καλύψει πλήθος αμαρτιών», λέει ο Απόστολος (Α’ Πέτρ. 4,8). Η καλοσύνη κάνει την καρδιά να αγαπά, αλλά και η αγάπη δίνει κουράγιο στην καλοσύνη.
Είμαστε όμοιοι με τους αμαρτωλούς σε όλα, γιατί κι εμείς αμαρτωλοί είμαστε. Λυγίζουμε όταν βλέπουμε ότι η πίστη δεν μας κάνει να νικούμε όπως θα θέλαμε, αλλά, νικημένοι, να είμαστε νικητές με τον τρόπο που ο Χριστός μάς διδάσκει. Η δύναμή μας φτάνει μέχρι την ελπίδα της ανταπόδοσης. Η πίστη μάς κάνει να πάμε στο επόμενο σκαλί. Δώσε και μην υπολογίζεις ότι θα πάρεις. Κράτα την καρδιά σου ανοιχτή στην συγχώρεση, στην υπομονή, στην ταπεινότητα. Στον Χριστό που μας αγαπά. Κι Εκείνος θα στηρίξει.
Η Εκκλησία προσπαθεί να αποδείξει και στους καιρούς μας ότι δεν είναι ίδια με τον αμαρτωλό κόσμο. Μεταχειρίζεται όμως όλους τους τρόπους του κόσμου, κάποτε χάνοντας το αλάτι της εμπιστοσύνης σ’ Αυτόν που μας λέει: «Μην περιμένετε!». Φοβάται να δείξει την αμαρτία που υπάρχει στον κάθε άνθρωπο, επομένως και σε όλους όσους ανήκουμε σ’ Αυτήν. Ότι, σαν να αμφιβάλλουμε για τον λόγο και το παράδειγμά Του, παίζουμε στα σίγουρα, στο γήπεδο της ανταπόδοσης. Το νόημα όμως βρίσκεται στην έξοδο στο μονοπάτι του «δεν περιμένω»! Κι Εκείνος θα ρίχνει το φως Του, όταν ο φόβος της μοναξιάς, της αδικίας, αλλά και της αδυναμίας να νικήσουμε τον εαυτό μας θα μας περιτριγυρίζει.

Κέρκυρα, 30 Σεπτεμβρίου 2018


Μνημόσυνο για τον Ιωάννη Καποδίστρια στην Ιερά Μονή Πλατυτέρας


Το πρωί της Πέμπτης 27 Σεπτεμβρίου 2018 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος τέλεσε το μνημόσυνο υπερ αναπαύσεως της ψυχής του πρώτου Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια, στην Ιερά Μονή Υ.Θ. Πλατυτέρας, όπου βρίσκεται ο τάφος του, επί τη συμπληρώσει 187 ετών από την δολοφονία του (27 Σεπτεμβρίου 1831). Το μνημόσυνο πλαισίωσε το Εκκλησιαστικό Τμήμα της Χορωδίας Κέρκυρας, υπό τη διεύθυνση του κ. Μιχάλη Καποδίστρια. Παρέστησαν η Αντιπεριφερειάρχης Ιονίων Νήσων κα Νικολέττα Πανδή, ο Αντιδήμαρχος Παιδείας του Δήμου Κέρκυρας κ. Σταμάτιος Απέργης, ο Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Ιονίων Νήσων κ. Κώστας Γκούσης, Περιφερειακοί και Δημοτικοί Σύμβουλοι, καθώς και μαθητές σχολείων της πόλης της Κέρκυρας, με τους συνοδούς καθηγητές τους.

Στον λόγο του ο Σεβασμιώτατος εξήρε την προσωπικότητα του πρώτου Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια, ο οποίος υπήρξε πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός. Ακόμη ο Κυβερνήτης πρόσφερε τεράστιο έργο στην καθημαγμένη μετά από 400 χρόνια τουρκικού ζυγού πατρίδα μας, στους τομείς της παιδείας, της δημοσίας διοικήσεως, αλλά και της Εκκλησίας μας. Ο Ιωάννης Καποδίστριας πίστευε ότι ένας λαός χωρίς παιδεία, χωρίς ιστορία και χωρίς πνευματικό στήριγμα δεν μπορεί να σταθεί. Στο πολύ μικρό διάστημα της διακυβερνήσεώς του, έβαλε τα θεμέλια της νεότερης Ελλάδος. Και τώρα έπειτα από αρκετά χρόνια η ιστορία ήρθε όχι μόνον να τιμήσει τον Καποδίστρια, αλλά και να αποκαλυφθεί.

Επιπροσθέτως ο κ. Νεκτάριος ευχήθηκε να αναδείξει ο Κύριος ανθρώπους όμοιους με τον Ιωάννη Καποδίστρια που θα διατρανώνουν περήφανα την αμώμητη Ορθόδοξη πίστη τους και θα εργάζονται άοκνα και χωρίς φόβο για το καλό της Ελλάδος.

Καταλήγοντας ο Σεβασμιώτατος συνεχάρη τους μαθητές, και τους καθηγητές των σχολείων που παρέστησαν στην επιμνημόσυνη δέηση, καθώς και τον κ. Γκούση.

Ακολούθως τον λόγο πήρε ο κ. Κωνσταντίνος Βέργος, διευθυντής του 2ου ΕΠΑΛ.

Τέλος εψάλη από το Μητροπολίτη Κερκύρας Τρισάγιο στον τάφο του Κυβερνήτου.










Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

ΕΚΑΝΑ ΛΑΘΟΣ (;)


Υπάρχουν λάθη και λάθη στην καθημερινότητα και στην ζωή μας. Είναι οι λανθασμένες εκτιμήσεις μας για πρόσωπα και καταστάσεις. Όταν υπολογίζουμε στην βοήθεια κάποιων, όταν νομίζουμε ότι είναι όπως θα τους θέλαμε, όταν δεν βλέπουμε τα συμφέροντα που κινούν την σκέψη και την συμπεριφορά τους. Είναι οι λανθασμένες εκτιμήσεις για τις δικές μας δυνατότητες. Για τις αντοχές του χαρακτήρα μας. Για την επιμονή να παλέψουμε. Για τους στόχους που θέτουμε. Για τις επιθυμίες των άλλων με τις οποίες πρέπει να συγκρουστούμε. Για το τι μας κάνει αληθινά ευτυχισμένους. Είναι οι λανθασμένες εκτιμήσεις για το περιβάλλον στο οποίο ζούμε. Για τα πάθη μας. Για τον χρόνο που έχουμε. Για το βραχυπρόθεσμο ή το μακροπρόθεσμο στο οποίο καλούμαστε να επενδύσουμε. Κάποτε είναι η απουσία σχεδίου. Η προχειρότητα. Η επιπολαιότητα.
Υπάρχουν όμως και λάθη τα οποία έχουν να κάνουν με ό,τι ονομάζουμε νόημα και περιεχόμενο ζωής. Λάθη τα οποία δεν διορθώνονται και με τα οποία πρέπει να ζήσουμε, είτε ενοχικά και καταθλιπτικά είτε να προχωρήσουμε σαν να μην τρέχει τίποτα, δηλαδή με αναισθησία και αδιαφορία, είτε να συμβιβαστούμε με αυτά, να τα θυμόμαστε, αλλά να αλλάζουμε ζωή. Απέναντί τους μπορούμε να επιλέξουμε τον δρόμο της μελαγχολίας και της αυτοκαταδίκης ή τον δρόμο της πώρωσης της συνείδησης ή τον δρόμο της μετάνοιας. Της εκζήτησης δηλαδή από τον Θεό της άφεσης και του νέου ξεκινήματος, αλλά και της αναγνώρισης ενώπιον των ανθρώπων της αστοχίας μας. Διότι τα λάθη τέτοιου είδους έχουν συνέπειες στους άλλους. Για παράδειγμα, η λανθασμένη επιλογή συζύγου και το διαζύγιο δεν αφήνει ανεπηρέαστο όχι μόνο τον εαυτό μας και τον άλλο, αλλά και τα παιδιά που τυχόν έχουν γεννηθεί, όπως επίσης και τους οικείους. Το ίδιο συμβαίνει και με ιδέες, οι οποίες στην εφαρμογή τους αποδεικνύονται καταστροφικές. Οι συνέπειες τους κλονίζουν την δική μας θέαση ζωής, αλλά και άλλους που πίστεψαν και ακολούθησαν.
Υπάρχει όμως και η λανθασμένη θεώρηση σχετικά με την ύπαρξη του Θεού. Αν βλέπουμε τον Θεό ως πατέρα ή ως εισαγγελέα. Αν Τον βλέπουμε ως εξουσία ή ως ευσπλαχνία και αγάπη. Αν Τον βλέπουμε με την ιδιοτέλεια Εκείνου που εκπληρώνει τα συμφέροντά μας ή Εκείνου που Τον εμπιστευόμαστε σε κάθε στιγμή της ζωής έχοντας ως γνώμονα το θέλημά Του. Αν Τον βλέπουμε ως δωρητή μίας μεταφυσικής αιωνιότητας την οποία δικαιούμαστε εγωκεντρικά ή αν Τον βλέπουμε ως τον βοηθό μας, ο Οποίος μας ενισχύει στην ελεύθερη διαχείριση της ζωής μας, δηλαδή σε ένα αίσθημα ευθύνης που μας ενηλικιώνει.
Όπως και να έχει, στους καιρούς μας δύσκολα παραδεχόμαστε ότι κάνουμε λάθος. Είναι ο εγωισμός μας που δεν θέλει να υποστεί καμία συνέπεια. Που πάντα θέλει να αποδίδει το φταίξιμο στους άλλους, κρυμμένος σε μία υποτιθέμενη τελειότητα. Εκπαιδευόμαστε ως τα αιώνια παιδιά, στα οποία όλα πρέπει να δικαιολογούνται. Πώς να αποδεχθούμε πάθη; Πώς να αναζητήσουμε αλήθεια, όταν το κριτήριο είναι ο εαυτός μας; Το βλέπουμε στις σχέσεις μας, από το σχολείο και την οικογένεια, ως την εργασία και την πολιτική. Το βλέπουμε στην Εκκλησία, όταν απουσιάζει η ταπείνωση.
«Έκανα λάθος». Θέλει γενναιότητα για το νέο ξεκίνημα. Χρέος μας να την χτίσουμε με την βοήθεια του Θεού και να την μοιραστούμε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 26 Σεπτεμβρίου 2018

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

Ὁ Πανηγυρικός Ἑσπερινός ἐπί τῇ 54ῃ ἐπετείῳ ἀπό τῆς Ἐπανακομιδῆς τῆς Τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου ἀπό τή Ρώμη, στήν Πάτρα.




Μέ λαμπρότητα καί κάθε ἐπισημότητα ἐτελέσθη τό Σάββατο 22.9.2018, ὁ Πανηγυρικός Ἑσπερινός στόν μεγαλοπρεπῆ καί κατάμεστο ἀπό πιστούς νέο Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου Πατρῶν, ἐπί τῇ 54ῃ ἐπετείῳ ἀπό τῆς Ἐπανακομιδῆς τῆς Τιμίας Κάρας τοῦ ἱερωτάτου Ἀποστόλου ἀπό τή Ρώμη, στήν Πάτρα.

Στόν πανηγυρικό Ἑσπερινό ἐχοροστάτησε ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Μεθώνης κ. Κλήμης, Ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, συγχοροστατούντων τῶν Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν: Διαυλείας κ. Ἀλεξίου, Γρεβενῶν κ. Δαυίδ, Πατρῶν κ. Χρυσοστόμου καί τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Κερνίτσης κ. Χρυσάνθου.

Τόν θεῖο λόγο ἐκήρυξε ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Μεθώνης κ. Κλήμης ὁ ὁποῖος ἀνεφέρθη στήν κλίση τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί στό διαχρονικό μήνυμα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου πρός τόν σύμπαντα κόσμο «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν».

Τούς Σεβασμιωτάτους Ἀρχιερεῖς εὐχαρίστησε ἐκ μέσης καρδίας ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος, εὐχόμενος εἰς αὐτούς τά δέοντα.



























ΓΙΑΤΙ Σ’ ΑΥΤΟΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΕ ΜΕΝΑ; (ΤΑ ΔΥΟ ΠΛΟΙΑ)


«Και είδε δύο πλοία εστώτα παρά την λίμνην... εμβάς δε εις έν των πλοίων, ό ην του Σίμωνος, ηρώτησεν αυτόν από της γης επαναγαγείν ολίγον, και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους» (Λουκ. 5, 2-3) «Είδε ο Ιησούς δύο ψαροκάικα στην άκρη της λίμνης... εκείνος ανέβηκε σε ένα από τα ψαροκάικα, αυτό που ήταν του Σίμωνα, και τον παρακάλεσε να τραβηχτεί λίγο από την ξηρά, κάθισε στο ψαροκάικο και απ’ αυτό δίδασκε τα πλήθη».

Αναρωτιόμαστε στην ζωή μας γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι χαρισματικοί και κάποιοι λιγότερο. Γιατί σε κάποιους δίνονται όλα τα αγαθά και σε κάποιους όχι. Γιατί ο Θεός απευθύνεται στον κόσμο μέσω κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων και όχι μέσω όλων. Μία απάντηση βρίσκεται στην εικόνα των δύο πλοίων, τα οποία στέκονταν στην όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ, μετά από μία βραδιά χωρίς άγρα ψαριών, μία βραδιά κόπου χωρίς αποτέλεσμα. Ο Χριστός ανεβαίνει στο ένα πλοίο, του Σίμωνος Πέτρου, και του ζητά να τραβηχτεί λίγο από την ξηρά, για να Τον βλέπει και να Τον το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί. Δεν επιλέγει το άλλο πλοίο το οποίο ανήκε στους υιούς Ζεβεδαίου, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο. Και οι τρεις θα γίνουν μαθητές Του. Θα τον ακολουθήσουν στον αγώνα του ευαγγελισμού των ανθρώπων. Θα Τον ακολουθήσουν μέχρι τέλους. Κι όμως εκείνη την στιγμή, διάλεξε το πλοίο του Πέτρου. Γιατί άραγε;
Οι άνθρωποι ζητούμε ορθολογικές απαντήσεις στην ζωή μας. Ψάχνουμε να βρούμε τι είναι δίκαιο και τι άδικο και μάλιστα, επειδή συχνά υπερεκτιμούμε τις δυνατότητές μας συγκρίνοντάς τες με αυτές των άλλων, παραπονιόμαστε, είτε εντός μας είτε ενώπιον τω άλλων. Και όντως μπορεί να υπάρχουν απαντήσεις στην καθημερινότητα της ζωής μας, οι οποίες αποτυπώνουν και τον τρόπο με τον οποίο άλλοι κερδίζουν ή άλλοι δεν γνωρίζουν πώς να κερδίσουν. Εξυπνάδα, συγκυρίες, χαρισματικότητα, μακιαβελισμός, έξυπνες συμμαχίες, κολακεία, κάποτε αυτό που ονομάζουμε «αρπάζω την ευκαιρία από τα μαλλιά». Δεν έχει σημασία πόσο αξίζει κάποιος ή όχι. Σημασία έχει να βρεθεί στην σωστή πλευρά, στην σωστή ώρα, στο σωστό περιβάλλον. Αν γεννηθεί κάποιος πλούσιος, θα έχει δυνατότητες που ένας φτωχός δεν μπορεί να έχει. Συχνά, βεβαίως, και πειρασμούς και κενά, αλλά αυτό δεν φαίνεται σε όσους έχουν μάθει να αιτιολογούν τα πάντα με βάση την όψη τους.
Στην σχέση μας όμως με τον Θεό δεν υπάρχουν τέτοιες απαντήσεις, διότι αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε ο Θεός θα ήταν όντως άδικος και θα υπήρχαν άνθρωποι προορισμένοι και άνθρωποι εγκαταλελειμμένοι. Μπορεί ο Χριστός να ανέβηκε στο πλοίο του Πέτρου, μπορεί η πρόσκλησή του να ήταν ο Πέτρος να ξαναρίξει τα δίχτυα, ωστόσο η ψαριά ήτα και για τα δύο πλοία. Δεν άφησε ο Χριστός τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο παραπονεμένους. Και το δικό τους πλοίο γέμισε, με αποτέλεσμα να κινδυνεύσουν και τα δύο να βουλιάξουν από το πλήθος των ιχθύων. Ο Πέτρος ήταν ο πιο δυναμικός. Είχε μεγαλύτερη επίγνωση εκείνη την στιγμή. Όμως ο Χριστός δίνει με άλλον τρόπο, την ευκαιρία και στον Ιωάννη και στον Ιάκωβο να γίνουν αλιείς ανθρώπων.
Εδώ είναι το κλειδί. Όντας άνθρωποι εγωκεντρικοί, παραπονιόμαστε για την ζωή, για τις ευκαιρίες, συγκρίνοντας συνεχώς τον εαυτό μας με τους άλλους. Ζηλεύουμε, κινητοποιούμαστε ή κάποτε παραιτούμαστε, όταν διαπιστώνουμε ότι δεν μας βγαίνει αυτό που ζητάμε. Όμως ο Χριστός έχει για όλους. Εμπιστοσύνη χρειάζεται. Όχι βιαστική κρίση, θλίψη, απόρριψη. Εκείνος γνωρίζει σε ποιο χρόνο, άμεσο ή μακροπρόθεσμο, θα μας δώσει ό,τι αληθινά χρειαζόμαστε και ό,τι αληθινά καλούμαστε να γίνουμε. Οι μαθητές πάλευαν για να αλιεύσουν ιχθείς. Ήταν η εργασία τους. Κάποτε, όπως το πρωινό εκείνο, ένιωθαν ότι μάταια είχαν κουραστεί. Δεν ήταν όμως πλέον οι άλογοι ιχθείς που τους χρειάζονταν για να έχει η ζωή τους νόημα, αλλά η συμμετοχή τους στην συντροφιά του Κυρίου Ιησού. Μπορεί να μην το γνώριζαν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Βλέποντας όμως ότι η γενναιοδωρία του Χριστού είναι για όλους, κατενόησαν ότι τελικά άλλη ήταν η κλήση τους, άλλο το νόημα της ζωής τους.
«Γιατί σ’ αυτόν/ήν και όχι σε μένα;» ένα ερώτημα που συχνά θέτουμε, έτοιμοι να παραπονεθούμε, να κατακρίνουμε, να μοιρολατρήσουμε. Η απάντηση είναι η έμπονη προσπάθεια για ό,τι κρίνουμε πως μας χρειάζεται, κυρίως όμως η εμπιστοσύνη στον Θεό και το θέλημά Του. Μετά από μία κουραστική νύχτα στις περιστάσεις της ζωής, αν είμαστε ακόμη διαθέσιμοι, Το Θεανδρικό Του Πρόσωπο μας επισκέπτεται και μας καλεί. Από το να Του επιτρέψουμε να μπει στην ζωή μας, για να μιλήσει μέσα από τα ασήμαντα, όπως είναι ένα πλοίο για την σωτηρία του κόσμου, μέχρι το να καλυφθούν με αφθονία οι υλικές μας ανάγκες, να υλοποιηθούν οι στόχοι που είναι σύμφωνοι με το Ευαγγέλιο, αλλά κυρίως να είμαστε μαζί Του, στην συντροφιά της Εκκλησίας, για να συναντηθούμε με τους άλλους, όπως μπορούμε και όπως μας φωτίζει, στην οδό της Βασιλείας.

Κέρκυρα, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Απόστολος Και Το Ευαγγέλιο Της Κυριακής 23 Σεπτεμβρίου 2018, Α’ Λουκά

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 23 Σεπτεμβρίου 2018, Α’ Λουκά η θαυμαστή αλιεία και οι πρώτοι μαθητές, όπως θα ακουστούν αύριο στην Εκκλησία και με απόδοση στα Νέα Ελληνικά.
Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ αΛΟΥΚΆ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Τοῦ Προδρόμου: Γαλ. δ΄ 22-27

Ἀδελφοί, Ἀβραὰμ δύο υἱοὺς ἔσχεν, ἕνα ἐκ τῆς παιδίσκης καὶ ἕνα ἐκ τῆς ἐλευθέρας. ἀλλ’ ὁ μὲν ἐκ τῆς παιδίσκης κατὰ σάρκα γεγέννηται, ὁ δὲ ἐκ τῆς ἐλευθέρας διὰ τῆς ἐπαγγελίας. ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα. αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι, μία μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς δουλείαν γεννῶσα, ἥτις ἐστὶν Ἄγαρ· τὸ γὰρ Ἄγαρ Σινᾶ ὄρος ἐστὶν ἐν τῇ Ἀραβίᾳ, συστοιχεῖ δὲ τῇ νῦν Ἱερουσαλήμ, δουλεύει δὲ μετὰ τῶν τέκνων αὐτῆς· ἡ δὲ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν. γέγραπται γάρ· εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ρῆξον καὶ βόησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική

Εἶναι γραμμένον, ὅτι ὁ Ἀβραὰμ εἶχε δύο υἱούς, ἕνα ἀπὸ τὴν δούλην του καὶ ἕνα ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν. Ἀλλ’ ὁ υἱὸς τῆς δούλης ἐγεννήθηκε κατὰ τὸν φυσικὸν νόμον, ἐνῷ τῆς ἐλευθέρας ἐγεννήθηκε δυνάμει τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ. Αὐτὰ εἶναι ἀλληγορικά. Αἱ δύο αὐταὶ γυναῖκες εἶναι εἱ δύο διαθῆκαι, ἡ μία ἡ ὁποία προῆλθε ἀπὸ τὸ ὄρος Σινᾶ καὶ γεννᾶ παιδιὰ διὰ δουλείαν· αὐτὴ εἶναι ἡ Ἄγαρ, – διότι ἡ λέξις Ἄγαρ σημαίνει τὸ ὄρος Σινᾶ εἰς τὴν Ἀραβίαν – ἀντιστοιχεῖ δὲ εἰς τὴν σημερινὴν Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία εἶναι δούλη μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της. Ἡ ἄνω ὅμως Ἱερουσαλὴμ εἶναι ἐλευθέρα, καὶ αὐτὴ εἶναι μητέρα ὅλων μας, διότι εἶναι γραμμένον, Νὰ εὐφρανθῇς ἐσὺ ἡ στεῖρα, ποὺ δὲν γεννᾶς. Βγάλε φωνὴν καὶ φώναξε ἐσύ, ποὺ δὲν κοιλοπονᾶς, διότι θὰ ἔχῃ περισσότερα παιδιὰ ἡ ἐγκαταλειφθεῖσα παρὰ ἐκείνη ποὺ ἔχει ἄνδρα.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Κατά Λουκάν (ε΄ 1-11)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἑστὼς ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. Ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους.
Ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. Καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά.
Ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. Καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν.
Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική

Τον καιρό ἐκείνο, καθώς στεκόταν ὁ Ἰησοῦς κοντὰ εἰς τὴν λίμνην τῆς Γεννησαρέτ, εἶδε δύο πλοιάρια κοντὰ εἰς τὴν λίμνην, ἀλλ’ οἱ ψαράδες εἶχαν βγῆ καὶ ἔπλεναν τὰ δίχτυα. Ἐμπῆκε εἰς ἕνα ἀπὸ τὰ πλοιάρια τὸ ὁποῖον ἀνῆκε εἰς τὸν Σίμωνα καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ ἀπομακρυνθῇ λίγο ἀπὸ τὴν ξηράν. Τότε ἐκάθησε καὶ ἐδίδασκε τὰ πλήθη ἀπὸ τὸ πλοιάριον.
Μόλις ἔπαυσε νὰ μιλῇ, εἶπε εἰς τὸν Σίμωνα, «Πήγαινε εἰς τὰ βαθειὰ καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα σας για ψάρεμα». Καὶ ὁ Σίμων ἀπεκρίθη, «Διδάσκαλε, ὅλην τὴν νύχτα ἐκοπιάσαμε χωρὶς νὰ πιάσωμε τίποτε. Ἀλλ’ ἐπειδὴ σὺ τὸ λές, θὰ ρίξω τὸ δίχτυ». Ὅταν τὸ ἔκαναν, ἔπιασαν πολλὰ ψάρια, καὶ τὸ δίχτυ τους ἄρχισε νὰ σχίζεται. Καὶ ἔκαναν νεύματα εἰς τοὺς συντρόφους των ποὺ ἦσαν εἰς τὸ ἄλλο πλοιάριον, νὰ ἔλθουν νὰ τοὺς βοηθήσουν· καὶ ἦλθαν καὶ ἐγέμισαν καὶ τὰ δύο πλοιάρια, ὥστε νὰ κινδυνεύουν νὰ βυθισθοῦν. Ὅταν ὁ Σίμων Πέτρος εἶδε τί ἔγινε, ἔπεσε εἰς τὰ γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἶπε, «Φύγε ἀπ’ ἐδῶ, Κύριε, διότι εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός». Αὐτὸ τὸ εἶπε διότι ἐξεπλάγη καὶ αὐτὸς καὶ ὅλοι ὅσοι ἦσαν μαζί του μὲ τὰ ψάρια ποὺ ἔπιασαν, ἐπίσης καὶ ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνεταῖροι τοῦ Σίμωνος. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν Σίμωνα, «Μὴ φοβᾶσαι· ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ πιάνῃς ἀνθρώπους».

Καὶ ὅταν ἔφεραν τὰ πλοιάρια εἰς τὴν ξηράν, τὰ ἄφησαν ὅλα καὶ τὸν ἀκολούθησαν.



Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 23 Σεπτεμβρίου 2018, Α’ Λουκά

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΕΠΟΜΠΗ "ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΖΩΗΣ" ΜΕ ΤΟΥΣ π. ΔΗΜ. ΚΟΣΚΙΝΑ & π. ΔΗΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ



Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

ΕΝΑ ΠΡΟΤΥΠΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ


Τα πρότυπα των καιρών μας είναι συνήθως ατομοκεντρικά. Ένας που ξεχώρισε για κάποια καλή πράξη ή για επιδόσεις στον αθλητισμό, ο επιστήμονας που έκανε μία ξεχωριστή ανακάλυψη, ένα μοντέλο, μία διασημότητα των ΜΜΕ, ένα ίνδαλμα ηθοποιΐας. Ως συλλογικά πρότυπα παρουσιάζονται αθλητικές ομάδες που κατακτούν ένα πρωτάθλημα ή διασώστες άλλων ανθρώπων σε περιόδους κρίσης. Στην εκκλησιαστική μας παράδοση όμως διαβλέπουμε και πρότυπα που έχουν να κάνουν με έναν θεσμό συλλογικό, όχι όμως πρώτης προτεραιότητας για τα δεδομένα του πολιτισμού μας. Υπάρχουν οικογένειες που δείχνουν ότι όταν η πίστη στον Χριστό είναι το κέντρο της ύπαρξης, τότε όλα τα μέλη γίνονται ένα και σφυρηλατούν σχέσεις που δεν νικιούνται από τον χρόνο και τις δοκιμασίες της ζωής.
Τέτοια οικογένεια ήταν αυτή του Αγίου μεγαλομάρτυρος Ευσταθίου. Την μνήμη του, της συζύγου του Θεοπίστης και των γιών τους Αγαπίου και Θεοπίστου γιορτάζουμε στις 20 Σεπτεμβρίου. Το συναξάρι τους μας δείχνει ότι όταν ο σύζυγος βρήκε την αλήθεια της πίστης, η σύζυγος και τα παιδιά τον εμπιστεύθηκαν. Τον ακολούθησαν στην φτώχεια και τις δοκιμασίες. Δεν έπαψαν να στηρίζονται στον Χριστό, ακόμη κι αν χωρίστηκαν εξαιτίας των περιστάσεων της ζωής. Και όταν βρέθηκαν ξανά, η ωριμότητα της αγάπης του αγίου οδήγησε στην σταδιακή αποκάλυψη της ταυτότητας όλων. Κι ενώ θα μπορούσαν να απολαύσουν την προτέρα δόξα, προτίμησαν να παραμείνουν πιστοί στον Χριστό και να μαρτυρήσουν στα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού (117-138 μ.Χ.), όντας αγκαλιασμένοι στην πυρά!
Δεν είναι μία ρομαντική ιστορία η ζωή της οικογένειας του αγίου Ευσταθίου. Είναι και ένα σημάδι για το πώς η σύγχρονη οικογένεια μπορεί να βρει ταυτότητα και προσανατολισμό. Η πίστη στον Χριστό δεν θεωρείται κλειδί σήμερα για να υπάρξει μία σχέση που θα διαρκέσει ανάμεσα στον άντρα και την γυναίκα. Τα χρήματα, η ηδονή, τα κοινά συμφέροντα, η αίσθηση ότι η οικογένεια υπάρχει ως θεσμός για να αποφύγουμε την μοναξιά και να κάνουμε παιδιά ή για την κοινωνική αποδοχή οδηγούν τους ανθρώπους στο να καθυστερούν όσο περισσότερο γίνεται τον γάμο. Η ανασφάλεια ότι ο άλλος δεν θα μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες του «εγώ» μας, όπως επίσης και το αίσθημα ότι ο γάμος είναι πλήξη, διότι μας στερεί την ελευθερία, ενώ η πίστη στον Χριστό περιορίζεται στην συνήθεια της παράδοσης, χωρίς να συμβάλλει στην καθημερινή μεταμόρφωση των προσώπων, στερούν από την προσωπικότητά μας την αποφασιστικότητα να κρατήσει ζωντανή την ομορφιά της σχέσης και να μην παρασυρθεί από πειρασμούς.
Παραδείγματα όπως αυτά της οικογένειας του αγίου Ευσταθίου μας δείχνουν ότι η πίστη ανατροφοδοτεί τις καρδιές των μελών της οικογένειας όχι με το αίσθημα του καθήκοντος, του «πρέπει», αλλά με την δύναμη της αγάπης η οποία κάνει τον άνθρωπο να αναπνέει. Να μην φοβάται σταυρούς. Να ξεκινά από την αρχή κάθε μέρα για να βρει την χαρά και την ενότητα. Να αφήνει πίσω τον γογγυσμό για την αμαρτία του άλλου και να βλέπει με καθαρά μάτια τις δικές του ανεπάρκειες, ζητώντας συγγνώμη και συγχωρώντας. Και η πίστη καθιστά τον Χριστό παρόντα τόσο στην ζωή του ζευγαριού όσο και στην σχέση με τα παιδιά, δίνοντας τις αρχές και το βίωμα της εκκλησιαστικής ζωής, στην οποία η οικογένεια βρίσκει αληθινό στήριγμα.
Πρότυπα συλλογικότητας που δίνουν νόημα αιωνιότητας, αυτά χρειαζόμαστε!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 19 Σεπτεμβρίου 2018

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

O Άγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως σχολιάζοντας την Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας,

Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνα αγίου νεκταρίου

Ο άνθρωπος, πλασμένος για να εικονίζει μικρογραφικώς επί της γης την απειρομεγέθη εικόνα του Θείου Δημιουργού, ήταν απαραίτητο να είναι προικισμένος με τις ιδιότητες του Θεού, ώστε να έχει την αναφορά του σ’ Αυτόν.

Ως εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος έπρεπε να είναι oν αυτοσυνείδητον, ελεύθερον και αυτεξούσιον, διότι oν χωρίς συνείδηση της υπάρξεώς του, χωρίς ελευθερία, χωρίς εξουσίαν επί του εαυτού του, είναι ανάξιο της υψηλής αυτής κλήσεως, του υψηλού αυτού προορισμού που του επεφύλαξε η μεγάλη βουλή του Θείου Δημιουργού. Η ελευθερία άρα του ανθρώπου είναι αναγκαία συνέπεια της μεγάλης αποστολής του, της διαπλάσεώς του και της παρουσίας του μέσα στον κόσμο, και επομένως προσόν αναγκαίον και σεβαστόν. Χωρίς την ελευθερίαν ο άνθρωπος θα ήταν ισότιμος με τα λοιπά ζώα, η δουλεία θα υπέτασσε τις ενέργειές του, και θα οδηγούσε τις σκέψεις του μέσα σε έναν περιορισμένον κύκλον, όπου θα περιεστρέφετο.

Οι ιδέες του καλού και του αγαθού θα ήσαν άγνωστοι σ’ αυτόν, θα αγνοούσε τι είναι αισχρόν, τι κακόν, τι ψευδές, και δεν θα είχε εξουσίαν αυτενεργείας, δυνατότητα να εξέλθει από τον περιορισμένον κύκλο των εμφύτων ορμών. Η άγνοια του καλού, του αγαθού, του αληθινού θα καθιστούσε τον άνθρωπον ένα oν ανήθικον, θα διέγραφε την ηθικήν ως λέξιν εστερημένην νοήματος, αφού οι πράξεις του θα ήσαν ηθικώς αδιάφοροι, και γι’ αυτό, αχαρακτήριστοι.

Η αδιαφορία αυτή και ομοιότης του χαρακτήρος των πράξεων δεν θα διήγειρε καμμίαν αίσθησιν ή εντύπωσι στον νου και στην καρδία του ανθρώπου· η έλλειψις αυτή θα καθι­στούσε την μεν καρδίαν ασυνείδητον, τον δε νου νωθρό και αδρανή· η ασυνειδησία και η νωθρότης θα επέπιπταν ως σκιερά νέφη και θα εκάλυπταν την θαυμαστήν εικόνα του θείου Δημιουργού, που τόσο λαμπρώς και θαυμασίως εκαλλιτεχνήθη από το δημιουργικόν του χέρι, στην οποία διαλάμπει η αγαθότης, η σοφία και η δύναμίς του και θα τον ημπόδιζαν να ιδή και να γνωρίση τον Πλάστην του και Δημιουργόν του σύμπαντος. Θα αγνοούσε τον Θεόν και τα θεία ιδιώματά του και έτσι η δημιουργία ουδέποτε θα εδόξαζε, θα υμνούσε, θα έψαλλε και θα ευχαριστούσε με επίγνωσι και συνείδησι τον Θεόν.

Ο άνθρωπος επλάσθη για να εικονίζει τον Θεόν επί της γης. Ο Θεός τον έκαμεν oν νοερόν και αυτεξούσιον για να πράττει το θέλημα Αυτού, το οποίον έγραψε μέσα στην καρδίαν του, και το κατέστησε και ιδικόν του θέλημα. Σκοπός της διαπλάσεώς του ήταν να γνωρίσει η δημιουργία τον Θεόν. Επλάσθη λοιπόν για να γνωρίσει τον Πλάστην και Δημιουργόν του, επλάσθη για να υψούται προς τον Θεόν, για να δοξάζει τον Θεόν· επλάσθη με σκοπόν η δημιουργηθείσα κτίσις να αινή ενσυνειδήτως τον θείον Δημιουργόν της. Το αυτεξούσιόν του λοιπόν, το νοερόν και το ηθικώς ελεύθερον, του εδόθησαν για να εκπληρώνει τον μέγα προορισμόν του, την μεγάλην αποστολή του, να συνδέει την γη με τον Ουρανό και να μην αποκλίνει δεξιά ή αριστερά, αλλά να βαδίζει την ευθείαν οδό, πράττοντας μόνο το αγαθόν, το εγγεγραμμένον στην καρδία του, το οποίον και αυτός ορμεμφύτως αγαπά. Διότι αλλιώς, εάν αποκλίνει από τον προορισμό του, γίνεται ανελεύθερος και «εξομοιούται τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις» (Ψαλμ. μη’ 12, 20). Ο άνθρωπος είναι αληθώς ελεύθερος πριν απομακρυνθεί από το αγαθόν, και ενόσω συνταυτίζει την θέλησή του προς το θέλημα του Θεού. Όμως ευθύς ως αποκλίνει από την ευθείαν, αποβαίνει όντως ανελεύθερος, η ελευθερία του πλέον είναι ψευδής επίδειξις ψευδούς ελευθερίας.

Η ελευθερία του ανθρώπου, όταν υποτάσσεται στον νόμο του Θεού, δεν περιορίζεται, διότι Αυτός, ως θείος, είναι άπειρος, το δε άπειρον όχι μόνον δεν περιορίζει την ελευθερία, αλλά την συνεκτείνει και την συναυξάνει, όταν ο άνθρωπος τον ακολουθεί. Αιτιολογώντας το καθήκον που έχει ο άνθρωπος να ακολουθεί το θέλημα του Θεού, ο φιλόσοφος και μάρτυς Ιουστίνος μας συμβουλεύει:

«Ο Θεός εποίησε τον άνθρωπον ελεύθερον και αυτεξούσιον, ώστε αυτό που από ιδικήν του υπαιτιότητα έχασε, με την αμέλεια και την παρακοήν του, να του το δωρίσει πάλιν ο Θεός διά φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, εάν ο άνθρωπος υπακούσει σ’ Αυτόν. Όπως δηλαδή ο άνθρωπος παρήκουσε και επέφερε στον εαυτόν του τον θάνατον, έτσι και εάν υπακούσει στο θέλημα του Θεού, ημπορεί να κερδίσει την αιώνιο ζωή. Διότι ο Θεός μας έδωσε εντολές άγιες, τις οποίες όποιος τηρήσει ημπορεί να σωθεί, και επιτυγχάνοντας την ανάσταση, να κληρονομήσει την αφθαρσίαν». Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγον ο άνθρωπος οφείλει να φυλάττει με ευλάβεια τον νόμο του Θεού, και να πράττει το θέλημα Αυτού, διότι ως εικόνα του Θεού είναι υποχρεωμένος να εκπληρώνει τον σκοπόν της επί γης αποστολής του. Αλλιώς μέλλει να κατακριθεί ως παραβάτης των καθηκόντων του, επειδή ελησμόνησε την αποστολήν του, και εξ αιτίας της αμελείας του έκαμε κακήν χρήσιν του αυτεξουσίου, και παρεδόθη στα πάθη και τις επιθυμίες.

Το αυτεξούσιον του ανθρώπου είναι βεβαίως ανεπηρέαστον· ο βαθμός της ελευθερίας αυτού καταδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίον ο Κύριος τον προσκαλεί: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν…». Ο Σωτήρ καλεί τον άνθρωπον οπίσω του και τον αφήνει ελεύθερον να αποφασίση περί του σπουδαιότατου τούτου ζητήματος, να τον ακολουθήση ή να πάρη τον ιδικόν του δρόμο. Ήλθε για να σώση τον άνθρωπο και όμως δεν παραβιάζει το αυτεξούσιον αυτού. Τον προσκαλεί να λάβη ενεργόν μέρος στην σωτηρίαν του και όμως δεν επηρεάζει καθόλου το αυτεξούσιον αυτού.
Από την μελέτη της ιστορίας της απολυτρώσεως βλέπουμε τον Υιόν του Θεού γινόμενον άνθρωπον υπέρ της σωτηρίας του ανθρώ­που, πορευόμενον προς το εκούσιον Πάθος με σκοπόν να «άρη την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιω. α’, 29), να βαστάση τους μώλωπες τους ιδικούς μας, να εκπληρώση το μέγα μυστήριον της Οικονομίας και να συμφιλιώση τον άνθρωπον με τον Θεόν, και εν τούτοις δεν παραβιάζει καθό­λου το αυτεξούσιον του ανθρώπου. Ιδού η κεκλεισμένη πύλη του Παραδείσου ανοίγεται και η πυρίνη ρομφαία, η οποία φυλάττει την είσοδον αυτού, απομακρύνεται και η φωνή του Δεσπότου προσκα­λεί τον άνθρωπο, που ήταν πριν αποκλεισμένος, να εισέλθη δια μέ­σου αυτής στον τόπο της καταπαύσεως· αυτός όμως αφήνεται ελεύθερος, αν θέλη να εισέλθη ή όχι.

Η επίσημος αναγνώρισις της ελευθερίας μας εκ μέρους του Σωτήρος, μας διδάσκει ότι η σωτηρία μας δεν πραγματούται μόνον από την απόλυτον ενέργεια της χάριτος του Θεού, αλλά και από την συγκατάθεση και την σύγχρονον ενέργεια του ανθρώπου. Περί της αναγκαιότητος αυτής ιδού τι λέγουν οι σοφοί Πατέρες της Εκκλησίας· ο θείος Χρυσόστομος λέγει: «η χάρις, μολονότι είναι χάρις, σώζει όσους το θέλουν», και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει:

«Η σωτηρία πρέπει να προέλθει από την συνεργασία την ιδική μας με τον Θεόν». Ο δε Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγει: «Όταν οι ψυχές το θέλουν, αποστέλλει και ο Θεός το Πνεύμα, αν όμως λείψει η προθυμία, συστέλλεται και το εκ Θεού Πνεύμα». Αλλά και ο ιερός Ιουστίνος λέγει: «Ο Θεός, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο χωρίς τον άνθρωπον, αδυνατεί να σώσει τον άνθρωπο χωρίς αυτός να το θελήσει». Αρα διδασκόμεθα ρητώς και σαφώς ότι οι παράγοντες της σωτηρίας είναι δύο: πρώτον η ελευθέρα θέλησις του ανθρώπου, και δεύτερον η χάρις του Θεού.

Επειδή όμως ο άνθρωπος είναι ον υλοπνευματικόν, μέσα του εμφανίζονται δύο θελήσεις με την ιδίαν μορφήν, ως ενδόμυχος έκφρασις του ενιαίου προσώπου, το οποίον θέλει να απολαύσει κάποιο πράγμα. Και μολονότι ως προς την μορφήν οι δύο θελήσεις του δεν διακρίνονται μεταξύ τους, διαφέρουν όμως πολύ εξ αιτίας της διαφοράς των υποστάσεων από τις οποίες λαμβάνουν την αρχή. Διότι το πνεύμα επιθυμεί τα του πνεύματος, η δε σάρξ τα της σαρκός. Γι’ αυτό η μία θέλησις εκφράζει το φρόνημα του πνεύματος, ενώ η άλλη το φρόνημα της σαρκός. Η αντίθεσις των φρονημάτων γεννά αμοιβαίαν αντίσταση και σφοδράν διαπάλη, κατά την οποίαν η κάθε μία ζητεί να υπερισχύσει και να επιβάλει την ιδικήν της εξουσία. Στον αγώνα αυτόν, ο μεν έσω άνθρωπος επιθυμεί την νίκη του πνεύματος, ο δε έξω την νίκη του φρονήματος της σαρκός, το οποίον είναι θάνατος. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος λέγει:

«το μεν φρόνημα της σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρήνη» (Ρωμ. η’, 6). Όθεν σαρξ και πνεύμα πολεμούν μεταξύ τους· γι’ αυτό και ο Παύλος λέγει «η γαρ σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος και το πνεύμα κατά της σαρκός» (Γαλ., ε’, 17)· και «το μεν φρόνημα της σαρκός» είναι «έχθρα προς τον Θεόν τω γαρ νόμω του Θεού ουχ υποτάσσεται· ουδέ γαρ δύναται… το δε φρόνημα του Πνεύματος κατά Θεόν εντυγχάνει υπέρ αγίων (μεσιτεύει υπέρ των χριστιανών)» (Ρωμ. η’, 7 και 27).

Για την συνύπαρξιν αυτή των δύο φρονημάτων και την φυσικήν συμπάθεια του ανθρώπου προς το φρόνημα του πνεύματος, ιδού τι λέγει ο Απόστολος Παύλος· «συνήδομαι γαρ τω νόμω του Θεού κατά τον έσω άνθρωπον (με ευχαριστεί πάρα πολύ)· βλέπω δε έτε­ρον νόμον εν τοις μέλεσί μου, αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με τω νόμω της αμαρτίας τω όντι εν τοις μέ­λεσί μου» (Ρωμ. ζ’ 22-23). Αρα ο άνθρωπος εκ φύσεως δέχεται τον νόμο του Θεού, διότι με αυτόν τον νόμον ευχαριστείται ο έσω άνθρωπος, επειδή είναι ο νόμος ο ιδικός του, ο νόμος του νοός του· η δε θέλησις που εκφράζει το φρόνημα του πνεύματος, είναι η αληθής θέλησις του ανθρώπου, επειδή αυτή είναι σύμφωνος με τον νόμο του νοός του, τον σύμμορφον προς τον νόμο του Θεού, ο οποίος ευχαριστεί τον έσω άνθρωπον. Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει: «το αγαθόν είναι εκ φύσεως εραστόν και επιθυμητόν, φυσικώς πάντοτε αυτό επιθυμούμε. Κακόν δε είναι η παρά φύσιν επιθυμία, όταν επιθυμούμε κάτι διαφορετικόν από το εκ φύσεως επιθυμητόν».
Αλλά μολονότι η αληθής θέλησις είναι η θέλησις του πνεύματος, η επιθυμία δηλαδή του αγαθού, που είναι το φύσει επιθυμητόν, παραταύτα πολλές φορές αδυνατεί να υπερισχύση της αντιστάσεως της θελήσεως της σαρκός για τον λόγο που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος· δια «τον νόμον της σαρκός, τον αιχμαλωτίζοντα τω νόμω της αμαρτίας». Για την επίδρασιν αυτήν του νόμου της σαρκός ο Απόστολος λέγει· «το θέλειν παράκειταί μοι (είναι στο χέρι μου), το δε κατεργάζεσθαι το καλόν ουχ ευρίσκω· ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ’ ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω» (Ρωμ. ζ’, 20). Διότι ο έσω άνθρωπος θέλει μεν και επιθυμεί το αγαθόν ως οικείον, επιθυμητόν, ως συμφυές αγαθόν, ως ιδικόν του νόμον, αλλ’ ο νόμος της σαρκός, ο νόμος της αμαρτίας αντιστρατεύεται προς τις ενέργειες της αληθούς ελευθε­ρίας μας και παρεμποδίζει την εμφάνισι του αγαθού και μας υπαγο­ρεύει την εργασία του κακού· γι’ αυτό στην συνέχεια λέγει ο Από­στολος· «ει δε ο ου θέλω εγώ τούτο ποιώ, ουκ έτι εγώ κατεργάζομαι αυτό, αλλ’ η οικούσα εν εμοί αμαρτία». Ώστε όντως το μεν αγαθόν είναι νόμος συμφυής και αληθής θέλησις του ανθρώπου, το δε κακόν είναι νόμος ετεροφυής, είναι κάτι το οποίον δεν έχει δημιουργηθή και είναι αντίθετο προς την αληθή θέλησι του ανθρώπου. Επομένως όταν ο άνθρωπος εργάζεται το αγαθόν, εργάζεταιελευθέρως και συμφώνως προς την θέλησι του έσω ανθρώπου και είναι αληθώς ελεύθερος· όταν όμως εργάζεται το κακόν, εργάζεται ανελευθέρως, διότι έχει υποταγή στον νόμο της αμαρτίας και είναι ανελεύθερος και δούλος της αμαρτίας. Συμφώνως προς τα ανωτέρω ελεύθερος είναι όποιος πράττει το αγαθόν, δούλος δε όποιος πράττει το κακόν· και αληθής μεν ελευθερία είναι η κυριαρχία του φρονήματος του πνεύματος η εργαζομένη το αγαθόν, ψευδής δε ελευθερία είναι η επικράτησις του φρονήματος της σαρκός, της κατεργαζομένης τα πονηρά.

Χαρακτηριστικόν της αληθούς ελευθερίας, δηλαδή της αληθούς ελευθέρας θελήσεώς μας, είναι η αγάπη του αγαθού, του καλού, του αληθούς, και η επίμονος παραμονή σ’ αυτήν την αγάπη. Ο έρως προς το αγαθόν είναι η έκφρασις του έσω ανθρώπου, του πνευματικού ανθρώπου, και η εξωτερίκευσις του αισθήματος που τον πλημμυρίζει. Ο έρως αυτός γεννάται από την ταυτότητα των υπαγορεύσεων της καρδίας, με τις υπαγορεύσεις του Θείου νόμου, ο οποίος έχει εγγραφεί μέσα στις καρδιές μας. Αυτό υπαινίσσεται και η Αγία Γραφή, όταν λέγει ότι ο Θείος νόμος εδόθη γραπτός μέσα στην καρδία του ανθρώπου (Ρωμ. β’ 14-15). Διότι ο Θεός διέπλασσε την καρδίαν ως έδραν της αγάπης του αγαθού· γι’ αυτό και εκ φύσεως αγαπά, ποθεί και ζητεί το αγαθόν και πώς ήταν δυνατόν να γίνη διαφορετικά, αφού η πρώτη εντύπωσις την οποίαν έλαβεν, ήταν η όψις του αγαθού, του άκρου αγαθού; Ναι· ήταν αδύνατον να γίνη διαφορετικά, διότι το αγαθόν άφησε στην καρδία τις πρώτες εντυπώσεις, τις οποίες εχάραξε βαθύτατα μέσα της και γι’ αυτό θα είναι αιώνιοι. Η αγάπη αυτή, η επιπόθησις και η επιζήτησις του θείου νόμου είναι που κά­νει τον Απόστολο Παύλο να ονομάζη τον νόμο που είναι γραμμένος μέσα στην καρδία νόμο του νοός τουκαι να τον ταυτίζη με τον νόμο του Θεού.

Η γνώσις αυτή του χαρακτήρος της αληθούς μας θελήσεως μας καθιστά ικανούς να διαφυλάξωμε ανεπηρέαστον την εσωτερικήν μας ελευθερία και να ζήσωμε αληθώς ελεύθεροι· και αληθώς ελεύθε­ρος είναι όποιος διανοείται, θέλει και πράττει ελευθέρως. Χαρακτη­ριστικά της εσωτερικής ελευθερίας είναι η ηθική ανεξαρτησία, η αγαθότης, η αγνεία, η σεμνοπρέπεια, η ανδρεία, η ισχύς, το αήττητον, το ανένδοτον, το αυτοκρατορικόν και το αυτεξούσιον. Ο εσωτε­ρικώς ελεύθερος άνθρωπος κοσμείται με όλες τις αρετές· η ευσέβεια, η δικαιοσύνη, η αλήθεια και η σύνεσις τον καταστέφουν με στεφά­νους πλεγμένους με άνθη αμάραντα· ζώντας επάνω στην γην εικονί­ζει την εικόνα του θείου Δημιουργού του, το κάλλος της οποίας φέ­ρει μέσα του· η πορεία του είναι ευθεία, το πολίτευμά του στον ου­ρανό· ανυψώνεται από τα γήινα και γίνεται αιθέριος και ουρανοβάμων· και, συνενούμενος με τον χορόν των αγγέλων υμνεί τον Θεόν, τον ποιητήν και πλάστην του. Ο εσωτερικώς ανελεύθερος όμως άνθρωπος είναι πράγματι ανελεύθερος· διότι εάν η ηθική εξάρτησις είναι ηθική δουλεία, η δε ηθική δουλεία είναι ανελευθερία, έπεται ότι ο ηθικά, ο εσωτερικά δηλαδή ανελεύθερος άνθρωπος είναι πράγματι ανελεύθερος και δούλος του νόμου της αμαρτίας, αδύνα­τος να δραστηριοποιηθή προς κάποιο αγαθόν, υπαγορευόμενον από την αληθή εσωτερικήν του θέλησι.Αυτό που πράττει είναι σύμφωνο με την θέλησι και το φρόνημα της σαρκός και όχι προς την αληθή, εσωτερικήν του θέλησι. Η ψευδής αυτή ελευθέρα θέλησις ημπορεί να εξαπατήση και να παραπλανήση πολλούς επιπόλαιους ερευνητάς και να τους φέρη στην απώλεια. Τους πείθει πολλές φορές να δέχωνται τις προσταγές της, οι οποίες απορρέουν από τα ποικίλα πάθη και τις επιθυμίες της, ως υπαγορεύσεις της αληθούς ελευθέρας θελή­σεώς των και ως εκφράσεις του έσω ανθρώπου, της πνευματικής δη­λαδή φύσεως. Ο ανελεύθερος εσωτερικά άνθρωπος μολύνει την εικόνα του Θεού και «άνθρωπος ων εν τιμή, εξομοιούται τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις» (Ψαλμ. μη’ 12, 20), ατιμάζεται, ταπεινώνεται και διαφθείρεται.

Χαρακτηριστικόν της ψευδούς ελευθερίας είναι η αγάπη του νό­μου της αμαρτίας, η ηθική εξάρτησις, η ηθική αιχμαλωσία, η κακία, η ενοχή, η υπερηφάνεια, η αλαζονεία, η αναίδεια, η δειλία, το θρά­σος, η ανανδρία, η ήττα, η εξαχρείωσις, η ασέβεια, η αδικία, το ψεύδος, η ασυνεσία και οι λοιπές κακίες οι οποίες κατακηλιδώνουν και εξευτελίζουν τον άνθρωπον.
Τον τρόπο με τον οποίον ημπορούμε να διατηρήσωμε τους εαυτούς μας αληθώς ελευθέρους, μας τον υπέδειξεν ο ίδιος ο Σωτήρ ημών, όταν είπε: «ος γαρ αν θέλει την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν. Ος δ’ αν απολέσει την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν». Δηλαδή εδίδαξε ότι μόνο με την αυταπάρνησιν ημπορούμε να σωθούμε. Και αληθώς, για να γίνωμε αληθώς ελεύθεροι, είναι ανάγκη να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας, και να σηκώσωμε στους ώμους τον σταυρόν και να ακολουθήσωμε τον Υιόν του Θεού, ο οποίος μας καλεί για να μας ελευθερώσει. «Εάν ουν ο Υιός ελευθερώσει υμάς, όντως ελεύθεροι έσεσθε» λέγει ο Σωτήρ και ελευθερωτής μας. Και πάλιν: «Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ, αληθώς μαθηταί μου εστέ, και γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιω. η’ 36 και 31-32).

Αρα αποβαίνουμε ελεύθεροι όταν ακούμε με προσοχήν το κήρυγμα του Σωτήρος, μένουμε σ’ αυτό, σηκώνουμε στους ώμους τον σταυρόν και τον ακολουθούμε. Και απαρνούμεθα τους εαυτούς μας, όταν αποτασσόμεθα τον νόμο της σαρκός μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες, και σηκώνουμε τον σταυρόν, υπομένοντας κάθε κακοπάθεια υπέρ του νόμου του Θεού. Ο τρόπος, δηλαδή, να διαμείνωμε ελεύθεροι είναι: κατάπαυσις του θελήματος της σαρκός, ενέργεια του θελήματος του πνεύματος, και υποταγή του κατωτέρου στο ανώτερον. Κατά ταύτα οφείλει ο άνθρωπος να φροντίση και να εργασθή για την σωτηρία του· διότι διαφορετικά διατρέχει τον έσχατον κίνδυνον της απωλείας· επειδή τίποτε κοινόν δεν υπάρχει μεταξύ φωτός και σκότους, μεταξύ αγαθού και κακού. Η αμαρτία, η οποία έχει διαφθείρει τον άνθρωπον, είναι σκότος και κακόν μέγιστον, ως αντιστρατευομένη προς το θέλημα του Θεού. Η εσωτερική ελευθερία του καταλογίζει κάθε παρεκτροπήν ως αμαρτία, η δε αμαρτία απομακρύνει τον άνθρωπον από τον Θεόν. Η ελευθερία όσο μέγα αγα­θόν είναι, τόσο μεγάλες επιβάλλει και τις ευθύνες.

Ο εσωτερικώς ε­λεύθερος οφείλει να αποβή άγιος· γι’ αυτό ο Θεός και στην Παλαιά και στην Νέα Διαθήκη εντέλλεται λέγοντας: «Αγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί» (Λευιτ. ια’, 14 και Α’ Πέτρ. α’ 16)· διότι πώς ημπορεί ο ανόσιος να κοινωνήση προς το Θείον; Και ο Σωτήρ επίσης εντέλλεται λέγοντας: «έσεσθε ουν υμείς τέλειοι ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν ουρανοίς τέλειός εστι» (Ματθ. ε’, 48)· διό­τι όπως είναι ο Πατήρ, τον οποίον επικαλούμεθα, τοιαύτα κατ’ ανά­γκην πρέπει να είναι και τα τέκνα. Αγίους λοιπόν και τελείους μας θέλει ο Θεός, διότι μόνον οι άγιοι και τέλειοι είναι υιοί του Πατρός του εν ουρανοίς, και μόνον αυτοί δικαιούνται να επικαλούνται με υιϊκήν στοργή τις χάριτες αυτού και αυτοί μόνοι κληρονομούν την ουράνιον Βασιλείαν. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος έγραφε προς τους Κορινθίους· «ή ουκ οίδατε (δεν γνωρίζετε) ότι άδικοι βα­σιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι; Μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, ούτε αρσενοκοίται, ούτε κλέπται, ούτε πλεονέκται, ούτε μέθυσοι, ούτε λοίδοροι, ούχ άρπαγες, βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι» (Α’ Κορ. στ’, 9-11).

Γι’ αυτό ο Σωτήρ μας προ­σκαλεί να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας και να σηκώσωμε στον ώμο τον σταυρόν και να τον ακολουθήσωμε· «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι»· αναγνωρίζει μεν την ελευθερία μας και το αυτεξούσιον, αλλά και αφήνει σ’ αυτά την σωτηρία μας. Ώστε, όποιος θέλει την σωτηρία του, οφείλει να εργασθή προς απόκτησιν αυτής, αλλιώς και αυτήν θα στερηθή και την απώλεια της αιωνίου ζωής δια της αμελείας και της ακηδίας θα παρασκευάση για τον εαυτόν του και την αιώνιον κόλασι θα κληρονομήση, από την οποίαν εύχο­μαι ο Θεός να μας λυτρώση όλους.

Είναι άρα αναπόδραστος ανάγκη να ακολουθήσωμε τον Κύριον. Διότι αν ο Υιός του Θεού μας ελευθερώσει, τότε θα είμεθα αληθώς ελεύθεροι. Ναι, αληθώς, μόνον ο Υιός του Θεού ημπορεί να μας ελευθερώσει, διότι αυτός είναι η ελευθερία. «Ο δε Κύριος το Πνεύμά εστιν ου δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία», λέγει ο Απόστολος Παύλος (Β’ Κορ. γ’, 17)· μόνον εάν ακολουθούμε τον Σω­τήρα ημπορούμε να μείνωμε ελεύθεροι και να απαλ­λαγούμε από την δουλεία της αμαρτίας· «πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλός εστι της αμαρτίας» (Ιω. η’, 34). Εάν λοιπόν θέλωμε να είμεθα ελεύθεροι, οφεί­λουμε να ακολουθούμε τον Σωτήρα Χριστόν.



Από το βιβλίο «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον», σελ. 585-594