Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (22)

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως
Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού

Αποτέλεσμα εικόνας για ιωαννησ δαμασκηνος

Ἀπόδοση εἰς τὴν νέα ἑλληνική: Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 22. Για τον αέρα και τους ανέμους.

Ο αέρας είναι στοιχείο πολύ λεπτό, υγρό και θερμό, πιο βαρύ από τη φωτιά, πιο ελαφρό από το χώμα και το νερό, αίτιο της αναπνοής και της ομιλίας· είναι αχρωμάτιστο, δηλαδή δεν έχει από τη φύση του χρώμα, διαυγές, διάφανο (δηλαδή το διαπερνά το φως) και εξυπηρετεί τις τρεις αισθήσεις μας (διότι μέσω αυτού βλέπουμε, ακούμε, οσφραινόμαστε)· είναι στοιχείο που δέχεται τη θερμότητα και την ψυχρότητα, την ξηρότητα και την υγρασία· στον αέρα ανήκουν όλες οι κινήσεις στο χώρο· δηλαδή πάνω, κάτω, μέσα, έξω, δεξιά, αριστερά και κυκλικά. Δεν έχει δικό του φως, αλλά φωτίζεται από τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα και τη φωτιά. Και αυτό το βεβαιώνει ο λόγος της Γραφής, ότι «σκότος υπήρχε πάνω από την άβυσσο»· πράγμα που σημαίνει ότι ο αέρας δεν έχει δικό του φως, αλλά η ουσία του φωτός είναι κάποια άλλη. Ο άνεμος ακόμη είναι κίνηση του αέρα ή ρεύμα του αέρα που αλλάζει τις ονομασίες του από τους διαφορετικούς τόπους από τους οποίους φυσά. Αλλά και ο τόπος ανήκει στον αέρα· διότι ως τόπος θεωρείται η περιοχή κάθε σώματος. Και τί άλλο περιέχει τα σώματα, παρά ο αέρας;

Υπάρχουν μάλιστα διάφοροι τόποι, απ’ όπου προέρχεται η κίνηση του αέρα και από τους οποίους οι άνεμοι παίρνουν τις ονομασίες τους· και όλοι οι άνεμοι είναι δώδεκα. Λένε ακόμη ότι ο αέρας είναι σβήσιμο φωτιάς ή ατμός νερού που έχει θερμανθεί. Ο αέρας, λοιπόν είναι θερμός στη φύση του, αλλά ψύχεται από την επαφή του με το νερό και το έδαφος, με αποτέλεσμα τα κάτω στρώματά του να είναι ψυχρά, ενώ τα πάνω θερμά. Άνεμοι φυσούν οι εξής: από τη θερινή ανατολή ο καικίας (=βορειοανατολικός), που ονομάζεται και μέσης, από την ισημερινή ανατολή ο απηλιώτης (=ανατολικός), από τη χειμερινή ανατολή ο εύρος (=ανατολικός- νοτιοανατολικός), από τη χειμερινή δύση ο λίβας (=νοτιοδυτικός), από την ισημερινή δύση ο ζέφυρος (=δυτικός), από τη θερινή δύση ο αργέστης (=βορειοδυτικός), δηλαδή ο Ολυμπίας, που λέγεται και Ιάπυξ.

Έπειτα πνέουν αντίθετα μεταξύ τους ο νότος και ο απαρκτίας (=βόρειος). Ενδιάμεσος πάλι μεταξύ του απαρκτία και του καικία πνέει ο βορέας (=βόρειος-βορειοανατολικός). Ενδιάμεσος μεταξύ του εύρου και του νότου πνέει ο Φοίνιξ (=νότιος-νοτιοανατολικός), ο οποίος λέγεται ευρόνοτος. Ενδιάμεσος πάλι μεταξύ νότου και λίβα είναι ο λιβόνοτος, που λέγεται και λευκόνοτος (=νότιος-νοτιοδυτικός). Ενδιάμεσος τέλος μεταξύ απαρκτίου και αργέστου είναι ο θρασκίας (=βόρειος-βορειοδυτικός), που λέγεται κέρκιος από τους γύρω κατοίκους. (Τα άκρα του κόσμου τα κατοικούν τα εξής έθνη· προς τον απηλιώτη οι Βακτριανοί, προς τον εύρο οι Ινδοί· προς τον Φοίνικα βρίσκεται η Ερυθρά θάλασσα και η Αιθιοπία· προς τον λιβόνοτο οι Γαράμαντες που κατοικούν πάνω από τη Σύρτη· προς το λίβα οι Αιθίοπες και οι Υπέρμαυροι της δύσεως· προς τον ζέφυρο βρίσκονται οι Στήλες του Ηρακλέους και οι αρχές της Λιβύης και της Ευρώπης· προς τον αργέστη η Ιβηρία, η σημερινή Ισπανία· προς τον θρασκία οι Κέλτες και τα γειτονικά έθνη· προς τον απαρκτία οι Σκύθες που κατοικούν πάνω από τη Θράκη· προς το βορρά είναι ο Πόντος, η Μαιώτιδα και οι Σαρμάτες· προς τον καικία είναι η Κασπία θάλασσα και οι Σάκες).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 22. Περὶ ἀέρος καὶ ἀνέμων.

Ἀήρ ἐστι στοιχεῖον λεπτότατον, ὑγρόν τε καὶ θερμόν, τοῦ μὲν πυρὸς βαρύτερον, τῆς δὲ γῆς καὶ τῶν ὑδάτων κουφότερον, ἀναπνοῆς καὶ ἐκφωνήσεως αἴτιον, ἀχρωμάτιστον, ἤτοι ἐκ φύσεως χρῶμα μὴ κεκτημένον, διειδές, διαφανές (φωτὸς γάρ ἐστι δεκτικόν) καὶ ταῖς τρισὶν αἰσθήσεσιν ἡμῶν διακονοῦν (δι᾿ αὐτοῦ γὰρ ὁρῶμεν, ἀκούομεν, ὀσφραινόμεθα), δεκτικὸν θάλψεώς τε καὶ ψύξεως ξηρότητός τε καὶ ὑγρότητος, οὗ πᾶσαι αἱ κατὰ τόπον κινήσεις εἰσίν· ἄνω, κάτω, ἔσω, ἔξω, δεξιά, ἀριστερὰ καὶ ἡ κυκλοφορικὴ κίνησις. Οἴκοθεν μὴ κεκτημένος τὸ φῶς, ἀλλ᾿ ὑπὸ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ ἄστρων καὶ πυρὸς φωτιζόμενος. Καὶ τοῦτό ἐστιν, ὃ εἶπεν ἡ Γραφή, ὅτι «σκότος ἦν ἐπάνω τῆς ἀβύσσου», θέλουσα δεῖξαι, ὡς οὐκ οἴκοθεν ὁ ἀὴρ τὸ φῶς κέκτηται, ἀλλ᾿ ἄλλη τίς ἐστιν οὐσία ἡ τοῦ φωτός. Ἄνεμος δέ ἐστι κίνησις ἀέρος ἤ ἄνεμός ἐστι ῥεῦμα ἀέρος τῆς τῶν τόπων ἐξαλλαγῆς, ὅθεν ῥεῖ, τάς ἐπωνυμίας ἀμείβων.

Καὶ ὁ τόπος δὲ τοῦ ἀέρος ἐστί· τόπος γάρ ἐστιν ἑκάστου σώματος ἡ τούτου περιοχή. Τί δὲ περιέχει τὰ σώματα, εἰ μὴ ἀήρ; Εἰσὶ δὲ τόποι διάφοροι, ὅθεν ἡ τοῦ ἀέρος γίνεται κίνησις, ἐξ ὧν καὶ οἱ ἄνεμοι τὰς ἐπωνυμίας ἔχουσι· δώδεκα δὲ οἱ πάντες εἰσί. Φασὶ δὲ τὸν ἀέρα σβέσιν πυρὸς ἢ ἀτμὸν ὕδατος θερμανθέντος. Ἔστι γοῦν ὁ ἀὴρ κατὰ μὲν τὴν οἰκείαν φύσιν θερμός, ψύχεται δὲ τῇ γειτνιάσει τῇ πρὸς τὸ ὕδωρ καὶ τὴν γῆν, ὡς τὰ μὲν κάτω μέρη αὐτοῦ ψυχρὰ εἶναι, τὰ δὲ ἄνω θερμά. Ἄνεμοι πνέουσιν ἀπὸ ἀνατολῆς θερινῆς καικίας, ὁ καί μέσης, ἀπὸ ἀνατολῆς ἰσημερινῆς ἀπηλιώτης, ἀπὸ ἀνατολῆς χειμερινῆς εὖρος, ἀπὸ δύσεως χειμερινῆς λίψ, ἀπὸ δύσεως ἰσημερινῆς ζέφυρος, ἀπὸ δύσεως θερινῆς ἀργέστης, ἤτοι ᾿Ολυμπίας, ὁ καὶ Ἰάπυξ. Εἶτα νότος καὶ ἀπαρκτίας ἀντιπνέοντες ἀλλήλοις. Ἔστι δὲ μέσος ἀπαρκτίου καὶ καικίου βορέας. Εὔρου δὲ καὶ νότου μέσος Φοῖνιξ, ὁ καλούμενος εὐρόνοτος.

Μέσος δὲ νότου καὶ λιβὸς λιβόνοτος, ὁ καὶ λευκόνοτος. Μέσος δὲ ἀπαρκτίου καὶ ἀργέστου θρασκίας, ἤτοι κέρκιος ὑπὸ τῶν περιοίκων ὀνομαζόμενος. (Ἔθνη δέ οἰκεῖ τά πέρατα κατ’ ἀπηλιώτην Βακτριανοί, κατ’ εὖρον Ἰνδικοί, κατά Φοίνικα Ἐρυθρά θάλασσα καί Αἰθιοπία, κατά λιβόνοτον οἱ ὑπὲρ Σύρτιν Γαράμαντες, κατά λίβα Αἰθίοπες καί οἱ δυσμικοί Ὑπέρμαυροι, κατά ζέφυρον Στῆλαι καί ἀρχαί Λιβύης καί Εὐρώπης, κατά ἀργέστην Ἰβηρία, ἡ νῦν Ἱσπανία, κατά δέ θρασκίαν Κελτοί καί τὰ ὅμορα· κατά ἀπαρκτίαν οἱ ὑπὲρ τὴν Θράκην Σκύθαι, κατά βοῤῥᾶν Πόντος, Μαιῶτις καί Σαρμάται, κατά καικίαν, Κασπία θάλασσα καί Σάκαι).

Συναυλία και βράβευση της Παλαιάς Φιλαρμονικής Κέρκυρας


Το βράδυ του Σαββάτου 28 Μαϊου 2016 πραγματοποιήθηκε στο Δημοτικό Θέατρο συναυλία του Μουσικού Σώματος (Μπάντας) της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας “ Ο Άγιος Σπυρίδων “ υπό την διεύθυνση του Αρχιμουσικού Σπυρίδωνος Προσωπάρη, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Ιεράς Μητροπόλεως για τα 300 χρόνια από το Θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνος και τη λύση της πολιορκίας του 1716.
Η εκδήλωση ξεκίνησε με το καλοσώρισμα από τον Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο της Ι.Μ. Κερκύρας Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανό.
Ακολούθησε το Απολυτίκιο του Αγίου Συρίδωνος, κατά την κερκυραϊκή ψαλτική.
Ακολούθως η κ. Ελένη Βουσολίνου, Φιλόλογος, διάβασε το κείμενο του Κώστα Καρδάμη “ Παλαιά Φιλαρμονική και κερκυραϊκές θρησκευτικές τελετές : μια αναδρομή “.
Στη συνέχεια η Φιλαρμονική παιάνισε τα κάτωθι έργα :
Ο Πολυούχος της Κέρκυρας του Σπύρου Προσωπάρη
Σε Υμνούμε του Arcangelo Corelli
Προσευχή του Κώστα Σαμσαρέλου
Ιουδήθ Θριαμβεύουσα του Antonio Vivaldi (Από το στρατιωτικό ορατότριο για την πολιορκία της Κέρκυρας το 1716)
Ναοί στο σχήμα του ουρανού του Μίκη Θεοδωράκη
Wag-Verdiana των Richard Wagner και Giuseppe Verdi
Ακολούθησε η κ. Ελένη Βουσολίνου με το κείμενό της “Κέρκυρα : Άγιος Σπυρίδων και Παλαιά Φιλαρμονική “
Εν συνεχεία ακούστηκαν τα κομμάτια :
Το μεγάλο ρωσικό Πάσχα του Nikolay Rimsky-Korsakov
Amleto του Franco Faccio
Στη συνέχεια έγινε η βράβευση της Παλαιάς Φιλαρμονικής με τον χρυσούν Σταυρό μετά αστέρος του Αγίου Σπυρίδωνος, από το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριο, ο οποίος φανερά συγκινημένος ευχαρίστησε εξ’ονόματος της Τοπικής Εκκλησίας, τη Φιλαρμονική για την προσφορά της από το 1840 στην κερκυραϊκή κοινωνία, δοξολογώντας το Θεό και διαπαιδαγωγόντας τους νέους ανθρώπους με αξίες και ιδανικά.
Από την πλευρά του ο Πρόεδρος της Φιλαρμονικής κ. Σπυρίδων Παδοβάς ευχαρίστησε και εκείνος με τη σειρά του το Σεβασμιώτατο, αλλά και όλους τους κερκυραίους, για τη στήριξή τους στην Παλαιά.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με το έργο του Richard Wagner Tannhauser σε μεταγραφή του Αρχιμουσικού κ. Σπύρου Προσωπάρη.










Εισήγηση Η': ΟΜΙΛΙΑ κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΘΥΜΗ



Εισήγηση Η':
Κωνσταντίνος Θύμης, Msc Ιστορίας, Ιστορικός, Θεολόγος, Γραμματέας Ι. Μητροπόλεως: Η συμβολή του Μητροπολίτου Μεθοδιου Κοντοστάνου στις εορταστικές τελετές της 11ης Αυγούστου.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Εισήγηση Ζ': ΟΜΙΛΙΑ κ. ΧΡΗΣΤΟΥ ΔΕΣΥΛΛΑ


Εισήγηση Ζ':
 Δρ Χρήστος Δεσύλλας, Διδάσκων ΕΑΠ: H πολιτική οικονομία του χρήματος και της φτώχειας στην Κέρκυρα του 1716



Εισήγηση ΣΤ': Ομιλία κ. Σπυρίδωνος Γαούτση.


Εισήγηση ΣΤ':

 Σπυρίδων Γαούτσης, Υποψ. Διδάκτωρ Ιστορίας, Ερευνητής, Γραμματέας Καθολικής Αρχιεπισκοπής Κερκύρας: Κείμενα και «Ευλάβειες» της Καθολικής Εκκλησίας για τον Αγ. Σπυρίδωνα

Ενότητα Β' : Προεκτάσεις του θαύματος στη ζωή της Κέρκυρας. ΕΙΣΗΓΗΣΗ Ε΄ κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗΣ


Ενότητα Β' :
 Προεκτάσεις του θαύματος στη ζωή της Κέρκυρας
Προεδρεύων Δ. Μεταλληνός

10.30π.μ.-11.15π.μ. Εισήγηση Ε':
 Καθηγητής Αθανάσιος Καραθανάσης: Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, Πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών: «Ουρανού κρίσις» (Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθολικισμός στην καθ' ημάς Α νατολή μετά το θαύμα του Πιζάνι)

ΤΗ ΠΡΟΘΕΣΕΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΠΡΟΣΜΕΝΕΙΝ ΤΩ ΚΥΡΙΩ



Πόσο η καρδιά μας είναι δοσμένη σε ό,τι κάνουμε, με όποιους συνδεόμαστε; Πόσο η καρδιά μας δίνεται στον Θεό; Τα ερωτήματα αυτά έχουν να κάνουν με τον τρόπο που επιλέγουμε στη ζωή μας να ακολουθήσουμε δρόμους, τρόπους, ανθρώπους, αλλά και με το πώς διαχειριζόμαστε τις λύπες και τις δυσκολίες μας. Δεν μας αρέσει να χάνουμε. Δεν μας αρέσει να υποτασσόμαστε στο αναγκαίο, να ακολουθούμε δηλαδή δρόμους ή ανθρώπους γιατί είμαστε αναγκασμένοι. Έχουμε πλαστεί ελεύθεροι και γι’ αυτό δυσκολευόμαστε ιδιαίτερα όταν δεν έχουμε περιθώρια επιλογών.
Αυτό συμβαίνει και στη σχέση μας με τον Θεό. Συνήθως δύο είναι οι μεγάλες μας δυσκολίες. Η αίσθηση ότι ο Θεός ζητά από εμάς να τηρήσουμε τις εντολές του και αυτές έρχονται σε αντίθεση με την βαθιά επιθυμία μας να είμαστε ελεύθεροι για να μπορούμε να ικανοποιούμε τα θέλω μας. Η δεύτερη δυσκολία έγκειται στην ανταμοιβή. Όταν βιώνουμε δοκιμασίες και δεν αισθανόμαστε ότι ο Θεός είναι παρών, ότι βλέπει τι συμβαίνει, ότι θα παρέμβει για να αντιμετωπιστεί η δυσκολία, τότε η καρδιά μας δυσκολεύεται να παραμείνει κοντά Του. Παρότι θα θέλαμε, παρότι η πρόθεσή μας είναι θετική, εντούτοις βλέπουμε ότι τόσο η ελευθερία μας όσο και ο δικός μας τρόπος θέασης του κόσμου και της ζωής δεν μας επιτρέπουν να είμαστε αφοσιωμένοι, αληθινά πιστοί.
Στην πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα των Ιεροσολύμων οι πιστοί είχαν να αντιμετωπίσουν μία μεγάλη δυσκολία: τον πρώτο διωγμό που ανέκυψε μετά την θανάτωση του αγίου Στεφάνου από τους φανατικούς Ιουδαίους. Ο διωγμός όμως αυτός έβγαλε πολλά καλά. Οι χριστιανοί συνειδητοποίησαν ότι εάν πιστεύουν στον Χριστό, η ζωή τους πρωτίστως θα είναι σταυρός και δε θα διαδοθεί το μήνυμα του Ευαγγελίου μέσα από την άνεση. Αναγκάστηκαν πολλοί εξ αυτών να μετακινηθούν και αυτό αύξησε τον αριθμό των πιστών, διότι οι πρώτοι χριστιανοί είχαν στην καρδιά τους την αίσθηση ότι η αποστολή τους δεν εξαντλούνταν μόνο στην προσωπική τους πίστη και αρετή, αλλά και στο μοίρασμα αυτής της πίστης με τους άλλους ανθρώπους. Έτσι ιδρύθηκαν νέες χριστιανικές κοινότητες, ιδίως σε περιοχές όπου δέσποζε το ειδωλολατρικό στοιχείο. Ένα δυσάρεστο και κακό γεγονός, όπως ήταν το μαρτύριο του αγίου Στεφάνου, έδωσε ώθηση στην χριστιανική πίστη να συναντήσει κι άλλους ανθρώπους.
Στην Αντιόχεια της Συρίας η Εκκλησία των Ιεροσολύμων απέστειλε τον απόστολο Βαρνάβα, για να μιλήσει και να ενισχύσει την εκεί χριστιανική κοινότητα. Ο απόστολος διαπίστωσε ότι υπήρχε χάρις Θεού, διάθεση καλή και απόφαση να παραμείνουν πιστοί οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως των δυσκολιών. Τους προέτρεψε τότε «τη προθέσει της καρδίας προσμένειν τω Κυρίω» (Πράξ. 11, 23). Να μένουν δηλαδή αφοσιωμένοι στον Κύριο, με όλη τους την καρδιά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα για πρώτη φορά οι μαθητές του Ιησού Χριστού να ονομαστούν «χριστιανοί», διότι η κοινότητα αυξήθηκε χάρις και στον ερχομό του αποστόλου Παύλου.
Ο λόγος του Βαρνάβα να παραμένουν με την πρόθεση της καρδιάς τους αφοσιωμένοι στον Κύριο είναι πολύτιμος και για μας σήμερα. Σε μία εποχή κατά την οποία δε δίνουμε την καρδιά μας, διότι θεωρούμε πως τα πάντα υπάρχουν για μας, τα πάντα μας ανήκουν ή θα έπρεπε να μας ανήκουν, η προτροπή αυτή δείχνει τον δρόμο της πίστης. Δίνω την καρδιά μου σημαίνει ότι εμπιστεύομαι απόλυτα το θέλημα του Θεού, χωρίς να λυγίζω από τις όποιες δυσκολίες. Δίνω την καρδιά μου σημαίνει ότι έχω αποφασίσει πως η σχέση μου με τον Θεό είναι το παν, προηγείται οποιασδήποτε άλλης σχέσης και όλα τα άλλα διαμορφώνονται με κριτήριο αυτήν και τις εντολές του Θεού, που απέδειξε και αποδεικνύει έμπρακτα την αγάπη Του προς τον καθέναν μας με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του που απευθύνονται προσωπικά. Δίνω την καρδιά μου σημαίνει ότι έχω επίγνωση πως ο χρόνος στον οποίο ζω υπάρχει για να βρω τον προσανατολισμό μου και να εργαστώ μ’ αυτόν. Δίνω την καρδιά μου σημαίνει την απόφασή μου να συναντήσω τον συνάνθρωπό μου, ασχέτως αν αυτός είναι καλός ή ταιριαστός με μένα. Δίνω την καρδιά μου σημαίνει ότι αγαπώ. Είμαι αληθινός και μαρτυρώ περί της αληθείας. Δίνω την καρδιά μου σημαίνει ότι γίνομαι μάρτυρας της αναστάσεως και της αγιότητας, δηλαδή του τρόπου της βασιλείας των ουρανών.
Αυτό το μένω αφοσιωμένος με την πρόθεση της καρδιάς μου γεννά χριστιανούς οι οποίοι δε βλέπουν τη ζωή στην προοπτική της επικράτησης, αλλά στην προοπτική της προσφοράς, της συγχώρεσης και της επιμονής. Δεν διαλύει άμεσα αμφιβολίες και πειρασμούς, αλλά κάνει τον χριστιανό να έχει το εργαλείο της πίστης εντός του που τον βοηθά να πατήσει στα πόδια του. Και γίνεται μαρτυρία για τους άλλους ανθρώπους. Αυτό το οποίο μας λείπει. Πιστεύοντας χλιαρά ή παραδοσιακά ή χωρίς αφοσίωση, σημαίνει ότι τελικά αυτό που ζητά ο Χριστός από εμάς να γίνουμε φως και να δίνουμε φως, για να δοξάζεται ο Θεός, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Κι εδώ έγκειται η ευθύνη μας. Ο χριστιανός καλείται να μοιραστεί το φως που λαμβάνει στη ζωή της Εκκλησίας αφού δώσει την καρδιά του σ΄αυτό. Και τότε δε θα νιώσει μόνος του, αλλά θα βλέπει στη ζωή του να απλώνεται η χάρη του Θεού, να τον ομορφαίνει και να τον αγιάζει παρά τους διωγμούς και τις δυσκολίες.
Ένα ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Γιατί ο κόσμος σήμερα, ενώ έχει πολλές εναλλακτικές δεν κατορθώνει να δώσει την καρδιά του σε κάτι άλλο εκτός από τις επιθυμίες του; Δεν αφιερώνεται αγαπώντας, αλλά γρήγορα αλλάζει προσανατολισμούς, διαθέσεις, απόψεις; Ίσως η απουσία του Θεού από την καρδιά μας να είναι η απάντηση. Αν ο Θεός υπάρχει εντός μας, ξέρουμε πώς μπορεί να πορευτεί η ζωή μας και μπορούμε να υπομείνουμε τις δυσκολίες, γιατί έχουμε και στόχο και βοήθεια εντός μας. Ας ζητήσουμε αυτή τη δωρεά από Εκείνον και εντός της Εκκλησίας ας αφοσιωθούμε. Και τότε θα δούμε ότι η συνέπεια που λαμβάνουμε, μεταφέρεται σε κάθε έργο της ζωής μας, αλλά και στα πρόσωπα με τα οποία σχετιζόμαστε. Όταν αγαπάς τον Θεό, μαθαίνεις να αγαπάς τα πάντα στον κόσμο και να έχεις μία σταθερότητα που σε βοηθά να γίνεσαι σημείο αναφοράς. Τελικά, σημείο αλήθειας και αγάπης. Ό,τι δηλαδή λείπει από τα πρότυπα και τις ιδέες του κόσμου.

Κέρκυρα, 29 Μαΐου 2016
Αναρτήθηκε από π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δ' Εισήγηση: κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΡΓΙΝΟΣ


Δ' Εισήγηση: 

Νικόλαος Παργινός, Λογοτέχνης, Μηχανολόγος: Το θαύμα στη λογοτεχνία (παλαιότερες και νεώτερες επισημάνσεις)

Γ' Εισήγηση: ΟΜΙΛΙΑ π. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΥ


Γ' Εισήγηση:

 Πρωτ. Θεμιστοκλής Μουρτζανός, Δρ Θεολογίας, Θεολόγος, Φιλόλογος, Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος Ι. Μητροπόλεως Κερκύρας: Το θαύμα μέσα από την υμνογραφία της εορτής (η εκκλησιαστική συνείδηση γι' αυτό)

Β' Εισήγηση: ΟΜΙΛΙΑ κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ


Β' Εισήγηση:

 Δρ Δημήτριος Γ. Μεταλληνός, Διδάσκων Ιονίου Παν/μιου: Το ιστορικό γεγονός της 11ης Αυγούστου 1716 μέσα από αρχειακές πηγές


ΕΝΑΡΞΗ ΔΙΗΜΕΡΙΔΑΣ ΓΙΑ ΤΑ 300 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΘΩΜΑΝΟΥΣ

Ενότητα Α': Το θαύμα και οι μαρτυρίες του
Προεδρεύων καθηγητής Αθανάσιος Καραθανάσης

7.00 μ.μ. Έναρξη, χαιρετισμοί Επισήμων

7.15μ.μ. - 7.45 μ.μ. Α' Εισήγηση: Νίκος Κ. Κουρκουμέλης, Διδάκτωρ Παν/μίου Ιωαννίνων, Μέγας Άρχων Χαρτοφύλαξ του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής: Στρατηγικά και τακτικά προβλήματα των εμπολέμων κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής πολιορκίας του 1716




Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Παρατηρήσεις ἐπί τοῦ Κειμένου: Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΚΕΡΚΥΡΑΣ, ΠΑΞΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΠΟΝΤΙΩΝ ΝΗΣΩΝ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ


Πρός
τήν Ἁγίαν καί Ἱεράν Σύνοδον
τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος


Παρατηρήσεις ἐπί τοῦ Κειμένου: Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον




Στήν παρ. 3 ἀναφέρεται ἡ «εὐθύνη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διά τήν ἑνότητα, ὡς καί ἡ οἰκουμενική αὐτῆς ἀποστολή», ὅπως «ἐξεφράσθησαν ὑπό τῶν οἱκουμενικῶν Συνόδων. Αὗται [δηλ. οἱ Σύνοδοι] ἰδιαιτέρως προέβαλον τόν μεταξύ τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας ὑφιστάμενον ἄρρηκτον δεσμόν».
Ἐπ' αὐτοῦ θά ἤθελα νά ἐπισημάνω, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τήν ἑνότητα ἀφορᾶ ἀποκλειστικῶς καί κυρίως στήν ἑνότητα τῆς πίστεως. Ἐάν, δηλαδή, δέν ὑπάρχει ταυτότητα στήν πίστη, τότε ἀπόλλυται ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας κι ἑπομένως ἡ οἰκουμενικότητα, γιά τήν ὁποία «μία πίστη» καί «μία Καθολική Ἐκκλησία» συγκροτήθηκαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Σέ ἀντίθετη περίπτωση δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά τήν οἰκουμενικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά τήν «παγκοσμιότητα», ἡ ὁποία παραπέμπει σαφῶς στήν ἀριθμητική καί ποσοστιαῖα ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι στήν ποιοτική συγκρότηση, πού εἶναι ἡ πίστη στόν ἕναν Τριαδικό Θεό καί στήν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωση τῶν πιστῶν.
Σέ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως ἀναφέρεται καί ὁ Μ. Βασίλειος στήν 114η Ἐπιστολή του: «Τοῖς ἐν Ταρσῷ περὶ Κυριακόν» (PG 32, 528B–529B), ὅπως καί στήν 113η Ἐπιστολή του «Τοῖς ἐν Ταρσῷ πρεσβυτέροις» (PG 32, 525B–528A). Στήν 114η Ἐπιστολή του κάνει λόγο γιά τή συνάντησή του μέ ἀδελφούς ἄλλων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποσπάστηκαν ἀπό τήν μία Ἐκκλησία γιά «τὸ φιλόχριστον καὶ τὸ περὶ τὴν πίστιν ἀκριβές τε καὶ εὔτονον» (PG 32, 528C). Ἡ διαμεσολάβηση, ἑπομένως, τοῦ Μ. Βασιλείου γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἀποσκοπεῖ στήν ἐπιβεβαίωση τῆς ὑπαρχούσης ἑνότητος τῆς πίστεως, γι' αὐτό καί στή συνέχεια τῆς Ἐπιστολῆς του παρακαλεῖ τήν ὀρθόδοξη μερίδα τῆς Ταρσοῦ: «πάσῃ ἀγάπῃ ἔχειν αὐτοὺς ἡνωμένους γνησίως καὶ πάσης ἐκκλησιαστικῆς φροντίδος κοινωνούς, ἐγγυησάμενος καὶ αὐτοῖς τὴν ὑμετέραν ὀρθότητα ὅτι καὶ αὐτοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι τῷ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας ζήλῳ πρὸς πάντα ἐστὲ παρατεταγμένοι, ὅσαπερ ἂν δέῃ παθεῖν ὑπὲρ τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας» (PG 32, 528C). Ἐπιπλέον, ἀπαραίτητος καί ἀναγκαῖος ὅρος γιά τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι τό «ὁμολογεῖν ...τὴν ἐκ τῶν Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθεῖσαν πίστιν τῶν ἐν Νικαίᾳ ποτὲ συνελθόντων καὶ μηδεμίαν τῶν ἐκεῖ λέξεων ἀθετεῖν» (PG 32, 529A). Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐπαναλαμβάνει καί στήν προηγούμενη, τήν 113η Ἐπιστολή του, ἡπιότερη τῆς ἑπομένης, ὅταν ἀναφέρει: «Μηδὲν τοίνυν πλέον ἐπιζητῶμεν, ἀλλὰ προτεινώμεθα τοῖς βουλομένοις ἡμῖν συνάπτεσθαι ἀδελφοῖς τὴν ἐν Νικαίᾳ πίστιν...» (PG 32, 528A).
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται τό συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλεται καί ἐλέγχεται ἐπί τῇ βάσει τῆς ταυτότητος τῆς πίστεως. Ὡς ἐκ τούτου, τό νά ἀναφέρεται ἤ νά ἐξυπακούεται εὐκρινῶς ἡ ταυτότητα τῆς πίστεως μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση σέ κάθε ἀναφορά περί ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διαφοροποίηση ὡς πρός τήν πίστη δέν διευκολύνει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Συνεπῶς, ὅταν ὁ Μ. Βασίλειος ἀναφέρεται στίς Ἐκκλησίες, «τὰς πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως ἀπ' ἀλλήλων διατμηθείσας» (PG 32, 528B), ἀναγνωρίζει πρωτίστως τήν ταυτότητα τῆς πίστεως μεταξύ αὐτῶν τῶν Ἐκκλησιῶν καί προσπαθεῖ στή συνέχεια νά ἐξηγήσει τίς ἐπιμέρους λεπτομέρειες ἐπί τῆς κοινῶς ἀποδεκτῆς θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νά ἀναδειχθεῖ ἡ κοινή καί τῶν δύο πίστη. Μέ αὐτό τό δεδομένο δέν μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε σήμερα τήν ἔκφραση «διατμηθείσας Ἐκκλησίας» στίς σύγχρονες χριστιανικές κοινότητες, στίς ὁποῖες δέν ἔχει πρωτίστως ἀναγνωριστεῖ ἡ ταυτότητα τῆς πίστεως.

Στήν παρ. 6 ἀναφέρεται ὅτι: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ' αὐτῆς, ἀλλά καί πιστεύει ὅτι αἱ πρός ταύτας σχέσεις αὐτῆς πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ’ αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειμενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος καί ἰδιαιτέρως τῆς γενικωτέρας παρ’ αὐταῖς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς».
Ἡ ἀναφορά τοῦ Κειμένου, ὅπως καί τοῦ Μ. Βασιλείου, σέ ἄλλες Ἐκκλησίες, ἡ ὁποία παρουσιάζει τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διηρημένη, θά πρέπει νά προϋποθέτει τή διάκριση τοῦ Μ. Βασιλείου μεταξύ αἱρέσεως, σχίσματος καί παρασυναγωγῆς, τήν ὁποία ἀναλύει στήν 188η Ἐπιστολή του σέ σχέση μέ τό Βάπτισμα, δηλ. τήν ὑπαγωγή αὐτῶν πού ἀποκόπτονται ἀπό τήν Ἐκκλησία σέ μία ἀπό τίς τρεῖς παραπάνω κατηγορίες καί τόν τρόπο ὑπαγωγῆς αὐτῶν στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, δηλ. τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία (PG 32, 664B–684B).
Μέ βάση τήν παραπάνω παρατήρηση ἡ «ἱστορική ὕπαρξη ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» δέν εὐσταθεῖ παρά μόνον γιά τή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καί τήν κοινή ἱστορική πορεία της μετά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τήν πρώτη χιλιετηρίδα. Ἡ "ἐκκλησία" τῶν Διαμαρτυρομένων, ἡ ὁποία ἀπεκόπη ἀπό τή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καί πάντως μετά τό σχίσμα της μέ τήν Ὀρθόδοξη (1054), ὄχι μόνον δέν ἔχει ἀποστολική συνέχεια, ἐφ' ὅσον δέν ἔχει ἱστορική ἀναφορά σέ ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅπως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἀλλά καί δέν ἀποδέχεται τήν μυστηριακή πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ὑπάρχει κάποια κοινή βάση διαλόγου -γεγονός στό ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ παρ. 6. Ἀντιθέτως, ἡ χειροτονία τῶν γυναικῶν καί ὁ γάμος μεταξύ ὁμοφυλοφίλων δείχνει τήν ἀκόμη μεγαλύτερη καί εἰς βάθος ἀπομάκρυνση τῆς "ἐκκλησίας" τῶν Διαμαρτυρομένων ἀπό τή διδασκαλία, τή μυστηρική πράξη καί ἐν γένει τήν Ἐκκλησιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὡς ἐκ τούτου δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος στήν περίπτωση τῶν Διαμαρτυρομένων γιά Ἐκκλησία καί πολύ δέ περισσότερο γιά ἱστορική ὕπαρξη αὐτῆς τῆς "ἐκκλησίας". Θά μποροῦσε ἴσως νά χρησιμοποιηθεῖ ὁ ὅρος "χριστιανική ὁμολογία ἤ κοινότητα", ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖται ἤδη ἀπό τούς Διαμαρτυρομένους. Ἡ διατύπωση «ἱστορική ὕπαρξη» θά μποροῦσε νά ἑρμηνευθεῖ μόνον στό πλαίσιο τῆς γνώσης τῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν, οἱ ὁποῖοι ὁδήγησαν στή δημιουργία αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας ἤ τῶν ἐκκλησιῶν καί οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν κάποια ἀξία γιά τήν Ἐκκλησία, ἀλλά γιά τήν ἱστοριογραφία. Ὡς ἐκ τούτου δέν μπορεῖ ἡ ἔκφραση αὐτή νά περιέχεται σέ ἕνα θεολογικό Κείμενο. Ἐάν δέ λάβουμε ὑπ᾽ ὄψιν καί τήν περίπτωση μεταφράσεως τοῦ Κειμένου, ἡ συγκεκριμένη πρόταση θά δώσει ἀμφίσημα μηνύματα στίς λοιπές χριστιανικές κοινότητες καί ὁμάδες καί θά φέρει σέ δυσχερή θέση τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία κάθε φορά θά πρέπει νά ἐπεξηγεῖ, τί ἀκριβῶς ἐννοεῖ σέ αὐτήν.

Στήν παρ. 9 ἡ ἀναφορά στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, «αἱ ὁποῖαι ἔχουν χρέος νά συμμετέχουν ἐνεργῶς καί συνεχῶς εἰς τήν διεξαγωγήν αὐτῶν [τῶν διαλόγων]», δέν ὀφείλεται οὔτε στίς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων, πού τό ἐπιβάλλουν, οὔτε βεβαίως στό νά μήν «παρακωλύηται ἡ ὁμόφωνος μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας πρός δόξαν τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ». Ἡ συμμετοχή στούς διμερεῖς ἤ πολυμερεῖς θεολογικούς διαλόγους ἀποτελεῖ χρέος καί καθῆκον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὡς Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική μετέχει τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας Ἀληθείας καί ὡς ἐκ τούτου θά πρέπει νά κηρύττει Αὐτήν σέ ὅλη τήν Οἰκουμένη κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. 28, 19-20) καί τό παράδειγμα τῶν Ἀποστόλων (Τιμ. Α' 5, 11 καί 17· Τιμ. Β' 4, 17). Κατ' αὐτόν τόν τρόπο, ἡ διατύπωση τῆς Ἀληθείας καί ὁ διάλογος παίρνει τόν χαρακτήρα τῆς διακονίας, γεγονός πού ἀποτελεῖ ἰδιότητα τῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, καί ὄχι τῆς ἐπιδείξεως ἰσχύος ἤ προβολῆς προσωπικῶν συμφερόντων, τά ὁποῖα ἔχουν κοσμικό καί πολιτικό χαρακτήρα.
Ἐπειδή λοιπόν, κατά τή γνώμη μου, τό περιεχόμενο τοῦ διαλόγου δέν κατανοεῖται στό Κείμενο ἐπί τῇ βάσει τῶν ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων καί στήν προοπτική τῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας μέσα στόν κόσμο, γι' αὐτό ἀναφέρεται κατωτέρω, ὅτι «ἐν ᾗ περιπτώσει τοπική τις Ἐκκλησία ἤθελεν ἀποφασίσει νά μή ὁρίσῃ ἐκπροσώπους αὐτῆς εἴς τινα διάλογον ἤ συνέλευσιν διαλόγου, ἐάν ἡ ἀπόφασις αὕτη δέν εἶναι πανορθόδοξος, ὁ διάλογος συνεχίζεται», ἐνῶ ἡ ἄρνηση συμμετοχῆς μιᾶς τοπικῆς Ἐκκκλησίας στόν διάλογο ἤ στή συνέλευση ἀντιμετωπίζεται στό ἐπίπεδο «τῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».
Ἡ ἀνωτέρω πρόταση, α) συνέχειας τοῦ διαλόγου καί β) ἀντιμετώπισης τῆς ἀποχῆς μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν διάλογο στό ἐπίπεδο τῆς ἀλληλεγγύης, παραγνωρίζει σαφῶς ὅτι ἡ διακοπή τοῦ διαλόγου ἀπό μία Ἐκκλησία θά πρέπει νά πραγματοποιεῖται μόνον στήν περίπτωση πού ὑπάρχουν σοβαρές καί ἀνυπέρβλητες θεολογικές διαφορές, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν σέ μία διαφορετική ἑρμηνεία τῆς ἀποκεκαλυμμένης Ἀληθείας καί ἐν τέλει σέ μία διαφορετική Ἐκκλησιολογία. Τέτοιου εἴδους διαφορές μπορεῖ νά ὑπάρχουν μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν Διαμαρτυρομένων. Σέ αὐτήν τήν περίπτωση ὀφείλουν ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες νά διακόψουν τόν διάλογο, γιατί δέν τίθεται θέμα «ἀλληλεγγύης» καί «ἑνότητος» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά θέμα διαφορᾶς πίστεως.
Ἐάν πάλι ὑπάρχουν θέματα διοικητικοῦ ἤ ποιμαντικοῦ ἐνδιαφέροντος, τά ὁποῖα ἀπασχολοῦν κάποια τοπική Ἐκκλησία μέ τίς ἑτερόδοξες ἐκκλησίες ἤ Ὁμολογίες, θά πρέπει αὐτά νά ἐπιλύονται σέ ἐπίπεδο πανορθοδόξου διαβουλεύσεως, χωρίς νά ἐπηρεάζεται ὁ διάλογος, ὁ ὁποῖος νοεῖται μόνον σέ θέματα πίστεως. Τοῦτο γίνεται σαφές, ἄν παρατηρήσει κανείς τή μέχρι τοῦδε ἐπί τῶν κοινῶν σημείων συζήτηση μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν ἤ Ὁμολογιῶν, ἡ ὁποία δέν ὁδήγησε σέ καμία σύγκλιση, μᾶλλον δέ ἀποτέλεσε καί τήν εὐκαιρία ἀναπτύξεως προσηλυτιστικῶν τάσεων ἀπό τούς ἑτεροδόξους. Αὐτό εἶναι ἤδη γνωστό στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί ὁ Μ. Βασίλειος σέ μία ἐπιστολή του πρός τόν Διόδωρο (τόν μετέπειτα ἐπίσκοπο Ταρσοῦ) θέλοντας νά τονίσει τήν ἀξία τῆς σαφήνειας καί καθαρότητος τοῦ θεολογικοῦ λόγου ἔναντι αὐτῶν πού διαφοροποιοῦνται ὡς πρός τήν πίστη, ἐκφράζει τήν ἱκανοποίησή του γιά τό δεύτερο βιβλίο πού τοῦ ἀπέστειλε, τό ὁποῖο εἶναι σαφῶς καλύτερο ἀπό τό πρῶτο, «ὅτι πυκνόν τε ἅμα ἐστὶ ταῖς ἐννοίαις καὶ εὐκρινῶς ἐν αὐτῷ ἔχουσιν αἵ τε ἀντιθέσεις τῶν ὑπεναντίων καὶ αἱ πρὸς αὐτὰς ἀπαντήσεις» (Ἐπιστολή 135, PG 32, 572B). Ἐπιπλέον, ἡ ἀνωτέρω παρατήρηση τοῦ Μ. Βασιλείου ἀναφέρεται καί στόν τρόπο τοῦ διαλέγεσθαι, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι ἡ ἐξέταση τῶν προβλημάτων μέ πλούσια ἐκφραστικά μέσα, ποικίλα σχήματα καί διαλογική χάρη, τά ὁποῖα μποροῦν στή συνέχεια νά ὁδήγησουν σέ μία σύγκλιση ἤ «κατά πλειοψηφία» συμφωνία. Στήν περίπτωση τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μεταξύ τῶν χριστιανῶν, στόν ὁποῖο ἀναζητεῖται ἡ ἑνότητα ὡς κοινή ὠφέλεια καί θεραπεία τῶν τραυμάτων τῆς διαιρέσεως, δέν ὑπεισέρχεται κανένας συμβιβασμός. Κάθε συμβιβασμός ὁδηγεῖ σέ ἐπιδείνωση τῆς διαιρέσεως, γιατί ἡ ἑνότητα τοῦ σώματος ἀπαιτεῖ ἕναν συγκεκριμένο τρόπο ζωῆς, ὁ ὁποῖος δέν μπορεῖ ποτέ νά εἶναι ἀποτέλεσμα συμβιβασμοῦ. Γι’ αὐτό καί ὁ Μ. Βασίλειος στήν ἴδια ἐπιστολή πρός Διόδωρο ἀναφέρει ἀμέσως παρακάτω: «καὶ τὸ τῆς λέξεως ἁπλοῦν καὶ ἀκατάσκευον πρέπον ἔδοξέ μοι εἶναι προθέσει χριστιανοῦ οὐ πρὸς ἐπίδειξιν μᾶλλον ἢ κοινὴν ὠφέλειαν γράφοντος» (Ἐπιστολή 135, PG 32, 572B).

Τέλος, ἡ παρ. 22 ἀναφέρεται στήν καταδίκη κάθε διασπάσεως «τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό ἀτόμων ἤ ὁμάδων, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας». Ἐπιπλέον ἀναφέρεται ὅτι «ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος».
Ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας γνωρίζουμε καλῶς ὅτι ἡ ὀρθόδοξος πίστη δέν εὑρίσκετο πάντοτε στίς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ἤ στήν πλειοψηφία τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας καί τῶν ἐπικρατοῦντων στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἤ πολιτείας. Θά ὑπενθυμίσω μόνον τρεῖς πολύ γνωστές Συνόδους: α) τῆς Ἐφέσου (449), τήν ἐπονομαζόμενη Ληστρική, β) τῆς Ἱέρειας (754) καί γ) τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1439), τίς ἀποφάσεις τῶν ὁποίων ἀπέρριψε ἡ Ἐκκλησία. Ἀκόμη θά ὑπενθυμίσω τόν λόγο τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Εἰς Ἥρωνα τὸν φιλόσοφον, ὁ ὁποῖος μεταξύ τῶν διωχθέντων ὀρθοδόξων πιστῶν χριστιανῶν, σέ διωγμούς ὅπου «ἱερεῖς τε κατὰ ἱερέων ἐξοπλισθέντες, καὶ δῆμοι δήμοις ἐπιμανέντες· καὶ βασιλεὺς ἀσεβείᾳ διδοὺς παῤῥησίαν, καὶ κατὰ τῆς ὀρθῆς δόξης νομοθετῶν· καὶ οἱ μήτε ἄνδρες, μήτε γυναῖκες, παρ' αὐτῷ δυναστεύοντες» (PG 35, 1209B), συμπεριλαμβάνει καί αὐτόν τόν ἴδιο τόν Μ. Ἀθανάσιο καί τόν διάδοχο αὐτοῦ στόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας Πέτρο. Τόν τελευταῖο μάλιστα ἐξέβαλαν βιαίως ἀπό τόν ναό, ἐνῶ κακοποίησαν τούς ὀρθοδόξους πιστούς χριστιανούς (PG 35, 1212C-1216C). Ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν παρουσιάστηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό 379, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Κωνσταντινουπόλεως Δημόφιλος καί οἱ ὑπόλοιποι χριστιανοί καί πολιτικοί εἶχαν προσχωρήσει ἀπό τεσσαρακονταετίας στήν αἵρεση τοῦ Ἀρείου.
Ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀνωτέρω εἶναι ἄκρως παρακινδυνευμένο νά περιορίσουμε τήν ὀρθόδοξη ἔκφραση τῆς πίστεως μόνον στούς Ἐπισκόπους. Σέ μία τέτοια περίπτωση, περιορισμοῦ τῆς ἐκφράσεως τῆς πίστεως, εἰς τί διαφέρει τό πρωτεῖο τοῦ πάπα Ρώμης ἀπό τό πρωτεῖο τῆς ἑκάστοτε Συνόδου; Ἀνταλλάσσουμε τήν μοναρχία τοῦ πάπα μέ τήν ὁλιγαρχία τῆς ἱεραρχίας; Καί στίς δύο περιπτώσεις εἰσάγονται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας συστήματα καί πρακτικές τῆς πολιτικῆς διοικήσεως, γεγονός πού δέν συνάδει μέ τήν ἐκκλησιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ Ἐπίσκοπος ὑπάρχει καί λειτουργεῖ ἐντός τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὡς «διορισμένος ὑπάλληλος».
Συνεπῶς, χρέος τῆς Ἐκκλησίας καί ἡμῶν τῶν Ἐπισκόπων εἶναι ἡ ἐνημέρωση καί κατάλληλη διαπαιδαγώγηση τοῦ ποιμνίου, ὥστε τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας νά διατηρεῖ καθαρή ἐκκλησιαστική συνείδηση καί θεολογική γνώση. Μέ τήν προϋπόθεση τῆς γνησίας καί ὀρθοτομούσης πίστεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θεοφιλοῦς ἀσκήσεως τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου θά μποροῦν οἱ πιστοί νά διακρίνουν στή συνέχεια τούς ψευδοπροφῆτες καί ψευτοδιδασκάλους ἀπό τούς γνησίους ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησούς Χριστός ἐπεσήμανε τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ κανείς νά διακρίνει τούς γνησίους ποιμένες, λέγοντας: «Προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασιν προβάτων, ἔσωθεν δέ εἰσιν λύκοι ἅρπαγες. ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς» (Ματθ. 7, 15-16). Ἑπομένως δέν εἶναι τό σύστημα (συνοδικό ἤ παπικό), τό ὁποῖο «ἀπετέλει τόν ἁρμόδιον καί ἔσχατον κριτήν περί τῶν θεμάτων πίστεως». Μία τέτοια διατύπωση μᾶς καθιστᾶ «πολιτικά ὄργανα» τῆς Ἐκκλησίας. Κριτής τῆς πίστεως εἶναι τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτό ἔχει ἀποδεχθεῖ τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία εὐθύνη τῆς ὀρθῆς διδασκαλίας καί εὐαισθητοποιήσεως τοῦ ποιμνίου φέρουμε ἐμεῖς οἱ Ἐπίσκοποι. Ὡς ἐκ τούτου δέν νομιμοποιούμεθα νά ἀποδίδουμε χαρακτηρισμούς καί νά διακρίνουμε τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας διαλύοντας ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας χωρίζοντας αὐτή σέ «δῆθεν» χριστιανούς καί «σωστούς» χριστιανούς. Ἡ Ἐκκλησία ἀγκαλιάζει ὅλους τούς ἀνθρώπους καί ἰδιαιτέρως τούς ἀσθενεῖς, τούς ὁποίους ὀφείλει διά τῆς πειθοῦς νά θεραπεύσει.


Μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ



 Ὁ Κερκύρας Νεκτάριος


Παρατηρήσεις ἐπί τοῦ Κειμένου: Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΚΕΡΚΥΡΑΣ, ΠΑΞΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΠΟΝΤΙΩΝ ΝΗΣΩΝ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Πρός
τήν Ἁγίαν καί Ἱεράν Σύνοδον
τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος


Παρατηρήσεις ἐπί τοῦ Κειμένου: Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον





Στήν παρ. 3 ἀναφέρεται ἡ «εὐθύνη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διά τήν ἑνότητα, ὡς καί ἡ οἰκουμενική αὐτῆς ἀποστολή», ὅπως «ἐξεφράσθησαν ὑπό τῶν οἱκουμενικῶν Συνόδων. Αὗται [δηλ. οἱ Σύνοδοι] ἰδιαιτέρως προέβαλον τόν μεταξύ τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας ὑφιστάμενον ἄρρηκτον δεσμόν».
Ἐπ' αὐτοῦ θά ἤθελα νά ἐπισημάνω, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τήν ἑνότητα ἀφορᾶ ἀποκλειστικῶς καί κυρίως στήν ἑνότητα τῆς πίστεως. Ἐάν, δηλαδή, δέν ὑπάρχει ταυτότητα στήν πίστη, τότε ἀπόλλυται ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας κι ἑπομένως ἡ οἰκουμενικότητα, γιά τήν ὁποία «μία πίστη» καί «μία Καθολική Ἐκκλησία» συγκροτήθηκαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Σέ ἀντίθετη περίπτωση δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά τήν οἰκουμενικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά τήν «παγκοσμιότητα», ἡ ὁποία παραπέμπει σαφῶς στήν ἀριθμητική καί ποσοστιαῖα ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι στήν ποιοτική συγκρότηση, πού εἶναι ἡ πίστη στόν ἕναν Τριαδικό Θεό καί στήν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωση τῶν πιστῶν.
Σέ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως ἀναφέρεται καί ὁ Μ. Βασίλειος στήν 114η Ἐπιστολή του: «Τοῖς ἐν Ταρσῷ περὶ Κυριακόν» (PG 32, 528B–529B), ὅπως καί στήν 113η Ἐπιστολή του «Τοῖς ἐν Ταρσῷ πρεσβυτέροις» (PG 32, 525B–528A). Στήν 114η Ἐπιστολή του κάνει λόγο γιά τή συνάντησή του μέ ἀδελφούς ἄλλων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποσπάστηκαν ἀπό τήν μία Ἐκκλησία γιά «τὸ φιλόχριστον καὶ τὸ περὶ τὴν πίστιν ἀκριβές τε καὶ εὔτονον» (PG 32, 528C). Ἡ διαμεσολάβηση, ἑπομένως, τοῦ Μ. Βασιλείου γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἀποσκοπεῖ στήν ἐπιβεβαίωση τῆς ὑπαρχούσης ἑνότητος τῆς πίστεως, γι' αὐτό καί στή συνέχεια τῆς Ἐπιστολῆς του παρακαλεῖ τήν ὀρθόδοξη μερίδα τῆς Ταρσοῦ: «πάσῃ ἀγάπῃ ἔχειν αὐτοὺς ἡνωμένους γνησίως καὶ πάσης ἐκκλησιαστικῆς φροντίδος κοινωνούς, ἐγγυησάμενος καὶ αὐτοῖς τὴν ὑμετέραν ὀρθότητα ὅτι καὶ αὐτοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι τῷ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας ζήλῳ πρὸς πάντα ἐστὲ παρατεταγμένοι, ὅσαπερ ἂν δέῃ παθεῖν ὑπὲρ τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας» (PG 32, 528C). Ἐπιπλέον, ἀπαραίτητος καί ἀναγκαῖος ὅρος γιά τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι τό «ὁμολογεῖν ...τὴν ἐκ τῶν Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθεῖσαν πίστιν τῶν ἐν Νικαίᾳ ποτὲ συνελθόντων καὶ μηδεμίαν τῶν ἐκεῖ λέξεων ἀθετεῖν» (PG 32, 529A). Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐπαναλαμβάνει καί στήν προηγούμενη, τήν 113η Ἐπιστολή του, ἡπιότερη τῆς ἑπομένης, ὅταν ἀναφέρει: «Μηδὲν τοίνυν πλέον ἐπιζητῶμεν, ἀλλὰ προτεινώμεθα τοῖς βουλομένοις ἡμῖν συνάπτεσθαι ἀδελφοῖς τὴν ἐν Νικαίᾳ πίστιν...» (PG 32, 528A).
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται τό συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλεται καί ἐλέγχεται ἐπί τῇ βάσει τῆς ταυτότητος τῆς πίστεως. Ὡς ἐκ τούτου, τό νά ἀναφέρεται ἤ νά ἐξυπακούεται εὐκρινῶς ἡ ταυτότητα τῆς πίστεως μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση σέ κάθε ἀναφορά περί ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διαφοροποίηση ὡς πρός τήν πίστη δέν διευκολύνει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Συνεπῶς, ὅταν ὁ Μ. Βασίλειος ἀναφέρεται στίς Ἐκκλησίες, «τὰς πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως ἀπ' ἀλλήλων διατμηθείσας» (PG 32, 528B), ἀναγνωρίζει πρωτίστως τήν ταυτότητα τῆς πίστεως μεταξύ αὐτῶν τῶν Ἐκκλησιῶν καί προσπαθεῖ στή συνέχεια νά ἐξηγήσει τίς ἐπιμέρους λεπτομέρειες ἐπί τῆς κοινῶς ἀποδεκτῆς θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νά ἀναδειχθεῖ ἡ κοινή καί τῶν δύο πίστη. Μέ αὐτό τό δεδομένο δέν μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε σήμερα τήν ἔκφραση «διατμηθείσας Ἐκκλησίας» στίς σύγχρονες χριστιανικές κοινότητες, στίς ὁποῖες δέν ἔχει πρωτίστως ἀναγνωριστεῖ ἡ ταυτότητα τῆς πίστεως.

Στήν παρ. 6 ἀναφέρεται ὅτι: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ' αὐτῆς, ἀλλά καί πιστεύει ὅτι αἱ πρός ταύτας σχέσεις αὐτῆς πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ’ αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειμενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος καί ἰδιαιτέρως τῆς γενικωτέρας παρ’ αὐταῖς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς».
Ἡ ἀναφορά τοῦ Κειμένου, ὅπως καί τοῦ Μ. Βασιλείου, σέ ἄλλες Ἐκκλησίες, ἡ ὁποία παρουσιάζει τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διηρημένη, θά πρέπει νά προϋποθέτει τή διάκριση τοῦ Μ. Βασιλείου μεταξύ αἱρέσεως, σχίσματος καί παρασυναγωγῆς, τήν ὁποία ἀναλύει στήν 188η Ἐπιστολή του σέ σχέση μέ τό Βάπτισμα, δηλ. τήν ὑπαγωγή αὐτῶν πού ἀποκόπτονται ἀπό τήν Ἐκκλησία σέ μία ἀπό τίς τρεῖς παραπάνω κατηγορίες καί τόν τρόπο ὑπαγωγῆς αὐτῶν στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, δηλ. τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία (PG 32, 664B–684B).
Μέ βάση τήν παραπάνω παρατήρηση ἡ «ἱστορική ὕπαρξη ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» δέν εὐσταθεῖ παρά μόνον γιά τή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καί τήν κοινή ἱστορική πορεία της μετά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τήν πρώτη χιλιετηρίδα. Ἡ "ἐκκλησία" τῶν Διαμαρτυρομένων, ἡ ὁποία ἀπεκόπη ἀπό τή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καί πάντως μετά τό σχίσμα της μέ τήν Ὀρθόδοξη (1054), ὄχι μόνον δέν ἔχει ἀποστολική συνέχεια, ἐφ' ὅσον δέν ἔχει ἱστορική ἀναφορά σέ ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅπως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἀλλά καί δέν ἀποδέχεται τήν μυστηριακή πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ὑπάρχει κάποια κοινή βάση διαλόγου -γεγονός στό ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ παρ. 6. Ἀντιθέτως, ἡ χειροτονία τῶν γυναικῶν καί ὁ γάμος μεταξύ ὁμοφυλοφίλων δείχνει τήν ἀκόμη μεγαλύτερη καί εἰς βάθος ἀπομάκρυνση τῆς "ἐκκλησίας" τῶν Διαμαρτυρομένων ἀπό τή διδασκαλία, τή μυστηρική πράξη καί ἐν γένει τήν Ἐκκλησιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὡς ἐκ τούτου δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος στήν περίπτωση τῶν Διαμαρτυρομένων γιά Ἐκκλησία καί πολύ δέ περισσότερο γιά ἱστορική ὕπαρξη αὐτῆς τῆς "ἐκκλησίας". Θά μποροῦσε ἴσως νά χρησιμοποιηθεῖ ὁ ὅρος "χριστιανική ὁμολογία ἤ κοινότητα", ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖται ἤδη ἀπό τούς Διαμαρτυρομένους. Ἡ διατύπωση «ἱστορική ὕπαρξη» θά μποροῦσε νά ἑρμηνευθεῖ μόνον στό πλαίσιο τῆς γνώσης τῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν, οἱ ὁποῖοι ὁδήγησαν στή δημιουργία αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας ἤ τῶν ἐκκλησιῶν καί οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν κάποια ἀξία γιά τήν Ἐκκλησία, ἀλλά γιά τήν ἱστοριογραφία. Ὡς ἐκ τούτου δέν μπορεῖ ἡ ἔκφραση αὐτή νά περιέχεται σέ ἕνα θεολογικό Κείμενο. Ἐάν δέ λάβουμε ὑπ᾽ ὄψιν καί τήν περίπτωση μεταφράσεως τοῦ Κειμένου, ἡ συγκεκριμένη πρόταση θά δώσει ἀμφίσημα μηνύματα στίς λοιπές χριστιανικές κοινότητες καί ὁμάδες καί θά φέρει σέ δυσχερή θέση τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία κάθε φορά θά πρέπει νά ἐπεξηγεῖ, τί ἀκριβῶς ἐννοεῖ σέ αὐτήν.

Στήν παρ. 9 ἡ ἀναφορά στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, «αἱ ὁποῖαι ἔχουν χρέος νά συμμετέχουν ἐνεργῶς καί συνεχῶς εἰς τήν διεξαγωγήν αὐτῶν [τῶν διαλόγων]», δέν ὀφείλεται οὔτε στίς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων, πού τό ἐπιβάλλουν, οὔτε βεβαίως στό νά μήν «παρακωλύηται ἡ ὁμόφωνος μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας πρός δόξαν τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ». Ἡ συμμετοχή στούς διμερεῖς ἤ πολυμερεῖς θεολογικούς διαλόγους ἀποτελεῖ χρέος καί καθῆκον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὡς Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική μετέχει τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας Ἀληθείας καί ὡς ἐκ τούτου θά πρέπει νά κηρύττει Αὐτήν σέ ὅλη τήν Οἰκουμένη κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. 28, 19-20) καί τό παράδειγμα τῶν Ἀποστόλων (Τιμ. Α' 5, 11 καί 17· Τιμ. Β' 4, 17). Κατ' αὐτόν τόν τρόπο, ἡ διατύπωση τῆς Ἀληθείας καί ὁ διάλογος παίρνει τόν χαρακτήρα τῆς διακονίας, γεγονός πού ἀποτελεῖ ἰδιότητα τῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, καί ὄχι τῆς ἐπιδείξεως ἰσχύος ἤ προβολῆς προσωπικῶν συμφερόντων, τά ὁποῖα ἔχουν κοσμικό καί πολιτικό χαρακτήρα.
Ἐπειδή λοιπόν, κατά τή γνώμη μου, τό περιεχόμενο τοῦ διαλόγου δέν κατανοεῖται στό Κείμενο ἐπί τῇ βάσει τῶν ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων καί στήν προοπτική τῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας μέσα στόν κόσμο, γι' αὐτό ἀναφέρεται κατωτέρω, ὅτι «ἐν ᾗ περιπτώσει τοπική τις Ἐκκλησία ἤθελεν ἀποφασίσει νά μή ὁρίσῃ ἐκπροσώπους αὐτῆς εἴς τινα διάλογον ἤ συνέλευσιν διαλόγου, ἐάν ἡ ἀπόφασις αὕτη δέν εἶναι πανορθόδοξος, ὁ διάλογος συνεχίζεται», ἐνῶ ἡ ἄρνηση συμμετοχῆς μιᾶς τοπικῆς Ἐκκκλησίας στόν διάλογο ἤ στή συνέλευση ἀντιμετωπίζεται στό ἐπίπεδο «τῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».
Ἡ ἀνωτέρω πρόταση, α) συνέχειας τοῦ διαλόγου καί β) ἀντιμετώπισης τῆς ἀποχῆς μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν διάλογο στό ἐπίπεδο τῆς ἀλληλεγγύης, παραγνωρίζει σαφῶς ὅτι ἡ διακοπή τοῦ διαλόγου ἀπό μία Ἐκκλησία θά πρέπει νά πραγματοποιεῖται μόνον στήν περίπτωση πού ὑπάρχουν σοβαρές καί ἀνυπέρβλητες θεολογικές διαφορές, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν σέ μία διαφορετική ἑρμηνεία τῆς ἀποκεκαλυμμένης Ἀληθείας καί ἐν τέλει σέ μία διαφορετική Ἐκκλησιολογία. Τέτοιου εἴδους διαφορές μπορεῖ νά ὑπάρχουν μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν Διαμαρτυρομένων. Σέ αὐτήν τήν περίπτωση ὀφείλουν ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες νά διακόψουν τόν διάλογο, γιατί δέν τίθεται θέμα «ἀλληλεγγύης» καί «ἑνότητος» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά θέμα διαφορᾶς πίστεως.
Ἐάν πάλι ὑπάρχουν θέματα διοικητικοῦ ἤ ποιμαντικοῦ ἐνδιαφέροντος, τά ὁποῖα ἀπασχολοῦν κάποια τοπική Ἐκκλησία μέ τίς ἑτερόδοξες ἐκκλησίες ἤ Ὁμολογίες, θά πρέπει αὐτά νά ἐπιλύονται σέ ἐπίπεδο πανορθοδόξου διαβουλεύσεως, χωρίς νά ἐπηρεάζεται ὁ διάλογος, ὁ ὁποῖος νοεῖται μόνον σέ θέματα πίστεως. Τοῦτο γίνεται σαφές, ἄν παρατηρήσει κανείς τή μέχρι τοῦδε ἐπί τῶν κοινῶν σημείων συζήτηση μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν ἤ Ὁμολογιῶν, ἡ ὁποία δέν ὁδήγησε σέ καμία σύγκλιση, μᾶλλον δέ ἀποτέλεσε καί τήν εὐκαιρία ἀναπτύξεως προσηλυτιστικῶν τάσεων ἀπό τούς ἑτεροδόξους. Αὐτό εἶναι ἤδη γνωστό στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί ὁ Μ. Βασίλειος σέ μία ἐπιστολή του πρός τόν Διόδωρο (τόν μετέπειτα ἐπίσκοπο Ταρσοῦ) θέλοντας νά τονίσει τήν ἀξία τῆς σαφήνειας καί καθαρότητος τοῦ θεολογικοῦ λόγου ἔναντι αὐτῶν πού διαφοροποιοῦνται ὡς πρός τήν πίστη, ἐκφράζει τήν ἱκανοποίησή του γιά τό δεύτερο βιβλίο πού τοῦ ἀπέστειλε, τό ὁποῖο εἶναι σαφῶς καλύτερο ἀπό τό πρῶτο, «ὅτι πυκνόν τε ἅμα ἐστὶ ταῖς ἐννοίαις καὶ εὐκρινῶς ἐν αὐτῷ ἔχουσιν αἵ τε ἀντιθέσεις τῶν ὑπεναντίων καὶ αἱ πρὸς αὐτὰς ἀπαντήσεις» (Ἐπιστολή 135, PG 32, 572B). Ἐπιπλέον, ἡ ἀνωτέρω παρατήρηση τοῦ Μ. Βασιλείου ἀναφέρεται καί στόν τρόπο τοῦ διαλέγεσθαι, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι ἡ ἐξέταση τῶν προβλημάτων μέ πλούσια ἐκφραστικά μέσα, ποικίλα σχήματα καί διαλογική χάρη, τά ὁποῖα μποροῦν στή συνέχεια νά ὁδήγησουν σέ μία σύγκλιση ἤ «κατά πλειοψηφία» συμφωνία. Στήν περίπτωση τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μεταξύ τῶν χριστιανῶν, στόν ὁποῖο ἀναζητεῖται ἡ ἑνότητα ὡς κοινή ὠφέλεια καί θεραπεία τῶν τραυμάτων τῆς διαιρέσεως, δέν ὑπεισέρχεται κανένας συμβιβασμός. Κάθε συμβιβασμός ὁδηγεῖ σέ ἐπιδείνωση τῆς διαιρέσεως, γιατί ἡ ἑνότητα τοῦ σώματος ἀπαιτεῖ ἕναν συγκεκριμένο τρόπο ζωῆς, ὁ ὁποῖος δέν μπορεῖ ποτέ νά εἶναι ἀποτέλεσμα συμβιβασμοῦ. Γι’ αὐτό καί ὁ Μ. Βασίλειος στήν ἴδια ἐπιστολή πρός Διόδωρο ἀναφέρει ἀμέσως παρακάτω: «καὶ τὸ τῆς λέξεως ἁπλοῦν καὶ ἀκατάσκευον πρέπον ἔδοξέ μοι εἶναι προθέσει χριστιανοῦ οὐ πρὸς ἐπίδειξιν μᾶλλον ἢ κοινὴν ὠφέλειαν γράφοντος» (Ἐπιστολή 135, PG 32, 572B).

Τέλος, ἡ παρ. 22 ἀναφέρεται στήν καταδίκη κάθε διασπάσεως «τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό ἀτόμων ἤ ὁμάδων, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας». Ἐπιπλέον ἀναφέρεται ὅτι «ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος».
Ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας γνωρίζουμε καλῶς ὅτι ἡ ὀρθόδοξος πίστη δέν εὑρίσκετο πάντοτε στίς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ἤ στήν πλειοψηφία τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας καί τῶν ἐπικρατοῦντων στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἤ πολιτείας. Θά ὑπενθυμίσω μόνον τρεῖς πολύ γνωστές Συνόδους: α) τῆς Ἐφέσου (449), τήν ἐπονομαζόμενη Ληστρική, β) τῆς Ἱέρειας (754) καί γ) τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1439), τίς ἀποφάσεις τῶν ὁποίων ἀπέρριψε ἡ Ἐκκλησία. Ἀκόμη θά ὑπενθυμίσω τόν λόγο τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Εἰς Ἥρωνα τὸν φιλόσοφον, ὁ ὁποῖος μεταξύ τῶν διωχθέντων ὀρθοδόξων πιστῶν χριστιανῶν, σέ διωγμούς ὅπου «ἱερεῖς τε κατὰ ἱερέων ἐξοπλισθέντες, καὶ δῆμοι δήμοις ἐπιμανέντες· καὶ βασιλεὺς ἀσεβείᾳ διδοὺς παῤῥησίαν, καὶ κατὰ τῆς ὀρθῆς δόξης νομοθετῶν· καὶ οἱ μήτε ἄνδρες, μήτε γυναῖκες, παρ' αὐτῷ δυναστεύοντες» (PG 35, 1209B), συμπεριλαμβάνει καί αὐτόν τόν ἴδιο τόν Μ. Ἀθανάσιο καί τόν διάδοχο αὐτοῦ στόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας Πέτρο. Τόν τελευταῖο μάλιστα ἐξέβαλαν βιαίως ἀπό τόν ναό, ἐνῶ κακοποίησαν τούς ὀρθοδόξους πιστούς χριστιανούς (PG 35, 1212C-1216C). Ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν παρουσιάστηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό 379, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Κωνσταντινουπόλεως Δημόφιλος καί οἱ ὑπόλοιποι χριστιανοί καί πολιτικοί εἶχαν προσχωρήσει ἀπό τεσσαρακονταετίας στήν αἵρεση τοῦ Ἀρείου.
Ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀνωτέρω εἶναι ἄκρως παρακινδυνευμένο νά περιορίσουμε τήν ὀρθόδοξη ἔκφραση τῆς πίστεως μόνον στούς Ἐπισκόπους. Σέ μία τέτοια περίπτωση, περιορισμοῦ τῆς ἐκφράσεως τῆς πίστεως, εἰς τί διαφέρει τό πρωτεῖο τοῦ πάπα Ρώμης ἀπό τό πρωτεῖο τῆς ἑκάστοτε Συνόδου; Ἀνταλλάσσουμε τήν μοναρχία τοῦ πάπα μέ τήν ὁλιγαρχία τῆς ἱεραρχίας; Καί στίς δύο περιπτώσεις εἰσάγονται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας συστήματα καί πρακτικές τῆς πολιτικῆς διοικήσεως, γεγονός πού δέν συνάδει μέ τήν ἐκκλησιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ Ἐπίσκοπος ὑπάρχει καί λειτουργεῖ ἐντός τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὡς «διορισμένος ὑπάλληλος».
Συνεπῶς, χρέος τῆς Ἐκκλησίας καί ἡμῶν τῶν Ἐπισκόπων εἶναι ἡ ἐνημέρωση καί κατάλληλη διαπαιδαγώγηση τοῦ ποιμνίου, ὥστε τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας νά διατηρεῖ καθαρή ἐκκλησιαστική συνείδηση καί θεολογική γνώση. Μέ τήν προϋπόθεση τῆς γνησίας καί ὀρθοτομούσης πίστεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θεοφιλοῦς ἀσκήσεως τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου θά μποροῦν οἱ πιστοί νά διακρίνουν στή συνέχεια τούς ψευδοπροφῆτες καί ψευτοδιδασκάλους ἀπό τούς γνησίους ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησούς Χριστός ἐπεσήμανε τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ κανείς νά διακρίνει τούς γνησίους ποιμένες, λέγοντας: «Προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασιν προβάτων, ἔσωθεν δέ εἰσιν λύκοι ἅρπαγες. ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς» (Ματθ. 7, 15-16). Ἑπομένως δέν εἶναι τό σύστημα (συνοδικό ἤ παπικό), τό ὁποῖο «ἀπετέλει τόν ἁρμόδιον καί ἔσχατον κριτήν περί τῶν θεμάτων πίστεως». Μία τέτοια διατύπωση μᾶς καθιστᾶ «πολιτικά ὄργανα» τῆς Ἐκκλησίας. Κριτής τῆς πίστεως εἶναι τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτό ἔχει ἀποδεχθεῖ τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία εὐθύνη τῆς ὀρθῆς διδασκαλίας καί εὐαισθητοποιήσεως τοῦ ποιμνίου φέρουμε ἐμεῖς οἱ Ἐπίσκοποι. Ὡς ἐκ τούτου δέν νομιμοποιούμεθα νά ἀποδίδουμε χαρακτηρισμούς καί νά διακρίνουμε τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας διαλύοντας ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας χωρίζοντας αὐτή σέ «δῆθεν» χριστιανούς καί «σωστούς» χριστιανούς. Ἡ Ἐκκλησία ἀγκαλιάζει ὅλους τούς ἀνθρώπους καί ἰδιαιτέρως τούς ἀσθενεῖς, τούς ὁποίους ὀφείλει διά τῆς πειθοῦς νά θεραπεύσει.


Μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ




 Ὁ Κερκύρας Νεκτάριος


Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

Ομιλία στην Κυριακή του Παραλύτου από τον Πρωτοπρεσβύτερο π. Δημήτριο Κοσκινά κατά την θεία λειτουργία στον Ι.Ναό Αγίου Ελευθερίου Πόλεως.

Κερκύρας Νεκτάριος : “ Το θαύμα αποτελεί το απαύγασμα της Θείας Χάριτος “.


Την Κυριακή 22 Μαϊου 2016 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος ιερούργησε στον Ιερό Ναό της Υ.Θ. Κουκαμιώτισσας, στο χωριό Χωρεπίσκοποι.
Στο κήρυγμά του ο Μητροπολίτης Κερκύρας σημείωσε ότι η Αγία μας Εκκλησία μάς καλεί να βιώσουμε την παρουσία του Αναστάντος Χριστού στη δική μας ζωή. Ο Κύριός μας καταδικάστηκε σε σταυρικό θάνατο διότι συνετάραξε την καθεστηκυία τάξη της τότε εποχής. Δίδαξε στους ανθρώπους να ζουν με ανθρωπιά, με αγάπη και κοινωνία μετά του Θεού. Κοντολογίς έδειξε την αλήθεια της ζωής στους ανθρώπους. Με το θάνατό Του ο Χριστός κατήργησε την εξουσία του κακού, το οποίο υποστασιάστηκε αφής στιγμής ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από το θέλημα του Ουρανίου Πατρός, κάνοντας τον εαυτό του δούλο της αμαρτίας και των παθών.
Ακόμη ο Σεβασμιώτατος έκανε αναφορά στην Ευαγγελική περικοπή της ημέρας, την ίαση του επί 38 έτη Παραλυτικού από το Χριστό. Ο Θεός ζητά από τον άνθρωπο να θεραπευθεί πρώτα εσωτερικά και έπειτα έρχεται η σωματική ίαση. Όπως ακριβώς και ο θάνατος. Ο άνθρωπος πρώτα πεθαίνει πνευματικά και στη συνέχεια ακολουθεί ο σωματικός θάνατος. Η αρρώστια αποτελεί απότοκο της αμαρτίας. Ο Κύριός μας όμως ως Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων έρχεται και θεραπεύει τον Παραλυτικό, συγχωρώντας του τις αμαρτίες. Το θαύμα δεν είναι μια μαγική τελετουργία, αλλά αποτελεί το απαύγασμα της Θείας Χάριτος, την Άκτιστη Ενέργεια του Τριαδικού Θεού στη ζωή μας.
Καταλήγοντας ο κ. Νεκτάριος ζήτησε από τους πιστούς να βιώνουν τη χαρά της Αναστάσεως κάθε ημέρα της ζωής τους, μένοντας κοντά στο Χριστό ο Οποίος είναι η Όντως Ζωή.
Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ο Σεβασμιώτατος προεξήρχε της Λιτάνευσης της Ιεράς Εικόνος της Υπεραγίας Θεοτόκου.









Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (21)

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως
Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού

Αποτέλεσμα εικόνας για ιωαννησ δαμασκηνος

Ἀπόδοση εἰς τὴν νέα ἑλληνική: Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 21. Για το φως, τη φωτιά, τους φωστήρες, δηλαδή τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα.

Η φωτιά είναι ένα από τα τέσσερα στοιχεία, ελαφρύ και ανυψωτικό σε σχέση με τα υπόλοιπα· καυστική και συγχρόνως φωτιστική· τη δημιούργησε ο Δημιουργός την πρώτη ημέρα. Διότι λέει η Αγία Γραφή: «Και είπε ο Θεός· να δημιουργηθεί φως, και δημιουργήθηκε». Καθόσον, η φωτιά δεν είναι κάτι το διαφορετικό από το φως, όπως λένε μερικοί. Άλλοι πάλι λένε ότι το «κοσμικό πυρ» είναι πάνω από τον αέρα και το ονομάζουν αιθέρα. Στην αρχή, λοιπόν, την πρώτη ημέρα δημιούργησε ο Θεός το φως, σαν στολίδι και κόσμημα όλου του ορατού κόσμου. Διότι, αν αφαιρέσεις το φως, όλα μένουν μέσα στο σκοτάδι άγνωστα, επειδή δεν μπορούν να φανερώσουν την ομορφιά τους. «Και ονόμασε ο Θεός το φως ημέρα, ενώ το σκοτάδι νύχτα». Και το σκοτάδι δεν είναι κάποια ύπαρξη, αλλά κάποιο συμβάν· είναι απουσία του φωτός.

Διότι ο αέρας δεν έχει μέσα στην ουσία του το φως. Ονόμασε, λοιπόν, ο Θεός σκοτάδι τη στέρηση του αέρα από το φως. Και η ουσία του αέρα δεν είναι σκοτάδι, αλλά η στέρησή του από το φως, πράγμα το οποίο δηλώνει ένα γεγονός που συμβαίνει παρά μια ουσία. Και δεν ονόμασε πρώτα τη νύχτα, αλλά την ημέρα· έτσι, πρώτα είναι η ημέρα και τελευταία η νύχτα. Η νύχτα, λοιπόν, ακολουθεί την ημέρα, και από την αρχή μιας ημέρας έως την άλλη ημέρα σχηματίζεται ένα ημερόνυχτο. Και το είπε η Αγία Γραφή: «Έγινε βράδυ, έγινε πρωΐ, σχηματίσθηκε ένα ημερόνυχτο». Στις τρεις, λοιπόν, ημέρες καθώς το φως διαχεόταν και συστελλόταν με θεία εντολή, έγινε η ημέρα και η νύχτα. Και την τέταρτη ημέρα ο Θεός δημιούργησε το μεγάλο αστέρι, δηλαδή τον ήλιο, για να ορίζει την αρχή και τη διεύθυνση της ημέρας· διότι αυτός συνιστά την ημέρα, καθώς ημέρα έχουμε όταν ο ήλιος είναι πάνω στη γη· και διάρκεια ημέρας είναι η διαδρομή του ήλιου πάνω στη γη από την ανατολή μέχρι τη δύση του. Δημιούργησε ακόμη το μικρότερο αστέρι, δηλαδή τη σελήνη, και τα αστέρια για να ορίζουν την αρχή και τη διεύθυνση της νύχτας φωτίζοντάς την. Νύχτα έχουμε όταν ο ήλιος είναι κάτω από τη γη και διάρκεια της νύχτας είναι η διαδρομή του ήλιου κάτω από τη γη από τή δύση έως την ανατολή του.

Η σελήνη, λοιπόν, και τα αστέρια ορίσθηκαν για να φωτίζουν τη νύχτα· αυτό δεν σημαίνει ότι αυτά την ημέρα είναι κάτω από τη γη, διότι υπάρχουν και την ημέρα αστέρια πάνω από τη γη· αλλά ο ήλιος με το λαμπρότερο φως του σκεπάζει και τ’ αστέρια και τη σελήνη, και δεν τα αφήνει να φαίνονται. Σ’ αυτά τ’ αστέρια ο Δημιουργό έδωσε το πρωτοδημιούργητο φως του, όχι διότι δεν είχε άλλο φως, αλλά για να μην παραμείνει εκείνο το φως άχρηστο. Διότι το αστέρι δεν είναι το ίδιο το φως, αλλά δοχείο του φωτός. Λένε ότι απ’ αυτά τ’ αστέρια προέρχονται οι επτά πλανήτες, οι οποίοι κινούνται αντίθετα από την κίνηση του ουρανού· γι’ αυτό και τους ονόμασαν πλανήτες. Λένε, δηλαδή, ότι ο ουρανός κινείται από την ανατολή στη δύση, ενώ οι πλανήτες από τη δύση στην ανατολή· λένε ακόμη ότι ο ουρανός με την ταχύτητα της κινήσεώς του συμπαρασύρει τους επτά πλανήτες. Τα ονόματα των επτά πλανητών είναι τα εξής: Ήλιος, Σελήνη, Ζευς, Ερμής, Άρης, Αφροδίτη και Κρόνος. Και σε κάθε ζώνη του ουρανού υπάρχει και ένας από τους επτά πλανήτες. Στήν πρώτη και ψηλότερη ζώνη ο Κρόνος, στη δεύτερη ο Δίας, στην τρίτη ο Άρης, στην τέταρτη ο Ήλιος, στην πέμπτη η Αφροδίτη, στην έκτη ο Ερμής και στην έβδομη και χαμηλότερη η Σελήνη. Διανύουν ατέλειωτη διαδρομή, που ο Δημιουργός τούς όρισε, καθώς έθεσε τα θεμέλιά τους, όπως το λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Τη Σελήνη και τα άστρα, των οποίων Εσύ έθεσες τα θεμέλια».

Λέγοντας «θεμελίωσες», εννοεί τη σταθερή και αμετάβλητη τάξη και σειρά, που τους έδωσε ο Θεός. Διότι τα έχει τάξει να ορίζουν τις εποχές, τις ημέρες και τα έτη. Από τον ήλιο δηλαδή σχηματίζονται οι τέσσερις εποχές. Πρώτη η άνοιξη. Στη διάρκειά της ο Θεός έφτιαξε το Σύμπαν· αυτό το αποδεικνύει το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα ανθίζουν τα φυτά αυτή την εποχή, η οποία και λέγεται περίοδος της ισημερίας· διότι κάνει να διαρκεί και η ημέρα και η νύχτα δώδεκα ώρες. Αυτή σχηματίζεται εξαιτίας της ανατολής του ήλιου από το μέσον του ορίζοντα, είναι εύκρατη, αυξάνει το αίμα, είναι θερμή και υγρή και είναι ανάμεσα στο χειμώνα και το καλοκαίρι· είναι πιο θερμή εποχή από το χειμώνα, αλλά και πιο ψυχρή και υγρή από το καλοκαίρι. Και διαρκεί αυτή η εποχή από την εικοστή πρώτη Μαρτίου μέχρι τις είκοσι τέσσερις Ιουνίου. Έπειτα, καθώς ανυψώνεται η ανατολή του ήλιου προς τα βορειότερα μέρη, ακολουθεί η θερινή περίοδος, που είναι ανάμεσα στην άνοιξη και το φθινόπωρο· από την άνοιξη έχει τη θερμότητα και από το φθινόπωρο την ξηρασία· είναι δηλαδή θερμή, ξερή και αυξάνει την ξανθή χολή. Και έχει πολύ μεγάλη ημέρα, διάρκειας δεκαπέντε ωρών, ενώ τη νύχτα πάρα πολύ μικρή, διάρκειας εννέα ωρών. Και διαρκεί αυτή η εποχή από τις είκοσι τέσσερις Ιουνίου έως τίς είκοσι πέντε Σεπτεμβρίου. Έπειτα, με την επάνοδο του ήλιου στο μέσο της ανατολής, η φθινοπωρινή περίοδος διαδέχεται τη θερινή, και είναι ανάμεσα στο ψύχος και τη θερμότητα, την ξηρασία και την υγρασία· βρίσκεται ανάμεσα στο καλοκαίρι και το χειμώνα, και διατηρεί από το καλοκαίρι την ξηρασία και από το χειμώνα την υγρασία· είναι δηλαδή ψυχρή και ξερή εποχή και αυξάνει τη μαύρη χολή.

Αυτή, επίσης, είναι περίοδος της ισημερίας· έχει και η ημέρα και η νύχτα δώδεκα ώρες. Διαρκεί από τις είκοσι πέντε Σεπτεμβρίου μέχρι τις είκοσι πέντε Δεκεμβρίου. Όταν τέλος ο ήλιος κατέβει στο πιο μικρό και χαμηλό σημείο, δηλαδή τη μεσημβρινή ανατολή, φθάνει η χειμερινή περίοδος, που είναι ψυχρή και υγρή και βρίσκεται ανάμεσα στο φθινόπωρο και την άνοιξη· από το φθινόπωρο κρατάει την ψύχρα, ενώ από την άνοιξη την υγρασία. Η περίοδος αυτή έχει την πιο μικρή ημέρα, από εννέα ώρες, και την πιο μεγάλη νύχτα, από δεκαπέντε ώρες· έχει την ιδιότητα ν’ αυξάνει τα φλέγματα. Διαρκεί από τις είκοσι πέντε Δεκεμβρίου μέχρι την εικοστή πρώτη Μαρτίου. Καθόσον ο Δημιουργός με πολλή σοφία προνόησε, να μη μεταβαίνουμε από το υπερβολικό ψύχος ή τη θερμότητα ή την υγρασία ή την ξηρασία στην ακριβώς αντίθετη κατάσταση και έτσι να πέφτουμε στις πιο βαριές ασθένειες. Διότι η λογική μας διδάσκει ότι οι ξαφνικές αλλαγές είναι επικίνδυνες. Έτσι, λοιπόν, ο ήλιος σχηματίζει τις εποχές και με αυτές ολοκληρώνει το έτος, αλλά και τις ημέρες και τις νύχτες· τις ημέρες τις σχηματίζει με την ανατολή του και την πορεία πάνω από τη γη, ενώ τις νύχτες με τη δύση του κάτω από τη γη και με την παραχώρηση του φωτισμού του στους άλλους φωστήρες, τη σελήνη δηλαδή και τ’ αστέρια.

Λένε, επίσης, ότι υπάρχουν στον ουρανό και δώδεκα ζώδια από αστέρια, που έχουν αντίθετη κίνηση από τον ήλιο, τη σελήνη και τους άλλους πέντε πλανήτες· και ότι ανάμεσα από τα δώδεκα ζώδια περνούν οι επτά πλανήτες. Ο ήλιος, λοιπόν, συμπληρώνει ένα μήνα κατά τη διάρκεια κάθε ζωδίου κι έτσι στους δώδεκα μήνες περνά μέσα από τα δώδεκα ζώδια. Τα ονόματα των δώδεκα ζωδίων και οι αντίστοιχοι μήνες τους είναι οι εξής: ο Κριός, την 21η του μήνα Μαρτίου δέχεται τον ήλιο, ο Ταύρος την 23η Απριλίου, οι Δίδυμοι την 24η Μαΐου, ο Καρκίνος την 24η Ιουνίου, ο Λέων την 25η Ιουλίου, ο Παρθένος την 25η Αυγούστου, ο Ζυγός την 25η Σεπτεμβρίου, ο Σκορπιός την 25η Οκτωβρίου, ο Τοξότης την 25η Νοεμβρίου, ο Αιγόκερως την 25η Δεκεμβρίου, ο Υδροχόος την 25η Ιανουαρίου, οι Ιχθύες την 24η Φεβρουαρίου. Η σελήνη όμως περνά από τα δώδεκα ζώδια κάθε μήνα, επειδή βρίσκεται πιο χαμηλά και τα διατρέχει πιο γρήγορα. Είναι, δηλαδή, όπως όταν κατασκευάσεις μια σφαίρα μέσα σε άλλη· τότε η εσωτερική σφαίρα θα είναι μικρότερη. Έτσι και η διαδρομή της σελήνης, που βρίσκεται πιο χαμηλά, είναι λιγότερη και διανύεται γρηγορότερα. Οι ειδωλολάτρες βέβαια ισχυρίζονται ότι η ζωή μας καθορίζεται από την ανατολή, τη δύση και τη σύγκρουση αυτών των άστρων, δηλαδή του ήλιου και της σελήνης· και με αυτά βέβαια ασχολείται η αστρολογία. Εμείς όμως υποστηρίζουμε ότι μπορεί κάποια συμβάντα να προέρχονται απ’ αυτά, όπως η βροχή και η ανομβρία, η ψύχρα και η ζέστη, η υγρασία και η ξηρασία, οι άνεμοι και τα παρόμοια· σε καμία περίπτωση όμως δεν εξαρτώνται οι πράξεις μας.

Διότι ο Δημιουργός μας έπλασε αυτεξούσιους, να είμαστε υπεύθυνοι για τις πράξεις μας. Εάν, ό,τι κάνουμε το οφείλουμε στην κίνηση των αστέρων, τότε το κάνουμε καταναγκαστικά· και ό,τι γίνεται καταναγκαστικά, δεν είναι ούτε αρετή ούτε κακία. Αν όμως δέν έχουμε αποκτήσει ούτε αρετή ούτε κακία, τότε δεν αξίζουμε ούτε επαίνους και βραβεία, ούτε κατηγορίες και τιμωρίες· θ’ αποδειχθεί μάλιστα ότι και ο Θεός είναι άδικος, διότι σ’ άλλους μοιράζει αγαθά και σ’ άλλους θλίψεις.

Κι αν όλα τα κατευθύνει η ανάγκη, τότε ο Θεός δεν θα χρειαστεί να κυβερνά και να προνοεί για τα δημιουργήματά του. Και η λογική ακόμη θα μας είναι περιττή· διότι αν δεν είμαστε υπεύθυνοι για καμιά μας πράξη, τότε περιττεύει η λογική. Καθόσον, το λογικό μας έχει δοθεί για να σκεφτόμαστε· γι’ αυτό, κάθε λογικό ον είναι και αυτεξούσιο (υπεύθυνο). Εμείς όμως ισχυριζόμαστε ότι τα άστρα δεν είναι η αιτία κανενός απ’ αυτά που συμβαίνουν, ούτε αιτία δημιουργίας των δημιουργημάτων ούτε αιτία καταστροφής αυτών που φθείρονται· αλλά μάλλον είναι προμηνύματα βροχών και αλλαγής των αέρων. Κατά τον ίδιο τρόπο θα έλεγε κάποιος ότι δεν αποτελούν αίτια των πολέμων αλλά συνιστούν προμηνύματα. Και η ποιότητα του αέρα, η οποία δημιουργείται από τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα, συνθέτει κάθε φορά διαφορετικές κράσεις, συνήθειες και διαθέσεις.

Οι συνήθειες μάλιστα εξαρτώνται από μας· διότι τις εξουσιάζει η λογική και στις μεταβολές τους κατευθύνονται απ’ αυτήν. Σχηματίζονται μάλιστα πολύ συχνά και κομήτες, κάποια σημάδια δηλαδή που φανερώνουν το θάνατο των βασιλέων· αυτοί δεν ανήκουν στα άστρα που δημιουργήθηκαν εξαρχής, αλλά σχηματίστηκαν σε ειδική περίπτωση με θείο πρόσταγμα και πάλι διαλύονται. Επειδή και ο αστέρας που φάνηκε στους μάγους στη φιλάνθρωπη και σωτήρια κατά σάρκα γέννηση του Κυρίου, δεν ήταν από τα άστρα που δημιουργήθηκαν από την αρχή της δημιουργίας.

Και φαίνεται αυτό από το γεγονός ότι η πορεία του ήταν άλλοτε από ανατολή στη δύση, άλλοτε από βορρά προς νότο, άλλοτε χανόταν και άλλοτε φαινόταν. Τα χαρακτηριστικά δηλαδή αυτά δεν ανήκαν στην τάξη ή τη φύση των άστρων. Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η σελήνη φωτίζεται από τον ήλιο, όχι διότι δεν είχε ο Θεός να της δώσει ιδιαίτερο φως, αλλά για να υπάρχει ρυθμός και τάξη μέσα στη δημιουργία, με τη διαβάθμιση άρχοντα και υπηκόου· για να μάθουμε κι εμείς να είμαστε κοινωνικοί μεταξύ μας, να προσφέρουμε στους άλλους και να υποτασσόμαστε πρώτα στο Δημιουργό και Πλάστη μας, το Θεό και Δεσπότη, και έπειτα στους άρχοντες που Αυτός έχει ορίσει· μήτε να εξετάζουμε, γιατί έχει αυτός την εξουσία και όχι εγώ· αλλά όλα όσα μας δίνει ο Θεός να τα δεχόμαστε με ευχαρίστηση και ευγνωμοσύνη. Ο ήλιος και η σελήνη παθαίνουν έκλειψη· κι έτσι αποδεικνύουν ως ανόητη πράξη την προσκύνηση των δημιουργημάτων και όχι του Δημιουργού· διότι τα κτίσματα τούς διδάσκουν ότι μεταβάλλονται και αλλοιώνονται.

Και κάθε τι το μεταβλητό δεν είναι Θεός· διότι σύμφωνα με τη φύση τους όλα τα μεταβλητά είναι φθαρτά. Ο ήλιος παθαίνει έκλειψη, όταν το σώμα της σελήνης παρεμβάλλεται σαν κάποιος μεσότοιχος και ρίχνει τη σκιά της, χωρίς να επιτρέπει να μεταδοθεί το φως της σε μας. Και όσο διάστημα το σώμα της σελήνης κρύβει τον ήλιο, τόσο διαρκεί και η έκλειψη. Και μην απορείς, αν το σώμα της σελήνης είναι πιο μικρό. Διότι και ο ήλιος θεωρείται από ορισμένους πολύ μεγαλύτερος από τη γη, ενώ από τους Αγίους Πατέρες ίσος προς τη γη· και παρ’ όλ’ αυτά συχνά ένα μικρό σύννεφο ή ένας μικρός λόφος ή τοίχος τον σκεπάζει.

Η έκλειψη όμως της σελήνης προκαλείται από τη σκιά της γης, όταν η σελήνη γίνει δεκαπέντε ημερών και βρεθεί στο απέναντι αντίθετο άκρο· (σε μια ευθεία) δηλαδή, ο ήλιος κάτω από τη γη, ενώ η σελήνη πάνω από τη γη. Τότε η γη ρίχνει τη σκιά της και δεν φθάνει το φως του ήλιου να φωτίσει τη σελήνη· έτσι γίνεται η έκλειψή της. Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι ο Δημιουργός έφτιαξε τη σελήνη τέλεια, δηλαδή δεκαπέντε ημερών· διότι έπρεπε να δημιουργηθεί τέλεια. Και την τέταρτη ημέρα, όπως είπαμε, δημιουργήθηκε ο ήλιος.

Προηγήθηκε, δηλαδή, από τον ήλιο ένδεκα ημέρες· καθώς από την τέταρτη έως τη δεκάτη πέμπτη υπάρχουν ένδεκα ημέρες. Και γι’ αυτό, στο έτος οι δώδεκα μήνες της σελήνης υπολείπονται ένδεκα ημέρες από τους δώδεκα μήνες του ήλιου· καθώς οι μήνες του ήλιου έχουν τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες. Γι’ αυτό με με τον υπολογισμό ενός τετάρτου της ημέρας κάθε τέσσερα χρόνια συμπληρώνεται μία ημέρα, η οποία ονομάζεται δίσεκτος. Κι έτσι το έτος εκείνο έχει τριακόσιες εξήντα έξι ημέρες. Τα έτη όμως της σελήνης έχουν τριακόσιες πενήντα τέσσερις ημέρες· διότι η σελήνη, αφότου γεννηθεί, δηλαδή εμφανισθεί ως νέα, μεγαλώνει έως ότου γίνει δεκατέσσερις και μισή ημέρες· τότε αρχίζει να μικραίνει έως την εικοστή ενάτη και μισή ημέρα, οπότε γίνεται τελείως σκοτεινή.

Και πάλι όμως έρχεται σε επαφή με τον ήλιο, ξαναγεννιέται και γίνεται νέα προτυπώνοντας τη δική μας ανάσταση. Κάθε έτος, λοιπόν, επιστρέφει στον ήλιο τις ένδεκα ημέρες. Και έτσι, κάθε τρία χρόνια, δημιουργείται ο εμβόλιμος μήνας για τους Εβραίους· και το έτος εκείνο έχει δεκατρείς μήνες, λόγω της προσθήκης των ένδεκα ημερών. Και είναι φανερό ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα είναι σύνθετα, και σύμφωνα με τη φύση τους πέφτουν στη φθορά. Δεν γνωρίζουμε βέβαια τη φύση τους. Ορισμένοι λένε ότι η φωτιά είναι αφανής, επειδή είναι έξω από την ύλη· γι’ αυτό και χάνεται, όταν σβήνει. Άλλοι πάλι λένε ότι, όταν σβήνει, μεταβάλλεται σε αέρα. Ο ζωδιακός κύκλος κινείται πλάγια, διαιρεμένος σε δώδεκα τμήματα, τα οποία ονομάζουμε ζώδια. Το κάθε ζώδιο έχει τρεις δεκανούς (διαίρεση του ζωδιακού κύκλου: τόξο δέκα μοιρών που αντιστοιχεί σε 10 ημέρες), δηλαδή τριάντα μοίρες· η κάθε μοίρα έχει εξήντα λεπτά.

Έτσι ο ουρανός έχει τριακόσιες εξήντα μοίρες, δηλαδή εκατόν ογδόντα μοίρες το πάνω από τη γη ημισφαίριο και εκατόν ογδόντα το κάτω. Οίκοι (αστρολογικά σημεία του ζωδιακού κύκλου, στα οποία όταν εισέλθει ο πλανήτης, δέχεται επίδραση) των πλανητών Ο Κριός και ο Σκορπιός είναι οίκος του Άρη, ο Ταύρος και ο Ζυγός της Αφροδίτης, οι Δίδυμοι και η Παρθένος του Ερμή, ο Καρκίνος της Σελήνης, ο Λέων του Ήλιου, ο Τοξότης και οι Ιχθείς του Δία, ο Αιγόκερως και ο Υδροχόος του Κρόνου.

Υψώματα (η υψηλή στάση του αστέρα στον ορίζοντα). Ο Κριός είναι ύψωμα του Ήλιου, ο Ταύρος της Σελήνης, ο Καρκίνος του Δία, η Παρθένος του Άρη, ο Ζυγός του Κρόνου, ο Αιγόκερως του Ερμή, οι Ιχθείς της Αφροδίτης. Τα σχήματα της Σελήνης. Σύνοδος είναι όταν η σελήνη φθάσει στη μοίρα που βρίσκεται ο ήλιος· γέννα είναι όταν έχει απομακρυνθεί από τον ήλιο δεκαπέντε μοίρες· ανατολή, όταν δύο φορές φανεί ημισέληνος και απέχει εξήντα μοίρες· διχοτόμοι δύο, όταν απέχει ενενήντα μοίρας· αμφίκυρτοι δύο, όταν απέχει εκατόν είκοσι μοίρες· πλήρεις φωτισμού δύο, οι οποίες λέγονται και πλησιφαείς, όταν απέχει εκατόν πενήντα μοίρες· πανσέληνος, όταν απέχει εκατόν ογδόντα μοίρες. Είπαμε δύο φορές, δηλαδή μία όταν γεμίζει και μία όταν αδειάζει. Η σελήνη περνά κάθε ζώδιο στο διάστημα διόμισυ ημερών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 21. Περὶ φωτός, πυρός, φωστήρων ἡλίου τε καὶ σελήνης καὶ ἄστρων.


Τὸ πῦρ ἓν τῶν τεσσάρων στοιχείων ἐστί, κοῦφόν τε καὶ ἀνωφερέστερον τῶν λοιπῶν, καυστικόν τε καὶ φωτιστικόν, τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ κτισθέν· φησὶ γὰρ ἡ θεία Γραφή· «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· Γενηθήτω φῶς, καὶ ἐγένετο φῶς». Οὐχ ἕτερον γάρ ἐστι τὸ πῦρ, εἰ μὴ τὸ φῶς, ὥς τινές φασιν. Ἕτεροι δὲ τὸ «κοσμικὸν πῦρ» ὑπὲρ τὸν ἀέρα φασίν, ὃ καλοῦσιν αἰθέρα. Ἐν ἀρχῇ μὲν οὖν ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ἤτοι τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ, καλλωπισμὸν καὶ κόσμον πάσης τῆς ὁρατῆς κτίσεως· ἄφελε γὰρ τὸ φῶς, καὶ πάντα ἐν τῷ σκότει ἀδιάγνωστα μένουσι τὴν οἰκείαν μὴ δυνάμενα εὐπρέπειαν ἐπιδείξασθαι. «Ἐκάλεσε δὲ ὁ Θεὸς τὸ μὲν φῶς ἡμέραν, τὸ δὲ σκότος ἐκάλεσε νύκτα». Σκότος δέ ἐστιν οὐκ οὐσία τις, ἀλλὰ συμβεβηκός· φωτὸς γάρ ἐστι στέρησις. Ὁ γὰρ ἀὴρ οὐκ ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτοῦ ἔχει τὸ φῶς. Αὐτὸ οὖν τὸ ἐστερῆσθαι τὸν ἀέρα φωτὸς σκότος ἐκάλεσεν ὁ Θεός. Καὶ οὐχὶ ἡ οὐσία τοῦ ἀέρος ἐστὶ σκότος, ἀλλ᾿ ἡ τοῦ φωτὸς στέρησις, ὅπερ συμβεβηκὸς μᾶλλον δηλοῖ ἤπερ οὐσίαν. Οὐκ ἐκλήθη δὲ πρώτη ἡ νύξ, ἀλλ᾿ ἡ ἡμέρα· ὥστε πρώτη ἐστὶν ἡ ἡμέρα καὶ ἐσχάτη ἡ νύξ.

Ἀκολουθεῖ οὖν ἡ νὺξ τῇ ἡμέρᾳ, καὶ ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς ἡμέρας ἕως τῆς ἄλλης ἡμέρας ἓν νυχθήμερόν ἐστιν· ἔφη γὰρ ἡ Γραφή· «Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωί, ἡμέρα μία». Ἐν μὲν οὖν ταῖς τρισὶν ἡμέραις ἀναχεομένου καὶ συστελλομένου τοῦ φωτὸς τῷ θείῳ προστάγματι ἥ τε ἡμέρα καὶ ἡ νὺξ ἐγένετο. Τῇ δὲ τετάρτῃ ἡμέρᾳ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν φωστῆρα τὸν μέγαν, ἤτοι τὸν ἥλιον εἰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας τῆς ἡμέρας· δι᾿ αὐτοῦ γὰρ ἡ ἡμέρα συνίσταται· ἡμέρα γάρ ἐστιν ἐν τῷ τὸν ἥλιον ὑπὲρ γῆν εἶναι, καὶ διάστημα ἡμέρας ἐστὶν ὁ ἀπὸ ἀνατολῆς μέχρι δύσεως ὑπὲρ γῆν τοῦ ἡλίου δρόμος· καὶ τὸν φωστῆρα τὸν ἐλάσσω, ἤτοι τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας εἰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας τῆς νυκτὸς τοῦ φωτίζειν αὐτήν. Νὺξ δέ ἐστιν ἐν τῷ τὸν ἥλιον ὑπὸ γῆν εἶναι, καὶ διάστημα νυκτός ἐστιν ὁ ἀπὸ δύσεως μέχρις ἀνατολῆς ὑπὸ γῆν τοῦ ἡλίου δρόμος. Ἡ σελήνη τοίνυν καὶ οἱ ἀστέρες ἐτάχθησαν τὴν νύκτα φωτίζειν, οὐχ ὡς τῇ ἡμέρᾳ πάντοτε ὑπὸ γῆν ὄντες (εἰσὶ γὰρ καὶ ἐν ἡμέρᾳ ἀστέρες ἐν τῷ οὐρανῷ ὑπὲρ γῆν), ἀλλ᾿ ὁ ἥλιος τούτους ἅμα καὶ τὴν σελήνην τῇ σφοδροτέρᾳ αἴγλῃ ἀποκρύπτων οὐκ ἐᾷ φαίνεσθαι. Τοῖς φωστῆρσι τούτοις τὸ πρωτόκτιστον φῶς ὁ Δημιουργὸς ἐναπέθετο οὐχ ὡς ἀπορῶν ἄλλου φωτός, ἀλλ᾿ ἵνα μὴ ἀργὸν ἐκεῖνο μείνῃ τὸ φῶς· φωστὴρ γάρ ἐστιν οὐκ αὐτὸ τὸ φῶς, ἀλλὰ φωτὸς δοχεῖον.

Ἐκ τούτων τῶν φωστήρων ἑπτὰ πλανήτας φασί. Καὶ λέγουσιν αὐτοὺς ἐναντίαν τοῦ οὐρανοῦ κινεῖσθαι κίνησιν, διὸ καὶ πλανήτας αὐτοὺς ἐκάλεσαν· τὸν μὲν γὰρ οὐρανόν φασιν ἐξ ἀνατολῶν ἐπὶ δυσμὰς κινεῖσθαι, τοὺς δὲ πλανήτας ἐκ δυσμῶν ἐπὶ ἀνατολάς· συμπεριφέρειν δὲ τὸν οὐρανὸν τῇ ἑαυτοῦ κινήσει ὡς ὀξυτέρᾳ τοὺς ἑπτὰ πλανήτας. Τῶν δὲ ἑπτὰ πλανητῶν τὰ ὀνόματά ἐστι ταῦτα· Ἥλιος, Σελήνη, Ζεύς, ῾Ερμῆς, Ἄρης, Ἀφροδίτη, Κρόνος. Εἶναι δὲ καθ᾿ ἑκάστην ζώνην τοῦ οὐρανοῦ ἕνα τῶν ἑπτὰ πλανητῶν· ἐν μὲν τῇ πρώτῃ, ἤτοι ἀνωτέρᾳ, τὸν Κρόνον, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ τὸν Δία, ἐν δὲ τῇ τρίτῃ τὸν Ἄρεα, ἐν δὲ τῇ τετάρτῃ τὸν Ἥλιον, ἐν δὲ τῇ πέμπτῃ τὴν Ἀφροδίτην, ἐν δὲ τῇ ἕκτῃ τὸν ῾Ερμῆν, ἐν δὲ τῇ ἑβδόμῃ καὶ κατωτέρᾳ τὴν Σελήνην. Τρέχουσι δὲ δρόμον ἄληκτον, ὃν ὁ Δημιουργὸς ἔταξεν αὐτοῖς, καὶ καθὼς ἐθεμελίωσεν αὐτά, ὥς φησιν ὁ θεῖος Δαυίδ· «Σελήνην καὶ ἀστέρας, ἃ σὺ ἐθεμελίωσας». Διὰ γὰρ τοῦ εἰπεῖν «ἐθεμελίωσας» ἐσήμανε τὸ πάγιον καὶ ἀμετάβλητον τῆς ὑπὸ Θεοῦ δοθείσης αὐτοῖς τάξεώς τε καὶ εἱρμοῦ. Ἔταξε γὰρ αὐτοὺς εἰς καιροὺς καὶ εἰς ἡμέρας καὶ εἰς ἐνιαυτούς. Διὰ μὲν γὰρ τοῦ ἡλίου αἱ τέσσαρες τροπαὶ συνίστανται. Καὶ πρώτη μὲν ἡ ἐαρινή· ἐν αὐτῇ γὰρ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ σύμπαντα καὶ δηλοῖ τὸ καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἐν αὐτῇ τῶν ἀνθῶν τὴν βλάστησιν γίνεσθαι, ἥτις καί ἰσημερινὴ τροπή ἐστιν· δώδεκα γὰρ ὡρῶν τήν τε ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα καθίστησιν.

Αὕτη ἐκ τῆς μέσης ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου συνίσταται, εὐκραὴς οὖσα, αἵματος αὐξητική, θερμὴ καὶ ὑγρὰ ὑπάρχουσα καὶ δι᾿ ἑαυτῆς μεσιτεύουσα τῷ χειμῶνί τε καὶ τῷ θέρει, τοῦ μὲν χειμῶνος θερμοτέρα καὶ ξηροτέρα, τοῦ δὲ θέρους ψυχροτέρα καὶ ὑγροτέρα. Διατείνει δὲ αὕτη ἡ ὥρα ἀπὸ Μαρτίου κα´ μέχρις Ἰουνίου κδ´. Εἶτα ὑψουμένης τῆς τοῦ ἡλίου ἀνατολῆς ἐπὶ τὰ βορειότερα μέρη ἡ θερινὴ τροπὴ διαδέχεται, μεσιτεύουσα τῷ τε ἔαρι καὶ τῷ μετοπώρῳ, ἐκ μὲν τοῦ ἔαρος τὸ θερμὸν ἔχουσα, ἐκ δὲ τοῦ μετοπώρου τὸ ξηρόν· θερμὴ γάρ ἐστι καὶ ξηρὰ καὶ τὴν ξανθὴν αὔξει χολήν. Αὕτη δὲ μεγίστην μὲν τὴν ἡμέραν ἔχει ὡρῶν πεντεκαίδεκα, τὴν δὲ νύκτα πάνυ σμικροτάτην, ὡρῶν ἐννέα διάστημα ἔχουσαν. Καὶ αὕτη δὲ διατείνει ἀπὸ Ἰουνίου κδ´ μέχρι μηνὸς Σεπτεμβρίου κε´. Εἶτα πάλιν εἰς τὴν μέσην ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐπανιόντος ἡ μετοπωρινὴ τροπὴ τὴν θερινὴν τροπὴν ἀμείβει, μέση πως ἔχουσα ψύξεώς τε καὶ θέρμης, ξηρότητός τε καὶ ὑγρότητος, καὶ μεσιτεύουσα τῇ τε θερινῇ καὶ τῇ χειμερινῇ τροπῇ, ἐκ μὲν τῆς θερινῆς τὸ ξηρόν, ἐκ δὲ τῆς χειμερινῆς τὸ ψυχρὸν ἔχουσα· ψυχρὰ γάρ ἐστι καὶ ξηρὰ χολῆς τε μελαίνης αὐξητικὴ πέφυκεν. Αὕτη πάλιν ἰσημερινὴ τροπὴ ὑπάρχει δώδεκα ὡρῶν τήν τε ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα ἔχουσα. Διατείνει δὲ αὕτη ἀπὸ Σεπτεμβρίου κε´ μέχρι Δεκεμβρίου κε´. Τοῦ δὲ ἡλίου ἐπὶ τὴν μικροτέραν καὶ χθαμαλωτέραν, ἤτοι μεσημβρινὴν ἀνατολὴν κατιόντος, ἡ χειμερινὴ ἐπιλαμβάνεται τροπή, ψυχρά τε καὶ ὑγρὰ τυγχάνουσα καὶ μεσιτεύουσα τῇ τε μετοπωρινῇ καὶ τῇ ἐαρινῇ, ἐκ μὲν τῆς μετοπωρινῆς τὸ ψυχρὸν ἔχουσα, ἐκ δὲ τῆς ἐαρινῆς τὸ ὑγρὸν κεκτημένη.

Αὕτη δὲ σμικροτάτην μὲν τὴν ἡμέραν ἔχει, ἐννέα ὡρῶν ὑπάρχουσαν, τὴν δὲ νύκτα μεγίστην, ὡρῶν ὑπάρχουσαν πεντεκαίδεκα, φλέγματος δὲ αὕτη ὑπάρχει αὐξητική. Διατείνει δὲ ἀπὸ κε´ Δεκεμβρίου μέχρις κά Μαρτίου. Σοφῶς γὰρ ὁ Δημιουργὸς προενοήσατο, ὡς ἂν μὴ ἐξ ἄκρας ψυχρότητος ἢ θερμότητος ἢ ὑγρότητος ἢ ξηρότητος ἐπὶ τὴν ἄκραν ἐναντίαν ἐρχόμενοι ποιότητα χαλεποῖς περιπέσωμεν ἀρρωστήμασι· σφαλερὰς γὰρ τὰς αἰφνιδίους μεταβολὰς οἶδεν ὁ λόγος. Οὕτω μὲν οὖν ὁ ἥλιος τὰς τροπὰς καὶ δι᾿ αὐτῶν τὸν ἐνιαυτὸν ἀπεργάζεται, καὶ τὰς ἡμέρας δὲ καὶ τάς νύκτας· τὰς μὲν ἀνατέλλων καὶ ὑπὲρ γῆν γινόμενος, τὰς δὲ ὑπὸ γῆν δύνων καὶ τοῖς ἄλλοις φωστῆρσι, σελήνῃ τε καὶ ἄστρασι, τὴν φαῦσιν παραχωρῶν συνίστησι. Φασὶ δὲ καὶ δώδεκα ζῴδια ἐξ ἀστέρων εἶναι ἐν τῷ οὐρανῷ, ἐναντίαν κίνησιν ἔχοντα τῷ τε ἡλίῳ καὶ τῇ σελήνῃ καὶ τοῖς ἄλλοις πέντε πλανήταις, καὶ διὰ τῶν δώδεκα ζῳδίων παρέρχεσθαι τοὺς ἑπτά. Ὁ μὲν οὖν ἥλιος καθ᾿ ἕκαστον ζῴδιον ἀποτελεῖ μῆνα ἕνα καὶ διὰ τῶν δώδεκα μηνῶν τὰ δώδεκα ζῴδια διέρχεται. Τῶν δὲ δώδεκα ζῳδίων τὰ ὀνόματά ἐστι ταῦτα καὶ οἱ τούτων μῆνες. Κριὸς, μηνὶ Μαρτίῳ κα´ δέχεται τὸν ἥλιον, Ταῦρος Ἀπριλίῳ κγ´, Δίδυμοι Μαΐῳ κδ´, Καρκῖνος Ἰουνίῳ κδ´, Λέων Ἰουλίῳ κε´, Παρθένος Αὐγούστῳ κε´, Ζυγὸς Σεπτεμβρίῳ κε´, Σκορπίος ᾿Οκτωβρίῳ κε´, Τοξότης Νοεμβρίῳ κε´, Αἰγόκερως Δεκεμβρίῳ κε', Ὑδροχόος Ἰανουαρίῳ κε´, Ἰχθύες Φεβρουαρίῳ κδ´. Ἡ δὲ σελήνη καθ᾿ ἕκαστον μῆνα τὰ δώδεκα ζῴδια διέρχεται κατωτέρα οὖσα καὶ ταχύτερον ταῦτα διοδεύουσα· ὡς γάρ, ἐὰν ποιήσῃς πόλον ἔνδον ἄλλου πόλου, ὁ ἔνδον πόλος μικρότερος εὑρεθήσεται, οὕτως καὶ ὁ δρόμος τῆς σελήνης κατωτέρας οὔσης ὀλιγώτερός ἐστι καὶ ἀνύεται τάχιον.

Οἱ μὲν οὖν Ἕλληνες διὰ τῆς τῶν ἄστρων τούτων ἡλίου τε καὶ σελήνης ἀνατολῆς καὶ δύσεως καὶ συγκρούσεώς φασι πάντα διοικεῖσθαι τὰ καθ᾿ ἡμᾶς· περὶ ταῦτα γὰρ ἡ ἀστρολογία καταγίνεται. Ἡμεῖς δέ φαμεν, ὅτι σημεῖα μὲν ἐξ αὐτῶν γίνονται, ὄμβρου καὶ ἀνομβρίας, ψύξεώς τε καὶ θέρμης, ὑγρότητος καὶ ξηρότητος καὶ ἀνέμων καὶ τῶν τοιούτων, τῶν δὲ ἡμετέρων πράξεων οὐδαμῶς. Ἡμεῖς γὰρ αὐτεξούσιοι ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ γενόμενοι κύριοι τῶν ἡμετέρων ὑπάρχομεν πράξεων. Εἰ γὰρ ἐκ τῆς τῶν ἀστέρων φορᾶς πάντα πράττομεν, κατ᾿ ἀνάγκην πράττομεν, ἃ πράττομεν· τὸ δὲ κατ᾿ ἀνάγκην γινόμενον οὔτε ἀρετὴ οὔτε κακία ἐστίν. Εἰ δὲ μήτε ἀρετὴν μήτε κακίαν κεκτήμεθα, οὔτε ἐπαίνων καὶ στεφάνων, οὔτε ψόγων ἢ κολάσεων ὑπάρχομεν ἄξιοι· εὑρεθήσεται δὲ καὶ ὁ Θεὸς ἄδικος τοῖς μὲν ἀγαθά, τοῖς δὲ θλίψεις διδούς. Ἀλλ᾿ οὐδὲ κυβέρνησιν, οὐδὲ τῶν ἑαυτοῦ κτισμάτων ὁ Θεὸς ποιήσεται πρόνοιαν, εἰ κατ᾿ ἀνάγκην ἄγονται τὰ πάντα καὶ φέρονται. Καὶ τὸ λογικὸν δὲ περιττὸν ἐν ἡμῖν ἔσται· μηδεμιᾶς γὰρ ὄντες πράξεως κύριοι περιττῶς βουλευόμεθα. Τὸ δὲ λογικὸν πάντως τῆς βουλῆς ἡμῖν ἕνεκεν δέδοται· ὅθεν πᾶν λογικὸν καὶ αὐτεξούσιον. Ἡμεῖς δέ φαμεν, ὅτι οὐκ αὐτὰ αἴτιά τινός εἰσι τῶν γινομένων, οὔτε γενέσεως τῶν γινομένων, οὔτε τῶν φθειρομένων φθορᾶς· σημεῖα δὲ μᾶλλον ὄμβρων τε καὶ τῆς τοῦ ἀέρος μεταβολῆς. Ἴσως δ᾿ ἄν τις εἴποι, ὅτι καὶ πολέμων οὐκ αἴτια, ἀλλὰ σημεῖα συνίστανται· καὶ ἡ ποιότης δὲ τοῦ ἀέρος, ποιουμένου ὑπὸ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ τῶν ἀστέρων, ἄλλως καὶ ἄλλως διαφόρους κράσεις καὶ ἕξεις καὶ διαθέσεις συνίστησιν.

Αἱ δὲ ἕξεις τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν· κρατοῦνται γὰρ τῷ λόγῳ καὶ ἄγονται τρεπόμεναι. Συνίστανται δὲ πολλάκις καὶ κομῆται, σημεῖά τινα θάνατον δηλοῦντα βασιλέων, ἅτινα οὔκ εἰσι τῶν ἐξ ἀρχῆς γεγενημένων ἄστρων, ἀλλὰ τῷ θείῳ προστάγματι κατ᾿ αὐτὸν τὸν καιρὸν συνίστανται καὶ πάλιν διαλύονται. Ἐπεὶ καὶ ὁ κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου δι᾿ ἡμᾶς κατὰ σάρκα φιλάνθρωπον καὶ σωτήριον γέννησιν ὀφθεὶς τοῖς μάγοις ἀστὴρ οὐ τῶν ἐν ἀρχῇ γενομένων ἄστρων ἦν. Καὶ δῆλον ἐκ τοῦ ποτὲ μὲν ἐξ ἀνατολῆς ἐπὶ δύσιν ποιεῖσθαι τὸν δρόμον, ποτὲ δὲ ἐκ βορρᾶ ἐπὶ νότον, καὶ ποτὲ μὲν κρύπτεσθαι, ποτὲ δὲ φαίνεσθαι· τοῦτο γὰρ οὐκ ἔστιν ἄστρων τάξεως ἢ φύσεως. Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὡς ἐκ τοῦ ἡλίου φωτίζεται ἡ σελήνη οὐχ ὡς ἀπορήσαντος τοῦ Θεοῦ δοῦναι αὐτῇ ἴδιον φῶς, ἀλλ᾿ ἵνα ῥυθμὸς καὶ τάξις ἐντεθῇ τῇ κτίσει, ἄρχοντος καὶ ἀρχομένου, καὶ παιδευθῶμεν καὶ ἡμεῖς κοινωνεῖν ἀλλήλοις καὶ μεταδιδόναι καὶ ὑποτάσσεσθαι, πρῶτον μὲν τῷ ποιητῇ καὶ Δημιουργῷ, Θεῷ καὶ Δεσπότῃ, ἔπειτα καὶ τοῖς ὑπ᾿ αὐτοῦ καθισταμένοις ἄρχουσι, καὶ μὴ ἀνακρίνειν, τίνος ἕνεκεν οὗτος ἄρχει, ἐγὼ δὲ οὔ, δέχεσθαι δὲ πάντα τά ἐκ Θεοῦ εὐχαρίστως καὶ εὐγνωμόνως. Ἐκλείπει δὲ ὅ τε ἥλιος καὶ ἡ σελήνη τῶν τὴν κτίσιν προσκυνούντων παρὰ τὸν κτίσαντα τὴν ἄνοιαν διελέγχοντα καὶ παιδεύοντα, ὡς τρεπτά εἰσι καὶ ἀλλοιωτά. Πᾶν δὲ τρεπτὸν οὐ Θεός· κατὰ τὴν ἰδίαν γὰρ φύσιν φθαρτὸν ἅπαν τρεπτόν. Ἐκλείπει δὲ ὁ μὲν ἥλιος τοῦ σώματος τῆς σελήνης ὥσπερ τινός μεσότοιχον γινομένου καὶ ἀποσκιάζοντος καὶ μὴ ἐῶντος διαδοθῆναι ἡμῖν τὸ φῶς.

Ὅσον οὖν εὑρεθῇ τὸ σῶμα τῆς σελήνης ἀποκρύπτον τὸν ἥλιον, τοσοῦτον καὶ ἡ ἔκλειψις γίνεται. Εἰ δὲ μικρότερόν ἐστι τὸ τῆς σελήνης σῶμα, μὴ θαυμάσῃς· καὶ ὁ ἥλιος γὰρ ὑπό τινων λέγεται πολυπλασίων τῆς γῆς, ὑπὸ δὲ τῶν Πατέρων ἴσος τῆς γῆς· καὶ πολλάκις μικρὸν νέφος καλύπτει αὐτὸν ἢ καὶ μικρὸς βουνὸς ἢ τοῖχος. Ἡ δὲ τῆς σελήνης ἔκλειψις ἐκ τοῦ ἀποσκιάσματος τῆς γῆς γίνεται, ὅτε γένηται πεντεκαιδεκαταία ἡ σελήνη καὶ εὑρεθῇ ἐξ ἐναντίας κατὰ τὸ ἄκρον κέντρον, ὁ μὲν ἥλιος ὑπὸ γῆν, ἡ δὲ σελήνη ὑπὲρ γῆν· ἀποσκίασμα γὰρ ποιεῖ ἡ γῆ καὶ οὐ φθάνει τὸ ἡλιακὸν φῶς φωτίσαι τὴν σελήνην, κἀκεῖθεν ἐκλείπει. Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι τελεία ἐκτίσθη ἡ σελήνη ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ, ἤτοι πεντεκαιδεκαταία· ἔπρεπε γὰρ ἀπηρτισμένην γενέσθαι. Τῇ δὲ τετάρτῃ ἡμέρᾳ, ὡς ἔφημεν, ἔκτισται ὁ ἥλιος. Προέλαβεν οὖν τὸν ἥλιον ἕνδεκα ἡμέρας· ἀπὸ γὰρ τετάρτης ἡμέρας ἕως πεντεκαιδεκάτης ἕνδεκά εἰσι. Διὸ καὶ κατὰ χρόνον οἱ δώδεκα μῆνες τῆς σελήνης ἕνδεκα ἡμέρας λείπουσιν ἐκ τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἡλίου· οἱ μὲν γὰρ τοῦ ἡλίου τριακοσίας ἑξήκοντα πέντε ἡμέρας ἔχουσιν. Διὸ τοῦ τετάρτου συντιθεμένου κατὰ τέσσαρα ἔτη μία ἀποτελεῖται ἡμέρα, ἥτις λέγεται βίσεξτον. Καὶ ὁ ἐνιαυτὸς ἐκεῖνος τξστ´ ἡμέρας ἔχει. Οἱ δὲ τῆς σελήνης ἐνιαυτοὶ τνδ´ εἰσιν ἡμερῶν· ἡ γὰρ σελήνη, ἀφ᾿ οὗ γεννηθῇ, ἤγουν ἀνακαινισθῇ, αὔξει, ἕως ἂν γένηται ἡμερῶν ιδ´ ἡμίσεος τετάρτου, καὶ ἄρχεται λήγειν, ἕως ἡμερῶν κθ´ ἡμίσεος, καὶ τελείως γίνεται ἀφώτιστος. Καὶ πάλιν συναπτομένη τῷ ἡλίῳ ἀναγεννᾶται καὶ ἀνακαινίζεται, ὑπόμνημα φέρουσα τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως.

Καθ᾿ ἕκαστον οὖν ἐνιαυτὸν τὰς ἕνδεκα ἡμέρας ἀποδίδωσι τῷ ἡλίῳ. Κατὰ οὖν τρεῖς χρόνους ὁ ἐμβόλιμος μὴν γίνεται τοῖς ῾Εβραίοις, καὶ ὁ ἐνιαυτὸς ἐκεῖνος δεκατριῶν μηνῶν εὑρίσκεται ἐκ τῆς προσθήκης τῶν ἕνδεκα ἡμερῶν. Δῆλον δὲ ὡς σύνθετός ἐστιν ὅ τε ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα, καὶ φθορᾷ κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν ὑπόκεινται. Τὴν δὲ τούτων φύσιν οὐκ ἴσμεν. Τινὲς μὲν οὖν φασι τὸ πῦρ ἐκτός τινος ὕλης ἀφανὲς εἶναι, ὅθεν καὶ σβεννύμενον ἀφανίζεται. Ἕτεροι δὲ τοῦτο σβεννύμενον εἰς ἀέρα φασὶ μεταβάλλεσθαι. Ὁ ζῳδιακὸς κύκλος λοξῶς κινεῖται, διῃρημένος εἰς τμήματα δώδεκα, ἅτινα καλεῖται ζῴδια. Τὸ δὲ ζῴδιον ἔχει δεκανοὺς τρεῖς, μοίρας λ΄· ἡ δὲ μοῖρα ἔχει λεπτὰ ξ´. Ἔχει οὖν ὁ οὐρανὸς μοίρας τξ´, τὸ ὑπὲρ γῆν ἡμισφαίριον μοίρας ρπ´ καὶ τὸ ὑπὸ γῆν ρπ´. Οἶκοι πλανητῶν Κριὸς καὶ Σκορπίος Ἄρεως, Ταῦρος καὶ Ζυγὸς Ἀφροδίτης, Δίδυμοι καὶ Παρθένος ῾Ερμοῦ, Καρκῖνος Σελήνης, Λέων Ἡλίου, Τοξότης καὶ Ἰχθύες Διός, Αἰγόκερως καὶ Ὑδροχόος Κρόνου. Ὑψώματα Κριὸς Ἡλίου, Ταῦρος Σελήνης, Καρκῖνος Διός, Παρθένος Ἄρεως, Ζυγὸς Κρόνου, Αἰγόκερως Ἑρμοῦ, Ἰχθύες Ἀφροδίτης. Τὰ σχήματα τῆς σελήνης. Σύνοδος, ὅτε γένηται ἐν τῇ μοίρᾳ, ἐν ᾗ ἐστιν ὁ ἥλιος· γέννα, ὅταν ἀποστῇ τοῦ ἡλίου μοίρας ιε΄· ἀνατολή, ὅτε φανῇ μηνοειδή δίς, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ξ΄· διχοτόμοι δύο, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ς΄· ἀμφίκυρτοι δύο, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ρκ΄· πλησισέληνοι, αἳ καὶ πλησιφαεῖς, δύο, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ρν΄· πανσέληνος, ὅταν ἀπέχῃ μοίρας ρπ´. Δίς δὲ εἴπομεν, μίαν αὐξούσης καὶ μίαν ληγούσης. Διὰ δύο ἥμισυ ἡμερῶν παρέρχεται ἡ σελήνη ἕκαστον ζῴδιον.
Αν αξίζει μοίρασε το και σε άλλους

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Η Εορτή των Αγίων Κωνστ/νου και Ελένης και η Επέτειος της Ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα στην Κέρκυρα


Το πρωί του Σαββάτου 21 Μαϊου 2016 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος τέλεσε στο Ιερό Προσκύνημα του Αγίου και Θαυματουργού Σπυρίδωνος τη Δοξολογία επί τη Επετείω της Ενώσεως των Επτανήσων με την Ελλάδα το 1864.
Το παρών έδωσαν η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του νησιού. Την Κυβέρνηση εκπροσώπησε ο Υπουργός Εσωτερικών κια Διοικητικής Ανασυγκρότησης κ. Παναγιώτης Κουρουμπλής.
Τέλος λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών δεν πραγματοποιήθηκε η καθιερωμένη παρέλαση.