Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (38)


Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως
Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (38)



Ἀπόδοση εἰς τὴν νέα ἑλληνική: Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 38. Περὶ ἑκουσίου καὶ ἀκουσίου


Επειδή σε μια πράξη υπάρχει η εκούσια και σ’ άλλη η θεωρούμενη ακούσια συμμετοχή και πολλοί πιστεύουν ότι υπάρχει η ακούσια συμμετοχή όχι μόνον όταν υποφέρουμε αλλά και όταν ενεργούμε, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η πράξη είναι λογική ενέργεια και ότι μετά τις πράξεις ακολουθεί ή έπαινος ή κατηγορία. Και άλλες πράξεις γίνονται με ευχαρίστηση και άλλες με λύπη.
Αυτός που τίς κάμει, άλλες τις προτιμά και άλλες τις αποφεύγει· και απ’ αυτές που προτιμά, άλλες τις προτιμά για πάντα, ενώ άλλες πρόσκαιρα· το ίδιο και αυτές που αποφεύγει. Επίσης, άλλες από τις πράξεις κινούν την συμπάθεια, άλλες θεωρούνται άξιες συγχωρήσεως, άλλες είναι μισητές και άλλες άξιες τιμωρίας. Στην εκούσια, λοιπόν, συμμετοχή ακολουθεί οπωσδήποτε έπαινος ή κατηγορία και ότι αυτός που τις κάμει τις προτιμά ή για πάντα ή για κάποιο χρονικό διάστημα που γίνονται. Στην ακούσια όμως συμμετοχή ακολουθεί η συγχώρεση ή η συμπάθεια, ότι γίνονται με λύπη και ότι δεν τις επιλέγει ούτε τις ενεργεί από τον εαυτό του αυτός που τις κάμει, ακόμη κι αν πιέζεται.
Η ακούσια συμμετοχή οφείλεται από τη μια στη βία κι από την άλλη στην άγνοια· στη βία βέβαια οφείλεται, όταν η δημιουργική αρχή, δηλαδή η αιτία της βρίσκεται έξω απο μας, όταν δηλαδή άλλος μας πιέζει, χωρίς καθόλου να μας πείθει και χωρίς να συμμετέχουμε αυθόρμητα ή να συμπράττουμε ή να κάνουμε από μόνοι μας αυτό για το οποίο μας πιέζουν. Ο ορισμός αυτού είναι: ακούσια συμμετοχή είναι αυτή της οποίας η αρχή βρίσκεται έξω από μας, χωρίς καθόλου να συμμετέχει με τον εαυτό του αυτός που δέχθηκε πίεση. Αρχή πάλι ονομάζουμε τη δημιουργική αιτία. Η ακούσια όμως συμμετοχή οφείλεται στην άγνοια, όταν οι ίδιοι δεν γινόμαστε αίτιοι της άγνοιας, αλλά όταν έτσι συμβεί. Για παράδειγμα, αν κάποιος μεθυσμένος κάνει φόνο, σκότωσε από άγνοια, αλλά όχι άθελα· διότι ο ίδιος προξένησε την αιτία της άγνοιας, δηλαδή τη μέθη. Αν όμως κάποιος ρίχνοντας το τόξο του σε συνηθισμένο τόπο, σκότωσε τον πατέρα του που περνούσε τυχαία, τότε λέμε ότι χωρίς τη θέλησή του το έπραξε, από άγνοια.
Ενώ, λοιπόν, η ακούσια συμμετοχή είναι δύο ειδών, ένα είδος με πίεση και άλλο από άγνοια, η εκούσια συμμετοχή είναι αντίθετη και στα δύο· διότι εκούσια συμμετοχή είναι εκείνη που γίνεται χωρίς πίεση και χωρίς άγνοια. 
Εκούσια, λοιπόν, συμμετοχή είναι αυτή που η αρχή της, δηλαδή η αιτία, υπάρχει σ’ αυτόν τον ίδιο που γνωρίζει τις σχετικές λεπτομέρειες, με τις οποίες συντελείται η πράξη. Σχετικές λεπτομέρειες είναι αυτές που οι ρήτορες ονομάζουν παραμέτρους: όπως «ποιος», δηλαδή ο δράστης, «ποιο», δηλαδή το θύμα, «ποιά», δηλαδή η πράξη, αν τυχόν διέπραξε φόνο· «με τι», δηλαδή με ποιο όργανο, «που», δηλαδή σε ποιό τόπο, «πότε», δηλαδή σε ποιο χρόνο, «πως», δηλαδή με ποιο τρόπο έγινε η πράξη, «γιατί», δηλαδή για ποια αιτία.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν ορισμένες ενέργειές μας ενδιάμεσες μεταξύ εκουσίων και ακουσίων, τις οποίες δεχόμαστε, αν και είναι δυσάρεστες και λυπηρές, για ν’ αποφύγουμε μεγαλύτερο κακό, όπως στην περίπτωση του ναυαγίου ρίχνουμε στη θάλασσα τα εμπορεύματα του πλοίου.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα παιδιά και τα άλογα ενεργούν με τη θέλησή τους, αλλά χωρίς να προαποφασίσουν· και ότι, όσα κάνουμε εξαιτίας της οργής, χωρίς προηγουμένως να σκεφθούμε, το κάνουμε με τη θέλησή μας, αλλά όχι και με προηγούμενη απόφαση. Και ο φίλος μας παρουσιάστηκε ξαφνικά με τη θέλησή μας, χωρίς όμως να προαποφασίσουμε.
Κι αυτός που βρήκε ανέλπιστα θησαυρό, τον βρήκε με τη θέλησή του, αλλά χωρίς να προαποφασίσει. Όλα αυτά είναι εκούσια, διότι μας προκαλούν ευχαρίστηση, αλλά δεν γίνονται με προηγούμενη απόφαση, διότι δεν τα έχουμε σκεφθεί. Πρέπει, επίσης, όπως είπαμε, η σκέψη να προηγείται από την απόφαση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 38. Περὶ ἑκουσίου καὶ ἀκουσίου
Ἐπειδὴ τὸ ἑκούσιον ἐν πράξει τινί ἐστι καὶ τὸ νομιζόμενον δὲ ἀκούσιον ἐν πράξει τινί ἐστι, πολλοὶ δέ τινες καὶ τὸ ὄντως ἀκούσιον οὐ μόνον ἐν τῷ πάσχειν ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ πράττειν τίθενται, δεῖ εἰδέναι, ὅτι πρᾶξίς ἐστιν ἐνέργεια λογική, ταῖς δὲ πράξεσιν ἕπεται ἔπαινος ἢ ψόγος· καὶ αἱ μὲν αὐτῶν μεθ᾿ ἡδονῆς, αἱ δὲ μετὰ λύπης πράττονται· καὶ αἱ μὲν αὐτῶν εἰσιν αἱρεταὶ τῷ πράττοντι, αἱ δὲ φευκταί· καὶ τῶν αἱρετῶν αἱ μὲν ἀεὶ αἱρεταί, αἱ δὲ κατά τινα χρόνον.
Ὁμοίως καὶ τῶν φευκτῶν. Καὶ πάλιν· αἱ μὲν τῶν πράξεων ἐλεοῦνται, αἱ δὲ συγγνώμης ἀξιοῦνται, αἱ δὲ μισοῦνται καὶ κολάζονται. Τῷ μὲν οὖν ἑκουσίῳ πάντως ἐπακολουθεῖ ἔπαινος ἢ ψόγος καὶ τὸ μεθ᾿ ἡδονῆς πράττεσθαι καὶ τὸ αἱρετὰς εἶναι τὰς πράξεις τοῖς πράττουσιν ἢ ἀεὶ ἢ τότε, ὅτε πράττονται. Τῷ δὲ ἀκουσίῳ τὸ συγγνώμης ἢ ἐλέους ἀξιοῦσθαι, καὶ τὸ μετὰ λύπης πράττεσθαι καὶ τὸ μὴ εἶναι αἱρετὰς μηδὲ δι᾿ ἑαυτοῦ τελεῖν τὸ πραττόμενον, εἰ καὶ βιάζοιτο.
Τοῦ δὲ ἀκουσίου τὸ μέν ἐστι κατὰ βίαν, τὸ δὲ δι᾿ ἄγνοιαν· κατὰ βίαν μέν, ὅταν ἡ ποιητικὴ ἀρχὴ, ἤγουν αἰτία ἔξωθέν ἐστιν, ἤγουν ὅταν ὑφ᾿ ἑτέρου βιαζώμεθα, μηδ᾿ ὅλως πειθόμενοι, μηδὲ συμβαλλώμεθα κατ᾿ οἰκείαν ὁρμὴν, μηδὲ ὅλως συμπράττωμεν ἢ δι᾿ ἑαυτῶν τὸ βιασθὲν ποιῶμεν· ὃ καὶ ὁριζόμενοί φαμεν· ἀκούσιόν ἐστιν οὗ ἡ ἀρχὴ ἔξωθεν μηδὲν συμβαλλομένου κατ᾿ οἰκείαν ὁρμὴν τοῦ βιασθέντος.
Ἀρχὴν δέ φαμεν τὴν ποιητικὴν αἰτίαν. Τὸ δὲ δι᾿ ἄγνοιαν ἀκούσιόν ἐστιν, ὅταν μὴ αὐτοὶ παρέχωμεν αἰτίαν τῆς ἀγνοίας, ἀλλ᾿ οὕτω συμβῇ. Εἰ γὰρ μεθύων τις φόνον ποιήσει, ἀγνοῶν ἐφόνευσεν, οὐ μὴν ἀκουσίως· τὴν γὰρ αἰτίαν τῆς ἀγνοίας, ἤγουν τὴν μέθην, αὐτὸς ἔπραξεν. Εἰ δέ τις ἐν τῷ συνήθει τόπῳ τοξεύων τὸν πατέρα παριόντα ἀπέκτεινε, δι᾿ ἄγνοιαν λέγεται ἀκουσίως τοῦτο πεποιηκέναι.
Τοῦ οὖν ἀκουσίου διττοῦ ὄντος, τοῦ μὲν κατὰ βίαν, τοῦ δὲ δι᾿ ἄγνοιαν, τὸ ἑκούσιον ἀμφοτέροις ἀντίκειται· ἔστι γὰρ ἑκούσιον τὸ μήτε κατὰ βίαν μήτε δι᾿ ἄγνοιαν γινόμενον. Ἑκούσιον τοίνυν ἐστίν, οὗ ἡ ἀρχὴ, τουτέστιν ἡ αἰτία, ἐν αὑτῷ εἰδότι τὰ καθ᾿ ἕκαστα, δι᾿ ὧν καὶ ἐν οἷς ἡ πρᾶξις. «Καθ᾿ ἕκαστα» δέ ἐστιν, ἃ καλεῖται παρὰ τοῖς ῥήτορσι περιστατικὰ μόρια· οἷον τίς, ἤγουν ὁ πράξας, τίνα, ἤγουν τὸν παθόντα, τί, ἤγουν αὐτὸ τὸ πραχθέν, τυχὸν ἐφόνευσε· τίνι, ἤγουν ὀργάνῳ, ποῦ, ἤγουν τόπῳ, πότε, ἤγουν ἐν ποίῳ χρόνῳ, πῶς, ὁ τρόπος τῆς πράξεως, διὰ τί, ἤγουν διὰ ποίαν αἰτίαν.
Ἰστέον, ὥς εἰσί τινα μέσα ἑκουσίων καὶ ἀκουσίων, ἅτινα ἀηδῆ καὶ λυπηρὰ ὄντα διὰ μεῖζον κακὸν καταδεχόμεθα, ὡς διὰ ναυάγιον ἀποβάλλομεν τὰ ἐν τῷ πλοίῳ.
Ἰστέον, ὡς τὰ παιδία καὶ τὰ ἄλογα ἑκουσίως μὲν ποιεῖ, οὐ μὴν δὲ καὶ προαιρούμενα, καὶ ὅσα διὰ θυμὸν πράττομεν μὴ προβουλευσάμενοι,
ἑκουσίως ποιοῦμεν, οὐ μὴν καὶ κατὰ προαίρεσιν. Καὶ ὁ φίλος αἰφνιδίως ἐπέστη ἑκουσίως μὲν ἡμῖν, οὐ μὴν καὶ προαιρούμενος. Καὶ ὁ θησαυρῷ ἀνελπίστως περιτυχὼν ἑκουσίως περιέτυχεν, οὐ μὴν καὶ προαιρούμενος. Πάντα ταῦτα ἑκούσια μὲν διὰ τὸ ἐπ᾿ αὐτοῖς ἥδεσθαι,  οὐ μὴν καὶ κατὰ προαίρεσιν, διότι οὐκ ἀπὸ βουλῆς· δεῖ δὲ πάντως βουλὴν προηγεῖσθαι τῆς προαιρέσεως, καθὼς εἴρηται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου