Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (43)

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως
 Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (43)


Ἀπόδοση στην νέα ἑλληνική:
Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 43. Περὶ προνοίας

Για την Πρόνοια

Πρόνοια είναι η φροντίδα που δείχνει ο Θεός για τα δημιουργήματα. Και ακόμη: Πρόνοια είναι η θέληση του Θεού, εξαιτίας της οποίας όλα τα όντα εκπληρώνουν τον κατάλληλο προορισμό τους. Εάν η πρόνοια είναι θέληση του Θεού, είναι εντελώς απαραίτητο όλα όσα κάνει η πρόνοια σύμφωνα με τη λογική, να γίνονται όλο και πιο ωραία και θεοπρεπή και όσο γίνεται καλύτερα.
Διότι είναι ανάγκη το ίδιο πρόσωπο να είναι και δημιουργός και προνοητής των όντων. Δεν είναι πρέπον και λογικό άλλος να είναι ο δημιουργός των όντων και άλλος ο προνοητής. Διότι έτσι και οι δύο θα είναι ελλιπείς, ο ένας σχετικά με τη δημιουργικότητα και άλλος με την πρόνοια.
Ο Θεός, λοιπόν, είναι ο δημιουργός και προνοητής και η αγαθή θέλησή του αποτελεί τη δημιουργική, συντηρητική και προνοητική του δύναμη· «διότι, όλα όσα θέλησε ο Κύριος, τα δημιούργησε και στον ουρανό και στη γη», και κανείς δεν αντιστάθηκε στο θέλημά του.
Θέλησε να γίνουν όλα, και έγιναν· θέλει να υπάρχει ο κόσμος, και υπάρχει· όλα, όσα θέλει, γίνονται.
Μπορεί κανείς να κάνει πολύ ορθές σκέψεις για την πρόνοια του Θεού, και μάλιστα ότι είναι καλή. Να σκεφθεί, δηλαδή, ότι μόνον ο Θεός είναι από τη φύση του αγαθός και σοφός· και επειδή είναι αγαθός, προνοεί (διότι αυτός που δεν προνοεί δεν είναι αγαθός· απόδειξη αποτελεί ότι και οι άνθρωποι και τα ζώα προνοούν από τη φύση τους για τα παιδιά τους, ενώ αυτός που δεν τα φροντίζει κατηγορείται)· και επειδή (ο Θεός) είναι σοφός, φροντίζει για τα δημιουργήματα με τον καλύτερο τρόπο.
Πρέπει, λοιπόν, έχοντας στραμμένη την προσοχή μας σ’ αυτά, όλα τα έργα της θείας πρόνοιας να τα
θαυμάζουμε, να τα επαινούμε, να τα αποδεχόμαστε χωρίς να τα εξετάζουμε, ακόμη κι αν φαίνονται στους πολλούς άδικα· διότι η πρόνοια του Θεού μας είναι άγνωστη και ακατανόητη, και μόνον αυτός
γνωρίζει τους λογισμούς, τις πράξεις μας και τα μέλλοντα. Και με όλα αυτά εννοώ όσα δεν εξαρτώνται από μας· όσα εξαρτώνται από μας, δεν είναι έργο της προνοίας του, αλλά της ελεύθερης βουλήσεώς μας.
Και απ’ αυτά που ανήκουν στην πρόνοια Του, ο Θεός άλλα τα κάνει με ευχαρίστηση και άλλα με παραχώρηση. Με ευχαρίστηση κάνει όσα αναντίρρητα είναι καλά, ενώ με παραχώρηση όσα είναι κακά. Επιτρέπει, δηλαδή, πολλές φορές και ο δίκαιος να πέσει σε συμφορές, για να φανερώσει στους άλλους την αρετή που είναι κρυμμένη μέσα του, όπως συνέβη με τον Ιώβ. Άλλοτε επιτρέπει να συμβεί ένα παράδοξο γεγονός, για να πετύχει μ’ αυτό κάτι σπουδαίο και θαυμαστό, όπως με τον σταυρό πραγματοποίησε τη σωτηρία των ανθρώπων.
Σε άλλη περίπτωση επιτρέπει να υποφέρει ο όσιος, για να μην ξεφύγει από την ορθή συνείδηση ή για να μην παρασυρθεί σε αλαζονεία από τη δύναμη και τη χάρη που του δόθηκε, όπως στην περίπτωση του Παύλου.
Εγκαταλείπεται κάποιος για ορισμένο χρονικό διάστημα για να διορθωθεί ο άλλος, για να διδάσκονται δηλαδή οι άλλοι βλέποντας τη δυστυχία του, όπως έγινε με το Λάζαρο και τον πλούσιο· διότι είναι από τη φύση μας, όταν βλέπουμε κάποιους να υποφέρουν, να ζαρώνουμε από φόβο.
Εγκαταλείπεται κάποιος όχι εξαιτίας των αμαρτιών του ή των αμαρτιών των γονέων του, αλλά για να δοξασθεί ένας άλλος, όπως ο εκ γενετής τυφλός εγκαταλείφθηκε για να δοξασθεί ο υιός του ανθρώπου.
Παραχωρεί πάλι ο Θεός να κακοπαθήσει κάποιος για ν’ αυξηθεί ο ζήλος άλλου, με σκοπό από το μεγαλείο της δόξας του παθόντος να γίνουν και οι άλλοι ατρόμητοι στο μαρτύριο, με την ελπίδα της μελλοντικής δόξας και των μελλοντικών αγαθών, όπως γίνεται με τους μάρτυρες. Επιτρέπει, επίσης, να πέσει κάποιος ακόμη και σε αισχρή πράξη, για να διορθώσει το χειρότερο πάθος κάποιου άλλου· για παράδειγμα, υπερηφανεύεται κάποιος για τις αρετές και τα κατορθώματά του· παραχωρεί ο Θεός να πέσε σε πορνεία, ώστε αφού συναισθανθεί με την πτώση την αδυναμία του, να ταπεινωθεί και να
προσέλθει να εξομολογηθεί στον Κύριο.
Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι η εκλογή αυτών που πρέπει να κάνουμε εξαρτάται από μας, αλλά η εκτέλεση των αγαθών είναι έργο της βοήθειας του Θεού, ο οποίος δίκαια βοηθεί αυτούς που προτιμούν το αγαθό με ορθή συνείδηση, σύμφωνα με τη δική του πρόγνωση, ενώ η τέλεση των κακών είναι αποτέλεσμα της εγκαταλείψεως του Θεού, ο οποίος, σύμφωνα με την πρόγνωσή του, δίκαια εγκαταλείπει.
Υπάρχουν δύο είδη της εγκαταλείψεως· υπάρχει δηλαδή εγκατάλειψη οικονομική και διδακτική και υπάρχει εγκατάλειψη που οδηγεί σε πλήρη απελπισία. Οικονομική και διδακτική είναι αυτή που γίνεται για διόρθωση, σωτηρία και δόξα αυτού που υποφέρει ή και για το ζήλο των άλλων και για μίμηση ή και για δόξα του Θεού. Η τέλεια όμως εγκατάλειψη γίνεται όταν, ενώ ο Θεός κάνει τα πάντα για τη σωτηρία του, ο άνθρωπος παραμένει μέ πρόθεσή του αναίσθητος και αδιόρθωτος, ή καλύτερα αθεράπευτος· τότε αφήνεται σε να χαθεί τελείως, όπως ο Ιούδας. Είθε να μας λυπηθεί ο Θεός και να μας γλυτώσει από τέτοιου είδους εγκατάλειψη.
Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι της θείας πρόνοιας, οι οποίοι ούτε ο λόγος τους ερμηνεύει ούτε ο νους τους συλλαμβάνει.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όλες οι λυπηρές δοκιμασίες οδηγούν στη σωτηρία εκείνους οι οποίοι τις δέχονται με ευχαρίστηση και οπωσδήποτε τους προξενούν ωφέλεια.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός θέλει πάνω απ’ όλα όλοι να σωθούν και να κληρονομήσουν τη βασιλεία του· διότι δεν μας δημιούργησε για να μας τιμωρεί, αλλά για να μετάσχουμε στην αγαθότητά του, επειδή ο ίδιος είναι αγαθός. Θέλει όμως, επειδή είναι και δίκαιος, να τιμωρούνται αυτοί που αμαρτάνουν.
Το πρώτο θέλημα, λοιπόν, ονομάζεται προηγούμενο θέλημα και ευδοκία, επειδή προέρχεται απ’ αυτόν (το Θεό), ενώ το δεύτερο λέγεται επόμενο θέλημα και παραχώρηση, επειδή προέρχεται από δική μας υπαιτιότητα. Και αυτή (η παραχώρηση) είναι δύο ειδών: η μία οικονομική και διδακτική για τη σωτηρία μας, η άλλη οδηγεί στην απελπισία και τέλεια τιμωρία, όπως έχουμε πει. Και αυτά ισχύουν για όσα δεν εξαρτώνται από μας.
Απ’ αυτά πάλι που εξαρτώνται από μας, (ο Θεός) καταρχήν θέλει και συγκατατίθεται στα αγαθά, ενώ τα κακά και αληθινά επιζήμια ούτε στην αρχή ούτε κατόπιν τα θέλει· τα αφήνει στη διάθεση του αυτεξουσίου· διότι αυτό που γίνεται με πίεση ούτε λογικό είναι ούτε αρετή. Ο Θεός προνοεί για όλη
την κτίση και μέσω της κτίσεως μας ευεργετεί και διδάσκει, πολλές φορές ακόμη και μέσω των δαιμόνων, όπως στην περίπτωση του Ιώβ, και των γουρουνιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 43. Περὶ προνοίας
Πρόνοια τοίνυν ἐστὶν ἐκ Θεοῦ εἰς τὰ ὄντα γινομένη ἐπιμέλεια. Καὶ πάλιν· Πρόνοιά ἐστι βούλησις Θεοῦ, δι᾿ ἣν πάντα τὰ ὄντα τὴν πρόσφορον διεξαγωγὴν λαμβάνει. Εἰ δὲ Θεοῦ βούλησίς ἐστιν ἡ πρόνοια, πᾶσα ἀνάγκη πάντα τὰ τῇ προνοίᾳ γινόμενα κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον κάλλιστά τε καὶ θεοπρεπέστατα γίνεσθαι καὶ ὡς οὐκ ἔνι κρείττω γενέσθαι. Ἀνάγκη γὰρ τὸν αὐτὸν εἶναι ποιητὴν τῶν ὄντων καὶ προνοητήν· οὔτε γὰρ πρέπον οὔτε ἀκόλουθον ἄλλον μὲν ποιητὴν εἶναι τῶν ὄντων, ἄλλον δὲ προνοητήν· οὕτω γὰρ ἐν ἀσθενείᾳ πάντως εἰσὶν ἀμφότεροι, ὁ μὲν τοῦ ποιεῖν, ὁ δὲ τοῦ προνοεῖν.
Ὁ Θεὸς τοίνυν ἐστὶν ὅ τε ποιητὴς καὶ προνοητής, καὶ ἡ ποιητικὴ δὲ αὐτοῦ δύναμις καὶ ἡ συνεκτικὴ καὶ ἡ προνοητικὴ ἡ ἀγαθὴ αὐτοῦ θέλησίς ἐστι· «πάντα γάρ, ὅσα ἠθέλησεν, ὁ Κύριος ἐποίησεν ἐν τῷ οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ», καὶ τῷ θελήματι αὐτοῦ οὐδεὶς ἀνθέστηκεν.
Ἠθέλησε γενέσθαι τὰ πάντα, καὶ γέγονε· θέλει συνίστασθαι τὸν κόσμον, καὶ συνίσταται, καὶ πάντα, ὅσα θέλει, γίνεται.
Ὅτι δὲ προνοεῖ καὶ ὅτι καλῶς προνοεῖ, ὀρθότατα σκοπήσειεν ἄν τις οὕτως· Μόνος ὁ Θεός ἐστι φύσει ἀγαθὸς καὶ σοφός· ὡς οὖν ἀγαθὸς προνοεῖ (ὁ γὰρ μὴ προνοῶν οὐκ ἀγαθός· καὶ γὰρ καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ἄλογα τῶν οἰκείων τέκνων προνοοῦνται φυσικῶς, καὶ ὁ μὴ προνοῶν ψέγεται), ὡς δὲ σοφὸς ἄριστα τῶν ὄντων ἐπιμελεῖται.
Χρὴ τοίνυν τούτοις προσέχοντας πάντα θαυμάζειν, πάντα ἐπαινεῖν, πάντα ἀνεξετάστως ἀποδέχεσθαι τὰ τῆς προνοίας ἔργα, κἂν φαίνηται τοῖς πολλοῖς ἄδικα διὰ τὸ ἄγνωστον καὶ ἀκατάληπτον εἶναι τοῦ Θεοῦ τὴν πρόνοιαν καί τούς λογισμούς ἡμῶν καί τάς πράξεις καί τά μέλλοντα αὐτῷ μόνῳ γνωστά. Πάντα δὲ λέγω τὰ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν· τὰ γὰρ ἐφ᾿ ἡμῖν οὐ τῆς προνοίας ἐστίν, ἀλλὰ τοῦ ἡμετέρου αὐτεξουσίου. 
Τῆς δὲ προνοίας τὰ μὲν κατ᾿ εὐδοκίαν ἐστί, τὰ δὲ κατὰ συγχώρησιν. Κατ᾿ εὐδοκίαν μέν, ὅσα ἀναντιρρήτως εἰσὶν ἀγαθά, κατὰ συγχώρησιν δὲ ὅσα εἰσί πονηρά. Συγχωρεῖ γὰρ πολλάκις καὶ τὸν δίκαιον περιπεσεῖν συμφοραῖς, ἵνα τὴν ἐν αὐτῷ λανθάνουσαν ἀρετὴν δείξῃ τοῖς ἄλλοις, ὡς ἐπὶ τοῦ Ἰώβ. Ἄλλοτε συγχωρεῖ τῶν ἀτόπων τι πραχθῆναι, ἵνα διὰ τῆς πράξεως τῆς δοκούσης ἀτόπου μέγα τι καὶ θαυμαστὸν κατορθωθῇ ὡς διὰ τοῦ σταυροῦ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων.
Κατ᾿ ἄλλον τρόπον συγχωρεῖ τὸν ὅσιον πάσχειν κακῶς, ἵνα μὴ ἐκ τοῦ ὀρθοῦ συνειδότος ἐκπέσῃ ἢ καὶ ἐκ τῆς δοθείσης αὐτῷ δυνάμεώς τε καὶ χάριτος εἰς ἀλαζονείαν ἐκπέσῃ ὡς ἐπὶ τοῦ Παύλου.
Ἐγκαταλείπεταί τις πρὸς καιρὸν πρὸς διόρθωσιν ἄλλου, ἵνα τὸ κατ᾿ αὐτὸν σκοποῦντες οἱ ἄλλοι παιδεύωνται, ὡς ἐπὶ τοῦ Λαζάρου καὶ τοῦ πλουσίου· φυσικῶς γὰρ ὁρῶντές τινας πάσχοντας συστελλόμεθα. 
Ἐγκαταλείπεταί τις καὶ εἰς ἄλλου δόξαν, οὐ δι᾿ οἰκείας ἢ γονέων ἁμαρτίας ὡς ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς εἰς δόξαν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
Πάλιν συγχωρεῖταί τις παθεῖν εἰς ἄλλου ζῆλον, ἵνα τῆς δόξης τοῦ παθόντος μεγαλυνθείσης ἄοκνον τὸ πάθος τοῖς ἄλλοις γένηται ἐλπίδι τῆς μελλούσης δόξης καὶ ἐπιθυμίᾳ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, ὡς ἐπὶ
τῶν μαρτύρων. Παραχωρεῖταί τις καὶ εἰς αἰσχρὰν ἐμπεσεῖν πρᾶξιν ἐνίοτε εἰς διόρθωσιν ἑτέρου χείρονος πάθους· οἷον, ἔστι τις ἐπαιρόμενος ἐπὶ ταῖς ἀρεταῖς καὶ τοῖς κατορθώμασιν αὐτοῦ· παραχωρεῖ τοῦτον ὁ Θεὸς εἰς πορνείαν ἐμπεσεῖν, ὅπως διὰ τοῦ πτώματος εἰς συναίσθησιν τῆς οἰκείας ἀσθενείας ἐλθὼν ταπεινωθῇ καὶ προσελθὼν ἐξομολογήσηται τῷ Κυρίῳ.
Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν αἵρεσις τῶν πρακτῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστι, τὸ δὲ τέλος τῶν μὲν ἀγαθῶν τῆς τοῦ Θεοῦ συνεργίας δικαίως συνεργοῦντος τοῖς προαιρουμένοις τὸ ἀγαθὸν ὀρθῷ τῷ συνειδότι κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ, τῶν δὲ πονηρῶν τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ Θεοῦ πάλιν κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ δικαίως ἐγκαταλιμπάνοντος.
Τῆς δὲ ἐγκαταλείψεώς εἰσιν εἴδη δύο· ἔστι γὰρ ἐγκατάλειψις οἰκονομικὴ καὶ παιδευτικὴ καὶ ἔστιν ἐγκατάλειψις τελεία ἀπογνωστική. Οἰκονομικὴ μὲν καὶ παιδευτικὴ ἡ πρὸς διόρθωσιν καὶ σωτηρίαν καὶ δόξαν τοῦ πάσχοντος γινομένη ἢ καὶ πρὸς ἄλλων ζῆλον καὶ μίμησιν ἢ καὶ πρὸς δόξαν Θεοῦ· ἡ δὲ τελεία ἐγκατάλειψις, ὅτε τοῦ Θεοῦ πάντα πρὸς σωτηρίαν πεποιηκότος ἀνεπαίσθητος καὶ ἀνιάτρευτος, μᾶλλον δὲ ἀνίατος ἐξ οἰκείας προθέσεως διαμείνῃ ὁ ἄνθρωπος· τότε παραδίδοται εἰς τελείαν ἀπώλειαν ὡς ὁ Ἰούδας. 
Φείσοιται ἡμῶν ὁ Θεὸς καὶ ἐξελοῖτο τῆς τοιαύτης ἐγκαταλείψεως. Χρὴ δὲ εἰδέναι, ὡς πολλοί εἰσιν οἱ τρόποι τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας, καὶ μήτε λόγῳ ἑρμηνευθῆναι, μήτε νῷ περιληφθῆναι δυνάμενοι.
Δεῖ γινώσκειν, ὡς πᾶσαι αἱ σκυθρωπαὶ ἐπιφοραὶ τοῖς μετ᾿ εὐχαριστίας δεχομένοις πρὸς σωτηρίαν ἐπάγονται καὶ πάντως ὠφελείας γίνονται πρόξενοι.
Χρὴ εἰδέναι, ὡς ὁ Θεὸς προηγουμένως θέλει πάντας σωθῆναι καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ τυχεῖν· οὐ γὰρ ἐπὶ τὸ κολάσαι ἔπλασεν ἡμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τὸ μετασχεῖν τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ, ὡς ἀγαθός.
Ἁμαρτάνοντας δὲ θέλει κολάζεσθαι ὡς δίκαιος.
Λέγεται οὖν τὸ μὲν πρῶτον προηγούμενον θέλημα καὶ εὐδοκία, ἐξ αὐτοῦ ὄν, τὸ δὲ δεύτερον ἑπόμενον θέλημα καὶ παραχώρησις, ἐξ ἡμετέρας αἰτίας. Καὶ αὕτη διττή· ἡ μὲν οἰκονομικὴ καὶ παιδευτικὴ πρὸς σωτηρίαν, ἡ δὲ ἀπογνωστικὴ πρὸς τελείαν κόλασιν, ὡς εἰρήκαμεν. Ταῦτα δὲ ἐπὶ τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν.
Τῶν δὲ ἐφ᾿ ἡμῖν τὰ μὲν ἀγαθὰ προηγουμένως θέλει καὶ εὐδοκεῖ, τὰ δὲ πονηρὰ καὶ ὄντως κακὰ οὔτε προηγουμένως οὔτε ἑπομένως θέλει· παραχωρεῖ δὲ τῷ αὐτεξουσίῳ· τὸ γὰρ κατὰ βίαν γινόμενον οὐ λογικόν, οὐδὲ ἀρετή. Προνοεῖ δὲ ὁ Θεὸς πάσης τῆς κτίσεως καὶ διὰ πάσης τῆς κτίσεως εὐεργετῶν καὶ παιδεύων καὶ δι᾿ αὐτῶν πολλάκις τῶν δαιμόνων ὡς ἐπὶ τοῦ Ἰὼβ καὶ τῶν χοίρων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου