Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (44)

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως
Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (44)


Ἀπόδοση στην νέα ἑλληνική:
Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 44. Περὶ προγνώσεως καὶ προορισμοῦ

Για την πρόγνωση και τον προορισμό.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός όλα τα γνωρίζει εκ των προτέρων, αλλά δεν προαποφασίζει όλα· γνωρίζει, δηλαδή, εκ των προτέρων αυτά που εξαρτώνται από μας, αλλά δεν τα προαποφασίζει· διότι δεν θέλει  ούτε την κακία να κάνουμε ούτε όμως μας εκβιάζει στην αρετή. Επομένως, ο προορισμός είναι έργο του προγνωστικού προστάγματος του Θεού. Επίσης, προαποφασίζει αυτά που δεν ξαρτώνται από μας λόγω της προγνώσεώς του· διότι έως τώρα ο Θεός, σύμφωνα με την πρόγνωσή του, τα προκαθόρισε όλα με κριτήριο την αγαθότητα και τη δικαιοσύνη του.
Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι ο Θεός έδωσε την αρετή στη φύση μας, ότι ο ίδιος είναι η πηγή αι η αιτία κάθε αγαθού και είναι αδύνατο χωρίς τη συνεργασία και βοήθειά του να θελήσουμε ή να κάνουμε κάτι καλό. Αλλά από μας εξαρτάται ή να μείνουμε σταθεροί στην αρετή και ν’ ακολουθήσουμε το Θεό που μας προσκαλεί προς αυτήν, ή να απομακρυνθούμε από την αρετή,
που σημαίνει να οδηγηθούμε στην κακία και ν’ ακολουθήσουμε το Διάβολο που μας προσκαλεί χωρίς βία σ’ αυτήν· διότι τίποτε άλλο δεν είναι η κακία, παρά απομάκρυνση από το αγαθό, όπως ακριβώς το σκοτάδι είναι απομάκρυνση του φωτός. Παραμένοντας, λοιπόν, στη φυσική μας κατάσταση, είμαστε στην αρετή, ενώ παρεκκλίνοντας από τη φύση μας, δηλαδή την αρετή, ερχόμαστε στο παρά φύση και καταλήγουμε στην κακία.
Μετάνοια είναι η επιστροφή, με άσκηση και κόπο, από την παρά φύση στη φυσική κατάσταση και από το Διάβολο στο Θεό.
Ο Δημιουργός έπλασε τον άνθρωπο άνδρα στο φύλο· του μετάδωσε τη δική του θεία χάρη και τον έφερε σε κοινωνία μαζί του μέσω αυτής. Για το λόγο αυτό, ως κυρίαρχος, έδωσε με προφητικό χάρισμα τα ονόματα των ζώων, τα οποία του δόθηκαν για να τον υπηρετούν. Επειδή, δηλαδή, ο Θεός
τον έπλασε κατ’ εικόνα του, να είναι λογικός, πνευματικός και αυτεξούσιος, δικαιολογημένα πήρε στα χέρια του από το Δημιουργό και Κύριο όλων την εξουσία σε όλη την κτίση.
Επειδή όμως ο προγνώστης Θεός γνώριζε ότι ο άνδρας θα γίνει παραβάτης και θα πέσει στη φθορά, δημιούργησε απ’ αυτόν τη γυναίκα, «πλάσμα όμοιο και βοηθό του»· βοηθό μάλιστα ώστε, μετά την παράβαση, με τη γέννηση να γίνεται η αναπαραγωγή του ανθρώπινου γένους. Διότι η αρχική πλάση λέγεται δημιουργία και όχι γέννηση· δημιουργία δηλαδή είναι η αρχική πλάση, ενώ γέννηση η διαδοχή του γένους που προήλθε μετά την καταδίκη σε θάνατο εξαιτίας της παραβάσεως.
(Ο Θεός) τοποθέτησε τον άνθρωπο σε νοητό και αισθητό παράδεισο· διότι, αν και ζούσε σωματικά μέσα σε αισθητό επίγειο παράδεισο, συναναστρεφόταν ψυχικά με τους αγγέλους, καλλιεργώντας θεία νοήματα και τρεφόμενος απ’ αυτά· ήταν γυμνός, ζώντας απλή και ανεπιτήδευτη ζωή, και ανυψωνόταν μέσω των δημιουργημάτων μόνο προς το Δημιουργό· αισθανόταν ευχαρίστηση και χαρά με τη θεωρία του Θεού.
Αφού, λοιπόν, στόλισε τη φύση του (του ανθρώπου) με το αυτεξούσιο θέλημα, του έδωσε εντολή να μη φάει από το δένδρο της γνώσεως. Γι’ αυτό το δένδρο έχουμε πει αρκετά –όσα μπορούσαμε– στο κεφάλαιο σχετικά με τον Παράδεισο. Αυτή την έντολή έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, με την υπόσχεση ότι, εάν διαφυλάξει την αξία της ψυχής, χαρίζοντας τη νίκη στο λογικό, το οποίο θα αναγνωρίζει το Δημιουργό και θα τηρεί την εντολή του, τότε θα γίνει μέτοχος της αιώνιας μακαριότητας και θα ζει αιώνια, διότι θα φανεί ανώτερος από το θάνατο. Εάν όμως υποδουλώσει την ψυχή στο σώμα και προτιμήσει τις σωματικές απολαύσεις, λησμονώντας την προσωπική του αξία και εξομοιούμενος με τα άλογα ζώα, επειδή έδιωξε από πάνω του τη χάρη του Δημιουργού και αρνήθηκε να τηρήσει τη θεία εντολή του, τότε θα είναι υπόλογος σε θάνατο και θα δοκιμάσει τη φθορά και τον πόνο, ζώντας άθλια ζωή.
Διότι δεν ήταν ωφέλιμο να γίνει αθάνατος χωρίς πειρασμούς και δοκιμασία, για να μην υπερηφανευθεί και πέσει σε πτώση ανάλογη με του Διαβόλου.
Εκείνος δηλαδή, επειδή ήταν άφθαρτος, μετά τη θεληματική πτώση του, απόκτησε την αμετανόητη και μόνιμη παγίωσή του στο κακό· όπως, επίσης, από την άλλη πλευρά οι άγγελοι, μετά την εκούσια επιλογή της αρετής από μέρους τους, απόκτησαν με τη χάρη την αμετακίνητη διαμονή τους στο καλό.
Έπρεπε, λοιπόν, αφού πρώτα δοκιμασθεί ο άνθρωπος –διότι άνθρωπος χωρίς πειρασμό και δοκιμασία δεν έχει καμιά αξία– και αφού φθάσει στην τελειότητα με την εμπειρία της τηρήσεως της εντολής, ν’ αποκομίσει μ’ αυτό τον τρόπο την αρετή ως βραβείο της αρετής. Καθώς, λοιπόν, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε ενδιάμεσος μεταξύ Θεού και ύλης, αφού ενωθεί με το Θεό χάρη στη συνήθεια που πήρε να τηρεί την εντολή Του και μετά την απαλλαγή από το φυσικό δεσμό με τα υλικά πράγματα, επρόκειτο να αποκτήσει μόνιμη τη σταθερότητα στο καλό. Αντίθετα με την παράβαση, αφού ο άνθρωπος στράφηκε περισσότερο προς τα υλικά και απομάκρυνε το νου του από το δημιουργό του Θεό, επρόκειτο να εξοικειωθεί με τη φθορά και να καταντήσει από απαθής παθητός και από αθάνατος θνητός· να έχει επίσης ανάγκη από συνεύρεση και σπερματική γέννηση και από πόθο για τη ζωή να προσκολλάται στις απολαύσεις, επειδή τάχα αυτές τη συνθέτουν· και να
αισθάνεται μεγάλη αποστροφή σε όσους προσπαθούν να του στερήσουν τις απολαύσεις· και έστρεψε την επιθυμία του από το Θεό προς την ύλη και το θυμό του από τον πραγματικό εχθρό της σωτηρίας του προς τους συνανθρώπους του. Ο άνθρωπος, λοιπόν, νικήθηκε από φθόνο του Διαβόλου· ο φθονερός και μισόκαλος δαίμονας δεν άντεχε να πετύχουμε εμείς την ουράνια βασιλεία, ενώ ο ίδιος έπεσε από υπερηφάνεια· γι αυτό ο ψεύτης με δόλωμα την ισοθεΐα πέτυχε να παρασύρει το δυστυχή άνθρωπο και, αφού τον ανέβασε στο ύψος της δικής υπερηφάνειας,τον γκρέμισε στο δικό του βάραθρο της πτώσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 44. Περὶ προγνώσεως καὶ προορισμοῦ
Χρὴ γινώσκειν, ὡς πάντα μὲν προγινώσκει ὁ Θεός, οὐ πάντα δὲ προορίζει· προγινώσκει γὰρ καὶ τὰ ἐφ᾿ ἡμῖν, οὐ προορίζει δὲ αὐτά· οὐ γὰρ θέλει τὴν κακίαν γενέσθαι οὐδὲ βιάζεται τὴν ἀρετήν. Ὥστε τῆς θείας προγνωστικῆς κελεύσεως ἔργον ἐστὶν ὁ προορισμός. Προορίζει δὲ τὰ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ· ἤδη γὰρ κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ προέκρινε πάντα ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ.
Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν ἀρετὴ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐδόθη ἐν τῇ φύσει καὶ αὐτός ἐστι παντὸς ἀγαθοῦ ἀρχὴ καὶ αἰτία καὶ ἐκτὸς τῆς αὐτοῦ συνεργίας καὶ βοηθείας ἀδύνατον ἀγαθὸν θελῆσαι ἢ πρᾶξαι ἡμᾶς.
Ἐφ᾿ ἡμῖν δέ ἐστιν ἢ ἐμμεῖναι τῇ ἀρετῇ καὶ ἀκολουθῆσαι τῷ Θεῷ πρὸς ταύτην καλοῦντι ἢ ἀποφοιτῆσαι τῆς ἀρετῆς, ὅπερ ἐστὶν ἐν τῇ κακίᾳ γενέσθαι καὶ ἀκολουθῆσαι τῷ Διαβόλῳ πρὸς ταύτην καλοῦντι ἀβιάστως· ἡ γὰρ κακία οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν, εἰ μὴ ἀναχώρησις τοῦ ἀγαθοῦ, ὥσπερ καὶ τὸ σκότος τοῦ φωτός ἐστιν ἀναχώρησις.
Μένοντες οὖν ἐν τῷ κατὰ φύσιν ἐν τῇ ἀρετῇ ἐσμεν, ἐκκλίνοντες δὲ ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν, ἤγουν ἐκ τῆς ἀρετῆς, εἰς τό παρὰ φύσιν ἐρχόμεθα καὶ ἐν τῇ κακίᾳ γινόμεθα.
Μετάνοιά ἐστιν ἐκ τοῦ παρὰ φύσιν εἰς τὸ κατὰ φύσιν καὶ ἐκ τοῦ Διαβόλου πρὸς τὸν Θεὸν ἐπάνοδος δι᾿ ἀσκήσεως καὶ πόνων.
Τοῦτον τοίνυν τὸν ἄνθρωπον ὁ Δημιουργὸς ἄρρενα κατεσκεύασε, μεταδοὺς αὐτῷ τῆς ἑαυτοῦ θείας χάριτος καὶ ἐν κοινωνίᾳ ἑαυτοῦ διὰ ταύτης αὐτὸν ποιησάμενος· ὅθεν καὶ τὴν τῶν ζῴων ὀνομασίαν προφητικῶς, ὡς δούλων αὐτῷ δοθέντων, δεσποτικῶς ἐποιήσατο.
Κατ᾿ εἰκόνα γὰρ Θεοῦ λογικός τε καὶ νοερὸς καὶ αὐτεξούσιος γενόμενος, εἰκότως τὴν τῶν ἐπιγείων ἀρχὴν ἐνεχειρίζετο ὑπὸ τοῦ κοινοῦ τῶν ἁπάντων Δημιουργοῦ τε καὶ Δεσπότου.
Εἰδὼς δὲ ὁ προγνώστης Θεός, ὡς ἐν παραβάσει γενήσεται καὶ τῇ φθορᾷ ὑποπεσεῖται, ἐποίησεν ἐξ αὐτοῦ τὸ θῆλυ, «βοηθὸν αὐτῷ κατ᾿ αὐτόν»· βοηθὸν δὲ πρὸς τὴν διὰ γεννήσεως μετὰ τὴν παράβασιν τοῦ γένους ἐκ διαδοχῆς σύστασιν. Ἡ γὰρ πρώτη πλάσις γένεσις λέγεται καὶ οὐ γέννησις· γένεσις μὲν γάρ ἐστιν ἡ ἐκ Θεοῦ πρώτη πλάσις, γέννησις δὲ ἡ ἐκ καταδίκης τοῦ θανάτου διὰ τὴν παράβασιν ἐξ ἀλλήλων διαδοχή.
Τοῦτον ἔθετο ἐν τῷ παραδείσῳ τῷ τε νοητῷ καὶ τῷ αἰσθητῷ· ἐν μὲν γὰρ τῷ αἰσθητῷ ἐπὶ γῆς σωματικῶς διαιτώμενος ψυχικῶς τοῖς ἀγγέλοις συνανεστρέφετο θείας γεωργῶν ἐννοίας καὶ ταύταις τρεφόμενος, γυμνὸς τῇ ἁπλότητι καὶ ἀτέχνῳ ζωῇ πρὸς μόνον τὸν Δημιουργὸν διὰ τῶν κτισμάτων ἐναγόμενος καὶ τῇ αὐτοῦ θεωρίᾳ ἐνηδυνόμενός τε καὶ εὐφραινόμενος.
Ἐπειδὴ τοίνυν αὐτὸν αὐτεξουσίῳ θελήματι φυσικῶς κατεκόσμησε, δίδωσι νόμον αὐτῷ μὴ γεύσασθαι τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως. Περὶ οὗ ξύλου αὐταρκῶς ἐν τῷ περὶ παραδείσου κεφαλαίῳ κατά γε τὴν ἡμετέραν εἰρήκαμεν δύναμιν. Ταύτην τὴν ἐντολὴν αὐτῷ δίδωσιν ἐπαγγειλάμενος, ὡς, εἰ μὲν φυλάξοι τὸ τῆς ψυχῆς ἀξίωμα τῷ λόγῳ τὴν νίκην διδούς, ἐπιγινώσκων τὸν κτίσαντα καὶ τούτου φυλάττων τὸ πρόσταγμα, τῆς ἀιδίου μεθέξει μακαριότητος καὶ ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα κρείττων θανάτου γενόμενος. Εἰ δέ γε τὴν ψυχὴν ὑποτάξει τῷ σώματι καὶ τὰ τοῦ σώματος προτιμήσει τερπνὰ, τὴν οἰκείαν τιμὴν ἀγνοήσας καὶ τοῖς ἀνοήτοις παρεικασθεὶς κτήνεσι, τοῦ πεποιηκότος τὴν ζεύγλην ἀποσεισάμενος καὶ τὸ θεῖον αὐτοῦ παριδὼν ἐπίταγμα, θανάτῳ ἔσται ὑπεύθυνος καὶ φθορᾷ καὶ πόνῳ καθυποβληθήσεται τὸν ταλαίπωρον ἕλκων βίον.
Οὐ γὰρ ἦν λυσιτελὲς ἀπείραστον ἔτι τυγχάνοντα καὶ ἀδόκιμον τῆς ἀφθαρσίας τυχεῖν, ἵνα μὴ εἰς τῦφον ἐμπέσῃ καὶ κρῖμα τοῦ Διαβόλου.
Ἐκεῖνος γάρ διὰ τὸ ἄφθαρτον μετὰ τὴν ἐκ προαιρέσεως ἔκπτωσιν τὴν ἐν τῷ κακῷ ἀμεταμέλητον ἔσχε καὶ ἄτρεπτον παγιότητα, ὥσπερ αὖ πάλιν καὶ οἱ ἄγγελοι, μετὰ τὴν ἐκ προαιρέσεως τῆς ἀρετῆς ἐκλογὴν, τὴν ἐν τῷ καλῷ διὰ τῆς χάριτος ἀμετακίνητον ἵδρυσιν.
Ἔδει τοίνυν πρότερον δοκιμασθέντα τὸν ἄνθρωπον –ἀνήρ γάρ ἀπείραστος καί ἀδόκιμος, οὐδενός λόγου ἄξιος– καὶ τῇ πείρᾳ διὰ τῆς  τηρήσεως τῆς ἐντολῆς τελειωθέντα, οὕτω τὴν ἀφθαρσίαν ἀρετῆς κομίσασθαι ἔπαθλον· μέσος γὰρ Θεοῦ καὶ ὕλης γενόμενος, διὰ μὲν τῆς τηρήσεως τῆς ἐντολῆς μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς πρὸς τὰ ὄντα φυσικῆς σχέσεως, ἑνωθεὶς τῷ Θεῷ καθ᾿ ἕξιν, τὴν περὶ τὸ καλὸν παγιότητα λαμβάνειν ἀμετακίνητον ἔμελλε, διὰ δὲ τῆς παραβάσεως πρὸς τὴν ὕλην μᾶλλον κινηθεὶς καὶ τῆς αὐτοῦ αἰτίας, τοῦ Θεοῦ φημι, ἀποσπάσας τὸν νοῦν, τῇ φθορᾷ προσοικειοῦσθαι, καὶ παθητὸς ἀντὶ ἀπαθοῦς καὶ θνητὸς ἀντὶ ἀθανάτου γίνεσθαι καὶ συνδυασμοῦ καὶ ῥευστῆς γεννήσεως ἐπιδέεσθαι καὶ τῇ ἐφέσει τῆς ζωῆς τῶν μὲν ἡδέων, ὡς δῆθεν ταύτην συνιστώντων ἀντέχεσθαι, πρὸς δὲ τοὺς τούτων προμηθουμένους τὴν στέρησιν ἀδεῶς ἀπεχθάνεσθαι· καὶ τὴν μὲν ἔφεσιν ἐκ Θεοῦ πρὸς τὴν ὕλην, τὸν δὲ θυμὸν ἐκ τοῦ τῆς σωτηρίας ὄντως ἐχθροῦ μεταφέρειν πρὸς τὸ ὁμόφυλον. Φθόνῳ τοίνυν
Διαβόλου ἡττήθη ὁ ἄνθρωπος· οὐ γὰρ ἔφερεν ὁ φθονερὸς καὶ μισόκαλος δαίμων αὐτὸς διὰ τὴν ἔπαρσιν κάτω γενόμενος ἡμᾶς τῶν ἄνω τυχεῖν, ὅθεν καὶ θεότητος ἐλπίδι ὁ ψεύστης δελεάζει τὸν ἄθλιον καὶ πρὸς τὸ ἴδιον τῆς ἐπάρσεως ὕψος ἀναγαγὼν, πρὸς τὸ ὅμοιον καταφέρει τῆς πτώσεως βάραθρον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου