Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

ΙΒ΄ Περι Του Ακτιστου Φωτος - 1.Η ΟΔΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑΝ


Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Οψώμεθα τόν Θεόν καθώς εστί

Περι Του Ακτιστου Φωτος

1.Η ΟΔΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑΝ

Ως θεμέλιον της χριστιανικής ζωής κείται το γεγονός της Σαρκώσεως του Θεού. Εν τη σαρκί ημών, τη υπ’ Αυτού κτισθείση, εφανέρωσεν Ούτος εις ημάς την άναρχον τελειότητα Αυτού. Το γεγονός τούτο παρέχει εις ημάς ψηλαφητόν κριτήριον δεικνύον πόσον απεμακρύνθημεν απ’ Αυτού ή πόσον προσεγγίζομεν το υπερκόσμιον Αυτού Είναι. Μόνον όταν εξομοιούμεθα προς Αυτόν κατά τας εσωτερικάς κινήσεις της καρδίας ημών, τον τρόπον σκέψεως, τας αντιδράσεις προς πάντα τα συμβαίνοντα εις ημάς επί της γης, γινόμεθα όμοιοι προς Αυτόν και κατά την Θεότητα Αυτού. Τα Ευαγγέλια περιγράφουν Αυτόν μετ’ επαρκούς εναργείας και η πείρα της εν Αυτώ ζωής εκτίθεται εν ταις Επιστολαίς των Αποστόλων. Αι εντολαί Αυτού είναι το άκτιστον Φως, εν τω οποίω ιδιαιτέρως αποκαλύπτεται Ούτος «καθώς εστιν» (Α’ Ιωάν. γ’ 2). «Εγώ ειμι το φως του κόσμου· ο ακολουθών Εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιωάν. η’ 12). 2 Θαυμασταί είναι αι ενέργειαι του Φωτός τούτου εφ’ ημάς. Ιστάμεθα μετ’ άκρας εκπλήξεως προ του ασυλλήπτου θαύματος της εμφανίσεως ημών εις τον κόσμον τούτον.




Η δημιουργία παντός υπαρκτού αποτελεί μυστήριον ελκύον ημάς προς Αυτόν. Προ της Άνωθεν όμως ελλάμψεως, παραμένοντες εν τω σκότει της αγνοίας, διερχόμεθα μετά καταθλιπτικής απορίας την οδυνηράν οδόν της αυξήσεως ημών εν τω Είναι: Δια ποίον λόγον ήτο αναγκαία η πολύπλοκος αύτη διαδικασία δια την «εκ του μηδενός» δημιουργίαν των υιών του Θεού, τουτέστιν η γέννησις του πνεύματος ημών εν σώματι αποτελουμένω εκ των στοιχείων της γης; Πώς είναι δυνατόν να συζευχθή το πνεύμα, το ομοίωμα τούτο του Απολύτου, μετά της γης; Το πνεύμα ημών συσφίγγεται ως εν μαγγάνω: Είναι αθάνατον κατά την φύσιν αυτού, το δε σώμα ημών υπόκειται εις την αποσύνθεσιν και τον θάνατον. Ως εκ τούτου άρχεται έντονος πάλη: Το πνεύμα ορμά προς τον Θεόν, θέλει να ίδη και το σώμα αυτού άφθαρτον και ικανόν να ακολουθήση αυτό εις την ανάβασιν. Το σώμα όμως έλκειται προς τα κάτω, προς την γην «εξ ής ελήφθη», και μεταδίδει εις το πνεύμα την θνητότητα αυτού. Μη εννοών ουδέν εξ όσων συνέβαινον εν εμοί, εξησθενημένος εκ των ακαταπαύστων συγκρούσεων και των αλύτων αντιφάσεων, προσεπάθουν να θέσω εμαυτόν εις την θέσιν του Δημιουργού, και διελογιζόμην: Πώς άρα γε θα έκτιζον εγώ τον κόσμον; Αποσυρθείς εις σκοτεινόν και ήσυχον τόπον, συνεκέντρωσα την σκέψιν μου εις το πρόβλημα τούτο. Επί τη βάσει της ήδη δοθείσης εις εμέ πείρας του είναι, έχων κατά νουν τας δυσκολίας τας οποίας διήλθον, διέβαινον εκ των λεπτομερειών της ευμεταβλήτου καθ’ ημέραν ζωής εις τους συνεχώς επεκτεινομένους 2 ορίζοντας του κοσμικού είναι. Τί συνέβη όμως τότε; Αντί να επιφέρω διορθώσεις εις την «ασυναρτησίαν» της δημιουργίας του Θεού, ταχέως κατελήφθην υπό θαυμασμού ενώπιον εκείνου του Νοός, όστις μετά τοιαύτης γνώσεως έπλασε και τον ουρανόν και την γην. Ανεκάλυψα μετά λύπης, αλλ’ εν ταυτώ και μετά χαράς, την άκραν αδυναμίαν μου. Και ο νηπιώδης νους μου προσέβλεψε προς τον Πατέρα μειδιών, ως το εν τω λίκνω βρέφος μειδιά προς την εαυτού μητέρα. Ο ενθουσιασμός εκ της ανεξιχνιάστου σοφίας του Θεού κατέκλυσε την ψυχήν μου. Είς τι μέρος μακράν, εις το άπειρον του ουρανού, αμυδρά τις λάμψις του Φωτός διήγειρε προσευχήν δοξολογίας και εγέννησεν εν εμοί την δίψαν να μετάσχω του μεγάλου δημιουργικού Έργου του Ποιητού. Συνέβαινεν ενίοτε, ότε εν υπαίθρω εζωγράφουν τοπία, να πλησιάζουν τινές εκ των όπισθεν και επί μακρόν να παρακολουθούν εν σιωπή την εργασίαν μου. Ούτω θα ήθελον να σταθώ και εγώ πλησίον του Παντοκράτορος και να απολαύσω δια της θεωρίας την δημιουργικήν Αυτού έμνευσιν. Τοιαύτας σκέψεις αποτολμά τις εις καιρούς, κατά τους οποίους ο θάνατος ατενίζει αυτόν κατά πρόσωπον ή απειλεί να στερήση απ’ αυτού ηγαπημένα πρόσωπα. Το θάρρος μου ήτο αφελές, αλλά μεμιγμένον μετά τινος δυσαρεσκείας κατά του Θεού. Εν τη Βίβλω εύρον λόγους, οίτινες παραπλησίως εξέφραζον τα βιώματά μου: «Είπεν ο Κύριος τω Ιώβ δια λαίλαπος και νεφώς· Τίς ούτος ο κρύπτων Με βουλήν, συνέχων δε ρήματα εν καρδία, Εμέ δε οίεται κρύπτειν; 2 Ζώσαι ώσπερ ανήρ την οσφήν σου, ερωτήσω δε σε, σύ δε Μοι αποκρίθητι. Πού ής εν τω θεμελιούν Με την γην; … Τίς έθετο τα μέτρα αυτής; … Επί τίνος οι κρίκοι αυτής πεπήγασι; Τίς δε εστιν ο βαλών λίθον γωνιαίον επ’ αυτής; Ότε εγενήθησαν άστρα, ήνεσάν Με φωνή μεγάλη πάντες άγγελοί Μου

… Ήλθες επί πηγήν θαλάσσης, επί δε ίχνεσιν αβύσσου περιεπάτησας; Ανοίγονται δε σοι φόβω πύλαι θανάτου; … Εν ποία δε γη αυλίζεται το φως; Σκότους δε ποίος ο τόπος; Τίς έθετο σοφίαν εν καρδία, ή τίς έδωκεν αίσθησιν λόγω; Και απεκρίθη Κύριος ο Θεός τω Ιώβ και είπε· μή κρίσιν μετά ικανού εκκλινεί, ελέγχων δε Θεόν αποκριθήσεται αυτήν; Υπολαβών δε Ιώβ λέγει τω Κυρίω· Οίδα ότι πάντα δύνασαι, αδυνατεί δε Σοι ουδέν. Τίς δε αναγγελεί μοι ά ουκ ήδειν, μεγάλα και θαυμαστά ά ουκ επιστάμην; … Ακοήν μεν ωτός ήκουον Σου το πρότερον, νυνί δε ο οφθαλμός μου εώρακε Σε. Διό εφαύλισα εμαυτόν και ετάκην, ήγημαι δε εμαυτόν γην και σποδόν. (Ιώβ, αποσπάσματα εκ των κεφαλαίων λη’‐μβ’). Εάν εξετάσωμεν εαυτούς υπό το φως ζωής συμφώνου προς τας εντολάς του Κυρίου, θα ίδωμεν ότι είμεθα εντελώς διεφθαρμένοι και ανίκανοι προς το αγαθόν. Έντρομοι εκ της καταστάσεως ημών μετανοούμεν ενώπιον 2 του Θεού και δυσωπούμεν Αυτόν να θεραπεύση ημάς εκ του πλήξαντος ημάς θανάτου. Είμεθα έτοιμοι να διαρρήξωμεν τον στενόν κλοιόν της ατομικής ημών θελήσεως και να παραδοθώμεν εν πάσιν εις το άγιον και τέλειον Αυτού θέλημα. Ω, πόσον επώδυνος είναι η άσκησις αύτη, ιδιαιτέρως εν τη αρχή, αλλά εν αυτή δίδεται εις ημάς η δυνατότης να ενταχθώμεν εις το ρεύμα της αιωνιότητος Αυτού! Ελπίζοντες επί τον Θεόν κατά τας ώρας του κινδύνου, έχοντες το πνεύμα προσηλωμένον προς Αυτόν, θα δυνηθώμεν και ημείς να αισθανθώμεν εν ημίν την επαφήν της αθανάτου Αυτού πνοής. Το μέγα τούτο δώρον έρχεται δια της ταπεινής, αλλά πυρίνης μετανοίας. Παράδοξον θαύμα: Όσον εναργέστερον βλέπω τον Θεόν, τοσούτον φλογερωτέρα γίνεται η μετάνοιά μου, διότι τότε συνειδητοποιώ σαφέστερον την αναξιότητά μου ενώπιον Αυτού. Και το θαύμα τούτο επαναλαμβάνεται απαραλλάκτως ανά τους αιώνας. Ιδού παράδειγμα εκ της Παλαιάς Διαθήκης: «Είδον τον Κύριον καθήμενον επί Θρόνου υψηλού … και Σεραφίμ ειστήκεισαν κύκλω Αυτού … και εκέκραγεν έτερος προς τον έτερον και έλεγον: Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ είδον τοις οφθαλμοίς μου. Και απεστάλη προς με έν των Σεραφίμ, και εν τη χειρί είχεν άνθρακα, όν τη λαβίδι έλαβεν από του θυσιαστηρίου, και ήψατο του στόματός μου και είπεν· ιδού ήψατο τούτο των χειλέων σου και αφελεί τας ανομίας σου και τας αμαρτίας σου περικαθαριεί» (Ησ. στ’ 17). Εν τη Καινή Διαθήκη θαυμαστόν είναι το παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου. Τότε μόνον ησθάνθη ούτος 2 την αμαρτίαν αυτού, ότε κατά την πορείαν προς Δαμασκόν ενεφανίσθη εις αυτόν ο Κύριος εν τω μεγάλω Φωτί της Θεότητος Αυτού· όθεν απεμακρύνθη ούτος εν συνεχεία εις την έρημον (βλ. Γαλ. α’ 17), ίνα προσφέρη μετάνοιαν εις Εκείνον τον Οποίον πρότερον εδίωκε. Το παρελθόν αυτού ήτο τρομερόν. Προ της συναντήσεως μετά του Χριστού ο Παύλος ηδύνατο να νομίζη ότι, ως και ο προφήτης Ηλίας, ούτω και εκείνος, «ζήλων εζήλωσε τω Κυρίω παντοκράτορι» (Γ’ Βας. ιθ’ 10), βλ. Ιωάν. ιστ’ 2). Και αίφνης, ό,τι πρότερον έζη ως φως και δικαιοσύνην Θεού, παρουσιάσθη εις την πνευματικήν αυτού όρασιν ως σκοτία και έχθρα εναντίον του Θεού (βλ. Ιακ. δ’ 4, Λουκ. ια’ 35). Και μετ’ οξέος πόνου ωμολόγησεν εαυτόν αμαρτωλόν πλείον πάντων: «Χριστός Ιησούς ήλθεν εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ών πρώτος ειμι εγώ» (Α’ Τιμ. α’ 15)· «Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών … ετάφη και … εγήγερται τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς … ώφθη Κηφά, είτα τοις δώδεκα· έπειτα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ … έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί· εγώ γαρ ειμι ελάχιστος των Αποστόλων, ός ουκ ειμί ικανός καλείσθαι Απόστολος, διότι εδίωξα την εκκλησίαν του Θεού» (Α’ Κορ. ιε’ 3‐9)· «Χάριν έχω τω ενδυναμώσαντί με Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ότι πιστόν με ηγήσατο, θέμενος εις διακονίαν τον πρότερον βλάσφημον και διώκτην και υβριστήν· αλλ’ ηλεήθην …» (Α’ Τιμ. α’ 12‐ 13). Και ο Πέτρος μετά την άρνησιν αυτού, «εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς» (Ματθ. κστ’ 75). Ουδείς των ανθρώπων υπήρξεν άνευ αμαρτίας, εκτός της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας. Εις πολλούς δυνατόν να φανή ακατανόητος, εισέτι 2 δε και παράδοξος, η κατάστασις εκείνη της ψυχής, την οποίαν συναντώμεν εις ανθρώπους, οίτινες εγνώρισαν την φανέρωσιν του Θεού εν δυνάμει. Ούτοι όντως θεωρούν εαυτούς αξίους του άδου, αλλ’ ο Κύριος παραμένει δι’ αυτούς ευλογητός εις τους αιώνας. Η θέα της ατελευτήτου αγιότητος του ταπεινού Θεού αφ’ ενός, και η συναίσθησις του εν ημίν ζώντος εωσφορικού σκότους αφ’ ετέρου, οδηγούν τον άνθρωπον εις τοιαύτην κατάστασιν, ώστε όλη η ύπαρξις αυτού συνθλίβεται εκ της ακράτου οδυνηράς ορμής προς τον Άγιον Θεόν. Εν ταυτώ κατέχεται υπό ισχυράς προς εαυτόν αποστροφής, και βαθύς κλαυθμός κυριεύει της ψυχής. Ο πόνος ούτος είναι πνευματικός, μεταφυσικός, αφόρητος. Ο πόθος προς συγχώρησιν‐ συμφιλίωσιν μετά του Θεού ομοιάζει προς θανατηφόρον δίψαν. Τούτο δυσκόλως ερμηνεύεται εις τους μη έχοντας πείραν. Ο κλαυθμός ούτος κατά την φύσιν αυτού είναι φαινόμενον εντελώς διάφορον του ψυχικού κλαυθμού, όστις συνδέεται μετά συμφορών εν τοις ορίοις της επιγείου ζωής (βλ. Α’ Κορ. ιε’ ‐, Ιακ. γ’ 15, Ιούδα 19). Όταν ο άνθρωπος δι’ όλης της υπάρξεως αυτού θρηνή εκ του πόνου, τον οποίον αισθάνεται ένεκα της επιγνώσεως της ρυπαρότητος αυτού, τότε ο πόνος ούτος υπερβαίνει πάσαν άλλην οδύνην, και εν τω μαρτυρίω τούτω θεωρεί εαυτόν χείριστον πάντων. Το Φως της Βασιλείας του Θεού, όπερ ωράθη επί του Θαβώρ, επί της οδού προς Δαμασκόν, και εις άλλας περιπτώσεις, ελκύει προς εαυτό, οράται όμως ως τι απρόσιτον, απείρως υπερβαίνον την αξίαν, ακριβέστερον ειπείν, την απαξίαν ημών. Η εν τω αγίω τούτω πόνω προσευχή δύναται να αποσπάση το πνεύμα του ανθρώπου εκ του κόσμου τούτου και να μεταθέση αυτό εις άλλον κόσμον· και ο γήϊνος 2 ούτος κόσμος περιέρχεται εις λήθην· και αυτό τούτο το σώμα παύει πλέον να είναι αισθητόν. Οι Πατέρες ημών ωνόμασαν την κατάστασιν ταύτην «άδην μετανοίας». Δι’ αυτής γινόμεθα όμοιοι προς τον Χριστόν, τον κατελθόντα εις τον Αυτού «άδην της Αγάπης». Όσον βαρεία και εάν φαίνηται αύτη η «βάσανος του Αδάμ», όσον μεγάλα και εάν είναι τα παθήματα, συνοδεύονται εν τούτοις υπό της χαράς της κλήσεως του Θεού και του Φωτός της νέας ζωής. Οι Πατέρες ημών, δια της δωρεάς της χάριτος εν τη αιωνοβίω πείρα ήτις επαναλαμβάνεται από γενεάς εις γενεάν, βεβαιούν κατηγορηματικώς ότι δεν υπάρχει άλλη οδός προς τον Πατέρα των φώτων. Η χάρις της τοιαύτης μετανοίας εδόθη εις τον κόσμον δια της εν Γεθσημανή προσευχής, δια του σταυρικού θανάτου του Χριστού επί του Γολγοθά και δια της Αναστάσεως Αυτού (βλ. Λουκ. κδ’ ). Δεν είναι ακίνδυνον να ομιλή τις ανεπιφυλάκτως περί του θέματος τούτου μεταξύ των απίστων, επειδή δεν είναι ούτοι ικανοί να συλλάβουν την ουσίαν αυτού, ως ώφειλον. Οι «ψυχικοί» άνθρωποι αναποφεύκτως θα εκλάβουν τον λόγον τούτον κατά τρόπον εσφαλμένον, ανταποκρινόμενον εις την κατάστασιν αυτών. Ο μακάριος Παύλος γράφει περί τούτου ως εξής: «…2.11 τις γαρ οίδεν ανθρώπων τα του ανθρώπου ει μη το πνεύμα του ανθρώπου το εν αυτώ; Ούτω και τα του Θεού ουδείς οίδε ει μη το Πνεύμα του Θεού. 2.12 Ημείς δε ου το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα ειδώμεν τα από του Θεού χαρισθέντα ημίν· 2.13 ά και λαλούμεν ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ᾿ εν διδακτοίς Πνεύματος Αγίου, πνευματικοίς πνευματικά συγκρίνοντες. 2.14 Ψυχικός δε άνθρωπος ου δέχεται τα του Πνεύματος 2 του Θεού· μωρία γαρ αυτώ εστι, και ου δύναται γνώναι, ότι πνευματικώς ανακρίνεται· 2.15 ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ᾿ ουδενός ανακρίνεται» (Α’ Κορ. βʹ 11‐15). Προτιθέμενος να προσεγγίσω κατά την εμήν δύναμιν την περιγραφήν των ενεργειών του Θείου Φωτός, θεωρώ απαραίτητον να είπω εν ολίγοις προκαταρκτικώς περί μιάς μορφής των φωτεινών εμφανίσεων, της οποίας έλαβον πείραν. Κατά τους χρόνους της ωρίμου νεότητος συνέβαινε ενίοτε, εν καταστάσει εντόνου στοχασμού περί των μυστηρίων του Είναι, να αισθάνωμαι‐ να βλέπω την διανοητικήν μου ενέργειαν ομοίαν προς φως. Ο κόσμος των νοερών διαλογισμών είναι φωτεινός κατά ιδιάζοντα τρόπον. Αλλά και ο νους ημών είναι ωσαύτως «εικών του Νοός του Πρώτου», όστις είναι Φως. Όταν η διάνοια συγκεντρωθή επί των μεταφυσικών προβλημάτων, είναι δυνατόν να απολέση την αντίληψιν του χρόνου και του υλικού χώρου, να εξέλθη, τρόπον τινα, των ορίων αυτών. Εν τοιαύτη ακριβώς καταστάσει είδον τον νουν μου ως φως. Αυτού του είδους η κατάστασις είναι φυσικώς προσιτή εις τον άνθρωπον.


Βραδύτερον διεπίστωσα ότι η περιγραφόμενη υπ’ εμού κατάστασις διακρίνεται ποιοτικώς εκείνης, κατά την οποίαν ο Θεός εμφανίζεται εν τω Ακτίστω Φωτί, εκείνης ήτις είναι ένωσις εν τω είναι. «Κύριε, είναι φρικτόν εις εμέ να ομιλώ … Συγχώρησον μοι, ίασαι με, βοήθησον μοι, μή αποστής απ’ εμού». Οι Απόστολοι επί του Θαβώρ ηξιώθησαν να εισέλθουν 2 εις την σφαίραν του εκ του Πατρός εκπορευομένου Φωτός και να ακούσουν της φωνής Αυτού, ήτις εμαρτύρει περί του ηγαπημένου Υιού. Τούτο όμως δεν κατέστη δυνατόν εις αυτούς, πριν ή ομολογήσουν την Θεότητα του Χριστού (βλ. Ματθ. ιστ’ 13 κ.ε.). Έτυχε να βιώσω είδη τινά φωτός και φώτων: το «φως» της καλλιτεχνικής εμπνεύσεως, όπερ προκαλείται υπό της ωραιότητος του ορατού κόσμου· το «φως» του φιλοσοφικού στοχασμού, όπερ ανάγεται εις μυστικήν θεωρίαν· ας προσθέσωμεν εις αυτά και το «φως» της επιστημονικής γνώσεως, όπερ έχει πάντοτε και αναποφεύκτως σχετικήν αξίαν. Επειράσθην ωσαύτως υπό φωτοειδών εμφανίσεων προερχομένων εκ των εναντίων πνευμάτων. Αλλ’ ότε εις ώριμον ήδη ηλικίαν επέστρεψα εις τον Χριστόν ως τον τέλειον Θεόν, περιέλαμψεν εμέ το άναρχον Φως. Το θαυμαστόν τούτο Φως, έστω και εν τω μέτρω εν τω οποίω εδόθη εις εμέ να γνωρίσω δια της Άνωθεν ευδοκίας, επεσκίασε πάντα τα άλλα, ως ο ανατέλλων ήλιος δεν επιτρέπει να ίδωμεν εισέτι και τους πλέον λαμπρούς αστέρας. Η Εκκλησία είναι τεθεμελιωμένη επί την πέτραν της ομολογίας της Θεότητος του Ιησού Χριστού. (βλ. Ματθ. ιστ’ 18). «Μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί …» (Α’ Τιμ. γ’ 16). «Εν αρχή ήν ο Λόγος … Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν … πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιωάν. α’ 1 και 14). Ο συναΐδιος Υιός του Πατρός εγένετο «Υιός ανθρώπου». Εγεννήθη εκ της Παρθένου Μαρίας. Το μεγαλείον Αυτής, ως Μητρός του Ιησού‐Θεού, υπερβαίνει το μέτρον του ανθρώπου. Είναι αδύνατον να χωρίσωμεν Αυτήν από του Χριστού‐Θεού· και συγχρόνως Αύτη είναι ομοούσιος ημίν κατά πάντα. Έν τινι στιχηρώ των Χριστουγέννων 2 τονίζεται ότι έκαστον κτίσμα προσέφερε τι κατά την Σάρκωσιν εκ των ιδίων, «ημείς δε – οι άνθρωποι – Μητέρα Παρθένον». Άνευ τούτου η «ιστορικότης» της Σαρκώσεως θα ηδύνατο να κλονισθή και η σημασία της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού να αμφισβητηθή (δοκητισμός). Το γεγονός της Ενανθρωπήσεως του Θεού κατέχει κεντρικήν θέσιν εν όλη τη ιστορία του γένους ημών και εν πάση τη κτίσει. Το γεγονός τούτο ανατρέπει πάσαν ανθρωπίνην απόπειραν γνώσεως της Ανάρχου Αρχής τη βοηθεία δυνάμεων προερχομένων εκ των κάτω, όσον και εάν αύται φαίνωνται ενίοτε ότι φέρουν πνοήν μεγαλοφυίας. Νυν εδιδάχθημεν ότι δεν πρέπει να αποδίδωμεν εις τον Θεόν τα αποκυήματα της γηΐνης διανοίας ημών και της νοσηράς φαντασίας. Πάσαι αι ιδέαι ημών, πάσα αναγνώρισις ή απόρριψις ημών, ουδόλως δύνανται να αλλοιώσουν τον Θεόν εν τω ανάρχω Αυτού Είναι. Όταν αγωνιζώμεθα να γνωρίσωμεν την αλήθειαν, οφείλομεν να απαντήσωμεν εις το ερώτημα: Είμεθα άρα γε διατεθειμμένοι να δεχθώμεν ως αλήθειαν Εκείνο ή Εκείνον, Όστις ή Ό,τι αποτελεί όντως το Πρωταρχικόν Είναι, την Αρχήν παντός υπαρκτού, ανεξαρτήτως εάν τούτο συμπίπτη ή ουχί μετά των ιδεών ημών, ή αποκλείομεν εκ των προτέρων παν ό,τι δεν ανταποκρίνεται εις την περί «Αληθείας» αντίληψιν ή εις τας επιθυμίας ημών; Προσωπικώς διψώ να γνωρίσω τον όντως Όντα· και τότε να θέσω ως σκοπόν μου πώς να είμαι μετ’ Αυτού. Πώς να είμαι μετ’ Αυτού; Ιδού, ο Ίδιος απεκάλυψε τούτο εις ημάς· Εκείνος, Όστις είπεν, ουχί ως τις παράφρων, αλλά μετά απολύτου συνειδήσεως, «Εγώ ειμι … η αλήθεια» (Ιωάν. ιδ’ 6), και η μεγάλη πλειονότης των 2 ανθρώπων εκυριεύθη υπό τρόμου. Ούτος ουδόλως εντάσσεται εις τα πλαίσια της κοινής ημών διανοήσεως. Τα προστάγματα Αυτού προς ημάς είναι τελείως ανέφικτα· η ζωή Αυτού είναι πλήρης τοιούτων παθημάτων, ώστε η ψυχή περιέρχεται εις φόβον, αλλ’ ο Ίδιος λέγει ότι δεν υπάρχει άλλη οδός, ει μη μόνον να ακολουθήσωμεν Αυτόν. Τί λοιπόν εναπόκειται εις ημάς, μάλλον εις εμέ, να πράξω; Εδοκίμασα άλλας οδούς και εβεβαιώθην δια του πλέον πειστικού τρόπου ότι εκεί δεν υπάρχει Αλήθεια. Επέστρεψα προς Αυτόν ως ο «άσωτος», αλλά μετά νέας εν τούτοις γνώσεως περί του ανθρώπου και του είναι εν γένει. Οι λόγοι Αυτού ήχουν δι’ εμέ διαφόρως ή πρότερον. Επίστευσα εις Αυτόν ολοτελώς. Και τούτο ουχί διότι Εκείνος προσηρμόσθη εις τον ιδικόν μου τρόπον σκέψεως, ή διότι αι εντολαί Αυτού εφάνησαν εις εμέ εύκολοι· ή διότι εδέχθην επιπολαίως να εξομοιωθώ προς Αυτόν εν τοις παθήμασιν. Ουχί. Αλλ’ ουδέ και νυν δύναμαι να διηγηθώ περί της βαθείας διεργασίας, ήτις συνετελείτο εντός μου. Δεν ευρίσκω όνομα, ίνα ονομάσω την δύναμιν εκείνην, ήτις, διακριτικώς αλλ’ αποτελεσματικώς, εθεράπευε τον νουν και την καρδίαν μου. Εις το πλέον ενδόμυχον βάθος της καρδίας μου ηγέρθη μυστηριώδες τι, οικείον εν τούτοις εμοί εκ της τρυφεράς παιδικής μου ηλικίας. Η διαδικασία αύτη ήτο ιδιόμορφος: Άλλοτε ελάμβανε μορφήν βραδείας και οδυνηράς πορείας, άλλοτε δε δι’ αιφνιδίων αναλαμπών εχώριζεν εμέ από παντός, ό,τι δεν ήτο Εκείνος. Υποθέτω ότι τούτο δεν ήτο άλλο τι, ει μη η Αυτό‐αποκάλυψις του Θεού εντός του πνεύματός μου. «Ουδείς δύναται ελθείν προς Με, εάν μη ο Πατήρ ο 2 πέμψας Με ελκύση αυτόν …» (Ιωάν. στ’ ). Άρα γε ο Πατήρ Αυτού αναζητεί μόνον τους μεγάλους ή και τους μικρούς; Εάν το τελευταίον είναι δυνατόν, τότε δια ποίον λόγον θα απέκλειον τούτο δι’ εμέ, καίτοι είμαι τοσούτον μηδαμινός; Δεν έθεσεν άραγε Ούτος εν εμοί λεπτήν τινα διαίσθησιν, ήτις εν τούτοις ήτο βαθυτέρα πασών των άλλων σκέψεών μου και πλέον αξιόπιστος πασών των άλλων γνώσεών μου; Όπως και εάν είχε το πράγμα, ότε αδιστάκτως επίστευσα εις την Θεότητα του Χριστού, περιέλαμψεν εμέ Φως ουχί εκ του κόσμου τούτου. Και μέχρι τινός, ως και ο Παύλος, ανεγνώρισα Αυτόν εν τω Φωτί Αυτού. Πρώτον επίστευσα δια ζώσης πίστεως και κατόπιν απεκαλύφθη εις εμέ το Φως. Δεν συνέβη άρά γε το αυτό και εις τους Αποστόλους Πέτρον, Ιάκωβον και Ιωάννην; Ότε ούτοι δια του στόματος του Πέτρου ωμολόγησαν την Θεότητα Αυτού, Ούτος απήντησεν : «αμήν λέγω υμίν, εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη Βασιλεία Αυτού» (Ματθ. ιστʹ 28), όπερ εξεπληρώθη ταχέως μετά ταύτα επί του Θαβώρ. Κατά τον ίδιον τρόπον και ο Παύλος έφερε πνευματικώς εν τη καρδία αυτού τον Χριστόν, τον Οποίον εδίωκεν, και δια τούτο ενεφανίσθη εις αυτόν το Φως της Θεότητος εν δυνάμει. Και τολμώ να είπω ότι η όρασις του ακτίστου Φωτός συνδέεται αρρήκτως μετά της πίστεως εις την Θεότητα του Χριστού. Ουχί δε μόνον συνδέεται, αλλά και κατά παράδοξον τρόπον εξαρτάται το έν εκ του άλλου. Εν ενί Φωτί εμφανίζονται και ο Χριστός και το Άγιον Πνεύμα. Το Φως τούτο μαρτυρεί περί της Θεότητος του Χριστού, διότι είναι αδύνατον να μη αναγνωρίσωμεν τον Θεόν εν τω Φωτί εκείνω περί του οποίου γίνεται λόγος. Αι ενέργειαι αυτού είναι απερίγραπτοι· 2 εν αυτώ η αιωνιότης, εν αυτώ και η ανεκλάλητος μακαριότης της αγάπης. Εν αυτώ το πνεύμα ημών βλέπει απεράντους ορίζοντας. Και ουχί αιφνιδίως, αλλά βαθμηδόν, το πνεύμα ανακαλύπτει συνεχώς και νέα βάθη εν εκείνω τω φωτοφόρω ρήγματι του Ουρανού, «ου εστίν ο Θεός» (πρβλ. Έξοδ. κ’ 21). «Νυν τέκνα Θεού εσμεν, και ούπω εφανερώθη Τί εσόμεθα· οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι Αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα Αυτόν καθώς εστι» (Α’ Ιωάν. γ’ 2). Κατ’ ουσίαν ο Θεός παραμένει πάντοτε ο αυτός εν πάση φανερώσει Αυτού εις τον άνθρωπον, ημείς όμως δεν δεχόμεθα Αυτόν κατά τον οφειλόμενον τρόπον. Δεν δυνάμεθα να προσλάβωμεν Αυτόν εις το απόλυτον πλήρωμα Αυτού εντός των ορίων της γης, εν τούτοις όμως «βλέπομεν» Αυτόν, έστω και «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» (Α’ Κορ. ιγ’ 12). Και το «έσοπτρον» τούτο δεν είναι πάντοτε εις τον αυτόν βαθμόν «αινιγματώδες». Εξαρτάται εκ του μέτρου της τηρήσεως των εντολών του Χριστού, δια των οποίων εδόθη η Αυτο‐αποκάλυψις του Θεού εις ημάς. Το Πνεύμα του Πατρός ζη εν ταις εντολαίς: «Τα ρήματα ά δέδωκας Μοι δέδωκα αυτοίς, και αυτοί έλαβον (τα ρήματα ταύτα), και έγνωσαν αληθώς ότι παρά Σου εξήλθον» (Ιωάν. ιζ’ 8). Και έτι: «Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω Εμώ, … γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. η’ 31‐32). Η αποδοχή της αληθείας συντελείται μόνον εν ελευθερία. Ουδείς και ουδέν δύναται να επιβάλη αυτήν εις τον άνθρωπον‐πρόσωπον. Να άρη δε τις ταύτην δια της βίας είναι αδύνατον. Η πίστις ήτις επεβλήθη κατ’ επιταγήν δεν είναι τελεία εν τη ρίζη αυτής, καίτοι δύναται να μεταβληθή εις αληθινήν πίστιν, τουτέστιν εις εκείνην την 2 πίστιν δια της οποίας η ποθητή και περιζήτητος Αλήθεια σκηνοί εν ημίν εις πάντας τους αιώνας. Η Αλήθεια είναι το όντως Όν, «καθώς (Τούτο) εστιν». Απεκαλύφθη εις ημάς ως το Προσωπικόν Απόλυτον‐Τριάς Προσώπων εν πλήρει ενότητι και ταυτότητι του Είναι. Η ένωσις μετ’ Αυτού μεταδίδει και εις ημάς την Θείαν μορφήν του Είναι, αμετάθετον εις τους αιώνας. Ο Ευαγγελικός λόγος δια της εν αυτώ παραμονής γίνεται διαφανής ως κρύσταλλος και αφομοιούται υφ’ ημών τοσούτον, ώστε να κατέχωμεν αυτόν, ως κατέχομεν την μητρικήν ημών γλώσσαν. Όταν ο λόγος ούτος γίνη έν μετά της φύσεως ημών, τότε προσεγγίζομεν εις την ομοίωσιν προς τον Χριστόν, Όστις εδωρήσατο εις ημάς τον πολύτιμον τούτον θησαυρόν (βλ. Ιωάν. ιζ’ 8). Και καθώς είπον ήδη πολλάκις, η ομοίωσις ημών προς τον Σαρκωθέντα Θεόν εν τω παρόντι κόσμω «μεταβαίνει» κατ’ αναλογίαν εις την αιωνιότητα ως διηνεκής παραμονή εν τη σφαίρα του Θείου Είναι. Και τούτο είναι η θέωσις ημών. Πρέπει να τονίσωμεν και το αντίστροφον.


Όταν ο Ευαγγελικός λόγος ουδόλως εφαρμόζηται εν τη πράξει της ζωής ημών, τότε παραμένει κατά την αιωνίαν αυτού φύσιν ακατανόητος υπό του ανθρώπου και αποβαίνει αδιαφανές τι προπέτασμα ανά μέσον του Θεού και ημών. Δεν επιτυγχάνομεν το πλήρωμα της τελειότητος του Χριστού· ως εκ τούτου όλαι αι κρίσεις ημών περί Αυτού παραμένουν ατελείς. Εν τούτοις είναι σημαντικόν ότι Ούτος, έστω και εν μέρει, αποκαλύπτει εις ημάς μετά οικειότητος τον εσωτερικόν Αυτού κόσμον. Δια της δοθείσης εις ημάς πείρας της χάριτος εν τη μακρά ασκήσει της ζωής ημών, βλέπομεν ως δια σχισμής περιφράγματος 2 το Φως της Θεότητος Αυτού (βλ. Α’ Κορ. β’ 9‐12). Και τι δύναμαι να είπω; Ως θεμέλιον της ζωής μου κείται η συνείδησις ότι ο Θεός, ο Δημιουργός του κόσμου και εμού, απόλυτος ών εν τω ανάρχω Αυτού Είναι, συγκατέβη μέχρις ημών και υπέδειξεν εις ημάς τας οδούς προς απόκτησιν της αιωνιότητος Αυτού· εφανέρωσεν εις ημάς το μυστήριον του θανάτου, τουτέστι της αμαρτίας· απεκάλυψεν εις ημάς το νόημα του είναι, την αγάπην. Εάν δια του όρου «άσκησις» εννοώμεν τον εκούσιον αγώνα προς υπερνίκησιν εκείνων ή των άλλων εμπαθών τάσεων ημών, τότε εν τη αυθεντικώς χαρισματική ζωή άσκησις δεν υπάρχει. Η έλευσις εν ημίν της Θείας δυνάμεως έχει ως αποτέλεσμα να λαμβάνουν πάσαι αι εκδηλώσεις της ζωής ημών θετικόν χαρακτήρα, ελεύθερον εσωτερικών αντιφάσεων. Και ο νους και η καρδία κινούμενα υπό της αγάπης του Χριστού δεν γνωρίζουν αμφιβολίας. Όταν δε η αγάπη του Θεού εκχέηται εν αφθονία, τότε μεταβάλλεται αύτη εις θεωρίαν του Ακτίστου Φωτός, όπερ χαρίζεται την απάθειαν και παρέχει την άφατον χαράν της ελευθερίας του πνεύματος, ώστε ο άνθρωπος να διαμένη εκτός θανάτου και φόβου. Δίδεται εις ημάς να γνωρίσωμεν καταστάσεις απαθείας, άλλοτε μικροτέρας, και άλλοτε μεγαλυτέρας διαρκείας. Κατ’ ουσίαν πρόκειται πρωτίστως περί της αγάπης, ήτις «έξω βάλλει τον φόβον» του θανάτου, πληρούσα την ψυχήν ενθέου εμπνεύσεως και εισάγουσα ημάς εις την θεωρίαν της Θεο‐ομοιώσεως. Αλλά, παραλλήλως προς πάντα ταύτα, η αυτή αγάπη βυθίζει την ψυχήν εις πέλαγος παθημάτων. Και όντως, «όσον μεγαλυτέρα η αγάπη, τοσούτον μεγαλυτέρα η οδύνη της ψυχής» (άγιος Σιλουανός). 2 Το άγιον Φως έρχεται κατά την προσευχήν βαθείας μετανοίας υπέρ ημών αυτών, ωσαύτως δε και κατά την μετ’ αγαπώσης ευσπλαγχνίας προσευχήν υπέρ όσων προσβάλλουν ημάς. Αίφνης η αγάπη ενούται μετά του Φωτός, και το Φως εισδύει εις την ψυχήν, και δημιουργείται έξωθεν ατμόσφαιρά τις πλήρης φωτός, αισθητή έτι και δια των σωματικών οφθαλμών. Το ουράνιον Φως δεν υπόκειται εις έλεγχον των αισθήσεων, είναι άλλο, ασύλληπτον κατά την φύσιν αυτού, έρχεται δι’ ακαθορίστου υφ’ ημών τρόπου. Το Είναι άλλων διαστάσεων διαπερά το περίβλημα του γηΐνου σώματος και πληροί την κτιστήν φύσιν ημών ακτίστου ενεργείας. Μεταδίδει εις ημάς την επίγνωσιν του υπερκοσμίου Όντος, ουχί δι’ οπτικών ή αισθητών, αλλά δια πνευματικών οράσεων. Η περιγραφή των οράσεων τούτων διατυπούται ποικιλοτρόπως, αναλόγως προς τον χαρακτήρα ή το χάρισμα λόγου του προσώπου εκείνου εις το οποίον εδόθησαν. Ανεξαρτήτως όμως του τρόπου της περιγραφής, εκείνος, όστις είχε την εμπειρίαν των Άνωθεν επισκέψεων, θα εννοήση περί τινος γίνεται λόγος και θα αναγνωρίση την όπισθεν αυτών κεκρυμμένην πραγματικότητα. Το Φως τούτο, απορρέον εκ της Μιάς Φύσεως, οδηγεί εις την μίαν γνώσιν του Θεού της Αγάπης. Δεν υπάρχουν διαφωνίαι ως προς τας συνεπείας της εμφανίσεως του αυθεντικώς ακτίστου Φωτός. Πάσαι αι εμφανίσεις αυτού συγκλίνουν εις έν: εις την Αποκάλυψιν της Θεότητος του Ιησού Χριστού. Δίδονται στιγμαί κατά τας οποίας το πνεύμα του ανθρώπου εισάγεται δια της Θείας δυνάμεως εις την Βασιλείαν του Χριστού, ήτις «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου» (Ιωάν. ιη’ ). 2 Ο ασκητής κρίνων περί καλού ή κακού ουχί εκ της ποσότητος των εξωτερικώς τελουμένων πράξεων, αλλ’ εκ της πνευματικής ποιότητος των λογισμών, οίτινες επισκέπτονται αυτόν, και εκ των αντιδράσεων της ψυχής αυτού έναντι των «επισκεπτών» τούτων, αναγνωρίζει όντως εαυτόν χείριστον πάντων. Παραλλήλως προς τούτο, παρά το μέγεθος της αθλιότητος αυτού, βλέπει εαυτόν ευεργετηθέντα υπερμέτρως υπό του Θεού· «ου γαρ εκ μέτρου δίδωσιν ο Θεός το Πνεύμα» (Ιωάν. γ’ 34). Και απορεί δια ποίον λόγον πολλοί άλλοι, πλέον πεπροικισμένοι αυτού, παραμένουν εκτός του Φωτός. Η πτώσις του ανθρώπου ήτο βαρεία, ουχί όμως και απόλυτος. Ένεκα τούτου υπάρχει δυνατότης μετανοίας και σωτηρίας. Λέγει η Γραφή: «(Ούτος) ήν το Φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιωάν. α’ 9). Επομένως δεν υπάρχει άνθρωπος εντελώς ξένος του Φωτός. Ωνόμασα «πλέον πεπροικισμένους» εκείνους τους «αρίστους», οίτινες παρέμειναν ικανοποιημένοι εις ό,τι ήσαν, και ως εκ τούτου «ουκ έγνωσαν ουδέ παρέλαβον Αυτόν» (πρβλ. Ιωάν. α’ 10‐11). Οι «χείριστοι» όμως «έλαβον χάριν αντί χάριτος» (πρβλ. Ιωάν. α’ 16) δια την διάπυρον αυτών μετάνοιαν (βλ. Ρωμ. ε’ 20, Λουκ, ε’ 32, Α’ Τιμ. α’ 15). Ακολουθών το παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου παρακαλώ και εγώ πάντας τους διατεθειμένους να αναγνώσουν τα γραφόμενα υπ’ εμού να προσευχηθούν, όπως ο Θεός δώση και εις εμέ, τον δυσφραδή, λόγον κατάλληλον, όπως εκφράσω επαξίως το μυστήριον του Χριστού (βλ. Κορ. δ’ 3). Είναι γνωστόν ότι όστις ομιλεί πρεπόντως περί Θεού λαμβάνει χάριν, εκείνος όμως όστις κηρύττει ψευδή κρημνίζεται εις την άβυσσον του σκότους. Όταν προφέρωμεν πνευματικόν λόγον ενώπιον 2 του προσώπου του Πνεύματος της Αληθείας, πρώτοι ημείς υποπίπτομεν εις την κρίσιν του λόγου τούτου. Τούτο είναι φοβερόν δι’ όσους ηγάπησαν την επιφάνειαν του Σωτήρος εις τον κόσμον (βλ. Β’ Τιμ. δ’ 8). Ουδόλως είναι απλούν να διηγήται τις περί των συνδεδεμένων μετά της εις Χριστόν πίστεως δωρεών, εν τη φθοροποιώ ατμοσφαίρα των ημερών ημών. Ενώπιόν μου προβάλλει ο σκοπός να δώσω κατά το δυνατόν πιστοτέραν εικόνα εκείνου, όπερ Θεία Προνοία εδόθη εις εμέ να ζήσω· και δη, κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να μη διαφύγουν της προσοχής του αναγνώστου αι βαθείαι κινήσεις της καρδίας. Ο Θεός ημών είναι ο Βασιλεύς της ταπεινής αγάπης. Καλεί ημάς να μάθωμεν παρ’ Αυτού του Ιδίου την ταπείνωσιν (βλ. Ματθ. ια’ 29). Ο πρώτος λόγος του κηρύγματος Αυτού ήτο: «Μετανοείτε». Η μακραίων πείρα του Χριστιανισμού έδειξεν ότι, ευθύς ως ο άνθρωπος αισθανθή μετ’ οδυνηράς πικρίας απέχθειαν δια την εωσφορικήν αυτού αξίωσιν να υπερέχη των άλλων και αποστραφή το σκοτεινόν τούτο πνεύμα, η καρδία αυτού εισάγεται εις σφαίραν ελευθερίας, αγνώστου έως τότε, και το Θείον Φως φέρει αυτόν εις μακαρίαν εξάντλησιν εκ της θεωρίας της Θείας αγαθότητος. Τότε το παν εντός αυτού σιγά: Ο νους δεν είναι εις θέσιν να σκεφθή, ουδέ η καρδία να εκφράση λόγον ευγνωμοσύνης. Ώ, ποίος θα δώση εις εμέ σύνεσιν αληθινήν και λόγον ορθόν, ίνα ομιλήσω περί του Φωτός της Θεότητος! Κυριεύομαι υπό αιδούς, όταν αποπειρώμαι να γυμνώσω την ψυχήν μου, να αποκαλύψω ό,τι έως του νυν επεδίωκον να αποκρύψω από των ξένων οφθαλμών. Σφάλλω άρα γε σκεπτόμενος ότι η αγάπη του Χριστού ωθεί εμέ εις το έργον τούτο; … Ο φόβος, όστις διακατέχει εμέ, 2 εξομολογούμενον ενώπιον ίσως πολλών, δεν επιτρέπει εις εμέ να παρεκκλίνω από του έργου, όπερ ανέλαβον. Ως εκ τούτου, παρακαλώ, εύχεσθε υπέρ εμού, όπου και εάν είμαι. Ο Χριστός είναι το μέτρον πάντων των πραγμάτων, Θείων και ανθρωπίνων. Είναι ο πνευματικός ήλιος, ο φωτίζων τα σύμπαντα. Εν τω Φωτί των προσταγμάτων Αυτού γνωρίζομεν την οδόν. «Δι’ αυτού έχομεν την προσαγωγήν … προς τον Πατέρα» (Εφεσ. β’ 18). Ο άνθρωπος ως εικών του Απολύτου έλκεται κατά φυσικόν τρόπον προς την Αρχήν πασών των αρχών, το Πρωταρχικόν Όν. Εν τούτοις η πορεία αύτη άρχεται δια της καθόδου ημών εις τα κατώτατα βάθη. Ο Απόστολος Παύλος λέγει περί του Χριστού: «Το δε ανέβη τί εστι ει μη ότι και κατέβη πρώτον εις τα κατώτερα μέρη της γης; Ο καταβάς αυτός εστι και ο αναβάς υπεράνω πάντων των ουρανών, ίνα πληρώση τα πάντα» (Εφεσ. δ’ 9‐10). Αύτη ακριβώς είναι η οδός ημών μετά την πτώσιν, και δεν υπάρχει άλλη. Δια της αυτομεμψίας καταβαίνομεν εις ζοφώδη χάσματα, διότι, αφ’ ής στιγμής εν Χριστώ και δι’ Αυτού αποκαλύπτεται εις ημάς η εικών του Ανθρώπου, καθώς υπάρχει προαιωνίως εν τω δημιουργικώ νοΐ του Θεού, κατανοούμεν την άβυσσον του σκοτασμού ημών. Ως η αστραπή φωτίζει την νύκτα, όταν δε αύτη σβεσθή, το σκότος γίνεται πλέον αδιαπέραστον, κατά τον ίδιον τρόπον η εμφάνισις του Φωτός της Θεότητος επιτρέπει να ίδωμεν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν απεχθούς ακαθαρσίας. Εκ της οράσεως ταύτης γεννάται εντός ημών μεγάλη θλίψις πλήττουσα την ύπαρξιν ημών εις όλα αυτής τα επίπεδα. Η οδύνη του πνεύματος ημών γίνεται τότε εξωχρονική, 2 μεγαλυτέρα παντός άλλου φυσικού πόνου. Βυθιζόμεθα ολοτελώς εις πλήθος δακρύων. Δούλοι όντες των παθών, αίφνης ανακαλύπτομεν εαυτούς αποκεκομμένους από του Θεού, η ρομφαία της αγάπης του Οποίου έτρωσεν ημάς. «Εκ βαθέων κράζομεν» προς Αυτόν (πρβλ. Ψαλμ. ρκθ’ 1): «Ελθέ, Συ, μόνε Άγιε, και αγίασον με και καθάρισον με από πάσης κηλίδος. Ελθέ, Συ, ο μόνος Ζων εν αληθεία, και ίασαι με εκ του πλήξαντος εμέ θανάτου. Ελθέ, το Φως το αληθινόν, και σκήνωσον εν εμοί σκηνώματι αιωνίω». Ούτω γεννάται εν ημίν η μετάνοια. Εν αρχή συνοδεύεται αύτη υπό βαθείας λύπης. Ύστερον δε μεταβαλλομένη κατά την έντασιν και την μορφήν αυτής, δεν εγκαταλείπει πλέον ημάς. Επί της γης η μετάνοια δεν γνωρίζει τέλος. Το τέλος αυτής θα εσήμαινε την τελείωσιν της θεώσεως ημών δια της πλήρους ομοιώσεως προς τον Αναληφθέντα Χριστόν. Κατά καιρούς η ορμή της μετανοίας καταβροχθίζει το παν. Εν τω νοΐ και τη καρδία ουδέν άλλο υπάρχει, ει μη η πάσχουσα συνείδησις: «Είμαι αιχμάλωτος του πονηρού σκότους». Και ιδού, απροσδοκήτως το Φως του ακτίστου Ηλίου, το Φως, όπερ πληροί πάντα τα κοσμικά διαστήματα, εισδύει εις την σκοτεινήν φυλακήν της ψυχής. Τούτο εναγκαλίζεται εν αγάπη τον νουν και την καρδίαν ημών. Βλέπομεν Αυτό και μένομεν εν Αυτώ, εν τούτοις δεν έχομεν εισέτι την δύναμιν να πιστεύσωμεν εις το θαύμα τούτο της Αγαθότητος του Πατρός ημών. «Και ιδόντες Αυτόν προσεκύνησαν Αυτώ, οι δε εδίστασαν» (Ματθ. κη’ 17). 2 «Εδίστασαν», ανίκανοι να συλλάβουν το τελούμενον. Εις εμέ, τον πτωχόν και πένητα … είναι άρα γε τούτον δυνατόν;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου