Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

"Περι της Χάριτος της Μνήμης Του Θανάτου"


Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Οψώμεθα τόν Θεόν καθώς εστί
Περι Της Χαριτος Της Μνημης Του Θανατου



Μετά παρέλευσιν πεντήκοντα και πλέον ετών είναι αδύνατον να επαναφέρω εις την μνήμην μου την ακριβή χρονολογικήν ακολουθίαν των γεγονότων του εσωτερικού μου κόσμου. Η πτήσις του πνεύματος εντός του νοερού διαστήματος είναι ασύλληπτος, καθώς ο Ίδιος ο Κύριος είπε κατά την συνομιλίαν Αυτού μετά του Νικοδήμου: «Το Πνεύμα όπου θέλει πνει, και την φωνήν Αυτού ακούεις, αλλ’ ουκ οίδας πόθεν έρχεται και πού υπάγει· ούτως εστί πας ο γεγεννημένος εκ του Πνεύματος» (Ιωάν. γ’ 8). Επί του παρόντος η σκέψις μου ίσταται είς τινας εξ εκείνων των καταστάσεων οδύνης και απογνώσεως, αίτινες βραδύτερον απεδείχθησαν δι’ εμέ αιτία πολυτίμου γνώσεως και πηγή δυνάμεων δια την επιτέλεσιν του αγώνος, εις όν πάντες ημείς εκλήθημεν. Όσα έπασχον τότε εχαράχθησαν επί του σώματος της ζωής μου, ως χαράσσεται η πέτρα υπό της σμίλης, και τούτο παρέχει εις εμέ την δυνατότητα να ομιλώ περί εκείνου, όπερ εποίησε μετ’ εμού η δεξιά του Θεού. Από των νεανικών μου χρόνων η ψυχή μου εξωκειώθη προς την έννοιαν της αιωνιότητος.



Τούτο ήτο φυσική συνέπεια των παιδικών προσευχών μου προς τον Ζώντα Θεόν, προς τον Οποίον απεδήμησαν οι πάπποι και οι προπάπποι μου, καθώς και των συζητήσεων μετά των παιδίων μετά των οποίων τότε συνανεστρεφόμην, άτινα ηρέσκοντο να ομιλούν και να στοχάζωνται επί του μυστηρίου τούτου μετ’ αφελούς σοβαρότητος. Ενηλικιούμενος, επέστρεφον συχνότερον εις τον διαλογισμόν περί του απείρου, περί εκείνου όπερ διαμένει εις τον αιώνα. Ιδιαιτέρως εξεδηλούτο ο προβληματισμός ούτος κατά τας συνομιλίας μετά του νεωτέρου αδελφού μου Νικολάου (1898‐1979). Ήτο σοφώτερος εμού και πολλά εδιδάχθην παρ’ αυτού. Ότε δε εξερράγη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (1914‐1918), το πρόβλημα της αιωνιότητος εκυριάρχει εις την συνείδησίν μου. Αι ειδήσεις περί των χιλιάδων αθώων ανθρώπων, οίτινες εφονεύοντο εις τα πεδία των μαχών, έθετον ενώπιον μου το άγριον θέαμα της ανθρωπίνης τραγωδίας. Ήτο αδύνατον να συμβιβασθώ προς το γεγονός ότι πλήθος νεαρών υπάρξεων εθερίζετο βιαίως, και δη μετά παράφρονος σκληρότητος. Θα ηδυνάμην να ευρίσκωμαι και εγώ εις τας τάξεις αυτών και να έχω ως σκοπόν να φονεύω αγνώστους εις εμέ ανθρώπους, οίτινες ωσαύτως θα επεδίωκον να εξοντώσουν εμέ κατά το δυνατόν ταχύτερον. Και εάν δια της αυθαιρεσίας διεστραμμένων τινών εξουσιαστών δημιουργούνται παρόμοιαι καταστάσεις, πού ευρίσκεται το νόημα της εμφανίσεως ημών εν τω κόσμω τούτω; Και εγώ … δια ποίον λόγον εγεννήθην; Μόλις προ ολίγου ελάμβανον συνείδησιν της ανθρωπίνης υποστάσεως μου: Μόλις ανήφθη εντός εμού το πυρ των καλών επιθυμιών, η αναζήτησις της τελειότητος η χαρακτηρίζουσα την νεότητα, ο ενθουσιασμός δια το φως της γνώσεως, ήτις εναγκαλίζεται τα πάντα. Και νυν να εγκαταλείψη τις πάντα ταύτα; Και δια τοιούτου τρόπου; Προς όφελος τινος και δια ποίον σκοπόν; Εν ονόματι ποίων αξιών; Εκ των παιδικών προσευχών μου εγνώριζον ότι αι προγενέστεραι γενεαί απήλθον μετ’ ελπίδος προς τον Θεόν. Αλλ’ εκείνας τας ημέρας δεν είχον πλέον την παιδικήν πίστιν. Είμαι άρα γε αιώνιος, καθώς και πας άνθρωπος, ή μήπως πάντες ημείς θα καταλήξωμεν εις το σκότος της ανυπαρξίας; Το ερώτημα τούτο, ενώ πρότερον ήτο ήσυχος μελέτη του νου, ταχέως απέβη καυστόν ως άμορφος μάζα πεπυρακτωμένου μετάλλου. Παράδοξον αίσθημα εσκήνωσεν εν τη βαθεία καρδία: η ματαιότης πασών των επί γης κτήσεων. Αίσθημα εντελώς νέον, ουδόλως ομοιάζον προς ο,τιδήποτε προηγούμενον. Εξωτερικώς, εν τούτοις, διετήρουν την ηρεμίαν μου. Συχνάκις εγέλων ευθύμως και έζων ως πάντες εν γένει ζουν. Δι’ ενός ειρηνικού τρόπου εν τη καρδία μου ετελείτο τι, και ο νους, απεκδυόμενος παντός πράγματος, συνήγε την προσοχήν αυτού εις τα έσω. Γιγάντιον άροτρον ανέσκαπτε τας αχανείς εκτάσεις της πατρίδος μου αποσπών τας ρίζας του παρελθόντος. Πάντες ετέλουν εν εξεγέρσει. Πανταχού επεκράτει έντασις, ήτις υπερέβαινε τας δυνάμεις του ανθρώπου. Επί πλέον, εν όλω τω κόσμω εσημειούντο γεγονότα, άτινα έθετον την αρχήν μιάς νέας εποχής εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος, αλλά το πνεύμα μου δεν έδιδε προσοχήν εις αυτά. Πολλά εκρημνίζοντο πέριξ εμού, η εσωτερική μου όμως κατάρρευσις ήτο το εντονώτερον, ίνα μη είπω, το σημαντικότερον δι’ εμέ γεγονός. Δια τί τούτο; Εν ταις ημέραις εκείναις δεν ηδυνάμην να σκέπτωμαι λογικώς. Αι σκέψεις εγεννώντο εντός μου, επήγαζον εκ της εσωτερικής καταστάσεως του πνεύματος μου. Εάν όντως αποθνήσκω, τουτέστι βυθίζωμαι εις το «μηδέν», τότε και πάντες οι άλλοι, οι όμοιοι προς εμέ άνθρωποι, αφανίζονται ωσαύτως ολοσχερώς. Επομένως, τα πάντα είναι ματαιότης· δεν εδόθη εις ημάς αυθεντική ζωή. Τα παγκόσμια γεγονότα ουδέν άλλο είναι, ει μη κακός τις εμπαιγμός του ανθρώπου. Αι οδύναι του πνεύματος μου προεκαλούντο εκ των εξωτερικών καταστροφών, και εγώ, φυσικώ τω τρόπω, εταύτιζον τον γενικόν όλεθρον μετά των προσωπικών μου πεπρωμένων. Ο θάνατος μου ελάμβανε μορφήν αφανισμού πάντων εκείνων, άτινα εγνώριζον και μετά των οποίων συνεδεόμην υπαρκτικώς. Και τούτο, ανεξαρτήτως πλέον του πολέμου. Ο αναπόφευκτος θάνατος μου δεν ήτο μόνον μικρόν τι και ατελευτήτως ασήμαντον γεγονός: «είς ολιγώτερον». Ουχί. Εντός μου και μετ’ εμού απέθνησκε παν ό,τι συνέλαβεν η συνείδησίς μου: οι πλησίον μου άνθρωποι, τα παθήματα και η αγάπη αυτών, όλη η εξέλιξις της ιστορίας, σύμπασα η Γη και ο ήλιος και τα άστρα και το άπειρον διάστημα· έτι δε και ο Ποιητής του κόσμου, και Αυτός απέθνησκεν εντός εμού· ολόκληρον εν γένει το είναι κατεβροχθίζετο υπό του σκότους της λήθης. Ούτως εξελάμβανον τότε τον θάνατόν μου. Το Πνεύμα, το οποίον είχε κατακυριεύσει εμού, απέσπασεν εμέ από της γης και εγώ ερρίφθην εις τινα ζοφώδη περιοχήν, όπου χρόνος δεν υπάρχει. Η αιώνια λήθη ως κατάσβεσις του φωτός της συνειδήσεως, εβύθιζεν εμέ εις την φρίκην. Η κατάστασις αύτη συνέτριβεν εμέ· εκυρίευεν εμού παρά την θέλησίν μου. Τα τελούμενα γύρωθεν υπενθύμιζον εις εμέ, κατά τρόπον οχληρώς επίμονον, ότι το τέλος της παγκοσμίου ιστορίας ήτο αναπόφευκτον. Η θέα της αβύσσου ήτο διαρκώς παρούσα, και μόνον κατά καιρούς ενέδιδε παρέχουσα εις εμέ μικράν τινα ανάπαυσιν. Η μνήμη του θανάτου, αυξανομένη βαθμηδόν απέκτησε τοιαύτην έντασιν ώστε εθεώρουν τον κόσμον, ολόκληρον το σύμπαν, ως ένα αντικατοπτρισμόν, πάντοτε έτοιμον να εξαφανισθή εις την αιώνιον άβυσσον του μηδενός. Πραγματικότης άλλης τάξεως, ουχί γηΐνης, ακαταλήπτου, εξουσίαζεν εμού, παρά τας προσπαθείας μου όπως εκφύγω απ’ αυτής. Ενθυμούμαι καθαρώς τον εαυτόν μου: Εις τον καθ’ ημέραν βίον ήμην ως οι άλλοι άνθρωποι, αλλά, κατά καιρούς, δεν ησθανόμην την γην υπό τους πόδας μου. Έβλεπον αυτήν δια των οφθαλμών, ως συνήθως, εν πνεύματι όμως εφερόμην επάνω απυθμένου αβύσσου. Εις το φαινόμενον τούτο προσετέθη βραδύτερον και άλλο, ουχί ολιγώτερον καταθλιπτικόν: Ενώπιον μου ηγέρθη νοερός φραγμός, τον οποίον ησθάνθην ως παχύ μολύβδινον τείχος. Δεν ηδύνατο να διαπεράση τούτο ουδέ μια ακτίς φωτός, φωτός νοερού, ουχί φυσικού, καθώς και το τείχος δεν ήτο υλικόν. Επί μακρόν χρόνον ωρθούτο ενώπιον μου και εβασάνιζεν εμέ. Ανεξαρτήτως παντός εξωτερικού γεγονότος – πολέμου, ασθενειών ή άλλων παρομοίων συμφορών – η συνειδητοποίησις ότι ημέραν τινα είμαι καταδεδικασμένος να αποθάνω, ήτο δι’ εμέ αφόρητον μαρτύριον. Και ιδού, άνευ οιουδήποτε συλλογισμού, αίφνης εγεννήθη εν τη καρδία μου η σκέψις: Εάν ο άνθρωπος δύναται να πάσχη τοσούτον βαθέως, τότε είναι μέγας ως προς την φύσιν αυτού. Το γεγονός ότι δια του θανάτου αυτού αποθνήσκει όλος ο κόσμος, έτι δε και ο Θεός, είναι δυνατόν μόνον, εάν αυτός ο άνθρωπος καθ’ εαυτόν, υπό τινα έννοιαν, είναι το κέντρον του σύμπαντος. Και βεβαίως, ενώπιον του Θεού είναι πολυτιμότερος πάντων των άλλων κτισμάτων. Ο Κύριος γνωρίζει την ευγνωμοσύνην μου προς Αυτόν, διότι δεν εφείσθη εμού και «ουκ απέστη πάντα ποιών, έως εμέ ανήγαγεν» εις την θεωρίαν της Βασιλείας Αυτού, έστω και «εκ μέρους». Ώ, του φρικτού και ευλογημένου εκείνου καιρού! Ουδείς θα ετόλμα να πορευθή εκουσίως δια τοιούτων δοκιμασιών. Ενθυμούμαι νυν τον κοσμοναύτην εκείνον, όστις απεγνωσμένως εβόα προς την γην να σώσουν αυτόν από του θανάτου εις το διάστημα. Οι δέκται συνελάμβανον τους λυγμούς αυτού, αλλ’ ουδείς ήτο εις θέσιν να έλθη εις βοήθειαν. Νομίζω ότι θα ήτο θεμιτόν, μέχρις ενός σημείου, να παραλληλίσω εκείνο το οποίον υπέστη ο δυστυχής κοσμοναύτης προς αυτό το οποίον έζων την ώραν της πτώσεως μου εις την ζοφώδη άβυσσον. Εν τούτοις, το πνεύμα μου δεν εστρέφετο προς την γην, αλλά προς Εκείνον τον Οποίον δεν εγνώριζον εισέτι, δια την Ύπαρξιν του Οποίου όμως ήμην βέβαιος. Δεν εγνώριζον Αυτόν, αλλά δι’ ακαταλήπτου τρόπου ήτο μετ’ εμού, κατέχων πλήρως τα μέσα δια την σωτηρίαν μου. Ούτος πληροί τα πάντα, αλλ’ εκρύπτετο απ’ εμού και εγώ έβλεπον τον θάνατον ουχί κατά το σώμα, ουχί εν τη γηΐνη αυτού μορφή, αλλ’ εν τη αιωνιότητι. Ούτως, «υπό αρνητικήν μορφήν», απεκαλύπτοντο εντός εμού τα βάθη του Είναι. Ο υλικός κόσμος «έχανε» την συνοχήν αυτού και ο χρόνος την διάρκειαν αυτού. Έπασχον δεινώς μη εννοών το εν εμοί τελούμενον. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ουδεμίαν εισέτι είχον γνώσιν περί της διδασκαλίας των Πατέρων της Εκκλησίας και των εμπειριών αυτών. Αποτέλεσμα τοσούτου ουσιώδους κενού εις τας γνώσεις μου ήτο η στροφή μου προς την μυστικήν φιλοσοφίαν της μη χριστιανικής Ανατολής. Ήλπιζον, εν τη αφροσύνη μου, να εύρω εν αυτή διέξοδον εκ του βαράθρου εις το οποίον εβυθιζόμην. Εκ της παρεκκλίσεως ταύτης απώλεσα ουχί ολίγον πολύτιμον χρόνον. Εν τούτοις, μετά παρέλευσιν πολλών ετών, υποστάς πολλάκις την εγκατάλειψιν της χάριτος ένεκα των λογισμών της κενοδοξίας, ενίοτε εσκεπτόμην: «Μεγάλη συμφορά η πνευματική αμάθεια»· εν τη περιπτώσει μου όμως, αυτή ακριβώς η άγνοια συνετέλεσεν εις το να δυνηθώ να βαστάσω, κατά την ροήν μακρών χρόνων, την εκχυθείσαν εν αφθονία επ’ εμέ δωρεάν του Θεού μου: την χάριν της μνήμης του θανάτου, την οποίαν ιδιαιτέρως εξαίρουν οι Άγιοι Πατέρες. Όντως, ότε ανεκάλυψα τα ασκητικά έργα των Αγίων Πατέρων, οίτινες τοσούτον εξυμνούν το μεγαλείον της δωρεάς ταύτης, διέτρεξα τον κίνδυνον να απολέσω την συνείδησιν της μηδαμινότητός μου, την οποίαν έως τότε είχον αφομοιώσει. Κατ’ εκείνην την άληστον περίοδον της ζωής μου, την ουδόλως απλήν και εύκολον, πολλάκις επειράσθην υπό φρικτών λογισμών οργής κατά του Πλαστουργού μου. Καταπεπονημένος εκ της αδυναμίας μου να κατανοήσω τα εν εμοί διαδραματιζόμενα, κατηρχόμην εις πάλην μετά του Θεού. Εθεώρουν Αυτόν ως Εχθρικόν Δυνάστην, «Όστις μετά τυραννικής εξουσίας εκάλεσεν εμέ εκ του μηδενός» (Πούσκιν). Και επειδή όλοι οι άνθρωποι έχουν μίαν και την αυτήν οντολογικήν ρίζαν, προέβαλλον τας προσωπικάς μου καταστάσεις εις πάντας.


Ο μικρός νους μου «επανίστατο» εν ονόματι πάντων των εμπαιχθέντων υπό του ματαίου δώρου της ζωής ταύτης, και ελυπούμην, διότι δεν διέθετον τοιαύτην μάχαιραν, δι’ ής θα ήτο δυνατόν να κατατεμαχίσω την «επικατάρατον γην» (πρβλ. Γέν. γ’ 17), και ούτω να θέσω τέρμα εις αυτόν τον αποτρόπαιον παραλογισμόν … Και άλλαι, ουχί ολίγαι, τοιαύται ανόητοι σκέψεις ήρχοντο εις τον νουν μου, αλλά νομίζω ότι αι δύο αύται υπήρξαν αι πλέον ακραίοι. Ευτυχώς η πικρία του είδους τούτου ουδέποτε εισεχώρησεν εις την «βαθείαν καρδίαν»· ο χώρος εκεί ήτο ήδη κατειλημμένος. Άγνωστον που εν τω πνεύματι μου, πέραν παντός παροξυσμού απογνώσεως, παρέμενεν ελπίς τις: Ο Παντοδύναμος δεν δύναται να είναι άλλως, ει μη αγαθός. Εάν δεν ήτο ούτως, τότε πόθεν εις εμέ η ιδέα του Αγαθού Όντος; Και η εσωτερική μου ακοή συνεκεντρούτο εις τι αψηλάφητον και ταυτοχρόνως πραγματικόν. Ουδέποτε θα δυνηθώ να εκφράσω δια λόγων τον ιδιόμορφον πλούτον των ημερών εκείνων, ότε ο Κύριος, παραβλέπων τας διαμαρτυρίας μου, ήρπασεν εμέ εις τας κραταιάς Αυτού χείρας, και εν οργή, ούτως ειπείν, έρριψεν εμέ εις το άπειρον του υπ’ Αυτού κτισθέντος κόσμου. Τί να είπω; Ήτο σκληρός ο τρόπος, αλλ’ απεκάλυψεν εις εμέ ορίζοντας άλλου Είναι. Αι οδυνηραί περιπέτειαι μου υπήρξαν αληθώς «πορεία δια βασάνων». Ο πόλεμος μετά της Γερμανίας επλησίαζε προς το θλιβερόν δια την Ρωσίαν τέλος. Ολίγους μήνας ενωρίτερον εξερράγη άλλος πόλεμος, ο εμφύλιος, από πολλών απόψεων φοβερώτερος του προηγουμένου. Το θέαμα της τραγικότητος της ανθρωπίνης υπάρξεως ενετυπώθη, τρόπον τινα, εν τη ψυχή μου, και η μνήμη του θανάτου δεν εγκατέλειπεν εμέ, όπου και αν ευρισκόμην. Ήμην παραδόξως «δεδιχασμένος»: Το πνεύμα μου παρέμενεν εν εκείνη τη μυστηριώδει και απεριγράπτω σφαίρα, ενώ η λογική και ο ψυχισμός μου έζων, ως εφαίνετο, την συνήθη καθ’ ημέραν ζωήν, ως και πάντες οι λοιποί των ανθρώπων. Έσπευδον να ζήσω. Εφοβούμην μη τυχόν απολέσω έστω και μίαν ώραν· επόθουν να αποκτήσω όσον το δυνατόν πλείονας γνώσεις, ουχί μόνον εις τον χώρον της τέχνης μου, αλλά και εις πάντας εν γένει τους τομείς. Ειργαζόμην σκληρώς ως ζωγράφος εις το ευρύχωρον και ήσυχον εργαστήριον μου. Επραγματοποίησα σειράν ταξιδίων ανά την Ρωσίαν και την Ευρώπην. Έζησα επί μήνας εν Ιταλία και Γερμανία, πριν ή εγκατασταθώ εν Γαλλία, όπου εγνωρίσθην μετά πολλών προσώπων ανηκόντων κυρίως εις τον κόσμον των Καλών Τεχνών, αλλ’ ουδέποτε εις ουδένα εξέφρασα ουδέ λόγον τινα περί της «παραλλήλου» ζωής του πνεύματος μου· ουδέν έσωθεν παρεκίνει εμέ εις τοιαύτην εξαγόρευσιν. Το τελούμενον εν εμοί επήγαζεν εκ τινος αρχής, ανωτέρας εμού, ανεξαρτήτως της θελήσεως ή της πρωτοβουλίας μου. Δεν αντελαμβανόμην τί συνέβαινεν, εν τούτοις, δι’ εμέ ήτο τούτον ιερόν. Το κάλλος του ορατού κόσμου, συνδυαζόμενον προς το θαύμα της εμφανίσεως αυτής ταύτης της οράσεως, ηχμαλώτιζεν εμέ. Πέραν όμως της ορατής πραγματικότητος επεδίωκον να αισθανθώ την αόρατον, υπερβατικήν πραγματικότητα, εν τη καλλιτεχνική μου εργασία, ήτις έδιδεν εις εμέ στιγμάς λεπτής απολαύσεως. Εν τούτοις έφθασε καιρός κατά τον οποίον η μνήμη του θανάτου, καταστάσα εντονωτέρα, εισήλθεν εις αποφασιστικήν σύγκρουσιν προς το πάθος μου δια την ζωγραφικήν. Η περίοδος της κρίσεως δεν ήτο ούτε βραχεία ούτε εύκολος. Εγώ δε, τρόπον τινα, εγενόμην πεδίον πάλης επί δύο επιπέδων: Η χάρις της μνήμης του θανάτου δεν συγκατέβαινεν έως της γης, αλλά εκάλει εμέ εις ανωτέρας σφαίρας, η δε τέχνη επενόει τρόπους, όπως παρουσιασθή ως τι το υψηλόν, πέραν του γηΐνου επιπέδου, ικανή εις τας καλυτέρας αυτής επιτεύξεις να επιτρέψη την επίψαυσιν της αιωνιότητος. Όλαι αι προσπάθειαι αυτής απεδείχθησαν μάταιαι· το άνισον της πάλης ήτο καθ’ υπερβολήν εμφανές και εν τέλει ενίκησεν η προσευχή. Ησθανόμην ακινητοποιημένος μεταξύ της προσκαίρου μορφής υπάρξεως και της αιωνιότητος. Η τελευταία αύτη κατ’ εκείνον τον καιρόν ίστατο ενώπιόν μου δια της «αρνητικής» αυτής όψεως: Ο θάνατος περιέβαλλε το παν. Είναι αδύνατον να διηγηθώμεν ενταύθα περί όλων των μορφών εκείνων, δια των οποίων η θεωρουμένη υπ’ εμού απόσβεσις πάσης ζωής ενεφανίζετο εις το πνεύμα μου. Ενθυμούμαι εναργώς έν εκ των πλέον χαρακτηριστικών επεισοδίων των ημερών εκείνων: Εκαθήμην εις το γραφείον μου και ανεγίνωσκον, επιστηρίζων την κεφαλήν μου δια της χειρός, και αίφνης αισθάνομαι να κρατώ το κρανίον μου εις την χείρα και να παρατηρώ αυτό έξωθεν νοερώς. Από φυσικής απόψεως ήμην εισέτι νέος και εν γένει υγιής. Μη κατανοών το τελούμενον εν εμοί προσεπάθουν να απαλλαγώ από παντός ερεθίσματος, όπερ ανέκοπτε την ειρηνικήν πορείαν της εργασίας μου. Ηρέμα είπον εις εαυτόν: «Έχω εισέτι ενώπιον μου ολόκληρον ζωήν· ίσως τεσσαράκοντα και πλέον έτη πλήρη δράσεως … Και τί λοιπόν;». Αίφνης ήλθεν απάντησις μη επινοηθείσα υπ’ εμού: «Εάν και χίλια έτη … ύστερον δε τί;». Και τα χίλια έτη εις την συνείδησιν μου ελάμβανον πέρας πριν ή ο λογισμός λάβη μορφήν. Παν το υποκείμενον εις την φθοράν ενεφανίζετο ως μη έχον αξίαν δι’ εμέ. Ότε έβλεπον τους ανθρώπους, τότε, πριν ή σκεφθώ τι περί αυτών, έβλεπον αυτούς υπό το κράτος του θανάτου, αποθνήσκοντας, και η καρδία μου επληρούτο ευσπλαχνίας προς αυτούς. Δεν επεθύμουν ούτε δόξαν εκ των «θνητών», ούτε εξουσίαν επ’ αυτών· δεν ανέμενον την αγάπην αυτών. Κατεφρόνουν τον υλικόν πλούτον και δεν εξετίμων ιδιαιτέρως την διανόησιν, ως μη δυναμένην να δώση απάντησιν εις την αναζήτησιν μου. Εάν προσέφερον εις εμέ αιώνας ευδαίμονος ζωής, δεν θα εδεχόμην αυτούς. Το πνεύμα μου απήτει αιωνίαν ζωήν και η αιωνιότης, ως αντελήφθην βραδύτερον, ίστατο ενώπιόν μου αναγεννώσα εμέ εναργώς. Ήμην τυφλός, άνευ επιγνώσεως. Η αιωνιότης έκρουε την θύραν της ψυχής μου, της εκ του φόβου κεκλεισμένης εν εαυτή (πρβλ. Αποκ. γ’ 18‐20). Ώ, έπασχον, αλλ’ ουδαμού υπήρχεν άλλη διέξοδος, ει μη εν τη αναγεννηθείση εν εμοί προσευχή· προσευχή προς τον Άγνωστον εισέτι, μάλλον Επιλελησμένον υπ’ εμού. Πυρίνη προσευχή περιέπτυξεν εμέ εις τους κόλπους αυτής και εν τη ροή πολλών ετών δεν εγκατέλειπεν εμέ ούτε εν εγρηγόρσει ούτε καθ’ ύπνον. Το μαρτύριόν μου ήτο παρατεταμένον. Έφθασα μέχρις εξαντλήσεως όλων των δυνάμεων μου, ότε, εντελώς απροσδοκήτως δι’ εμέ, λεπτόν τι ως ραφίς διεπέρασε το πάχος του μολυβδίνου τείχους και, δια της δημιουργηθείσης τριχοειδούς σχισμής, εισέδυσεν ακτίς Φωτός. Ο ασθενής συχνάκις δεν γνωρίζει εκ ποίας ασθενείας πάσχει και εκθέτει εις τον ιατρόν τα υποκειμενικά αυτού αισθήματα αναμένων να λάβη την αντικειμενικήν διάγνωσιν. Ούτως και εγώ διηγούμαι απλώς την «υποκειμενικήν» ιστορίαν της υπ’ εμού βιωθείσης εμπειρίας. Εις τους Πατέρας της Εκκλησίας εύρον την διδασκαλίαν περί αυτής της μορφής της χάριτος. Η μνήμη του θανάτου είναι ιδιαιτέρα κατάστασις του πνεύματος ημών, εντελώς διάφορος της φυσικής γνώσεως ότι ημέραν τινά θα αποθάνωμεν. Η θαυμαστή αύτη μνήμη εξάγει το πνεύμα ημών εκ της γηΐνης έλξεως. Ως δύναμις Άνωθεν καταβαίνουσα θέτει και ημάς υπεράνω των γηΐνων παθών, ελευθεροί ημάς από της εξουσίας των προσκαίρων επιθυμιών και προσκολλήσεων και ούτω, κατά τρόπον φυσικόν, εγκαινίζει εν ημίν την αγίαν ζωήν. Καίτοι υπό αρνητικήν μορφήν, εν τούτοις συνάπτει ημάς αρρήκτως προς τον Αιώνιον. Η μνήμη του θανάτου παρέχει εις ημάς την πείραν της απαθείας, ουχί όμως εισέτι υπό την θετικήν αυτής μορφήν, ήτις εκδηλούται ως παντεξουσία της Θείας αγάπης· ούτε όμως καθαρώς αρνητικόν χαρακτήρα έχει αύτη, τουτέστι δεν είναι εναντία της αγάπης. Παύει την ενέργειαν των παθών και ούτω θέτει την αρχήν μιας ριζικής αλλαγής του συνόλου τρόπου της υπάρξεως και δράσεως ημών, και της θεωρήσεως πάντων των πραγμάτων. Το γεγονός ότι αύτη επιτρέπει εις ημάς να ζήσωμεν τον θάνατον ημών ως το τέλος πάσης της κτίσεως, επαληθεύει την δοθείσαν ημίν αποκάλυψιν, κατά την οποίαν ο άνθρωπος είναι εικών του Θεού, και ως τοιούτος είναι ικανός να περιλάβη εν εαυτώ και τον Θεόν και τον κτιστόν κόσμον. Και τούτο αποτελεί ωσαύτως την αρχήν της συγκεκριμενοποιήσεως εν ημίν της υποστατικής αρχής. Η εμπειρία αύτη προετοιμάζει το πνεύμα ημών προς μίαν πλέον πραγματικήν πρόσληψιν της χριστιανικής Αποκαλύψεως και της Θεολογίας εκείνης, της οποίας ως βάσις κείται η εμπειρία ενός άλλου Είναι. Ότε δυνάμει της μνήμης του θανάτου όλον το είναι μου μετεφέρθη εις το επίπεδον της αιωνιότητος, τότε φυσικώς έλαβε πέρας το νεανικόν πάθος της ενασχολήσεως μου εις την τέχνην, το οποίον εξουσίαζεν εμού ως δούλου. Στενή και τεθλιμμένη η οδός της πίστεως ημών: Όλον το σώμα της ζωής ημών καλύπτεται υπό πληγών εις πάντα τα επίπεδα και ο πόνος φθάνει μέχρις εκείνου του ορίου, οπότε ο πάσχων νους σιγά εν καταστάσει εντατικής παραμονής εκτός χρόνου. Επιστρέφοντες εκ της οντολογικής ταύτης θεωρίας, ανακαλύπτομεν εις το βάθος της καρδίας ετοίμους ήδη λογισμούς, μη επινοηθέντας υφ’ ημών· εις τους λογισμούς τούτους εμπερικλείεται η πρόγευσις περαιτέρω περί Θεού αποκαλύψεων. Το χαρισματικόν τούτο δώρον δεν δύναται να περιγραφή δια των τετριμμένων ημών λέξεων. Η πείρα διδάσκει ότι τούτο αφομοιούται ουχί άλλως, ει μη δια μακροχρονίου διαδικασίας ολοκληρωτικής κενώσεως. Τότε πέραν πάσης προσδοκίας, ούτως ειπείν, έρχεται το θεραπεύον παν τραύμα Άκτιστον Φως. Εν τη επιλάμψει του Φωτός τούτου, η διανυθείσα «στενή» οδός παρουσιάζεται ως συμμόρφωσις προς την Κένωσιν του Χριστού, δια της οποίας παρέχεται και εις ημάς η υιοθεσία υπό του Θεού Πατρός. Κατά το μέτρον της προς ημάς αποκαλύψεως του Απολύτου Είναι, αισθανόμεθα συνεχώς εντονώτερον την μηδαμινότητα και την ρυπαρότητα ημών. Και τούτο είναι φρικτόν. Παρά ταύτα λυπούμαι, διότι εις το έσχατον γήρας μου η έντασις της ευλογημένης ταύτης καταστάσεως εμειώθη εντός μου. Ο Κύριος ηυδόκησε να ζήσω εν τω πλήθει του ελέους Αυτού, αλλ’ εγώ ουδέν ηννόουν: Εν τω Θεώ το παν είναι ιδιάζον. Αλλ’ Ούτος δεν εγκατέλειψεν έως τέλους εμέ εις το σκότος. Ωδήγησεν εμέ εις τους πόδας του μακαρίου Σιλουανού και τότε είδον ότι όλη η προγενεστέρα πείρα μου προητοίμασεν εμέ προς κατανόησιν της διδαχής αυτού. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας των αιώνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου