Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Δ’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ


Δ’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ

«Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ε’ 4). Ιδού, βλέπω την καρδίαν μου εν πάλη: Πώς θα ομιλήσω εις τους συγχρόνους μου περί του αγίου πένθους; Γνωρίζω ότι ούτοι θεωρούν αισχύνην δια τους ενηλίκους να κλαίουν δι’ ο,τιδήποτε. Όντως είναι υποτιμητικόν να κλαίη τις, αλλά τούτο μόνον όταν πρόκειται περί παρερχομένων πραγμάτων: περί σταδιοδρομίας, περιουσίας, προνομίων, κοινωνικής θέσεως ή περί υγείας και των ομοίων προς αυτά. Το πένθος όμως, περί ού ημίν ο λόγος, άπτεται των σχέσεων ημών μετά του Αιωνίου Θεού. Ανήκει τούτο εις έτερον επίπεδον του είναι. Διεγείρεται δια της επαφής ημών μετά του Πνεύματος του Θεού. Ούτος επισκέπτεται ημάς …· πληροί την καρδίαν αφθάρτου αγάπης, τον δε νουν καταπλήττει δια νέας θεωρίας …· αρπάζει το πνεύμα ημών εις την σφαίραν του ακτίστου Είναι. Το πυρ της «Γεθσημανίου» προσευχής – της συμπαθείας προς άπαντα τον κτιστόν κόσμον – προσεγγίζει την εύθραυστον ύπαρξιν ημών, και αύτη παραδίδεται ολοκληρωτικώς εις την εξουσίαν της Αγάπης. Δια τοιούτου πένθους εθρήνουν οι Απόστολοι και οι Πατέρες 76 ημών, οίτινες εδέχθησαν την ουράνιον ταύτην ευλογίαν. Το πυρ τούτο ερρίφθη επί της γης της καρδίας ημών υπό του Ιδίου του Χριστού (βλ. Λουκ ιβ’ , κβ’ ). Σπανιώτατα η εκ του Θεού εκπορευομένη αγία δύναμις της αγάπης εκχέεται εφ’ ημάς μετά τοσαύτης δυνάμεως: Η φλοξ αύτη θα ήτο αφόρητος δια την φύσιν ημών εν τη παρούση αυτής καταστάσει. Συνήθως η αναγέννησις ημών άρχεται δια της εμφανίσεως εις ημάς του ακτίστου Φωτός, όπερ αποκαλύπτει το μυστήριον του χωρισμού ημών από του Θεού. Και η καρδία, εκτός των δακρύων, δεν έχει άλλον τρόπον να εκφράση την κατάνυξιν αυτής, την περίλυπον αγάπην, ενώπιον του Θεού. Είναι αφελής όστις νομίζει ότι είναι δυνατόν να ακολουθήση τα ίχνη του Χριστού άνευ δακρύων. Βάλε ξηρόν κάρυον υπό ισχυράν πίεσιν και θα ίδηης ότι θα σταλάξη έλαιον. Παρόμοιον τι συμβαίνει και εις την καρδίαν ημών, όταν το αόρατον πυρ του λόγου του Θεού πυρπολήση αυτήν πανταχόθεν. Απελιθώθη η καρδία ημών εν τω κτηνώδει αυτής εγωϊσμώ και, όπερ χείριστον, εν τω υπερηφάνω αυτής σπασμώ. Αλλ’ υπάρχει αληθώς τοιούτον πυρ (βλ. Λουκ. ιβ’ ), ικανόν να τήξη έτι και τα πλέον ισχυρά μέταλλα και τους λίθους. Όστις δεν ησθάνθη την επαφήν μετ’ αυτού του Πυρός, έστω άπαξ, κατά την διάρκειαν της ζωής αυτού, ούτος δεν θα εννοήση περί τίνος ενταύθα γίνεται λόγος. Ο πρώτος λόγος του ευαγγελικού κηρύγματος, «μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. δ’ 17), καλεί ημάς εις ριζικήν αλλαγήν ολοκλήρου της ζωής ημών. Η αλλαγή αύτη δεν είναι κατορθωτή άλλως, ει μη δια της συγχωνεύσεως του πυρίνου πόθου ημών μετά της επενεργείας του ουρανίου Πυρός, όπερ απαλύνει την 77 καρδίαν. Και η απαλυνθείσα ήδη καρδία σφυρηλατείται υπό κτυπημάτων ισχυράς σφύρας. Το πνευματικόν πένθος είναι κατά την φύσιν αυτού διάφορον του ψυχικού πένθους. Συνδέεται μετά της αδιαλείπτου σκέψεως περί του Θεού, εν τη οδυνηρά θλίψει δια τον απ’ Αυτού χωρισμόν. Το εμπαθές, το ψυχικόν, πένθος φονεύει το σώμα, σβεννύει την ζωηρότητα αυτού, εν αντιθέσει προς το πνευματικόν, όπερ καθαίρει τον άνθρωπον εκ των θανατηφόρων παθών, και ούτω ζωοποιεί αυτόν όλον. Δια ζεόντων δακρύων απαλλάσεται ο νους ημών από των εμπαθών εικόνων. Δια του πένθους κατέρχεται επί την ψυχήν ημών η πνευματική ανδρεία, και ο άνθρωπος τίθεται υπεράνω αγωνιών και φόβων. Όσον βαθύτερος είναι ο κλαυθμός της μετανοίας, τοσούτον ριζικώτερον ελευθερούμεθα από σειράς φυσικών φαινομενικώς αναγκών και ολεθρίων παθών, ως η υπερηφανία και ο θυμός. Εντός ημών σκηνοί η έως τότε άγνωστος χαρά της ελευθερίας. Μόνον εκείνος, όστις ουδέποτε ησθάνθη την φονικήν εξουσίαν της αμαρτίας επ’ αυτού, δύναται να νομίση ότι η εντελλομένη υπό του Ευαγγελίου μεταμόρφωσις της φύσεως ημών είναι δυνατή άνευ δακρύων. Το πένθος, πικρόν κατά το στάδιον της προκαταρκτικής μετανοίας, μεταβάλλεται ύστερον εις δάκρυα Θείας αγάπης, ήτις μεταρσιοί ημάς. Και τούτο είναι σημείον ότι η προσευχή ημών εισηκούσθη, και ότι δια της ενεργείας αυτής εισαγόμεθα εις νέαν, άφθαρτον ήδη ζωήν. Το πνευματικόν πένθος είναι φαινόμενον ουρανίου τάξεως. Προσπαθώ και δεν δύναμαι να ενθυμηθώ, εάν ποτε έκλαυσα κατά την ώριμον νεαράν μου ηλικίαν. Και όμως η ζωή μου συνέπεσε μετά των πλέον τρομερών γεγονότων του αιώνος ημών. Πολλάκις ευρέθην εις περιστάσεις 78 ουχί μόνον δυσκόλους, αλλά και θανασίμως επικινδύνους. Ότε όμως δια του εμφανισθέντος εις εμέ Φωτός έβλεπον το βάθος της πτώσεως μου, τότε ήρχετο κλαυθμός, τον οποίον δεν ηδυνάμην να αναχαιτίσω. Υπερίσχυεν εμού τούτο εν τη απογνώσει, εν ή ευρισκόμην. Κατ’ αρχάς έκλαιον δι’ εμαυτόν φρικιών δια την πτώσιν μου. Βραδύτερον εθρήνουν δια τους ανθρώπους τους μη γνωρίζοντας τον Θεόν, διακατεχόμενος υπό οίκτου δια την ελεεινήν εκ της αγνοίας του Θεού κατάστασιν αυτών. Εις τον Άθωνα δε, και ιδιαιτέρως εν τη ερήμω, κατά την διάρκειαν του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έχεον πικρά δάκρυα δι’ όλον τον κόσμον. Επί μακρόν ήρχετο εις τον νουν μου ο λόγος: «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού Ζώντος» (Εβρ. ι’ 31). Φρικτόν η υπό του Θεού εγκατάλειψις. Έξω του Θεού της αγάπης το παν στερείται νοήματος. Η ψυχή βλέπει εαυτήν ερριμμένην εις το σκότος του θανάτου (βλ. Α’ Κορ. ιγ’ 1‐3). Ο φόβος εκ του σκότους τούτου είναι μαρτυρικός, διότι τούτο δεν υπάρχει μόνον πέριξ εμού, αλλ’ εδρεύει εν εμοί.


Όταν όμως το άκτιστον Φώς αποδεσμεύη εμέ εκ του εσωτερικού μου άδου, τότε απέρχεται απ’ εμού πάν πάθος, και κατανοώ ότι ο Παντοκράτωρ Κύριος δύναται και εμέ να ποιήση κύριον κατ’ εικόνα της Αυτού Κυριότητος: ελεύθερον πάσης αλλοτρίας εξουσίας, άτρωτον από πάσης κακίας. Η μεταβολή της εσωτερικής μου καταστάσεως συνεπήγετο και αλλαγήν εις τον χαρακτήρα του πένθους. Κατά καιρούς και η καρδία και ο νους απέλαυον θαυμαστής αναπαύσεως, και τα δάκρυα εγίνοντο «ηδέα» εξ αγάπης. Ότε δε το Πνεύμα του Κυρίου απεχώρει και η πνοή της αθανάτου ζωής εσβέννυτο εν εμοί, τότε αθυμία τις, μάλλον δε και ταραχή εισεχώρουν εις την καρδίαν. 79 Η προσευχή ελάμβανε μορφήν τυραννικής απογνώσεως και συνέβαινεν επί ώρας να κείμαι κατά πρόσωπον επί της γης. Εξηντλημένος μετέβαινον εις την σκληράν κλίνην μου. Τα δάκρυα εξηκολούθουν να ρέουν και ο νους εσίγα εν εξαντλήσει. Θα ήθελον να ομιλήσω περί των φαινομένων τούτων κατά τον απλούστερον τρόπον, αλλά θα απεκρύπτετο τότε από του αναγνώστου η κραταιά ισχύς των «φαινομένων» αυτών, άτινα αναντιρρήτως υπερβαίνουν το μέτρον του ανθρώπου, διότι είναι δώρον Άνωθεν. «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Ιωάν. δ’ 24). Οι λόγοι του Χριστού, «εν πνεύματι και αληθεία», επιδέχονται διττήν ερμηνείαν: το Πνεύμα της Αληθείας, «Ό παρά του Πατρός εκπορεύεται» (Ιωάν. ιε’ 26), και το πνεύμα και η αλήθεια, άτινα χαρακτηρίζουν τον μετανοούντα άνθρωπον (βλ. Α’ Ιωάν. α’ 8‐10). Το Πνεύμα το Άγιον κατέρχεται επί του ανθρώπου και ούτος, ως εικών του Θεού, τη επενεργεία της Θείας Αληθείας, γίνεται ωσαύτως αληθινός. Η υπαρξιακή ένωσις ημών μετά του Θεού της αγάπης προϋποθέτει την συμφωνίαν δύο θελήσεων: της Θείας και της ανθρωπίνης. Η ένωσις καθ’ εαυτήν επιτελείται εν καταστάσει αγάπης. Ο Θεός‐το Προσωπικόν Πνεύμα, και ο άνθρωπος‐πρόσωπον συνενούνται εις έν εν τη αιωνία πράξει της Θείας Ζωής. Ούτω γινώσκεται υφ’ ημών ο Θεός. Το ύστατον τέλος της χριστιανικής ασκήσεως είναι η απόκτησις της αγάπης ταύτης. Η επίτευξις αυτού συνδέεται μετά μακράς και τραχείας οδού. Είναι δυνατόν να γευθή τις της επισκέψεως του Θεού εν μεγάλη δυνάμει 80 εις τινας μόνον στιγμάς, κατά την Άνωθεν δωρεάν, όταν η ψυχή, εν παραφορά μετανοίας δια τας αμαρτίας αυτής, καθίσταται δεκτική του επ’ αυτής κατερχομένου Θείου Φωτός. Εν τούτοις, αι πρώται αύται επισκέψεις δεν είναι εισέτι η εις τους αιώνας κεκτημένη κατάστασις των σωζομένων. Είναι μόνον ο «άδικος μαμωνάς», όστις δύναται να αφαιρεθή ένεκεν απιστίας. Να διαφυλάξη δε τις την χάριν ταύτην, να παραμείνη πιστός προς παν ό,τι εδίδαξεν ημάς αύτη, είναι αδύνατον άνευ βαθέος κλαυθμού επί έτη (βλ. Λουκ. ιστ’ 9‐12). Εάν τις εφρόνει άλλως, δεν θα συνεφώνουν μετ’ Αυτού οι Πατέρες ημών. Και ημείς αγωνιζόμεθα να παραμείνωμεν εν τη εξ αυτών κληρονομηθείση παραδόσει της αγίας ζωής. Τοιαύτη είναι η οδός του Κυρίου: Ούτος εμφανίζει Εαυτόν εις τον ειλικρινώς μετανοούντα άνθρωπον, και ο άνθρωπος δέχεται αχρόνως την αγάπην Αυτού εν τω ακτίστω Φωτί. Επαναλαμβάνομεν συνεχώς την λέξιν «Αγάπη», αλλ’ εν αυτή περικλείεται οντολογικώς και η υπερκόσμιος σοφία, και το άπειρον εν τη ιδιαζούση αυτώ άκρα ταπεινώσει μεγαλείον, το τα πάντα υπερέχον κάλλος, και η βαθεία ειρήνη. Επισκεπτόμενος ο Θεός τον άνθρωπον, δι’ αυτού τούτου του γεγονότος, καθιστά αυτόν κοινωνόν του απεριγράπτου δι’ ανθρωπίνων λόγων Είναι Αυτού. Κατέχει ημάς η μόνη επιθυμία: να αποκτήσωμεν την γνωσθείσαν Θείαν Αγάπην, ούτως ώστε αύτη να αποβή φύσις ημών, αναφαίρετος εις τους αιώνας. Όταν ο Θεός ίδη ότι ουδέν πλέον εν όλω τω κόσμω θα δυνηθή να χωρίση εκ νέου την ψυχήν από της αγάπης Αυτού (βλ. Ρωμ. η’ 35‐), τότε άρχεται περίοδος δοκιμασιών, αληθώς βαρειών, άνευ των οποίων θα παρέμενον άδηλα τα βάθη της κτιστής και της ακτίστου μορφής του 81 Είναι. Η δοκιμασία αύτη είναι «σκληρά»: Αόρατος μάχαιρα αποκόπτει ημάς από του ηγαπημένου Θεού, από του ανεσπέρου Αυτού Φωτός. Ο άνθρωπος πλήττεται εφ’ όλων των επιπέδων της υπάρξεως αυτού. Ευρίσκεται εν απορία: Δια τι η προσευχή, η ομοία προς εκείνην της Γεθσημανή, ήτις εφαίνετο ήδη ως τελειωτικός «σύνδεσμος αγάπης», μετετράπη εις άδην Θεο‐εγκαταλείψεως; Την απάντησιν εις την απορίαν ταύτην ευρίσκομεν εν τω δωδεκάτω κεφαλαίω της προς Εβραίους επιστολής και ιδιαιτέρως εις τους στίχους 26 έως 29 (12.26 ου η φωνή την γήν εσάλευσε τότε, νυν δε επήγγελται λέγων· έτι άπαξ εγώ σείω ου μόνον την γήν, αλλά και τον ουρανόν. το δε έτι άπαξ δηλοί των σαλευομένων την μετάθεσιν ως πεποιημένων, ίνα μείνη τα μη σαλευόμενα. 12.28 Διό βασιλείαν ασάλευτον παραλαμβάνοντες έχωμεν χάριν, δι᾿ ής λατρεύωμεν ευαρέστως τω Θεώ μετά αιδούς και ευλαβείας· και γαρ ο Θεός ημών πυρ καταναλίσκον). Αλλά προ πάντων και υπέρ πάντα έχομεν το «υπόδειγμα» (Ιωάν. ιγ’ 15) του Ιδίου του Χριστού· επί του Γολγοθά προσηλωμένος επί του σταυρού ανεβόησε προς τον Πατέρα: «Ινατί με εγκατέλιπες;» και ευθύς μετά τούτο: «Τετέλεσται· και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα» (Ματθ. κζ’ , Ιωάν. ιθ’ 30). Κατ’ αυτόν τον τρόπον αποκαλύπτεται εις ημάς το Μυστήριον της Θείας Αγάπης. Το πλήρωμα της κενώσεως προεργάζεται το πλήρωμα της τελειότητος. Η Αγάπη, η φλοξ της οποίας ερρίφθη υπό του Χριστού εις την ψυχήν του ανθρώπου, έχει έν εκπληκτικόν ιδίωμα. Οδηγεί αυτόν εις αβύσσους και ύψη απρόσιτα εις οιονδήποτε άλλον άνθρωπον. Ενισχύει αυτόν να υπερνικήση παν πάθημα, έτι δε και τον θάνατον. Ρίπτει αυτόν πολλάκις εις απερίγραπτον απειρότητα, όπου αυτός «μόνος» καταπονείται, ίνα ίδη εκ νέου το Φως του ηγαπημένου Θεού. Τοιαύτη είναι η διαδικασία, δι’ ής καθαίρεται η φύσις ημών, ήτις εμολύνθη υπό του εωσφορικού ιού. Η οδός του Χριστού οδηγεί εκ της σχετικής, αιωνίως σαλευομένης μορφής του γίγνεσθαι, εις την απόλυτον, την ασάλευτον Βασιλείαν. Είναι φυσικόν δια το πνεύμα του ανθρώπου 82 να αδημονή, όταν συνεπεία της πτώσεως ευρίσκηται αποκεκομμένον της τελείας Πατρικής αγάπης. Η εικών του Θεού, ο άνθρωπος, αναζητεί το άγιον, το αμετάθετον, το απόλυτον Αγαθόν. Και τίς δύναται να περιγράψη την προς τον Θεόν αγάπην; Πού θα εύρισκε τις λόγους ικανούς να αποδώσουν, έστω και σκιάν εκείνης της οδύνης, την οποίαν αισθάνεται η ψυχή εκ του χωρισμού από του Θεού; Μόνον η αγία αγάπη, και ουδέν άλλο, καθιστά την καρδίαν του χριστιανού ικανήν να αναβλύζη δάκρυα.


Η Γραφή λέγει ότι ο Ιησούς, «αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω, εις τέλος ηγάπησεν αυτούς» (Ιωάν. ιγ’ 1). Και μόνον δια του «εις τέλος» εξηγείται ο αιματηρός ιδρώς Αυτού κατά την εν Γεθσημανή προσευχήν. Όπου δεν υπάρχει αγάπη, εκεί δεν υπάρχουν δάκρυα, έστω και εάν ο ασκητικός αγών λαμβάνει ακραίαν μορφήν: εντατικόν διαλογισμόν, παρατεταμένην νηστείαν, αυστηράς συνθήκας ζωής εν απομονώσει εκ του λοιπού κόσμου. Πολλά τοιαύτα παραδείγματα συναντώμεν και εις την χριστιανικήν Δύσιν και εις την μη χριστιανικήν Ανατολήν. Όταν το ταπεινόν πνεύμα κατέχη ημάς, τότε αναβλύζουν δάκρυα εκ βάθους καρδίας. Περί αυτών των δακρύων ομιλεί ο Χριστός: «Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ε’ 4). Δια ποίας παρακλήσεως; Εν τη περιπτώσει ταύτη πρόκειται περί της παρακλήσεως της προερχομένης εκ του Αγίου Πνεύματος, το Οποίον ο Χριστός ωνόμασε Παράκλητον· δια παρακλήσεως ουχί ψυχολογικής ή φυσικής τάξεως, αλλά οντολογικής, αναφερομένης εις την Θείαν αιωνιότητα. 83 Εάν νυν παρέλθωμεν τας γενικάς θεολογικάς και ασκητικάς θέσεις και στραφώμεν προς τινας «λεπτομερείας» της μακραίωνος πείρας των χριστιανών ασκητών, θα πράξωμεν τούτο κατά το δυνατόν βραχύτερον. Το πνευματικόν πένθος αλλάσσει χαρακτήρα συμφώνως προς την κατάστασιν, εν τη οποία ευρίσκεται ο ασκητής. Ενίοτε ρέουν γλυκέα δάκρυα εκ της εγγύτητος του Θεού της Αγάπης. Όστις περιπτύσσεται τον όλον άνθρωπον. Συχνότερον παρατηρείται το μέτριον πένθος, εν τω οποίω είναι μεμιγμέναι η χαρά και η λύπη. Εν τη αρχή της μετανοίας επικρατούν τα πικρά δάκρυα, τα γεννώμενα ή εκ της συνειδήσεως της δουλείας ημών εις τα αμαρτωλά πάθη, ή εκ της υφέσεως της αισθητής χάριτος, ή εκ της πικρίας της Θεο‐εγκαταλείψεως. Υπάρχει ωσαύτως το πένθος της ευσπλαγχνίας προς το γένος των ανθρώπων, έτι δε και προς πάσαν την κτίσιν. Εις πάσας τας μορφάς ταύτας το πνευματικόν πένθος αποπλύνει τον άνθρωπον από πάσης κηλίδος, ήτις εμόλυνεν αυτόν εν τη ροή της καθ’ ημέραν ζωής· εγκαινίζει εν ημίν την δύναμιν της εφέσεως προς τον Θείον Κόσμον. Ο κλαυθμός εξ αγάπης προς τον Θεόν καθιστά τον όλον άνθρωπον κοινωνόν του Ηγαπημένου Δεσπότου: Νους, ψυχή, και σώμα εισέτι, τα πάντα συνενούνται εις έν, εις μίαν ισχυράν φοράν προς το άκτιστον Φως. Το τοιούτον πένθος διαρρηγνύει τον στενόν κλοιόν της γηΐνης υπάρξεως, εισάγον εις ουρανίους σφαίρας το πνεύμα του ανθρώπου, ηλευθερωμένον πλέον εκ της βιαιότητος των αμαρτωλών παθών· μεταδίδει εις ημάς την πείραν της απαθείας, του αγιασμού πάσης ημών της «συστάσεως». Η απουσία δακρύων αποτελεί, κατά την διδασκαλίαν των Πατέρων ημών, ένδειξιν ότι η προσευχή ημών δεν έφθασεν εισέτι την πρώτην βαθμίδα της αναβάσεως 84 αυτής προς τον Θεόν. Ενδέχεται όμως εξαντληθέντων των φυσικών δακρύων, να δοθή άλλη προσευχή άνευ λόγων, ως τρυφερά αίσθησις της χάριτος του Αγίου Πνεύματος εντός ημών, οπότε η ειρήνη, «η πάντα νουν υπερέχουσα» (Φιλ. δ’ 7), πληροί την καρδίαν. Παρομοία λεπτή θεωρία συνήθως περιπτύσσεται τον άνθρωπον κατόπιν προσευχής, εν ή προσέφερεν ούτος εις τον Θεόν θυσίαν αγάπης έως τέλους. Ο πνευματικός κλαυθμός είναι το «περισσόν ζωής» – το ακατασχέτως αυξάνον εκ της δυνάμεως της αγάπης – εν αντιθέσει προς τον «ψυχικόν» κλαυθμόν, όστις αποκτείνει τους γηγενείς. Η πρόνοια του Θεού ωδήγησεν εμέ να ζήσω εν χώρα, όπου οι άνθρωποι από παιδικής ηλικίας μανθάνουν να μη κλαίουν· όπου τα δάκρυα υποτιμώνται ως τι ανάρμοστον δια τον πεπαιδευμένον άνθρωπον. Δεν δυνάμεθα να μη σεβασθώμεν την αγωγήν ταύτην, αλλ’ οφείλομεν όπως μη επιλανθανώμεθα ότι τούτο αναφέρεται εις εκείνην την κατάστασιν, κατά την οποίαν οι πόδες ημών είναι ισχυρώς προσκεκολλημένοι επί του φλοιού της γης. Οι ασκηταί‐πατέρες δεν θρηνούν δια την στέρησιν προσκαίρων αξιών, ταυτοχρόνως όμως επιμένουν εις το απαραίτητον των πνευματικών δακρύων, άνευ των οποίων δεν απαλύνεται η εκ των παθών πεπωρωμένη καρδία, η ανίκανος να αγαπήση δια της ευαγγελικής αγάπης. Ο νους του πενθούντος χριστιανού είναι εξ ολοκλήρου εστραμμένος προς την σφαίραν της Θείας αιωνιότητος. Και μόνον δια την τελευταίαν ταύτην γίνεται λόγος εν ταις εντολαίς του Χριστού. Πλήθος καταστάσεων, αφορήτων δι’ όσους ζουν την τετριμμένην ζωήν του κόσμου, παρέρχονται απαρατήρητοι δι’ εκείνον, όστις πενθεί κατά την εντολήν του Θεού. Τον τοιούτον δεν πτοεί η ένδεια, δεν καταβάλλουν αι επιπλήξεις ή αι εξουθενώσεις 85 εκ μέρους των υιών του αιώνος τούτου, ούτε άλλα πλήγματα της προσκαίρου ζωής, διότι ουχί μόνον ο νους, αλλά και οι πόδες αυτού έχουν αρθή υπεράνω της γης. Σπλαγχνίζεται ούτος τους ανθρώπους, πενθεί δι’ αυτούς ενώπιον του Θεού, αλλά δεν εμπλέκεται εις τα ενδιαφέροντα αυτών, πλήρης ών εμπνεύσεως εν τη ορμή αυτού προς την αμετάθετον Αλήθειαν. Το αληθώς πνευματικόν πένθος είναι συνέπεια επενεργείας Πνεύματος Αγίου. Ομού μετ’ αυτού κατέρχεται εφ’ ημάς το άκτιστον Φως. Η καρδία, ύστερον δε και ο νους, αντλούν δύναμιν, όπως περιλάβουν εν εαυτοίς πάσαν την οικουμένην και αγαπήσουν άπασαν την κτίσιν. Το πνευματικόν πένθος έχει καθωρισμένην φοράν: Κατευθύνεται προς τον Θεόν, και ο άνθρωπος διαμένων εν τω Θεώ, εν τη μετά δακρύων προσευχή αυτού υπέρ όλης της ανθρωπότητος, συμπάσχει μετά του κόσμου παντός. Οι Πατέρες συνιστούν να διαφυλάττωμεν το δώρον τούτο δια της τηρήσεως των εντολών, ώστε να μη λυπώμεν το Πνεύμα το Άγιον δι’ οιασδήποτε αμαρτίας. Είναι αδύνατον όμως να «καλλιεργήσωμεν» το δώρον τούτο, διότι δεν περικλείεται εν τοις ορίοις της κτιστής ημών φύσεως. Τούτο είναι χάρις, και η Θεία χάρις δεν υπόκειται εις την εξουσίαν ημών. Ενίοτε τα δάκρυα της αγάπης δίδονται εν αφθονία και ρέουν κρουνηδόν. Εις περιόδους όμως Θεο‐εγκαταλείψεως το παν αποξηραίνεται εντός ημών, και μόλις συλλέγεται από των οφθαλμών δάκρυόν τι, όπερ ομοιάζει προς ρανίδα καυστού αίματος αναβλύζοντος εκ τετρωμένης καρδίας. Όστις δεν εγεύθη εν εαυτώ της ενεργίας του ουρανίου Πυρός (βλ. Λουκ. ιβ’ ), ούτος δεν θα εννοήση το λεγόμενον. Εκ νέου τολμώ να υπομνήσω ότι οι ασκηταί ίστανται 86 προ της κρίσεως του Θεού μετά φόβου. Δεν πρόκειται περί ταχέως παρερχομένων πραγμάτων, αλλά περί της αιωνιότητος, είτε εν τω Φωτί του Προσώπου του Υψίστου, είτε εν «τω σκότει τω εξωτέρω» (πρβλ. Ματθ. κε’ 30). Ένεκα τούτου ούτοι μένουν αδιάφοροι προς την επίγειον αυτών κατάστασιν. Ο νους αυτών είναι εν τω Θεώ, και όταν έρχηται «παράκλησις» εκ του Πατρός των Φώτων, τότε ο πενθών ευκόλως συγχωρεί πάσαν κατ’ αυτού αδικίαν, διότι το πνεύμα αυτού έχει υψωθή από της γης εις τον ουρανόν, και εν Πνεύματι Αγίω καθίσταται ούτος ικανός να αγαπά και τους εχθρούς εισέτι. Είς εκ των γερόντων του Άθωνος, εις τας συνομιλίας αυτού περί της προσευχής, ανεφέρετο εις τας ποικίλας μορφάς δακρύων, και διέκρινεν αυτάς συμφώνως προς την ενέργειαν εκάστης εξ αυτών επί του ανθρώπου. Απηρίθμει ούτος αυτάς έως δώδεκα. Και εγώ, ως και πάντες οι λοιποί, εγνώρισα διαφόρους μορφάς δακρύων κατά τους μακρούς χρόνους της απεγνωσμένης μετανοίας μου, αλλ’ ουδέποτε ήλθεν εις εμέ η σκέψις να καταμετρήσω αυτάς. «Και νυν, λέγει ο Κύριος …· επιστράφητε προς Με εξ όλης της καρδίας υμών και εν νηστεία και εν κλαυθμώ και εν κοπετώ» (Ιωήλ β’ 12)· «Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ε’ 4, πρβλ. Λουκ. στ’ 21), είπεν ο Κύριος και ο λόγος Αυτού μένει εις πάντας τους αιώνας. Όντως και ο Ίδιος «εν ταις ημέραις της σαρκός Αυτού, δεήσεις τε και ικετηρίας προς τον δυνάμενον σώζειν Αυτόν εκ θανάτου μετά κραυγής ισχυράς και δακρύων προσήνεγκεν και εισηκούσθη από της ευλαβείας» (πρβλ. Εβρ. ε’ 7). Δι’ όλους, αλλά και δι’ 87 έκαστον όστις φέρεται προς την Θείαν αιωνιότητα, απόκειται ακριβώς η οδός αύτη: Η «μετά κραυγής ισχυράς και δακρύων» ικεσία, ίνα σωθώμεν εκ του κατέχοντος ημάς θανάτου, της αμαρτίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου