Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Μετάνοια και Πνευματικός Αγων



Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Οψώμεθα τόν Θεόν καθώς εστί
Μετάνοια και Πνευματικός Αγών

Άπασα η επίγειος ημών ζωή, από της γεννήσεως μέχρι και της τελευταίας αναπνοής, θα φανή εν τη υστάτη αυτής τελειώσει ως ενιαία τις άχρονος πράξις. Θα είναι δυνατόν να ίδωμεν το περιεχόμενον και την ποιότητα αυτής εν ριπή οφθαλμού. Αναλογισθήτε καθαρόν τι σκεύος ιδεώδους κρυστάλλου, πλήρες ύδατος. Ευθύς εξ αρχής δυνάμεθα να είπωμεν, εάν το ύδωρ είναι διαυγές ή ουχί, και μέχρι τίνος βαθμού. Ούτω θα συμβή και εις ημάς κατά την στιγμήν της μεταβάσεως ημών εις τον άλλον κόσμον. Εκάστη κίνησις, και η πλέον παροδική, της καρδίας ή του νοός αφίνει ίχνος τι επί του όλου σώματος της ζωής ημών. Ας υποθέσωμεν ότι καθ’ όλην την διάρκειαν της επιγείου υπάρξεως μου εισέβαλεν εις την καρδίαν μου πονηρός τις λογισμός, φόνου επί παραδείγματι, έστω και άπαξ μόνον (βλ. Ματθ. ιε’ 19). Και η μοναδική αύτη σκέψις θα παραμείνη ως μελανή τις κηλίς επί του συνόλου της ζωής μου, εάν δεν αποβάλω αυτήν δια της μετανοίας και αυτομεμψίας. Ουδέν δυνάμεθα να αποκρύψωμεν: «Ουδέν δε συγκεκαλυμμένον εστίν ό ουκ αποκαλυφθήσεται και κρυπτόν ό ου γνωσθήσεται» (Λουκ. ιβ’ 2‐3).



Συχνάκις καθησυχάζομεν την συνείδησιν ημών σκεπτόμενοι ότι ουδείς ημάς βλέπει ή ουδείς γνωρίζει τους λογισμούς ή τας πράξεις ημών. Όταν όμως κυριαρχή η μέριμνα της ετοιμασίας ημών δια την αιωνιότητα, τότε το παν αλλάσσει και ημείς αγωνιζόμεθα, ίνα απαλλαγώμεν παντός εσωτερικού ζόφου. «Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν. Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός εστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» (Α’ Ιωάν. α’ 8‐9). Δια της ειλικρινούς μετανοίας και της αποφασιστικής αυτοκατακρίσεως ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων καθαίρεται ο έσω άνθρωπος, και το ύδωρ εν τω σκεύει, διελθόν δια του πνευματικού φίλτρου της μετανοίας, αποκαθίσταται εν τη καθαρότητι αυτού. Επομένως, όταν εξομολογούμαι, μέμφομαι εμαυτόν δια παν κακόν, διότι δεν υπάρχει εν τω κόσμω άπαντι αμαρτία την οποίαν δεν διέπραξα, έστω και στιγμιαίως, δια του νοός μου. Αυτή αύτη η δυνατότης τοιαύτης κινήσεως του πνεύματος μου αποτελεί ένδειξιν της αμαρτωλού καταστάσεως μου. Και τις δύναται να ισχυρισθή ότι είναι ελεύθερος εκ της εξουσίας των εμπαθών λογισμών, οίτινες προσβάλλουν αυτόν; Και πού είναι η εγγύησις, ότι η στιγμιαία επαφή μετά του πονηρού λογισμού δεν θα μετατραπή εις αιωνιότητα; Εν όσω ζώμεν υπάρχει εισέτι δυνατότης επανορθώσεως. Δεν γνωρίζομεν όμως τι αναμένει ημάς μετά την έξοδον ημών εκ της ζωής ταύτης. Εκ της παρατηρήσεως του υλικού κόσμου γνωρίζομεν ότι, εάν μάζα τις δεχθή επαρκώς ισχυράν ώθησιν, δύναται – θεωρητικώς – εκφυγούσα την σφαίραν έλξεως της γης να κινήται αενάως μετά μεγάλης ταχύτητος εις τα αχανή κοσμικά διαστήματα. Δεν θα συμβή άρα γε το αυτό και εις την ψυχήν; Ελκυσθείσα αύτη υπό της Θείας αγάπης, εγκαταλιπούσα το σώμα, θα πορεύηται προς τον Θεόν· ή και αντιθέτως: Απωθήσασα αύτη τον Θεόν, θα βυθίζηται «εις το σκότος το εξώτερον» (Ματθ. η’ 12), εις τας ατελευτήτους βασάνους της εναντίας προς την αγάπην καταστάσεως. Ούτω λοιπόν, καθ’ όσον δυνάμεθα έτι να ίδωμεν 61 εαυτούς, είναι ανάγκη να εξομολογώμεθα καθαρώς τας αμαρτίας ημών, ίνα μη φέρωμεν αυτάς μεθ’ ημών μετά θάνατον. Η άμεσος αντιπαράθεσις προς τους πονηρούς, ή έστω και ματαίους λογισμούς, δεν είναι πάντοτε η καταλληλοτέρα μέθοδος υπερνικήσεως αυτών. Συχνάκις ο καλύτερος τρόπος είναι η μνήμη του μεγαλείου της προαιωνίου περί ημών βουλής του Πατρός. Ίνα ζήσωμεν, ως οφείλομεν, είναι απαραίτητον να γνωρίζωμεν περί εαυτών ότι προωρίσθημεν προ καταβολής κόσμου δια το πλήρωμα της τελειότητος (βλ. Ματθ. ε’ , Εφεσ. β’ 10 και α’ 4‐5). Να υποβαθμίση τις την πρωταρχικήν περί ημών ιδέαν του Θεού αποτελεί ουχί μόνον σφάλμα, αλλά και μέγα όντως αμάρτημα. Οι άνθρωποι, μη διακρίνοντες εν εαυτοίς – πολλώ δε μάλλον εν τω αδελφώ – την μη παρερχομένην αυτών αξίαν, αποβαίνουν θηριώδεις εις τας μεταξύ αυτών σχέσεις και αδιστάκτως φονεύουν αλλήλους. Ώ, οποίον παράδοξον κράμα ο άνθρωπος! Αφ’ ενός μεν διεγείρει ενθουσιασμόν και θαυμασμόν, αφ’ ετέρου δε πικράν απορίαν δια την σκληρότητα και αγριότητα αυτού. Η ψυχή παραδίδεται εις την υπέρ του κόσμου προσευχήν, αλλ’ η προσευχή αύτη ουδέποτε επιτυγχάνει το έσχατον αυτής τέλος, εφ’ όσον ουδείς και ουδέν δύναται να στερήση τους ανθρώπους της ελευθερίας να κλίνουν προς το κακόν, να προτιμούν το σκότος αντί του φωτός (βλ. Ιωάν. γ’ 19). Η θεοπρεπώς προσφερομένη προσευχή εις τον Κύριον, «εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάν. δ’ 23), είναι ενέργεια άφθαρτος και ακατάλυτος. Ψυχολογικώς είναι δυνατόν, εν μέσω της βιοτικής ματαιότητος, να επιλησθώμεν 62 αυτής, αλλ’ Αυτός ο Θεός φυλάττει αυτήν αιωνίως (βλ. Λουκ. ι’ , Αποκ. ε’ 8). Εν τη ημέρα της αναστάσεως και της κρίσεως, παν ό,τι εποιήσαμεν αγαθόν κατά την διάρκειαν της ζωής ημών, θα συμπαραστά προς δικαίωσιν ημών· και αντιθέτως, παν ό,τι εποιήσαμεν πονηρόν, και δια το οποίον δεν προσεφέρομεν ανάλογον μετάνοιαν, θα στηλιτεύση ημάς. Φαύλαι πράξεις και σαπροί λόγοι δύνανται να εξαλειφθούν εκ της ψυχής ημών δια των δακρύων της μετανοίας, όσον και εάν τούτο φαίνηται παράδοξον και λογικώς έτι ακατόρθωτον. Τα αρνητικά εφ’ ημών αποτελέσματα της αμαρτίας θεραπεύονται και αφανίζεται η φθοροποιός ενέργεια των διαπραχθεισών υφ’ ημών πράξεων εναντίον του πλησίον· θεία δυνάμει αποκαθίσταται το πλήρωμα της ζωής, ουχί όμως δια της μονομερούς επεμβάσεως του Θεού, αλλά πάντοτε δια της συνεργίας της μετανοίας και της προαιρέσεως των ανθρώπων, διότι ο Θεός ουδέν ποιεί μετά του ανθρώπου άνευ της συγκαταθέσεως αυτού. Την συμμετοχήν του Θεού εις την προσωπικήν ημών ζωήν ονομάζομεν Πρόνοιαν. Η Πρόνοια αύτη ουδόλως ομοιάζει προς την ειδωλολατρικήν ειμαρμένην. Εις κρισίμους στιγμάς της ζωής ημών, τω όντι, ημείς οι ίδιοι επιλέγομεν τινα εκ των προτεινομένων δυνατοτήτων. Όταν προ ημών ανοίγωνται ποικίλαι οδοί, τότε, υπό κανονικάς συνθήκας, οφείλομεν να κινηθώμεν αποφασιστικώς προς εκείνην, ήτις οδηγεί προς το ποθούμενον υφ’ ημών ύστατον Αγαθόν. Η εκλογή αύτη συνδέεται αναποφεύκτως μετά της ετοιμότητος προς θυσίας. Εν τοιαύταις περιπτώσεσιν η πνευματική ημών ελευθερία καθίσταται ιδιαιτέρως έκδηλος. Συχνότατα, δυστυχώς, οι άνθρωποι υποκινούμενοι υπό προσκαίρων παρορμήσεων 63 εκτρέπονται της υπό του Θεού υποδειχθείσης οδού, ήτις οδηγεί εις την Βασιλείαν του Φωτός. Ούτως εμπίπτει ο άνθρωπος εις την δίνην των αποπλανώντων αυτόν παθών, άτινα κωλύουν να ίδωμεν την ποθεινήν αυγήν. Παρά ταύτα, τα παθήματα και αι θυσίαι είναι αναπόφευκτα εις πάσαν εκλογήν. Όταν δε ημείς εκλέγωμεν το θέλημα του Θεού, πάσα θυσία εξομοιοί ημάς προς τον Χριστόν: «Πάτερ, ει βούλει παρενεγκείν τούτο το ποτήριον απ’ Εμού· πλην μη το θέλημα Μου, αλλά το Σον γινέσθω» (Λουκ. κβ’ ). Είναι ανάγκη δια πάντας ημάς, όπως διέλθωμεν δια του μυστηρίου του θανάτου χάριν τελειοτέρας εξομοιώσεως προς τον Χριστόν. Όπισθεν του ορίου τούτου, αγνώστου εισέτι, ο Θεός και Πατήρ ημών εισάγει ημάς εις την σφαίραν της ανεσπέρου ημέρας. Τοιαύτη είναι η εν Χριστώ προσδοκία ημών, ήτις μέλλει να εκπληρωθή, επειδή πάσαι αι επαγγελίαι Αυτού είναι αψευδείς και αμετάθετοι, ως απέδειξεν η μακραίων πείρα της Εκκλησίας ημών. Το Ευαγγέλιον, η Καλή Αγγελία, και άρχεται και καταλήγει δια της κλήσεως προς μετάνοιαν. Η διδαχή των αγίων ασκητών, των Πατέρων ημών και της Εκκλησίας, είναι εμπεποτισμένη δια της συνειδήσεως ότι, οσάκις ο άνθρωπος προσφέρει προσευχήν εις τον Θεόν ουχί ως αμαρτωλός, η προσευχή αυτού δεν φθάνει εις τον θρόνον του Υψίστου, διότι ο Υιός του Θεού ήλθε να καλέση ουχί τους «πεποιθότας εφ’ εαυτοίς ότι εισί δίκαιοι» (Λουκ. ιη’ 9), και συνεπώς ευρισκομένους εκτός της αληθείας (βλ. Α’ Ιωάν. α’ 8), αλλ’ εκείνους οίτινες αναγνωρίζουν εαυτούς αμαρτωλούς (βλ. Ματθ. θ’ 13). «Την θάλασσαν την οζομένην, την τεθείσαν μεταξύ ημών και του νοερού παραδείσου, δια καράβου της μετανοίας 64 παρελθείν δυνάμεθα, της εχούσης τους κωπηλάτας του φόβου. Εάν δε οι κωπηλάται ούτοι του φόβου ου κυβερνώσι το πλοίον τούτο της μετανοίας, δι’ ής διερχόμεθα την θάλασσαν του κόσμου τούτου προς τον Θεόν, καταποντιζόμεθα εν τη οζομένη θαλάσση. Η μετάνοια εστι το πλοίον· ο φόβος δε, ο κυβερνήτης αυτού· η αγάπη, ο λιμήν ο θεϊκός … εις όν περώσι πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι εν τη μετανοία. Και ότε φθάσομεν την αγάπην, εφθάσαμεν εις τον Θεόν» (Ισαάκ Σύρου, Λόγος οβ’). Η μετάνοια αποτελεί το θεμελιώδες βάθρον πάσης της ασκητικής ημών ζωής. Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος κατέλιπεν εις ημάς πολύτιμον προσευχήν: «Δώρησαι μοι του οράν τα εμά πταίσματα». Και πάλιν επαναλαμβάνομεν: Να ίδη τις την αμαρτίαν αυτού είναι πνευματική πράξις μεγίστης αξίας δια πάντας τους εκζητούντας το Πρόσωπον του Ζώντος Θεού. Έτι μάλλον, η πράξις αύτη είναι η εν ημίν ενέργεια του Ιδίου του Θεού, Όστις είναι Φως. Κατά την επί δεκαετίας διακονίαν μου ως πνευματικού παρετήρησα μετά λύπης ότι σπάνιοι είναι οι άνθρωποι οι κατανοούντες εν αισθήσει καρδίας την αληθινήν φύσιν της αμαρτίας. Συνήθως οι πλείστοι παραμένουν επί του επιπέδου της ανθρωπίνης ηθικής, και εάν ποτε αρθούν υπεράνω αυτής, πράττουν και τούτο πάλιν ανεπαρκώς. Εκ των οδών, αίτινες οδηγούν προς την επίγνωσιν των αμαρτιών ημών, ασφαλεστέρα είναι η πίστις εις την Θεότητα του Χριστού, χάριν της οποίας κατέρχεται επί του ανθρώπου η αγάπη του Αγίου Πνεύματος. Όστις εγνώρισε δια πείρας το άγιον πυρ της Θείας Αγάπης, είναι φυσικόν να αγωνίζηται, όπως παραμείνη εν τη χαρισματική ταύτη καταστάσει. Και εάν διαπράξη ο,τιδήποτε, είτε 65 εν έργω είτε μόνον δι’ εσωτερικής κινήσεως αυτού, όπερ συνεπάγηται εξασθένησιν της αισθήσεως της Θείας Αγάπης, τότε αυτή αύτη η μείωσις της χάριτος, άνευ ουδεμιάς λογικής ψυχαναλύσεως, αποτελεί ένδειξιν παρεκκλίσεως εκ της δικαιοσύνης του Θεού. Τότε το πνεύμα ημών στρέφεται ορμητικώς προς τον Θεόν εν προσευχή μετανοίας, δια της οποίας έρχεται η άφεσις ως αποκατάστασις εν τη αγάπη. Και όσον μεγαλυτέρα ήτο η χάρις την οποίαν εγνώρισε κατά τας ώρας της επισκέψεως του Αγίου Πνεύματος, τοσούτον οδυνηροτέρα και βαθυτέρα γίνεται η μετάνοια. Ο τοιούτος άνθρωπος ζη ενώπιον του Θεού εν απλότητι και τρόπον τινά άνευ ορθολογισμού, αγόμενος υπό της αγάπης και του φόβου του Θεού. Ο τοιούτος δύναται να ανέλθη εις ύψη αγιότητος έτι και εις την τελειότητα, μη υποπτευόμενος ο ίδιος το γεγονός τούτο (βλ. Λουκ. ιζ’ 20, Ματθ. κε’ ‐). Ετέραν οδόν προς επίγνωσιν της αμαρτίας συνιστά η υποβολή του πνεύματος του ανθρώπου εις την κρίσιν του λόγου του Θεού. Δια συνετού ελέγχου της εσωτερικής αυτού καταστάσεως, ο άνθρωπος πείθεται ότι δεν τηρεί τας εντολάς, και ένεκα τούτου έρχεται εις μετάνοιαν.


Η δια της οδού ταύτης προσέγγισις εις το ζητούμενον επιβάλλει την μετά ζήλου μελέτην του νόμου του Κυρίου, διότι «πλατεία η εντολή του Θεού», και «σφόδρα εβαθύνθησαν οι διαλογισμοί Κυρίου» (πρβλ. Ψαλμ. ριη’ 96, Ψαλμ. ϰα’ 6). Η συνείδησις και ο νους του ανθρώπου, κατά την ικανότητα αυτών να εισδύουν εις τον χώρον του Πνεύματος, ευρίσκονται πολύ χαμηλότερον του επιπέδου εκείνου των εις ημάς δοθεισών εντολών. Είναι αναγκαίον προς επίτευξιν του πληρώματος της μετανοίας να ακολουθήσωμεν τας δύο ταύτας οδούς, της καρδίας και του 66 νοός, αίτινες βραδύτερον εν τη πράξει της γνησίας αιωνίου ζωής συνενούνται εις έν. «Ο Θεός αγάπη εστί» (Α’ Ιωάν. δ’ 8) και γνωρίζει Εαυτόν και ημάς δι’ απολύτου τρόπου· και το παν εν Αυτώ είναι έν. Ούτω και ο άνθρωπος οφείλει να φθάση πρώτον εις την κατάστασιν της Θείας Αγάπης, ύστερον δε της θεογνωσίας (βλ. Α’ Ιωάν. δ’ 7‐8) και της αυτογνωσίας: να εισχωρήση εις την προαιώνιον βουλήν του Θεού περί του ανθρώπου. Προς διασάφησιν της σκέψεως μου φέρω το εξής παράδειγμα: Ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει περί εαυτού ότι πολλάκις ενεφανίζετο εις αυτόν φως τι και ότι ούτος ηγάπησε το φως τούτο και ειλκύετο προς αυτό, αλλ’ ότι επί μακρόν δεν εγνώριζε Ποίος είναι αυτό το φως. Εν τέλει, εις τινα στιγμήν της θεωρίας του φωτός, ανεύρεν ούτος εν εαυτώ την τόλμην να ερωτήση: «Ώ Δέσποτα, τίς ποτε ής»; Και έλαβεν απάντησιν και εγνώρισεν ότι ο εμφανιζόμενος ως Φως ήτο ο Ιησούς Χριστός. Μετά τούτο ουχί μόνον παρέμενεν εν τη αγάπη, αλλά και «εγνώριζε» την αγάπην ταύτην. Η συνένωσις βιώματος και γνώσεως εισάγει εις την ζωήν ημών την αξιοπιστίαν και την σταθερότητα. Παρόμοιαι εμπειρίαι και άλλων ασκητών εθεμελίωσαν την διδαχήν της Εκκλησίας περί της ακτίστου φύσεως του εμφανιζομένου εις αυτούς Φωτός. «Και είπεν αυτοίς ότι ούτω γέγραπται και ούτως έδει παθείν τον Χριστόν και αναστήναι εκ νεκρών τη Τρίτη ημέρα, και κηρυχθήναι επί τω ονόματι Αυτού μετάνοιαν και άφεσιν αμαρτιών εις πάντα τα έθνη» (Λουκ. κδ’ ‐). Μέγα και άρρητον το δώρον της μετανοίας: Μετ’ αυτού συνδέεται η διείσδυσις του πνεύματος ημών εις τα Μυστήρια του Ανάρχου Θεού, του Πατρός ημών. Ουχί 67 άλλως, ει μη δια μετανοίας αφομοιούμεν υπαρκτικώς την Αποκάλυψιν, τίνι τρόπω συνελήφθη ο Άνθρωπος εν τη προαινίω Βουλή του Τριαδικού Θεού προ καταβολής κόσμου. Η γνώσις του πανταχού παρόντος Θεού είναι εφικτή υπό των λογικών κτισμάτων εν παντί τόπω. Προς απόκτησιν όμως ταύτης δεν επαρκεί η προσφορά των θεολογικών σχολών και συγγραμμάτων. Η αληθής γνώσις εισδύει ανερμηνεύτω τρόπω εις αυτήν ταύτην την ύπαρξιν ημών, όταν Ούτος ευρίσκηται μεθ’ ημών. Η ενεργός διαμονή του Θεού εν ημίν μαρτυρεί την είσοδον ημών εις αυτήν ταύτην την ζωήν του Θείου Όντος. Και δι’ αυτής ακριβώς της οδού κοινωνείται εις το πνεύμα ημών η ζώσα και αναφαίρετος γνώσις του Θεού. Το ασφαλέστερον μέσον προς απόκτησιν του αγαθού τούτου είναι η προσευχή της μετανοίας, ήτις παρέχεται εις ημάς κατά το μέτρον της εις Χριστόν πίστεως. Εάν δεν εμβαθύνωμεν εις την πρωταρχικήν ιδέαν του Θεού περί της δημιουργίας του Ανθρώπου, εάν δεν βιώσωμεν την αγιότητα του Θεού, δεν θα έλθη εις ημάς μετά της οφειλομένης ισχύος η μεταμέλεια δια την απώλειαν, την οποίαν υπέστημεν εκ της πτώσεως. Είναι δυνατόν να πάσχωμεν εν τη παρούση καταστάσει ημών· είναι δυνατόν εκ μέρους, και ως εξ αποστάσεως, να αισθανθώμεν το Θείον Πυρ, και εξ αυτού να μετανοώμεν κατά το μέτρον της κατανοήσεως ημών. Αλλ’ εντελώς άλλη μετάνοια, ολοκληρωτική πλέον, καταλαμβάνει ισχυρώς άπασαν την ύπαρξιν ημών, όταν το άκτιστον Φως επιτρέψη εις ημάς να ίδωμεν τον εν ημίν άδην και εν ταυτώ να αισθανθώμεν την Αγιότητα του Ζώντος Θεού. Εν καταστάσει βαθέως πένθους δια τας αμαρτίας 68 ημών, προσλαμβάνομεν εντός ημών, θαυμαστώ τω τρόπω, την ενέργειαν του Ιδίου του Θεού. Όστις πατρικώς και τρυφερώς περιπτύσσεται ημάς δια της αγάπης Αυτού. Την λεπτήν ταύτην Αύραν της αγάπης δεν δυνάμεθα να κρατήσωμεν δια των ιδίων δυνάμεων. Όταν αύτη εγκαταλείπη ημάς, βυθιζόμεθα εκ νέου εις το σκότος του θανάτου. Αναζητούμεν Αυτόν, αλλ’ Ούτος, ο τα πάντα πληρών, φαίνεται εις ημάς απροσίτως απομεμακρυσμένος. Όταν εξετάζω εμαυτόν υπό το φως των εντολών του Χριστού (αγαπήσεις τον Θεόν εξ όλου του είναι σου και τον πλησίον ως σεαυτόν), τότε δεν έχω την δυνατότητα να κρίνω κατά πόσον απέχω του προκειμένου σκοπού. Έχω την αίσθησιν τότε ότι δεν έφθασα εισέτι εις την μετάνοιαν, αν και η φλοξ αυτής ήψατο εμού και έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω αυτήν. Κατ’ εκείνον τον καιρόν κατέπληξαν εμέ οι λόγοι του αποθνήσκοντος Σισώη του Μεγάλου προς τον εμφανισθέντα εις αυτόν άναρχον Κύριον: «Παρακαλώ, ίνα αφεθώ μετανοήσαι μικρόν» … Οι αδελφοί, οι ιστάμενοι πέριξ της επιθανατίου κλίνης αυτού, είπον: «Ου χρείαν έχεις μετανοήσαι, πάτερ». Απεκρίθη ο άγιος: «Φύσει ουκ οίδα εμαυτόν ότι έβαλον αρχήν». Δια τους αδελφούς οι λόγοι του Σισώη απετέλουν ένδειξιν ότι έφθασεν ούτος μέχρι των ορίων της επί γης εφικτής τελειότητος. Παράδοξον φαίνεται τούτο, αλλ’ ούτως ακριβώς κατανοείται υφ’ ημών το άναρχον του Θεού. Η αφόρητος δίψα δια τον Ζώντα Θεόν, όταν υπερβή τα μέτρα των δυνάμεων της αντοχής ημών, αποσπά το πνεύμα ημών από παντός κτιστού και εισάγει αυτό εις τινα ανείκαστον άβυσσον πνευματικού χώρου, όπου ουδέν και ουδείς υπάρχει, 69 ει μη μόνον ο Θεός της αγάπης και η θέα της Αυτού απειρότητος. Εκεί το Φως δεν οράται ως τοιούτον, αλλ’ εκεί ούτε και σκότος υπάρχει, διότι η άβυσσος αύτη είναι παραδόξως διαφεγγής, και ο νοερός οφθαλμός ακωλύτως διαπερνά το αχανές και ουδαμού συναντά τα όρια αυτής. Οι πιστεύοντες εις τον Χριστόν δια πίστεως ελευθέρας πάσης αμφιβολίας ως Θεόν Δημιουργόν και Θεόν Σωτήρα ημών, εν παραφορά μετανοίας, λαμβάνουν πείραν και του άδου και της αναστάσεως, πριν ή γευθούν του σωματικού θανάτου. Η μετάνοια δεν είναι απλώς νοητική πράξις, ως αλλαγή της διανοητικής ημών προσεγγίσεως προς παν το τελούμενον εν τω κόσμω. Η αλλαγή αύτη, η στροφή του νοός, συνοδεύεται κατά φυσικόν τρόπον υπό αισθήσεως πικρίας δια την αχρειότητα ημών και υπό θλίψεως καρδίας δια τον χωρισμόν ημών από του Αγίου Θεού. Δεν υπάρχει οδύνη μεγαλυτέρα της επιγνώσεως ότι είμεθα όντως χείριστοι πάντων. Πάσαι αι επίγειοι εμπειρίαι είναι πρόσκαιροι, ενώ αι σχέσεις ημών μετά του Θεού εξέρχονται του χρόνου. Ερριμένοι εις τας εκτάσεις του αιωνίου Πνεύματος δια προσευχής, ήτις πηγάζει εκ του αυτομίσους, προσευχόμεθα άνευ επιστροφής της προσοχής ημών προς εαυτούς. Πάσα θεωρία θείων πραγματικοτήτων είναι δυνατή μόνον, όταν το πνεύμα του ανθρώπου έλθη εις κατάστασιν αντιστοιχούσαν, εν τινι μέτρω, προς το θεωρούμενον. Όντως πως θα ηδύνατο ο δέσμιος της υπερηφανίας να είναι κατοικητήριον του Ταπεινού Αγίου Πνεύματος; Είναι άρα γε δυνατόν εν τη σκοτοδίνη του μίσους και των άλλων καταχθονίων παθών να ίδη τις το υπερνοητόν Φως 70 της θεότητος; Ή, πώς «ο καταφρονών (έστω και) ενός των μικρών τούτων» (Ματθ. ιη’ 10) θα θεολογήση περί της θείας αγάπης; Επομένως μόνον ο διαμένων αισθητώς εν τη χάριτι του Αγίου Πνεύματος θα αξιωθή της θεωρίας της αθανάτου δόξης και του αδύτου Φωτός. Πάσα αληθής θεοπτία είναι δώρον του Μεγάλου Θεού, Όστις καθιστά ημάς κοινωνούς της ζωής Αυτού: της ταπεινώσεως και της ειρήνης, της σοφίας και της γνώσεως, της αγάπης και της αγαθωσύνης. Δια της εν ημίν ενοικήσεως της Ακτίστου Δυνάμεως καθιστάμεθα κοινωνοί της ανάρχου ζωής. Δυνάμει τούτου οι σεσωσμένοι γίνονται «άναρχοι» (ουχί κατ’ ουσίαν, αλλά κατά χάριν). Εν τοις ορίοις της επιγείου ζωής ο βαθμός των χαρισμάτων κρίνεται βάσει του μέτρου της εξομοιώσεως ημών προς τον Χριστόν κατά το φρόνημα, τα βιώματα, τους στεναγμούς εν ταις προσευχαίς …, επειδή οφείλομεν να έχωμεν φρόνημα «ό και εν Χριστώ Ιησού» (Φιλ. β’ 5), «Ός εν ταις ημέραις της σαρκός Αυτού δεήσεις τε και ικετηρίας προς τον δυνάμενον σώζειν Αυτόν εκ θανάτου μετά κραυγής ισχυράς και δακρύων» (Εβρ. ε’ 7) προσέφερε. Μένοντες εν τω πνεύματι του Χριστού, γινόμεθα υιοί του Ανάρχου Πατρός και θεοί έτι εντεύθεν. Δεν θα ήτο ίσως περιττόν να υπογραμμίσωμεν ότι δια τον απλούν παρατηρητήν, όστις δεν εγνώρισεν εμπειρικώς την χριστιανικήν ζωήν, ουδέν υπάρχει άξιον προσοχής εις τον τοιούτον φορέα του αΰλου Φωτός. Ο πιστός άνθρωπος είναι δυνατόν να φαίνηται κατά την εξωτερικήν αυτού εμφάνισιν αξιολύπητος, πτωχός, ρακένδυτος, ανυπεράσπιστος ενώπιον του Άρχοντος του κόσμου τούτου, αλλ’ όμως είναι αληθώς μέγας κατά το ενοικούν εν αυτώ πνεύμα.


Η Βασιλεία, εις την οποίαν ανήκει κατά την Άνωθεν δωρεάν, δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Εν τη αρχή της μετανοίας επικρατεί θλίψις, συντόμως όμως διαπιστούμεν ότι διεισδύει εντός ημών ενέργεια νέας ζωής, επιφέρουσα θαυμαστήν αλλοίωσιν του νου. Αυτή καθ’ εαυτήν η κίνησις προς μετάνοιαν εμφανίζεται ως ανεύρεσις του Θεού της αγάπης. Ενώπιον του πνεύματος ημών διαγράφεται ευκρινέστερον η απεριγράπτως μεγαλοπρεπής εικών του Πρωτοπλάστου Ανθρώπου. Ατενίζοντες εις το κάλλος τούτο ανακαλύπτομεν οποίαν φοβεράν διαστροφήν υπέστη εν ημίν η πρωταρχική ιδέα του Δημιουργού περί ημών. Το Φως, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, χορηγεί εις ημάς τον «φωτισμόν της γνώσεως της δόξης του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β’ Κορ. δ’ 6). Εκείνος ο Ίδιος είπεν: «Ουδείς δύναται ελθείν προς Με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας Με ελκύση αυτόν» (Ιωάν. στ’ ). Η χάρις της μετανοίας αποκαλύπτει εν ημίν την εικόνα του Υιού του Πατρός. Ώ, πόσον οδυνηρά είναι η πορεία αύτη! Πεπυρωμένη ρομφαία διέρχεται την καρδίαν ημών. Και πώς να ομιλήσωμεν περί της φρίκης, ήτις διακατέχει ημάς τότε; Και πώς να περιγράψωμεν την πράξιν ταύτην της αναπλάσεως ημών υπό του Θεού; Η εικών του Μονογενούς και ομοουσίου τω Πατρί Υιού και Λόγου ανάπτει εν ημίν σφοδρόν πόθον να ομοιωθώμεν προς Αυτόν εν πάσι. Και εκ νέου ευρισκόμεθα εις την παράδοξον θέσιν: Πάσχομεν, αλλά δι’ άλλης οδύνης, αγνώστου πρότερον εις ημάς. Η οδύνη αύτη εμπνέει ημάς, δεν φονεύει. Εν αυτή συνυπάρχει άκτιστος δύναμις. Ριπτόμεθα εις την θείαν απειρότητα. Μένομεν εκστατικοί ενώπιον του εν ημίν ενεργουμένου γεγονότος. Το μεγαλείον αυτού υπερβαίνει 72 ημάς. Συστελλόμεθα και σμικρυνόμεθα εις το έπακρον εν τη συνειδήσει ημών αυτών, εν ταυτώ δε έρχεται ο Θεός να εναγκαλισθή ημάς, ως ο Πατήρ της ευαγγελικής περικοπής (βλ. Λουκ. ιε’ 20). Ο φόβος και ο τρόμος αποχωρούν αφ’ ημών δίδοντες την θέσιν αυτών εις το προ του Θεού «θάμβος». Ο Πατήρ ενδύει ημάς δια πολυτίμων ιματίων· κοσμεί ημάς δι’ ουρανίων δωρεών, καλλίστη των οποίων είναι η τα πάντα περιβάλλουσα αγάπη. Η πρώτη ημών οδύνη της μετανοίας μεταβάλλεται εις χαράν και γλυκύτητα αγάπης. Νυν η αγάπη λαμβάνει νέαν μορφήν: την ευσπλαγχνίαν προς παν κτίσμα στερούμενον του Θείου Φωτός. Ο ενθουσιασμός είναι μέγας έτι και εκ του γεγονότος ότι αρχόμεθα να κατανοώμεν το θέλημα του Θεού περί ημών· βλέπομεν εαυτούς ελκυμένους εις την οδόν της δημιουργικής πορείας του Ιδίου του Θεού. Συνειργάσθημεν μετ’ Αυτού εις την ιδίαν ημών ανόρθωσιν εκ της πτώσεως και των παραμορφώσεων· και ιδού, καθιστά ημας συνεργούς εις το Αυτού «γεώργιον». Τοιαύτη είναι η ακολουθία της εν Πνεύματι αναγεννήσεως ημών δια της μετανοίας. Ο Κύριος «εν ταις ημέραις της σαρκός Αυτού δεήσεις τε και ικετηρίας προς τον δυνάμενον σώζειν Αυτόν εκ θανάτου μετά κραυγής ισχυράς και δακρύων προσενέγκας, και εισακουσθείς από της ευλαβείας, καίπερ ών Υιός, έμαθεν αφ’ ών έπαθε την υπακοήν, και τελειωθείς, εγένετο τοις υπακούουσιν Αυτώ πάσιν αίτιος σωτηρίας αιωνίου … Περί ού πολύς ημίν ο λόγος και δυσερμήνευτος λέγειν» (Εβρ. ε’ 7‐11). Τα βάθη της χριστιανικής ζωής είναι ανεξερεύνητα και δυσερμήνευτα δια τους μη μεμυημένους 73 εις την θαυμαστήν ταύτην σφαίραν. Ο Χριστός «πάσι τοις υπακούουσιν Αυτώ» εγένετο η μόνη οδός, και δεν αρνείται εις αυτούς να ομοιωθούν προς Αυτόν εν τη προσευχή. Τί να είπω εγώ ο μηδαμινότερος πάντων ανθρώπων; Κατά το διάστημα της μακράς ζωής μου και εγώ «προσήνεγκον Αυτώ δεήσεις τε και ικετηρίας μετά κραυγής ισχυράς και καυστών δακρύων». Εις την προσευχήν ταύτην ωδήγησεν εμέ η απόγνωσις δια την κατάστασιν μου, όταν έθεσα εμαυτόν υπό την κρίσιν των εντολών του Χριστού. Ενίοτε η τυραννική πικρία του μίσους προς εμαυτόν, κρημνίζουσα εμέ εις απερίγραπτον δια του λόγου άβυσσον, υπεχώρει δίδουσα εν συνεχεία τόπον εις την φωτοφόρον αγάπην. Ενόμιζον ότι η αγάπη εγίνετο ανεπίστροφος. Εφαίνετο εις εμέ ότι εκείμην προ της εισόδου, ήτις εισάγει «εις το εσώτερον του καταπετάσματος» (Εβρ. στ’ 19), εκ του οποίου ουδόλως θα ήθελον να επιστρέψω εις την γην, την οποίαν εγκατέλιπον. Ο Κύριος εν τουτοις δεν ηυδόκησε να λάβη εμέ προς Εαυτόν. Πολλάκις εμνήσθην του Προφήτου Μωϋσέως, όστις, μετά την Αποκάλυψιν παρά «τη αφλέκτω βάτω», απεστάλη εις Αίγυπτον και επί τεσσαράκοντα έτη κατεπονείτο εν τω βορβόρω ευτελών παθών ανθρώπων, τους οποίους ώφειλε να σώση, καίτοι οι ίδιοι δεν επεζήτουν την εαυτών σωτηρίαν. Βεβαίως, ομιλών ούτως, δεν επιχειρώ να εξισώσω εμαυτόν προς τους Προφήτας ή τους Αποστόλους ή τους Πατέρας, αλλά διακρίνω μόνον μικράν τινα δόσιν αναλογίας, άνευ της οποίας θα ήτο αδύνατον να προσανατολισθώμεν εν τη πορεία ημών. Ο Θεός εν τη αμέτρω Αυτού ταπεινώσει δεν απεδοκίμασεν, αλλ’ ηξίωσεν εμέ της θεωρίας του 74 ακτίστου Αυτού Φωτός. Ο Χριστός εγένετο η ζωή μου. Ηγάπησα Αυτόν και ουδένα δύναμαι να διανοηθώ ικανόν να συγκριθώ προς Αυτόν. Είναι δι’ εμέ ο μόνος Κύριος και Θεός. Σχεδόν ακαταπαύστως φέρω εν τη καρδία μου πόνον, φοβούμενος μη τυχόν απολέσω την ευσπλαγχνίαν Αυτού δια το πλήθος των αντιστάσεων μου. Εν τούτοις, ουχί άνευ πάλης μετ’ Αυτού, ουχί άνευ πολυαρίθμων αποπειρών να παρεκκλίνω από του σταυρού Αυτού, ασπάζομαι τον σταυρόν του Χριστού, και τρόπον τινά αίρω τον δοθέντα εις εμέ σταυρόν, τον σταυρόν μου (βλ. Ματθ. ιστ’ 24). Και νυν ευλογώ τον Θεόν μου, Όστις ηυδόκησε να αναγεννηθώ εν φλογερά μετανοία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου