Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Η’ ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Οψώμεθα τόν Θεόν καθώς εστί
Η’ ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

«Τη ελευθερία ουν, ή Χριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε, και μη πάλιν ζυγώ δουλείας ενέχεσθε» (Γαλ. ε’ 1). Η αρχή της ζωής ημών εν τω σώματι, όπερ επλάσθη εκ του χοός (βλ. Γεν. β’ 7), δίδει εις ημάς την πείραν της εξαρτήσεως εκ των φυσικών δυνάμεων και των κοσμικών ενεργειών εν γένει, μετά των οποίων συνδέεται η αναγκαιότης και η αιτιοκρατία. Μόνον δια του Χριστού θα γνωρίσωμεν την Βασιλείαν της ελευθερίας του Πνεύματος του Θεού (βλ. Κορ. γ’ 17), ύστερον δε και του πνεύματος του ανθρώπου (βλ. Ιωάν. η’ 31‐32). Το πνεύμα του ανθρώπου, ως εικών του Πνεύματος του Θεού, κτισθέν ακαταλήπτως υπ’ Αυτού, γεννάται, κατά τινα τρόπον, εντός του υλικού σώματος ημών, ενώ κατά την φύσιν αυτού ίσταται υπεράνω της κοσμικής ύλης. Εκ της συναντήσεως αυτού μετά του Χριστού, αυξάνει κατά την υποστατικήν αυτού συνείδησιν έως εκείνης της ωριμότητος, καθ’ ήν καταργείται η εξάρτησις αυτού εκ των φυσικών νόμων της γης, και άρχεται να προσλαμβάνη ενεργώς την πνοήν της Θείας αιωνιότητος. 176 Η ελευθερία του ανθρώπου, όστις επίστευσεν εις την Θεότητα του Ιησού Χριστού και διαμένει εν τη σφαίρα του λόγου Αυτού, ανήκει εις επίπεδον άλλων διαστάσεων: Η ελευθερία αύτη υπό ουδενός έξωθεν προσδιορίζεται. Ο τοιούτος άνθρωπος προσεγγίζει το μέτρον του πληρώματος της ηλικίας του Χριστού (βλ. Εφεσ. δ’ 13). Καίτοι είναι κτίσμα του Θεού, εν τούτοις ο Δημιουργός απευθύνεται προς αυτόν ουχί ως προς «ενέργημα» Αυτού, αλλ’ ως προς καθωρισμένον γεγονός, έτι και δι’ Αυτόν τον Ίδιον. Ο Θεός ουδέν επιβάλλει εις αυτόν δια της βίας, ουδέ την αγάπην προς Αυτόν, ως προς Πατέρα. Αποκαλύπτεται εις τον άνθρωπον «καθώς εστιν», επιτρέπων εις αυτόν να αντιδράση εν ελευθερία. Ούτως, η Εκκλησία απορρίπτει έτι και την Θείαν αιτιοκρατίαν, τουτέστι την «ωριγενιστικήν», κατά την οποίαν η Θεία αγαθότης θα ανεύρη οδούς να σώση τους πάντας, άνευ παραβιάσεως της αρχής της ελευθερίας. Η ελευθερία αύτη, της οποίας η εμπειρία δίδεται εις τον χριστιανόν, ανήκει εις την ενυπάρχουσαν εν τω ανθρώπω προσωπικήν αρχήν. Τα δύο ταύτα, το Πρόσωπον και η ελευθερία, είναι αρρήκτως ηνωμένα: Όπου δεν υπάρχει ελευθερία, εκεί δεν υπάρχει Πρόσωπον. Και αντιστρόφως: Όπου δεν υπάρχει Πρόσωπον, εκεί δεν υπάρχει ελευθερία. Αυτός ο τρόπος αιωνίου υπάρξεως χαρακτηρίζει αποκλειστικώς το Πρόσωπον και ουδόλως το άτομον (βλ. Α’ Κορ. ιε’ ‐). Εδημιουργήθημεν υπό του Θεού «κατ’ εικόνα Αυτού» προς ζωήν «καθ’ ομοίωσιν Αυτού», τουτέστι δια την τελικήν θέωσιν ημών, την μετοχήν ημών εις την Θείαν Ζωήν εν παντί τω πληρώματι Αυτής. Αι σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπων θεμελιούνται επί των αρχών 177 της ελευθερίας: Ως προς τον έσχατον αυτοπροσδιορισμόν ημών, εν αναφορά προς τον Θεόν, είμεθα αυτεξούσια πρόσωπα. Όταν εν τη ελευθερία ημών κλίνωμεν προς την αμαρτίαν, τότε διαρρηγνύομεν τον δεσμόν της μετ’ Αυτού αγάπης και απομακρυνόμεθα απ’ Αυτού. Η δυνατότης του αρνητικού αυτοπροσδιορισμού ημών εν σχέσει προς τον ουράνιον Πατέρα συνιστά την τραγικήν πλευράν της ελευθερίας. Και όμως το μοιραίον τούτο αυτεξούσιον αποτελεί απαραίτητον προϋπόθεσιν δια το κτιστόν πρόσωπον, προς ανάβασιν δια την πρόσληψιν της Θείας Ζωής. Όντως, είμεθα ελεύθεροι, ουχί όμως εις απόλυτον βαθμόν, ως είναι ελεύθερος μόνον ο Θεός. Ούτος καθορίζει το Είναι Αυτού εν πάσι. Ημείς όμως κτισθέντες εκ του «μηδενός», δεν έχομεν το είναι εν εαυτοίς: Δεν δυνάμεθα να δημιουργήσωμεν οιανδήποτε άλλην μορφήν υπάρξεως, την οποίαν θα ηθέλομεν κατά την σύνεσιν ή την αφροσύνην ημών. Προ ημών ορθούται το γεγονός του Πρώτου Όντος καθ’ Εαυτό – του Θεού –, εκτός του Οποίου ουδέν αυθύπαρκτον υπάρχει. Απόκειται εις ημάς να εκλέξωμεν: ή την υιοθεσίαν ημών υπό του Θεού και Πατρός ημών, ή την απομάκρυνσιν απ’ Αυτού εις το σκότος της ανυπαρξίας. Ουδέν ενδιάμεσον υπάρχει. Ο χριστιανός εκλήθη να έχη την τόλμην να πιστεύη ότι δυνάμεθα να οικειοποιηθώμεν το Θείον Είναι. Τούτο δεν ανήκει εις ημάς, ούτε διαθέτομεν δυνάμεις να δημιουργήσωμεν αυτό, διότι είμεθα κτίσματα. Το Είναι τούτο δύναται να δοθή εις ημάς μόνον ως καθαρά δωρεά της Πατρικής αγάπης. Εις τί ακριβώς αναφέρομαι νυν; Προσπαθώ να ανεύρω παραλληλισμόν τινα εκ της συνήθους ημών ζωής, 178 όστις θα διεσάφει το εν ημίν τελούμενον κατά την εν ημίν ενοίκησιν του Κυρίου. Ο άνθρωπος γεννάται τυφλόν, ανίσχυρον βρέφος. Το όπλον του αγώνος προς επιβίωσιν αυτού είναι ο κλαυθμός, δια του οποίου εκφράζει την δυσαρέσκειαν ή τον πόνον αυτού, οιαδήποτε και εάν είναι η αιτία αυτών. Οι γονείς, και ιδιαιτέρως η μήτηρ εξ αγάπης προς τον καρπόν της κοιλίας αυτής, σπεύδουν εις βοήθειαν. Εν αρχή της ζωής αυτού προσκολλάται εις την μητέρα· περισφίγγει δια των χειρών τον τράχηλον αυτής, εναγκαλίζεται το πρόσωπον, τους ώμους, το στήθος, τους πόδας, όταν δύναται να σταθή, και τα παρόμοια. Διδάσκεται βαθμηδόν να διακρίνη τα πράγματα, να προφέρη λέξεις, να αφομοιώνη εννοίας τινάς· γίνεται ισχυρότερος, ικανός να ίσταται, να περιπατή και να τρέχη. Φθάνει εν τέλει εις την ωριμότητα αυτού, την φυσικήν, την ηθικήν και την διανοητικήν. Δύναται να γίνη πατήρ ή μήτηρ. Εισέρχεται εις ζωήν άνευ εξαρτήσεων. Πάντα, όσα εβίωσε κατά την βρεφικήν ηλικίαν, εκπίπτουν από της μνήμης αυτού. Γνωρίζει τον πατέρα και την μητέρα αυτού, αλλά δεν έχει πλέον την αίσθησιν της εξαρτήσεως εξ αυτών. Ζη ως μη προελθών εξ ανθρώπου τινός, είναι ελεύθερος εις τας κινήσεις και τας αποφάσεις αυτού. Θεωρεί εαυτόν ως πληρότητα, ως ολοκληρωμένην προσωπικότητα. Εν ενί λόγω λέγει: «Ζω εγώ». Πώς συνέβη τούτο, δεν γνωρίζει. Το γεγονός όμως τούτο πείθει αυτόν τον ίδιον απολύτως … Έχει μόνον την συνείδησιν ότι εκείνη η ζωή, την οποίαν είχον οι γονείς αυτού, μετεδόθη εις αυτόν, εχύθη εις τας φλέβας αυτού, εγένετο ιδική του, εύρε την ιδίαν αυτής πορείαν. Ό,τι συμβαίνει μεταξύ βρέφους και γονέων, το αυτό ισχύει και εις την σχέσιν ανά μέσον ημών και του Θεού: «Ώσπερ ο Πατήρ έχει ζωήν εν Εαυτώ, ούτως έδωκε και 179 τω Υιώ ζωήν έχειν εν Εαυτώ» (Ιωάν. ε’ 26) … «Καθώς απέστειλέ Με ο ζων Πατήρ καγώ ζω δια τον Πατέρα, και ο τρώγων Με κακείνος ζήσεται δι’ Εμέ» (Ιωάν. στ’ ‐). «Εγώ ζω, και υμείς ζήσεσθε» (Ιωάν. ιδ’ 19). Όταν η άναρχος αύτη ζωή μεταδίδηται υπαρκτικώς εις ημάς, αισθανόμεθα αυτήν ως ιδίαν ημών ζωήν. Γνωρίζομεν εκ προγενεστέρας πείρας ότι η ζωή αύτη εδόθη υπό του Θεού· δεν ανήκει εις ημάς κατά την ουσίαν αυτής, χαρίζεται όμως εις τους σωζομένους ως αναφαίρετος κληρονομία, γίνεται όντως η ζωή ημών. Δυνάμεθα να ομιλώμεν περί αυτής δια των λόγων του αποστόλου Παύλου: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. β’ 20). Επαναλαμβάνω εκ νέου: Γνωρίζω ότι Εκείνος ζη εν εμοί, αλλ’ η ζωή Αυτού εγένετο ο εσώτατος πυρήν όλης της υπάρξεώς μου, ώστε δύναμαι να ομιλώ περί αυτής ως περί ιδίας ζωής: Ζη Κύριος, ζω και εγώ. «Ο έχων τας εντολάς Μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών Με· ο δε αγαπών Με αγαπηθήσεται υπό του Πατρός Μου, και Εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ Εμαυτόν … και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν» (Ιωάν. ιδ’ 21‐23)· θα «ποιήσουν» βεβαίως ουχί προσκαίρως, αλλά αιωνίως. Η είσοδος ημών προς κατοχήν της αθανάτου ταύτης ζωής προϋποθέτει την τήρησιν των εντολών του Κυρίου. «Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω Εμώ, αληθώς μαθηταί Μου εστε, και γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. η’ 31‐32). Η ομοίωσις της φύσεως ημών προς τον Θεόν γεννά εν ημίν φυσιολογικώς την δίψαν προς γνώσιν της Αληθείας, προς αγώνα δια την Θείαν τελειότητα.


Η τελειότητα 180 αύτη δεν υπάρχει εν ημίν, αλλ’ εν τω Πατρί, Όστις είναι Πηγή παντός υπάρχοντος. Το να ακολουθώμεν Αυτόν εν πάσιν, ουδόλως σημαίνει ότι υποτασσόμεθα εις προστάγματα εξουσίας επιβαλλομένης έξωθεν, αλλ’ ότι η αγάπη ημών ελκύει ημάς προς Αυτόν· πάσχομεν αναζητούντες αδιακόπως την τελειότητα Αυτού. Και ο Χριστός έδωκεν εις ημάς την εντολήν: «Έσεσθε ούν τέλειοι, ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειός εστιν» (Ματθ. ε’ ). Η αγία βουλή του Πατρός, η απ’ αιώνος υπάρχουσα εν Αυτώ, δεν είναι ξένη εις ημάς, οίτινες είμεθα «εικών» Αυτού. Η βουλή αύτη είναι οικεία εις το πνεύμα ημών, καίτοι υπερβαίνει την κτιστήν ημών φύσιν. Η υπερβατικότης του Πατρός εξηγεί το απαραίτητον της πάλης δια την πλήρη αφομοίωσιν αυτής υφ’ ημών· και ημείς πορευόμεθα ελευθέρως προς τον αγώνα τούτον τον μαρτυρικόν και ταυτοχρόνως πλήρη εμπνεύσεως. Δια της προσευχής κατέρχεται εφ’ ημάς η δύναμις του Υψίστου. Το Άγιον Πνεύμα ενεργεί εν ημίν το ποθούμενον και προσδοκώμενον, και ουχί αι μάταιαι προσπάθειαι ημών. Θλιβόμεθα μέχρι μεγάλου πόνου, διότι δεν δυνάμεθα να χωρήσωμεν εν εαυτοίς το πλήρωμα Αυτού. Πονούμεν και πάσχομεν, αλλά και πληρούμεθα χαράς εν τοις παθήμασι τούτοις· ευλαβούμεθα και προσκυνούμεν Αυτόν εν αγάπη. Η προσευχή, εν τη πλέον καθαρά μορφή αυτής, ουδέν άλλο είναι ει μη ο θαυμασμός του πνεύματος ημών ενώπιον Αυτού. «Κύριε, δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι … είπε δε αυτοίς· όταν προσεύχησθε, λέγετε· Πάτερ ημών» (Λουκ. ια’ 1‐2). «Ούτως ούν προσεύχεσθε υμείς» (Ματθ. στ’ 9‐13): «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά 181 Σου»: Σύ έδωκας εις το πνεύμα μου να οσφρανθή την ευωδίαν της αγιωσύνης Σου, και νυν η ψυχή μου διψά να είναι αγία εν Σοι. «Ελθέτω η βασιλεία Σου»: Δέομαι Σου· η βασιλική ζωή Σου να υπερπληρώση εμέ, τον πτωχόν και πένητα, και να γίνη η ζωή μου εις τους αιώνας των αιώνων. «Γενηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης», της γης της κτιστής μου υπάρξεως … ώστε να περιληφθώ και εγώ ο θνητός εις το μέγα ρεύμα του Φωτός τούτου, καθώς τούτο είναι εν Σοι τω Ιδίω απ’ αρχής. «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον», και προ παντός και ύστερον παντός «τον άρτον τον αληθινόν, τον καταβαίνοντα εκ του ουρανού και ζωήν διδόντα τω κόσμω» (πρβλ. Ιωάν. στ’ 32‐33). «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» … Σε ικετεύω, κατάπεμψον επ’ εμέ τον παραλελυμένον την χάριν του Αγίου Πνεύματος του παρέχοντος την δύναμιν να συγχωρώ τα πάντα εις πάντας ούτως, ώστε ουδέν να παρεμποδίση εμέ να λάβω την παρά Σου άφεσιν του πλήθους των αμαρτιών μου. «Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν» … Συ, καρδιογνώστα, γνωρίζεις την αχρειότητα μου και την κλίσιν μου προς την αμαρτίαν … Δέομαι Σου: Απόστειλον τον Άγγελόν Σου μετά πυρίνης ρομφαίας, ίνα φράξη προ εμού την οδόν προς τας πτώσεις (βλ. Αριθμ. κβ’ 22, κ.ε.). «Αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού» … Πάτερ Άγιε, Παντοκράτορ Αγαθέ, ελευθέρωσον με από της εξουσίας του εχθρού ημών και αντικειμένου Σου … Εγώ μόνος δεν έχω την δύναμιν να παλαίσω κατ’ αυτού. 182 Η πρώτη κίνησις της προσευχής ημών είναι δέησις περί ημών των ιδίων. Όταν όμως το Πνεύμα το Άγιον πληθύνη την γνώσιν και πλατύνη την συνείδησιν ημών, τότε η προσευχή λαμβάνει παγκοσμίους διαστάσεις, και ημείς, επικαλούμενοι τον Πατέρα ημών, υπό την λέξιν «ημών» εννοούμεν όλην την ανθρωπότητα, και δια της αυτής καρδίας εκζητούμεν την χάριν δια πάντας ανθρώπους, ως και δι’ ημάς αυτούς: «Αγιασθήτω το Όνομα Σου» εν τω μέσω πάντων των λαών. «Ελθέτω η βασιλεία Σου» εις τας ψυχάς πάντων των ανθρώπων, ώστε το Φως της παρά Σου εκπορευμένης ζωής να γίνη ζωή του σύμπαντος κόσμου. «Γενηθήτω το θέλημα Σου», το μόνον άγιον, το συνάγον εν τη αγάπη Σου πάντας τους κατοικούντας επί της Γης, ως τούτο βασιλεύει μεταξύ των αγίων εν τοις ουρανοίς. «Ρύσαι ημάς από του πονηρού», του «ανθρωποκτόνου» (Ιωάν. η’ ), όστις σπείρει πανταχού τον κακόν σπόρον της έχθρας και του θανάτου. Κατά την χριστιανικήν αντίληψιν το κακόν, ως και το αγαθόν, είναι παρόν μόνον εκεί, όπου υπάρχει υποστατική μορφή του είναι. Εκτός του είδους αυτού της ζωής δεν υφίσταται το κακόν, αλλά μόνον καθωρισμέναι φυσικαί διαδικασίαι. Όσον αφορά εις το πρόβλημα του κακού εν γένει, και ιδιαιτέρως εν τω κόσμω των ανθρώπων, εγείρεται το ερώτημα της συμμετοχής του Θεού εις τα ιστορικά πεπρωμένα των λαών. Πλείστοι απέρριψαν την εις τον Θεόν πίστιν, διότι, κατά την άποψιν αυτών, εάν υπήρχε Θεός, δεν θα ηδύνατο να έχη θέσιν ο τοσούτον άγριος οργασμός του κακού, το πλήθος των αδικαιολογήτων παθημάτων, 183 η τοιαύτη απουσία τάξεως και νοήματος εν πάσιν. Επιλανθάνονται ή ουδόλως γνωρίζουν ούτοι ότι ο Κτίστης περιφρουρεί την ανθρωπίνην ελευθερίαν ως την θεμελιώδη αρχήν εν τη δημιουργία θεοειδών υπάρξεων. Η επέμβασις του Θεού εις την ζωήν των ανθρώπων, οσάκις η θέλησις αυτών θα έκλινε προς τας οδούς των ανοσιουργημάτων, θα ισοδυνάμει προς στέρησιν της δυνατότητος του αυτοπροσδιορισμού· θα είχεν ως αποτέλεσμα τον υποβιβασμόν των πάντων εις κοσμικούς απροσώπους νόμους. Ο Θεός βεβαίως σώζει και μεμονωμένα πάσχοντα άτομα και ολοκλήρους λαούς, όταν ούτοι κατευθύνουν τα διαβήματα αυτών εις τας οδούς Αυτού, επικαλούμενοι την παρ’ Αυτού βοήθειαν. Δεν έχουν πάντες την αυτήν αντίληψιν περί του νοήματος της λέξεως «σωτηρία». Δια τον χριστιανόν, όστις διεξάγει ανένδοτον πόλεμον προς την αμαρτίαν, η σωτηρία έγκειται εις το ότι ο Ίδιος ο Θεός, εν τη απείρω Αυτού αιωνιότητι, παραδίδει Εαυτόν εις τον άνθρωπον. Τον τοιούτον αγωνιστήν δυνατόν να συνοδεύουν οραταί συμφοραί καθ’ όλην την ζωήν αυτού, εν τω κρυπτώ όμως της καρδίας αυτού ίσταται ούτος ενώπιον του Αοράτου (βλ. Β’ Τιμ. δ’ 7, Φιλ. α’ 29, Πράξ. θ’ 16, Α’ Κορ. ιε’ 30, Β’ Κορ. στ’ 4). Θα απέβαινε μάταιος η απόπειρα της περιγραφής της καταστάσεως αυτού: Παραδίδεται εις το θέλημα του Θεού, και σμικρύνων ούτως εαυτόν εξομοιούται προς τον Χριστόν (βλ. Λουκ. κβ’ ). Η πράξις αύτη είναι κατά την ουσίαν αυτής η ελευθέρα φανέρωσις της κενωτικής αγάπης, ήτις εξομοιοί τον άνθρωπον προς τον Θεόν: «… ήλθεν η ώρα· ιδού παραδίδοται ο Υιός του Ανθρώπου εις τας χείρας των αμαρτωλών» (Μαρκ. ιδ’ ). 184 Δεν υπάρχει αγάπη μείζων ταύτης: Παραδίδομεν εαυτούς εις τας αγίας χείρας του Πλαστουργού ημών και ούτως εισερχόμεθα εις το πλήρωμα της Θείας ζωής.


Η προσευχή υπερέχει κατ’ αξίαν πάσης άλλης δραστηριότητος εις τον κοινωνικόν, πολιτικόν, επιστημονικόν ή και καλλιτεχνικόν τομέα. Ο λαβών πείραν τούτου ευκόλως θυσιάζει την υλικήν ευμάρειαν αυτού χάριν της αμερίμνου αδολεσχίας μετά του Θεού. Είναι μέγα προνόμιον να έχη τις την δυνατότητα να μελετά τα μη παρερχόμενα, τα ανώτερα και υπερέχοντα και των πλέον λαμπρών επιτεύξεων της επιστήμης, της φιλοσοφίας ή των κοινωνικών λειτουργημάτων. Κατ’ αρχάς η πάλη δια την πνευματικήν ελευθερίαν δύναται να φανή υπερμέτρως βαρεία και ριψοκίνδυνος· το παν όμως υπερνικάται, όταν η προσευχή αιχμαλωτίση την ψυχήν ολοτελώς. Η προσευχή της βαθείας μετανοίας δύναται να οδηγήση τον άνθρωπον εις κατάστασιν κατά την οποίαν ούτος λαμβάνει πείραν της ελευθερίας εν τω Πνεύματι της Αληθείας: «… και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. η’ 32). Η αγία αύτη ελευθερία είναι δυστυχώς άγνωστος εις την πλειονότητα των ανθρώπων. Το πρώτον γνώρισμα της ελευθερίας είναι η απροθυμία ημών να εξουσιάζωμεν οιουδήποτε. Η επομένη βαθμίς αυτής είναι η εσωτερική ημών χειραφέτησις από της εξουσίας των άλλων εφ’ ημών· και τούτο ουχί εκ καταφρονήσεως προς τας τεταγμένας υπό του Θεού αρχάς και εξουσίας της εξωτερικής ζωής των λαών, αλλ’ ένεκα του Θείου φόβου, όστις δεν επιτρέπει να παραβώμεν την εντολήν της προς τον πλησίον αγάπης. 185 Ο Άναρχος Θεός απεκαλύφθη εις ημάς εν τη αφάτω Αυτού ταπεινώσει. Ούτος, ο Δημιουργός πάσης υπάρξεως, δεν ασκεί εξουσίαν εφ’ ημών. Αληθώς, και Αυτού ουδείς εξουσιάζει. Ο άνθρωπος είναι εικών του ταπεινού τούτου και ελευθέρου Θεού. Θα έπρεπε να είναι φυσικός εις ημάς ο πόθος να ομοιωθώμεν προς Αυτόν κατά την εικόνα του Είναι: να παραιτηθώμεν από της κυριαρχίας επί των άλλων, και ημείς οι ίδιοι «στήναι τη ελευθερία, ή Χριστός ημάς ηλευθέρωσε» (πρβλ. Γαλ. ε’ 1, Α’ Κορ. ιε’ 23‐28). Το Θείον Φως δια της ελεύσεως Αυτού εις την ψυχήν του προσευχομένου εξάγει αυτήν εκ της δουλείας των παθών και ανάγει εις την φωτοφόρον σφαίραν της θεοειδούς ελευθερίας, της πλήρους αγάπης, της ελευθερίας ήτις αποκλείει πάσαν τάσιν προς δουλοκτησίαν, όπερ είναι το αντίθετον της αγάπης. Εκεί, όπου δεν υπάρχει ελευθερία και αγάπη, τα πάντα στερούνται νοήματος. Και τοιαύτα εισέτι χαρίσματα, ως προφητείαι, γνώσις όλων των μυστηρίων και δυνάμεις θαυματουργίας, άνευ αγάπης, ουδεμίαν έχουν αξίαν (βλ. Α’ Κορ. ιγ’ 1‐3). Μέγας και θαυμαστός ο κόσμος της αγίας ελευθερίας! Άνευ αυτής είναι αδύνατος η σωτηρία ως θέωσις του ανθρώπου. Είναι ανάγκη ο ίδιος ο άνθρωπος να διατεθή ελευθέρως δια την αιωνιότητα. Πάσα η κτίσις ποθεί την απελευθέρωσιν εκ της δουλείας της φθοράς και την είσοδον αυτής εις την ελευθερίαν της υιοθεσίας (βλ. Ρωμ. η’ 21‐23). Πανταχού νυν διεξάγεται αγών δια την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν, αλλά μετά βίας ευρίσκεται άνθρωπος, εις τον οποίον απεκαλύφθη το μυστήριον της θεομιμήτου 186 ελευθερίας των τέκνων του Ουρανίου Πατρός. Η αξία της καταστάσεως αυτής είναι απερίγραπτος δια λόγων· και δεν γνωρίζεται άλλως, ει μη μόνον κατά το μέτρον της Άνωθεν δωρεάς. Και πάλιν δεν δύναμαι να μη μνησθώ του Αποστόλου Παύλου, όστις αναμφιβόλως εγνώριζε την θείαν‐ βασιλικήν ελευθερίαν: «Η αποκαραδοκία της κτίσεως την αποκάλυψιν των υιών του Θεού απεκδέχεται· τη γαρ ματαιότητι η κτίσις υπετάγη, ουχ εκούσα …» (Ρωμ. η’ 19‐20). «Τη ελευθερία ουν, ή Χριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε, και μη πάλιν ζυγώ δουλείας ενέχεσθε» (Γαλ. ε’ 1). Είναι εύκολον να αντιληφθώμεν ότι το πάθος της κυριαρχίας επί του αδελφού έχει ως άμεσον συνέπειαν την απώλειαν της ημετέρας ανεξαρτησίας, και επί πλέον, πράγμα φοβερόν, τον χωρισμόν από του Θεού της αγάπης, την στέρησιν της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Εν τω βάθει της ψυχής του «κατακτητού» ετοιμάζεται πτώσις εις το κενόν της ανυπαρξίας. Η εξομοίωσις προς τον Κύριον των κυριευόντων αποκλείει την δουλοκτησίαν, εν τη οποία δεν υπάρχει αιώνιος ζωή, ούτε εισέτι και πρόσκαιρος. Η κυριαρχία επιβάλλεται συνήθως δια της βίας και των φόνων. Εις εκείνους, οίτινες δεν έδειξαν ευσπλαγχνίαν, θα εφαρμοσθή εν τη εσχάτη Κρίσει η αρχή: «Εν ώ μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν»· και έτσι: «Η κρίσις ανέλεος τω μη ποιήσαντι έλεος» (Ματθ. ζ’ 2, Ιακ. β’ 13). «Ου δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία» (Β’ Κορ. γ’ 17). Η ελευθερία εν τη απολύτω αυτής μορφή είναι ίδιον μόνον του Θεού. Δίδεται όμως εις τον άνθρωπον η ευλογία να γνωρίση αυτήν εκ μέρους εν τη προσευχή, όταν αύτη συνοδεύηται μετά ζωής συμφώνου προς τας 187 εντολάς. Η προσευχή είναι ανεκτίμητον δώρον του ουρανού, απαιτεί όμως αφ’ ημών «σχολήν». Χάριν της συναντήσεως μετά του Ζώντος Χριστού δεν είναι καθ’ υπερβολήν δύσκολον να αρνηθώμεν τας δελεαστικάς απολαύσεις και να προτιμήσωμεν παντός άλλου την μετ’ Αυτού συνομιλίαν. Εδόθη εις εμέ το εξαίρετον τούτο προνόμιον, τολμώ να είπω, η μακαριότης, ήτις έφθασεν εις την μεγίστην αυτής έντασιν εν τη ερήμω. Η ασκητική έννοια «έρημος» δεν αναφέρεται εις γεωγραφικόν τόπον, αλλά εις τρόπον ζωής: Είναι η απομάκρυνσις από των ανθρώπων, κατά την οποίαν ουδείς βλέπει ή ακούει τον ασκητήν, ουδεμία ανθρωπίνη εξουσία ασκείται επ’ αυτού, και ο ίδιος ουδένα εξουσιάζει. Η ελευθερία αύτη είναι απαραίτητος δια την πλήρη κατάδυσιν του πνεύματος, αλλά και όλης της υπάρξεως ημών, εις την Θείαν σφαίραν. Τότε είναι δυνατόν να μεταδοθή εις ημάς η υπερτέρα πασών των αξιών της γης Θεία απάθεια. Εν αυτή ο άνθρωπος ουδόλως διανοείται υπεροχήν έναντι του αδελφού αυτού. Ουδόλως επιδιώκει τιμήν, δόξαν, έτι μάλλον, υλικόν πλούτον. Ώ, ο θετικός ορισμός της αληθούς ελευθερίας δεν δύναται να εκφρασθή δια λόγων! Δεν εννοώ δια ποίον λόγον η Θεία συγκατάβασις ευδόκησε να ζήσω εν τη ερήμω την «ελευθερία των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. η’ 21). Δεν λέγω ότι προσέλαβον την δωρεάν ταύτην έως των υψίστων αυτής βαθμών, τουτέστιν όταν ο άνθρωπος αληθώς κατανικά την επ’ αυτού εξουσίαν της αμαρτίας και του θανάτου. Κατά καιρούς όμως διέμενον εν τω μεθορίω εκείνω, εν τω οποίω κατενόουν ότι το πλήρωμα της ελευθερίας έρχεται, όταν καταλυθή ο θάνατος. Όστις δεν πτοείται υπό του θανάτου, ούτος βαδίζει επί της οδού προς την ελευθερίαν. Ο άνθρωπος κρατείται 188 εν δουλεία, εάν εν αυτώ υπερισχύη η «προσπάθεια» εις τα γήϊνα. «Ιδού εγώ και τα παιδία ά Μοι έδωκεν ο Θεός. Επεί ουν τα παιδία κεκοινώνηκε σαρκός και αίματος, και Αυτός παραπλησίως μετέσχε των αυτών, ίνα δια του θανάτου καταργήση τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τούτ’ έστι τον διάβολον, και απαλλάξη τούτους, όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας» (Εβρ. β’ 13‐15). Μόνον εκ μέρους εγνώρισα την πνοήν της πνευματικής ελευθερίας. Αφ’ ότου όμως κατεστάθην πνευματικός, ζω εκτός αυτής, ών εξ αγάπης δέσμιος εκείνων, τους οποίους ο Κύριος ενεπιστεύθη εις εμέ. Η αγάπη πολλάκις υποδουλοί εμέ εις όσους διακονώ, εις όσους έχουν την ανάγκην μου κατά την αναζήτησιν του Θεού. Εν τούτοις, εν τω βάθει της ψυχής παραμένουν τα ίχνη της υπ’ εμού βιωθείσης εμπειρίας. Αύτη εδόθη εις εμέ το πρώτον εν Γαλλία, εν ασαφεί εισέτι μορφή, ότε ησθάνθην ισχυρόν πόθον να εγκαταλείψω τον κόσμον. Ηυχαρίστησα τον Κύριον δια την περί εμέ Πρόνοιαν Αυτού, συνειδητοποιήσας ότι ήμην ελεύθερος να επιχειρήσω το άλμα τούτο της φυγής εκ του κόσμου, εφ’ όσον ουδείς υπήρχεν εν πάση τη οικουμένη του οποίου η ζωή εξηρτάτο απ’ εμού. Διψών τον Θεόν ηδυνάμην να διακινδυνεύσω το παν. Ουδέν υπελόγιζον· παρέδωκα εμαυτόν ελευθέρως εις πάσαν κακοπάθειαν. Τούτο υπήρξεν η πρώτη γεύσις της «βασιλικής ελευθερίας» της ψυχής μου. Ο Χριστός εν τη ελευθερία της αγάπης Αυτού, παρέδωκεν Εαυτόν εις θάνατον, διανοίγων ούτως εις ημάς την οδόν προς την υψίστην γνώσιν, την Θείαν αθανασίαν. 189

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου