Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

ΣΤ΄ Το Προνομιον Το Γνωναι Την Οδον Η Χαρις Της Διακρισεως

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Οψώμεθα τόν Θεόν καθώς εστί

                                        Το Προνόμιον Το Γνώναι Την Οδόν

Ενθυμούμαι ότι, εν τη αρχή της ζωής μου εν τω Άθω, παρεκάλεσα ένα ερημίτην να ομιλήση εις εμέ περί της προσευχής. Διακρίνας ούτος εν τη παρακλήσει μου την επιθυμίαν να ακούσω περί της υψίστης ευχής, απήντησεν: «Ας ομιλήσωμεν δι’ ό,τι κείται εντός των ορίων των μέτρων ημών. Συζήτησις περί εκείνου, όπερ υπερβαίνει ημάς, δύναται να μετατραπή εις αργολογίαν.» Ησθάνθην συστολήν εκ των λόγων αυτού, αλλ’ εν τούτοις ετόλμησα να είπω: «Επιθυμώ όντως να γνωρίσω περί του τελείου, περί εκείνου όπερ υπερέχει του μέτρου μου. Αλλά τούτο, ουχί διότι έχω αξιώσεις πέραν των δυνατοτήτων μου. Ουχί· αλλ’ επειδή θεωρώ αναγκαίον να ίδω τον πλοηγόν αστέρα, ώστε να ελέγχω εαυτόν κατά πόσον ευρίσκομαι εν τη ορθή οδώ. Κατά την αρχαιότητα οι ναυτικοί προσηνατολίζοντο υπό απιστεύτως απομεμακρυσμένου αστέρος. Ούτω και εγώ θα ήθελον να έχω εν πνεύματι απλανές κριτήριον, έστω και άκρως υψηλόν, ώστε να μη επαναπαύωμαι εις εκείνο το ολίγον, όπερ μέχρι της ώρας αυτής γνωρίζω».

Ο άγιος ούτος ανήρ συνεφώνησε μετ’ εμού ότι ο τρόπος ούτος σκέψεως ουχί μόνον επιτρέπεται, αλλά και επιβάλλεται. 100 Πάντοτε κατεπόνει εμέ η συναίσθησις της μεγάλης ανάγκης να κατανοήσω: Δια τι εγεννήθην εν τω κόσμω τούτω; … Πού πορευόμεθα πάντες ημείς οι άνθρωποι; … Τί είναι εις ημάς εφικτόν; … Πού ευρίσκεται το «τέλος» ημών; Να αγνοή τις πάντα ταύτα είναι αφόρητος εφιάλτης, ατελεύτητος βάσανος. Το αντικείμενον της αναζητήσεώς μου ήτο μέγα. Και μόνον η σκέψις περί του πλήρως ανεφίκτου του Ζητουμένου αφήρει απ’ εμού πάσαν έμπνευσιν, και απόγνωσις κατεκυρίευε της ψυχής μου: Κάλλιον θα ήτο να μη είχον γεννηθή. Ήρεμος έξωθεν, εχειμαζόμην έσωθεν. Δεν απέφυγον να διαβώ αλλοτρίας εις τον χριστιανόν οδούς. Αλλά πανταχού υπήρχε σκότος. Ενηλικιωθείς, συνηντήθην μετά του Χριστού, Όστις είπε: «Θαρσείτε, Εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. ιστ’ 33). Έτι δε: «Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. ια’ 12). Και Ούτος εξέχυσεν εν τη καρδία μου έμπνευσιν, ήτις δεν εγκατέλειπέν εμέ. Αι δυσκολίαι δεν ετρόμαζον εμέ υπερβολικώς, αλλ’ ηννόουν την μωρίαν της τόλμης να ακολουθήσω Αυτόν: Να νικήσω τον κόσμον; Να οικειωθώ την νίκην του Χριστού, προς την οποίαν και έκαστος εξ ημών εκλήθη; Εάν Ούτος είπε περί Εαυτού ότι «Εγώ ειμι η οδός», τότε δεν αποκλείεται να προβάλη ενώπιον ημών, κατά τινα στιγμήν, η ανάγκη της μονομαχίας προς άπαντα τον κόσμον. Δεν εγκατελείφθη άρα γε και ο Ίδιος υπό πάντων, έτι δε και υπό του Πατρός; (βλ. Ιωάν. ιστ’ 31, Ματθ. κζ’ ) Ταχέως απεκαλύφθη εις εμέ το παράδοξον της διδαχής του Χριστού. Αφ’ ενός μεν συνησθανόμην μέχρι πόνου την μηδαμινότητά μου, αφ’ ετέρου δε εφερόμην προς τον Άναρχον. Η προς Αυτόν προσευχή εκράτει ακλινώς το πνεύμα μου ενώπιον του Προσώπου του Απολύτου, 101 ουχί του αφηρημένου απολύτου φιλοσομικής τινος τάξεως, καθώς συνέβαινε παλαιότερον, αλλά του Ζώντος και Προσωπικού. Απεκαλύπτετο ο Χριστός, ο καταβάς εις τα βάθη του άδου και ύστερον ανελθών εις τους ουρανούς, ο καθήμενος «εκ δεξιών του Πατρός», ο φέρων εν εαυτώ άπαν το πλήρωμα του Είναι. Και Αυτός είναι η οδός ημών. «Μακάριοι εσμεν, Ισραήλ, ότι τα αρεστά τω Θεώ ημίν γνωστά εστι. Θαρσείτε, λαός μου …» (Βαρούχ δ’ 4‐5). Και ημείς οι χριστιανοί απολαύομεν των δωρεών του Θεού εις απείρως μεγαλύτερον βαθμόν, ή πάντες οι προφήται και δίκαιοι προ της ελεύσεως του Ιησού εις την γην. Όταν συνειδητοποιώμεν τούτο, τότε ευγνωμόνως αναφωνούμεν: «Μακάριοι εσμεν, ο Νέος Ισραήλ, το ηγιασμένον γένος των χριστιανών, ότι ο Ίδιος ο Κύριος ευδοκεί να ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον, ώστε Αυτός και ημείς να γίνωμεν έν» (βλ. Ιωάν. ιζ’ 21‐23). Ούτως ακριβώς μαρτυρεί και ο Ίδιος ο Κύριος: «Υμών δε μακάριοι οι οφθαλμοί, ότι βλέπουσι, και τα ώτα υμών, ότι ακούουσιν. Αμήν γαρ λέγω υμίν ότι πολλοί προφήται και δίκαιοι επεθύμησαν ιδείν ά βλέπετε, και ουκ είδον, και ακούσαι ά ακούετε, και ουκ ήκουσαν» (Ματθ. ιγ’ 16‐17). Ο Απόστολος Πέτρος έγραφε: «… οίς (προφήταις) απεκαλύφθη ότι ουχ εαυτοίς, υμίν δε διηκόνουν αυτά, ά νυν ανηγγέλη υμίν δια των ευαγγελισαμένων υμάς εν Πνεύματι Αγίω αποσταλέντι απ’ ουρανού, εις ά επιθυμούσιν άγγελοι παρακύψαι» (Α’ Πέτρ. α’ 12). Ο Παύλος δε βεβαιοί ότι εις τους Αποστόλους εδόθη δια Πνεύματος Αγίου η γνώσις του μυστηρίου του Χριστού, «ό ετέραις γενεαίς ουκ εγνωρίσθη τοις υιοίς των ανθρώπων»· ότι εις αυτόν εδόθη η χάρις να αναγγείλη εις τους 102 λαούς «τον ανεξιχνίαστον πλούτον του Χριστού», να φωτίση πάντας δια του ευαγγελισμού του Μυστηρίου, του απ’ αιώνος αποκεκρυμμένου εν τω Θεώ (Εφεσ. γʹ 5, 9). Ως και ο Απόστολος Πέτρος, ούτος υποδεικνύει ότι τοσούτον μέγα είναι το βάθος αυτού του Μυστηρίου, ώστε έπρεπε να αναγγελθή δια της Εκκλησίας και εις τας αρχάς εισέτι και εξουσίας των ουρανίων ασωμάτων νόων, «η πολυποίκιλος σοφία του Θεού, κατά πρόθεσιν των αιώνων, ήν εποίησεν εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, εν ώ έχομεν την παρρησίαν και την προσαγωγήν εν πεποιθήσει δια της πίστεως Αυτού» (Εφες. γʹ 10‐12, βλ. Εβρ. ια’ ‐, ιβ’ 22‐24). Η έλξις προς το ύψιστον αγαθόν είναι φυσική, αλλ’ η πορεία προς αυτό άρχεται δια της καθόδου ημών εις τα καταχθόνια. Μετανοήσας δια το παρελθόν αυτού ο Απόστολος Παύλος λέγει περί του Χριστού: «Το δε ανέβη τί εστιν ει μη ότι και κατέβη πρώτον εις τα κατώτερα μέρη της γης; Ο καταβάς αυτός εστι και ο αναβάς υπεράνω πάντων των ουρανών, ίνα πληρώση τα πάντα» (Εφεσ. δ’ 9‐10). Αυτή ακριβώς είναι η οδός ημών μετά την πτώσιν. Ενσυνειδήτως κατερχόμεθα εις τον άδην, διότι, αφ’ ής στιγμής αποκαλύπτεται εις ημάς η εικών του προαιωνίου Ανθρώπου, ζώμεν οξύτερον το βάθος του σκοτασμού ημών. Μεγάλη θλίψις πλήττει όλον το είναι ημών. Τα εξωχρονικά παθήματα του πνεύματος υπερβαίνουν πάντα φυσικόν πόνον. Δια προσευχής εσχάτης εντάσεως αναζητούμεν βοήθειαν Άνωθεν. Δεδουλωμένοι εις τα πάθη, αποκεκομμένοι εκ του Θεού, κράζομεν εκ βαθέων: «Ελθέ και ίασαί με εκ του συνέχοντός με θανάτου … 103 Ελθέ και αποδίωξον απ’ εμού πάσαν κακίαν … Ελθέ και ποίησον Συ Αυτός εν εμοί το Σοι ευάρεστον, ότι ασθενής ειμι του ποιήσαι παν αγαθόν· αιχμάλωτος ειμι του μισητού σκότους». Η υπερηφανία είναι και κακία και σκότος· εν αυτή η ρίζα πασών των αμαρτιών. Ο Κύριος ήρξατο το κήρυγμα Αυτού επί της γης δια της κλήσεως εις μετάνοιαν. Μετάνοια που σημαίνει ριζικήν αλλαγήν της νοεράς ημών προσεγγίσεως προς την ζωήν εν γένει, μετάβασιν εκ της παλαιάς κοσμοθεωρίας εις την όρασιν της ʺαντιστρόφουʺ εικονογραφικής προοπτικής. Επειδή δια της υπερηφανίας εκρημνίσθημεν εις το σκότος το εξώτερον, μόνον δια της ταπεινώσεως αναβαίνομεν προς τον Ύψιστον. Ούτως άρχεται η μετάνοια ημών της οποίας δεν υπάρχει τέλος επί της γης. Το τέλος είναι η τελεία ομοίωσις προς τον Χριστόν‐Θεόν, τον ανελθόντα προς τον Πατέρα. Η θέωσις ημών τελείται εν άκρα θεοειδεί ταπεινώσει. Όταν ο Θεός ελκύη ημάς, τότε η προσευχή της ενωδύνου μετανοίας απορροφά τα πάντα. Ουδέν υπάρχει εν τω νοΐ και τη καρδία ει μη μόνον η φλογερά δίψα, όπως εύρωμεν τον Κύριον, τον Άγιον των αγίων. Και απροσδοκήτως τελείται το θαύμα: Έρχεται εκείνο, όπερ ούτε εσκέφθημεν, ούτε ηκούσαμεν, ούτε επί την καρδίαν ημών ανέβη· εις την άβυσσον του σκότους ημών διεισδύει ακτίς του ακτίστου Ηλίου (βλ. Α’ Κορ. β’ 9). Είναι άρα γε δυνατόν να ομιλήσωμεν περί του Φωτός αυτού του Ηλίου; Το Φως τούτο παραμυθεί την περίλυπον ψυχήν δια του ιδιάζοντος εις αυτό τρόπου· ειρηνεύει την τεταραγμένην καρδίαν· φωτίζει τον νουν δια νέας θεωρίας. Η έως τότε τεθανατωμένη ψυχή προσλαμβάνει άφθαρτον ζωήν.


Το πνεύμα ημών ανατείνεται διακαώς προς την Πατρικήν αγάπην. Όλη η ψυχοσωματική ημών σύστασις περικλείεται εν αυτή τη προσευχή, αλλά δύναται να ακολουθήση αυτήν μόνον έως ωρισμένου, εφικτού εις αυτήν, ορίου. Όταν ο πόθος να προσεγγίσωμεν τον Θεόν φλέγη την καρδίαν ημών, τότε η προσευχή καθαίρει ημάς από παντός αλλοτρίου και η ορμή ημών συγκεντρούται εις τον εκζητούμενον Κύριον. Όταν τούτο συμβή είναι δυνατόν να απολέσωμεν την αίσθησιν του σώματος ημών και του περιβάλλοντος ημάς υλικού κόσμου. Δεν δύναμαι να είπω πώς ενεργείται τούτο, αλλά γνωρίζω ότι δεν εδόθη εις πάντας να διαβούν το κατώφλιον τούτο. Πολλοί, φθάσαντες το όριον τούτο, καταλαμβάνονται υπό φόβου και υποχωρούν. Ένιοι δε, απερροφημένοι υπό της προσευχής, ουδέν παρατηρούν, και δι’ ακατανοήτου εις αυτούς τρόπου «αρπάζονται» εις άλλην σφαίραν του Είναι, επιλανθανόμενοι της γης. Η χείρ του Θεού ποιεί τούτο μετά τοιαύτης λεπτότητος, ώστε ο άνθρωπος ουδόλως αντιλαμβάνεται την στιγμήν καθ’ εαυτήν, όπως ακριβώς συμβαίνει κατά την φυσιολογικήν επέλευσιν του ύπνου. Μόνον μετά την επιστροφήν εις την συνήθη αίσθησιν του κόσμου ανακαλύπτει ότι το πνεύμα αυτού εξήλθε της συνήθους μορφής υπάρξεως και ηνώθη μετά του Θεού. Μετά το γεγονός τούτο, πάντα τα επίγεια κατανοούνται ως παροδικά και εύθραυστα. Η ψυχή δε συνειδητοποιεί ως νόημα της υπάρξεως αυτής την διαμονήν μετά του Θεού, εν Αυτώ, και εν τη αιωνιότητι Αυτού. Ανέγνων περί τινος ατυχούς περιπτώσεως εις έν εργοστάσιον αεροπλάνων. Μηχανικός τις εδοκίμαζε την λειτουργίαν ενός νέου αεριωθουμένου. Περιερχόμενος 105 και παρατηρών την εν κινήσει μηχανήν, εξ απροσεξίας εισήλθεν εις το ωστικόν ρεύμα αέρος, το οποίον ήρπασεν αυτόν και, αποσπάσαν αυτόν εκ της γης, παρέσυρε προς την κατεύθυνσιν του ισχυρού κινητήρος. Ο βοηθός του μηχανικού ιδών την σκηνήν ταύτην, παρευθύς διέκοψε την λειτουργίαν της μηχανής. Πλησιάσας τον επί του εδάφους πεσόντα συνάδελφον αυτού, εύρεν αυτόν νεκρόν. Παρόμοιόν τι παρατηρείται εις τον άνθρωπον, όστις εκζητεί την προσευχήν. Ούτος δύναται ωσαύτως να αρπαγή υπό της ορμής αυτής και να αποσπασθή εκ του κόσμου τούτου. Όταν επιστρέψη εκ της αρπαγής ταύτης, είναι πλέον «νεκρός» δια τα εμπαθή ενδιαφέροντα και τας υλικάς κτήσεις: Δεν θα επιδιώξη πλέον ουδεμίαν σταδιοδρομίαν· δεν θα λυπηθή καθ’ υπερβολήν δια την απόρριψιν αυτού υπό των άλλων, ούτε θα επαρθή επαινούμενος· επιλανθάνεται του παρελθόντος, δεν προσκολλάται εις το παρόν, ούτε μεριμνά δια το επίγειον μέλλον. Καινή ζωή, έμπλεος Φωτός, απεκαλύφθη εις αυτόν και εν αυτώ· αι αφελείς διασκεδάσεις, αίτινες απασχολούν την μεγίστην πλειονότητα των ανθρώπων, παύουν να ενδιαφέρουν αυτόν. Και εάν κρίνωμεν περί της ποιότητος της ζωής, ουχί κατά την ποσότητα των ευχαρίστων ψυχοφυσικών συναισθημάτων, αλλά κατά το βάθος της γνώσεως ημών περί των κοσμικών πραγματικοτήτων και προ παντός περί της Πρώτης και Εσχάτου Αληθείας, τότε θα εννοήσωμεν το κεκρυμμένον περιεχόμενον των λόγων του Χριστού, «ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν», των λεχθέντων εις τους Αποστόλους ολίγας μόνον ώρας προ του σταυρικού Αυτού θανάτου. Η ουσία της ειρήνης του Χριστού έγκειται εις την τελείαν γνώσιν του Πατρός. Τούτο ωσαύτως ισχύει και δι’ ημάς. Εάν γνωρίζωμεν την Αιώνιον Αλήθειαν, την κειμένην 106 εις θεμέλιον παντός του είναι, τότε όλαι αι αγωνίαι ημών θα άπτωνται μόνον της περιφερείας της ζωής ημών, εν ημίν δε θα βασιλεύη η ειρήνη του Χριστού. Ουδεμία πρόσκαιρος ευδαιμονία θα δυνηθή να δώση εις ημάς την αληθινήν ειρήνην, εάν ημείς διαμένωμεν εν τη αγνοία της Αρχής πασών των αρχών. Σπάνιαι ψυχαί κέκτηνται επαρκή ανδρείαν, ώστε να εκκλίνουν από της πεπατημένης ατραπού της ευρείας μάζης και να ζήσουν συμφώνως προς τας εντολάς του Χριστού εν τω πεπτωκότι τούτω κόσμω. Εκ της αδιστάκτου πίστεως εις την Θεότητα του Ιησού γεννάται, φυσικώ τω τρόπω, η πνευματική ανδρεία. Τινές εκ των πιστευόντων εις τον Κύριον, ακολουθούντες Αυτόν, οδηγούνται μέχρι του χείλους της αβύσσου, ήτις απροσδοκήτως διανοίγεται έμπροσθεν αυτών, άνευ δυνατότητος οπισθοχωρήσεως. Εν τούτοις είναι απαραίτητον εις πάντας ημάς να διέλθωμεν την άβυσσον, ίνα φθάσωμεν εις την Θείαν αιωνιότητα. Αλλά τί ακριβώς έχω κατά νουν; Αναλογίζομαι το βαθύ βάραθρον της αγνοίας, την άκραν έντασιν της απογνώσεως των εις θάνατον καταδεδικασμένων, την εξουσίαν εφ’ ημών του σκότους του αιώνος τούτου (βλ. Α’ τιμ. α’ 13‐14, Γεν. β’ 17, Λουκ. κβ’ ). Δια την πτήσιν επάνω της αβύσσου ταύτης έχομεν χρείαν της δυνάμεως της ευλογημένης απογνώσεως· η ενέργεια της εν ημίν χάριτος λαμβάνει μορφήν «αποφασιστικότητος». Το Φως διαφαίνεται μακρόθεν. Ελκυόμενοι προς αυτό υπό μυστηριώδους δυνάμεως, αποφασίζομεν να ριφθώμεν εις το άγνωστον, επικαλούμενοι το Άγιον Όνομα του Ιησού Χριστού, του Θεού Σωτήρος. Και τί συμβαίνει τότε; Αντί να συντριβή η κεφαλή ημών επί των κεκρυμμένων εις τον γνόφον υφάλων, αόρατός 107 τις χειρ εμφανίζεται, στοργικώς κρατούσα ημάς επάνω της αβύσσου. Άνευ αυτής της φιλικής χειρός του Ζώντος Θεού ουδείς άνθρωπος δύναται να ανταπεξέλθη εις τας συνθήκας εκείνων των θυελλών και αντιξόων περιστάσεων, αίτινες εις παρομοίας περιόδους περικυκλούν την ψυχήν. Ημείς, ειλημμένοι εκ της γης, συνιστώμεν ελάχιστον τι τμήμα του κολοσσιαίου σώματος της ανθρωπότητος, εκ του οποίου ουδόλως είναι απλούν να αποσπασθή τις, ιδιαιτέρως επί των ημερών ημών, ότε άπασα σχεδόν η οικουμένη ελέγχεται υπό της κρατικής εξουσίας. Δεν είναι θεμιτόν να αποταθώμεν προς τους άρχοντας του κόσμου τούτου δια βοήθειαν· έναντι εκάστης συγκαταβατικής εξυπηρετήσεως διατρέχομεν τον κίνδυνον να απολέσωμεν την ελευθερίαν ημών (βλ. Ιωάν. ιδ’ 30). Η ασφαλεστέρα «διακινδύνευσις» είναι να εμπιστευθώμεν εαυτούς μετά παιδικής απλότητος εις την Πρόνοιαν του Θεού, κατά την αναζήτησιν της ζωής, εν τη οποία η πρώτη θέσις έχει δοθή εις τον Χριστόν. «Ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις· Ου φονεύσεις (Έξοδ. κ’ 13) … Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο οργιζόμενος τω αδελφώ αυτού εική ένοχος έσται τη κρίσει … Ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις· Ου μοιχεύσεις (Δευτ. ε’ 18). Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού … Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως … Εγώ δε λέγω υμίν μη αντιστήναι τω πονηρώ … Ηκούσατε ότι ερρέθη· Αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου (Λευϊτ. ιθ’ 18, βλ. Δευτ. ζ’ 2, βλ. Παρ. κστ’ 24‐25). Εγώ δε λέγω υμίν αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματθ. ε’ 21‐ ). 108 «Ός εάν ουν λύση μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων και διδάξη ούτω τους ανθρώπους, ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών … Λέγω γαρ υμίν ότι εάν μη περισσεύση η δικαιοσύνη υμών πλείον των γραμματέων και Φαρισαίων, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ. ε’ 19‐20). Διακατείχεν εμέ ο φόβος μη τυχόν παραβώ τας εντολάς του Κυρίου και τοιουτοτρόπως απολεσθώ. Κατ’ εκείνους τους βαρείς μεν, αλλ’ ευλογημένους χρόνους, το «ζην» κατά τας ευαγγελικάς εντολάς εδημιούργει εν εμοί την αίσθησιν πορείας επί σχοινίου τεταμένου υπεράνω της αβύσσου συνδέοντος τα δύο άκρα αυτής. Ταχέως η αίσθησις αύτη μετεβλήθη εις όρασιν των εσταυρωμένων χειρών του Χριστού, του συνάγοντος εις έν τους διεστώτας ορίζοντας του κόσμου: τους διηρημένους υπό της έχθρας λαούς. Το παν υπερέβαινεν εμέ απείρως, και εγώ παρέμενον «εσταυρωμένος» δια της διδαχής του Χριστού. Ως απάντησις εις την απεγνωσμένην προσευχήν μου ενεφανίσθη εις εμέ το κρεμάμενον επί του σταυρού σώμα του Κυρίου, ως θαυμαστή γέφυρα μεταξύ ουρανού και γης. Οδός του χριστιανού είναι η σταύρωσις: «Εί τις θέλει οπίσω Μου έρχεσθαι απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω Μοι» (Λουκ. θ’ 23). Ούτω συγκεράννυνται εν τη ψυχή και η λεπτή χαρά «του γνώναι την οδόν», και ο μέγας φόβος δια το υπέρμετρον της εντολής. Είναι αδύνατον να διηγηθώμεν δια λόγων περί του φοβερού προνομίου της μυστηριώδους αυτής σχοινοβασίας. Παρομοίως, όσοι απήλθον αφ’ ημών εις τον άλλον κόσμον δεν αποπειρώνται δια των εμφανίσεων αυτών να διηγηθούν εις τους εν σαρκί οικούντας περί εκείνου του 109 μεγαλείου, όπερ διανοίγεται έμπροσθεν αυτών εν τη νέα ζωή. Ενώσας εν Εαυτώ και τον Θεόν και τον Άνθρωπον, ο Κύριος καλεί ημάς να ακολουθήσωμεν Αυτόν. Επί της υψηλής ταύτης οδού το πνεύμα ημών, υπερνικήσαν τα χαμερπή πάθη, ατενίζει εις τας έως τότε αγνώστους και ασυλλήπτους πραγματικότητας της σφαίρας του Θείου Είναι. Καθώς βαρύ τι σώμα εκσφενδονισθέν πέραν των ορίων της γηΐνης έλξεως υπόκειται εις τας συνθήκας της «διαστημικής μηχανικής» και κινείται μετά ταχύτητος ανεφίκτου επί της γης, ούτω και το πνεύμα ημών εισάγεται εις το ατελεύτητον του «νοερού» διαστήματος, εμπλέου Φωτός, μαρτυρούντος περί της ανάρχου Αληθείας και της ημετέρας αθανασίας. Εις τον νουν παρέχονται τότε θεωρίαι εξαιρετικαί εις βάθος και έκτασιν. Η επαφή της θείας αγάπης μετά της καρδίας είναι το πρώτον βήμα επί της όχθης του ουρανίου άκρου της αβύσσου και η νέα εξ ύψους γέννησις εν τη αιωνιότητι. Η αγάπη αύτη προσλαμβάνεται ως Αλήθεια, ως Φως, ως Βασιλεία. Αι περί θανάτου, περί εχθρών, περί επιγείων, έννοιαι εκπίπτουν από της συνειδήσεως, και το πνεύμα ελεύθερον εξ αυτών ζη ετέραν μορφήν του είναι. Μετά την επιστροφήν εις την συνήθη αίσθησιν του κόσμου, η ψυχή θλίβεται δια το απολεσθέν. Θα προετίμα να μη επέστρεφε, καίτοι η αίσθησις της Θείας αγάπης δεν εγκαταλείπει αυτήν εντελώς.



Ο Χριστός εδωρήσατο εις ημάς το παν: Απεκάλυψεν 110 εις ημάς το μέγιστον μυστήριον της Αγίας Τριάδος· «έδειξεν ημίν τον Πατέρα» (πρβλ. Ιωάν. ιδ’ 8‐9)· δι’ Αυτού ελάβομεν και δια πείρας εγνωρίσαμεν το Πνεύμα το Άγιον. Ως εκ τούτου δυνάμεθα ασφαλώς να κρίνωμεν πότε ακριβώς ενεργεί εν ημίν Αυτό, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον Πνεύμα, η Τρίτη Υπόστασις, και ουχί άλλο τι πνεύμα δυνάμενον εισέτι να φανή εις τους αδοκίμους ως το ηγεμονικόν. Δια του Χριστού και εν Αυτώ, μετ’ άκρως θετικού τρόπου, εφανερώθη εις ημάς ο Άνθρωπος εν τη πρωταρχική αυτού εικόνι και ομοιώσει προς τον Θεόν. Και ουδένα έχομεν πλέον εκτός Αυτού, όστις θα απεδεικνύετο δι’ ημάς θεμέλιον του είναι, και εν ορίοις της επιγείου σχετικότητος και εν τη Θεία Απολυτότητι, οι δε λόγοι του Χριστού: «Πάντες όσοι ήλθον προ Εμού κλέπται εισί και λησταί» (Ιωάν. ι’ 8), ηχούν δι’ ημάς εν τη δεδομένη εναργεί εννοία και αληθεία αυτών. Πρέπει όμως να εννοήσωμεν αυτούς εν τη αυτή προοπτική, εν ή βιούμεν και την άλλην κατάστασιν: «Εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. ι’ ). Ούτοι αγαπούν ημάς και ημείς αυτούς, αλλά δεν επιτρέπεται εις ημάς να ακολουθήσωμεν αυτούς, όταν ούτοι παρεμποδίζουν ημάς να παραδοθώμεν εις τον Θεόν. Καθ’ ό μέτρον ούτοι εκτρέπουν ημάς από της μόνης αληθούς οδού, γίνονται «εχθροί» ημών. Είναι «κλέπται και λησταί». Ζώντες συμφώνως προς τας Ευαγγελικάς εντολάς, καίτοι εν οδυνηρά πορεία, λαμβάνομεν βαθμηδόν λύσιν πολλών εκ των απ’ αιώνος προβλημάτων της ανθρωπότητος. Μη εκπλήττεσθε, αύτη είναι η πραγματικότης: Εν τω Χριστώ ευρίσκεται η σωτηρία ενός εκάστου προσώπου, εν Αυτώ η σωτηρία των συνηγμένων εν τω ονόματι 111 Αυτού ομάδων, ως και ολοκλήρων λαών και του κόσμου παντός (βλ. Ιωάν. δ’ , Ματθ. ιβ’ 21). Δεν υπάρχει και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη κατάστασις, κατά την οποίαν δεν δύναται Ούτος να σώση. Ούτως ομιλούντες ουδόλως εννοούμεν ότι οπωσδήποτε θα θεραπεύση την μίαν ή την άλλην ασθένειαν, ότι θα λυτρώση από οιασδήποτε συμφοράς – φυσικής, ηθικής ή υλικής – από καταπιέσεων και εν γένει από παντός πράγματος, όπερ συνήθως θεωρείται ζημία ή όλεθρος, καίτοι και πάντα ταύτα είναι εν ταις χερσίν Αυτού. Η αυθεντική σωτηρία έγκειται εις το να παραμείνωμεν σταθεροί εν τη αγάπη Αυτού υπό οιασδήποτε συνθήκας, ως και Αυτός ο Ίδιος «τετήρηκε τας εντολάς του Πατρός Αυτού και μένει Αυτού εν τη αγάπη» (πρβλ. Ιωάν. ιε’ 10). Πάντες ημείς γνωρίζομεν δια μέσου ποίων δοκιμασιών διήλθεν ο Κύριος, κυρίως δε κατά τας τελευταίας ημέρας της παραμονής Αυτού μεθ’ ημών, και εν τούτοις προ του θανάτου Αυτού έλεγεν εις τους μαθητάς Αυτού: «Ταύτα λελάληκα υμίν, ίνα η χαρά η Εμή εν υμίν μείνη και η χαρά υμών πληρωθή» (Ιωάν. ιε’ 11). Έτι δε: «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ Εμού έση εν τω παραδείσω» (Λουκ. κγ’ ). Πάσα αγάπη διέρχεται δια μέσου πειρατηρίων και η αληθής φιλία γνωρίζεται εν ταις συμφοραίς. Όταν η αγάπη είναι κραταιοτέρα του θανάτου, τότε είναι τελεία. Μετά τοιαύτην «δοκιμασίαν», απαραίτητον δια πάντας ημάς ανεξαιρέτως, η αγάπη δια του θανάτου επί του επιγείου επιπέδου νικά τον θάνατον εις την αιωνιότητα και καθιστά τον άνθρωπον ικανόν δια την «ασάλευτον Βασιλείαν» (Εβρ. ιβ’ 28). Ο αγών του χριστιανού κατ’ αρχάς συγκεντρούται 112 εντός αυτού· ούτος εν τη τελειώσει αυτού γίνεται προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, υπέρ του όλου Αδάμ. Η πρώτη κίνησις της αγάπης κατευθύνεται προς τον Θεόν, η δευτέρα προς τον πλησίον. Καθώς η προς τον Θεόν Πατέρα αγάπη του σαρκωθέντος Υιού έφθασε το απόλυτον πλήρωμα αυτής, ούτω και η προς τον άνθρωπον αγάπη Αυτού πορεύεται «εις τέλος» (βλ. Ιωάν. ιε’ 10‐15, ιγ’ 1). Περί αυτής ακριβώς της αγάπης εδόθη εις ημάς εντολή. Αι εντολαί του Χριστού είναι κατά την ουσίαν αυτών αυτοαποκάλυψις Θεού· εκπεφρασμέναι δια γηΐνων λέξεων φαίνονται εις ημάς σχετικαί, αλλά θέτουν εκείνον, όστις τηρεί αυτάς, ως ώφειλεν, εις το μεθόριον μεταξύ του σχετικού και του απολύτου, του πεπερασμένου και του απείρου, του αιτιοκρατουμένου και του αυτεξουσίου. Η εκπλήρωσις των προσταγμάτων τούτων, άτινα δεν ασκούν βίαν εφ’ ημών, υπερβαίνει καθ’ υπερβολήν τας κτιστάς ημών δυνάμεις. Είναι απαραίτητον όπως Αυτός ο Ίδιος, ο αποκαλυφθείς εις ημάς Παντοκράτωρ, δια της ενεργού Αυτού σκηνώσεως εν ημίν ανυψώση ημάς εις την ιδιάζουσαν εις Αυτόν σφαίραν του απολύτου και υπό ουδενός προσδιοριζομένου Είναι: « Εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα· ο μένων εν Εμοί καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν, ότι χωρίς Εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. ιε’ 5). Ούτως ομίλει ο παντοδύναμος Εξουσιαστής πάσης της κτίσεως (βλ. Ματθ. κη’ 18). Η θεία προέλευσις των ευαγγελικών προσταγμάτων φανερούται εισέτι και εκ του ότι οι τηρούντες ταύτα, ανεξαρτήτως του επιπέδου της εξωτερικής αυτών μορφώσεως, προσλαμβάνουν τον Άναρχον εν ταις καρδίαις αυτών: «Εξομολογούμαι Σοι, Πάτερ, Κύριε του ουρανού 113 και της Γης, ότι … απεκάλυψας αυτά νηπίοις» (Λουκ. ι’ 21). Εις τους Αποστόλους, νηπίους ως προς την ανθρωπίνην παιδείαν, έδωκεν ο Χριστός την αυθεντικήν γνώσιν της Προαιωνίου Αληθείας. Εντός εκείνου, όστις εγνώρισε τον Πατέρα τον εν τοις ουρανοίς, κατοικεί ήδη η αιώνιος ζωή: «Χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. ι’ 20). Είναι αδύνατον να ζήση τις χριστιανικώς. Χριστιανικώς δύναταί τις μόνον να αποθάνη, δια θανάτου όμως κατά την γηΐνην μορφήν της υπάρξεως ημών. Εν τούτοις και ο θάνατος ούτος δεν είναι ούτε εύκολος, ούτε απλούς: Είναι η «στενή πύλη», η «τεθλιμμένη οδός η απάγουσα εις την ζωήν», την οποίαν όμως «ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες» (Ματθ. ζ’ 13‐14). Το Ευαγγέλιον του Χριστού υπερβαίνει εις απίστευτον βαθμόν παν ό,τι γνωρίζει η γη. Πώς να θεραπευθή η φοβερά εκείνη νόσος, δια της οποίας εμόλυνεν ο εχθρός τον Άνθρωπον εν τη αυγή της εμφανίσεως αυτού εις τον κόσμον; (Βλ. Γέν. γ’ 1‐6). Δια ποίας οδού θα ήτο δυνατόν να δοθή εις τους ανθρώπους να γνωρίσουν ότι εκείνος ο εντελώς ασυνήθης άνθρωπος, ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγελίων, είναι αληθώς ο Άναρχος Θεός, ο Δημιουργός πάντων των όντων, ο αποκαλυφθείς εις τον Μωϋσήν δια του ονόματος Εγώ ειμί; Τις εκ των «υγιώς σκεπτομένων» δύναται να φθάση μέχρι τοιαύτης «μωρίας», ώστε να δεχθή ως Θεόν άνθρωπον αποθνήσκοντα επί του σταυρού εν μέσω ληστών; Τί να είπωμεν όμως; Όσοι δεν δύνανται να πιστεύσουν εις την Θεότητα του Χριστού, δι’ ουδενός άλλου τρόπου θα επιτύχουν την θέωσιν αυτών. Να πιστεύσουν δύνανται ή μόνον τα παιδία, 114 τα καθαρά τη καρδία, ή όσοι φέρουν εν εαυτοίς – παρά την συνείδησιν της πτώσεως και της μηδαμινότητος αυτών – την διαίσθησιν της συγγενείας αυτών μετά του Θεού. Πιστεύουν εις τον Χριστόν εκείνοι, οίτινες πιστεύουν εις την θέωσιν αυτών. Η πίστις ή η απιστία εξαρτάται εκ της υψηλής ή ταπεινής περί του Ανθρώπου αντιλήψεως. Δια τον πιστεύοντα ο σταυρικός θάνατος του Ιησού, τουτέστι πώς και δια τί Ούτος εσταυρώθη, είναι η ισχυροτέρα μαρτυρία υπέρ Αυτού. Ιδού πώς αντελαμβάνετο τούτο ο Παύλος, ο πρώην διώκτης: «απέστειλέ με Χριστός … ευαγγελίζεσθαι ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο Σταυρός του Χριστού. 1.18 Ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί, τοις δε σωζομένοις … δύναμις Θεού … 1.19 Γέγραπται γάρ· απολώ την σοφίαν των σοφών, και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω. … ουχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου; 1.21 Επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας (ήτις εφανερώθη εν τη δημιουργία) τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. 1.22 Επειδή και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και ῞Ελληνες σοφίαν ζητούσιν, 1.23 ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, ῞Ελλησι δε μωρίαν, 1.24 αυτοίς δε τοις κλητοίς, … Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν· 1.25 ότι το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί, … 2.6 Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, … 2.7 αλλά λαλούμεν σοφίαν Θεού εν μυστηρίω, την αποκεκρυμμένην, ήν προώρισεν ο Θεός προ των αιώνων εις δόξαν ημών, 2.8 ήν ουδείς των αρχόντων του αιώνος τούτου έγνωκεν· … 2.10 Ημίν δε ο Θεός απεκάλυψε δια του Πνεύματος Αυτού· … 2.12 Ημείς δε … ελάβομεν, … το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα ειδώμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν» (Α’ Κορ. α’ 17‐25, β’ 6‐12). 115 Ολιγοψυχούμεν, αλλ’ ο Χριστός λέγει εις ημάς: «Θαρσείτε· εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. ιστ’ 33). Εάν Ούτος ενίκησε τον «κόσμον», τούτο σημαίνει ότι και ως άνθρωπος υπερέβη την κτίσιν, εγένετο υπερκόσμιος. Και έκαστος πιστεύων εις Αυτόν, νικών εν τω αγώνι της μετανοίας τον ενεργούντα εν ημίν «νόμον της αμαρτίας» (Ρωμ. ζ’ 23), καθίσταται, ομοίως προς τον Χριστόν, υπερκόσμιος. «Πάτερ, … τα ρήματα ά δέδωκας Μοι δέδωκα αυτοίς … και την δόξαν ήν δέδωκας Μοι δέδωκα αυτοίς … Πάτερ, ούς δέδωκας Μοι, θέλω ίνα όπου ειμί Εγώ κακείνοι ώσι μετ’ Εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την Εμήν ήν δέδωκας Μοι, ότι ηγάπησας Με προ καταβολής κόσμου» (Ιωάν. ιζ’ 1, 8, 22, 24). Ίνα θεωρή τις την δόξαν ταύτην, είναι απαραίτητον να μένη και ο ίδιος εν αυτή. Ίνα εννοήση τις, έστω και εν μέρει, «Τίς εστιν Ούτος;» (Ματθ. κα’ 10), πρέπει απαραιτήτως να ομοιωθή προς Αυτόν δια της παραμονής εν τω πνεύματι των εντολών Αυτού. Όστις δεν ηκολούθησεν Αυτόν μεθ’ ολοκληρωτικής πίστεως, όστις δεν ηγάπησεν Αυτόν εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας, και ως εκ τούτου δεν ετήρησε τον λόγον Αυτού, εκείνος ας μη τολμά να κρίνη Αυτόν επιπολαίως, ή να εκφέρη γνώμην περί Αυτού (βλ. Α’ Κορ. β’ 14). Ας τηρήση έντιμον σιωπήν, διότι δεν είναι κατάλληλος να κρίνη περί του Υιού του Θεού και Λόγου του Πατρός.


Ίνα εκτιμήση τις επαξίως εις τον χώρον της επιστήμης ή της τέχνης την ιδιοφυΐαν του επιστήμονος ή του καλλιτέχνου, πρέπει ο ίδιος να μη απέχη πολύ αυτού. Το αυτό ακριβώς 116 ισχύει και εις την σφαίραν του πνεύματος. Όστις όμως ωκοδόμησε την ζωήν αυτού επί την πέτραν της διδαχής Αυτού (βλ. Ματθ. ζ’ 24‐29), ούτος θα έλθη βαθμηδόν εις την κατανόησιν του «Τίς εστιν Ούτος». Ο Χριστός είπεν: «Ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν ει μη ο Πατήρ, ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο Υιός και ώ εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι» (Ματθ. ια’ 27). Τούτο σημαίνει ότι ευρίσκονται άνθρωποι εις τους οποίους Ούτος αποκαλύπτει τον Πατέρα. «Ουδείς δύναται ελθείν προς Με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας Με ελκύση αυτόν». (Ιωάν. στ’ ). Ο Πατήρ επομένως ελκύει. «Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ Εμού» (Ιωάν. ιδ’ 6). Βλέπομεν ούτως ότι οι άνθρωποι «έρχονται» προς τον Πατέρα δια του Υιού. Ο άνθρωπος είναι αληθώς μέγα μυστήριον. Κτισθείς εκ του μηδενός υψούται εις το πλήρωμα του ακτίστου Είναι. Ο Θεός τοσούτον ηγάπησεν τον άνθρωπον, ώστε προσφέρεται εις αυτόν άνευ μέτρου, άνευ ορίων. Καθώς ο Θεός υπερέχει παντός πράγματος εν τη κοσμική πραγματικότητι, ούτω και ο άνθρωπος, θεούμενος δια της ενοικήσεως εν αυτώ του Αγίου Πνεύματος, είναι πολυτιμότερος πάντων των γαλαξιών. Αυτή ακριβώς είναι η συνείδησις, ήτις χαρακτηρίζει τον χριστιανόν, και άνευ αυτής δεν δύναται ούτος «αξίως περιπατήσαι της κλήσεως, ής εκλήθη» (Εφες. δ’ 1) . Δεν συνιστά άρα γε υπέρμετρον υπερηφανίαν να ομιλώμεν μετά τοιαύτης τόλμης; Ουχί βεβαίως, εφ’ όσον ακολουθούμεν το υπόδειγμα του Χριστού, Όστις είπεν: «Υπόδειγμα … δέδωκα υμίν, ίνα καθώς Εγώ εποίησα υμίν, και υμείς ποιήτε» (Ιωάν. ιγ’ 15)· και εφ’ όσον μιμούμεθα τους Αποστόλους και Πατέρας ημών: «Μιμηταί μου 117 γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (Α’ Κορ. ια’ 1). Εν τω δεκάτω έκτω κεφαλαίω του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου ευρίσκομεν ωλοκληρωμένην περί του θέματος τούτου διδαχήν. «16.13 ο Ιησούς … ηρώτα τους Μαθητάς Αυτού λέγων· τίνα Με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον Υιόν του ανθρώπου; Οι δε είπον· οι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε ᾿Ηλίαν, έτεροι δε Ιερεμίαν ή ένα των Προφητών. 16.15 Λέγει αυτοίς· υμείς δε τίνα Με λέγετε είναι; 16.16 Αποκριθείς δε Σίμων Πέτρος είπε· Σύ εί ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος. 16.17 Και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτώ· μακάριος εί, Σίμων Βαριωνά, ότι σάρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ᾿ ο Πατήρ Μου ο εν τοις ουρανοίς. 16.18 Καγώ δε σοι λέγω ότι συ εί Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω Μου την Εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής. 16.19 Και δώσω σοι τας κλείς της βασιλείας των ουρανών, και ό εάν δήσης επί της γής, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ό εάν λύσης επί της γής, έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς. 16.20 Τότε (ο Ιησούς) διεστείλατο τοις μαθηταίς Αυτού ίνα μηδενί είπωσιν ότι Αυτός εστιν Ιησούς ο Χριστός. 16.21 Από τότε ήρξατο ο Ιησούς δεικνύειν τοις Μαθηταίς Αυτού ότι δει Αυτόν απελθείν εις Ιεροσόλυμα και πολλά παθείν από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και Γραμματέων και αποκτανθήναι, και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι. Και προσλαβόμενος Αυτόν ο Πέτρος (αγνοών εισέτι το μυστήριον των οδών της σωτηρίας ημών) ήρξατο επιτιμάν Αυτώ λέγων· Ίλεώς Σοι, Κύριε· ου μη έσται Σοι τούτο. 16.23 Ο δε στραφείς είπε τω Πέτρω· Ύπαγε οπίσω Μου, σατανά· σκάνδαλόν Μου εί· ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων. 16.24 Τότε ο Ιησούς είπε τοις Μαθηταίς Αυτού· Εί τις θέλει οπίσω Μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και 118 ακολουθείτω Μοι. 16.25 Ός γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ός δ᾿ αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν Εμού, ευρήσει αυτήν. 16.26 Τί γαρ ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή; Ή τί δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; 16.27 Μέλλει γαρ ο Υιός του ανθρώπου έρχεσθαι εν τη δόξη του Πατρός Αυτού μετά των αγγέλων Αυτού, και τότε αποδώσει εκάστω κατά την πράξιν αυτού. 16.28 Αμήν λέγω υμίν, εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη βασιλεία Αυτού» (Ματθ. ιστ’ 13‐28). Εν τη ευαγγελική ταύτη περικοπή δίδονται εις ημάς τα πλέον ουσιώδη σημεία της αποκαλύψεως περί «της στενής πύλης και της τεθλιμμένης οδού, της απαγούσης εις την ζωήν». Ότε πολλοί εκ του λαού ετίμων τον Χριστόν ως μέγαν Προφήτην, οι δε Απόστολοι και ως Υιόν του Θεού του Ζώντος, τότε Εκείνος «ήρξατο δεικνύειν τοις μαθηταίς» περί των παθημάτων και του θανάτου, άτινα έμελλον να συμβούν εις Αυτόν. Εις το «ανθρώπινον» αίσθημα του Πέτρου ο Κύριος έδωκεν αποφασιστικήν απάντησιν: «Ύπαγε ομίσω Μου», και εσυνέχισε την διδαχήν περί της αναγκαιότητος του σταυρού δια πάντας τους ακολουθούντας Αυτόν. Και φθάνει μέχρι του ακραίου σημείου να είπη: Ίνα σώση τις αιωνίως την ψυχήν αυτού εν τη Βασιλεία, πρέπει να απολέση αυτήν επί του επιπέδου των επιγείων ενδιαφερόντων. Η αξία της ψυχής είναι απείρως μεγάλη. Εάν δια την απόκτησιν όλου του κόσμου υφίστατο αύτη ζημίαν επί του Θείου επιπέδου, τότε και άπαντα τα αγαθά της γης δεν θα ηδύναντο να καλύψουν την προξενηθείσαν πνευματικήν «απώλειαν». Ο Χριστός οικοδομεί την Εκκλησίαν Αυτού, 119 της οποίας «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν», επί την ομολογίαν της Θεότητος Αυτού. Εάν αρνηθώμεν το εν Αυτώ πλήρωμα της Θεότητος, τότε ούτε η Εκκλησία, ούτε άλλος τις, εν γένει, δύναται να νικήση τον κόσμον ή τον καταχθόνιον άδην. Ύστερον δε πάλιν ακούομεν λόγους περί του ανάρχου μεγαλείου και της εξουσίας Αυτού, άτινα θα φανερωθούν εις τινας «των ώδε εστηκότων» την ώραν εκείνην. Τούτο επραγματοποιήθη εις το Θαβώρ, όπου ο Χριστός προσηυχήθη περί της «εξόδου» Αυτού προς την κρίσιν και τον θάνατον (βλ. Λουκ. θ’ 31), και όπου το άκτιστον Φως του Αγίου Πνεύματος επεσκίασε τους Αποστόλους, και είδον ούτοι τον Μωϋσήν και τον Ηλίαν ως υπηρέτας του Κυρίου, και ήκουσαν την ακατάληπτον φωνήν του Πατρός, του μαρτυρήσαντος περί της προαιωνίου Υιότητος του Ιησού. Εν βραχυτάτω χρόνω και η άπειρος δόξα και η κατάβασις εις τον άδην. Και αύτη είναι η οδός δια τον χριστιανόν: Καταδικάζει εαυτόν εις την κόλασιν, και ως απάντησιν δέχεται την απερίγραπτον δωρεάν της Πατρικής ευσπλαχνίας. Τοιούτος είναι ο πλούτος του περεσσού ζωής, όπερ έφερεν ο Χριστός (βλ. Ιωάν. ι’ 10): Η ζωή του Χριστού περιβάλλει και τον άδην και την Βασιλείαν· χωρεί εντός αυτής και το έσχατον πάθος και την υψίστην μακαριότητα. Απεργάζεται τον μικρόν άνθρωπον μέγαν, παγκόσμιον, θεοειδή κατά πάντα … Δυστυχώς, «ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες (την οδόν) αυτήν» (Ματθ. ζ’ 14). Αι δωρεαί του Πατρός υπερβαίνουν το μέτρον της αντοχής ημών. Όταν η υπέρμετρος δύναμις καταβαίνη 120 επί του φθαρτού ανθρώπου, ενδέχεται να προσεγγίση αυτόν ο Εωσφόρος, όστις έπεσεν εκ του παροξυσμού της υπερηφανίας αυτού. Πώς να εκφύγωμεν από της πτώσεως ταύτης; Και πάλιν έχομεν το υπόδειγμα του Χριστού, του πειρασθέντος εν τη ερήμω. Ενθυμούμεθα εισέτι και τους λόγους Αυτού: «Και συ Καπερναούμ, η έως του ουρανού υψωθείσα, έως άδου καταβιβασθήση» (Ματθ. ια’ 23). Προκειμένου να διαζωγραφήσωμεν εναργέστερον την εικόνα της χριστιανικής ημών οδού, θα καταφύγωμεν, ως και οι Πατέρες, εις την μέθοδον των αναλογιών. Όταν παρατηρώμεν αιωνόβιον τι δένδρον, του οποίου η κορυφή υψούται μέχρι των νεφελών, τότε γνωρίζομεν ότι η δύναμις των βαθειών ριζών αυτού οφείλει να ανταποκρίνηται εις το μέγεθος του δένδρου. Εάν αι ρίζαι δεν εισέδυον εις τα σκοτεινά έγκατα της γης – ίσως τοσούτον βαθέως, όσον υψούται και η κορυφή –, εάν ο όγκος των ριζών και η ισχύς αυτών δεν ανταπεκρίνοντο εις τον όγκον και το βάρος του ορατού τμήματος του δένδρου, τότε δεν θα ηδύναντο αύται ούτε να τρέφουν, ούτε να στηρίζουν το δένδρο· και ασθενής τις άνεμος θα ανέτρεπεν αυτό. Το αυτό ισχύει και δια την πνευματικήν ζωήν του ανθρώπου. Εάν έχωμεν επίγνωσιν του μεγαλείου της εν Χριστώ κλήσεως ημών, τουτέστι της εκλογής ημών δι’ υιοθεσίαν, προ καταβολής κόσμου, εν τη προαιωνίω βουλή του Θεού, δεν υπεραιρόμεθα ένεκα τούτου, αλλ’ όντως ταπεινούμεν εαυτούς. Η κίνησις προς τα κάτω, προς το σκότος το εξώτερον, είναι απαραίτητος εις πάντας ημάς, ίνα παραμείνωμεν σταθεροί εν τω πνεύματι της αυθεντικής χριστιανικής ζωής. Τούτο εκφράζεται εν τη συνεχεί μνήμη της εξ αρχής μηδαμινότητος ημών δια 121 της πλέον αυστηράς αυτομεμψίας εις πάντα. Και όσον βαθύτερον ταπεινούται ο άνθρωπος δια της αυτοκαταδίκης, τοσούτον μάλλον υψούται υπό του Θεού» (Λουκ. ιη’ 14). Πλείστοι όσοι, μη γνωρίσαντες δια πείρας τας αγαθοποιούς ενεργείας της προσευχής, αγνοούν ότι δι’ αυτής διανοίγεται εις το πνεύμα του ανθρώπου κόσμος απεριγράπτου μεγαλείου: και τα ζοφώδη βάθη του άδου και αι φωτοφόροι σφαίραι των ουρανών. Άνευ της πίστεως εις την ανάστασιν πάσα δοκιμασία αποβαίνει σχεδόν παράλογος: εστερημένη νοήματος· ικανή να δαμάση την δύστροπον ψυχήν, αλλ’ ουχί να θεραπεύση αυτήν εκ της κεκρυμμένης εν τω βάθει αυτής υπερηφανίας. Πλουτεί αύτη την πείραν της ζωής, αλλά άνευ προσευχής δεν ανάγει την ψυχήν εις την απάθειαν· βαθμηδόν αποκτείνει και σώμα και καρδίαν και νουν, πριν ή ταύτα τελειωθούν εν τη γνώσει του Θεού. Όταν το Φως του άνω κόσμου εγγίση την ψυχήν, τότε τα πάντα μεταβάλλονται: Τα γήΐνα πάθη σβέννυνται και το πνεύμα ανυψούται εις την θεωρίαν του Αιωνίου. Ο άνθρωπος, πεπροικισμένος δια της ευλογίας ταύτης, θεωρεί πάσαν γηΐνην κατάστασιν (κοινωνικήν, υλικήν, έτι δε και επιστημονικήν) ως πρόσκαιρόν τι «μέσον», και ουδόλως μεριμνά περί της επιγείου αυτού σταδιοδρομίας. Και εάν ούτος επιμείνη εις την ταπεινήν περί εαυτού συνείδησιν, θα δοθή εις αυτόν μεγαλυτέρα εισέτι γνώσις περί των μυστηρίων του μέλλοντος αιώνος. Ο άνθρωπος ενούμενος δια της προσευχής μετά του Χριστού, λαμβάνει έσωθεν, εν τη καρδία και τω νοΐ 122 αυτού, την πληροφορίαν ότι εν τη αιωνιότητι θα δοθή εις αυτόν άπαν το περιεχόμενον του Θεανθρωπίνου Είναι, ως αναφαίρετον κτήμα. Ένεκα τούτου παν αγαθόν έργον οιουδήποτε ανθρώπου άρχεται – ήδη εντεύθεν – να ευφραίνη αυτόν δια της χαράς της κοινής σωτηρίας (βλ. Λουκ. ιε’ 31‐32). Η δόξα του αδελφού θα είναι και δόξα αυτού του ιδίου, η δε θέα προσώπων δεδοξασμένων υπό του Θείου Φωτός, αγαλλίασις· και όσον εντονωτέρα η λάμψις αυτών, τοσούτον θεσπεσιωτέρα η θεωρία. Η ερχομένη Βασιλεία των αγίων συνίσταται εις το περισσόν αγάπης, πρόγευσις της οποίας δίδεται υπό του Θεού ήδη εντεύθεν. Η αγάπη του Θεού περιβάλλει και τον άδην. Και ημείς νυν γνωρίζομεν ότι η κάθοδος ημών εις τον άδην, κατά την διάρκειαν της ζωής ταύτης, είναι η ασφαλής οδός προς την τελειότητα.


Η νίκη επί του άδου διέρχεται δύο στάδια: Το πρώτον συνίσταται εις την υπέρβασιν του εν ημίν σκότους· το δεύτερον, εις την συμπάσχουσαν προς πάσαν την κτίσιν αγάπην, την ιδιάζουσαν εις την Θεότητα. Όντως η αγάπη αύτη πληροί άπαντα τον κτιστόν κόσμον, και δια Πνεύματος Αγίου μεταδίδεται εις τους σεσωσμένους. Η αιωνιότης δεν έχει διαστάσεις, αλλά περιέχει εν εαυτή πάσαν την διάρκειαν των αιώνων· η αιωνιότης περικλείει εν εαυτή αδιαστάτως πάντα τα πλάτη του κτιστού κόσμου. Η επί γης πείρα ημών δεν φθάνει το απόλυτον πλήρωμα. Παρά ταύτα η αξιοπιστία αυτής δεν μειούται. Ιδού πως ομιλεί ο Απόστολος Παύλος περί του αγίου τούτου γεγονότος: «13.8 Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. Είτε προφητείαι, καταργηθήσονται· είτε γλώσσαι, παύσονται· είτε γνώσις, καταργηθήσεται. … 13.10 Όταν δε έλθη το τέλειον, 123 τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται. … 13.12 Βλέπομεν γαρ άρτι δι᾿ εσόπτρου εν αινίγματι (αμυδρώς), τότε δε πρόσωπον προς Πρόσωπον· άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι (τελείως) καθώς και επεγνώσθην (υπό του Θεού). 13.13 Νυνί δε μένει τα τρία ταύτα: πίστις (ως αρχή της αγάπης), ελπίς (ως ωρίμανσις αυτής), αγάπη (εν τη τελειώσει αυτής)· μείζων δε τούτων η αγάπη» (Α’ Κορ. ιγ’ 8‐13). Η γνώσις της οδού διατηρεί ημάς ζώντας έτι και εν τω άδη, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι τα παθήματα ημών είναι «κατά φαντασίαν»: Ζώμεν κατά τρόπον μαρτυρικόν τον ολέθριον ζόφον των παθών, όστις χαρακτηρίζει όλους τους κληρονόμους του πεπτωκότος Αδάμ· αλλά δεν αποβαίνομεν θύματα του πυρός της κολάσεως, κατά τον λόγον του Κυρίου προς τον Άγιον Σιλουανόν: « … και μη απελπίζου». Δεν πρέπει να πτοή ημάς καθ’ υπερβολήν η κατάδυσις αύτη εις το σκότος, εφ’ όσον άνευ αυτής, μετά την πτώσιν, το πλήρωμα της γνώσεως είναι ανέφικτον. Όσον και εάν προοδεύση ο άνθρωπος εις τον ένα ή τον άλλον τομέα της επιστήμης, οφείλει να ενθυμήται πάντοτε των «στοιχειωδών», τουτέστι των θεμελιωδών, θέσεων της επιστήμης αυτού· ούτω και ημείς εν όσω παραμένομεν εν τω σώματι τούτω, κρατούμεν σταθερώς την μέθοδον εκείνην, την οποίαν εδίδαξαν εις ημάς και οι Πατέρες ημών και η εν ημίν ενέργεια του Πνεύματος του Θεού: Μη όντες ελεύθεροι εκ των καταλοίπων του εν ημίν ενεργούντος νόμου της αμαρτίας, αυτοκαταδικαζόμεθα μετ’ οργής και αυτομίσους να κατακαυθώμεν εις το σκότος το εξώτερον· διότι δεν υπάρχει άλλο πύρ, όπερ 124 θα εσβέννυε την εν ημίν ενέργειαν των παθών. Και ιδού: Όταν πυρίνη προσευχή φλέγη τα σπλάγχνα ημών και η καρδία αποκάμνη υπομένουσα, τότε έρχεται απροσδοκήτως δρόσος ουρανίου παραμυθίας. Όταν η αίσθησις της φθαρτότητος ημών βυθίζη το πνεύμα ημών εις απελπισίαν, τότε αίφνης κατέρχεται νέα δύναμις εξ ύψους και ενδύει ημάς αφθαρσίαν (βλ. Α’ Κορ. ιε’ ). Όταν πυκνόν σκότος αποπνίγη δια φρίκης την ψυχήν ημών, τότε, δι’ ανερμηνεύτου τρόπου, το υπερθαυμαστόν Φως μεταβάλλει την βαθείαν νύκτα εις διαυγή ημέραν· αναλαμβάνει εις ύψος και εισάγει ημάς ως υιούς εις τον Οίκον του Πατρός. Πώς να εξηγήσωμεν τας αντιθέσεις ταύτας; Δια τι η μετ’ οργής αυτομεμψία ημών δικαιοί ημάς ενώπιον του Θεού; Δεν συμβαίνει άρα γε τούτο, επειδή εις την συνέχουσαν ημάς συναίσθησιν της παγκαταλυτικής δυνάμεως της αμαρτίας περιέχεται κατά τρόπον υπαρξιακόν αυθεντική τις αλήθεια; Τοιαύτη μετάνοια, αφικνουμένη μέχρι των πηγών της παγκοσμίου τραγωδίας (βλ. Γέν. γ’), διανοίγει εν ημίν «χώρον» δια την έλευσιν του Πνεύματος του Αγίου, του Πνεύματος της Αληθείας, όπερ εισάγει ημάς αναγεγεννημένους εις την φωτοφόρον Βασιλείαν. Ώ, πόσον θαυμάσιαι αι οδοί του Θεού! Ο ίδιος ο άνθρωπος δεν δύναται να ανακαλύψη αυτάς, αλλά το Πνεύμα, το εκ του Θεού εκπορευόμενον, δια της εμφανίσεως Αυτού φωτίζει προ ημών την θαυμαστήν ταύτην είσοδον προς την αιώνιον σωτηρίαν. «Όταν δε έλθη ο Παράκλητος Όν Εγώ πέμψω υμίν παρά του Πατρός, το Πνεύμα της αληθείας Ό παρά του Πατρός εκπορεύεται, Εκείνος μαρτυρήσει περί Εμού 125 και οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν. ιε’ 26 και ιστ’ 13). Δεν είναι δυνατόν να μη αναμέλψωμεν ύμνον προς τον Θεόν, όταν εξερχώμεθα εκ της φλογός της μετανοίας, ήτις αθεάτως μετεποίησεν ημάς εις νέαν μορφήν του είναι, καταφλέξασα παν ό,τι ήτο εν ημίν φθαρτόν, καταθλιπτικόν δι’ ημάς ως βαρύ φορτίον. Πώς και τίς θα περιέγραφε την στάσιν ημών εν τη φλογί ταύτη; Πώς και εις ποίον είναι δυνατόν να προτείνωμεν την πείραν ταύτην; Είναι φυσικόν να ευχώμεθα εις πάντας και εις έκαστον άνθρωπον την ανάβασιν εις το Θείον Είναι· τις όμως θα υπομείνη τας βασάνους του άδου εκφυγών την εσχάτην απόγνωσιν; Εξετάζων εαυτόν, καταδεδικασμένον να ζη εν τω φοβερώ δια την ιστορίαν της Γης εικοστώ αιώνι, τείνω να πεισθώ ότι δια πλείστους εκ των συγχρόνων μου ενδέχεται να μη υπάρχη άλλη οδός. Ήδη, πλέον ή άπαξ, ετόλμησα να εκφράσω την πείραν μου: Η προσευχή της ολοκληρωτικής μετανοίας ενώπιον του Δημιουργού ημών διέρχεται δια μέσου όλων των πνευματικών δοκιμασιών, των δυνατών δια τας κτιστάς «κατ’ εικόνα Θεού» υπάρξεις. Η «εικών» και η «ομοίωσις» του ανθρώπου προς τον Κύριον σαφώς μαρτυρούν ότι έκαστος εξ ημών δύναται να γίνη «κύριος», ουχί άλλως, ει μη εάν νικήση – ουχί βεβαίως δια της αυτού δυνάμεως, αλλά δια της εις Χριστόν πίστεως (βλ. Ιωάν. ε’ 4‐5) – παν ό,τι πληροί τον ορατόν και νοητόν κόσμον (βλ. Ιωάν. ιστ’ 33). Εν τω βιβλίω του Ιώβ αναγινώσκομεν: «Και είπεν ο Κύριος τω διαβόλω: Πόθεν παραγέγονας; Και αποκριθείς ο διάβολος τω Κυρίω είπε· περιελθών την γην και εμπεριπατήσας την υπ’ ουρανόν 126 πάρειμι» (Ιώβ α’ 7). Εν τη Αγία Γραφή συχνάκις ο «ουρανός» υποδηλοί την Θείαν σφαίραν, ενώ το «υπ’ ουρανόν», τον κτιστόν κόσμον. Δεν υπάρχει τοιούτον μέρος επί της γης ούτε εν όλω τω κόσμω, όπου θα ήτο δυνατόν να αποφύγωμεν την συνάντησιν μετά του διαβόλου. Και εάν ο τελευταίος ούτος ελέγχη ουχί μόνον την οικουμένην, αλλά και πάντα τον λοιπόν κόσμον ως «άρχων του κόσμου τούτου», τότε, όπου και εάν ευρισκώμεθα, «τοπικώς» ή πνευματικώς, θα έλθη ούτος να πειράση ημάς. Ο μακάριος Γέρων Σιλουανός ομιλών περί τούτου του θέματος έλεγε: «Νους παλαίει προς νουν … ο νους ημών μετά του νοός του εχθρού» (Άγ. Σιλουανός, Κεφ. XVII, Περί λογισμών και περί πλάνης). Επλησίασεν ούτος εισέτι και τον Χριστόν, όντα εν τη ερήμω, πειράζων Αυτόν (βλ. Ματθ. δ’ 1‐11, βλ. Λουκ. δ’ 1‐14). Προ της εν Γεθσημανή προσευχής, ο Κύριος είπεν εις τους μαθητάς Αυτού: «Έρχεται … ο του κόσμου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιωάν. ιδ’ 30). Τί κατ’ ουσίαν προσπαθώ να είπω; Ακριβώς τούτο, ότι εις όλας τας βαθμίδας της αναβάσεως ημών προς τον Θεόν ο εχθρός θα ακολουθή και θα πειράζη ημάς. Και όταν ημείς ασθενώμεν σοβαρώς εφ’ όλων των επιπέδων της υπάρξεως ημών, ή παραδιδώμεθα εις υπερήφανον λογισμόν περί ημών των ιδίων, επιχειρεί ούτος να αποτρέψη ημάς από του Θεού. Έστω και εάν δεν απαριθμήσωμεν την πολυμορφίαν των δοκιμασιών, τας οποίας μέλλει να διέλθη ο ασκητής του Χριστού – εγχείρημα όντως ακατόρθωτον –, θα παραθέσωμεν εν τούτοις πολέμους τινας μετά του «νοος του εχθρού», θα επισημάνωμεν δε ολίγους εξ αυτών ουχί άνευ φόβου. Εν τω δεκάτω κεφαλαίω του βιβλίου μου περί του Αγίου Σιλουανού (σελ. 2‐2) έγραφον τα ακόλουθα: 127 «Δεν είναι πάντοτε άπονον δια τον άνθρωπον να οδεύη κατά Θεόν. Κατά την περίοδον της άρσεως της χάριτος, ήτις συνήθως διαρκεί επί σειράν ετών, ο Θεός δυνατόν να φανή εις την ψυχήν ανίλεως. Μη επιτυγχάνων του ελέους του Θεού, παρά την εσχάτην δια τας δυνάμεις αυτού άσκησιν, και τον κόπον, ο άνθρωπος πάσχει τοσούτον δεινώς, ώστε, εάν ηδύνατο, θα ηρνείτο εντελώς πάσαν ύπαρξιν. »Εις τί συνίσταται το πάθος αυτού; Η απάντησις εις το ερώτημα τούτο δεν είναι εύκολος. »Γνωρίσασα τον Θεόν, γνωρίσασα την εν τω φωτί του Προσώπου του Θεού ζωήν, η ψυχή εις ουδέν πλέον εν τω κόσμω ευρίσκει χαράν ή ικανοποίησιν και επ’ ουδενός δύναται να αναπαυθή, και όμως το παν περιβάλλει αυτήν, πλην του Θεού. Ό,τι εγνώρισεν ως κακόν, ως σκότος, πάσα δαιμονική ενέργεια, παρενοχλεί αυτήν, και το μαρτύριον των παθών κατά καιρούς εγγίζει την υστάτην έντασιν, ενώ ο Θεός, θα έλεγε τις, αποστρέφεται τον άνθρωπον και δεν προσέχει εις ουδεμίαν κραυγήν αυτού. Ως το πλέον ανυπεράσπιστον όν κρέμαται ούτος επάνω της φοβεράς αβύσσου και επικαλείται την βοήθειαν του Θεού, αλλ’ ουδείς στεναγμός αυτού εισακούεται. Ο Θεός φαίνεται ως ουδόλως ενδιαφερόμενος δια το πάθος αυτού … Αναγνωρίζει (η ψυχή) την αλήθειαν της κρίσεως του Θεού, αλλ’ ο πόνος αυτής δεν ελαττούται. Ουχί κατά φαντασίαν, αλλά εν αληθεία βυθίζεται εις την σκιάν του θανάτου και μη ευρίσκουσα μετ’ αυτής τον Θεόν, τον Οποίον επικαλείται ημέρας και νυκτός, η ψυχή οδυνάται φρικτώς. (Τοιαύτας ημέρας εγκαταλείψεως υπό του Θεού επιλέγει ιδιαιτέρως ο εχθρός). Εγείρεται το ερώτημα: δια τί πάντα ταύτα; »Τον καιρόν της δοκιμασίας η ψυχή δεν δύναται να 128 δεχθή τούτο ως εκδήλωσιν του μεγαλείου της αγάπης ή της εκτιμήσεως του Θεού προς αυτήν, ως επιθυμίαν Αυτού να καταστήση τον ασκητήν κατ’ εικόνα Αυτού κύριον και βασιλέα, να μεταδώση εις αυτόν την αγιότητα και το πλήρωμα της θείας υπάρξεως. Η ψυχή γνωρίζει μόνον έν: Ο Θεός εγκατέλειψεν αυτήν, επιλάμψας εις αυτήν το Φως Αυτού, και ούτως επλήθυνεν αμέτρως τας οδύνας αυτής. Και όταν εξηντλημένη έως τέλους δεν βλέπη τον Θεόν να κλίνη προς αυτήν εν τη ευσπλαγχνία Αυτού, τότε επιπίπτουν επ’ αυτής τοιαύται σκέψεις και αισθήματα, περί ών τηρείται σιωπή». Ιδού, ευρίσκομαι ενώπιον διλήμματος: Να εμπιστευθώ άρα γε εις την ωριμότητα των συγχρόνων μου και να ομιλήσω μετ’ αυτών ως μετά διψώντων αυθεντικόν λόγον περί τελειότητος, ή να φεισθώ της νηπιώδους αδυναμίας αυτών; Παρακαλώ πάντα αναγνώστην των σελίδων τούτων να προσεύχηται υπέρ εμού, ώστε να μη προξενηθή ζημία αντί ωφελείας εις οιανδήποτε ψυχήν. Ο εχθρός εις παρομοίας περιπτώσεις παρωθεί την ψυχήν μέχρις ανταρσίας κατά του Θεού. Από της στιγμής της πτώσεως ο εχθρός έλαβεν εξουσίαν να εισδύη εις τα εσώτερα βάθη του είναι ημών και εκεί να αιτιάται τον Θεόν δι’ όλα τα παθήματα του κόσμου, διότι Ούτος εδημιούργησεν αυτόν. Η μη κατανόησις τούτων αποβαίνει ομοία προς δεσμά φυλακής· και η καρδία και ο νους ταράσσονται. Ο πειραστής επιχειρεί να ωθήση τον άνθρωπον εις τα άκρα: Να διαπράξη παν το εναντίον προς τον Θεόν. Δεν θα επεκταθώ επί τούτου. Θα ήτο δυνατόν να παρομοιάσωμεν τινας εκ την ενεργειών του εχθρού προς καυστικά υγρά χεόμενα επί βλεννογόνου υμένος, και άλλας προς διαπεραστικόν ψυχρόν άνεμον ή πνιγηρόν λίβαν. 129 Εν τούτοις κατά καιρούς, ως να προστατευώμεθα, τρόπον τινά, από πάντων των ανέμων, βλέπομεν εκ του καταφυγίου ημών μόνον τα διωκόμενα νέφη, τας σειομένας κορυφάς των δένδρων, και συμπεραίνομεν εκ τούτου ότι διέρχεται θύελλα, ότι αύτη είναι ισχυρά, αλλ’ όμως δεν φθάνει μέχρις ημών. Τότε ημείς, ως ελεύθεροι παρατηρηταί, παρακολουθούμεν τους λογισμούς, οίτινες περιφέρονται εις την περιβάλλουσαν ημάς ατμόσφαιραν, αλλ’ όμως δεν έχουν εξουσίαν εφ’ ημών. Τούτο συμβαίνει μόνον εις εκείνους, οίτινες εγνώρισαν την ενέργειαν της χάριτος, εις εκείνους εντός των οποίων ερρίφθη ο Θείος σπόρος. Οι άπειροι όμως ομοιάζουν προς αδαείς ανθρώπους, οίτινες εισήλθον εις αίθουσαν εκθέσεως ή μουσείου και δεν γνωρίζουν ποίον έργον φέρει επ’ αυτού σφραγίδα υψηλής μεγαλοφυΐας και ποίον είναι μέτριον ή και ανάξιον προσοχής. Συχνάκις η προτίμησις αυτών κλίνει προς τα πλέον ευτελή έργα. «Ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. στ’ 12). Πάντα τα πνεύματα ταύτα «της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» προσβάλλουν σφοδρώς την απαλυνθείσαν δια της μετανοίας καρδίαν και τον ανανήψαντα δια της παραστάσεως ενώπιον του Θεού νουν. Τα πνεύματα ταύτα εισβάλλουν μετά θρασύτητος εντός ημών και ενεργούν δια τοιούτου τρόπου, ώστε να εκλαμβάνωμεν τους υποβληθέντας εις ημάς υπό του εχθρού λογισμούς και τα αισθήματα ως προερχόμενα εξ ημών των ιδίων. Όντως μετά την πτώσιν αι δαιμονικαί υποβολαί ευρίσκουν εν ημίν απήχησίν τινα. Ένεκα τούτου η ορμή της μετανοίας 130 αποκτά τοιαύτην δύναμιν, ώστε το πνεύμα ημών εξέρχεται εκ των σχημάτων του κόσμου τούτου εις την νοεράν απειρότητα, και «εκεί», μόνον ενώπιον του Μόνου, παρίσταται απογεγυμνωμένον, αποδεχόμενον αρρήτως την γνώσιν περί του χαρακτήρος της πτώσεως ημών και της Θείας αιωνιότητος. Ο Παύλος, επειδή υπήρξε διώκτης της Εκκλησίας και φονεύς των πιστών, είχε λόγον μετανοίας. Υποθέτω, ουχί ανευθύνως, ότι η αρπαγή ή η έκστασις αυτού συνετελέσθη εν παροξυσμώ απεγνωσμένης μετανοίας. Ο ίδιος γράφει περί του γεγονότος τούτου: «Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ …, είτε εν σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν, αρπαγέντα τον τοιούτον έως τρίτου ουρανού … εις τον παράδεισον, και ήκουσεν άρρητα ρήματα, ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β’ Κορ. ιβ’ 2‐4). Προς τους Ρωμαίους δε έγραφε: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα; Καθώς γέγραπται ότι ένεκα Σου θανατούμεθα όλην την ημέραν· ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής. Αλλ’ εν τούτοις πάσιν υπερνικώμεν δια του αγαπήσαντος ημάς. Πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ. η’ 35‐). Δεν είναι δύσκολον να εννοήσωμεν ότι ο Παύλος διήλθε πολλάκις δια του πυρός των δοκιμασιών, αίτινες περιγράφονται εις τους προαναφερθέντας λόγους αυτού. Εν τω βιβλίω μου περί του Αγίου Σιλουανού (Κεφ. XII, σελ. 292‐3), επί τη βάσει της πείρας των συγχρόνων ασκητών, προσέθεσα 131 επεξηγήσεις τινας εις τους λόγους του μεγάλου Αποστόλου. Έγραφον: «Από της αγάπης του Θεού αποσπούν τον ασκητήν αι διαμαρτυρίαι του λογικού αυτού, όπερ δεν δύναται να περιλάβη ή να δεχθή τον νόμον του Χριστού, όστις φαίνεται εις αυτόν μωρία. Κατά τας στιγμάς της Θεοεγκαταλείψεως αι διαμαρτυρίαι αύται είναι δυνατόν να προσλάβουν εξαίρετον δύναμιν. »Από της αγάπης του Θεού θα χωρίζουν τον αγωνιστήν: άλλοτε η επιθυμία της ζωής, άλλοτε ο φόβος του θανάτου· άλλοτε η τάσις προς τας ηδονάς, άλλοτε αι ασθένειαι, η πείνα ή ο διωγμός και τα παρόμοια παθήματα· άλλοτε το ύψος και το φως ετέρων τινών αποκαλύψεων και επιτευγμάτων, άλλοτε το βάθος και το υπέροχον βιωμάτων τινών· άλλοτε το μεγαλείον άλλων τινών κατακτήσεων ή το εύρος άλλων τινών δυνατοτήτων· άλλοτε αι οράσεις αγγέλων και ουρανίων όντων, άλλοτε αι προσβολαί των φρικαλέων σκονεινών πνευμάτων. »Δυνάμεθα να βεβαιώσωμεν πλήρως ότι, καθ’ οδόν προς την απόκτησιν της θείας αγάπης, ο χριστιανός αθλητής συναντά όλην την σειράν των δυνατών πειρασμών και δοκιμασιών (ώστε) … πάσαι αι ανθρώπιναι οδοί (να) είναι γνωσταί εις τον χριστιανόν αθλητήν, ενώ αι οδοί αυτού (να) παραμένουν κεκρυμμέναι από των αλλοτρίων οφθαλμών (Α’ Κορ. β’ 15‐16) ». Γνωρίζω ότι ουδέν είμαι, εν τούτοις, παρά την μηδαμινότητα μου, ο πόνος και τα παθήματα μου δεν φαίνονται εις εμέ ανάξια προσοχής. Και ο Κύριος, Όστις έδωκεν εις ημάς την εντολήν «οράτε μη καταφρονήσητε ενός των μικρών τούτων» (Ματθ. ιη’ 10), δεν παρείδε την κραυγήν μου «και εισήκουσε μου και εκ πασών των θλίψεων 132 μου έσωσε με» (πρβλ. Ψαλμ. λγ’ 7). Εις τας παραφόρους προσευχάς μου συχνάκις ήμην ασυγκράτητος και τολμηρός, αλλ’ Ούτος απεκρίνετο εν ιλαρότητι και πραότητι, μη εξουθενών την αμάθειάν μου. Προσευχόμενος ανέμενον απάντησιν και συγχρόνως δεν είχον το θάρρος να ελπίσω περί αυτής. Παρά πάσαν προσδοκίαν, Ούτος ήλθεν. Όλως ανέλπιστος ήτο ο τρόπος της εμφανείας Αυτού. Οι εχθροί απεχώρησαν. Ούτος ενίκησε και αυτούς και εμέ. Παράδοξον! Δια πρώτην φοράν ησθάνθην ανεκλάλητον χαράν δια την ήτταν μου. Ο Θεός είναι ασυλλήπτως μέγας! Ακούομεν και αναγινώσκομεν τους λόγους περί του μεγαλείου Αυτού, αλλ’ είναι εντελώς διάφορον να λάβη τις πείραν του μεγαλείου τούτου. Ουδείς και ουδέν δύναται δι’ οιουδήποτε τρόπου να μειώση την άναρχον Αυτού κυριότητα, αλλ’ ο Ίδιος σμικρύνει ωσαύτως Εαυτόν εις ακατάληπτον δι’ ημάς βαθμόν: Εν τη ευθραύστω σαρκί ημών Ούτος έφθασε το απόλυτον. Νυν γνωρίζω εκ πείρας ότι Ούτος διψά την τελείωσιν ημών. Παραχωρών εις ημάς τον βαρύν πόλεμον εναντίον του εχθρού και ημών των ιδίων εν τη πτώσει ημών, επιθυμεί να ίδη ημάς νικητάς. Εάν δεν εγκαταλείψωμεν Αυτόν, έτι και εν τη άκρα εξουδενώσει ημών υπό των εχθρών, τότε Ούτος οπωσδήποτε θα έλθη. Νικά Ούτος, ουχί ημείς. Την νίκην όμως θα αποδώση εις ημάς, διότι ημείς υπεμείναμεν τον πόνον. Η φύσις ουδέποτε επαναλαμβάνει ακριβώς εαυτήν. Έτι πλέον, δεν υπάρχουν απολύτως ταυτόσημοι επαναλήψεις εν τω είναι των λογικών υπάρξεων. Η καρδία εκάστου ανθρώπου επλάσθη υπό του Θεού «κατά μόνας» (Ψαλμ. λβ’ 15). Είναι η καρδία ενός συγκεκριμένου προσώπου‐υποστάσεως, και επομένως ως τοιαύτη είναι ανεπανάληπτος.


Εν τη εσχάτη αυτής τελειώσει εκάστη υπόστασις θα λάβη το οριστικόν δι’ όλην την αιωνίοτητα όνομα, γνωστόν μόνον εις τον Θεόν και εις εκείνον τον άνθρωπον, όστις θα φέρει το όνομα τούτο (βλ. Αποκ. β’ 17). Ούτως, καίτοι η ζωή πάντων των σεσωσμένων θα είναι μία, καθώς Μία είναι η Βασιλεία της Αγίας Τριάδος (βλ. Ιωάν. ιζ’ 11, 21‐22), όμως η υποστατική αρχή εις έκαστον θα παραμείνη αναλλοίωτος. Εάν τα δεδομένα αυτά της Αποκαλύψεως είναι αξιόπιστα, τότε κατανοείται και εκείνη η άποψις ότι δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρξη έν σύστημα ή πρόγραμμα ή πορεία αναπτύξεως κοινή δι’ όλους. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ουδαμώς υπάρχουν και γενικαί αρχαί. Ούτω παρατηρούμεν έν σχεδόν απαραλλάκτως επαναλαμβανόμενον φαινόμενον εις την τάξιν της πνευματικής ημών ζωής, ουχί εν ταις λεπτομερείαις, αλλ’ ως προς την γενικήν αρχήν: Ο άνθρωπος, άμα τη επιστροφή αυτού προς τον Θεόν, λαμβάνει την χάριν, ήτις συνοδεύει και φωτίζει αυτόν, διδάσκουσα αυτόν πολλά μυστήρια της μυστικής εν τω Θεώ ζωής. Ύστερον όμως η χάρις αναποφεύκτως θα αποχωρήση απ’ αυτού, τουλάχιστον κατά την αισθητήν αυτής δύναμιν, και ο Θεός θα αναμένη την απάντησιν ημών εις την εκχυθείσαν υπ’ Αυτού δωρεάν. Η δοκιμασία αύτη της πιστότητος ημών έχει διπλούν νόημα: Πρώτον μεν, είναι απαραίτητον δι’ ημάς να δείξωμεν την ελευθερίαν και την σύνεσιν ημών· να αναπτύξωμεν και να αναγάγωμεν, ει δυνατόν, μέχρι τελειότητος το προνόμιον της ελευθερίας δια τον αυτοπροσδιορισμόν ημών εν τη σφαίρα της αιωνιότητος. Δεύτερον δε, είναι αναγκαίον να δώσωμεν εις τον Πατέρα ημών τον Ουράνιον την δυνατότητα να παραδώση εις 134 ημάς, εις αιώνιον κληρονομίαν, παν ό,τι Ούτος έχει, διότι πάσα εξ ύψους δωρεά αφομοιούται υφ’ ημών μόνον δια παθημάτων. Μετά τούτο, εάν επιδείξωμεν ασάλευτον πιστότητα, ο Θεός έρχεται εκ νέου και ενοικεί δια παντός εν τω ανθρώπω, όστις κατέστη ικανός να περιλάβη το Πυρ της Πατρικής Αγάπης (βλ. Ιωάν. ιδ’ 23, Λουκ. ιστ’ 10‐12). Ούτως, καίτοι δεν υπάρχουν γενικαί αρχαί ως πρότυπα της εν Θεώ ημών ζωής, υπάρχουν όμως θεμελιώδεις αρχαί, τας οποίας οφείλομεν να φέρωμεν εν τη συνειδήσει ημών, ώστε να τελέσωμεν τον δρόμον ημών εν συνέσει και μη γίνωμεν θύματα της αγοίας ημών περί των οδών της σωτηρίας. «Ο Θεός, ο Σωτήρ ημών, μη αποκρύψης απ’ εμού το μυστήριον των οδών του σωτηρίου Σου». Δια τον χριστιανόν, ως ημείς εννοούμεν αυτόν, η οδός προς τον Πατέρα διέρχεται μόνον δια του Υιού. «Πάντα όσα έχει ο Πατήρ Εμά εστιν» (Ιωάν. ιστ’ 15). Εν τη προαιωνίω γεννήσει του Υιού ο Πατήρ εξέχεεν επ’ Αυτόν άπαν το πλήρωμα του Είναι Αυτού, ως εκ τούτου δε ο Υιός είναι εν παντί ίσος προς τον Πατέρα: Είναι το τέλειον πλήρωμα της φανερώσεως του Πατρός, η ζωή του Πατρός, η ισχύς, η παντοδυναμία, η εξουσία, η Βασιλεία, η σοφία, η παγγνωσία, το δημιουργείν, η αγάπη Αυτού … «Ο εωρακώς τον Υιόν εώρακε τον Πατέρα» (πρβλ. Ιωάν. ιδ’ 9). «Ο μισών τον Υιόν και τον Πατέρα μισεί» (πρβλ. Ιωάν. ιε’ 23). «Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον· ο δε απειθών τω Υιώ ουκ όψεται ζωήν, αλλ’ η οργή του Θεού μένει επ’ αυτόν» (Ιωάν. γ’ ). Δια του Αγίου Πνεύματος, του εκ του Θεού εκπορευομένου και εν τω Υιώ αναπαυομένου, γνωρίζεται ο Υιός εν τη Θεότητι Αυτού και τη υπ’ Αυτού προσληφθείση ανθρωπότητι. Εν τω Αυτώ δε Πνεύματι ζώμεν και τον Πατέρα. Έκαστος λόγος του Χριστού είναι αλήθεια, ήτις δεν υπόκειται εις την ανθρωπίνην κρίσιν. Έχομεν πανταχού την μαρτυρίαν περί της μοναδικότητος Αυτού ως Υιού και Λόγου του Πατρός. Και ο Ίδιος τονίζει τούτο κατηγορηματικώς: «Πάντες όσοι ήλθον προ εμού κλέπται εισί και λησταί» (Ιωάν. ι’ 8). Και δι’ όσους ήλθον μετά την έλευσιν Αυτού και μέλλουν εισέτι να εμφανισθούν, λέγει: «Βλέπετε μη τις υμάς πλανήση. Πολλοί γαρ ελεύσονται επί τω ονόματι Μου λέγοντες, εγώ ειμι ο Χριστός (Μεσσίας), και πολλούς πλανήσουσι … Τότε εάν τις υμίν είπη, ιδού ώδε ο Χριστός, ή ώδε, μη πιστεύσητε· εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς. Ιδου προείρηκα υμίν. Εάν ουν είπωσιν υμίν, ιδού εν τη ερήμω εστί, μη εξέλθητε, ιδού εν τοις ταμείοις, μη πιστεύσητε. Ώσπερ γαρ η αστραπή εξέρχεται από ανατολών και φαίνεται έως δυσμών, ούτως έσται και η παρουσία του Υιού του ανθρώπου» (Ματθ. κδ’ 4‐5, 23‐ 27). Δεν δύναται να υπάρξη αμφιβολία ότι ο Κύριος διαχωρίζει εαυτόν εκ πάντων των άλλων, των δήθεν «διδασκάλων της ανθρωπότητος»: «Είς γαρ υμών ο Διδάσκαλος, ο Χριστός· πάντες δε υμείς αδελφοί έστε» (Ματθ. κγ’ 8). Η ιστορία εγνώρισεν εις το παρελθόν πολλάς αποπείρας να τεθή ο Χριστός επί του αυτού επιπέδου μετά των άλλων διδασκάλων, προφητών και ιδρυτών θρησκειών. Παρόμοιαι απόπειραι επληθύνθησαν επί των ημερών ημών, και πρέπει να αναμένωμεν ότι θα αυξάνουν και εις το μέλλον. Πάσαι αύται συγκλίνουν εις έν: εις την 1 άρνησιν της αποδοχής της ανάρχου Θεότητος του Χριστού, τουτέστιν εις την άρνησιν της παραδοχής της απολύτου Αυτού αυθεντίας, την οποίαν διεκήρυξεν η Α’ Οικουμενική Σύνοδος (325 μ.Χ.). Το άναρχον Φως κοινωνείται εις ημάς δια της ενσαρκώσεως του Λόγου του Πατρός. Όπου απορρίπτεται το μέγα τούτο «της ευσεβείας μυστήριον» (Α’ Τιμ. γ’ 16), εκεί δεν πρέπει να αναμένωμεν γνώσιν αληθείας. Εν τω Χριστιανισμώ συνενούνται το άκρως ψηλαφητόν και το απολύτως απρόσιτον του Θεού. Τρώγομεν το Σώμα του σαρκωθέντος Θεού και πίνομεν το Αίμα Αυτού: Γινόμεθα μέλη του Σώματος Αυτού (Εφες. ε’ 30). Εν τη μεθέξει του λόγου Αυτού ο κτιστός ημών νους ενούται μετά του προαιωνίου Θείου Νοός. Και συγχρόνως: «Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται» (Α’ Ιωάν. δ’ 12)· «Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων … φως οικών απρόσιτον, Όν είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται» (Α’ Τιμ. στ’ 15‐16). Ο Θεός, Όστις εν τη ουσία Αυτού είναι επέκεινα πάσης εννοίας, παντός ονόματος ή εικόνος, γνωρίζεται εν τη αιωνοβίω πείρα της Εκκλησίας του Χριστού. Και οι Πατέρες ημών δια της υπερτάτης εφικτής εις τον άνθρωπον εμπειρίας εγένοντο μέτοχοι αυτής της γνώσεως, την οποίαν παρέδωκαν εις ημάς ως πολύτιμον και αναφαίρετον κληρονομίαν (βλ. Λουκ. ι’ ). Ο ταπεινός ημών Θεός δεν καταφρονεί της μηδαμινότητος ημών και δεν αρνείται εις ημάς την εν μακαριότητι γνώσιν Αυτού, κατά το μέτρον της ευδοκίας Αυτού προς τον άνθρωπον (βλ. Ματθ. ια’ 27). Η οδός ημών προς την γνώσιν του Θεού δεν διέρχεται δια των βιβλίων, αλλά δια της πίστεως εις τον λόγον του Χριστού· δια της πίστεως ταύτης, εισάγεται ο νους 1 ημών εις την καρδίαν, ήτις συνέχεται υπό της φλογός της αγάπης προς τον Χριστόν. Κατερχόμεθα εις την άβυσσον του ωκεανού τούτου, εις την καρδίαν του ανθρώπου. Γνωρίζομεν το επίπονον της καταδύσεως ταύτης: Προϋποθέτει πλήθος παθημάτων. Εκεί, εις τα βάθη, η χείρ του Θεού εναγκαλίζεται ημάς τρυφερώς και ανάγει ημάς εις τον ουρανόν. Εν τούτοις, η έως του ουρανού ανύψωσις είναι δυνατή, εάν υπάρχη προς τούτο η ενέργεια του πόνου της αγάπης. Εν τω βιβλίω τούτω πολλάκις ομιλώ περί «πόνου», και ενίοτε καταλαμβάνομαι υπό φόβου μη τυχόν τινες δεν εννοήσουν ορθώς τον ασκητικόν τούτον όρον. Εκείνος ο πόνος, περί του οποίου γράφω, είναι η επωδός της εν Θεώ ζωής μου. Δεν δύναμαι να επιλησθώ αυτού. Ο πόνος ούτος ουδόλως ομοιάζει προς τον φυσικόν ή τον ψυχικόν, καίτοι, ουχί σπανίως, περιλαμβάνει και τας κατωτέρας ταύτας μορφάς του πόνου. Είναι πόνος Θείας αγάπης, όστις αποσπά τον προσευχόμενον εκ του κόσμου τούτου και εισάγει αυτόν εις έτερον κόσμον. Όσον βαθύτερος είναι ο πνευματικός πόνος, τοσούτον ισχυροτέρα και η έλξις προς τον Θεόν· όσον δυναμική η κατάστασις ημών εις τα βάθη του ατέρμονος ωκεανού των παθημάτων, τοσούτον ασφαλής και η ανάβασις του πνεύματος ημών εις τον ουρανόν. Όταν δε το πνεύμα εισάγηται εις την φωτοφόρον σφαίραν των ουρανών, τότε ο πόνος μεταβάλλεται ωσαύτως εις αφόρητον χαράν θριαμβευούσης αγάπης. Και επανέρχεται κατ’ ουσίαν η αυτή κατάστασις: Το έσχατον πάθος συνενούται μετά της άκρας χαράς. Αυτή ακριβώς η διάστασις ζωής διακρίνει τον μετανοούντα. Το Άγιον Πνεύμα μεταφέρει αυτόν εις απροβλέπτους οριακάς περιοχάς, όπου ούτος 1 δέχεται την πρόγευσιν της Θείας παγκοσμιότητος. Παρατηρήσατε τον Χριστόν πώς εβίωσε τας συνθήκας της γης μετά την πτώσιν του Αδάμ. Εν Αυτώ συνεδυάζοντο η Θεία παντοδυναμία μετά της ασθενούς σαρκός. Ανάλογόν τι συμβαίνει και εις ημάς: «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ» (Φιλ. δ’ 13). Ό,τι είναι ο Κύριος κατά την φύσιν της Θεότητος, τούτο λαμβάνουν οι άνθρωποι κατά χάριν. Και όστις εξομοιούται προς τον Χριστόν κατά τας επιγείους εκδηλώσεις αυτού, ούτος φυσικώ τω τρόπω εξομοιούται προς Αυτόν και επί του Θείου επιπέδου. Τα πνευματικά παθήματα είναι πραγματικότης αστάθμητος, και εις την πλειονότητα των ανθρώπων αδιόρατος. Η αγάπη του Θεού γεννά εν ημίν ολόκληρον κλίμακα ποικίλων μαρτυρίων του πνεύματος, περί των οποίων οφείλομεν να ομιλώμεν ως περί υπερφυσικών, μεταφυσικών φαινομένων. Οι διερχόμενοι δια τοιούτων παθημάτων ενδέχεται να ζουν υπό εξωτερικάς συνθήκας ουχί χείρονας ή όσον αι των συνανθρώπων αυτών, αλλ’ η ψυχή αυτών δεν ικανοποιείται εις ουδένα πλούτον, ουδεμίαν πολυτέλειαν, εις προνόμια ή εξουσίαν, ουδέ εισέτι εις την δόξαν του κόσμου τούτου. Η ψυχή εν τη φορά αυτής προς τον Άναρχον Θεόν πάσχει εκ της στενότητος της καθ’ ημέραν ζωής· πάσχει, διότι ησθάνθη την πνοήν του Αγίου Πνεύματος. Η θλίψις αυτής είναι δριμυτέρα της θλίψεως μητέρων κοπτομένων επί των νεκρών τέκνων αυτών. Ο πρώτος λόγος του Κυρίου μετά την επιστροφήν Αυτού εκ της ερήμου ήτο: «Μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. δ’ 17). Αυτός ο Ίδιος είναι 1 και η Βασιλεία. Και ιδού, ημείς οι άνθρωποι, βλέπομεν Αυτόν. Εγένετο τοσούτον οικείος μεθ’ ημών, ώστε ουχί μόνον κατέστη δυνατόν να ίδωμεν Αυτόν, αλλά «και αι χείρες ημών εψηλάφησαν» (Α’ Ιωάν. α’ 1). Και όταν η «ψηλαφητή» εικών του προαιωνίου Θεού τρώση την ψυχήν ημών δια του μεγαλείου της αγάπης Αυτού, τότε αύτη ουδέποτε δύναται να επιλησθή του θαύματος τούτου. «13. Ομοία εστίν η βασιλεία των ουρανών θησαυρώ κεκρυμμένω εν τω αγρώ, όν ευρών άνθρωπος έκρυψε, και από της χαράς αυτού υπάγει και πάντα όσα έχει πωλεί και αγοράζει τον αγρόν εκείνον. 13. Πάλιν ομοία εστίν η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω εμπόρω ζητούντι καλούς μαργαρίτας· 13. ός ευρών ένα πολύτιμον μαργαρίτην απελθών πέπρακε πάντα όσα είχε και ηγόρασεν αυτόν» (Ματθ. ιγ’ ‐). Εν ταις παραβολαίς ταύταις ο Κύριος ομιλεί περί εκείνου, όπερ ακριβώς έχω νυν κατά νουν. Ατενίσας εν πνεύματι εις το κάλλος του Θεού, ο άνθρωπος εγκαταλείπει παν ό,τι ήδη κατέχει εν τω κόσμω τούτω, όπως αποκτήση εκείνον τον «θησαυρόν», εκείνον τον «μαργαρίτην». Όταν το Πνεύμα το Άγιον εμφανίζη εις το πνεύμα ημών εν τω ακτίστω Φωτί την Θείαν πραγματικότητα, τότε η ψυχή έχει ανάγκην ανδρείας, ώστε να πιστεύση εις την δοθείσαν θεωρίαν: Αύτη υπερβαίνει αμέτρως παν ό,τι ημείς γνωρίζομεν εν τη συνήθει ζωή. Όστις έλαβε πείραν της καταστάσεως αυτής δύναται να εννοήση πως τον δισταγμόν της Αγίας Παρθένου Μαρίας κατά τον ευαγγελισμόν Αυτής υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ. Και μόνον ότε απεκαλύφθησαν εις Αυτήν και τα παθήματα εκείνα, μετά των οποίων συνεδέετο η διακονία Αυτής προς τον κόσμον, απήντησεν: «Ιδού η Δούλη Κυρίου· 1 γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου. Και απήλθεν απ’ αυτής ο Άγγελος. Αναστάσα δε Μαριάμ εν ταις ημέραις ταύταις επορεύθη εις την ορεινήν μετά σπουδής εις πόλιν Ιούδα, και εισήλθεν εις τον οίκον Ζαχαρίου και ησπάσατο την Ελισάβετ. Και εγένετο ως ήκουσεν η Ελισάβετ τον ασπασμόν της Μαρίας, εσκίρτησεν το βρέφος εν τη κοιλία αυτής· και επλήσθη Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ και ανεφώνησε …: Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου. Και πόθεν μοι τούτο ίνα έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου προς με; … Και μακαρία η πιστεύσασα ότι έσται τελείωσις τοις λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου». Ότε όμως έλαβε την διαβεβαίωσιν περί του αληθούς της αποκαλύψεως, ήτις εδόθη εις Αυτήν, είπε: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω Σωτήρι μου» (Λουκ. α’ ‐, πρβλ. Λουκ. β’ 35). «… Οι δε ένδεκα μαθηταί … ιδόντες Αυτόν προσεκύνησαν Αυτώ, οι δε εδίστασαν» (Ματθ. κη’ 17). Εδίστασαν, διότι το γεγονός υπερέβαινε το μέτρον του ανθρώπου (βλ. Ματθ. κ’ 22, Πράξ. θ’ 15‐16). Εν πρώτοις το άκτιστον Φως αποκαλύπτει την κατάστασιν ημών, ήτις είναι φρικτή· κατερχόμεθα ενσυνειδήτως εις τα κατώτατα μέρη του άδου ημών και βλέπομεν την εξαχρείωσιν ημών, ως ημείς είμεθα. Όταν όμως έλθη το Φως δι’ άλλου πλέον τρόπου, εν δόξη, τότε η τεταπεινωμένη ψυχή έχει ανάγκην όπως ο Ίδιος ο Θεός άρη αυτήν επί των χειρών Αυτού και δώση εις αυτήν την δύναμιν, ίνα βαστάση την άφατον δωρεάν. Η αμαρτία άρχεται δια της ηδονής, καταλήγει όμως εις τραγικόν όλεθρον. Η σωτηρία εκ της εξουσίας 1 της αμαρτίας εφ’ ημών άρχεται δια της επιπόνου μετανοίας, αλλά το τέλος αυτής είναι η νίκη του αγαθού. Ουχί άπαξ ήκουσα τους ανθρώπους να λέγουν: «Είμαι πρόθυμος να δεχθώ την θρησκείαν, εάν αύτη δίδη εις εμέ χαράν». Αλλά ούτοι αναμένουν χαράν εξ αυτής ταύτης της αρχής της πίστεως αυτών, όπερ δεν είναι πάντοτε δυνατόν. Και όμως οι ίδιοι άνθρωποι καταβάλλουν τεράστιον κόπον, όπως εξασφαλίσουν βάσιν τινά δια τον αγώνα προς επιβίωσιν και επιτύχουν προνόμια τινα. Μεγαλύτερος εισέτι αγών απαιτείται υπό των καλλιτεχνών, ίνα τελειοποιηθούν εις τον τομέα της τέχνης, τον οποίον εξέλεξαν. Συχνάκις κατά την διάρκειαν της ζωής αυτών, ποιηταί και ζωγράφοι, συγγραφείς και μουσικοί, υπομένουν προθύμως πάσαν στέρησιν εξ αγάπης προς την τέχνην. Ούτως, και έτι πλέον, εκείνοι εις τους οποίους εδόθη το προνόμιον να ψαύσουν της ουρανίου φλογός υφίστανται μετά χαράς τα πάντα. Ας ίδωμεν την διδαχήν του Χριστού: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών».

Είναι άρα γε ήδη «μακάριοι» νυν, ή μόνον εν τη ερχομένη Βασιλεία; «Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται». Πότε; «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην … Μακάριοι οι ελεήμονες … οι καθαροί τη καρδία … οι ειρηνοποιοί … Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης … Μακάριοι εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς … και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν Εμού. Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς …» (Ματθ. ε’ 3‐12). Είναι άρα γε δυνατόν να πραγματοποιηθούν πάντα ταύτα άνευ κλαυθμού μετά συντριβής, άνευ πλήθους θλίψεων και βαθείας λύπης; Ουχί βεβαίως. Αλλ’ όμως όσον 1 παράδοξον και εάν φαίνηται τούτο, αι ακτίνες της φωτοφόρου Βασιλείας των ουρανών φθάνουν μέχρις ημών, ήδη εξ αυτής ταύτης της αρχής της πίστεως εις τον Χριστόν‐Θεόν. «Αμήν λέγω υμίν ότι ουδείς εστιν ός αφήκεν οικίαν ή γονείς ή αδελφούς ή γυναίκα ή τέκνα ένεκεν της βασιλείας του Θεού, ός ου μη απολάβη πολλαπλασίονα εν τω καιρώ τούτω και εν τω αιώνι τω ερχομένω ζωήν αιώνιον» (Λουκ. ιη’ 29‐30, πρβλ. Μαρκ. ι’ 29‐30). Πάντα, όσα ο Κύριος επαγγέλεται, επιτυγχάνονται δια πολλών παθημάτων υπό της εκζητούσης τον Θεόν ψυχής, ήτις έλκεται προς Αυτόν δια της δυνάμεως της αγάπης. Η αγάπη αύτη οδηγεί το πνεύμα του ανθρώπου προς τον Θεόν δια τοιαύτης δυνάμεως, ώστε εν αυτώ παύουν να ενεργούν πολλαί πρότερον αφομοιωθείσαι σκέψεις και αντιδράσεις. Το πνεύμα του ανθρώπου παρίσταται ως νους Νοΐ τω Πρώτω εν τη απεκδύσει παντός ορατού και παρερχομένου. Η κατάστασις αύτη καλείται παρά τοις ασκηταίς «καθαρά προσευχή». Τότε ο άνθρωπος υπερβαίνει τας κατηγορίας της γης: Δεν είναι ούτος γέρων ή νέος, Έλλην ή Ιουδαίος, Σκύθης ή βάρβαρος, βασιλεύς ή δούλος, πλούσιος ή πένης, σοφός ή ιδιώτης. Πλέον δε τούτου: άρσεν ή θήλυ. Είναι ούτος τότε «καινή κτίσις» εν Χριστώ Ιησού (βλ. Β’ Κορ. ε’ 17, Γαλ. στ’ 15, γ’ 26‐28). Όταν η μετάνοια του χριστιανού φθάση εις την εσχάτην έντασιν, τότε έρχεται ούτος εις σύγκρουσιν μετά του «άρχοντος του κόσμου τούτου» (Ιωάν. ιβ’ 31, ιδ’ 30, ιστ’ 11). Ο νους του εχθρού έχει κοσμικάς διαστάσεις. Ανά μέσον αυτού και ημών διεξάγεται αόρατος πόλεμος. Μετά μεγάλης βεβαιότητος δύναται να λεχθή ότι το 1 πνεύμα του εκ βαθέων μετανοούντος χριστιανού θα συναντήση παν ό,τι ευρίσκεται εντός των ορίων του πνευματικού κόσμου. Ούτως οφείλει να γίνη, διότι η μετάνοια προσεγγίζει τον άνθρωπον εις την ομοίωσιν προς τον Χριστόν, τον Κύριον του κόσμου. Ίνα μεταδοθή εις τον άνθρωπον το πλήρωμα της Θεο‐ομοιώσεως, και ως προς την Κυριότητα, υποβάλλεται ούτος εις δοκιμασίας εφ’ όλων των επιπέδων. Θα εμφανισθούν εις αυτόν πλήθος οράσεων, δυνατών και εις μη χριστιανικάς μυστικιστικάς εμπειρίας. Συναντάται όμως ούτος μετά πάντων των φαινομένων τούτων εν άλλη προοπτική, τρόπον τινα, αντιθέτω. Εκείνο όπερ αναζητούν οι οπαδοί άλλων διδασκαλιών, προς το οποίον ελκύονται, το οποίον ούτοι αποδέχονται ως αλήθειαν, τούτο ζη ο χριστιανός ως πτώσιν εκ της αυθεντικής ζωής. Το εμφανισθέν Θείον Φως καθιστά αυτόν ικανόν να βλέπη τας αβύσσους του άδου, αλλά δια τοιούτου τρόπου, ώστε να διακρίνη τα φάσματα της αληθείας, τα οποία έλκουν προς εαυτά τον άπειρον ασκητήν. «Βλέπετε μη τις υμάς πλανήση» (Ματθ. κδ’ 4). Αι καταστάσεις του πνεύματος του χριστιανού είναι άγνωστοι εις τας αλλοτρίας οδούς. Προ παντός υπερέχει η Άνωθεν καταβαίνουσα αγάπη, η δι’ ευσπλαγχνίας εναγκαλιζομένη άπασαν την κτίσιν. Ενίοτε ο πόνος της αγάπης προς τον Θεόν γίνεται προς στιγμήν όμοιος προς τον πόνον της καρδίας, την οποίαν διαπερά πεπυρακτωμένος σίδηρος, αλλά – πάλιν αλλά – ο πόνος ούτος είναι αναμεμιγμένος μετ’ αφάτου γλυκύτητος και αγάπης περιπτυσσομένης αληθώς τα πάντα. Έπεται ότι και ο πόνος μόνος καθ’ εαυτόν και η χαρά άνευ πόνου θα ήσαν θανατηφόροι δια τον ψυχοσωματικόν ημών οργανισμόν. 1 Εν τελική αναλύσει, μετά παρέλευσιν δεκάδων ετών προσευχής μετανοίας, επείσθην ότι θα ήτο ανεπανόρθωτον σφάλμα να συγχέη τις τον περιγραφέντα υπ’ εμού πόνον της αγάπης του Χριστού μετ’ εκδηλώσεων παθολογικής φύσεως. Τα παθήματα του μετανοούντος δεν είναι ούτε νευρική διαταραχή, ούτε αποτέλεσμα ψυχολογικών συγκρούσεων, ή απωλείας του λογικού ελέγχου· ουδέν το νοσηρόν υπάρχει εν αυτοίς. Απολύτως ουδέν. Τα παθήματα ταύτα, κατά την φύσιν αυτών, ανήκουν εις άλλο επίπεδον του είναι. Είς τινας αρχικάς περιόδους αντανακλώνται ταύτα εφ’ όλου του ανθρώπου, τουτέστι και επί της ψυχής και επί του σώματος, ούτως ώστε πάσχει ο όλος άνθρωπος. Τα πνευματικά όμως κατά Θεόν παθήματα δεν φονεύουν τον άνθρωπον, αλλά ζωοποιούν αυτόν. Δια της οδού ταύτης υπερνικά ο άνθρωπος τας συνεπείας της πτώσεως, ελευθερούται εκ του εν αυτώ ζώντος «νόμου της αμαρτίας» (πρβλ. Ρωμ. ζ’ 23). Δυσχερής είναι η οδός της αναγεννήσεως, της επιστροφής ημών εις την πρωτόκτιστον κατάστασιν, αλλ’ ουδόλως δικαιολογείται οιαδήποτε απόκλισις από του αγώνος τούτου. Λαμβάνω ως παράδειγμα τα επαναστατικά κινήματα της εποχής ημών. Πείρα πλέον του ημίσεος αιώνος απέδειξε μετά πειστικότητος εις όλον τον κόσμον πόσον δύσκολος και επώδυνος είναι η μετάβασις εκ του ενός κοινωνικού καθεστώτος – αδίκως δομηθέντος υπό τας συνθήκας της φοβεράς πτώσεως της ανθρωπότητος – εις άλλο ωσαύτως απομεμακρυσμένον εκ της Δικαιοσύνης του Θεού, έστω και εάν τούτο φαίνηται ολιγώτερον σκληρόν. Εν αυτή τη εμπαθεί πάλη εκατομμύρια ανθρώπων διακινδυνεύουν το παν και φθάνουν μέχρι 1 θανάτου. Και πάντες «κατανοούν» αυτούς. Ας λάβωμεν το παράδειγμα τούτο, όπως δικαιώσωμεν το «ριψοκίνδυνον» του χριστιανού ασκητού. Όντως, δεν είναι ούτε απλούν, ούτε εύκολον εγχείρημα η μεταμόρφωσις της ζωής ημών εκ της φθοράς εις την αφθαρσίαν, εκ του παροδικού εις την αθανασίαν. Έν εκ των δύο είναι αναπόφευκτον: Ή να απομακρυνθώμεν του Θεού, επιδιώκοντες ψυχοφυσικάς απολαύσεις και ανέσεις, και επομένως να αποθάνωμεν πνευματικώς, ή φερόμενοι προς την υπερφυσικήν μορφήν υπάρξεως να νεκρωθώμεν δια τον κόσμον τούτον. Εις την «νέκρωσιν» ταύτην έγκειται ο σταυρός ημών, η σταύρωσις ημών. Πολλοί «απόλλυνται» προσπαθούντες να πραγματώσουν εκείνο όπερ θεωρούν ιδεώδες, καίτοι τούτο αφορά εις πρόσκαιρον θρίαμβον. Ο χριστιανός όμως, ανακτών την εν Θεώ ελευθερίαν του αθανάτου πνεύματος αυτού, είναι έτοιμος να πάσχη δια την πραγμάτωσιν της υψίστης αληθείας. Εις τούτο έγκειται η αξία του χριστιανού, ομοία της οποίας δεν συναντάται εις τον φυσικόν κόσμον. «Και εγένετο πόλεμος εν τω ουρανώ· ο Μιχαήλ και οι άγγελοι αυτού του πολεμήσαι μετά του δράκοντος· και ο δράκων επολέμησε και οι άγγελοι αυτού, και ουκ ίσχυσεν, ουδέ τόπος ευρέθη αυτώ έτι εν τω ουρανώ. Και εβλήθη ο δράκων, ο όφις ο μέγας ο αρχαίος, ο καλούμενος Διάβολος και ο Σατανάς, ο πλανών την οικουμένην όλην … Και ήκουσα φωνήν μεγάλην εν τω ουρανώ λέγουσαν· άρτι εγένετο η σωτηρία και η δύναμις και η βασιλεία του Θεού ημών και η εξουσία του Χριστού Αυτού, ότι εβλήθη ο κατήγορος των αδελφών ημών … Και αυτοί ενίκησαν αυτόν δια το αίμα του Αρνίου και δια τον 1 λόγον της μαρτυρίας αυτών, και ουκ ηγάπησαν την ψυχήν αυτών άχρι θανάτου. Δια τούτο ευφραίνεσθε ουρανοί και οι εν αυτοίς σκηνούντες …» (Αποκ. ιβ’ 7‐12). Το αγαπάν τον Θεόν μέχρι μίσους προς εαυτόν συνιστά την τελειότητα της αγάπης: «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θή υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωάν. ιε’ 13). Αύτη είναι η «εις τέλος» αγάπη (Ιωάν. ιγ’ 1). Όστις προσεγγίζει το μέγα τούτον όριον, ούτος έφθασεν εις την θύραν την εισάγουσαν εις την «ασάλευτον βασιλείαν» (Εβρ. ιβ’ 28). Έκαστος εξ ημών οφείλει να ενθυμήται ότι προς απόκτησιν της Βασιλείας ταύτης παν κτιστόν κατ’ εικόνα Θεού πνεύμα μέλλει να διαβή το κατώφλιον των παθημάτων· παθημάτων εκουσίων χάριν της αγίας αγάπης. Άνευ της δοκιμασίας της ελευθερίας ημών, ούτε ημείς οι ίδιοι θα δυνηθώμεν να συνειδητοποιήσωμεν εαυτούς ως αληθώς ελεύθερα πρόσωπα. Εξ άλλου είναι απαραίτητον να παραμείνωμεν αιωνίως μετά του Θεού και εν τω Θεώ, όπως μαθητεύσωμεν εις την ιδιάζουσαν εις Αυτόν αγάπην. Εφανέρωσεν εις ημάς το μυστήριον τούτο ο Χριστός, ο σαρκωθείς Λόγος του Πατρός. Άνευ του υποδείγματος Αυτού ουδείς και ουδέποτε θα εγνώριζε το μυστήριον τούτο. «Να διαβώμεν το κατώφλιον» σημαίνει να αναγεννηθώμεν ριζικώς, να γίνωμεν «καινή κτίσις», να λάβωμεν την δωρεάν της Θείας αιωνιότητος, ούτως ώστε η Θεία ζωή να αποβή αναφαίρετον κτήμα ημών. Η άναρχος χάρις τοσούτον συνενούται μετά της κτιστής φύσεως ημών, ώστε αι δύο αύται γίνονται έν: Και τούτο είναι η θέωσις. Η ευλογία της επιγνώσεως της οδού περιέχει τα ως άνω λεχθέντα. Ο χριστιανός, ενθυμούμενος ταύτα, θα 1 υπομείνη την «πύρωσιν προς πειρασμόν» (Α’ Πετρ. δ’ 12), ίσως και μετά χαράς, ως τούτο βλέπομεν εις τους αγίους μάρτυρας. Η άγνοια τούτου είναι επικίνδυνος, διότι η ψυχή είναι δυνατόν, κατά τας ημέρας παρομοίων δοκιμασιών, να κλονισθή εις την αγάπην και την εμπιστοσύνην αυτής προς τον Θεόν, και να αρνηθή αύτη να ακολουθήση τον Χριστόν, αναβαίνοντα εις τον Γολγοθάν. Συνοψίζοντες τα προειρημένα, θα αποπειραθώμεν να εκθέσωμεν την αληθώς μεγάλην ταύτην επιστήμην του Πνεύματος εν ολίγαις λέξεσιν: Νίκα πάσαν επίγειον οδύνην βυθιζόμενος εκουσίως εις μεγαλυτέραν οδύνην: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην»· καταδίκασον σεαυτόν εις τον άδην, ως ανάξιον του Θεού, αλλά «μη απελπίζου». Η άσκησις αύτη θα οδηγήση σε εις την νίκην επί του κόσμου (βλ. Ιωάν. ιστ’ 33), θα ανυψώση σε εις «βασιλείαν ασάλευτον» (Εβρ. ιβ’ 28). Ποίον είναι το πέρας της επιστήμης ταύτης επί της γης; Εδείχθη τούτο υπό του Χριστού, Όστις επάτησε θανάτω τον θάνατον. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος. 1 1

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου