Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

ΙΒ΄ Περί Του Ακτίστου Φωτός - 3.ΒΙΩΘΕΙΣΑ ΠΕΙΡΑ

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Οψώμεθα τόν Θεόν καθώς εστί

Περί Του Ακτίστου Φωτος
3.ΒΙΩΘΕΙΣΑ ΠΕΙΡΑ

Θα ήθελον νυν να ομιλήσω περί εκείνου, όπερ εχαρίσατο εις εμέ ο Κύριος μετά την επιστροφήν μου εις Αυτόν εν ωρίμω ηλικία, ότε αι θείαι επισκέψεις συνεδέοντο μετά βαθείας προσευχής μετανοίας. Εν τη αρχή της περιόδου ταύτης το Φως ενεφανίζετο μάλλον ως Πυρ καταφλέγον, και επί της επιφανείας του σώματός μου και εντός της ψυχής μου, ό,τι ησθανόμην κατά την καύσιν ταύτην ως αλλότριον του Θεού. Ώ, ουδέν τότε εγνώριζον και δεν κατενόουν τα εν εμοί τελούμενα. Η σκέψις μου δεν επεχείρει να ερευνήση την φύσιν του Πυρός και του Φωτός τούτου. Έπασχον εν τη μετανοία μου δι’ όλης της υπάρξεώς μου· εγνώριζον όμως ότι ανέζησα πνεύματι. Κατ’ εκείνους τους χρόνους κατέκλυζον εμέ ισχυρά κύματα συναισθημάτων και σκέψεων. Συνέρρεον άλλοτε αιφνιδίως, άλλοτε σταδιακώς· ενίοτε το παν ανεμιγνύετο ως εν καιρώ ταραχώδους μεσονυκτίου θυέλλης· είναι αδύνατον να προσδιορίσω νυν κατά χρονολογικήν σειράν τα υπ’ εμού βιωθέντα. Εκείνο όπερ μετά βεβαιότητος ενθυμούμαι είναι η ακατάσχετος ορμή μου προς τον Θεόν εκ του πόθου μου προς Αυτόν μέχρι θανάτου. Τούτον τον πόθον μου εξέχεον εις τας δεήσεις μου μετά τοιαύτης αυτοσυγκεντρώσεως, ώστε και εάν κατέβαινε Πυρ ή Φως, η προσοχή μου δεν απεσπάτο από του Θεού, και όλη η ορμή μου εστρέφετο προς Αυτόν. Και ιδού, την ημέραν του Μεγάλου Σαββάτου (ίσως το έτος 1924), το Φως επεσκέφθη εμέ μετά την Θείαν Μετάληψιν και ησθάνθην αυτό ως επαφήν της Θείας 275 αιωνιότητος μετά του πνεύματός μου. Ιλαρόν, πλήρες ειρήνης και αγάπης το Φως παρέμεινε μετ’ εμού επί τρεις ημέρας. Διέλυσε τον γνόφον της ανυπαρξίας, όστις ίστατο ενώπιόν μου. Ανέστην, και εντός μου μετ’ εμού ανέστη ο κόσμος όλος. Οι λόγοι του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου εις το τέλος της ακολουθίας του Πάσχα ήχησαν μετά συγκλονιστικής δυνάμεως: «Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος». Καταπεπονημένος υπό του θεάματος του γενικού θανάτου, ανέζησα εκείνην την στιγμήν: Αληθώς, και η ψυχή μου ανέστη και ουδένα πλέον βλέπω νεκρόν … Εάν τοιούτος είναι ο Θεός, πρέπει το συντομώτερον να εγκαταλείψω τα πάντα και να αναζητήσω μόνον την μετ’ Αυτού ένωσιν. Εις το τέλος των ημερών μου απεφάσισα να ομιλήσω εις τους αδελφούς μου περί εκείνου, περί του οποίου πρότερον δεν θα ετόλμων, θεωρών τούτο ως πράξιν ασύνετον. Όσον μηδαμινός και εάν είμαι από πάσης απόψεως, το γεγονός παραμένει γεγονός: Ο Θεός Πατήρ ηυδόκισεν εν εμοί, ως εν γένει είναι ίδιον Αυτού να ευδοκή εν πάσι τοις συντετριμμένοις τη καρδία (βλ. Ψαλμ. ν’ 19). Ο Πατήρ είλκυσεν εμέ προς τον ηγαπημένον Αυτού Υιόν, και ο Υιός ήγειρεν εμέ εκ της ολεθρίου πτώσεώς μου (βλ. Ιωάν. στ’ ‐, ‐). Το Πνεύμα το Άγιον, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, έδωκεν εις εμέ να ζήσω «το μέγα της ευσεβείας μυστήριον· Θεό εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι» (Α’ Τιμ. γ’ 16). Νυν γνωρίζω ότι άνευ τοιαύτης πίστεως αι βιωθείσαι υπ’ εμού καταστάσεις θα απεκλείοντο. Η πίστις είναι δυνατόν να υπάρχη και εν ατελεί εισέτι εμπειρία. Αυξάνει 276 εν συνεχεία δια των εκχύσεων της χάριτος επί τον άνθρωπον. Μαρτυρώ ότι όταν όλον το είναι του ανθρώπου εν εντόνω αποστροφή προς εαυτό, ως όντως είναι, βυθίζηται εις προσευχήν προς τον Χριστόν – προσευχήν ήτις αποσπά το πνεύμα ημών εκ των ονύχων των παθών και των δεσμών της ύλης – τότε η αίσθησις της Θείας αιωνιότητος καθίσταται τοσούτον εναργής, ώστε ουδεμία λογική ή ψυχανάλυσις δύναται να κλονίση το οφθαλμοφανές. Διά ποίον λόγον ομιλώ περί λογικής και ψυχαναλύσεως; Διότι η πρώτη (λογική) δεν επιτρέπει να πιστεύσωμεν ότι είς ιστορικός άνθρωπος, τον οποίον είναι δυνατόν να ίδωμεν, να ψηλαφήσωμεν (Α’ Ιωάν. α’ 1), να φονεύσωμεν, κρεμώντες επί σταυρού ως ληστήν, είναι ο Δημιουργός σύμπαντος του απείρου κόσμου. Η δε δευτέρα (ψυχανάλυσις) πειράται να πείση ημάς ψυχολογικώς ότι είναι αναγκαίον να μη εμπιστευώμεθα εις τας εμπειρίας ημών. Αλλά, ως έλεγεν ο Άγιος Σιλουανός, τοιούτον φως, τοιαύτη αγάπη, τοιαύτη δύναμις ζωής και σοφία δύνανται να πηγάσουν μόνον εκ της Αληθινής Αρχής παντός υπαρκτού. Ο Όσιος Σιλουανός ήτο εξαιρέτως πεπροικισμένος άνθρωπος. Αλλά και εγώ, πατά την οικτράν αθλιότητά μου, δύναμαι πώς να κρίνω τί είναι εφικτόν εις το ανθρώπινον πνεύμα, ωσαύτως δε και εις την σκέψιν και τον ψυχισμόν ημών. Ο Απόστολος Παύλος μετά την εμφάνισιν του Χριστού εις αυτόν απεμακρύνθη εις την έρημον της Αραβίας (βλ. Γαλ. α’ 16)· εκεί, εν ορμή φλογεράς μετανοίας δια το παρελθόν αυτού, ηξιώθη πολλών και μεγάλων αποκαλύψεων· μεταξύ αυτών ήτο η βεβαίωσις ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός. Δεν αναζητώ λογικάς αποδείξεις εκ των κάτω, αλλά εν τω θρήνω της μετανοίας μου, ήτις υπερέβαινε την δύναμίν μου και κατέκαιεν εμέ 277 δια του πυρός αυτής, επείσθην και εγώ περί τούτου: Ούτος, ο Χριστός είναι το ύψιστον, το άναρχον γεγονός του Είναι. Ο χαρακτήρ της μετανοίας μου ουδόλως επέτρεπε την δυνατότητα «να φαντάζωμαι» ότι ο άναρχος Θεός δύναται να είναι μετ’ εμού τοσούτον εγγύς, τοσούτον ενεργώς. Υπήρχον στιγμαί κατά τας οποίας κατενόουν την μορφήν της αποκαλύψεως των ουρανίων μυστηρίων των δοθέντων εις τους Προφήτας, τους Αποστόλους και τους Πατέρας ημών. Το Φως, όπερ επεσκέπτετο εμέ, είναι το Φως της «ουκ εκ του κόσμου τούτου» Βασιλείας, Βασιλέα της οποίας ωνόμαζεν Εαυτόν ο Χριστός (βλ. Ιωάν. ιη’ ‐). Τι συμβαίνει κατ’ ουσίαν; Πώς εξηγούνται παρόμοια γεγονότα; Το πνεύμα ημών εισάγεται δια του Πνεύματος του Θεού εις την σφαίραν της Βασιλείας ταύτης. Και τότε παύει πάσα διαλεκτική· ζώμεν νέαν δι’ ημάς μορφήν υπάρξεως. Δίδεται εις ημάς η εμπειρία του «είναι»: Εγώ ειμι. Και ο Απόστολος Παύλος και οι λοιποί Απόστολοι – Πέτρος, Ιωάννης … –, και πάντες οι μετέπειτα θεολόγοι της Εκκλησίας, διηγούνται περί των γνωσθέντων υπ’ αυτών γεγονότων του είναι. Συστέλλομαι μέχρι πόνου προφέρων τοιούτους λόγους, οίτινες δυνατόν να φανούν καθ’ υπερβολήν υπερήφανοι, και επομένως αποκρουστικοί. Αλλ’ εις τούτο έγκειται το παράδοξον, ότι εγώ ο ίδιος ζω διττήν κατάστασιν: την απεχθή μηδαμινότητά μου αφ’ ενός, και την ελεήμονα συγκατάβασιν του Θεού αφ’ ετέρου. Σκέπτομαι ούτως: Ο Θεός δεν αρνείται τας δωρεάς Αυτού εις ένα έκαστον εξ ημών (βλ. Ματθ. ζ’ 7‐11), αλλά παρέχει αυτάς κατά το μέτρον της δίψης και της πιστότητος εκάστου εξ ημών προς τον Δωρεοδότην: Είς τινας δίδει αφθόνως, εις άλλους μετρίως. Γνωρίζω εμαυτόν: Είμαι ο 278 πλέον κοινός άνθρωπος. Συχνάκις εύθυμος άνευ ιδιαιτέρου λόγου, ως τα μικρά παιδία· είναι περιττόν να ομιλώ περί της προφανούς ταύτης πραγματικότητος. Αλλ’ εκείνο, όπερ εδόθη εις εμέ παρά του Θεού κατά την Αυτού πρωτοβουλίαν, είναι τι ανάλογον προς εκείνο, όπερ έλαβον οι Απόστολοι, οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι καθοδηγηταί μου. Ένεκα της αναλογίας ταύτης το δοθέν εις εμέ εκφράζεται δια των αυτών λόγων, τους οποίους ευρίσκομεν εν ταις Γραφαίς της Καινής Διαθήκης και τοις έργοις των Πατέρων. Δεν υπάρχει αμφιβολία περί της κολοσσιαίας αποστάσεως μεταξύ της Παλαιάς Διαθήκης και της Διαθήκης του Χριστού (βλ. Ματθ. ε’ 17‐). Όμως και εν τοις ορίοις του Νόμου του Μωϋσέως οι Προφήται ενίοτε εξεφράζοντο μετά παρρησίας ομοίας εκείνης των Αποστόλων. Το αυτό συμβαίνει και εν τη περιπτώσει μου. Και εν τω μοναστηρίω και εν τη ερήμω εδόθη εις εμέ να γνωρίσω τας περιγραφομένας υπ’ εμού καταστάσεις του πνεύματος. Δεν διεφύλαξα αυτάς εν τη πλήρει αυτών εντάσει· επιστρέψας εις τον κόσμον απώλεσα βαθμηδόν πολλά. Ενθυμούμαι όμως αυτάς. Ό,τι εδωρήθη εις εμέ εν τη ερήμω, ηλευθέρωσε το πνεύμα μου εκ της εξουσίας των ανθρωπίνων κρίσεων περί εμού. Ο φόβος όμως του Θεού δεν παύει να συντρίβη εμέ. Τούτο σημαίνει ότι δεν υπερβαίνω το μικρόν μου μέτρον. Ιδού, τι αναγινώσκομεν εν ταις γραφαίς του Αγίου Σιλουανού: «Λέγουν τινές ότι τούτο ήτο τω καιρώ εκείνω, νυν δε πάντα ταύτα απηρχαιώθησαν. Όμως παρά τω Κυρίω ουδέν μειούται, ούτε μεταβάλλεται ποτέ, και μόνον ημείς αλλοιούμεθα, γινόμεθα κακοί και ούτω στερούμεθα της χάριτος. Εις τους εκζητούντας όμως αυτήν, ο Κύριος δίδει το παν, ουχί διότι είμεθα άξιοι, αλλά 279 διότι ο Κύριος είναι ελεήμων και αγαπά ημάς» (Κεφ. III, Περί ταπεινώσεως). Διάφοροι περιστάσεις ηνάγκασαν εμέ να αναχωρήσω εκ του Αγίου Όρους. Εν Ευρώπη εστερήθην βαθμηδόν πολλών εξ εκείνων, δια των οποίων ήτο πεπληρωμένη η ζωή μου εν τω Άθω. Η διακονία των ανθρώπων, ως δεικνύει η πείρα, συνδέεται μετά της αναγκαιότητος να εισέρχηταί τις εις τας θλίψεις, τα παθήματα, τον αγώνα κατά των παθών, και λίαν συχνάκις εις τας στοιχειώδεις αυτών ανάγκας. Δυστυχώς, τούτο δεν βοηθεί να παραμένη τις εν τη θεωρία και τη ησυχαστική προσευχή.


Η ροή των γεγονότων δεικνύει μετά πειστικότητος ότι η επιστροφή μου εις τον κόσμον ήτο θέλημα Άνωθεν. Αλλά και εν τη περιπτώσει ταύτη δεν παύω να θλίβωμαι δια την απώλειαν εκείνων των δωρεών, τας οποίας εξέχεεν επ’ εμέ ο Κύριος πέραν των προσδοκιών μου. Η ενέργεια του Φωτός, περί του οποίου γράφω, επί του πνεύματος του ανθρώπου μαρτυρεί περί της Θεότητος Αυτού: Είναι άκτιστον, ανονόμαστον, ακράτητον· είναι μυστηριώδες, άϋλον, απαραβίαστον. Απορώ. Πώς να σκεφθώ ή ν ομιλήσω περί αυτού; Το Φως τούτο είναι ως προς τον φύσιν αυτού υπερκόσμιον. Η κάθοδος αυτού εφ’ ημάς δεν είναι άλλο τι, ει μη η φανέρωσις του Θεού εις τον άνθρωπον: αποκάλυψις ουρανίων μυστηρίων. Κατά την Μεταμόρφωσιν επί του Θαβώρ δια της δωρεάς του Φωτός τούτου εδραιώθη η Θεογνωσία. Από της στιγμής της ελλάμψεως των Αποστόλων υπό του Φωτός τούτου επί το Θαβώρ, το Φως εισήλθεν εις την ιστορίαν του κόσμου και εγένετο «αναφαίρετος κληρονομία» δια τας επερχομένας γενεάς 280 των πιστευόντων εις τον Χριστόν‐Θεόν. Άνευ του Φωτός τούτου η γη θα παρέμενεν έξω της αληθούς Θεογνωσίας. Βάσει της προσωπικής μου πείρας, επέτρεψα εις εαυτόν να ονομάση το Φως τούτο Φως αναστάσεως. Δια της ελεύσεως του Φωτός τούτου το πνεύμα του ανθρώπου εισάγεται εις την σφαίραν όπου δεν υπάρχει θάνατος. Άνευ της ελλάμψεως του Φωτός τούτου δεν κατανοείται ορθώς το μυστήριον των οδών της σωτηρίας· ο κόσμος, οι άνθρωποι, θα παρέμενον εν τω σκότει της αγνοίας. Η αφηρημένη θεολογική μόρφωσις, έτι και η πλέον εκλελεπτυσμένη, δεν σώζει, διότι παρέχει διανοητικήν μόνον γνώσιν και δεν ανάγει όντως εις τον χώρον του Θείου Είναι. Ενίοτε, δυνάμεθα να παρομοιάσωμεν το Φως τούτο προς νεφέλην καλύπτουσαν την κορυφήν όρους, επί του οποίου ιστάμεθα: Η νεφέλη καθ’ εαυτήν είναι έμπλεος Φωτός, αλλ’ ημείς ουδέν βλέπομεν, ει μη μόνον αυτήν. Άπας ο λοιπός κόσμος δεν οράται. Κατά τον αυτόν τρόπον το Θείον Φως, αποκαλύπτον ημίν νέαν μορφήν πνευματικού είναι, αποκρύπτει από των οφθαλμών ημών την θέαν του υλικού κόσμου. Το Φως τούτο είναι ομοιόμορφον, ακέραιον, πλήρες βαθείας ειρήνης. Εν αυτώ η ψυχή θεωρεί την Αγάπην και την Αγαθότητα του Θεού. Όταν τούτο εκχέηται αφθόνως επί τον άνθρωπον, παύει ούτος να αντιλαμβάνηται την υλικότητα του περιβάλλοντος αυτόν χώρου, έτι δε και την του σώματος αυτού. Επί πλέον βλέπει εαυτόν ως φως. Το Φως τούτο έρχεται ιλαρώς, τρυφερώς, ούτως ώστε να μη παρατηρώμεν πώς τούτο περιέβαλεν ημάς. Ουχί αίφνης, αλλ’ ηρέμα ο κόσμος συνήθως «λησμονείται». Το φαινόμενον τούτο ομοιάζει προς ήρεμον επέλευσιν ύπνου εις φυσιολογικώς υγιά άνθρωπον· όμως, βεβαίως, δεν πρόκειται περί 281 ύπνου, αλλά περί πληρώματος ζωής. Μετά την αποχώρησιν του Φωτός, ήτις συντελείται τοσούτον ησύχως, ως και η έλευσις αυτού, η ψυχή επανέρχεται βραδέως εις την συνήθη αίσθησιν της υλικής πραγματικότητος. Εντός της απαλυνθείσης καρδίας βασιλεύει βαθεία ειρήνη. Το πνεύμα του ανθρώπου διαμένει συγχρόνως και εν τη υψίστη Θεία ατμοσφαίρα και εν τη γηΐνη. Η πρώτη εν τούτοις υποχωρεί βαθμηδόν και εις την ψυχήν εισέρχεται θλίψις, αίσθημα λύπης τινός, διότι μειούται η δύναμις της αφάτως αγαθής επαφής αυτής μετά του Πνεύματος του Θεού, καθ’ όν χρόνον αποκαθίσταται η αίσθησις της φυσικής πραγματικότητος. Τα ευώδη ίχνη της οράσεως εξασθενούν, αλλά δεν απαλείφονται εντελώς. Παρά ταύτα και εξησθενημένη αύτη γεννά λεπτήν νοσταλγίαν δια τον Θεόν, και η προσευχή ρέει ειρηνικώς και εξ όλης της υπάρξεως. Η διαμονή μετά του Κυρίου φονεύει τα πάθη. Τότε δεν ελκύει ημάς ούτε η δόξα, ούτε ο πλούτος, ούτε η εξουσία, ούτε ο,τιδήποτε γήινον, αναποφεύκτως εμπαθές και πάντοτε φέρον την σφραγίδα του τραγικού και του εφήμερου. Επανειλημμέναι επισκέψεις της χάριτος εις την ψυχήν οδηγούν εις την παρατήρησιν ομοιότητος τινος μεταξύ της καταστάσεως της θεωρίας και της εντυπώσεως, ήτις προκαλείται εκ του Ευαγγελικού λόγου. Την τελευταίαν ταύτην αποδεχόμεθα ωσαύτως ως Φως, ως ζωοποιόν δύναμιν, ως νέαν πράξιν δημιουργίας, ουχί πλέον υπό μορφήν της προσταγής «γενηθήτω», αλλά ως κλήσιν προς το λογικόν δημιούργημα. Ο Ουράνιος Πατήρ καλεί τα τέκνα Αυτού άνευ βίας προς θαυμαστήν 282 ανάβασιν προς την βασιλείαν της Πατρικής αγάπης, ένθα ούτε θάνατος, ούτε αρχή, ούτε τέλος υπάρχει. Το πνεύμα ημών κατανοεί ότι αληθώς ο λόγος του Χριστού εκπορεύεται «από του Πατρός των φώτων», Όστις «βουληθείς απεκύησεν ημάς λόγω αληθείας» (Ιακ. α’ 17‐18). Ο λόγος του Χριστού περιέχει Θείαν ζωήν, και όστις ανοίγει εις αυτόν έως τέλους την εαυτού καρδίαν γίνεται θεοειδής. Εν τη αρχή της μοναστηριακής μου ζωής εν Άθω ο Κύριος εχαρίσατο εις εμέ την αδιάλειπτον προσευχήν, ήτις, διατηρούσα την έντασιν αυτής, μετέβαινεν από καιρού εις καιρόν εκ του ενός θέματος εις το άλλο. Θα διηγηθώ περί τινος, όπερ ενθυμούμαι εναργώς, εφ’ όσον γίνεται λόγος περί προσευχών, αίτινες αφήκαν ανεξίτηλα ίχνη επί του είναι μου. Πολλάκις συνέβαινε το ακόλουθον: Το εσπέρας, μετά την δύσιν του ηλίου, έκλειον τελείως το παράθυρον του κελλίου μου και εκάλυπτον τούτο δια τριών παραπετασμάτων, ώστε να δημιουργηθούν κατά το δυνατόν καλύτεραι συνθήκαι ησυχίας και σκότους … Προσπίπτων επί πρόσωπον επί του δαπέδου του κελλίου μου, προέφερον βραδέως τους λόγους της προσευχής τον ένα κατόπιν του άλλου· εξηφανίζετο πάσα αίσθησις της στενότητος του μικρού μου κελλίου και ο νους μου, επιλανθανόμενος του σώματος, ησθάνετο εαυτόν εν τω φωτί του Ευαγγελικού λόγου. Το πνεύμα μου προσηλωμένον εις την απύθμενον σοφίαν του λόγου του Χριστού, ελεύθερον παντός υλικού πράγματος, ησθάνετο εαυτό πεπυρωμένον εκ της ελλάμψεως του νοητού Ηλίου ως το σώμα το εκτιθέμενον υπό τον μεσημβρινόν ήλιον. Πραεία ειρήνη επλήρου τότε την ψυχήν μου, ήτις επελανθάνετο πάσης 283 ανάγκης και αγωνίας της γης. Πώς να εξηγήση τις ότι, δια της ελεύσεως εις ημάς του Φωτός του Χριστού, αι ολίγαι εντολαί Αυτού, κεχαραγμέναι επί της καρδίας και του νου, καταργούν πάντας τους άλλους νόμους, συμπεριλαμβανομένου και του Μωσαϊκού; Η νοερά αύτη όρασις ελάμβανε χαρακτήρα πλήρους βεβαιότητος: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου … και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ’ ‐). Ο Κύριος έδιδεν εις εμέ να ζήσω την κατάστασιν ταύτην, και το πνεύμα μου εδίψα να προσπέση εις τους πόδας Αυτού εν ευγνωμοσύνη δια την δωρεάν ταύτην. Επαναλήψεις τοιαύτης καταστάσεως, μετά τινων διαλειμμάτων, διήρκουν επί μήνας, ίσως και επί έτη. Υπό την επίδρασιν του αυτού Φωτός κατά την υπέρ του κόσμου προσευχήν βαθεία λύπη εκυρίευεν όλης της υπάρξεώς μου. Διέκρινον σαφώς ότι τα αναρίθμητα και ατελεύτητα παθήματα όλης της οικουμένης είναι συνέπεια του χωρισμού του ανθρώπου από του Θεού, του αποκαλυφθέντος ημίν Δημιουργού ημών. Εάν ο κόσμος ηγάπα τον Χριστόν και τας εντολάς Αυτού, τότε το παν θα μετεμορφούτο ριζηδόν και η γη θα μετεβάλλετο εις θαυμαστόν παράδεισον. Κατά την όρασιν ταύτην του Φωτός ο λόγος της Γραφής περί του πρωτοκτίστου παραδείσου ενεφανίζετο εις εμέ «εκείνην» την στιγμήν ως απτή πραγματικότηης. Εν τω χώρω του αιωνίου Πνεύματος αι παρελθούσαι χιλιετίαι συμπυκνούνται είς τινα άχρονον και άνευ διαρκείας θεωρίαν. «… Και έθετο ο Κύριος τον άνθρωπον εν τω παραδείσω της Εδέμ εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν» (Γέν. β’ 15): 284 Προορισμός, όστις εμπνέει τον άνθρωπον, καθιστών αυτόν συνεργόν του Θεού εις την δημιουργίαν του κόσμου. Εφαίνετο εις εμέ ότι η παρεχομένη ελευθερία δια προσευχήν, κατά την νυκτερινήν ησυχίαν του Αγίου Όρους, ήτο ήδη πρόγευσις της Βασιλείας.


Αρκεί η διαμονή αύτη εν τω ηγαπημένω Θεώ, ίνα κατανοήση τις το νόημα των λόγων: Παράδεισος Θεού. Οι Ευαγγελικοί λόγοι προήλθον εξ Αυτού του Αγίου των αγίων, και φέρουν τον απόλυτον χαρακτήρα της Θείας παγγνωσίας. Μετά το πέρας της προσευχής αυτομάτως ήρχοντο εις τον νουν μου οι στίχοι του Ψαλμού: «Νυξ φωτισμός εν τη τρυφή μου … ως ημέρα φωτισθήσεται» («… σκότος ου σκοτισθήσεται από Σου, και νυξ ως ημέρα φωτισθήσεται· ως το σκότος αυτής ούτω και το φως») (Ψαλμ. ρλη’ 11‐12). Περί τας αρχάς της δεκαετίας του 1930, ότε ήμην ήδη διάκονος, η ευδοκία του Θεού παρέμεινε μετ’ εμού επί δύο εβδομάδας. Το εσπέρας, ότε ο ήλιος έβαινε προς την δύσιν αυτού οπίσω του Ολύμπου, εκαθήμην επί του εξώστου πλησίον του κελλίου μου, ατενίζων προς τον δύοντα αστέρα. Κατ’ εκείνας τας ημέρας έβλεπον το εσπερινόν φως του ηλίου, και εν ταυτώ έν άλλο Φως, όπερ τρυφερώς περιέβαλλεν εμέ και ειρηνικώς εισεχώρει εις την καρδίαν μου κατά παράδοξον τρόπον, δίδον εις εμέ να αισθάνωμαι ευσπλαχνίαν και αγάπην προς τους ανθρώπους, οίτινες εφέροντο προς εμέ μετά τραχύτητος. Ησθανόμην ωσαύτως ανώδυνόν τινα συμπάθειαν προς πάσαν την κτίσιν εν γένει. Μετά την δύσιν του ηλίου απεσυρόμην εις το κελλίον μου, ως συνήθως, προς επιτέλεσιν του κανόνος προσευχής, του τεταγμένου ως προετοιμασία δια την Θείαν Λειτουργίαν, και το Φως 285 δεν εγκατέλειπεν εμέ καθ’ όλην την διάρκειαν της προσευχής. Και ιδού, εσπέραν τινά, επλησίασεν εμέ ο μοναχός π. Ιουβενάλιος (Εγκόρωφ), ο μόνος επί του ορόφου εκείνου γείτων μου, και ηρώτησεν εμέ: «Ανέγνωσα προ ολίγου τους Ύμνους του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου … Είπατέ μοι, πώς αντιλαμβάνεσθε υμείς τας περιγραφάς της υπ’ αυτού οράσεως του ακτίστου Φωτός»; Μέχρις εκείνης της στιγμής έζων μετ’ ευγνώμονος καρδίας την εις εμέ συγκατάβασιν της ευλογίας του Κυρίου, αλλ’ ουδέποτε διηρωτήθην σχετικώς προς το φαινόμενον τούτο και η σκέψις μου, εστραμμένη προς τον Θεόν, δεν επέστρεφεν εις εμαυτόν. Ίνα απαντήσω εις τον π. Ιουβενάλιον, νοερώς εστράφην προς εκείνο, όπερ έζων κατ’ εκείνην την στιγμήν. Εν τη προσπαθεία μου να αποκρύψω εμαυτόν, απήντησα δι’ υπεκφυγής: «Δεν ανήκει εις εμέ να κρίνω περί του βιώματος του Αγίου Συμεών …, αλλ’ ίσως, διαμένων ούτος εν καταστάσει χάριτος, ησθάνετο αυτήν ως Φως … δεν γνωρίζω». Εφάνη εις εμέ ότι ο π. Ιουβενάλιος απήλθε μη υποψιασθείς πλείον τι εκείνου όπερ είπον εις αυτόν. Ευθύς μετά την σύντομον ταύτην συνομιλίαν συνέχισα, ως συνήθως, την προσευχήν μου. Το Φως και η αγάπη δεν ήσαν πλέον μετ’ εμού. Ούτως εγνώρισα επανειλημμένως, δια πικράς πείρας, ότι η καθαρά προσευχή δίδεται τότε μόνον, όταν το πνεύμα ημών βυθίζηται ολοτελώς εν τω Θεώ, άνευ στροφής προς εαυτό. Παράδοξον! Συνομιλών μετά του π. Ιουβεναλίου δεν παρετήρησα κίνησιν κενοδοξίας εντός μου … Και όμως! Θα ηδυνάμην άρα γε να προβλέψω ότι υπήρχε κίνδυνος η συνεχής θέα του Φωτός κατά τας εσπέρας και τας νύκτας εκείνης της περιόδου (κατά την αρχήν της ιερωσύνης μου) να οδηγήση εμέ εις έπαρσιν; 286 Εάν τοιαύτη συμφορά ανέμενεν εμέ καθ’ οδόν, τότε ο Κύριος εύρεν θαυμαστόν τρόπον να ταπεινώση εμέ δια της άρσεως της δωρεάς ταύτης. Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αυτός Ούτος ο Θεός, Φως ών απρόσιτον και Ζωή αιώνιος, ήλθεν εις τον κόσμον, έζησε εν τω μέσω ημών φέρων την ψηλαφητήν ημών σάρκα, αλλ’ ο κόσμος «ουκ έγνω, ουδέ παρέλαβεν» Αυτόν. Όσοι δε ηγάπησαν την επιφάνειαν Αυτού, γνωρίζουν ότι δια του Μονογενούς υιοθετούνται και αυτοί υπό του Πατρός, του Παντοκράτορος Θεού. Ούτος αναγνωρίζεται ανερμηνεύτως εν τη εμφανίσει του Φωτός της χάριτος· Φωτός λεπτού και ευαισθήτου, παρακλητικού και ζωοποιού. Ο αισθητός ήλιος είναι θαυμαστή εικών του Ηλίου της Αγάπης και της Δικαιοσύνης. Άνευ των ακτίνων του ορατού ηλίου δεν θα ήτο δυνατή η ζωή επί του πλανήτου ημών. Πάντες ημείς αισθανόμεθα την ευεργετικήν ενέργειαν των ακτίνων αυτού. Παλαιότερον ο ήλιος εφαίνετο εις εμέ ως άυλος, αλλά μετά την θεωρίαν του Ακτίστου Φωτός της Θεότητος και αυτός –το φυσικόν φως‐ εγένετο δι’ εμέ τραχύς και κατά καιρούς επιθετικός. Φωτίζει την γηΐνην φύσιν, αλλά δεν δίδει εισέτι εις το πνεύμα ημών την άμεσον διείσδυσιν εις τα μυστήρια του Θείου Είναι. Άλλως συμβαίνει μετά του Φωτός της Θεότητος: Φέρει πρωτίστως την αποκάλυψιν της Βασιλείας του Ουρανίου Πατρός. Ο Χριστός μετά την ανάστασιν Αυτού ενεφανίζετο αποκλειστικώς εις εκείνους, οίτινες ήσαν ικανοί να αντιληφθούν Αυτόν εν τη ήδη τεθεωμένη και πεφωτισμένη σαρκί Αυτού, παραμένων αόρατος δια τους λοιπούς. 287 Κατά τον αυτόν τρόπον και το ΄Άκτιστον Φως, «το τα πάντα πληρούν», παραμένει αθέατον εις όσους δεν εξεζήτησαν την γνώσιν του Θεού δι’ όλης της υπάρξεως αυτών. Και πάλιν βλέπομεν περίεργον τινα αναλογίαν μετά του φυσικού φωτός: Τούτο παραμένει ωσαύτως αόρατον, εάν δεν εύρη το αντικείμενον, όπερ θα προσλάβη και θα αντικατοπτρίση αυτό. Υπό το φως του γηΐνου ηλίου η φύσις προβάλλει μεγαλοπρεπής εις τους οφθαλμούς, Το Θείον όμως Φως, όταν καταυγάση τον άνθρωπον, μεταμορφοί αυτόν δια θαυμαστού τρόπου. Τα πλέον κοινά πρόσωπα, αχρειωθέντα υπό της αμαρτίας, φωτίζονται εν τη προσευχή της μετανοίας υπό του Φωτός και φαίνονται νέα και εύμορφα εισέτι. Πάλιν και πάντοτε η καρδία είναι ετοίμη να ψάλη δοξολογίαν εις τον Χριστόν‐Θεόν, τον φανερούμενον εν τω ακτίστω Φωτί. Δια τοιούτου τρόπου ο απειροδύναμος, ο επέκεινα του παντός, συγκαταβαίνεικ μέχρις ημών. Το απαραβίαστον, το απρόσιτον Φως της Θεότητος Αυτού, ζωοποιεί τα πάντα, εναγκαλίζεται πάσαν την κτίσιν. Δεν υπόκειται εις την έννοιαν του χώρου, ούτε και του όγκου, και όμως είναι αχωρήτως πανταχού παρόν. Η έλλαμψις υπό του Φωτός τούτου δίδει εις τον άνθρωπον την πείραν της αναστάσεως ως πρόγευσιν της μελλούσης μακαριότητος. Το Φως τούτο αρρήτως πληροφορεί το πνεύμα ημών ότι κτισθείς ο άνθρωπος «κατ’ εικόνα Θεού», εν τη εσχάτη τελειώσει αυτού θα αποβή φορεύς του πληρώματος της θεανθρωπίνης ζωής, θα τελειωθή καθ’ ομοίωσιν του Χριστού, του Θεανθρώπου. Δια της ενεργείας του Φωτός τούτου εντός του μετανοούντος προβάλλει έν θαυμαστόν άνθος: το Πρόσωπον‐ Υπόστασις. Και γνωρίζομεν ότι ίδιον αυτής της εν ημίν υποστατικής αρχής είναι να περιλάβη δια αγάπης εν 288 τη αιωνιότητι ανεκφράστως μεγαλειώδη και αγίαν ζωήν. Το Φως του Χριστού είναι «ενέργεια» της Θεότητος, άκτιστος, άναρχος ζωή του εν Τριάδι Θεού. Η ενέργεια αύτη είναι ίδιον και του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Εν τω Φωτί τούτω γνωρίζομεν και τον Πατέρα, και το Πνεύμα το Άγιον, και τον Μονογενή Υιόν. Όταν το Φως τούτο δια της ευδοκίας του Θεού επισκιάση ημάς, τότε η εν ημίν δυνάμει μόνον κατά την γέννησιν ημών υποστατική αρχή ενεργοποιείται και αξιούται να ίδη τον Θεόν (βλ. Ματθ. ε’ 8), να προσλάβη τον οντολογικήν δύναμιν Αυτού, τον πλούτον της ζωής του Ιδίου του Θεού. Επί της γης ξο άνθρωπος δεν δύναται να περιλάβη την απόλυτον τελειότητα της Θεότητος, αλλά δια της εν αυτώ ενεργείας του Αγίου Πνεύματος αισθάνεται εαυτόν συνδεδεμένον μετ’ Εκείνου, Όστις είναι αληθώς ο Δημιουργός πάσης ζωής και το μόνον κέντρον παντός υπαρκτού. Και πάλιν επανέρχομαι επί του αυτού θέματος του Φωτός της ζωής, όπερ δεν «καταλαμβάνει» η σκοτία της ανυπαρξίας (πρβλ. Ιωάν. α’ 5). Δεν ζω αφ’ εαυτού. Φέρομαι όλος προς Εκείνον, τον Οποίον αγαπώ. Ούτος έδωκεν εις εμέ την ζωήν. Ούτος είναι η ζωή μου. Και εάν ούτως έχη, τότε λοιπόν τί είμαι εγώ; Μέγας είναι ο άνθρωπος όταν ευρίσκηται εν τω Μεγάλω Θεώ. Δια της δυνάμεως της Θείας αγάπης περιπτύσσεται τον κόσμον άπαντα και ο ίδιος, υπό τινα έννοιαν, αποβαίνει «κέντρον του κόσμου». Η σκέψις αύτη επεσκέφθη εμέ το πρώτον, ότε ο Θεός έδωκεν εις εμέ την χάριν της «μνήμης του θανάτου». Η μάλλον 289 αρνητική αύτη πείρα εν τη μεγίστη αυτής εντάσει έδιδεν εις εμέ να αισθανθώ την έξοδόν μου εις την ανυπαρξίαν ως εκμηδένισιν του σύμπαντος κόσμου εν εμοί: «Εν εμοι» δια του θανάτου μου αποθνήσκει άπαν το γένος των ανθρώπων μετά πάντων των παθημάτων και της χαράς, των πόθων και των γνώσεων αυτού. Επί πλέον ο Ίδιος ο Θεός, άγνωστος εισέτι αλλ’ εν μέρει οικείος, αποθνήσκει και Αυτός εν εμοί και μετ’ εμού. Άπαν το κτιστόν και άκτιστον είναι εξαφανίζεται εις τον αβυσσώδη γνόφον της λήθης. Αι εμπειρίαι τοιαύτης καταστάσεως ήσαν κατ’ ουσίαν θεωρία του «απολύτου», της υποστατικής εν ημίν αρχής (εικών‐αντανάκλασις του Απολύτου), αλλ’ υπό την αρνητικήν αυτής μορφήν. Ότε όμως ήλθε το άκτιστον Φως μαρτυρούν εις το πνεύμα μου την υπέρβασιν του θανάτου, τότε, παν ό,τι πρότερον απέθνησκεν εν εμοί, δια της ενεργείας του Φωτός τούτου συνανίστατο μετ’ εμού. Το απειλητικον σκότος του θανάτου, η καταθλιπτική αποστροφή προς εμαυτόν δια την ζώσαν εν εμοί αμαρτίαν – αισθητήν ως ρήξιν μετά του Θεού της αγάπης –, η πικρά απελπισία δι’ εμαυτόν, η αγανάκτησις δια το παράλογον της υπάρξεως εν γένει, ως τούτο πρότερον αντανεκλάτο εν τη συνειδήσει μου, πάντα ταύτα μεταμορφούνται ριζηδόν δια της αναγεννώσης δυνάμεως της μετανοίας, αποβαίνουν χριστοειδής «κένωσις». Οι ομοιωθέντες Αυτώ δια του θανάτου αυτών εγείρονται Πνεύματι Αγίω και ανυψούνται εις αιώνιον δόξαν ομοίαν προς την Εαυτού (βλ. Φιλ. β’ 7‐8, γ’ 9‐11, Ρωμ. στ’ 5). Ούτω γνωρίζεται ο Ιησούς Χριστός εν τη ανάρχω Αυτού κυριότητι, ως και εν τη αφάτω Αυτού κενώσει «δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν». 290 Ο Χριστός ενίκησε τον κόσμον (Ιωάν. ιστ’ 33). Ουδείς και ουδέν υπάρχει πλέον, όπερ θα ηδύνατο να περιορίση την Κυριότητα Αυτού. Δια πολλών παθημάτων ελευθερούμεθα από της εφ’ ημών εξουσίας παντός ό,τι πρότερον εβιώσαμεν. Πεπλουτισμένοι δια της πείρας της νίκης μέσω της μετανοίας, γινόμεθα όμοιοι προς τον Μονογενή Υιόν κατά την Κυριότητα Αυτού: Ο άδης ουκέτι ημών κυριεύει και ημείς ατενίζομεν εις αυτόν άνευ της προτέρας φρίκης. Ουδόλως επιμένω ότι και ο Κύριος Ιησούς έζησε την κένωσιν Αυτού εν Γεθσημανή και επί του Γολγοθά κατά τον αυτόν τρόπον. Αλλά εν τη μετανοία μου ενώπιον Αυτού δι’ όλα τα πνευματικά μου εγκλήματα ούτως εδόθη εις εμέ να εννοήσω τούτο. Δια τί άρα γε είς τοιούτος άνθρωπος προσηύχετο: «Περίλυπος εστιν η ψυχή Μου έως θανάτου … Πάτερ Μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ Εμού το ποτήριον τούτο … εγένετο δε ο ιδρώς Αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Ματθ. κστ’ ‐, Λουκ. κβ’ ); Δια την μηδαμινότητά μου ήτο μέγα εκείνο όπερ εβίωσα, και μέχρι του νυν δεν παύει αυξανόμενον. Μετ’ ευλαβούς φόβου διερωτώμαι: Τί άρα γε έβλεπεν Ούτος, ο Κύριος μου, ο άπειρος εν τη Θεότητι Αυτού, ο ανεξιχνίαστος εν τη ταπεινώσει Αυτού, ο απέραντος εν τη «εις τέλος» (Ιωάν. ιγ’ 1) αγάπη Αυτού, ο απρόσιτος εν τη δόξη Αυτού, ώστε να προσεύχηται ούτως; Αναμφιβόλως το μαρτύριον Αυτού ήτο μείζον εκείνου των λοιπών ανθρώπων, ώστε να αποβή «κοσμοσωτήριον πάθος». Ούτος είναι αληθώς το Φως, το ελθόν εις τον κόσμον, «ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν εν τη σκοτία μη 291 μείνη» (πρβλ. Ιωάν. ιβ’ ). Αι ποικίλαι εμφανίσεις του Φωτός, απλού κατά την αιώνιον φύσιν αυτού, διαφέρουν ως προς την έντασιν και ως προς την μορφήν. Σπανίως εν τη ιστορία της Εκκλησίας αι οράσεις του Φωτός φθάνουν εκείνο το πλήρωμα κατά το οποίον, εν τη ελλάμψει, το πνεύμα του ανθρώπου αξιούται εισέτι και της προσωπικής αποκαλύψεως του Θεού. Τούτο συνέβη επί του Θαβώρ, ότε ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης ήκουσαν της αΰλου φωνής του Πατρός, ήτις εμαρτύρει περί του Ηγαπημένου Υιού. Ωσαύτως και επί της οδού προς Δαμασκόν ο Απόστολος Παύλος δια μεγάλης ελλάμψεως, και εν συνεχεία δια προσωπικής συνομιλίας μετά του Χριστού, εβεβαιώθη ότι Εκείνος, ο Ιησούς, είναι ο Θεός τον Οποίον ετίμα, Όστις απεκαλύφθη εις τον Μωϋσήν επί του Σινά: «Εγώ ειμι Ιησούς, Όν συ διώκεις» (Πράξ. θ’ 5). Έτι συχνότερον το Φως τούτο περιβάλλει τον άνθρωπον, όταν ούτος διαμένη εν καταστάσει προσευχής ολοκληρωτικής μετανοίας, επί των ορίων της απογνώσεως. Εν τη αρχή του αγώνος της μεταμελείας δια τας αμαρτίας, το άγιον τούτο Φως δίδει την πείραν του Θείου ελέους και της αγάπης, ουχί όμως εισέτι της συνομιλίας πρόσωπον προς Πρόσωπον. Τούτο το τελευταίον συμβαίνει, όταν ο άνθρωπος διαμένη όντως εν τω Θεώ και ο Θεός εν αυτώ, και το πνεύμα του προσευχομένου γνωρίζει ότι ο εμφανισθείς εις αυτόν είναι ο Προαιώνιος Δεσπότης πάσης της κτίσεως, ο Πρώτος και ο Έσχατος, ο απρόσιτος και τοσούτον εγγύς, ο αόρατος και συγχρόνως αισθητός έτι και σωματικώς· αισθητός δια του πυρός της αγάπης του πληρούντος την καρδίαν, και δια του φωτός της συνέσεως του καταυγάζοντος τον 292 νουν. Τούτο είναι Φως γνώσεως, αλλ’ ανεκφράστου δια λόγων. Άλλως τε ο Ίδιος ονομάζει Εαυτόν Εγώ ειμι ο Ών. Έκαστος αντιλαμβάνεται τους αγιωτάτους τούτους λόγους κατά το μέτρον μόνον της πραγματικής αυτού πείρας. Και ουδείς εκ των βροτών δύναται να ισχυρισθή ότι εγνώρισεν «εις τέλος» οποίον Είναι κρύπτεται εν τοις λόγοις τούτοις. Εδόθη όμως εις ημάς η ελπίς ότι θα ανατείλη τοιαύτη αιώνιος ημέρα, όταν Ούτος θα είναι «τα πάντα εν πάσι» (Α’ Κορ. ιε’ 28). 293

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου