Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Περι Μετανοίας


Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Οψώμεθα τόν Θεόν καθώς εστί
Περι Μετανοίας
Θεμελιώδης Αρχή

Ο Πατήρ ημών «Φως οικεί απρόσιτον» (Α’ Τιμ. στ’ 16). Ούτος παραμένει αναλλοιώτως μέγα μυστήριον δι’ ημάς, και όταν εισέτι πληρούμεθα εκ της εγγύτητος Αυτού. Αλλά και ο Άνθρωπος, κτισθείς καθ’ ομοίωσιν του Υψίστου, είναι ωσαύτως απόκρυφον μυστήριον. Και εν τη στάσει ημών έναντι αυτού δέον όπως μη μειωθή η δίψα της συνεχώς βαθυτέρας γνώσεως ημών περί αυτού και του μεγαλείου της «προ καταβολής κόσμου» κλήσεως αυτού (Ιωάν. ιζ’ 24). Ο Θεός συνιστά το Απόλυτον Είναι, την Αρχήν πασών των αρχών. Απεκαλύφθη εις ημάς ως ο Εγώ Ειμι, ως Πρόσωπον‐Υπόστασις. Νυν επιγινώσκομεν Αυτόν δια του Ομοουσίου Υιού, του φανερώσαντος εις ημάς τον Πατέρα: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο Μονογενής Υιός ο ών εις τον κόλπον του Πατρός, Εκείνος εξηγήσατο» (Ιωάν. α’ 18). Γνωρίζομεν τον Πατέρα ωσαύτως και δια του Αγίου Πνεύματος: «Ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, Ό πέμψει ο Πατήρ εν τω Ονόματί Μου, Εκείνος υμάς διδάξει πάντα» (Ιωάν. ιδ’ 26). Και η ζώσα αύτη γνώσις ηλευθέρωσεν ημάς από του παραλογισμού της διανοητικής πτήσεως προς το Υπερπροσωπικόν Απόλυτον, την Καθαράν Ύπαρξιν, την υπερβαίνουσαν πάντα τα όντα, ήτις κατ’ ουσίαν αποτελεί το μη είναι.

Συνάναρχος τω Πατρί και τω Πνεύματι, ο σαρκωθείς Λόγος ήρξατο την αποστολήν Αυτού καλών τους πεπτωκότας εις μετάνοιαν: «Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. δ’ 17). Έδωκεν εις ημάς την γνώσιν και περί του Πατρός και περί του Πνεύματος του Αγίου. Και οι δύο Ούτοι εμαρτύρησαν περί Εκείνου. Ούτος δε έδειξεν εις ημάς την απλανή οδόν προς τον Πατέρα. Εν τω τέλει του βίου μου θα ήθελον να ψάλω επάξιον ύμνον εις την χάριν της μετανοίας, ήτις εδόθη υπ’ Αυτού εις εμέ. Θα δανεισθώ προς τούτο τους εμπνευσμένους λόγους του αρχαίου Ψαλμωδού. Ο Θεός, ο Θεός μου! Μεγάλα και θαυμαστά τα έργα Σου. Άγιος εί, Φως οικών απρόσιοτον. Επί Σοι ήλπισαν οι Πατέρες μου και ερρύσω αυτούς. Προς Σε εκέκραξαν και εσώθησαν. Εγώ δε ειμι σκώληξ και ουκ άνθρωπος. Όνειδος ανθρώπων και εξουθένημα λαού. Αλλά Συ εί ο εκσπάσας με εκ γαστρός· Εκ κοιλίας μητρός μου Θεός μου εί Συ. Μη αποστής απ’ εμού, και διηγήσομαι το Όνομά Σου τοις αδελφοίς μου: Οι φοβούμενοι τον Κύριον αινέσατε Αυτόν. Ότι ουκ εξουδένωσε την θλίψιν μου, ουδέ απέρριψε την δέησίν μου. Εξεζήτησα Αυτόν, και ουκ απέστρεψε το Πρόσωπον Αυτού απ’ εμού. Και νυν παρ’ Αυτού ο έπαινός μου εν Εκκλησία Μεγάλη. (Πρβλ. Ψαλμ. καʹ) «Είτε εν σώματι …, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα» (Β’ Κορ. ιβ’ 2). Ούτως ακριβώς συμβαίνει εις τους μετανοούντας φλογερώς. Το συντετριμμένον πνεύμα του ανθρώπου, διψών έως θανάτου τον σώζοντα Θεόν, έλκεται προς Αυτόν δι’ όλου του είναι. Και τότε ο άνθρωπος δεν γνωρίζει πότε και πώς συνετελέσθη εν αυτώ η αλλαγή, αλλ’ επιλανθάνεται του υλικού κόσμου, και αυτού εισέτι του ιδίου σώματος. Παραμένει εν τούτοις το αυτό πρόσωπον, θα ηδυνάμεθα να είπωμεν, μετά δυνάμεως και διαυγείας, όσον ουδέποτε άλλοτε εις την συνήθη καθ’ ημέραν ζωήν. Αισθάνεται εαυτόν ως ασώματον τρόπον τινα πνεύμα. Εις τοιαύτας στιγμάς της Άνωθεν ευδοκίας, δίδεται εις αυτόν η γνώσις άλλης, ακαταλύτου ήδη, μορφής του Είναι. Ενίοτε το πνεύμα μου ησθάνετο εαυτό ευρισκόμενον είς τινα απειρότητα, ήτις κατά παράδοξον τρόπον ήτο διαφανής, αν και το φως δεν εφαίνετο ως τοιούτον. Δεν δύναμαι να καθορίσω την αβυσσώδη εκείνην σφαίραν. Το πνεύμα μου απερροφάτο ολοτελώς υπό της προσευχής: Ουδέν εκτός του Θεού έβλεπον ή εγνώριζον. Ο μέγας Απόστολος Παύλος έγραφε προς τους Κορινθίους ότι «ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β’ Κορ. ιβ’ 4). Τί ηννόει ούτος δια του όρου «ρήματα» ομιλών περί της υψίστης γνώσεως της Άνωθεν δοθείσης εις αυτόν; Ήσαν άρα γε τα «ρήματα» ταύτα ανθρώπινοι λόγοι ή γεγονότα του πνευματικού εκείνου ουρανού εις τον οποίον «ηρπάγη»; Αι διηγήσεις αυτού εν μέρει μόνον εξηγούν τί συνέβη εις αυτόν. Έρχεται εις τον νουν τολμηρά τις σκέψις: Τον Παύλον δεν εγκατέλειπεν η μνήμη ότι ούτος «εδίωξε την Εκκλησίαν του Θεού» (Α’ Κορ. ιε’ 9)· ότι υπήρξε «βλάσφημος και … υβριστής» (Α’ Τιμ. α’ 13)· ελθών δε εις άκραν έντασιν μετανοίας περί πάντων τούτων, «ηρπάγη έως τρίτου ουρανού» (Β’ Κορ. ιβ’ 2). Θέλω να είπω ότι και εγώ ο ίδιος έζησα την απομάκρυνσιν μου από του Χριστού, ως αφορήτως βδελυρόν έγκλημα κατά της αγάπης Αυτού. Την αγάπην ταύτην εγνώριζον από της πρώτης παιδικής ηλικίας. Ο Κύριος έδωκεν εις εμέ να γευθώ αυτής. Συντετριμμένος δια την αφροσύνην μου παρεδιδόμην εις προσευχήν, ήτις με απέσπα από παντός κτιστού και μετέθετεν εις έτερον κόσμον. Όταν συνειδητοποιήσωμεν όντως το εν ημίν σκότος, όταν αποκαλυφθή εις ημάς η καταχθόνιος ουσία της αμαρτίας, τότε γινόμεθα επιδεκτικοί των ενεργειών της χάριτος: είτε είναι τούτο έλλαμψις υπό του ακτίστου Φωτός, είτε άλλου είδους αρπαγή, γνώσις ή αποκάλυψις. Οι Πατέρες λέγουν ότι η συναίσθησις της αμαρτίας ημών είναι μέγα δώρον του Ουρανού, μεγαλύτερον και της οράσεως αγγέλων. Και εγώ επί μακρόν παρέμενον πνευματικώς τυφλός. Δεν έβλεπον αμαρτίαν εις την απομάκρυνσίν μου από του Θεού των παιδικών μου χρόνων: «Αγνοών εποίησα» (Α’ Τιμ. α’ 13). Επίστευον ότι ανηρχόμην εις επίπεδον υψηλότερον του Ευαγγελίου. Εγκατέλιπον τούτο άνευ αντιπαθείας, ορθολογικώς σκεπτόμενος ως μη δυνάμενον να παράσχη εις εμέ την υψίστην γνώσιν. Την ουσίαν της αμαρτίας δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν άλλως, ει μη δια της πίστεως εις τον Χριστόν‐Θεόν, δια της εν ημίν επενεργείας του ακτίστου Φωτός (βλ. Ιωάν. η’ 24). Εις τον άνθρωπον, ως πρόσωπον μη ετεραρχούμενον, ως πνεύμα πεπροικισμένον δια της ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού, δυνάμεθα να διακρίνωμέν τι το απόλυτον, το «θεοειδές», το μη επιδεόμενον, θα έλεγε τις, άλλου Θεού. Δύναται ο άνθρωπος να θεωρήση εαυτόν ως όντα εκ του ιδίου γένους, έτι δε και εκ της αυτής ουσίας του πρωταρχικού Είναι, και ως εκ τούτου να αποφασίση την πράξιν της αυτοθεώσεως ως επιστροφήν εις το πρωταρχικόν αυτού είναι. Εις την πλάνην αυτήν περιέπεσα εν τη νεότητί μου εξ επιδράσεως βιβλίων περί του ινδικού μυστικισμού και συναντήσεων μετ’ ανθρώπων εξ εκείνων των χωρών, όπου επί χιλιετίας καλλιεργείται το είδος τούτο του μυστικισμού. Πάντοτε είναι δυνατόν να υψωθή ενώπιον ημών το επιχείρημα, ότι δήθεν η από παντός σχετικού εν τω κοσμικώ είναι απέκδυσις δεν είναι εισέτι ικανοποιητική· ότι εν τη εφέσι ημών προς την τελειότητα οφείλομεν να υπερβώμεν την εν ημίν υποστατικήν αρχήν ως πρόσκαιρον μορφήν υπάρξεως, εισάγουσαν περιορισμούς εις πάσας τας εκδηλώσεις ημών. Εν ενί λόγω, ότι πρέπει να φθάσωμεν εκουσίως εις την διάλυσιν ή την νέκρωσιν της ανθρωπίνης υποστάσεως εν τω ανονομάστω ωκεανώ του Καθαρού Είναι, του Υπερ‐ προσωπικού Απολύτου. Δεν ηδυνάμην να αποφύγω το ερώτημα: Τίς, λοιπόν, γνωρίζει; Τίς αυτοπροσδιορίζεται; Και έτερον ερώτημα: Εάν εγώ προήλθον εκ της ανάρχου αρχής, τότε πώς ήτο δυνατόν να προκληθή η τοσούτον βαθεία παραφθορά του είναι μου; Δια τι νυν μετά τοσούτου κόπου οφείλω να επιδιώκω την διάζευξιν από της σαρκός, ώστε να επανέλθω εις εκείνο, το οποίον πάντοτε ήμην, και – κατά την τάξιν της αφηρημένης διανοητικής θεωρήσεως – ουδέποτε έπαυσα να είμαι; Αι ασκήσεις του υπερβατικού διαλογισμού επέφερον ανάπαυσιν τινα από του περισπασμού εκ των μεριμνών της καθ’ ημέραν ζωής. Έδιδον εις εμέ στιγμάς διανοητικής απολαύσεως, ανεβίβαζον εις φαινομενικώς πνευματικάς σφαίρας και έθετον εμέ υψηλότερον του περιβάλλοντός μου. Από φιλοσοφικής επόψεως δεν ηδυνάμην να διανοηθώ την Απόλυτον Αρχήν ως προσωπικόν όν. Και τούτο, εν μέρει, διότι ήμην προσκεκολλημένος εις την γενικήν πλάνην την διαδεδομένην εις τους κύκλους, όπου εσύχναζον τότε. Η πλάνη συνίστατο εις την σύγχυσιν της εννοίας του προσώπου μετά της εννοίας του ατόμου, εννοιών θεολογικώς εκ διαμέτρου αντιθέτων. Παιδίον εισέτι εδιδάχθην να προσεύχωμαι εις τον Αθάνατον Ουράνιον Πατέρα, προς τον Οποίον απήλθον πάντες οι πρόγονοι μου. Τότε εν τη παιδική μου πίστει (βλ. Ματθ. ιη’ 3, Λουκ. ιη’ 17), ο συνδυασμός Προσώπου και Αιωνιότητος ήτο εύκολος. Και ούτως, η χριστιανική θεώρησις περί προσώπου την οποίαν είχον αποδεχθή από νηπιακής ηλικίας, εις τινα στιγμήν απέβη το πλέον ουσιώδες ερώτημα: Δύναται το Απόλυτον να είναι πρόσωπον; Η ειλικρινής «ανατολική» εμπειρία μου έφερε μορφήν μάλλον διανοητικήν, αποκεκομμένην εκ της καρδίας: Ήτο άσκησις νοεράς απεκδύσεως από παντός σχετικού. Βαθμηδόν επειθόμην ότι ίσταμαι επί εσφαλμένης οδού, ότι απομακρύνομαι από του αληθινού, του πραγματικού Είναι, πορευόμενος προς το μη όν. Η αυθεντική γνώσις δεν διεφαίνετο έτι επί του ορίζοντος του πνεύματός μου.


Η περίοδος αύτη ήτο άκρως τεταμένη. Η κατάστασις του νοός μου ωμοίαζε προς κλυδωνιζομένην μικράν λέμβον εν σκοτεινή νυκτί επί των κυμάτων. Ενίοτε ο νους μου ανέβαινεν εις την κορυφήν κύματος τινος, άλλοτε πάλιν υπό άλλου κύματος εκρημνίζετο εις το βάθος μετ’ οργής. Εκείνος όμως, τον Οποίον εγώ εγκατέλιπον ως «άχρηστον», δεν απεστράφη εμέ εις τέλος και ο Ίδιος ανεζήτει ευκαιρίαν να εμφανισθή εις εμέ. Αίφνης έθεσεν ενώπιόν μου το βιβλικόν κείμενον της Σιναϊτικής Αποκαλύψεως: «Εγώ ειμί ο Ών» (Έξοδ. γ’ 14). Το Είναι είμαι Εγώ. Ο Θεός, ο Απόλυτος Δεσπότης όλων των αστρικών κόσμων, είναι προσωπικός. Εγώ ειμί. Δι’ αυτού του Ονόματος διηνοίχθησαν έμπροσθεν μου ατέρμονες ορίζοντες. Ο προσωπικός ούτος Θεός απέβη δι’ εμέ οφθαλμοφανής πραγματικότης, την οποίαν έζων ουχί επί του επιπέδου της αφηρημένης διανοήσεως, αλλ’ υπαρκτικώς, δι’ όλου του είναι μου. Η όλη δομή της πνευματικής μου ζωής μετεμορφώθη. Καίτοι το πνεύμα μου δεν είχε φωτισθή πλήρως, εγνώριζες εν τούτοις που να στραφή. Το Φως του Πολικού Αστέρος ήγγισε την όρασίν μου και ο νους μου ηδυνήθη να ανέλθη μέχρις Αυτού. Όντως, ο Θεός Ούτος είναι άκρως απρόσιτος, αλλ’ εφικτός εις το πνεύμα ημών. Να είναι τις θεός, εκτός Αυτού του Μόνου Αληθινού, είναι αφροσύνη χείρων πασών των λοιπών μορφών αφροσύνης. Εγώ δε, συνειδητοποιήσας το φρικτόν της πτώσεως μου, παρεδόθην εις απεγνωσμένον, πικρόν και έμπυρον θρήνον: Ο Κύριος εδωρήσατο εις εμέ την χαρισματικήν απόγνωσιν. Και ενώ εγώ εθρήνουν δι’ εμαυτόν μετά κλαυθμού ισχυρού, μη τολμών να υψώσω την σκέψιν μου προς Αυτόν, ενεφανίσθη Ούτος εις εμέ εν τω Φωτί Αυτού. Ούτως έθεσε την αρχήν της νέας ζωής μου, αναγεννήσας εμέ δια των δακρύων της μετανοίας. Παν ό,τι πρότερον είλκυεν εμέ εν τω κόσμω τούτω απώλεσε την γοητείαν αυτού, και, περί ουδενός πλέον σκεπτόμενος, εβυθίσθην εις προσευχήν. Δεν θα είπω ότι η πάλη προς απελευθέρωσιν μου εξ όλων εκείνων, εις τα οποία πρότερον μετά πάθους είχον επιδοθή, ήτο εύκολος ή έστω σύντομος. Ιδιαιτέρως βαρύς ήτο δι’ εμέ ο χωρισμός από της ζωγραφικής. Η χάρις της μετανοίας είναι αρπαγή της ψυχής προς τον Θεόν, ελκυσθείσης υπό της εμφανίσεως του Φωτός. Το Φως τούτο κατ’ αρχάς ουδόλως εισέτι είναι ορατόν, αλλ’ εκ της θέρμης αυτού απαλύνεται η καρδία. Η ψυχή διχάζεται: Αφ’ ενός μεν κυριεύεται υπό της φρίκης, βλέπουσα εαυτήν εν τη πραγματική αυτής καταστάσει, αφ’ ετέρου δε πλημμυροί αυτήν η μέχρι τότε άγνωστος δύναμις εκ της οράσεως του Ζώντος Θεού. Κατά παράδοξον τρόπον τοσούτον υπερίσχυεν εντός μου η απόγνωσις δι’ εμαυτόν, ώστε, και όταν εισέτι ήτο Εκείνος μετ’ εμού και εν εμοί, δεν ηδυνάμην να ανακόψω τον κλαυθμόν δια την αμαρτίαν μου, ήτις ως προς την μεταφυσικήν αυτής ουσίαν ενεφανίζετο ως υπερβαίνουσα πάσαν ορατήν παράβασιν. Η σφοδρά επιθυμία, όπως διαρρήξω πάντα δεσμόν μετά της προγενεστέρας ζωής μου, ελάμβανε μορφήν μίσους προς εμαυτόν, ως ήμην εν τω παρελθόντι. Παραλλήλως, η θετική πλευρά της αποστροφής εκ των παθών εξεδηλούτο εις την πράξιν της εδραιώσεως μου εν τω αποκαλυφθέντι εις εμέ Θεώ (βλ. Κολ. β’ 19, Εφεσ. δ’ 16). Εκ της εντάσεως του αγίου αυτομίσους η προσευχή αντλεί ισχυράν ενέργειαν και αποβαίνει ομοία προς ορμητικήν φλόγα. Το πνεύμα τότε ζη συγχρόνως το σκότος του θανάτου αυτού και την ελπίδα επί τον Σωτήρα Θεόν. Δεν υπάρχει αμφιβολία δι’ εμέ ότι η δύναμις της προσευχής μου δεν ήτο εξ εμού, αλλά προήρχετο εκ του Θεού. Η προσευχή αύτη εξήντλει εμέ μέχρι πλήρους εξασθενήσεως όλης της ψυχο‐σωματικής μου συστάσεως. Θαυμαστή ειρήνη ήρχετο ενίοτε εις την ψυχήν και πνοή άλλης ζωής περιεπτύσσετο εμέ τρυφερώς, παρέχουσα την αίσθησιν της παρουσίας του Θεού, του υπεραγαπήσαντος το λογικόν Αυτού κτίσμα. Οδυνηρός είναι ο αγών της απεκδύσεως των παθών, άτινα παρεμποδίζουν την έλευσιν του Φωτός. Η μακραίων πείρα των αγίων ασκητών κατέδειξε δι’ ακαταμαχήτου αξιοπιστίας ότι η υπερηφανία είναι το κύριον πρόσκομμα δια τον φωτισμόν ημών υπό του Αγίου Πνεύματος. Κατά την διάρκειαν εκείνης της προσευχής, την οποίαν έδιδεν εις εμέ ο Κύριος, ότε ησθανόμην εαυτόν εξηντλημένον τρόπον τινά έως τέλους εφ’ όλων των επιπέδων της υπάρξεως μου, τότε, νομίζω, προσήγγιζον την εντεταλμένην ταπείνωσιν, διότι διηνοίγετο ενώπιον του πνεύματός μου η φωτοφόρος σφαίρα. Και δεν υπήρχεν αντίθεσις μεταξύ της πνευματικής μου καταστάσεως και της ενεργείας του Θεού εν εμοί. Η ταπείνωσις του Θεού είναι ασύλληπτος, απόλυτος, και εν αυτή δεν υπάρχει στοιχείον τι συγκρίσεως προς ο,τιδήποτε. Αποτελεί αύτη κατηγόρημα της Θείας αγάπης, της παρεχομένης άνευ μέτρου. Εις τας προσευχάς των προγενεστέρων γενεών, ως και εις την Αγίαν Γραφήν, συναντώμεν ονόματα αποδιδόμενα εις τον Θεόν, αναφερόμενα εις τας ιδιότητας Αυτού, εις τας σχέσεις Αυτού μεθ’ ημών, εις τας εμφανίσεις Αυτού ως: Ο Θεός είναι Φως, ο Θεός είναι Αλήθεια, Αγάπη, Έλεος και πλήθος άλλων ονομάτων. Τολμώ να προσθέσω: Ο Θεός είναι Ταπείνωσις. Ουδέν ακάθαρτον, τουτέστιν υπερήφανον, άπτεται Αυτού. Η υπερηφάνια είναι σκότος απαίσιον, ο αντίπους της Θείας Αγαθωσύνης. Η υπερηφανία είναι η αρχή του κακού, η ρίζα πάσης τραγωδίας, ο σπορεύς του μίσους, ο αφανιστής της ειρήνης, αντικειμένη εις την τάξιν, ήν εθέσπισεν ο Θεός. Εν αυτή ευρίσκεται η ουσία του άδου. Η υπερηφανία είναι εκείνο το «σκότος το εξώτερον», εν τω οποίω διαμένων ο άνθρωπος αποχωρίζεται από του Θεού της αγάπης. «Οι άνθρωποι … ηγάπησαν το σκότος» (Ιωάν. γ’ 19). Η σωτηρία εξ αυτού του άδου είναι δυνατή μόνον δια της μετανοίας. Η μετάνοια είναι ανεκτίμητον δώρον προς την ανθρωπότητα. Η μετάνοια είναι το Θείον θαύμα δια την αποκατάστασιν ημών μετά την πτώσιν. Η μετάνοια είναι έκχυσις θείας εμπνεύσεως εφ’ ημάς, δυνάμει της οποίας ανυψούμεθα προς τον Θεόν, τον Πατέρα ημών, ίνα ζήσωμεν αιωνίως εν τω φωτί της αγάπης Αυτού. Δια της μετανοίας συντελείται η θέωσις ημών. Τούτο είναι γεγονός ασυλλήπτου μεγαλείου. Η δωρεά αύτη κατέστη δυνατή δια της προσευχής του Χριστού εν τη Γεθσημανή, δια του θανάτου Αυτού επί του Γολγοθά και δια της Αναστάσεως Αυτού (βλ. Λουκ. κδ’ ‐). Η υπερηφανία είναι η ζοφώδης εκείνη άβυσσος εν τη οποία εβυθίσθη ο άνθρωπος δια της πτώσεως. Υποκύψας εις αυτήν εκουσίως, κατέστη πνευματικώς τυφλός και ανίκανος να διακρίνη την παρουσίαν αυτής εις τας κινήσεις της καρδίας και του νοός. Μόνον το συγκαταβαίνον εις ημάς δια της πίστεως εις την θεότητα του Ιησού Χριστού άκτιστον Φως παρέχει την δυνατότητα να διακρίνωμεν την μεταφυσικήν ουσίαν της υπερηφανίας. Η χάρις του Αγίου Πνεύματος φωτίζει την καρδίαν του ανθρώπου και ανακαλύπτει ούτος εν εαυτώ την παρουσίαν ενός κακοήθους όγκου, όστις επιφέρει θάνατον. Όσοι έλαβον πείραν της θείας αγάπης, είναι φυσικόν να αποστρέφωνται την ιδιάζουσαν δηλητηριώδη οσμήν, δια της οποίας είναι εμπεποτισμένον το πάθος της υπερηφανίας. Αποσπά αύτη τον άνθρωπον από του Θεού και ούτος απομονούται εν εαυτώ. Ο υπερήφανος – και ο πλέον διανοητικός πεπροικισμένος – θα παραμένη πάντοτε εκτός της τα πάντα περιπτυσσομένης αγάπης του Χριστού. Εν τω παραδείσω ο άνθρωπος, μεμεθυσμένος εκ της θανατηφόρου ηδονής της εωσφορικής αυτο‐θεώσεως, εγένετο παράφρων και δέσμιος του άδου. Εστραμμένος προς εαυτόν ως προς κέντρον, θάττον ή βράδιον θα προσκρούση εις το καταθλιπτικόν κενόν, εκ του οποίου εκάλεσεν ημάς ο Δημιουργός εις την ζωήν. Όταν δε ο άνθρωπος στραφή προς τα έξω εις αναζήτησιν αντισταθμίσματος τινος εν τω περιβάλλοντι αυτόν κόσμω, υπόκειται εις παντός είδους διαστροφήν και δύναται να αποβή ικανός δι’ οιονδήποτε έγκλημα. Αναρίθμητοι είναι αι μορφαί εμφανίσεως της υπερηφανίας, αλλ’ άπασαι αλλοιώνουν την εικόνα του Θεού εν τω ανθρώπω. Εκτός του Χριστού, άνευ του Χριστού, δεν υπάρχει λύσις εις την τραγωδίαν της επιγείου ιστορίας της ανθρωπότητος. Η γηΐνη ατμόσφαιρα αποπνέει οσμήν αίματος. Η οικουμένη τρέφεται καθ’ εκάστην δι’ ειδήσεων περί φόνων ή βασανισμών των ηττηθέντων εις αδελφοκτόνους συγκρούσεις. Τα μέλανα νέφη του μίσους καλύπτουν από των οφθαλμών ημών το Ουράνιον Φως. Οι άνθρωποι μόνοι δημιουργούν δι’ εαυτούς την κόλασιν αυτών. Άνευ της ολοκληρωτικής αλλαγής ημών δια της μετανοίας, δεν θα επέλθη η λύτρωσις του κόσμου· «λύτρωσις» εκ της φοβερωτέρας πασών των αρών, του πολέμου. Δια τον ταπεινόν φορέα της αγάπης είναι προτιμότερον να φονευθή, ή να φονεύση. Το πνεύμα ημών διακατέχεται υπό ευγνώμονος θαυμασμού, όταν αποκαλύπτηται εις ημάς το Άγιον Μυστήριον, το υπερέχον πάντα «κτιστόν νουν: ο Ζων Θεός, εις τον Οποίον δυνάμεθα να απευθύνωμεν το «Συ». Το μεγαλείον Αυτού προκαλεί εις ημάς δέος. Η ταπείνωσις Αυτού καταπλήττει ημάς. Εις οιονδήποτε σημείον και αν υψώση ημάς η δι’ όλου του είναι ημών ακράτητος ορμή προς Αυτόν, αισθανόμεθα χαράν κατά την πορείαν της αναβάσεως, συγχρόνως όμως ο Ίδιος εμφανίζεται διαρκώς και πλέον απρόσιτος. Συχνάκις αποκάμνομεν, απόγνωσις κυριεύει ημών, βλέπομεν εαυτούς ετοίμους προς πτώσιν, και αίφνης Ούτος, όλως απροσδοκήτως, είναι μεθ’ ημών και εναγκαλίζεται ημάς αγαπητικώς. Ο Θεός είναι εκπληκτικώς παράδοξος. Η ψυχή θα ήθελε να ερωτήση Αυτόν: Πού ήσο λοιπόν Συ, ότε τοσούτον εχειμαζόμην; Βλέπουσα όμως Αυτόν μεθ’ εαυτής δεν δύναται πλέον να εκφράση το ερώτημα. Το νόημα της υπό του Θεού εγκαταλείψεως είναι να καταδείξη ότι είμεθα εισέτι ανώριμοι· ότι η οδός δεν έχει εισέτι διανυθή έως τέλους· ότι οφείλομεν να διέλθωμεν δι’ αγώνος πληρεστέρας κενώσεως, να πίωμεν έως τέλους το ποτήριον, όπερ Εκείνος έπιε (βλ. Ματθ. κ’ 22).


Και ούτως, εν ευλαβεί φόβω και εν τω φωτί κρατυνομένης ελπίδος ταπεινούται η ψυχή και γίνεται βαθυτέρα η χαρά της καρδίας δια την αύξησιν της γνώσεως των οδών του Θεού, του Σωτήρος ημών. Ο επιρρεπής εις την φαντασίαν νους είναι ακατάλληλος δια την θεολογίαν. Ο μακάριος Γέρων Σιλουανός, γνωρίζων την ζημίαν εκ της διαμονής εν τη σφαίρα της φαντασίας, ηγωνίζετο να παρίσταται τω Θεώ καθαρώ νοΐ. Η κατάστασις αύτη του πνεύματος δίδεται εις τον άνθρωπον, όταν αυτός ευρίσκηται εν εσχάτη εντάσει μετανοίας, ήτις εδωρήθη εις τον κόσμον υπό του αναστάντος Χριστού. Δεν είναι δυνατόν ούτε να εξηγήσωμεν την κατάστασιν ταύτην του πνεύματος ημών, ούτε να καταστήσωμεν τινα κοινωνόν αυτής δια της περιγραφής. Εις πολλούς θα εφαίνετο τούτο απίστευτον. Όντως, «παρ’ ανθρώποις τούτο αδύνατον εστι, παρά δε τω Θεώ πάντα δυνατά εστιν» (Ματθ. ιθ’ 26). Η προσευχή δια καθαρού νοός είναι φαινόμενον σπάνιον. Η προσέγγισις εις αυτήν συντελείται προ παντός δια της βαθείας θλίψεως του πνεύματος ημών, το οποίον συνειδητοποιεί τον χωρισμόν από του Θεού ως στέρησιν υπ’ ουδενός αναπληρουμένην. Η λύπη αύτη ομοιάζει προς αγωνίαν· η εξ αυτής οδύνη είναι οξυτέρα μαχαίρας. Εάν αύτη δεν συνωδεύετο υπό μετανοίας, τότε, υποθέτω, θα ηδύνατο να προσλάβη ολέθριον χαρακτήρα και να οδηγήση, ίσως, και εις τον θάνατον. Δια της προσευχής όμως αποβαίνει θαυμαστόν δώρον της αγάπης του Θεού. Η μαρτυρική αυτή πάλη αφυπνίζει την πρότερον εν τη ψυχή κεκρυμμένην ενέργειαν της προσευχής, ήτις εις το εξής αναβλύζει πυρίνη ημέρας και νυκτός. Και τότε απροσδοκήτως, άνευ επιδιώξεως, η προσευχή φθάνει εις την καθαρότητα. Τότε ο άνθρωπος ζη αυθεντικώς εν τη φωτοφόρω πραγματικότητι του Αγίου Πνεύματος. Ίσταται και ενώπιον του Θεού και ενώπιον εαυτού εν πλήρει διαφανεία της υπάρξεως αυτού. Δια τοιαύτης προσευχής θεραπεύεται το πνεύμα ημών από της γοητείας των «φαντασμάτων της αληθείας», από του πλήθους των εν τω σκότει της αγνοίας δυσδιακρίτων έλξεων. Από των παιδικών μου χρόνων απέκτησα την συνήθειαν να προσεύχωμαι. Πρωΐαν τινά όμως, εις τινα οδόν της Μόσχας, εσφηνώθη εις τον νουν μου η σκέψις: Δεν είναι δυνατόν το Απόλυτον να είναι «πρόσωπον», και η αιωνιότης δεν δύναται να περικλεισθή εις τον «ψυχισμόν» της ευαγγελικής αγάπης … Το γεγονός τούτο ήτο πολύ παράδοξον· η δύναμις του λογισμού ωμοίαζε προς κτύπημα σφύρας. Ο τόπος εκείνος παρέμεινε δια παντός εις την μνήμην μου … Έκτοτε ασκών βίαν τινα εις εαυτόν ηρξάμην να αποσπώμαι από της προσευχής και να στρέφωμαι προς διαλογισμόν εξωχριστιανικού τύπου. Συντόμως, μετά τούτο, κατά τινα νύκτα αφυπνίσθην δι’ ακαταλήπτου τρόπου. Είδον το δωμάτιον μου πλήρες ανομοιογενούς, τεθλασμένου και παλλομένου φωτός. Η ψυχή μου εταράχθη. Ησθάνθην αποστροφήν προς το όραμα τούτο· μάλλον ειπείν, δυσφορίαν τινα μεμιγμένην μετά τινος τρόμου, ομοίου προς φόβον τον οποίον προκαλεί όφις εισερχόμενος έρπων εις οικίαν. Εξήλθον εκ του δωματίου μου εις την τραπεζαρίαν, διήλθον εκεί λεπτά τινα και κατόπιν επανήλθον εις την κλίνην μου. Δεν υπήρχε πλέον φως και εκοιμήθην εκ νέου. Ολίγον βραδύτερον, κατά την περίοδον της ασκήσεως του υπερβατικού διαλογισμού, εις όν εσημείωσα πρόοδον ως προς την αυτοσυγκέντρωσιν, είδον την διανοητικήν μου ενέργειαν ομοίαν προς φως, ουχί ισχυρόν. Το φως τούτο ευρίσκετο εντός της κρανιακής κοιλότητος και πέριξ αυτής· η καρδία όμως δεν συμμετείχεν εις αυτό, ζώσα κεχωρισμένως από του εγκεφάλου. Μετά παρέλευσιν πολλών ετών αφ’ ότου επεσκέφθη εμέ το έλεος του Υψίστου Θεού, παρετήρησα ότι το άκτιστον Φως είναι ήρεμον, ακέραιον, ομοιογενές· ενεργεί επί του νοός, επί της καρδίας, εισέτι δε και επί του σώματος. Κατά την θεωρίαν αυτού όλη η ύπαρξις ημών ευρίσκεται εν καταστάσει, την οποίαν η «γη» δεν γνωρίζει. Αυτό το Φως είναι φως αγάπης, φως συνέσεως, φως αθανασίας και θαυμαστής ειρήνης. Μετά την εκ νέου εις Χριστόν στροφήν μου, η «ανατολική» εμπειρία μου, ήτις διήρκεσε περίπου επτά ή οκτώ έτη, εφάνη εις το πνεύμα μου ως το πλέον φοβερόν έγκλημα κατά της αγάπης του Θεού, τον Οποίον εγνώριζεν η ψυχή μου εκ της τρυφεράς ηλικίας. Διακατείχεν εμέ ιερά τις φρίκη εκ της συνειδήσεως ότι εγώ, άπιστος και αποστάτης, θα παραμείνω δια παντός ανάξιος τοιούτου Θεού. Ουχί άνευ πόνου ενθυμούμαι νυν την φρικτήν εκείνην και συγχρόνως θαυμαστήν περίοδον. Προσηυχόμην τότε ως παράφρων, μετά κλαυθμού μεγάλου, συντρίβοντος εισέτι και αυτά τα οστά μου. Κατά την προσευχήν ταύτην ησθανόμην εντός μου πυρ, όπερ κατέφλεγεν εν εμοί, ως εφαίνετο, το παν. Αγνοώ πώς επέζησα. Ουδέποτε θα δυνηθώ να αποδώσω δια λόγων το «πυρ» και την απόγνωσιν, των οποίων πείραν έλαβον· συγχρόνως δε και την δύναμιν εκείνην, ήτις εκράτει εμέ εις αδιάλειπτον προσευχήν άκρας εντάσεως επί έτη. Εν εκείνω τω καιρώ ουδέν κατενόουν, νυν δε δεν ευρίσκω τρόπους να εκφράσω την ευγνωμοσύνην μου εις τον Θεόν, τον Άγιον Γλύπτην, δια την «κραταιάν Αυτού χείρα». Ήτο βαρύ δι’ εμέ. Τω όντι, έπασχον εφ’ όλων των επιπέδων της υπάρξεως μου. Ίσταμαι έκπληκτος ενώπιον Αυτού. Μετέβαλε την καταχθόνιον δυσμορφίαν μου εις τι άλλο, ολιγώτερον απέχον του αρρήτου Φωτός Αυτού. Εδόθησαν εις εμέ παρατεταμέναι ώραι τοιαύτης προσευχής, εκ της οποίας δεν θα ήθελον να επιστρέψω εις τον κόσμον τούτον. Απώλεσα αυτήν. Φοβούμαι … Τί μέλλει γενέσθαι εις εμέ; Θα επανεύρω ποτέ το απολεσθέν;


Η ευδοκία του Θεού εις εμέ εξεδηλώθη δια της παρ’ Αυτού δοθείσης χάριτος της μετανοίας (βλ. Λουκ. κδ’ ). Εν τη αρχή της φρικτής ταύτης, αλλά και ευλογημένης περιόδου, επεκράτει απεγνωσμένη θλίψις εν τη προσευχή, συνοδευομένη ενίοτε υπό αισθήσεως πυρός. Δεν εγνώριζον την φύσιν του Πυρός τούτου, ούτε και επεδίωκον να εξηγήσω αυτήν, επειδή ο νους μου είλκετο προς Αυτόν, τον Θεόν μου. Η πυρίνη αύτη φλοξ κατέκαιε τι εντός μου· τούτο δεν ήτο ανώδυνον. Κατόπιν πολλών ήδη ετών εν τω Άθωνι, ότε το πνεύμα μου ειρήνευσεν, ανεμνήσθην του πρότερον υπ’ εμού βιωθέντος Πυρός ως γεγονότος, όπερ ανεγέννησεν εμέ και έθεσε την ζωήν μου επί νέας τροχιάς, εν τη σφαίρα ενός άλλου είναι. Και ηυχαρίστουν τον Θεόν. Τείνω να δεχθώ ότι η περιγραφείσα υπ’ εμού περίοδος της απεγνωσμένης μετανοίας μου αποτελεί γεγονός, ίσως ουχί μόνον δι’ εμέ. Πώς να μη εκπλήττωμαι; Προηγουμένως, απεκδυόμενος την πρόσκαιρον μορφήν υπάρξεως, απεμακρυνόμην της καθ’ ημέραν ζωής. Και ιδού, εκεί η χειρ Αυτού προέφθασεν εμέ. Ήτο η στιγμή της αναδημιουργίας μου δια του Θελήματος Αυτού: Εκλήθην εκ νέου «εκ του μη όντος» εις το φως της ζωής. Πόσον παραδόξως πάντα συνέβησαν, συνέβαινον. Εις τας κινήσεις, τας οποίας δικαιοί η λογική ημών, δεν δυνάμεθα να ίδωμεν «αμαρτίαν». Η αληθής όρασις της αμαρτίας ανήκει εις εκείνο το πνευματικόν επίπεδον, εκ του οποίου εξεπέσομεν δια της πτώσεως ημών. Η αμαρτία συνειδητοποιείται κατά το μέτρον της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, εν συνδυασμώ μετά της πίστεως εις το Προσωπικόν Απόλυτον, τον Ποιητήν και Πατέρα ημών. Σημασίαν έχουν αι προσωπικαί ημών μετ’ Αυτού σχέσεις και ουδέν άλλο. Η ζώσα μετ’ Αυτού συνάντησις είναι στιγμή θαυμαστή. Όντως είμαι εγκληματίας έναντι της αγάπης Αυτού. Δεν εγνώριζον ως ώφειλον να γνωρίζω Αυτόν. Εν τούτοις, δεν δύναμαι να είπω ότι ήμην αθώος εν τη αγνοία μου. Η ψυχή πάντων ημών διαισθάνεται πάλην τινα μετά της συνειδήσεως ημών, πριν ή συντελεσθή η εσωτερική πράξις της στροφής του θελήματος ημών προς ό,τι χωρίζει ημάς από του Θεού. Ούτω συνέβη κατά τους νεανικούς μου χρόνους, ότε συγκατετέθην εις την ιδέαν την προταθείσαν εις εμέ υπό του εχθρού, κατά την στιγμήν ήν περιέγραψα ανωτέρω. Εάν ήθελον να εξηγήσω την εσωτερικήν πορείαν της προς τον Θεόν επιστροφής μου μετά την πτώσιν μου, θα εχρησιμοποίουν την εξής εικόνα: Το Θείον Φως, το Φως του Αγίου Πνεύματος, αθέατον εισέτι υπ’ εμού, φωτίζει εμέ όπισθεν εκ του μακρόθεν, δεικνύον εκείνον τον πνευματικόν «χώρον», εν ώ διαμένω. Το όνομα του χώρου τούτου είναι άδης. Δεν βλέπω το Φως καθ’ εαυτό, αλλά τούτο διανοίγει τους οφθαλμούς μου, ίνα ίδω εκείνο το σκότος εν τω οποίω ζω. Δεν δύναμαι να εννοήσω το σκότος, εάν δεν αντιπαραθέσω αυτό προς το Φως. Δια της αοράτου παρουσίας του Φωτός τούτου δημιουργείται κατάστασις τις, καθ’ ήν δύναμαι βαθμηδόν να διακρίνω το «προ καταβολής κόσμου» δι’ εμέ σχέδιον του Δημιουργού μου (Ιωάν. ιζ’ 24). Η νέα μου, η εισέτι εισαγωγική, γνώσις του Ζώντος Θεού οδηγεί εμέ εις την εν Χριστώ ενόρασιν εκείνης ακριβώς της εικόνος, συμφώνως προς την οποίαν εκτίσθημεν (βλ. Γέν. α’ 26‐27). Και η καρδία μου πλήττεται υπό της θλίψεως: «Ιδού πώς ώφειλε να είναι έκαστος εξ ημών, ίνα ζήση την ενότητα αυτού μετά του Πατρός παντός υπαρκτού, την ακατάλυτον εις τους αιώνας. Ώ, συμφορά: Εστερήθην τούτου. Από των παιδικών χρόνων εδόθη εις εμέ η αίσθησις της αιωνιότητος· εδίδετο εις εμέ εμπειρία τις ή προσέγγισις προς αυτήν την εμπειρίαν του ακτίστου Είναι. Και εγώ αποθνήσκω εν τη παραλόγω σκοτία της αγνοίας μου εφ’ όλων των επιπέδων». Ο γνόφος ούτος ίστατο ενώπιον μου ως μολύβδινον τείχος, χωρίζον εμέ από του Θεού μετ’ ακαταβλήτου εξουσίας. Το βαρύ τούτο τείχος ο Άγιος Απόστολος ωνόμασε «νόμον της αμαρτίας» (Ρωμ. η’ 2). Ο Θεός ημών «Φως εστι και σκοτία εν αυτώ ουκ έστιν ουδεμία» (Α’ Ιωάν. α’ 5). Άλλαις λέξεσιν, ο Θεός αρνείται να ενωθή μετά του σκότους ημών. Οφείλομεν να καθαρθώμεν από του κατέχοντος ημάς ρύπου, άλλως δεν θα εισέλθωμεν εις την Βασιλείαν της Αληθείας και του Φωτός (βλ. Αποκ. κα’ 27). Αφ’ ής στιγμής εδόθη εις εμέ η χάρις της μετανοίας, ησθάνθην εαυτόν εν τω άδη. Όσον και εάν είναι οδυνηρά κατά καιρούς η οδός αύτη, εν τούτοις, δια τα πεπτωκότα τέκνα του Αδάμ δεν υπάρχει άλλη, ήτις οδηγεί εις τας θύρας της Θείας Αιωνιότητος. Βαθεία η θλίψις μου δι’ εμαυτόν, αλλ’ εκεί, έμπροσθεν, βλέπω το Φως. Ο θαυμασμός μου ενώπιον του Θεού γίνεται δι’ εμέ μαρτύριον, όταν αναζητώ να εκφράσω αυτόν. Εδιδάχθην να αποφεύγω την στομφώδη γλώσσαν (Πλησιάζων προς την ωριμότητα της νεότητος ήλθον εις επαφήν μεθ’ ενός κύκλου ανθρώπων ισχυρού χαρακτήρος, οίτινες κατεφρόνουν την επιπόλαιον ευγλωττίαν: «Αρκάδιε, μη είσαι ευφράδης, δεν αρμόζει τούτο εις ημάς». ‐Τουργκιένεφ, Πατέρες και υιοί‐.). Και νυν πάσαι αι γλώσσαι, πάντες οι λόγοι, αποβαίνουν πενιχροί, ανίκανοι να εκφράσουν την ευγνωμοσύνην μου εις τον Θεόν. Καταυγασθέντες κατ’ αρχάς υπό του Φωτός, καθοδηγηθέντες υπό της χειρός του Θεού εις νέαν, άγνωστον μέχρι τότε, και «υψηλήν» οδόν, συναντώμεν δύο μεγαλειώδης βαθμίδας: Το όνομα της μιας είναι «άδης μετανοίας», της άλλης δε «άδης αγάπης». Η μετάνοια συνδέεται μετά των δύο εντολών. Πρώτη και μεγάλη: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της διανοίας σου». Ημείς δεν έχομεν την αγάπην ταύτην, και μέγας είναι ο κόπος, ίνα αποκτήσωμεν αυτήν.


Η επομένη βαθμίς, ουχί ολιγότερον επίπονος, εξαρτάται εκ της δευτέρας εντολής: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Ο Κύριος ουδεμίαν εποίησεν αμαρτίαν (βλ. Ιωάν. α’ 29, Λουκ. κγ’ ), και ως εκ τούτου δεν είχε χρείαν μετανοίας. Αλλά, επειδή ήρε την αμαρτίαν του κόσμου (βλ. Ιωάν. α’ 29), κατήλθεν εις τον άδην της αγάπης προς τον πλησίον, και δη μέχρις εσχάτου βάθους, τουτέστι μέχρι των οριακών διαστάσεων της δευτέρας εντολής. Ελάχιστοι εκ των ανθρώπων θα γνωρίσουν τον άδην τούτον (της αγάπης προς τον πλησίον), διότι μικρά είναι η εν ημίν αγάπη προς τον πλησίον, τουτέστι προς πάντα συν‐άνθρωπον, προς άπαν το απ’ αιώνος πλήθος των ανθρώπων. Η Θεία Αγάπη του Χριστού κενούται ακριβώς εν τη διακονία προς πάσαν την ανθρωπότητα, από του Αδάμ έως και του εσχάτου, όστις μέλλει να γεννηθή εκ γυναικός. Τέθηκε την ψυχήν Αυτού υπέρ φίλων και εχθρών. Εάν εννοήσωμεν το αληθές νόημα της δευτέρας εντολής, τότε θα ομολογήσωμεν ότι δεν έχομεν βάλει εισέτι αρχήν μετανοίας, και εάν εδίδετο εις ημάς να ζήσωμεν αυτήν, κατά την δυνατήν δι’ ημάς πληρότητα, τότε θα εγνωρίζομεν τον Ένα εν τρισίν Υποστάσεσι Θεόν και την αθανασίαν ημών (βλ. Ματθ. ιστ’ 28). Η εν σαρκί διαμονή ημών λίαν δυσχεραίνει την συνειδητοποίησιν του απολύτου της κλήσεως ημών. Η σάρξ πάντοτε καλύπτει ημάς διά τινος πέπλου ατελείας και αγνοίας. Εν τούτοις, όπου υπάρχει ολοκληρωτική πίστις, ελευθέρα ασταθειών και αμφιβολιών, η χάρις του Αγίου Πνεύματος δίδει εις τους φλογερώς μετανοούντας και την πείραν της εις άδου καταβάσεως, και την πείραν του άδου της αγάπης, και της αναστάσεως της ψυχής, εντός των ορίων εισέτι της εν τω σώματι τούτω ζωής. Έν εκ των δυσχερεστέρων εικαστικών προβλημάτων των τοπιογράφων αποτελεί η απόδοσις του αδιαλείπτως και θαυμαστώς παλλομένου κυανού ουρανού. Εις εγχρώμους φωτογραφίας το χρώμα αυτού δίδει εντύπωσιν οροφής αυτοκινήτου κυανού χρώματος. Ωσαύτως ανιαρά εκ των πολλών επαναλήψεων δύναται να φανή η περιγραφή της πνευματικής μου ζωής, ενώ εν τη πραγματικότητι αύτη ήτο πλήρης βαθειών αντιθέσεων, ουδέποτε στερουμένη του δυναμικού αυτής χαρακτήρος. Διακινδυνεύω όμως να συνεχίσω την αναληφθείσαν υπ’ εμού προσπάθειαν, όπως διηγηθώ το βιωθέν υπ’ εμού. Εγνώρισα τον Ζώντα Θεόν εξ αυτής της τρυφεράς μου ηλικίας. Υπήρξαν περιπτώσεις, ότε, εξερχόμενος και, ακριβέστερον, φερόμενος εις την αγκάλην έξω του ναού, έβλεπον την πόλιν, ήτις εκείνον τον καιρόν ήτο δι’ εμέ ο κόσμος άπας, φωτιζομένην υπό δύο ειδών φώτων. Το ηλιακόν φως δεν παρημπόδιζε να αισθανθώ την παρουσίαν του άλλου Φωτός. Η ανάμνησις αυτού συνδέεται μετά τινος ηρέμου χαράς, ήτις επλήρου τότε την ψυχήν μου. Όλα σχεδόν τα γεγονότα της περιόδου εκείνης εξηλείφθησαν εκ της μνήμης μου, ουχί όμως η μνήμη του Φωτός Εκείνου. Εν τη αρχή της ωριμότητος απεμακρύνθην του Θεού μου. Εγκλήματα τιμωρούμενα υπό της κρατικής εξουσίας δεν διέπραξα, αλλά δια του νοός και της καρδίας μου διήρχετο ελευθέρως παντός είδους φαυλότης, εφ’ όλων των επιπέδων. Αναφής ο Θεός ημών, αόρατος και απρόσιτος· ανεξιχνίαστοι αι οδοί της περί ημών Προνοίας Αυτού. Πώς η τρυφερά, αλλά και κραταιά Αυτού χειρ ήρπασεν εμέ, ότε εγώ μετά του πείσματος της νεανικής αφροσύνης εφερόμην προς το κενόν της ανυπαρξίας! Ουράνιον Πυρ εισέδεσεν εντός εμού και η καρδία μου ετάκη υπό της θέρμης Αυτού. Προσέφερον εις τον Άγιον Θεόν την προσευχήν της μετανοίας μου, πρηνής κατά πρόσωπον επί της γης. Ώ, ποίας αισχύνης ήμην πεπληρωμένος εκείνους τους χρόνους! Ησθανόμην ως ο πλέον απαίσιος εγκληματίας, επειδή εν τη υπερηφάνω εξάρσει μου ισχυρίσθην ότι υπερέβην Αυτόν. Η αμαρτία μου εναντίον της αγάπης Αυτού ενεφανίζετο ενώπιόν μου εν τη εφιαλτική αυτής ουσία: ως αυτοκτονία, ουχί απλώς επί του επιπέδου της φθαρτής σαρκός, αλλ’ ως αιώνιος έκπτωσις από του Δημιουργού μου. Εν τη ατέρμονι Αυτού αγάπη Ούτος επεθύμει να δώση εις εμέ την φωτοφόρον απειρότητα, ενώ εγώ έκρουον την θύραν του θανάτου ουχί εν χρόνω, αλλά πέραν των ορίων αυτού. Εμίσουν εμαυτόν και επί δεκαετίας εξέχεον δάκρυα δια την συμφοράν και την αισχύνην μου. Έκλαιον πικρώς (βλ. Ματθ. κστ’ 75). Αγνοώ, αλλ’ ίσως μέχρι βαθμού τινος και γνωρίζω, πώς έκλαυσεν ο Πέτρος δια την άρνησιν αυτού, και πώς, συμφώνως προς την παράδοσιν, δεν επελάθετο αυτής καθ’ όλην την ζωήν αυτού. Δια τον λόγον τούτον και επόθει να σταυρωθή έχων την κεφαλήν προς την γην. Αληθώς, ουδόλως ενθυμούμαι ότι είχον αισθανθή αποστροφήν τινα προς τον Χριστιανισμόν. Παρεσύρθην υπό της ιδέας του υπερβατικού διαλογισμού. Εφαίνετο εις εμέ ότι εγκατέλειψα έν κατώτερον επίπεδον ζωής, το ψυχολογικόν, το ηθικόν: «Αγαπήσεις τον Θεόν και αγαπήσεις τον πλησίον». Ότε όμως απεκαλύφθη εις εμέ η πνευματική ουσία της εσωτερικής μου κινήσεως, ως επανάληψις ακριβώς της πτώσεως του Αδάμ, τότε κατέλαβεν εμέ φρίκη, και η προσευχή μου είχεν ως χαρακτηριστικόν την προς εμαυτόν απέχθειαν. Κατά την προσευχήν ταύτην ο νους μου δεν επέστρεφεν εις εαυτόν· δεν ανέλυον τας καταστάσεις μου· διακατείχεν εμέ τρόμος μέγας, θεωρών εμαυτόν ανάξιον συγχωρήσεως. Ήτο ως να ιστάμην επί του φοβερού βήματος ανωτέρου δικαστηρίου: Όλη η προσοχή μου συνεκεντρούτο εις τον Κριτήν. Έμενον άναυδος. Προσηυχόμην δια των αλαλήτων στεναγμών της καρδίας μου. Ουδαμού εύρισκον δικαιολογίαν δι’ εμαυτόν. Δεν υπήρχεν ελπίς εν εμοί. Θα ήτο ίσως ορθότερον, εάν είπω ότι προσηυχόμην μετ’ ελπίδος, ήτις εξετείνετο πέραν πάσης απογνώσεως. Ενίοτε, κατά την διάρκειαν της προσευχής ταύτης δεν είχον αίσθησιν του σώματος μου. (Ανεκάλυπτον το φαινόμενον τούτο μετά την επάνοδόν μου εις την φυσικήν αντίληψιν του κόσμου). Το πνεύμα μου εισήρχετο τότε εις τινα νοεράν σφαίραν, τα όρια της οποίας έμενον απρόσιτα, ίσως και επειδή δεν υπάρχουν όρια. Εν τη πνευματική αυτή αβύσσω η ψυχή μου εζήτει μόνον τον Θεόν. Ήμην μόνος: Δεν υπήρχον «εκεί» μετ’ εμού ούτε αντικείμενα, ούτε άλλου είδους προσωπική ύπαρξις. Είχον κατά τινα τρόπον την συναίσθησιν ότι, εάν ο Κύριος ευδοκήση, ακωλύτως θα έλθη προς εμέ, όπου και αν είμαι. Και ο Κύριος ηυδόκησε. Να ονομάσω άρα γε την προσευχήν ταύτην «καθαράν», επειδή το πνεύμα μου απεξεδύετο παν κτιστόν; Δεν γνωρίζω πώς να περιγράψω ό,τι συνέβαινεν εις εμέ, αλλά κατά την προσευχήν ταύτην υπήρχε δι’ εμέ μόνον ο Θεός: Εν παντί τω είναι Αυτός μόνον υπήρχε και εγώ, το ελεεινόν έκτρωμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου