Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (55)

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (55)

Αποτέλεσμα εικόνας για ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Ἀπόδοση στην νέα ἑλληνική:
Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 55. Περὶ τῆς ἐν εἴδει καὶ ἐν ἀτόμῳ θεωρουμένης φύσεως καὶ διαφορᾶς, ἑνώσεως καὶ σαρκώσεως, καὶ πῶς ἐκληπτέον «τὴν μίαν φύσιν τοῦ θεοῦ λόγου σεσαρκωμένην». 

Για τη φύση και διαφορά, την ένωση και σάρκωση που θεωρείται στο γένος και στο άτομο, και πώς πρέπει να εννοούμε «τη μία φύση του Θεού Λόγου σαρκωμένη».

Η φύση ή γίνεται αντιληπτή με απλή παρατήρηση διότι δεν υφίσταται μόνη της ή γενικά συνδέει αυτές με όλες τις ομοειδείς υποστάσεις· και ονομάζεται φύση που γίνεται αντιληπτή στο είδος, ή γενικά η ίδια με την πρόσληψη των συμβεβηκότων σε μια υπόσταση και ονομάζεται φύση που γίνεται αντιληπτή στο μεμονωμένο άτομο. Ο Θεός Λόγος, λοιπόν, σαρκώθηκε χωρίς να προσλάβει φύση που γίνεται αντιληπτή με απλή παρατήρηση –διότι αυτό δεν είναι σάρκωση, αλλά απάτη και φαντασία σαρκώσεως– ούτε (φύση) που γίνεται αντιληπτή στο είδος –διότι δεν προσέλαβε όλες τις υποστάσεις–, αλλά ατομική φύση, η οποία είναι η ίδια που γίνεται αντιληπτή στο είδος –διότι προσέλαβε ό,τι εκλεκτό από το γένος μας– η οποία δεν υπήρχε μόνη της ούτε ήταν προηγουμένως άτομο, και στη συνέχεια την προσέλαβε, αλλά άρχισε να υπάρχει στην υπόστασή του.
Διότι η ίδια η υπόσταση του Θεού Λόγου έγινε υπόσταση με σάρκα, και σχετικά μ’ αυτό «ο Λόγος σαρκώθηκε», δηλαδή χωρίς μεταβολή, και η σάρκα έγινε Λόγος χωρίς μεταβολή, και ο Θεός έγινε άνθρωπος· διότι ο Λόγος ήταν Θεός και ο άνθρωπος έγινε Θεός χάρη στην υποστατική ένωση.
Επομένως, είναι το ίδιο να πούμε φύση του Λόγου και ατομική φύση· διότι δεν φανερώνει αποκλειστικά και μόνο το άτομο, δηλαδή την υπόσταση, ούτε φανερώνει το κοινό των υποστάσεων, αλλά την κοινή φύση, όταν θεωρείται και εξετάζεται σε μία πό τις υποστάσεις.
Άλλο πράγμα βέβαια είναι η ένωση και άλλο η σάρκωση· διότι η ένωση φανερώνει τη συνάφεια, όχι όμως σε σχέση με ποιό πράγμα έχει γίνει· η σάρκωση πάλη ή ο ταυτόσημος όρος ενανθρώπηση, φανερώνει τη συνάφεια προς τη σάρκα, δηλαδή προς τον άνθρωπο· όπως ακριβώς και το
πύρωμα του σίδερου δείχνει την ένωση με τη φωτιά. Ο ίδιος, λοιπόν, ο μακάριος Κύριλλος στη δεύτερη επιστολή του προς τον Σούκενσο, ερμηνεύοντας τη φράση «μία φύση του Θεού Λόγου σαρκωμένη», λέει τα εξής: «Αν πούμε ότι η φύση του Λόγου είναι μία και σιωπήσουμε, χωρίς να
προσθέσουμε το «σαρκωμένη», απορρίπτοντας κατά κάποιο τρόπο την οικονομία (της σωτηρίας), ίσως ο λόγος δεν θα ήταν απαράδεκτος γι’ αυτούς προσποιούνται ότι ρωτούν· εάν το όλο πρόσωπο ήταν μία φύση, πού υπάρχει η τελειότητα στην ανθρώπινη φύση; Ή πώς υφίσταται η φύση μας; Επειδή όμως και η τελειότητα της ανθρωπίνης φύσεως και η φανέρωση της ουσίας μας δηλώνεται με τον όρο «σαρκωμένη», ας σταματήσουν αυτοί που στηρίζονται σε καλαμένιο ραβδί».
Εδώ, λοιπόν, χρησιμοποίησε τον όρο «φύση του Λόγου» σχετικά με τη φύση.
Διότι, εάν πήρε τον όρο φύση αντί για τον όρο υπόσταση, δεν θα ήταν παράδοξο να το πει αυτό και χωρίς τον όρο «σαρκωμένη»· καθώς, όταν λέμε χωρίς περιορισμό μία υπόσταση του Θεού Λόγου, δεν πέφτουμε σε σφάλμα.
Το ίδιο και ο Λεόντιος ο Βυζάντιος θεώρησε τον όρο σε σχέση με τη φύση και όχι με την υπόσταση. Μάλιστα, ο μακάριος Κύριλλος στην απάντησή του στις κατηγορίες του Θεοδώρητου για το δεύτερο αναθεματισμό, λέει τα εξής:
«Η φύση του Λόγου, δηλαδή η υπόσταση, δηλαδή ο ίδιος ο Λόγος». Ώστε ο όρος «φύση του Λόγου» δεν δηλώνει ούτε μόνο την υπόσταση ούτε το κοινό των υποστάσεων, αλλά την κοινή φύση που θεωρείται καθολικά στην υπόσταση του Λόγου.
Είπαμε, λοιπόν, ότι η φύση του Λόγου σαρκώθηκε, δηλαδή προσέλαβε τη σάρκα. Μέχρι τώρα όμως ποτέ δεν έχουμε ακούσει ότι η φύση του Λόγου έπαθε στη σάρκα της, αλλά διδαχθήκαμε ότι ο Χριστός έπαθε στη σάρκα.
Επομένως, ο όρος «φύση του Λόγου» δεν φανερώνει την υπόσταση. Απομένει, λοιπόν, να πούμε ότι η σάρκωση είναι ένωση με τη σάρκα, και το ότι ο Λόγος έγινε σάρκα σημαίνει ότι η ίδια η υπόσταση του Λόγου χωρίς μετατροπή έγινε και υπόσταση της σάρκας.
Και ήδη έχουμε πει ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος και ο άνθρωπος Θεός. Διότι ο Λόγος ήταν Θεός και έγινε χωρίς τροπή άνθρωπος. Πουθενά όμως δεν έχουμε ακούσει ότι η θεότητα έγινε άνθρωπος ή σαρκώθηκε ή ενανθρώπησε.
Αντίθετα, έχουμε μάθει ότι η θεότητα ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση σε μία από τις υποστάσεις της. Είπαμε, επίσης, ότι ο Θεός παίρνει μορφή, δηλαδή κάνει ύπαρξή του την ξένη φύση, εννοώ τη δική μας. Διότι το όνομα του Θεού χρησιμοποιείται σε καθεμία από τις υποστάσεις, αλλά δεν μπορούμε να αποδώσουμε τη θεότητα σε μία από τις υποστάσεις. Δεν ακούστηκε ότι μόνον ο Πατέρας είναι Θεός ή μόνον ο Υιός ή μόνον το Άγιο Πνεύμα· διότι ο όρος θεότητα δείχνει τη φύση, ενώ ο Πατέρας την υπόσταση, όπως και η ανθρωπότητα τη φύση και ο Πέτρος την υπόσταση. Και ο όρος Θεός φανερώνει το κοινό της φύσεως και χρησιμοποιείται σαν επώνυμο σε καθεμία από τις υποστάσεις, όπως και ο όρος άνθρωπος· διότι Θεός είναι αυτός που έχει θεία φύση, και άνθρωπος αυτός που έχει ανθρώπινη φύση.
Επιπλέον απ’ αυτά πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα με κανένα τρόπο δεν έχουν συμμετάσχει στη σάρκωση του Λόγου, παρά μόνον με σημάδια που δείχνουν την συγκατάθεση και τη θέλησή τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 55. Περὶ τῆς ἐν εἴδει καὶ ἐν ἀτόμῳ θεωρουμένης φύσεως καὶ διαφορᾶς, ἑνώσεως καὶ σαρκώσεως, καὶ πῶς ἐκληπτέον «τὴν μίαν φύσιν τοῦ θεοῦ λόγου σεσαρκωμένην».

Ἡ φύσις ἢ ψιλῇ θεωρίᾳ κατανοεῖται καθ᾿ ἑαυτὴν γὰρ οὐχ ὑφέστηκεν, ἢ κοινῶς ἐν πάσαις ταῖς ὁμοειδέσιν ὑποστάσεσι ταύτας συνάπτουσα καὶ λέγεται ἐν τῷ εἴδει θεωρουμένη φύσις, ἢ ὁλικῶς ἡ αὐτὴ ἐν προσλήψει συμβεβηκότων ἐν μιᾷ ὑποστάσει καὶ λέγεται ἐν ἀτόμῳ θεωρουμένη φύσις ἡ αὐτή οὖσα τῇ ἐν τῷ εἴδει θεωρημένῃ. Ὁ οὖν Θεὸς Λόγος σαρκωθεὶς, οὔτε τὴν ἐν ψιλῇ θεωρίᾳ κατανοουμένην φύσιν ἀνέλαβεν –οὐ γὰρ σάρκωσις τοῦτο, ἀλλ᾿ ἀπάτη καὶ πλάσμα σαρκώσεως– οὔτε τὴν ἐν τῷ εἴδει θεωρουμένην –οὐ γὰρ πάσας τὰς ὑποστάσεις ἀνέλαβεν–, ἀλλὰ τὴν ἐν ἀτόμῳ, τὴν αὐτὴν οὖσαν τήν ἐν τῷ εἴδει –ἀπαρχὴν γὰρ ἀνέλαβε τοῦ ἡμετέρου φυράματος–, οὐ καθ᾿ ἑαυτὴν ὑποστᾶσαν καὶ ἄτομον χρηματίσασαν πρότερον καὶ οὕτως ὑπ᾿ αὐτοῦ προσληφθεῖσαν, ἀλλ᾿ ἐν τῇ αὐτοῦ ὑποστάσει ὑπάρξασαν.
Αὐτὴ γὰρ ἡ ὑπόστασις τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐγένετο τῇ σαρκὶ ὑπόστασις, καὶ κατὰ τοῦτο «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», ἀτρέπτως δηλαδή, καὶ ἡ σὰρξ Λόγος ἀμεταβλήτως, καὶ ὁ Θεὸς ἄνθρωπος· Θεὸς γὰρ
ὁ Λόγος, καὶ ὁ ἄνθρωπος Θεὸς διὰ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν. 
Ταὐτὸν οὖν ἐστιν εἰπεῖν φύσιν τοῦ Λόγου καὶ τὴν ἐν ἀτόμῳ φύσιν· οὔτε γὰρ τὸ ἄτομον, ἤγουν τὴν ὑπόστασιν κυρίως καὶ μόνως δηλοῖ, οὔτε τὸ κοινὸν τῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ τὴν κοινὴν φύσιν ἐν μιᾷ
τῶν ὑποστάσεων θεωρουμένην καὶ ἐξεταζομένην.
Ἄλλο μὲν οὖν ἐστιν ἕνωσις, καὶ ἕτερον σάρκωσις· ἡ μὲν γὰρ ἕνωσις μόνην δηλοῖ τὴν συνάφειαν, πρὸς τί δὲ γέγονεν ἡ συνάφεια, οὐκέτι· ἡ δὲ σάρκωσις, ταὐτὸν δ᾿ ἐστὶν εἰπεῖν καὶ ἐνανθρώπησις, τὴν πρὸς σάρκα, ἤτοι πρὸς ἄνθρωπον συνάφειαν δηλοῖ· καθάπερ καὶ ἡ πύρωσις τοῦ σιδήρου τὴν πρὸς τὸ πῦρ ἕνωσιν. Αὐτὸς μὲν οὖν ὁ μακάριος Κύριλλος ἐν τῇ πρὸς Σούκενσον δευτέρᾳ ἐπιστολῇ ἑρμηνεύων τὸ «μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην» οὕτω φησίν· «Εἰ μὲν γὰρ μίαν εἰπόντες τοῦ Λόγου φύσιν σεσιγήκαμεν, οὐκ ἐπενεγκόντες τὸ «σεσαρκωμένην», ἀλλ᾿ οἷον ἔξω τιθέντες τὴν οἰκονομίαν, ἦν αὐτοῖς τάχα που καὶ οὐκ ἀπίθανος ὁ λόγος προσποιουμένοις ἐρωτᾶν· εἰ μία φύσις τὸ ὅλον, ποῦ τὸ τέλειον ἐν ἀνθρωπότητι; Ἢ πῶς ὑφέστηκεν ἡ καθ᾿ ἡμᾶς οὐσία; Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ ἐν ἀνθρωπότητι τελειότης καὶ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς οὐσίας ἡ δήλωσις εἰσκεκόμισται διὰ τοῦ λέγειν «σεσαρκωμένην», παυσάσθωσαν καλαμίνην ῥάβδον ἑαυτοῖς ὑποστήσαντες».
Ἐνταῦθα μὲν οὖν τὴν φύσιν τοῦ Λόγου ἐπὶ τῆς φύσεως ἔταξεν. Εἰ γὰρ ἀντὶ ὑποστάσεως τὴν φύσιν παρείληφεν, οὐκ ἄτοπον ἦν, καὶ δίχα τοῦ «σεσαρκωμένην» τοῦτο εἰπεῖν· μίαν γὰρ ὑπόστασιν τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀπολύτως λέγοντες οὐ σφαλλόμεθα. Ὁμοίως δὲ καὶ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος ἐπὶ τῆς φύσεως τὸ ῥητὸν ἐνόησεν, οὐκ ἀντὶ τῆς ὑποστάσεως. Ἐν δὲ τῇ πρὸς τὰς Θεοδωρήτου μέμψεις τοῦ
δευτέρου ἀναθεματισμοῦ οὕτω φησὶν ὁ μακάριος Κύριλλος· «Ἡ φύσις τοῦ Λόγου, ἤγουν ἡ ὑπόστασις, ὅ ἐστιν αὐτὸς ὁ Λόγος». Ὥστε τὸ εἰπεῖν «φύσιν τοῦ Λόγου» οὔτε τὴν ὑπόστασιν μόνην σημαίνει οὔτε τὸ κοινὸν τῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ τὴν κοινὴν φύσιν ἐν τῇ τοῦ Λόγου ὑποστάσει ὁλικῶς θεωρουμένην.
Ὅτι μὲν οὖν ἡ φύσις τοῦ Λόγου ἐσαρκώθη, ἤτοι ἡνώθη σαρκί, εἴρηται· φύσιν δὲ τοῦ Λόγου παθοῦσαν σαρκὶ οὐδέπω καὶ νῦν ἀκηκόαμεν, Χριστὸν δὲ παθόντα σαρκὶ ἐδιδάχθημεν· ὥστε οὐ τὴν
ὑπόστασιν δηλοῖ τὸ εἰπεῖν «φύσιν τοῦ Λόγου». Λείπεται τοίνυν εἰπεῖν, ὅτι τὸ σεσαρκῶσθαι μὲν ἡνῶσθαί ἐστι σαρκί, τὸ δὲ σάρκα γενέσθαι τὸν Λόγον αὐτὴν τὴν τοῦ Λόγου ὑπόστασιν ἀτρέπτως γενέσθαι τῆς σαρκὸς ὑπόστασιν.
Καὶ ὅτι μὲν ὁ Θεὸς ἄνθρωπος γέγονε καὶ ὁ ἄνθρωπος Θεός, εἴρηται.
Θεὸς γὰρ ὁ Λόγος, γέγονεν δὲ ἀμεταβλήτως ἄνθρωπος. Ὅτι δὲ ἡ θεότης ἄνθρωπος γέγονεν ἢ ἐσαρκώθη ἢ ἐνηνθρώπησεν, οὐδαμῶς ἀκηκόαμεν. Ὅτι δὲ ἡ θεότης ἡνώθη τῇ ἀνθρωπότητι ἐν μιᾷ
τῶν αὐτῆς ὑποστάσεων, μεμαθήκαμεν. Καὶ ὅτι ὁ Θεὸς μορφοῦται, ἤτοι οὐσιοῦται τὸ ἀλλότριον, ἤτοι τὸ καθ᾿ ἡμᾶς, εἴρηται. Ἐφ᾿ ἑκάστης γὰρ τῶν ὑποστάσεων τὸ Θεὸς ὄνομα τάττεται, θεότητα δὲ ἐπὶ ὑποστάσεως εἰπεῖν οὐ δυνάμεθα. Θεότητα γὰρ τὸν Πατέρα μόνον ἢ τὸν Υἱὸν μόνον ἢ μόνον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον οὐκ ἀκηκόαμεν· θεότης μὲν γὰρ τὴν φύσιν δηλοῖ, τὸ δὲ Πατὴρ τὴν ὑπόστασιν, ὥσπερ  καὶ ἀνθρωπότης τὴν φύσιν, Πέτρος δὲ τὴν ὑπόστασιν. Θεὸς δὲ καὶ τὸ κοινὸν τῆς φύσεως σημαίνει καὶ ἐφ᾿ ἑκάστης τῶν ὑποστάσεων τάττεται παρωνύμως ὥσπερ καὶ ἄνθρωπος· Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ θείαν ἔχων φύσιν, καὶ ἄνθρωπος ὁ ἀνθρωπίνην.
Ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἰστέον, ὡς ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον κατ᾿ οὐδένα λόγον τῇ σαρκώσει τοῦ Λόγου κεκοινώνηκεν εἰ μὴ κατὰ τὰς θεοσημίας καὶ κατ᾿ εὐδοκίαν καὶ βούλησιν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου