Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

Τά επτά θανάσιμα αμαρτήματα
Σέλμα Λάγκερλεφ
Ό Διάβολος, θέλοντας κάποτε νά ξεγελάσει καί νά κοροϊδέψει έναν Ιερομόναχο, φόρεσε μιά εύρύχωρη κάπα κι ένα μεγάλο καπέλο μέ φαρδύ κατεβασμένο γύρο, πού τού σκέπαζε τόσο πολύ τό πρόσωπο, ώστε ήταν πολύ δύσκολο νά τόν άναγνωρίσει κανείς.
’Έτσι λοιπόν μεταμφιεσμένος πήγε στή Μητρόπολη, όπου, εκείνη την ήμέρα, ό Ιερομόναχος περίμενε στό έξομολογητήριο τούς πιστούς, πού ήθελαν νά ζητήσουν συγχώρηση γιά τ’ άμαρτήματά τους.Σεβαστέ μου πάτερ, είπε ό Διάβολος, είμαι γεωργός καί κατάγομαι από αγροτική οικογένεια. Ξυπνώ από τά χαράματα, χωρίς ποτέ νά παραλείψω νά κάνω τήν πρωινή μου προσευχή. Κατόπιν έργάζομαι δλη τήν ημέρα στους άγρούς. Τρέφομαι μέ ψωμί καί μέ γαλακτερά. Κι όταν, καμιά φορά, καλώ στό σπίτι τούς φίλους μου, τούς φιλεύω φρούτα καί μέλι. Οί γέροι γονείς μου έμένα έχουν μοναδικό τους στήριγμα. Δέν παντρεύτηκα γιατί οί γυναίκες δέ μοϋ προκαλοϋν καμιά συγκίνηση. Πηγαίνω ταχτικά στήν εκκλησία καί κάνω πάντα ελεημοσύνη στοάς φτωχούς. Σεβαστέ μου πάτερ, ακόυσες τήν εξομολόγησή μου. Θά μοΰ δώσεις συγχώρεση;
Τέκνον μου,απάντησε ό ιερομόναχος, είσαι ό πιό ένάρετος άνθρωπος πού γνώρισα ποτέ στή ζωή μου. Εύχαρίστως θά σέ συγχωρέσω. ’Άφησέ με μόνο νά σοϋ διηγηθώ ένα γεγονός, πού συνέβη πρόσφατα έδώ, στήν περιοχή μας. Αυτή ή αφήγηση θά σ’ εύχαριστήσει, γιατί θ’ ακούσεις νά γίνεται λόγος γιά πολλές πράξεις άξιέπαινες, αλλά στό τέλος θά μπορέσεις νά διαπιστώσεις πώς αυτοί πού τίς διέπραξαν ήταν μπροστά σου δυστυχισμένοι αμαρτωλοί.
Πάτερ, τά λόγια σου μέ οδηγούν στό δρόμο τής αλαζονείας, είπε ό Διάβολος.
Θεός φυλάξοι από ένα τέτοιο αμάρτημα! απάντησε ό Ιερομόναχος. Όταν θ’ ακούσεις τή διήγησή μου, θ’ αλλάξεις γνώμη.
Κι άρχισε:


«Ένας εύγενής ιππότης, πού κατοικούσε σ’ ένα μεγάλο πύργο, στήν απέναντι όχθη τού ποταμού, αποφάσισε μιάν ήμέρα νά παντρέψει τήν κόρη του μ’ έναν πολύ πλούσιο καί ισχυρό άρχοντα, πού τήν αγαπούσε πολύ. Ή νέα όμως ήταν αφάνταστα πικραμένη γι’ αυτή τήν απόφαση τού πατέρα της, έπειδή είχε δώσει όρκο πίστης καί άγάττης σέ κάποιον άλλον.
’Έγραψε λοιπόν τού άγαττημένου της εξιστορώντας του πώς ό πατέρας της,χωρίς καθόλου νά συγκινηθεΐ από τίς ικεσίες της,τήν άνάγκαζε νά παντρευτεί κάποιον άλλον. “Σού λέω χίλιες φορές χαϊρε γιά πάντα”, τού έγραφε,“καί σέ ικετεύω νά μήν επιχειρήσεις νά βάλεις τέρμα στή ζωή σου έξ αιτίας μου,γιατί στό βάθος της καρδιάς μου παραμένω πιστή σέ σένα”.
»Άλλ’ ό πατέρας της έπιασε αυτό τό γράμμα καί τό έσχισε.
»Ή ήμέρα τού γάμου έφτασε. Ή κόρη τού ιππότη τήν υποδέχτηκε μέ μάτια βουρκωμένα. Αλλά στό δρόμο πρός τήν εκκλησία τά μάτια της σταμάτησαν πιά νά τρέχουν. Ό πόνος άφησε τά ’ίχνη του επάνω στό πρόσωπό της, κι όλος ό κόσμος αισθανόταν οίκτο στ’ άντίκρυσμά της.
»Ό άρχοντας πατέρας της κατάλαβε τότε πώς ή οδύνη ήταν έκείνη, πού παραμόρφωσε τό πρόσωπο της κόρης του, κι ένιωσε τύψεις γιά τήν κακή του πράξη. Όταν γύρισαν από τήν έκκλησία τήν κάλεσε κοντά του καί της είπε:
»Αγαπητό μου παιδί, σού φέρθηκα πολύ άσχημα.
»Καί παρ’ όλο πού ήταν άνθρωπος πολύ περήφανος, τής έκμυστηρεύτηκε ότι έκλεψε τό γράμμα της. Φοβήθηκε, τής είπε, μήπως ό άγαττημένος της, μαθαίνοντας τήν ήμέρα τού γάμου της, έρχόταν μέ τούς ακολούθους του γιά νά τήν κλέψει.
»Έκείνη, άφοΰ τόν ακούσε, τοϋ απάντησε:
»’Άς σάς καταλογισθεΐ,πατέρα μου,σάν έλαφρυντικό τό γεγονός ότι δέ νιώσατε τό κακό πού προξενήσατε.
»Καί βγήκε μόνη της στό μπαλκόνι.
»'Ύστερα άπό λίγο ήρθε καί τη συνάντησε έκεϊ ό άντρας της.
»Άγαπητή μου,τής είπε,γιατί μιάτόσο μεγάλη άπελπισία είναι ζωγραφισμένη στό πρόσωπό σου;
»Καί ή νεόνυφη τοϋ άπάντησε:
»Γιατί άγαπώ κάποιον στόν όποιο έδωσα όρκο πίστης κι’ άφοσίωσης.
»Έκεΐνος είπε τότε:
»Δέν πρέπει καθόλου νά άπελπίζεσαι γιατί έγινες γυναίκα μου. Νιώθω γιά σένα τόση άγάπη, πού νομίζω ότι κανείς άλλος δέ θά μπορούσε νά σ’ άγαπήσει περισσότερο καί νά σέ κάνει τόσο ευτυχισμένη, όσο θά σέ κάνω εγώ.
»’Έτσι σκέφτονται όλοι όσοι άγαποϋν, άπάντησε μελαγχολικά ή νέα.
» Πές μου μόνο αυτό πού πρέπει νά κάνω γιά νά διώξω την άπελπισία άπό την καρδιά σου,τής είπε,καί θά σοΰ άποδείξω πώς, πράγματι, αύτή είναι ή άλήθεια.
»Τότε ή νεόνυμφη συγκέντρωσε δλες τίς δυνάμεις της καί σκέφτηκε: “Θά τοϋ τά πώ όλα. ’Ίσως ό Θεός τόν κάνει νά μέ συμπονέσει”. Καί τοϋ εκμυστηρεύτηκε πώς αύτή κι ό άγαττημένος της όρκίστηκαν ότι άν ό ένας προδώσει τόν άλλον, ό προδομένος θά σκοτωνόταν τήν ήμέρα τοϋ γάμου.
»Σήμερα λοιπόν, κατέληξε, ό άγαπημένος μου ετοιμάζεται νά πεθάνει. Καί πέφτοντας στά πόδια τοΰ συζύγου της, είπε αναστενάζοντας βαριά: ’Άφησέ με νά πάω νά τόν βρώ, νά τοΰ μιλήσω καί νά τόν εμποδίσω νά σκοτωθεί!
»Μέσα σ’ αύτή τήν άπελπισία της ύπηρχε μιά τόσο μεγάλη πειστική δύναμη, πού ό άντρας της δέν μπόρεσε ν’ άντισταθει, άν καί σκέφτηκε ότι άν τήν άφηνε νά πάει νά συναντήσει αύτόν πού αγαπούσε δέ θά τήν ξανάβλεπε ’ίσως ποτέ πιά. ’Έπνιξε λοιπόν κάθε δισταγμό μέσα του καί της είπε:
»Κάνε όπως νομίζεις.
»Σηκώθηκε αμέσως καί τόν εύχαρίστησε κλαίγοντας. Κατόπιν έφτασε κοντά στούς καλεσμένους, πού περίμεναν άνυπόμονοι, γύρω άπό τά στρωμένα τραπέζια, τήν έναρξη της γαμήλιας γιορτής. Κι’ ήταν πιά καιρός, υστέρα άπό τήν κουραστική ιππασία πρός τήν έκκλησία καί μετά άπό τήν πολύωρη λειτουργία.
»Εύγενεϊς Κύριοι καί Κυρίες, τούς είπε ή νεόνυφη , πρέπει νά σάς άποκαλύψω ότι, μέ τήν άδεια τοϋ συζύγου μου, πηγαίνω νά βρώ τόν άγαπημένο μου πού έγκατέλειψα, γιατί ετοιμάζεται νά πεθάνει σήμερα τό βράδυ. Πρέπει νά τοϋ εξηγήσω ότι δέν τόν πρόδωσα. Κι ότι παντρεύτηκα γιατί μέ άνάγκασαν καί μέ πίεσαν. Μή σάς προξενεί άπορία πού πάω νά τόν συναντήσω προσωπικά. Πρέπει νά σάς πώ, πώς ούτε γράμμα, οΰτε άγγελιαφόρος δέ θά κατόρθωνε νά τόν μεταπείσει. Αλλά σάς παρακαλώ, άρχίστε νά τρώτε. Πιείτε καί γιορτάστε κατά τήν άπουσία μου. Θά ξανάρθω, άφοϋ σώσω τή ζωή εκείνου πού άγαπώ.
»Όλοι οί προσκεκλημένοι, σογκινημένοι τότε από την αγωνία της, απάντησαν:
» Δέ δεχόμαστε με κανένα τρόπο νά γιορτάσουμε, μιά πού ή είδηση πού μάς φέρνεις μάς προξενεί τόσο μεγάλη λύττη. Πήγαινε καί γύρισε πάλι πίσω. Όταν γυρίσεις, θ’ άρχίσουμε τό γλέντι.
»Κι’ άπομακρύνθηκαν άπό τά τραπέζια τους.
»Όταν ή νεόνυφη έφτασε στόν περίβολο τοϋ πύργου, ακούσε φασαρίες άπό τό μέρος τής κουζίνας. Ένας νεαρός ευπατρίδης της ακολουθίας τοϋ Ιππότη, ανήγγειλε στό μάγειρα ότι τό γεύμα θά καθυστερούσε γιά μερικές ώρες. Ό μάγειρας άπελπισμένος άπό τη σκέψη ότι ή φήμη του ως έπιδέξιου καί καλοϋ τεχνίτη κινδύνευε , έριξε κάτω, μ’ ένα ηχηρό χαστούκι, τό μικρό ακόλουθο καί ήταν έτοιμος νά τόν ξυλοφορτώσει.
»Ή νεόνυφη έτρεξε πρός βοήθειαν τοϋ μικροϋ ευπατρίδη, κι ό μάγειρας, συγκινημένος άπό τήν παράκλησή της, τόν άφησε νά φύγει.
»Καί κατόπιν, της είπε τοϋτα τά λόγια:
»Δόξα τω Θεω πού σ’ έκανε τόσο γλυκιά! Μακριά άπό μένα άς είναι κάθε σκέψη καί κάθε πράξη, πού θά μπορούσε ν’ αυξήσει τή δυστυχία σου.
»Καί χωρίς νά έκστομίσει καμιά βαριά κουβέντα έναντίον τοϋ μικρού ακόλουθου, γύρισε πάλι κοντά στίς κατσαρόλες του.
»Ή νεόνυφη διέχισε όλομόναχη τό μεγάλο δάσος, γιατί ήθελε νά φτάσει χωρίς συνοδεία κοντά στόν άγαττημένο της, όπως πάει κανείς στό παρεκκλήσιο τής Παρθένου, δταν διατρέχει σοβαρό κίνδυνο. Αλλά στό δάσος κατοικούσε ένας φυγάς,πού ζούσε μέ τή ληστεία.
»Εΐδε τη νεόνυφη νά προχωρεί. Είδε ότι φορούσε ένα χρυσό στέμμα, δαχτυλίδια στά χέρια της, μιά βαριά χρυσή άλυσίδα γύρω στή μέση της, καί μαργαριτάρια γύρω στό λαιμό της. Ό ληστής σκέφτηκε: “Νά, μιά άνυπεράσπιστη γυναίκα. Θά μπορέσω, πολύ εύκολα, ν’ άποκτήσω όλα αυτά τά κοσμήματα, πού θά μέ βοηθούσαν νά πάω σέ μιά άλλη χώρα, όπου θά ήμουν ένας καθώς πρέπει κύριος, κι όπου θ’ άλλαζα τρόπο ζωής. Θά ζήσω πιά σάν τίμιος άνθρωπος κι έγώ!’’.
»Άλλ’ δταν ή νεόνυφη πέρασε άπό κοντά του, καί είδε τό πρόσωπό της, δλες του οί κακές σκέψεις σκορπίστηκαν, γιατί ό Θεός στάλαξε στήν ψυχή του συμπόνια. Κι’ ό ληστής είπε μέσα του: “Δέν πρέπει νά τής κάνω κακό: είναι παντρεμένη γυναίκα. Πώς θά μπορούσα τάχα νά τήν άφήσω νά έπιστρέψει γυμνή στό νυφικό κρεββάτι;’’. Καί φοβήθηκε τό Θεό πού έπλασε τή γυναίκα τόσο άδύναμη, μά καί τόσο ισχυρή. Καί τήν άφησε νά συνεχίσει τό δρόμο της.
»Μέσα στό’ίδιο δάσος ζούσε επίσης ένας έρημίτης. Άγιος άνθρωπος. Καταπονούσε τό σώμα του μέ τό νά μήν κοιμάται παρά μιά μόνον ημέρα τήν έβδομάδα. Κι άν τύχαινε νά μή μπορούσε ν’ άναπαυθεΐ τήν όρισμένη ημέρα,γιά ένα όποιοδήποτε λόγο,τότε έπέβαλε στόν εαυτό του μιά νέα ξαγρύπνια άλλων έξι ημερών. Δέν παρέβαινε ποτέ αυτή τήν τακτική του. Εκείνη τήν έβδομη ήμέρα, ημέρα τής άνάπαυσής του, ό ήλιος κόντευε νά δύσει κι ό έρημίτης δέν είχε καθόλου άναπαυθεΐ άκόμη, γιατί τόν έπισκέφτηκαν μερικοί άρρωστοι γιά νά τούς γιατρέψει. Όταν λοιπόν κατόρθωσε νά τούς διώξει, κι ετοιμαζόταν νά πλαγιάσει, διέκρινε ξαφνικά τη νεόνυφη, πού ετρεχε μέσα στό πυκνό δάσος. Κι ό ερημίτης τότε σκέφτηκε: “Πώς θά μπορέσει αύτη ή γυναίκα, πού φαίνεται τόσο βιαστική, νά διασχίσει τό ποτάμι, πού από τίς τελευταίες βροχές φούσκωσε κι έγινε ένας επικίνδυνος όρμητικός χείμαρρος;”. Σηκώθηκε άπό τό στρώμα του, πού ήταν φτιαγμένο άπό φύλλα δένδρων, κι άκολούθησε τη νέα μέχρι τό ποτάμι. ’Έπειτα την πήρε στούς ώμους του καί την οδήγησε στήν άντικρυνή όχθη, περνώντας άπό τ’ ανάβαθα νερά. Μετά έπέστρεψε στήν καλύβα του, κι έπειδή είχε περάσει πιά ή ώρα της ανάπαυσής του, αναγκάστηκε νά ξαγρυπνήσει άλλες έξι ήμερες κι έξι νύχτες,έξ αιτίας μιας ξένης γυναίκας. Όμως, δέ μετάνοιωσε καθόλου γι’ αυτό,γιατί τό πρόσωπό της αντανακλούσε τόση γαλήνη κι όμορφιά, ώστε δλοι όσοι τήν έβλεπαν,ήταν ευτυχισμένοι αν τούς δινόταν ή ευκαιρία νά στερηθούν κάτι γιά χάρη της.
»Τέλος ή νεόνυφη έφτασε στόν πύργο τού άγαττημένου της. Τόν βρήκε κλειδαμπαρωμένο. Χτύπησε,άλλ’ έκεΐνος δέν τής άνοιξε. Δέν τής άνοιξε γιατί είχε γυμνώσει πιά τό σπαθί του κι ήταν έτοιμος νά τό βυθίσει στό στήθος του.
»Ή νέα, πού τήν έπνιγε ή αγωνία, ούτε τόν φώναξε, ούτε έβγαλε απελπισμένες κραυγές. Μόνο τά πυκνά της δάκρυα έτρεχαν θερμά. Καί τότε ό νέος αχούσε πίσω άπό τήν χοντρή δρύινη πόρτα τούς λυγμούς της. Κι έτρεξε ν’ ανοίξει τήν πόρτα.
»Τότε εκείνη στέκει γεμάτη πόνο μπροστά του μέ τά χέρια τής ενωμένα, καί τού λέει ότι αναγκάστηκε νά παντρευτεί έναν άλλον, γιατί φορτικά πιέστηκε άπό τόν πατέρα της.
»Ό νέος, όταν είδε ότι ή αγαπημένη του δέν καταπάτησε τόν όρκο της κι ότι πραγματικά τόν αγαπούσε, τής ύποσχέθηκε ότι δέ θά σκοτωθεί.
»Έκείνη δέν κρατήθηκε. ’Έπεσε στήν αγκαλιά του κι αύτός τή φίλησε στοργικά, κι οί δυό τους δοκίμασαν σέ μιά μόνο στιγμή τόση μεγάλη χαρά καί τόσο μεγάλο πόνο, δσο μπορεί νά βαστάξει μιά ανθρώπινη καρδιά.
»Μετά τής είπε:
»Τώρα θά πρέπει νά γυρίσεις στό σπίτι σου,γιατί ανήκεις σ’ έναν άλλο.
»Κι’ εκείνη τοϋ απάντησε;
»Νομίζεις πώς θά βρώ τή δύναμη σ’ αποχωριστώ;
»Ό Ιππότης, πού τήν ύπεραγαποϋσε, άποτραβήχτηκε άπό τήν αγκαλιά της καί τής είπε:
» Δέ θά προσβάλω ποτέ αυτόν πού σ’ άφησε νά έρθεις κοντά μου.
»Κατόπιν σέλωσε δυό άλογα κι οδήγησε τή νέα στό πατρικό της σπίτι».
Ό Ιερομόναχος,αφού διηγήθηκε στό Διάβολο δλη αυτή τήν ιστορία, σώπασε. ’Έπειτα τόν ρώτησε ποιό κατά τή γνώμη του πρόσωπο έκανε τή μεγαλύτερη θυσία. Γιατί ό Ιερομόναχος, πού ήταν άνθρωπος σοφός, γνώριζε πολύ καλά ότι κανείς δέν ήταν αναμάρτητος. Κι ήταν βέβαιος πώς κι αύτός ό τόσο τέλειος ξένος, αύτός ό άνθρωπος μέ τήν τόσο ενάρετη ζωή, είχε κι αύτός τά δικά του αμαρτήματα.
Μέ τή διήγηση λοιπόν αύτή ό ιερομόναχος πίστευε ότι θά μπορούσε εύκολα νά διεισδύσει στήν ψυχή τού εξομολογούμενου καί ν’ ανακαλύψει καί τό παραμικρό του αμάρτημα, μεταξύ των έτττά θανασίμων αμαρτημάτων. Ποιός ήταν εκείνος πού εκανε τη μεγαλύτερη θυσία; Ό πατέρας, ό σύζυγος, οί καλεσμένοι, ό μάγειρας, ό ληστής ή ό έρημίτης; Καί σύμφωνα μέ την άπάντηση πού θά έπαιρνε ό Ιερομόναχος, θά καταλάβαινε εάν ή ψυχή τού εξομολογούμενου είχε ανάγκη νά θεραπευτεί από την έπαρση, τη ζήλεια, τη λαιμαργία, την οργή,τη φιλαργυρία,την όκνηρία ή την ήδονή. Γιατί δέν αμφέβαλε καθόλου πώς την αρετή, πού ό πιστός αυτός χριστιανός θά θαύμαζε περισσότερο από κάθε τι άλλο στούς συνανθρώπους του, μέ μεγάλη δυσκολία θά μπορούσε ό ίδιος νά την εφαρμόσει στην πράξη.
Ό Διάβολος ήταν τόσο πολύ άπορροφημένος από τό ρόλο του,ώστε δέν ύποψιάστηκε την πρόθεση τού ιερομόναχου.
Πραγματικά, όμολόγησε, δέν είναι καί τόσο εύκολο πράγμα ν’ άπαντήσει κανείς σ’ αυτή την ερώτησή σου. Μού φαίνεται πώς ό σύζυγος δέν έκανε μικρότερη θυσία από τόν έραστή. Καί νομίζω ότι οί προσκεκλημένοι στερήθηκαν τόσα πράγματα, όσα ακριβώς κι ό ληστής. Τούς θεωρώ όλους αξιέπαινους.
Γιά όνομα τού Θεού! φώναξε ό ιερομόναχος, πές μου μόνο ποιά απ’ όλες τίς πράξεις πού σοϋ αφηγήθηκα προτιμάς. ’Ή, αν θέλεις, πές μου ποιά απ’ όλες νομίζεις αξιοκατάκριτη.
Γιά νά είμαι ειλικρινής, σεβαστέ μου πάτερ, είπε ό Διάβολος, μού φαίνεται πώς είναι πολύ δύσκολο νά έκετελέσει κανείς αυτές τίς πράξεις. Καί, πίστεψέ με, όσο καί νά προσπαθώ δέ θά καταφέρω νά έπιλέξω καμιά πράξη καί νά τή θεωρήσω ανώτερη από μιάν άλλη.
Ό Ιερομόναχος έσκυψε τότε πρός τό μέρος του καί τοΰ είπε μέ αυστηρό ΰφος.
Χριστιανέ μου,σέ θερμοπαρακαλώ σκέψου πρώτα καλά καί μετά νά μοϋ απαντήσεις ποιός, κατά τή γνώμη σου, έκανε τήν πιό βαριά θυσία;
Αλλά ό Διάβολος άρνήθηκε καί πάλι ν’ απαντήσει κατηγορηματικά στήν έρώτηση, καί τοΰ ζήτησε άφεση αμαρτιών.
Τότε,φώναξε όργισμένος ό ιερομόναχος,είσαι ένοχος καί γιά τά έπτά θανάσιμα αμαρτήματα. Πρέπει χωρίς άλλο νά μήν είσαι άνθρωπος, μά ό ’ίδιος ό Σατανάς.
Καί όρμησε έξω από τό εξομολογητήριο καί καταφεύγοντας κοντά στήν Αγία Τράπεζα, άρχισε νά λέει τόν έξορκισμό;
'Ύπαγε όπίσω μου Σατανά.
'Όταν ό Διάβολος είδε ότι προδόθηκε πιά, άνοιξε τή μεγάλη του κάπα. Τεντώνοντας τά χέρια του καί σχηματίζοντας δυό τεράστιες φτεροΰγες πέταξε ανάμεσα στούς σκοτεινούς θόλους τής έκκλησίας, όμοιος μέ γιγάντια νυχτερίδα. ’Όχι μόνο δέν πέτυχε τό σκοπό του, αλλά, μέ τή βοήθεια τού Θεού,ή κακή του πρόθεση είχε αγαθά αποτελέσματα. Γιατί ή διήγηση αυτή τοΰ ιερομόναχου χρησίμευσε γιά πολύ καιρό σά μέσο γιά νά ρίχνει αποκαλυπτικό φως μέσα στήν ανθρώπινη ψυχή. 'Η διήγηση αυτή γιά εκείνον πού ξέρει πώς νά τή χρησιμοποιεί, είναι σάν ένα δίχτυ στά χέρια ένός ψαρά. Ρίχνει κανείς τό δίχτυ στή θάλασσα γιά νά πιάσει ψάρια, καί ρίχνει έπίσης αυτή τή διήγηση στήν άνθρώπινη ψυχή γιά νά βγάλει στό φως τίς ανθρώπινες αμαρτίες, νά τίς γνωρίσει καί νά τίς πολεμήσει.

Απόδοση: Κώστα X. Τσομπανόγλου
Εισαγωγή και δημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο :
Απο το Βιβλίο
ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΑΚΟΜΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου