Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

ΙΣΤ΄ Περι Της Γεθσημανιου Προσευχης


Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Οψώμεθα τόν Θεόν καθώς εστί
Περι Της Γεθσημανιου Προσευχης

Η εν Γεθσημανή προσευχή του Χριστού είναι αναμφιβόλως η υψίστη πασών των προσευχών κατά την εσωτερικήν αυτής αξίαν και την κοσμοσωτήριον δύναμιν. Συγχόνως αποτελεί αύτη μίαν των πολυτιμοτέρων αποκαλύψεων περί Θεού και Ανθρώπου. Προσφερθείσα εις τον Θεόν Πατέρα εν τω Πνεύματι της Θείας αγάπης, θα ενεργή αιωνίως εν τω κοσμικώ είναι ως Φως πάντοτε αμείωτον. Ως ιστορικόν γεγονός δεν διήρκεσεν επί μακρόν· ως πνευματική όμως πράξις Θείας αγάπης έλαβεν αρχήν προ καταβολής κόσμου (βλ. Α’ Πέτρ. α’ 20), και δεν παύει να ενεργή μέχρι σήμερον. Την παρουσίαν της δυνάμεως αυτής αισθανόμεθα κατά τας ώρας της προσευχής υπέρ όλου του κόσμου, κατ’ εξοχήν όμως κατά την τέλεσιν της Θείας Λειτουργίας. Η αγιότης και το μεγαλείον αυτής ελκύουν την καρδίαν εκείνων, οίτινες διεφύλαξαν εν εαυτοίς την εικόνα του Ζώντος Θεού. Ο Κύριος εν τη προσευχή ταύτη συμπεριέλαβε παν ό,τι εγένετο από της εμφανίσεως εις την ζωήν του Πρώτου Αδάμ μέχρι του εσχάτου ανθρώπου, όστις μέλλει να γεννηθή εκ γυναικός.



Ούτως εδιδάχθημεν να φρονώμεν εν τη Εκκλησία ημών (βλ. Ιωάν. α’ 29, Α’ Ιωάν. β’ 2). Εστερημένοι υπαρκτικής εμπειρίας παρομοίας αγάπης, 8 δεν δυνάμεθα να συλλάβωμεν την ακαταμάχητον ενέργειαν αυτής ήτις φωτίζει ανά τους αιώνας πάντα άνθρωπον διψώντα να δεχθή την δωρεάν ταύτην. «Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται», το έργον όμως το τελεσθέν υπό του Χριστού (βλ. Ιωάν. ιζ’ 4) «ου μη παρέλθη» (πρβλ. Ματθ. κδ’ 35). Η προσευχή αύτη εισέρχεται εις την ασίγητον δοξολογίαν των ουρανών ως το ουσιώδες αυτής περιεχόμενον. Δεν παύει να συναρπάζη το πνεύμα ημών, να γεννά εν ημίν τον πόθον όπως ανταποκριθώμεν εις αυτήν μετά της αυτής ολοκληρωτικής – «εις τέλος» – αγάπης και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. Άπασα η οικουμένη εν τη πτώσει αυτής μέμφεται τον Θεόν, ενοχοποιούσα Αυτόν δια τα παθήματα αυτής. Μέμφεται εμπαθώς εν τη αναπηρία αυτής, ήτις είναι επακόλουθον της εκπτώσεως από της αγάπης Αυτού. Γνωρίζω τούτο και εξ ιδίας πείρας. Αλλ’ ο Ιησούς, ο άναρχος Θεός, εν Γεθσημανή και επί του Γολγοθά «εδικαίωσε» τον Θεόν Δημιουργόν. Ο «Άνθρωπος Χριστός Ιησούς» (Α’ Τιμ. β’ 5) «δικαιοί» ωσαύτως τον Άνθρωπον‐ανθρωπότητα εν τη κρίσει του Θεού και Πατρός. Εξ επόψεως του ανθρώπου εάν ο Θεός είναι τοιούτος ως εφανέρωσεν Αυτόν ο Χριστός, αρμόζει εις Αυτόν πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις πάντας τους αιώνας. Εξ επόψεως όμως του Θεού Πατρός, εάν και ο άνθρωπος είναι τοιούτος ως ήτο ο Χριστός, τότε ο Πατήρ δέχεται αυτόν ως ισότιμον, δίδει εις αυτόν τον θρόνον «εν δεξιά Αυτού εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. α’ 21). Η αγάπη του Χριστού νικηφόρος εν τη αιωνιότητι, υποβάλλεται επί του επιπέδου της γης εις βαρυτάτας δοκιμασίας. 9 Ουδείς, ουδέποτε έπαθε τοσούτον, ως Ούτος. Το βάθος των παθημάτων ευρίσκεται εν αμέσω σχέσει προς το μέτρον της ευαισθησίας εκάστου. Υπάρχει τοσαύτη διαφορά μεταξύ των ανθρώπων, όση και μεταξύ ρινοκέρωτος και σκώληκος. Καταφέρετε επί του πρώτου ισχυρόν πλήγμα δια της πυγμής· δεν θα αισθανθή το πλήγμα υμών. Ο σκώληξ όμως, όταν θίγηται έστω και ελαφρώς, πάραυτα συνελίσσεται εκ του εφ’ όλου του σώματος αυτού πόνου. Παραφωνία ανεπαίσθητος υπό των πολλών, ταράττει οδυνηρώς την ευαίσθητον ακοήν του μουσικού. Ο οφθαλμός του ζωγράφου συλλαμβάνει την τονικήν διαφοράν των χρωμάτων εκεί, ένθα οι άλλοι, παρά τας διασαφήσεις, ουδεμίαν διαφοράν παρατηρούν. Ο πνευματικώς ευαίσθητος άνθρωπος εν τη επαφή αυτού μετά τινος άλλου διακρίνει μέχρι τινος την ηθικήν αυτού κατάστασιν, ενώ πλείστοι όσοι ουδέν αντιλαμβάνονται. Και εάν τούτο ισχύη εις τους χοϊκούς ανθρώπους, τότε τις δύναται να εννοήση τον Χριστόν, τον Δημιουργόν του κόσμου; «Και είδεν ο Θεός τα πάντα, όσα εποίησεν, και ιδού καλά λίαν» (Γέν. α’ 31). Ο κτίσας την Θείαν κοσμικήν αρμονίαν δεν ηδύνατο να μη θλίβηται συναντών πανταχού την αφόρητον διαστροφήν του πρωτοκτίστου κάλλους εκ των αισχρών και εγκληματικών ανθρωπίνων πράξεων. Πάντες ημείς γνωρίζομεν ότι, όσον βαθύτερον αγαπώμεν τοσούτον οδυνηρότερον ζώμεν και την ελαχίστην εισέτι σύγκρουσιν. Τί όμως ησθάνετο Ούτος, η προαιώνιος Αγάπη, ότε μετά τοιούτου μίσους απέρριψαν την μαρτυρίαν Αυτού περί του Πατρός; Αυτός, τον Οποίον η Εκκλησία ονομάζει Ήλιον της Δικαιοσύνης, παρέδωκεν Εαυτόν εις την πονηράν κρίσιν εκείνων, οίτινες κατεδίκασαν Αυτόν εις θάνατον. Αυτός, η Υποστατική Αλήθεια, εσυκοφαντήθη, 0 ητιμάσθη αναιδώς, επλήγη ασπλάγχνως και εχλευάσθη χυδαίως. Αυτός, ο αναμάρτητος, ήρεν επ’ Αυτού τας αμαρτίας του κόσμου, ως να ήτο ο Ίδιος ένοχος δι’ όλην την τραγωδίαν. «Αγαπήσας ημάς εις τέλος» (Ιωάν. ιγ’ 1) υπέμεινε τους διωγμούς της αδυσωπήτου κακίας των φονευσάντων Αυτόν, «δοκούντων λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ» (Ιωάν. ιστ’ 2). Ίνα προσεγγίσωμεν συνειδητώς, έστω και ολίγον, εις την κατανόησιν του γεγονότος εκείνων των τραγικών δι’ όλην την ιστορίαν του κόσμου ημερών, ίνα κατοπτεύσωμεν υπαρκτικώς, έστω και «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» (Α’ Κορ. ιγ’ 12), την οδόν την οποίαν διήλθεν ο Χριστός, είναι αναγκαίον να υποστώμεν πλήθος δοκιμασιών. Όταν ενσκήπτουν παντός είδους πλήγματα και φόβοι, τότε οφείλομεν να αναγάγωμεν τον νουν ημών εις την θεωρίαν των δεινών πάντων των πασχόντων επί της Γης, να περιλάβωμεν εν τη προσευχή της καρδίας ημών τους πάσχοντας, μέσω του ιδίου ημών πόνου. Κατ’ αυτόν τον τρόπον ευρύνεται η καρδία και περιβάλλει πάντας τους συντετριμμένους εκ των συμφορών αδελφούς, ως η μήτηρ δια της ορμής της μετά πόνου αγάπης περιθάλπει τα ασθενή αυτής τέκνα. Ας γίνη η προσευχή ημών κραυγή όλης της Γης προς τον Θεόν και Πατέρα. Παρομοία προσευχή δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος καθιστά ημάς μετόχους του απολυτρωτικού πάθους της Θείας αγάπης του Κυρίου. Ουδείς βεβαίως εξ ημών φθάνει το άμετρον αυτής· είναι όμως μέγα δι’ ημάς το ότι, έστω και εκ μέρους αλλά μετά ακατανικήτου βεβαιότητος, αποκαλύπτεται εις ημάς η ζωή Αυτού. «Συμμορφούμενοι (πνεύματι) τω θανάτω Αυτού», καταξιούμεθα να γνωρίσωμεν υπαρκτικώς τον Χριστόν «και την δύναμιν της αναστάσεως Αυτού» (Φιλ. γ’ 10). «Εί γαρ σύμφυτοι 1 γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου Αυτού (πνεύματι), αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα» (Ρωμ. στ’ 5). Δια μέσου καιρίων πληγμάτων η νεκρωθείσα υπό της αμαρτίας φύσις ημών αναγεννάται εις προσευχήν, ήτις αντικατοπτρίζει αμυδρώς την εν Γεθσημανή προσευχήν. Έως ότου φθάσωμεν εις ώριμον ηλικίαν, συχνάκις δίδεται εις ημάς η πείρα του μερικού θανάτου, και κατά το μέτρον της πείρας ταύτης αποβαίνομεν πλείον ικανοί να θεωρήσωμεν τον Χριστόν πορευόμενον εις τον κήπον της Γεθσημανή, και εν συνεχεία εις τον Γολγοθάν. Ο φυσικός πόνος – αι μαστιγώσεις ή η προσήλωσις επί του σταυρού – ουδόλως κατέχει την πρώτην θέσιν, αλλά καθιστά το πάθος Αυτού ωλοκληρωμένον εφ’ όλων των επιπέδων. Και ημείς γνωρίζωμεν ότι η ψυχή εν τη σφαίρα αυτής δέχεται φοβερώτερα τραύματα ή το σώμα. Και εάν τούτο ισχύη επί του ψυχολογικού επιπέδου, τότε τί θα ηδυνάμεθα να είπωμεν περί της ψυχής‐πνεύματος, ήτις προσλαμβάνει την αιωνιότητα; «Όσον μεγαλυτέρα η αγάπη, τοσούτον μεγαλύτερα τα παθήματα της ψυχής. Όσον βαθυτέρα η αγάπη, έτι μάλλον άμετρος ο πόνος» (Άγιος Σιλουανός). Αλλά τίς εκ των ανθρώπων τολμά να ισχυρισθή ότι η αγάπη αυτού υπερέχει της αγάπης του Χριστού; Ενταύθα έχομεν υπ’ όψιν την σφαίραν εκείνην του Είναι, ήτις κατορθούται ουχί άλλως, ει μη μόνον δια της δυνάμεως της Άνωθεν δοθείσης πνευματικής αγάπης. Είναι αδύνατον να περιγράψωμεν την εικόνα των παθημάτων του Ιησού του Ναζωραίου. Άπασα η μεθ’ ημών αναστροφή Αυτού δεν ήτο τι άλλο ει μη έν αδιάλειπτον μαρτύριον. Ο Γολγοθάς είναι μόνον η τελική πράξις εν τη οποία απεκορυφώθη και συνηνώθη το παν: ο φυσικός πόνος, η ψυχική οδύνη ως αποτέλεσμα της υπό 2 των ανθρώπων απορρίψεως του Ευαγγελίου της Πατρικής αγάπης, ο επονείδιστος θάνατος εγκληματίου, ο χαιρέκακος και εκδικητικός χλευασμός όσων ηλέγχθησαν δια τας αδικίας αυτών … Πάντες κατεδίκασαν Αυτόν: το Ρωμαϊκόν κράτος δια του κλασικού αυτού δικαίου· η τεθεμελιωμένη επί της Σιναϊτικής αποκαλύψεως Εκκλησία της Παλαιάς Διαθήκης· ο ευεργετηθείς υπ’ Αυτού λαός, και ούτος έκραζε «σταυρωθήτω». Εις πάντα ταύτα προσετέθη η εγκατάλειψις υπό τον μαθητών· η προδοσία του Ιούδα, η άρνησις του Πέτρου· η Θεία εγκατάλειψις: «Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες»· η επικειμένη κάθοδος εις τον άδην και εις εκείνους, οίτινες αποτελούν το πλήρωμα του ζοφώδους αυτού τόπου. Ο άδης του Χριστού βεβαίως δεν ηδύνατο να είναι άδης έχθρας, αλλά ήτο ο πλέον επώδυνος άδης αγάπης. Και πολλά άλλα, ασύλληπτα υπό του νοός ημών, όστις αγνοεί την οφειλομένην εις τον Θεόν και τον πλησίον αγάπην.



Ο Κύριος προσηύχετο μέχρις αιματηρού ιδρώτος, ουχί δι’ αμαρτίαν Αυτού, αλλά δια την ημετέραν απώλειαν. Τούτο είναι φανερόν εκ των λόγων Αυτού προς τας θρηνούσας δι’ Αυτόν γυναίκας: «Μη κλαίετε επ’ εμέ, πλην εφ’ εαυτάς κλαίετε και επί τα τέκνα ημών» (Λουκ. κγ’ 28). Εν τούτοις και ο Ίδιος κατά την ανθρωπίνην Αυτού φύσιν έπρεπε να διέλθη τον αγώνα της πλήρους κενώσεως, ως αύτη ήτο εν τω ουρανώ ήδη τετελειωμένη εν τη Θεότητι Αυτού εν σχέσει προς τον Πατέρα. Περί του «ποτηρίου» τούτου προσηύχετο Ούτος ως άνθρωπος. Δι’ Αυτού απεκαλύφθη εις ημάς ο χαρακτήρ του Θεού της αγάπης. Η τελειότης αυτής έγκειται εις το ότι η αγάπη αύτη είναι ταπεινή, τουτέστι προσφέρεται άνευ επιφυλάξεως. Ο Πατήρ εν τη γεννήσει του Υιού κενούται 3 ολοτελώς. Αλλά και ο Υιός επιστρέφει το παν εις τον Πατέρα. Αυτήν ακριβώς την πράξιν της τελείας κενώσεως ετέλεσεν ο Κύριος εν τη σαρκώσει Αυτού, εν τη Γεθσημανή και επί του Γολγοθά. Τοιαύτην ακριβώς αγάπην εντέλλεται και εις ημάς ο Χριστός: «Εί τις έρχεται προς Με και ου μισεί τον πατέρα εαυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναται Μου μαθητής είναι» (Λουκ. ιδ’ 26)· εκείνος «ουκ έστι Μου άξιος» (Ματθ. ι’ ). Επομένως, μόνον εκείνος όστις εν παραφορά αγάπης, ως και οι μάρτυρες, «απολέσει» την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω δια τον Χριστόν, θα εισέλθη «εις αυτόν τον ουρανόν … εμφανισθήναι τω προσώπω του Θεού» δια «ζωήν ακατάλυτον» (πρβλ. Εβρ. θ’ 24, ζ’ 16). Το νόημα της θυσίας του Αβραάμ έγκειται εις το ότι ούτος εν τω γήρατι αυτού, τοσούτον προσεκολλήθη εις τον «κατ’ επαγγελίαν υιόν» αυτού Ισαάκ, ώστε η προς τον Θεόν αγάπη αυτού απώλεσε το πλήρωμα αυτής. Ίνα και πάλιν η προς τον Θεόν αγάπη αποβή ο «ακρογωνιαίος λίθος» της ζωής αυτού, ο Αβραάμ ώφειλε να προσφέρη θυσίαν: να σφαγιάση τον ηγαπημένον υιόν. Ότε όμως εσωτερικώς συνετελέσθη η πράξις αύτη τότε ο θάνατος του Ισάακ δεν ήτο αναγκαίος: Ηδύνατο ούτος να παραμείνη πλησίον του πατρός αυτού. Το αυτό επαναλαμβάνεται και εν τη ζωή του χριστιανού: Όταν το έν ή το άλλο πάθος αποσπά αυτόν από του Θεού, πρέπει να είναι έτοιμος δια πολλάς θυσίας. Και εάν η πράξις αύτη τελειωθή εσωτερικώς, τότε τα πάθη αποχωρούν και η «θυσία» καθίσταται περιττή. Δεν συμβαίνει όμως ούτως μετά του Χριστού. Ο Κύριος εσωτερικώς προσέφερε την Θυσίαν Αυτού εν 4 Γεθσημανή, αλλά χάριν του «έργου» (βλ. Ιωάν. ιζ’ 4) έπρεπεν ο Ίδιος να πάθη εις τέλος και εξωτερικώς, άλλως ουδείς θα ηδύνατο να συλλάβη το μυστήριον της απολυτρώσεως. Ούτως επί του Γολγοθά μόνον, αποθνήσκων ήδη, ανεφώνησεν ο Χριστός: «Τετέλεσται», και ουχί εν τω κήπω της Γεθσημανή. Η ανθρωπότης εν τω προσώπω του Αδάμ υπέστη φοβεράν αλλοτρίωσιν, ήτις απετέλεσε την αρχήν πασών των μεταγενεστέρων. Η πτώσις του Προπάτορος επέφερεν όλεθρον παγκοσμίων διαστάσεων. Είναι αναγκαίον να έχωμεν τούτο υπ’ όψιν, ίνα κατανοήσωμεν την οργανικήν (ίνα μή είπω λογικήν) πορείαν εξελίξεως, ήτις εκφράζεται εις τα πολιτικά συστήματα, αλλά κατ’ ουσίαν είναι πνευματική: «Θανάτω αποθανείσθε» (Γέν. β’ 17) εκ του πυρός του ητοιμασμένου ήδη να κατακαύση ημάς. Εις τας νόσους του Αδάμ αι μεταγενέστεραι γενεαί προσέθεσαν πλήθος άλλων, ώστε εις άπαν το σώμα της ανθρωπότητος «από ποδών έως κεφαλής ουκ έστιν εν αυτώ ολοκληρία, ούτε τραύμα ούτε μώλωψ ούτε πληγή φλεγμαίνουσα· ουκ έστι μάλαγμα επιθήναι ούτε έλαιον ούτε καταδέσμους» (Ησ. α’ 6). Και ο σκελετός εισέτι αυτής γέμει καταγμάτων. Να θίξη τις τοιούτον οργανισμόν, σημαίνει ότι θα προκαλέση εις αυτόν αφορήτους πόνους. Όταν όμως πρόκειται περί φυσικών ασθενειών, τότε οι άνθρωποι μετ’ εμπιστοσύνης παραδίδονται εις χείρας ιατρών, αναμένοντες εν υπομονή βοήθειαν. Το εναντίον παρατηρείται επί του πνευματικού επιπέδου: Πάσα απόπειρα να συναρμολογηθούν τα οστά εις την πρέπουσαν θέσιν, να καθαρισθούν αι πληγαί, εγχείρημα όπερ αναποφεύκτως συνοδεύεται υπό πόνων, αντιμετωπίζεται μετά δυσαρεκείας, ως να ήτο ο ιατρός η αιτία του πόνου. 5 Ούτως συμβαίνει μετά του Χριστού: Αυτός ο μόνος αληθινός θεραπευτής, δια της εμφανίσεως Αυτού έθλιψε τους πάντας, υποδεικνύων εις όλην την ανθρωπότητα την θανάσιμον ασθένειαν αυτής. Δια τους πεπτωκότας υιούς των ανθρώπων ουδείς και ουδέν υπάρχει φοβερώτερον ει μη ο Χριστός‐ Αλήθεια. Ο κόσμος όλος φοβείται Αυτόν. Πλείστοι όσοι δι’ ακατανοήτου μίσους εξαπολύουν κατ’ Αυτού, και μόνον κατ’ Αυτού, πάσαν ύβριν. Πάντες όμως όσοι όντως δέχονται Αυτόν ως την Πρώτην Αλήθειαν, κατά την φυσικήν δια τους ανθρώπους έξιν προς την Αλήθειαν, δεν αρνούνται να ακολουθήσουν Αυτόν. Και τούτο σημαίνει ότι είναι φορείς της αγάπης Αυτού· εις τους τοιούτους είναι αναπόφευκτον να σταυρούνται ποικιλοτρόπως. Είναι ανεκτίμητος δι’ ημάς και η εκ μέρους εισέτι αποκάλυψις της εσωτάτης ζωής του Χριστού. Δια μακροχρονίου αγώνος εισερχόμεθα βαθμηδόν εις το αιώνιον νόημα και τον ιδιαίτερον χαρακτήρα των παθημάτων Αυτού. Κατανοούμεν ότι ταύτα υπερβαίνου, ουχί μόνον ποιοτικώς, αλλά και ως προς την δύναμιν αυτών, παν ό,τι γνωρίζει ο κόσμος. Ουδαμού και εις ουδέν φθάνομεν τον Χριστόν. Εις Αυτόν μόνον ανήκει το αιώνιον πρωτείον εφ’ όλων των επιπέδων. Οφείλομεν, εν τούτοις, πάντες ημείς οι πιστοί να ποθώμεν την κατά το δυνατόν πληρεστέραν γνώσιν Αυτού. Κατά το μέτρον της υφ’ ημών γνώσεως των απολυτρωτικών παθημάτων Αυτού, θα αναπαυθή εφ’ ημάς και η αιώνιος Αυτού δόξα: «Την δόξαν ήν δέδωκάς Μοι, δέκωκα αυτοίς» (Ιωάν. ιζ’ 22). Δι’ Αυτού γινόμεθα υιοί του Ανάρχου Πατρός. Νυν «γνωρίζομεν» ότι «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ Αυτού» (πρβλ. Ιωάν. ιδ’ 6). Τους λόγους τούτους του Χριστού δεχόμεθα εν τη απολύτω αυτών εννοία. 6 Όντως, εάν δεν υπήρχεν εν αυτή τη Θεότητι η απ’ αιώνος αρχή της Πατρότητος και της Υιότητος, τότε, ουδεμία ανθρωπίνη άσκησις θα ηδύνατο να επιφέρη ουσιώδη αλλαγήν και εις Αυτό τούτο το Πρωταρχικόν Είναι. Ο Χριστός είναι το θαύμα το υπερέχον πάντα νουν. Είναι η παν‐τελεία αποκάλυψις του Θεού της τρισυποστάτου αγάπης, ωσαύτως δε η φανέρωσις των απείρων δυνατοτήτων του ανθρώπου. Εις τινα στιγμήν, γνωστήν μόνον εις τον Θεόν, θα οδηγηθώμεν εις εκείνο το αόρατον μεθόριον, όπερ κείται μεταξύ χρόνου και αιωνιότητος. Εγγίζοντες τον πνευματικόν τούτον ορίζοντα οφείλομεν οριστικώς να προσδιορίσωμεν εαυτούς δια την επικειμένην εις ημάς αιωνιότητα: ή μετά του Χριστού εξομοιούμενοι προς Αυτόν ή μακράν Αυτού.


Μετά την αποφασιστικήν ταύτην και ελευθέραν εκλογήν και η ομοίωσις και ο χωρισμός θα λάβουν χαρακτήρα αιώνιον. Εν τη ετοιμασία ημών προς αυτό το απείρως σπουδαίον δι’ έκαστον εξ ημών γεγονός, εν τη καθ’ ημέραν ημών ζωή, πολλάκις θα σαλευώμεθα: Να εκπληρώσωμεν την εντολήν … ή να συμβιβασθώμεν προς το πάθος ημών; Εν τούτω τω δια βίου αγώνι ημών αποκαλύπτεται εις ημάς βαθμηδόν το μυστήριον του Χριστού, εάν εξ αγάπης προς Αυτόν καταστήσωμεν τον λόγον Αυτού ως τον μόνον νόμον της υπάρξεως ημών. Θα έλθη καιρός, οπότε η θέα της αγιότητος του ταπεινού Θεού Χριστού ως πυρ θα αναλώση την φύσιν ημών, μεταποιούσα αυτήν εις ολοκληρωτικήν ορμήν αγάπης. Πεπληρωμένοι αποστροφής δι’ ημάς αυτούς και δια την εμφωλεύουσαν εν ημίν κακίαν, ποθούμεν να ομοιάσωμεν προς Αυτόν ως προς την ταπείνωσιν Αυτού, ο πόθος δε ούτος είναι όμοιος προς δίψαν μέχρι θανάτου. Αυτή αύτη η καταπόνησις δια την αγιότητα είναι ήδη η απαρχή αυτής. Όταν αυξηθή η αγάπη ημών προς τον Κύριον, τότε κατά φυσικόν τρόπον αύτη θα συγγενειάζη ημάς μετ’ Αυτού εν ταις βαθείαις κινήσεσι της καρδίας και «τη ανακαινώσει του νοός» (Ρωμ. ιβ’ 2). Προ ημών διανοίγεται θέα, ήτις υπερβαίνει την φαντασίαν ημών. Μεγάλη λύπη δια τα παθήματα των ανθρώπων περισφίγγει την καρδίαν ημών ως οδυνηρός σπασμός. Επιλανθανόμεθα του σώματος και μόνον το πνεύμα, εις το εφικτόν δι’ αυτό μέτρον, εισέρχεται εις το ρεύμα της προσευχής του Χριστού εν Γεθσημανή. Δι’ αυτού του τρόπου καρποφορείται εν ημίν η γνώσις του Κυρίου Ιησού, ήτις είναι κατ’ ουσίαν και η αιώνιος ζωή (βλ. Ιωάν. ιζ’ 3). Προς επίτευξιν της γνώσεως ταύτης ο Απόστολος Παύλος πάντα ταύτα, «άτινα ήν αυτώ κέρδη (κατά τον νόμον, βεβαίως), … ηγείτο δια τον Χριστόν ζημίαν … (δι’ αυτό και) πάντα εζημιώθη … ίνα Χριστόν κερδήση … και την δύναμιν της Αναστάσεως Αυτού και την κοινωνίαν των παθημάτων Αυτού, συμμορφούμενος τω θανάτω Αυτού, εί πως καταντήσει εις την εξανάστασιν». Ο Παύλος εξεφράζετο ούτως, ουχί διότι «είχεν ήδη καταλάβει» …, αλλά διότι «τα μεν οπίσω επελανθάνετο τοις δε έμπροσθεν επεξετείνετο … επί το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού» (πρβλ. Φιλ. γ’ 7‐14). Ο μέγας Παύλος ωμολόγησεν ότι δεν «είχε καταλάβει». Θα επιτρέψωμεν άρα γε εις εαυτούς να διεκδικήσωμεν ισότητα προς τον Χριστόν; Οφείλει εν τούτοις να υπάρχη παράλληλόν τι. Είναι απολύτως αναγκαίον να ομοιωθώμεν, έστω και αμυδρώς προς τον Κύριον, ίνα φέρωμεν εν επιγνώσει το όνομα του χριστιανού. Επανερχόμεθα και πάλιν εις τον Παύλον: Επεδίωκεν ούτος το βραβείον … και εκάλει τους Κορινθίους να μιμηθούν 8 αυτόν (βλ. Α’ Κορ. δ’ 16), ως εκείνος τον Χριστόν. Και ημείς νυν μιμούμεθα τον Χριστόν, ίνα καταστώμεν συγκληρονόμοι Αυτού εν τη αφθάρτω δόξη (βλ. Ρωμ. η’ 17). Αγωνίζομαι απεγνωσμένως να περιγράψω την Επιστήμην, την πλέον μεγαλειώδη εξ όσων γνωρίζει η Γη και ο Ουρανός. Αφομοιούται αύτη ουχί εν ολίγοις χρόνοις ακαδημαϊκών σπουδών, αλλά δι’ όλης της υπάρξεως ημών. Η οντολογική και ουχί αφηρημένη γνώσις αποκτάται δια της συμμετοχής ημών εις το είναι. Δια της φλογεράς μετανοίας και της διαμονής ημών εν τω πνεύματι των εντολών δίδεται εις ημάς η φοβερά αύτη ευλογία. Όταν επισκεφθή τον άνθρωπον έστω και σκιά τις της Γεθσημανίου προσευχής, θραύονται τα δεσμά του εγωϊστικού ατόμου και εισάγεται ούτος εις νέαν μορφήν προσωπικού, υποστατικού είναι, κατ’ εικόνα της υποστάσεως του Μονογενούς Υιού. Να δεχθή τις την πάσχουσαν αγάπην του Χριστού είναι ανεκτίμητος δωρεά του Αγίου Πνεύματος· δια της δωρεάς ταύτης προσεγγίζει ο άνθρωπος πνευματικώς την αίσθησιν του θανάτου Αυτού επί του σταυρού, και εν ταυτώ της δυνάμεως της αναστάσεως. Εάν τις ενωθή μετ’ Αυτού δια της ομοιώσεως του θανάτου εν βαθεία υπέρ του κόσμου προσευχή και αφορήτω δίψη δια την σωτηρίαν των ανθρώπων, προγεύεται την ομοίωσιν της αναστάσεως (βλ. Ρωμ. στ’ 5, η’ 11). Οδηγούμενος ούτος υπό της Άνωθεν συγκαταβαινούσης δυνάμεως εις την νέαν ταύτην μορφήν του Είναι, φθάνει «τα τέλη των αιώνων» και αισθητώς άπτεται της Θείας Αιωνιότητος. 9 Η Υπόστασις‐Πρόσωπον είναι η πρωταρχική και εσχάτη αρχή, η τα πάντα περιβάλλουσα διάστασις εν τω Θείω Είναι. Το αυτό συμβαίνει και εν τω ανθρωπίνω, τω κατ’ εικόνα Θεού κτιστώ είναι. Έξω της υποστατικής ταύτης αρχής ουδέν υπάρχει, ουδέ δύναται να υπάρχη. «Πάντα δι’ Αυτού εγένετο, και χωρίς Αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν. Εν Αυτώ ζωή ήν» (Ιωάν. α’ 3‐4). «Ζω Εγώ! Λέγει Κύριος» (Ησ. μθ’ 18). «Εγώ ειμι … η Αρχή και το Τέλος, ο Πρώτος και ο Έσχατος» (πρβλ. Αποκ. κβ’ 13). «Εγώ Ειμι» (Ιωάν. η’ ). Αι δωρεαί του Θεού είναι απερίγραπτοι. Απεργάζονται τον άνθρωπον φορέα του πληρώματος του θεανθρωπίνου είναι δια της ενώσεως μετά του Χριστού εν τη προσευχή, ήτις εξομοιοί αυτόν προς Εκείνον. Σπάνιον προνόμιον συνδυάζον τας ακραίας καταστάσεις των παθημάτων της αγάπης, και τον θρίαμβον αυτής. Ο άνθρωπος αναγεννηθείς εκ τοιαύτης προσευχής, δια μέσου του ζωοποιού πόνου εισέρχεται βραδέως εις ενεργόν αίσθησιν της αναστάσεως της εαυτού ψυχής. Διαβλέπει εναργώς ότι «Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος Αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ. στ’ 9). Η νίκη Αυτού εν τη αιωνιότητι είναι βεβαία. Και το πνεύμα προσεύχεται εν ημίν: Ο Κύριος μου και ο Θεός μου … Νυν, Κύριε Ιησού Χριστέ, κατά την δωρεάν της ανεξιχνιάστου δυνάμεως και ευδοκίας Σου προς ημάς και εγώ, ο πτωχός και πένης, μεταβαίνω εκ του θανάτου εις την ζωήν … Νυν – εγώ ειμι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου