Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Η Ορθόδοξη Διδασκαλία του αγίου Μάρκου Εφέσου περί της κατάστασης της ψυχης μετα το θανατο

Η ψυχή μετά θάνατον
Serafeim Rose
ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι:

Η Ορθόδοξη Διδασκαλία του αγίου Μάρκου Εφέσου περί της κατάστασης της ψυχης μετα το θανατο

Η Ορθόδοξη διδασκαλία για την κατάσταση των ψυχών μετά το θάνατο συχνά δεν είναι πλήρως κατανοητή, ακόμα και από τους ίδιους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, και η σχετικά πρόσφατη διδασκαλία των Λατίνων περί «καθαρτηρίου πυρός» έχει προκαλέσει περαιτέρω σύγχυση στην κοινή γνώμη. Ωστόσο, η ίδια η Ορθόδοξη διδασκαλία δεν είναι καθόλου ασαφής ή ανακριβής. Ισως η πιο συνοπτική έκθεση της διδασκαλίας αυτής από Ορθόδοξη πηγή βρίσκεται στις ομιλίες του αγ. Μάρκου Εφέσου του Ευγενικού, οι οποίες ανεγνώσθησαν στη Σύνοδο της Φλωρεντίας το 1439, και τις οποίες συνέγραψε ακριβώς ως απάντηση στη διδασκαλία των Λατίνων περί καθαρτηρίου πυρός.
Η ιδιαίτερη αξία που έχουν αυτές οι δύο ομιλίες για εμάς έγκειται στο ότι, προερχόμενες καθώς είναι από τον τελευταίο εκ των Βυζαντινών Πατέρων, πριν τη σύγχρονη εποχή με όλες τις συγκεχυμένες θεολογικές απόψεις που τη χαρακτηρίζουν, μας παραπέμπουν στις πηγές της Ορθόδοξης διδασκαλίας και μας καθοδηγούν ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσεγγίζουμε και να κατανοούμε αυτές τις πηγές, που είναι οι εξής: Αγία Γραφή, Πατερικές ομιλίες, λειτουργικά κείμενα, Βίοι Αγίων, και ορισμένες αποκαλύψεις και οράματα σχετικά με τη μετά θάνατον ζωή, που περιέχονται στο βιβλίο IV των διαλόγων του αγ. Γρηγορίου του Μεγάλου.



Πολλοί από τους σημερινούς ακαδημαϊκούς θεολόγους δυσπιστούν στις ανωτέρω δύο ή τρείς τελευταίες πηγές, και έτσι εξηγείται το ότι συχνά εμφανίζονται αμήχανοι όταν ομιλούν για το εν λόγω θέμα και μερικές φορές προτιμούν να διατηρούν μία «αγνωστικιστική επιφυλακτικότητα». Επίσης, οι ομιλίες του αγ. Μάρκου του Ευγενικού μας δείχνουν πόσο πολύ «άνετα» αισθάνονται με τα παραδείγματα αυτών των πηγών οι αυθεντικοί Ορθόδοξοι θεολόγοι, εκείνοι που αισθάνονται «άβολα» ίσως αποκαλύπτουν με τη στάση τους μία αδόκητη προσβολή από τη σύγχρονη απιστία.Από τις τέσσερις απολογίες του αγ. Μάρκου στο θέμα του καθαρτηρίου πυρός στη Σύνοδο της Φλωρεντίας, η Πρώτη περιέχει τη συνοπτικότερη έκθεση της Ορθόδοξης διδασκαλίας ως ανταπάντηση στις εσφαλμένες αντιλήψεις των Λατίνων, και ένα μεγάλο τμήμα της παραθέτουμε στη συνέχεια. Οι υπόλοιπες απολογίες περιέχουν κυρίως ερμηνευτικό υλικό για τα σημεία που εξετάζουμε εδώ, καθώς και αποκρίσεις σε πιο συγκεκριμένα επιχειρήματα των Λατίνων.Τα «Λατινικά Κεφάλαια» στα οποία απευθύνεται η απολογία του αγ. Μάρκου έχουν συνταχθεί από τον Καρδινάλιο Ιουλιανό Καισαρίνι και εκθέτουν τη Λατινική διδασκαλία περί της κατάστασης των ψυχών μετά το θάνατο, όπως αυτή ορίσθηκε στην προγενέστερη «Ενωτική» Σύνοδο της Λυών, το 1270 μ.Χ. Αυτή η διδασκαλία αφήνει έκπληκτο τον Ορθόδοξο αναγνώστη – όπως, βέβαια, και τον αγ. Μάρκο - ως μία απολύτως υπερβολική, «νομικίστικη» και «προσηλωμένη στο γράμμα» διδασκαλία. Έως εκείνη την εποχή οι Λατίνοι είχαν καταλήξει να θεωρούν τον παράδεισο και την κόλαση κατά κάποιον τρόπο «τετελεσμένες» και «απόλυτες» καταστάσεις και ότι η κατάσταση των ψυχών που βρίσκονται εκεί θα είναι και η τελική κατάσταση στην οποία θα βρεθούν μετά την Τελική Κρίση, επομένως, δεν είναι ανάγκη να προσευχόμαστε ούτε για όσους βρίσκονται στον παράδεισο - των οποίων η κατάσταση είναι ήδη τέλεια – ούτε για όσους βρίσκονται στην κόλαση, αφού δε θα μπορέσουν ποτέ να σωθούν ή να καθαρισθούν από τις αμαρτίες τους. Όμως αφού πολλοί πιστοί πεθαίνουν ευρισκόμενοι σε μία «μέση» κατάσταση, ούτε αρκετά τέλειοι για τον παράδεισο, αλλά ούτε και αρκετά αμαρτωλοί για την κόλαση, η λογική της επιχειρηματολογίας των Λατίνων απαιτούσε την ύπαρξη ενός τρίτου τόπου, ενός τόπου κάθαρσης («πουργατόριο»), όπου ακόμα κι εκείνοι των οποίων οι αμαρτίες είχαν ήδη συγχωρεθεί έπρεπε να τιμωρηθούν ή να «επανορθώσουν» για τις αμαρτίες τους πριν να καθαρθούν στον απαιτούμενο βαθμό για την είσοδό τους στον παράδεισο.

Οι Λατίνοι προέβησαν στην υποστήριξη αυτών των νομικίστικων επιχειρημάτων μίας καθαρώς ανθρώπινης «δικαιοσύνης» - τα οποία στην πραγματικότητα αρνούνται την υπέρτατη αγαθότητα και αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα – μέσω των «κατά γράμμα» ερμηνειών ορισμένων Πατερικών κειμένων και διαφόρων οραμάτων, σχεδόν όλες αυτές οι ερμηνείες είναι τελείως τεχνητές και αυθαίρετες, αφού ούτε ακόμα και οι αρχαίοι Λατίνοι Πατέρες δεν είχαν μιλήσει για κάποιον τόπο σαν το «πουργατόριο», αλλά μόνον για την «κάθαρση» από τις αμαρτίες μετά το θάνατο, η οποία είχε αναφερθεί από μερικούς εξ αυτών, προφανώς αλληγορικά, ως «πύρ».Στην Ορθόδοξη διδασκαλία, ωστόσο, εκφραστής της οποίας είναι ο αγ. Μάρκος ο Ευγενικός, οι πιστοί που πεθαίνουν μην έχοντας εξομολογηθεί μικρές αμαρτίες, ή που δεν έχουν αποδώσει καρπούς μετανοίας για τις εξομολογημένες αμαρτίες τους, εξαγνίζονται από αυτές είτε κατά τη δοκιμασία του θανάτου με το φόβο που νιώθουν, ή μετά το θάνατο, όταν είναι περιορισμένοι – όχι όμως αιωνίως – στην κόλαση, μέσω των προσευχών και των λειτουργιών της Εκκλησίας και των υπέρ αυτών αγαθοεργιών που εκτελούν οι πιστοί. Ακόμα και οι αμαρτωλοί που προορίζονται για τα αιώνια μαρτύρια μπορούν να ανακουφιστούν κάπως από το μαρτύριο τους στην κόλαση χάρη σε αυτές τις παρεμβάσεις βοηθείας. Δεν υπάρχει, όμως, κανένα πύρ που να βασανίζει σήμερα τους αμαρτωλούς, ούτε στην κόλαση – αφού το αιώνιο πύρ θα αρχίσει να τους βασανίζει μόνον μετά την Τελική Κρίση – ούτε, πολύ περισσότερο, σε κανέναν τρίτο τόπο όπως το «πουργατόριο», όλες οι οράσεις πυρός που εμφανίζονται στους ανθρώπους είναι κατά κάποιον τρόπο εικόνες ή προφητείες από μελλοντικές καταστάσεις. Η συγχώρηση κάθε αμαρτίας μετά το θάνατο προέρχεται αποκλειστικά από την αγάπη του Θεού, η οποία προσφέρεται εξίσου ακόμα και σε αυτούς που βρίσκονται στην κόλαση, με τη συμβολή των προσευχών των ανθρώπων και καμιά «πληρωμή» ή «εξαγορά» δεν οφείλει ο άνθρωπος για όσες αμαρτίες του έχουν συγχωρηθεί.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα γραπτά του αγ. Μάρκου πραγματεύονται κυρίως το συγκεκριμένο ζήτημα της κατάστασης των ψυχών μετά το θάνατο, και ελάχιστα την εξέλιξη των όσων συμβαίνουν στην ψυχή αμέσως μετά το θάνατο. Αυτό το τελευταίο ζήτημα πραγματεύονται πάρα πολλά κείμενα της Ορθόδοξης γραμματείας, δεν ετέθη όμως υπό συζήτησιν στην Φλωρεντία.



ΠΡΩΤΗ ΟΜΙΛΙΑ
«Τοϋ Πανιερώτατου μητροπολίτη Έφέσσου κυρ Μάρκου τοϋ Ευγενικού ’Αντίρρηση πρός τά λατινικά κεφάλαια, όπως αυτοί πρότειναν, σχετικά με τό περκατόριο (καθαρτήριο) πυρ».

’Απόδοση στη νεοελληνική

Επειδή οφείλουμε με αγάπη νά άποκριθοΰμε στά λόγια ποΰ έχουν λεχθεί από εσάς, ενώ διασώζεται ή καθ’ ημάς ευσέβεια καθώς καί τά εκκλησιαστικά, πατροπαράδοτα δόγματα, προτάσσουμε άνά κεφάλαιο καθεμία άπό τις άνησυχίες καί καταθέσεις ποΰ έχουν διατυπωθεί στις δικές σας επιστολές, γιά νά γίνει ή άπάντηση καί ή επίλυση καθεμιάς άπό τις παραπάνω εύκολα κατανοητή καί σαφής.

’Έτσι λοιπόν, έχει λεχθεί στήν άρχή της επιστολής ότι «εάν αυτοί ποΰ μετανοούν άληθινά άποβιώσουν εν άγάπη, πριν παρουσιάσουν, γιά τις άμαρτίες τους ή γιά τις πράξεις ποΰ έχουν άμεληθεΐ άπό αΰτοΰς, καρποΰς άξιους της μετάνοιάς τους, οι "ψυχές τους καθαίρονται μετά τό θάνατο, μέσω καθαρτικών τιμωριών ή υποστήριξη τών ζωντανών πιστών δηλαδή οι λειτουργίες, οι εΰχές, οι ελεημοσύνες καί τά άλλα έργα της εΰσέβειας συμβάλλουν στήν άνακοΰφιση τών ψυχών αΰτών άπό τέτοιες ποινές».

Εμείς θά άποκριθοΰμε άπέναντι σέ αΰτέςτις άπόψεις κατ’ αΰτόν τόν τρόπο. Δηλαδή, ότι ώφελοΰν, βέβαια, τοΰς κεκοιμημένους εν πίστει οι λειτουργίες, οι εΰχές καί οι ελεημοσύνες ποΰ γίνονται υπέρ αΰτών, αΰτό άλλωστε μαρτυρεί και ή συνήθεια της εκκλησίας ποΰ έχει επικρατήσει άνωθεν, έξάλλου, έχουν λεχθεί καί έχουν γραφθεί σέ διάφορους καιρούς και τόπους πολλοί καί διάφοροι λόγοι διδασκάλων, καί Λατίνων και Γραικών, πάνω σέ αυτό τό ζήτημα· τό ότι όμως άπαλλάσσονται οί ψυχές μέσω αυτών τών έπιβοηθητικών ενεργειών άπό κάποιες καθαρτικές τιμωρίες, ενώ τό πρόσκαιρο πΰρ έχει τέτοια δύναμη, δέν τό βρίσκουμε κατηγορηματικά γραμμένο, ούτε στις εύχές καί τούς ύμνους πού εκφωνούνται ή ψάλλονται υπέρ αύτών ούτε στούς λόγους τών διδασκάλων άλλά λάβαμε ώς παράδοση ότι οί ψυχές πού άνήκουν στόν άδη καί είναι παραδομένες σέ αιώνιες τιμωρίες είτε μέ έργο και προσπάθεια, είτε με βέβαια ελπίδα καί προσδοκία, βοηθοΰνται καί αύτές καί λαμβάνουν κάποια μικρή ωφέλεια, άλλά όμως ότι δέν άπαλλάσσονται τελείως άπό τήν τιμωρία καί ούτε υπάρχει καμία ελπίδα άπαλλαγής· αύτό εξάλλου δηλώνει το διήγημα τό κατά τόν μέγα Μακάριο τόν Αιγύπτιο άσκητή, στό όποιο άφοΰ ρώτησε τό κρανίο πού βρέθηκε άπό αύτόν στήν έρημο, πληροφορήθηκε, χάρη στή θεία δύναμη, άπό αύτό τά έξης καί ό μέγας Βασίλειος, στις εύχές πού άναγινώσκονται κατά τήν Πεντηκοστή, γράφει κατά λέξη αύτά:

«Αύτός πού καταδέχεται νά εισακούσει, κατά τή διάρκεια αύτής τής παντέλειας καί σωτηριώδους εορτής, ικεσίες γιά εξιλέωση υπέρ αύτών πού άνήκουν στόν άδη, παρέχοντας πολλές ελπίδες σέ εμάς, άνακούφιση σ’ αύτούς πού κατέχονται, άπό αύτούς πού τούς εξουσιάζουν δυσαρεστώντας τους» μάθετε ότι «παρηγοριά καταπέμπεται άπό εσένα». Ισχυριζόμαστε ότι οί ψυχές, οί όποιες άπαλλάχθηκαν μέ τήν πίστη καί τήν άγάπη αύτών πού είναι παρόντες στήν επίγεια ζωή, τοΰτες καθαίρονται από αυτές τις αμαρτίες ενάντια στήν ψυχρή λογική, όχι με κάποιο καθαρτήριο πΰρ ούτε με τό νά είναι εξόριστες σε κάποιον τόπο τιμωριών (αυτό, όπως είπαμε, δεν τό έχουμε λάβει ώς παράδοση άπό πουθενά), άλλά κάποιες ψυχές καθαίρονται, κατά τήν ίδια τήν έξοδο τής ψυχής άπό τό σώμα, δι’ αύτοΰ καί μόνου τοΰ φόβου, καθώς καί ό άγιος Γρηγόριος ό Διάλογος άποφαίνεται μέ σαφήνεια πώς άλλες ψυχές όμως καί μετά τήν έξοδό τους, ή καθ’ όσον παραμένουν κοντά στόν επίγειο κόσμο πριν οδηγηθούν στήν προσκύνηση τοΰ Θεού καί γίνουν άξιοι τής μακάριας κατάληξης ή καί καθ’ όσον αυτές βρίσκονται στόν άδη, όχι οπωσδήποτε σάν σέ πΰρ καί τιμωρία, άλλά σάν καθειργμένες σέ δεσμωτήριο καί φυλακή, εάν οί άμαρτίες ήταν μεγαλύτερες καί έχει γίνει δέηση γιά αΰτές γιά περισσότερο χρόνο. "Ολους αΰτοΰς πού βοηθούν οί εύχές καί οί λειτουργίες πού γίνονται υπέρ αύτών, επειδή βέβαια συντρέχει αΰτές τις ψυχές ή θεία άγαθότητα καί φιλανθρωπία καί κάποια άπό αύτά τά άμαρτήματα μετά άπό λίγο τά παραβλέπει καί τά συγχωρεϊ, όσα έχουν γίνει εξ αιτίας τής άνθρώπινης άσθένειας, καθώς καί ό μέγας Διονύσιος ισχυρίζεται στή θεωρία τοΰ μυστηρίου γιά τούς ίερώς κεκοι μη μένους, κάποια άλλα όμως άμαρτήματα, μετά άπό συγκεκριμένο ίσως χρονικό διάστημα σέ δίκαια ζυγά ή άφοΰ λύσει καί συγχωρήσει τελείως ή άφοΰ άνακουφίσει τούς ενόχους άπό τις τιμωρίες μέχρι τήν τελευταία εκείνη κρίση· καί όσον άφορά τις τιμωρίες δέ βλέπουμε νά υπάρχει καμία άνάγκη άλλου βασανιστηρίου καί διά πυρός καθάρσεως, εάν βέβαια κάποιους καθαίρει ό φόβος καί τούς άλλους ή επίγνωση τών αιωνίων βασάνων, ή οποία καταβροχθίζει κάθε δριμύτερο πΰρ, άλλους, αύτή καί μόνη ή έκπτωση άπό τή θεία δόξα και ή άγνοια γιά τό μέλλον, εάν κάποτε τήν άποκτήσουν ώς επίτευγμα. Τό ότι αυτά τά βάσανα καί οι τιμωρίες (ένν. ύφίστανται) περισσότερο άπό καθετί άλλο καί ή πείρα μάς τό φανερώνει καί ό άγιος Χρυσόστομος τό μαρτυρεί σε εμάς, σε όλες σχεδόν ή στις περισσότερες άπό τις ηθικές ομιλίες του, γράφοντας αυτά, καί ό θειος άσκητής Δωρόθεος στό λόγο τοΰ «Περί συνειδήσεως»...

Ζητούμε λοιπόν άπό τό Θεό καί πιστεύουμε ότι απαλλάσσει άπό αυτά τούς κεκοι μη μένους, καί όχι άπό κάποια άλλη τιμωρία καί άλλο πΰρ, πέρα άπό αύτά τά όποια άποτελοΰν τήν αιώνια άπειλή. Ό Θεοφάνης ό 'Ομολογητής πού ονομάζεται καί Γραπτός, επειδή σφράγισε τούς λόγους του μέ τό αιμα τοΰ μαρτυρίου, άφοΰ χαράχθηκε ή όψη του υπέρ τής είκόνος τοΰ Χριστού, μαζί μέ πολλούς άλλους μαρτυρεί ότι, εκτός αύτών, οί ψυχές των κεκοιμημένων μέσω των εύχών ελευθερώνονται άπό τήν παραμονή στόν άδη, σάν άπό κάποιο δεσμωτήριο. Αύτός λοιπόν, σέ μία προσευχή άπό τούς κανόνες γιά τούς κεκοιμημένους παρακαλεϊ γιά αύτά υπέρ αύτών: «Ελευθέρωσε, Σωτήρα, τούς δούλους σου πού βρίσκονται στόν άδη, άπό δάκρυα καί στεναγμούς». Άκοΰς; Άπό δάκρυα είπε καί άπό στεναγμούς καί όχι άπό κάποιο πρόσκαιρο πΰρ πού έχει καθαρτική δύναμη, αλλά άπό αύτό τό αιώνιο πΰρ καί άπό τήν άπέραντη κόλαση, άπό τήν οποία οί άγιοι ζητούν άπό τό Θεό νά σώσει τούς εν πίστει κεκοιμημένους, κινούμενοι άπό τή φιλανθρωπία τους καί άπό τόν οίκτο τους γιά τούς όμόφυλούς τους, επιθυμώντας καί τολμώντας τά άδύνατα. Λέει λοιπόν ό άγιος Θεόδωρος ό Στουδίτης, ομολογητής καί αύτός καί μάρτυρας τής άλήθειας στήν ίδια τήν άρχή τοΰ κανόνα γιά τούς κεκοιμημένους αύτά· «Όλοι άς παρακαλέσουμε μέ επιμονή τό Χριστό, τελώντας μνημόσυνο σήμερα γιά χάρη των νεκρών πού έχουν κοιμηθεί εδώ καί αιώνες, γιά νά τούς σώσει άπό τό αιώνιο πΰρ καί συγκεκριμένα τούς κεκοιμημένους μέ πίστη στό Θεό καί μέ ελπίδα γιά τήν αιώνια ζωή». Καί στή συνέχεια σέ άλλο τροπάριο τής πέμπτης αόδής λέει τά έξης: «Ελευθέρωσε Σωτήρα μας, όλους όσους έχουν πεθάνει μέ πίστη σέ εσένα, άπό τό πΰρ πού φλέγεται αιώνια καί άπό τό σκοτάδι στό όποιο δέν υπάρχει ίχνος φωτός, άπό τό τρίξιμο τών δοντιών, άπό τό σκουλήκι πού άδυσώπητα βασανίζει, καί άπό κάθε άλλη τιμωρία». Πού υπάρχει σ’ αύτάτό καθαρτήριο πΰρ; Καί εάν υπήρχε καθόλου, πού περισσότερο θάτό άνέφερε ό άγιος παρά εδώ; Έάν όμως οί άγιοι εισακούονται άπό τό Θεό ζητώντας αύτά, δέν πρέπει νά εξετάζουμε τό ζήτημα μέ τούς δικούς μας συλλογισμούς, άλλά θά ήταν (ένν. ορθό) νά εκφράζονται άπόψεις σύμφωνες μέ τις ιδέες εκείνων άπό αύτούς (δηλ. τούς άγιους) καί μέ τού 'Αγίου Πνεύματος, μέ τό όποιο κινούμενοι καί μιλούσαν καί έγραφαν, ομοίως όμως μέ τού Δεσπότη Χριστού πού έδωσε τήν εντολή νά προσευχόμαστε, υπέρ τών εχθρών, άφοΰ προσευχήθηκε καί γιά αύτούς πού τόν σταύρωναν καί μέ εκείνου πού έκανε αύτήν τήν κίνηση, τού πρωτομάρτυρα Στεφάνου, ενώ τόν λιθοβολούσαν. ’Όχι λοιπόν επειδή εύχόμαστε υπέρ αύτών, εισακουόμαστε, όπως θά μπορούσε νά ισχυριστεί κάποιος, άλλά επειδή εκπληρώνουμε όλη τή δική μας παράδοση. ’Ήδη έχουν είσακουσθεΐ μερικοί άπό τούς άγιους, όταν προσευχήθηκαν όχι μόνο υπέρ τών πιστών άλλά καί υπέρ τών άσεβών καί τούς έξάρπαξαν άπό τήν αιώνια κόλαση, όπως ή πρωτομάρτυς Θέκλα τήν Φαλκωνίλλα καί ό θειος Γρηγόριος ό Διάλογος, όπως ισχυρίζονται, τό βασιλιά Τραϊανό.

Μετά άπό αύτό, ύποβιβαζόμενοι, θελήσατε νά συγκροτήσετε τό δόγμα τοΰ καθαρτήριου πυρός, γιά τό όποιο μιλήσαμε, αρχικά από τό βιβλίο των Μακκαβαίων, στό όποιο λέγεται, «είναι καλό καί σωτήριο τό νά εύχεται κανείς υπέρ αυτών πού έχουν πεθάνει, γιά νά άπελευθερωθοΰν άπό τις άμαρτίες τους»· έπειτα άπό τό κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, στό όποιο ό Σωτήρας λέει ότι «δέ θά συγχωρεθοΰν οί άμαρτίες σέ αυτόν πού έχει βλασφημήσει τό "Αγιο Πνεύμα, οΰτε σέ αυτή τή ζωή οΰτε στή μέλλουσα», επειδή ύφίσταται ή άφεση καί στή μέλλουσα ζωή."Οτι όμως αυτά μέ κανέναν τρόπο δέν εισάγουν τό καθαρτήριο πΰρ, είναι ήλιου φαεινότερον διότι τί κοινό υπάρχει άνάμεσα στήν άφεση καί στήν κάθαρση, μέσω τής φωτιάς καί τής κόλασης; Έάν λοιπόν ή άφεση παραχωρεϊται μέσω ευχών ή άπό αυτή καί μόνη τή θεία φιλανθρωπία, τότε δέν υπάρχει πλέον άνάγκη κόλασης καί κάθαρσης· έάν όμως έχουν οριστεί ή κόλαση καί ή κάθαρση (γιατί τοΰτα έγιναν γιά αυτά, καί θά ήταν άσκοπα, έάν δέν καθαίρονταν μέσω αυτών), μάταια, όπως φαίνεται, γίνονται οί ευχές καί υμνούμε τή θεία φιλανθρωπία. Επομένως το καθαρτήριο πΰρ μέ κανένα τρόπο δέν είσάγεται μέ αυτά τά λόγια παρά άναιρεΐται· ή άφεση λοιπόν γι’ αυτές τις άμαρτίες χορηγείται όπως άκριβώς (ένν. θά χορηγείτο) άπό κάποια βασιλική έξουσία καί φιλανθρωπία, άλλά όχι μέ άπαλλαγή άπό τήν κόλαση ή τήν κάθαρση.

Τό τρίτο στοιχείο, τό όποιο έχει ληφθεΐ άπό τήν πρώτη έπιστολή τοΰ μακαρίου Παύλου πρός τούς Κορινθίους, όπου μιλά σχετικά μέ αυτόν πού οικοδόμησε πάνω στό θεμέλιο, ό όποίος είναι ό Χριστός, «χρυσάφι, άσήμι, πολυτίμους λίθους, ξύλα, χορτάρι, καλάμια» καταλήγει· «καί ή Ημέρα θά τό φανερώση, διότι ή ή μέρα έκείνη άποκαλΰπτεται μέ φωτιά καί ή φωτιά θά δοκιμάση τί είδους έργον έκανε ό καθένας. Έάν τό έργον που έκτισε ένας μείνη, αυτός θά άνταμειφθή. Έάν κάποιου τό έργον καή, θά ύποστή ζημίαν, ό ίδιος όμως θά σωθή, άλλά κατά τέτοιον τρόπον όπως σώζεται κανείς άπό πυρκαϊάν». Τό τρίτο στοιχείο, λοιπόν, δίνει τήν εντύπωση ότι εισάγει τό καθαρτήριο πΰρ περισσότερο άπ’ όλα, στήν πραγματικότητα, όμως, περισσότερο άπό όλα τά άλλα τό άναιρεΐ. Πρώτον, επειδή ό θειος άπόστολος τό άποκάλεσε δοκιμαστικό καί όχι καθαρτικό· έπειτα καί τά άγαθά άπό τά έργα, άκόμη καί τά πιό τίμια, όρισε ότι μέσα άπό τό (ένν. δοκιμαστικό) πΰρ θά περάσουν, αυτά όμως είναι φανερό ότι δέν έχουν άνάγκη καμία κάθαρση· έπειτα αυτοί πού φέρουν τά πονηρά έργα, ενώ εκείνα θά κατακαίγονται, λέει ότι θά ζημιωθούν αύτοί πού καθαίρονται μέ τό νά μή ζημιώνονται σέ τίποτα, κερδίζουν πολλά· έπειτα κατά τήν ήμέρα εκείνη, δηλαδή τής κρίσεως, καί τής μελλοντικής ζωής, τά ίδια ισχυρίζονται ότι θά γίνουν γιατί υποστηρίζουν ότι ή ήμέρα θά φανερώσει (ένν. τά έργα), επειδή θά άποκαλυφθεϊ μέσα σέ φωτιά. Τότε, όμως, τό νά τίθεται τό καθαρτήριο πΰρ μετά τή φοβερά εκείνη παρουσία τού Κριτή καί τήν τελευταία άπόφαση δέν είναι μήπως πάρα πολύ ή καί φορτικό; Διότι, ούτε τίποτα τέτοιο παραδίδει σέ εμάς ή Γραφή, άλλά Αύτός είναι πού πρόκειται νά μάς κρίνει. Λέει ότι «αύτοί θά πάνε στήν αιώνια κόλαση ενώ οί δίκαιοι στήν αιώνια ζωή», καί πάλι· «Θα πορευθοΰν αύτοί πού έπραξαν τά άγαθά στήν άνάσταση τής ζωής, αύτοί όμως πού έπραξαν τά φαύλα στήν άνάσταση τής κρίσεως», δέν άφήνει κανένα χώρο πουθενά στή μέση· καί άφοΰ διαίρεσε δλους τούς κρινόμενους σε δΰο μοίρες καί έστησε τούς μεν από τά δεξιά καί τούς δε από τά αριστερά καί άποκάλεσε τούς μεν πρόβατα, τούς δε ερίφια καί άπηΰθυνε τό λόγο τό ίδιο καί στις δΰο πλευρές, πουθενά δέ φανέρωσε τρίτους, που νά οφείλουν νά καθαρθοΰν μέσω τοΰ πυρός εκείνου. Εκείνο μοιάζει λοιπόν ότι είναι τό πΰρ που στόν άπόστολο τό έχουμε δει, γιά τό όποιο καί ό προφήτης Δαυίδ μιλά. «Πΰρ ενώπιον του θά καίεται, καί γΰρω του σφοδρή καταιγίδα (ένν. θά μαίνεται)». Καί πάλι «Πΰρ ενώπιον του θά προπορεύεται καί θά φλογίζει γΰρω άπό τούς εχθρούς του». Αΰτό λοιπόν τό πΰρ αΰτοΰς πού είναι άγιοι, επειδή δέ φέρουν κανένα έργο καί γνώρισμα κακίας, θά τούς καταστήσει λαμπρότερους, άφοΰ δοκιμασθοΰν όπως τό χρυσάφι στήν κάμινο ή όπως λένε ότι είναι ή άμόλυντος λίθος, ή οποία, ενώ κείτεται μέσα στή φωτιά καί δίνει τήν εντύπωση ότι θά άπανθρακωθεϊ, άφοΰ εξαιρεθεί άπό τό πΰρ, γίνεται καθαρότερη σάν νά λαμπρύνθηκε μέ νερό, όπως ήταν καί τά σώματα των τριών άγιων παίδων μέσα στή βαβυλώνια φλόγα· οί άμαρτωλοί, όμως, πού οί πράξεις τους, τους οδηγούν στήν κακία (ένν. θά γίνουν) σάν εύφλεκτη ύλη στή φωτιά εκείνη, πού άφοΰ τούς περιαδράξει, θά άνάψει γρήγορα, θά κατακαύσει καί στό τέλος θά άφανίσει τό έργο τους ή τήν πονηρή διάθεσή τους ή (ένν. κάποια) ένέργειάτους καί αύτούς θά τούς ζημιώσει γιά αύτά πού έφεραν πάνω τους, δηλαδή τά πονηρά φορτία τους, όμως, θά τούς σώσει. Αύτό σημαίνει ότι στό έξης θά τούς κατέχει καί θά τούς φυλά χωρίς νά χάνονται έξαιτίας τής πονηριάς τους.


Ό θειος πατέρας Χρυσόστομος, (ό όποίος χαρακτηρίζεται άπό έμάς ώς στόμα τοΰ Παύλου, όπως καί έκεϊνος ήταν στόμα Χριστού), άποδίδει αύτήν τήν έξήγηση στό συγκεκριμένο απόσπασμα, ερμηνεύοντας την επιστολή, τήν οποία έχει υπαγορεύσει ό ίδιος ό Παύλος, όταν έγινε ορατός, μέσω οπτασίας, στόν Πρόκλο, τό μαθητή καί διάδοχο τού θρόνου του, αφού εξέδωσε (ένν. ό άγιος Ιωάννης) ιδιαίτερο λόγο πάνω σε αύτή καί μόνη τή ρήση, γιά νά μή μιλήσουν σαγηνευτικά γιά τό δικό τους φρόνημα όσοι άσπάζονται τις άπόψεις τού ’Ωριγένη, οί όποιοι μοιάζουν νά συμφωνούν περισσότερο (ένν. μαζί του) παρά εσείς. Αύτοί λυμαίνονται τήν εκκλησία, είσάγοντας στό τέλος τήν τέλεια άποκατάσταση των άμαρτωλών άπό τήν κόλαση. Ό άγιος ’Ιωάννης ό Χρυσόστομος λέει πώς «θά σωθεί ό άμαρτωλός σάν άπό φωτιά», πράγμα πού σημαίνει ότι θά παραμένει τιμωρούμενος στό πΰρ καί δέ θά χάνεται μέ τά πονηρά έργα και διαθέσεις του. Γι’ αύτό τό πΰρ μιλά καί ό μέγας Βασίλειος στά ’Ηθικά του, εξηγώντας εκείνο τό άπόσπασμα τού ψαλμοΰ· «Φωνή Κυρίου, ό όποίος διακόπτει τή φλόγα τού πυράς», δηλαδή ότι τό πΰρ πού έχει ετοιμαστεί στήν κόλαση γιάτό διάβολο καί τούς άγγέλους του διακόπτεται μέ τή φωνή τού Κυρίου, γιά νά άπομείνει, άφοΰ υπάρχουν δύο δυνάμεις, ή καυστική καί ή φωτίζουσα, τό μέν δριμύ καί κολαστικό τής φωτιάς σέ αύτούς πού είναι άξιοι τής καύσης καί γιά νά άπονεμηθεΐ αύτό πού φωτίζει καί λαμπρύνει στή φαιδρότητα αύτών πού εύφραίνονται. Φωνή τού Κυρίου λοιπόν, ό όποίος διακόπτει καί διανέμει τή φλόγα τού πυράς, όπως φαίνεται ότι είναι άπό τή μία πλευρά τό πΰρ τής κόλασης χωρίς λάμψη, ενώ ότι παραμένει άπό τήν άλλη πλευρά τό φως τής άναστάσεως άκαυστο. Επομένως, όπως φαίνεται, αύτή ή διακοπή καί ή διαίρεση εκείνου τού πυράς γίνεται γιά νά φανούν τά λαμπρά καί φωτεινά άπό τά έργα λαμπρότερα δι’ αύτοΰ, καθώς διέρχεται μέσα άπό όλα κατά τόν ίδιο τρόπο.

Στή συνέχεια γιά νά κατασταθοΰν αυτοί πού τά διέπραξαν κληρονόμοι φωτός καί γιά νά άπολαύσουν τοΰτο τόν αιώνιο μισθό. Επίσης γιά νά διασωθούν άπό χειρότερη άπώλεια όσοι διέπραξαν φαύλες πράξεις καί άξιες γιά τό καυστικό πΰρ, ζημιούμενοι μέ τήν άποβολή τους, παραμένοντας συνεχώς μέσα στή φωτιά (αυτό σημαίνει λοιπόν καί ή φωνή πού είναι πρόξενος τής σωτηρίας) γιά νά μή νομίσουν ότι έξαιτίας τής φθοροποιού φύσης τού πυρός θά χαθούν μία φορά γιά πάντα. ’Ακολουθώντας αύτές τις άπόψεις καί πολλοί, άλλοι άπό τούς διδασκάλους πού είναι κοντά μας, έχουν άντιληφθεϊ αύτό τό ρητό ενάντια σέ αύτήν τή γνώση. Έάν, όμως, κάποιος εξήγησε μέ άλλον τρόπο αύτό καί κατανόησε τή σωτηρία ώς άπαλλαγή άπό τήν κόλαση, καί τόν καθαρισμό ώς διέλευση μέσα άπό τό πΰρ, φαίνεται ότι τό παρανόησε εντελώς, έάν πρέπει νά τό πει κάποιος αύτό· καί δέν είναι καθόλου άξιο άπορίας, όντας άνθρωποι, πού πολλοί άπό τούς διδασκάλους φαίνεται ότι εξηγούν μέ ποικίλους τρόπους τά ρητά τής Γραφής, χωρίς όμως νά φθάνουν όλοι όμοια στήν άκρίβεια. Διότι δέν είναι δυνατόν νά εφαρμόζει κανείς τήν ίδια ρήση πού έχει άποδοθεϊ σέ διάφορες έννοιες, πρός όλες κατά τόν ίδιο τρόπο. ’Αλλά εμείς πρέπει, όταν διαλέγουμε τις κυριότερες καί τις περισσότερο σύμφωνες μέ τά εκκλησιαστικά δόγματα ρήσεις, τις υπόλοιπες νά τις επανεξετάζουμε. Δέ θά στραφούμε λοιπόν, άκόμα καί αν ό Αύγουστίνος άποδώσει αύτή τήν εξήγηση ή καί ό Γρηγόριος ό Διάλογος ή καί άλλος άπό τούς διδασκάλους πού είναι κοντά σας· γιατί άπό αύτήν (ένν. τή στάση) είσάγεται όχι τόσο τό καθαρτήριο πρόσκαιρο πΰρ, παρά τό δόγμα τού Ώριγένους,καθώς πρεσβεύει την τέλεια αποκατάσταση των ψυχών καί τή λύτρωση από τήν κόλαση, μέσω εκείνου τού πυρός, όπως άνακηρύχθηκε ώς κοινός όλεθρος γιά τήν εκκλησία, αναθεματίσθηκε από τήν Πέμπτη 'Αγία Οικουμενική Σύνοδο καί απελάθηκε τελείως.

Καί πάνω σέ αύτά τά ζητήματα έχει λεχθεί άπό εσάς ότι «είναι φανερό πώς (ένν. υπάρχει) ή άλήθεια πού έχει προλεχθεϊ κατά τό λόγο τής θείας δικαιοσύνης, ή οποία δέν άφήνει τίποτα πού γίνεται άτάκτως άτιμώρητο, καί γι’ αύτό είναι άνάγκη όσοι δέν τιμωρήθηκαν εδώ, ούτε στόν ούρανό ούτε στόν άδη νά τιμωρηθούν, ή ψυχή (ένν. αύτών) έγκαταλείπεται λοιπόν σέ άλλο τόπο πού είναι προσδιορισμένος, όπου πρέπει νά γίνεται αύτή ή κάθαρση, μέσω τής οποίας ό καθένας, άφοΰ γίνει καθαρός, άνάγεται άμέσως στήν ούράνια άπόλαυση.

Απέναντι σέ αύτό ισχυριζόμαστε τά εξής καί προσέξτε πόσο άπλά καί δίκαια είναι. Ή άφεση των άμαρτιών είναι όμολογουμένως καί άπαλλαγή άπό τήν κόλαση πού επιβάλλεται έξαιτίας αύτών γιατί κάποιος άπελευθερώνεται άπό αύτές, συγχρόνως όμως, ελευθερώνεται άπό τήν κόλαση πού οφείλεται σέ αύτές. Αύτή (ένν. ή άπελευθέρωση) χορηγείται μέ τρεις τρόπους καί σέ διάφορα χρονικά διαστήματα, κατά τόν καιρό τού βαπτίσματος καί μετά τό βάπτισμα, μέσω τής έπιστροφής καί τού πένθους καί τής άντιπροσφορας άγαθών έργων στή παρούσα ζωή, καί μετά τό θάνατο μέσω εύχών καί άγαθοεργιών, καί όσων άλλων πέρα άπό αύτά έπιτελεΐ ή έκκλησία γιά τούς κεκοιμημένους. Ή πρώτη άφεση λοιπόν είναι γιά όλους χωρίς μόχθο, κοινή καί ισότιμη, όπως ή διάχυση τού φωτός καί ή θέα τού ήλιου καί οί άλλαγές των ώρων διότι είναι μόνο χάρισμα καί τίποτα περισσότερο και δέν απαιτεί τή δική μας πίστη. Ή δεύτερη, όμως, είναι επίπονη, όπως κάποιος «ό όποίος λούζει τήν κλίνη του καί τό στρώμα του κάθε νύχτα με δάκρυα»· στον όποιο μυρίζουν άσχημα οί μώλωπες τής κακίας καί πενθώντας καί σκυθρωπάζοντας πορεύεται καί μιμείται τήν επιστροφή τών Νινευιτών καί τήν ελεημένη ταπείνωση τού Μανασσή. Ή τρίτη είναι καί αύτή επίπονη (άφοΰ έχει συνδεδεμένη τή μετάνοια, τή συνείδηση πού τύπτει καί τήν άποτυχία γιά τά άγαθά έργα πού δεν έγιναν, ή οποία προκαλεϊ οδύνη), δεν είναι άναμεμειγμένη με τήν κόλαση, εάν βέβαια υπάρχει άφεση· διότι δέν είναι δυνατό νά συνυπάρχουν ή άφεση μέ τήν κόλαση. Ή πρώτη καί ή τρίτη άφεση έχουν τό περισσότερο μέρος τής χάριτος τού Θεού, καθώς συμβάλλουν καί οί εύχές καί είναι μικρή ή δική μας εισφορά' ή μεσαία, άντίθετα, έχει λίγη χάρη καί χρειάζεται περισσότερη δική μας εργασία. Διαφέρει, όμως, ή πρώτη άπό τήν τελευταία άφεση, καθόσον αύτή χορηγείται όμοια γιά όλες τις άμαρτίες. Ή τρίτη άφεση άντιδιαστέλλεται άπό τήν πρώτη μέσω τών μή θανάσιμων άμαρτιών, καί αύτών γιά τις όποιες ό καθένας μετανόησε κατά τή διάρκεια τής ζωής του. Αύτά φρονώντας ή εκκλησία τού Θεού, ζητώντας τήν άφεση γιά τούς κεκοιμημένους καί έχοντας τήν πεποίθηση ότι χορηγείται, δέν ορίζει καμία τιμωρία γιά αύτούς, γνωρίζοντας ότι ή θεία άγαθότητα υπερνικά τό λόγο τής δικαιοσύνης σ’ αύτές τις περιπτώσεις.


ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΙΛΙΑ:

«Του σοφιωτάτου Μάρκου του Ευγενικού πρός Λατίνους

Ημείς ούτε τους δικαίους άπειληφέναι τελέως τον ίδιον κλήρον φαμεν καί τήν μακαρίαν εκείνην κατάστασιν, προς ήν εντεύθεν διά των έργων εαυτούς παρεσκεΰασαν, ούτε τούς αμαρτωλούς αύτίκα μετά τον θάνατον εις τήν αιώνιον άπάγεσθαι κόλασιν, έν ή βασανισθήσονται άϊδίως, άλλ’ άμφω ταϋτα μετά τήν έσχάτην εκείνην ήμέραν τής κρίσεως καί τήν άνάστασιν πάντων άναγκαίως γενήσεσθαι' το δέ νϋν έχον, είναι μέν έκατέρους έν τοΐς προσήκουσι τόποις, τούς μέν άνετους πάντη καί έλευθέρους έν τε τω ούρανω μετά των άγγέλων καί παρ’ αύτω τω Θεω, καί δή κάν τω παραδείσω, ού έξέπεσε μέν ό Αδάμ, άντεισήχθη δέ προ των άλλων ο εύγνώμων ληστής, καί ήμΐν δέ έκάστοτε έπιχωριάζειν, έν οίς τιμώνται ναοΐς, καί των έπικαλουμένων αύτούς έπακούειν καί ύπέρ αύτών τω Θεω πρεσβεύειν, έξαίρετον τούτο γέρας παρ’ αύτοϋ είληφότας, καί διά των οικείων λειψάνων θαυματουργεΐν, καί μήν καί τής μακαρίας άπολαύειν τού Θεού θεωρίας καί τής έκεΐθεν έκπεμπομένης αίγλης τελεώτερόν τε καί καθαρώτερον ή πρότερον έν τω βίω τυγχάνοντας· τούς δ’ έναντίους αύθις έν τω αδη κατακεκλεισμένους ύπάρχειν εν σχοτεινοϊς χαί εν σχια θανάτου χαί εν λάχχω χατουτάτω. καθά φησίν ο Δαυίδ, καί ο ’Ιώβ πάλιν εις γην σχοτεινην χαί γνοφεράν, εις γην σκότους αίωίου. ου ουκ εστι φέγγος., ούδε όράν ζωην Κρότων καί τούς μέν έν εύφροσύνη πάση και θυμηδία διάγειν, προσδοκώντας ήδη καί μόνον ουκ έν χερσίν έχοντας τήν έπηγγελμένην αύτοΐς βασιλείαν καί τα απόρρητα αγαθά' τους δέ τουναντίον έν στενοχώρια πάση καί άπαραμυθήτίρ λύπη, καθάπερ τινάς καταδίκους έκδεχομένους τήν άπόφασιν τοϋ κριτού καί τάς βασάνους έκείνας προορωμένους ούτε δέ τήν κληρονομιάν τής βασιλείας έκείνους άπολαβεΐν καί «ά οφθαλμός ουκ είδεν, ούτε ούς ήκουσεν, ούτε νους ανθρώπου ένετυπώσατο αγαθά», ούτε τούτους ταΐς αίωνίοις ήδη παραδεδόσθαι βασάνοις καί έν άσβέστω πυρί κατακαίεσθαι. Καί τούτο παρά τε τών πατέρων ήμών άνωθεν παραδεδομένον έχομεν καί έξ αυτών τών θείων γραφών παραστήσαι ραδίως δυνάμεθα.
Δήλον ούν έκ τούτων άπάντων, ώς οσα τινές τών άγιων δι’ οπτασίας καί άποκαλύψεως είδον περί τής μελλούσης κολάσεως καί τών έν αύτή άσεβών καί άμαρτωλών, σκιαγραφίαι τινές τών μελλόντων ήσαν καί οίον διατυπώσεις, άλλ’ ούκ ήδη παρόντα καί ένεργούμενα πράγματα, καθάπερ ό Δανιήλ τήν μέλλουσαν κρίσιν έκείνην προφητικώς διαγράφων, εθεώρουν φησίν έως ου θρόνοι ετεθησαν, καί κρυπτιον εκάθισε, καί βίβλοι ηνεωχθησαν, καί τα καί τα γέγονε' δήλον γάρ ώς ού γέγονε ταϋτα, τώ δέ προφήτη πνευματικώς προεδείκνυτο.
Έπί τούτοις τάς παρ’ ύμών είρημένας χρήσεις έκ τε τής τών Μακκαβαίων βίβλου καί τοϋ Εύαγγελίου θεωρούντων ήμών, άπλώς τε καί φιλαλήθως είπόντων, μηδεμίαν έν αύταΐς έμφαίνεσθαι κόλασιν, ούτε μήν κάθαρσιν, άλλ’ ή μόνον άμαρτιών άφεσιν, διαίρεσίν τινα θαυμαστήν ύμεΐς έποιήσασθε, πάσαν άμαρτίαν είπόντες εις τε τήν πρόσκρουσιν αύτήν τοϋ Θεού διαιρεΐσθαι καί τήν έπακολουθούσαν αύτή τιμωρίαν ών τήν μέν πρόσκρουσιν άφίεσθαι μετά τήν συντριβήν καί άποκήρυξιν τού κακού, τήν δέ ένοχήν τής τιμωρίας όφείλεσθαι πάντως, ώς άνάγκην είναι έκ τούτου τού λόγου τούς άφιεμένους τών άμαρτιών έτι καί δι’ αύτάς κολάζεσθαι. Ταύτα μέν ούν ότι τοΐς έναργέσι καί όμολογουμένοις μάχονται, λέγειν έώμεν ούτε γάρ βασιλείς όρώμεν μετά το δούναι τήν αμνηστίαν καί άφεσιν ετι καί κολάζοντας τους ήμαρτηκότας, ούτε Θεόν αυτόν πολλω μάλλον, ω πολλών οντων των γνωρισμάτων, φιλανθρωπία έστί το εξαίρετου, άλλά μετά μέν τήν άμαρτίαν κολάζοντα, μετά δέ τήν άφεσιν ευθύς καί τήν κόλασιν λΰοντα. Καί τοϋτο εικότως' εί γάρ τό προσκροϋσαι Θεω ποιεί τήν κόλασιν, τοϋ αιτίου λυθέντος καί τής καταλλαγής γενομένης, καί τό αίτιατόν, οπερ έστίν ή κόλασις, εξ άνάγκης συνδιαλέλυται.

Απόδοση στη νεοελληνική ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΙΛΙΑ:

«Δεύτερη ’Απολογία πρός τούς Λατίνους, τού σοφότατου καί λογιότατου κυρ. Μάρκου τού Ευγενικού, στην όποια εκτίθεται καί ή άληθινή δόξα τής ’Εκκλησίας των Γραικών».


Εμείς δεν ισχυριζόμαστε ούτε ότι οι δίκαιοι απολαμβάνουν τελείως τόν δικό τους κλήρο καί εκείνη τή μακάρια κατάσταση τήν οποία προετοίμασαν γιά τούς εαυτούς τους άπό τήν παρούσα ζωή ούτε ότι οι άμαρτωλοί άμέσως μετά τό θάνατο οδηγούνται στήν αιώνια κόλαση, στήν οποία θά βασανίζονται άδιαλείπτως, άλλά ότι αύτά, καί τά δύο, θά γίνουν υποχρεωτικά μετά τήν έσχατη ήμερα τής Κρίσεως καί τήν ’Ανάσταση όλων των άνθρώπων. Αύτό πού συμβαίνει τώρα, είναι τό ότι καί οι μέν καί οι δέ βρίσκονται στούς κατάλληλους τύπους, κάποιοι ζώντας άκοπα σέ όλα και ελεύθεροι στον ουρανό, μαζί με τούς αγγέλους καί κοντά στό Θεό καί μάλιστα στόν παράδεισο, άπ’ όπου έξέπεσε ό Άδάμ άλλά είσήχθη στή θέση του, πριν άπ’ όλους, ό εύγνώμων ληστής, καί ζοΰν έκάστοτε κοντά σέ εμάς, στούς ναούς όπου τιμώνται, εισακούουν άυτούς πού τούς επικαλούνται, πρεσβεύουν υπέρ αύτών στό Θεό, άφού έχουν λάβει αύτή τήν εξαιρετική τιμή άπό αύτόν, θαυματουργούν μέσω των λειψάνων τους καί άπολαμβάνουν τή μακάρια θεωρία τού Θεού καί τή δόξα πού έκπέμπεται άπό αύτόν, περισσότερο τέλεια καί καθαρά παρά προηγουμένως, στην επίγεια ζωή, αν τούς συνέβη νά βιώσουν αύτήν την εμπειρία. "Οσοι πάλι έχουν λάβει τήν άντίθετη μοίρα, κλεισμένοι στόν άδη, βρίσκονται σέ μέρη κατασκότεινα καί ζοΰν στή σκιά τού θανάτου καί στόν κατώτατο λάκκο, όπως λέει ό Δαυίδ καί άλλου πάλι ό Ίώβ «σέ γη σκοτεινή καί ζοφερή, σέ γη αιωνίου σκότους όπου δέν υπάρχει φέγγος ούτε μπορεί νά δει κανείς τή ζωή των θνητών». Καί οι μέν συμβαίνει νά ζοΰν μέσα σέ κάθε εύφροσύνη καί ίλαρότητα προσδοκώντας, χωρίς μόνο νά ζοΰν εκείνη τή στιγμή, τή βασιλεία πού τήν έχει ύποσχεθεϊ ό Κύριος καί τά άπερίγραπτα άγαθά. Άντιθέτως όμως, οί άλλοι (ένν. συμβαίνει νά ζοΰν) μέσα σέ κάθε στεναχώρια καί άπαρηγόρητη θλίψη, όπως κάποιοι κατάδικοι οί όποιοι δέχονται τήν άπόφαση τού δικαστή καί τά βάσανα πού έχουν προβλεφθεΐ· ή θέση εκείνων είναι ούτε νά λαμβάνουν τήν κληρονομιά τής βασιλείας καί «αύτά πού οφθαλμός δέν είδε, ούτε αύτί ακούσε, ούτε νους άνθρώπου ένετύπωσε άγαθά», ούτε νά παραδίδονται στά αιώνια βάσανα καί νά κατακαίγονται σε άσβεστη φωτιά. Καί αύτήν την επίγνωση άνωθεν, άπό τούς πατέρες μας έχουμε λάβει ώς παράδοση καί άπό αύτές τις θείες γραφές μπορούμε εύκολα νά τήν έκφράσουμε.

Είναι φανερό, λοιπόν, απ’ όλα αυτά, όπως καί από όσα κάποιοι άπό τούς άγιους είδαν με οπτασίες καί άποκαλύψεις γιά τή μέλλουσα κόλαση καί τή θέση των άσεβών καί άμαρτωλών σε αυτή, ότι αυτά ήταν κάποιες σκιαγραφίες των μελλόντων, καί, κατά κάποιον τρόπο, προτυπώσεις, άλλά δεν είναι καταστάσεις πού ήδη συμβαίνουν καί βρίσκονται εν ένεργεία, όπως διαγράφει ό Δανιήλ προφητικά εκείνη τή μελλοντική κρίση «έβλεπα, λέει, μέχρι ποιό σημείο τοποθετήθηκαν οί θρόνοι, καί δικαστήριο ξεκίνησε, καί βιβλία άνοιξαν καί έγιναν τά έξης». Είναι εμφανές ότι δέν έχουν γίνει άκόμα αύτά, άλλά στόν προφήτη πνευματικά φανερώθηκαν.

Σχετικά μέ αύτά τά ζητήματα, οί απόψεις πού έχουν λεχθεί άπό εσάς καί προέρχονται άπό τό βιβλίο των Μακκαβαίων καί τό Ευαγγέλιο, κατά τή δική μας μελέτη, άπλά καί μόνο γιά νά πούμε τήν άλήθεια, δέ φανερώνεται σέ αυτές (δηλ. στις συγκεκριμμένες περικοπές) καμία κόλαση ούτε βέβαια κάθαρση, παρά μόνο άφεση άμαρτιών. Εσείς δημιουργήσατε αυτήν τήν άξια άπορίας διαίρεση, λέγοντας ότι κάθε άμαρτία σ’ αυτή τήν πρόσκρουση μέ τό Θεό διαιρείται, καί τήν άκολουθεΐ τιμωρία· αυτών των όποιων ή πρόσκρουση μέ τή συντριβή καί τήν άποκήρυξη του κακού συγχωρεΐται καί ή ένοχή τής τιμωρίας οφείλεται πάντως, σάν νά είναι άνάγκη αυτοί στούς οποίους έχουν συγχωρεθεΐ οί άμαρτίες νά τιμωρούνται γι’ αυτό τό λόγο άκόμα γιά αυτές. Αύτά, λοιπόν, επειδή μάχονται τά φανερά καί τά παραδομένα σέ εμάς, δέν τά λογαριάζουμε διότι ούτε βασιλείς βλέπουμε νά τιμωρούν αύτούς πού έχουν άμαρτήσει, άφού έχουν χορηγήσει τήν άμνηστεία καί τήν άφεση, ούτε πολύ περισσότερο τό Θεό, στόν όποιο ενώ είναι πολά τά γνωρίσματά του, ή φιλάνθρωπία είναι τό πιό εξαιρετικό, αλλά (ένν. αντίθετα τόν βλέπουμε) μετά τήν άμαρτία νά τύπτει παιδαγωγικά, καί μετά τήν άφεση άμέσως νά παύει τήν παιδαγωγία. Και αύτό γίνεται εύλογα εάν τό νά προσκρούει κανείς στό Θεό δημιουργεί τό παιδαγωγικό ράπισμα, όταν παύσει τό αίτιο καί όταν έπέλθει άλλαγή στή συμπεριφορά τού άνθρώπου, τότε καί τό αίτιατό, όπως είναι καί ή τιμωρία, εξ άνάγκης λύεται καί αύτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου