Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

ΙΖ’ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, ΕΝ ΤΗ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ‐ ΑΛΗΘΕΙΑ


Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Οψώμεθα τόν Θεόν καθώς εστί

ΙΖ’ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, ΕΝ ΤΗ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ‐ ΑΛΗΘΕΙΑ

Πας άνθρωπος – οιοσδήποτε και εάν είναι, οπουδήποτε και εάν ζη, οιανδήποτε θέσιν και εάν κατέχη, πεπαιδευμένος ή απαίδευτος, πλούσιος ή πένης, επιφανής ή παντελώς άσημος, εν νεότητι, εν ωρίμω ηλικία ή εν γήρατι, εν ημέραις χαράς ή συμφοράς – προβληματίζεται «εκ βαθέων» και μετ’ εντάσεως, ή ακροθιγώς, επί του νοήματος της ζωής και θέτει προ εαυτού το ερώτημα: Τί εστιν αλήθεια; Προ δεκα‐εννέα περίπου αιώνων ο Πιλάτος απηύθυνε ψυχρώς εις τον Χριστόν το ως άνω ερώτημα. Το περιεχόμενον και το πνεύμα της ερωτήσεως, και όταν εισέτι η διατύπωσις είναι η αυτή, είναι δυνατόν να διαφέρουν ριζηδόν. Εν τη περιπτώσει του Πιλάτου εξεδηλώθη ο σκεπτικισμός του μέσου ρωμαίου φιλοσόφου. Θέσας ούτος το ερώτημα, «τί εστιν αλήθεια», εξήλθε προς τους Ιουδαίους μη αναμένων απάντησιν παρά του Χριστού. Ήτο πεπεισμένος ότι ικανοποιητική απάντησις εις το ερώτημα τούτο εν γένει δεν υπάρχει. Υποθέτω ότι και εν ταις ημέραις ημών η συντριπτική πλειονότης των ανθρώπων ίσταται ουχί υψηλότερον του επιπέδου της σκέψεως του Πιλάτου και οικοδομεί την γηΐνην ύπαρξιν αυτής ουχί επί τον βράχον της πίστεως, αλλά επί την άρνησιν της δυνατότητος μεταθανατίου τινός υπάρξεως. Τί εστιν Αλήθεια; Υπάρχει άρα γε εν γένει; Πριν ή γνωρίσωμεν αυτήν εντός ημών υπάρχει θετική τις απάντησις, ως διαίσθησις, ότι άνευ αυτής θα ήτο αδύνατον και αυτό τούτο το Είναι. Η αλήθεια δεν τεκμηριούται επαγωγικώς δια λογικών αποδείξεων, αλλά η οντότης αυτής είναι δι’ ημάς αναμφισβήτητος, διότι εδόθη ως άμεσος γνώσις, ήτις μεταβάλλει πάσαν την σκέψιν ημών· εκτός της συνειδήσεως ταύτης θα ήτο αδύνατος εν γένει η διαλεκτική, στόχος της οποίας είναι πάντοτε η ανεύρεσις της αληθούς λύσεως. Επί ποίου επιπέδου τίθεται το ερώτημα τούτο; Ενταύθα συναντώμεν αναρίθμητον πλήθος απόψεων. Θέτοντες κατά μέρος πάντα τα λοιπά, θα εξετάσωμεν το επίπεδον εκείνο, όπερ αντιστοιχεί εις την περί του Ανθρώπου ιδέαν ημών. Ο Άνθρωπος εκ της φύσεως αυτού δεν δύναται να μείνη εις το μέσον της οδού: Οφείλει να φθάση εις το τέλος:


Έχει υπ’ όψιν την Πρώτην‐Αλήθειαν, την κειμένην εις θεμέλιον παντός ό,τι υπάρχει. Τι είδους είναι η Πρώτη και Εσχάτη αύτη Αλήθεια, η τα πάντα περιπτυσσομένη και αιωνίως αναλλοίωτος; Ιδού το μόνον ερώτημα του οποίου «εστί χρεία» (βλ. Λουκ. ι’ ). Εν τω μέτρω κατά το οποίον υφιστάμεθα εν τη επιγείω ημών υπάρξει αποτυχίας, διαψεύσεις των ελπίδων ημών, προσβολάς, απωλείας ηγαπημένων προσώπων, άτινα αρπάζονται υπό του θανάτου εις το άγνωστον του «μηδενός», εν τω μέτρω κατά το οποίον ζώμεν την πτώσιν πολλών ειδώλων της γης – επιστήμης, φιλοσοφίας, τέχνης, ανθρωπισμού, πολιτικής –, αυξάνει εν ημίν η ανέκφραστος δια λόγου προσδοκία εκείνου, όπερ παραμένει αμετάθετον. Πεπεισμένος δια την ανεπάρκειαν πασών των ανθρωπίνων προσπαθειών προς επίτευξιν της ποθουμένης υφ’ ημών αιωνίου Αληθείας, ούτως ώστε να ταυτισθώμεν μετ’ Αυτής, να έχωμεν Αυτήν ως προσωπικήν ημών κληρονομίαν, εστράφην εις προσευχήν, κατ’ αρχάς μη χριστιανικήν, τύπου υπερβατικού διαλογισμού της Άπω Ανατολής. Παρήλθον περί τα επτά έως οκτώ έτη, ότε «μετά μεγάλης δυνάμεως» κατενόησα την πλάνην της οδού ταύτης. Εις το πνεύμα μου απεκαλύφθη Εκείνος, Όστις είπεν: «Εγώ ειμι η Αλήθεια» (Ιωάν. ιδ’ 6). Ώ, η φωτοφόρος αύτη στιγμή, ήτις εξήγαγεν εμέ εκ του άδου του θανατηφόρου σκότους! Ησθανόμην δι’ όλης της υπάρξεώς μου ότι εισήλθον εις την ασφαλή οδόν. Όσον όμως μεγαλοπρεπής και εάν είναι η πορεία, ταυτοχρόνως είναι και πλήρης πολλών θλίψεων, πριν ή φθάσωμεν τον Ποθούμενον (βλ. Ιωάν. ιστ’ 33). Ότε το πυρ της εις Αυτόν πίστεως, εισεχώρησεν εις την καρδίαν μου ως αιχμή μαχαίρας, τότε επλήσθην ζωηφόρου εμπνεύσεως και χαράς. Δεν είχον εισέτι αποκτήσει την Ζώσαν Αλήθειαν, αλλ’ η ιδία εκείνη έμπνευσις μετεβάλλετο εις αίσθησιν, εις παρουσίαν Αυτής εντός μου (βλ. Εβρ. ια’ 1). Προσεπάθουν κατά το δυνατόν να προσαρμόσω ούτω την νοεράν μου όρασιν, ώστε να συλλάβω εναργέστερον τα χαρακτηριστικά της εμφανισθείσης εις εμέ Αγίας Αληθείας. Ταχέως όμως ηννόησα ότι τούτο ήτο αφροσύνη εκ μέρους μου: Όσον περιειργαζόμην Αυτήν μετά προσοχής, τοσούτον απεριόριστος εγίνετο . Δεν προτίθεμαι να γράψω περί τινος Αληθείας ανακαλυφθείσης υπ’ εμού και αγνώστου μέχρι τούδε εις τον κόσμον. Γράφω περί του πως εδόθη εις εμέ να ζήσω την 4 μετάνοιάν μου. Το πνεύμα ημών πεινά και διψά να γνωρίση την Αλήθειαν, τουτέστιν εκείνο το Πρωταρχικόν Όν, όπερ υπό ουδενός περιορίζεται: το απόλυτον όντως Όν, περί του οποίου ωμίλησαν οι Προφήται της Παλαιάς και εμαρτύρησαν οι Απόστολοι της Καινής Διαθήκης (βλ. Έξοδ. γ’ 14, Ησ. μδ’ 6, Ιωάν. α’ 1‐4, Αποκ. κβ’ 13). Δεν φανταζόμεθα ούτε και δυνάμεθα να διανοηθώμεν ότι το Είναι τούτο προέρχεται εξ ημών των ιδίων. Δεν δημιουργούμεν ημείς τον Θεόν «κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν».

Εν ευλαβεί προσευχή αναμένομεν ότι Ούτος θα εισακούση της κραυγής ημών και θα δώση εις ημάς περί Εαυτού «σημείον». Εν τη οδύνη ημών διανοίγομεν εαυτούς, ίνα λάβωμεν απάντησιν‐αποκάλυψιν προερχομένην εξ Αυτού. Επιθυμούμεν να «γνωρίσωμεν» Αυτόν, τον Αίτιον του είναι ημών, «καθώς εστιν». Απεκαλύφθη εις τους πατέρας και προπάτορας ημών, και ημείς ευλαβώς διαφυλάττωμεν ως πολύτιμον μαργαρίτην την κληρονομηθείσαν εξ αυτών μαρτυρίαν. Εμπιστευόμενοι εις αυτούς δίδομεν πίστιν εις την παρακαταθήκην αυτών, αλλά συγχρόνως, ως ο Μωϋσής, κράζομεν προς Αυτόν: «Δος ημίν του γνώναι Σε, καθώς Συ εί εν τη αιωνιότητί Σου». Άλλο πράγμα είναι «η πίστις εξ ακοής» (Ρωμ. ι’ 17) και εντελώς άλλο «το γνώναι Σε». Ευθύς ως αποφασίσωμεν να παραδοθώμεν «εις χείρας Θεού Ζώντος», αι χείρες αύται ρίπτουν ημάς εις τοιούτους απεράντους χώρους, περί ών ουδόλως είχομεν ποτε υποψιασθή. Φρίκη κυριεύει ημών προ των αποκαλυπτομένων εις ημάς αβύσσων. Ο Θεός φαίνεται «σκληρός». Και όμως μέσω του «πόνου», τον οποίον υφιστάμεθα, 5 ανεξιχνιάστός τις διαδικασία αναπτύσσει εν ημίν την ικανότητα να θεωρώμεν Αυτόν «καθώς εστίν», επέκεινα πάσης εικόνος, έστω και άρτι «εκ μέρους» (Α’ Κορ. ιγ’ 12). Ούτος είναι ο Φως και η Αλήθεια. Και όταν το αληθινόν τούτο Φως (βλ. Ιωάν. α’ 9) περιβάλλη ημάς τότε ζώμεν την Αγάπην και την Σοφίαν Αυτού. Είμεθα περιχαρείς και βαθεία γνώσις κατέρχεται εφ’ ημάς, ουχί ως σκέψις, αλλά ως κατάστασις του πνεύματος ημών. Ούτος είναι ο Ών. Εν Αυτώ δεν υπάρχει ούτε αρχή, ούτε τέλος. Αυτός Ούτος είναι η Αρχή παντός ό,τι υπάρχει, και το ατελεύτητον Τέλος πασών των προσδοκιών ημών. «Γνωρίζομεν» εν τη καρδία ημών ότι θέλει να ίδη ημάς τελείους, ουχί ολιγώτερον εκείνου όπερ ο Ίδιος είναι (βλ. Ματθ. ε’ ). Καταπεπονημένοι εκ της τυραννίας των χαμερπών παθών, είναι φυσικόν να προσευχώμεθα εις τον Αγαθόν Κύριον, όπως το Πνεύμα Αυτού, το Πνεύμα της επιγνώσεως των οδών του Σωτηρίου Αυτού, αναπαυθή εφ’ ημών. Ενδυναμούμενοι υπό του Πνεύματος τούτου, βλέπομεν ότι δια τραγικών δοκιμασιών ελευθερούμεθα εκ των συνεπειών της πτώσεως· ότι δια των παθημάτων πλατύνεται το είναι ημών και διανοίγομεν εαυτούς δι’ άλλους μεγάλους κόσμους. Υπερνικώμεν την φίλαυτον απομόνωσιν του θηριώδους ατόμου: Εξερχόμεθα εκ της ημι‐κτηνώδους καταστάσεως, ήτις συνίσταται εις την άγνοιαν του Δημιουργού ημών. Όταν συναισθανθώ ότι είναι απαραίτητον δι’ εμέ, τον «εκ του μηδενός» κτισθέντα, να διέλθω δια του πυρός του πόνου, ίνα γνωρίσω βαθύτερον τον εν πληγή όντα Άνθρωπον (βλ. Ησ. νγ’ 1‐12), δέχομαι τον άγιον τούτον πόνον μετ’ ευγνώμονος αγάπης. Είναι ούτος πλήρης νοήματος. Μυσταγωγεί εμέ εις τα μυστήρια 6 του Είναι, ουχί μόνον του κτιστού, αλλά και του Ακτίστου. Χάριν του πόνου τούτου γίνομαι εύσπλαχνος· δι’ αυτού βλέπω εν πνεύματι όλους τους άλλους πάσχοντας· κατέρχεται εντός μου Θεία αγάπη, κατ’ αρχάς ως ευσπλαχνία προς πάσαν την κτίσιν, εν δε τω μέλλοντι αιώνι ως μακαριότης επί τη θέα των σεσωσμένων εν τη Αφθάρτω Δόξη. Θα ηδυνάμεθα, εν μικρά παρενθέσει να είπωμεν ότι εκ των μέχρι τούδε λεχθέντων ουδόλως σημαίνει ότι ημείς καλλιεργούμεν έν είδος «οδυνισμού» (dolorism) ψυχολογικού τύπου. Απολύτως ουχί. Όστις διήλθε δια των μεταφυσικών παθημάτων του πνεύματος, διακρίνει σαφώς ότι ο «πόνος» ούτος είναι τι ποιοτικώς διάφορον: Είναι απαραίτητος «σταθμός» εν τη πορεία της αυξήσεως ημών εκ των επιγείων μέχρι των διαστάσεων του σύμπαντος και έτι πλείον, των αιωνίων. Δεν είναι τούτο άραγε το μόνον θέμα της Καλής Αγγελίας του Χριστού, του Ευαγγελίου; Βραδύτερον όταν ο άνθρωπος εννοήση την θέσιν του Σταυρού εν τη κατά Θεόν ζωή ημών, κατά διάφορον τρόπον «βαστάζει τον εαυτού σταυρόν» (πρβλ. Λουκ. ιδ’ 27) και κατά διάφορον τρόπον αντιλαμβάνεται αυτόν. Ούτος γίνεται δεκτός ως Άνωθεν κλήσις του ουρανίου Πατρός (βλ. Ιωάν. στ’ και ιη’ 11). Εν τω σταυρώ ως και εν τω ποτηρίω του Κυρίου, το κτιστόν είναι μου συνδέεται μετά του ακτίστου Θείου Είναι. Προς ένδειξιν τούτου ασπαζόμεθα τον σταυρόν δια του οποίου ο λειτουργός ευλογεί τους πιστούς εν τω ναώ. Δεν αρνούμεθα την πραγματικότητα των προσκαίρων. Είναι ίδιον των χριστιανών να παραμένουν ταυτοχρόνως 7 επί δύο επιπέδων: επί του προσκαίρου και επί του αιωνίου. Και αυτόν τούτον τον χρόνον κατανοούμεν ως θαυμαστήν τινα διαδικασίαν, καθ’ ήν ο Θεός δημιουργεί «εκ του μηδενός» θεούς ομοίους προς Αυτόν. Όταν η κτιστή φύσις φθάση εις την τελείωσιν αυτής, τότε θα ακούσωμεν τον Άγγελον να ομνύη «εν τω Ζώντι εις τους αιώνας των αιώνων … ότι χρόνος ουκέτι έσται» (Αποκ. ι’ 5‐6).


Ο Κύριος είπε περί Εαυτού: «Εγώ ειμι η Αλήθεια» (Ιωάν. ιδ’ 6). Επεκαλέσθη ωσαύτως ως μάρτυρας τον Πατέρα Αυτού και το Πνεύμα το Άγιον. Η κατανόησις της πλευράς ταύτης του Θείου Είναι δεν έρχεται, ει μη κατόπιν μεγάλων προσπαθειών και μακροχρονίου παραμονής εν τη προσευχή της μετανοίας. Όσον πιστότερον ακολουθούμεν τον Κύριον τηρούντες τας εντολάς Αυτού, τοσούτον ευρύνεται και βαθύνεται η προσωπικότης ημών. Όταν επομένως οι ίδιοι προσεγγίζωμεν την πραγματοποίησιν της εν ημίν υποστατικής αρχής – εν τη οποία πρωτίστως εκδηλούται η εικών του Θεού – τότε εκ της πείρας ημών διαπιστούμεν ότι η υπόστασις ημών προς πραγμάτωσιν αυτής έχει ανάγκην συναντήσεως μετ’ άλλης ή και άλλων εισέτι υποστάσεων. Εν τη αυθεντική «συναντήσει» αντανακλάται εν ημίν ουχί μόνον η ομοίωσις προς την αρχήν της Υποστάσεως εν τη Θεότητι, αλλά και ο τρόπος της ενδοτριαδικής ζωής. Κατά την προσευχήν υπέρ όλου του κόσμου δίδεται εις ημάς να αγαπήσωμεν το ομοούσιον ημίν γένος των ανθρώπων, να ζήσωμεν πάσαν την ανθρωπότητα ως Ένα Άνθρωπον. Δια της πείρας ταύτης λαμβάνομεν νέαν γνώσιν, οντολογικήν: Το πρόσωπον‐υπόστασις, κατά την φύσιν την δομήν και τον χαρακτήρα αυτού, δεν ζη μόνον, 8 εν απομονώσει, αλλ’ απαραιτήτως φέρεται εν αγάπη προς άλλην ή άλλας ομοίας προς αυτό υποστάσεις. Εν τη πράξει της αγάπης το πρόσωπον φέρει εν εαυτώ απάντησιν εις το άλλο πρόσωπον και ούτω μαρτυρεί περί αυτού. Ουχί μόνον εν τη Θεότητι, εν τη Αγία Τριάδι, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα μαρτυρούν ο Είς περί του Άλλου, αλλά μαρτυρούν ωσαύτως και προς ημάς τους ανθρώπους ο Είς περί του Άλλου. Έτι πλέον, ο Κύριος ενεπιστεύθη εις τους Αποστόλους το έργον της περί Αυτού μαρτυρίας: «Όταν δε έλθη ο Παράκλητος … το Πνεύμα της Αληθείας, Ό παρά του Πατρός εκπορεύεται, Εκείνος μαρτυρήσει περί Εμού· και υμείς δε μαρτυρείτε, ότι απ’ αρχής μετ’ Εμού εστε» (Ιωάν. ιε’ 26‐27). Τοιούτου είδους είναι αι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Η μαρτυρία, ως αληθινή ζωή εν τη αγάπη, κινείται αιωνίως προς πάσας τας κατευθύνσεις (βλ. Ιωάν. α’ 7‐8, 15, 32 και 34, ε’ 31‐, η’ 13 και 18, ιβ’ 28, ιζ’ 1, Πράξ. α’ 8, ι’ ‐). Το πνεύμα μου «στεναγμοίς αλαλήτοις» έτεινε προς την Ζώσαν Αλήθειαν. «Και ο στεναγμός μου ουκ απεκρύβη απ’ Αυτού» (πρβλ. Ψαλμ. λζ’ 10). «Επεκαλεσάμην το όνομα Αυτού εκ λάκκου κατωτάτου και Αυτός εισήκουσε της κραυγής μου» (πρβλ. Θρήν. Ιερ. γ’ ‐). Η αγάπη Αυτού ήγγισε την καρδίαν μου. Προ εμού απεκαλύφθη ο απεριγράπτως θαυμαστός κόσμος της χριστιανικής προσευχής. Δι’ αυτής εδόθη εις εμέ η κοινωνία μετά του Αληθινού και Ζώντος Θεού. Γράφω περί της προσευχής της μετανοίας μου. Αύτη ελάμβανε ποικίλας μορφάς. Το είναι μου συνεκεντρούτο ενίοτε εις τα έσω, συνήγετο εις έν απείρως μικρόν κέντρον χώρου. 9 Άλλοτε συνέβαινε τρόπον τινά το αντίθετον. Το πνεύμα μου εισήγετο εις τινα νοεράν σφαίραν μη έχουσαν όρια, και ο θρήνος της μετανοίας μου, κατά παράδοξον τρόπον, εγίνετο έν μετά της αβύσσου, εις την οποίαν ητένιζον. Συνέβαινεν ωσαύτως να περιπτύσσωμαι εν τη προσευχή, ως ησθανόμην τον κόσμον άπαντα. Ο Κύριος έδιδεν εις εμέ στιγμάς καθαράς προσευχής πρόσωπον προς Πρόσωπον, και η αιωνιότης ηρέμα αλλ’ εξουσιαστικώς εισέδυεν εις την καρδίαν μου.


Και εις τον νουν μου μετεδίδετο η μακαριότης να τήκηται ούτος εν τη φλογί της αγάπης της εξερχομένης εκ της καρδίας. Η εκ της τήξεως ανάκρασις όλης της υπάρξεώς μου – νου, καρδίας και σώματος – εις έν εδημιούργει αίσθησιν ακεραιότητος του είναι, καταστάσεως κατά πολύ διαφόρου εκείνης της εκ της συνήθους διαιρέσεως μεταξύ πνεύματος, ψυχής και σώματος. Νυν μαρτυρώ περί της Αληθείας την οποίαν εγνώριζον οι πατέρες και οι προπάτορες ημών. Μαρτυρώ περί του πώς αύτη ηυδόκησε να εμφανισθή εις εμέ ως απάντησις εις τον παρατεταμένον θρήνον της μετανοίας μου, όστις κατέκαιεν εμέ ως πυρ. Έζησα την Αλήθειαν ταύτην ως αυθεντικώς αιωνίαν, και κατά το μέτρον της πίστεώς μου ομιλώ και γράφω. Έγραφε περί αυτής και ο Παύλος: «… έχοντες δε το αυτό πνεύμα της πίστεως κατά το γεγραμμένον, επίστευσα, διό ελάλησα, και ημείς πιστεύομεν, διό και λαλούμεν …» (Β’ Κορ. δ’ 13). Γνωρίζω ότι η γνώσις μου δεν είναι απόλυτος. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει άλλη τις αλήθεια. Πιστεύω ότι ήγγισεν εμέ η άναρχος Αλήθεια, αλλά γνωρίζω ωσαύτως ότι δεν επραγματοποίησα εν τη πράξει της ζωής μου το γνωσθέν εν τη πείρα της προσευχής … Πού ευρίσκεται όμως το κριτήριον δια την βεβαίωσιν των δοθεισών 0 εις ημάς εμπειριών του Θεού‐Αληθείας; Είναι αναφαίρετος η ορμή ημών προς Αυτόν, τον Όντα προ πάντων των αιώνων. Ούτος εισχωρεί εις πάντα τα όντα και δια της εξουσίας Αυτού συγκρατεί αυτά εις το είναι. Είναι δύσκολον εις ημάς τους μηδαμινούς να πιστεύσωμεν ότι ο άπειρος Ούτος Δεσπότης δεν καταφρονεί ημών. Όσον όμως παράδοξον και εάν φαίνηται τούτο, όταν στραφώμεν προς Αυτόν εν αληθεί προσευχή, τουτέστιν εν προσευχή μετανοίας, σπεύδει εις συνάντησιν ημών και εν αγάπη προσλαμβάνει ημάς προς Εαυτόν. Το γεγονός τούτο δεν δύναται να είναι καρπός φαντασίας διότι υπερβαίνει την ικανότητα της φαντασίας ημών (βλ. Α’ Κορ. β’ 9). Συμφώνως προς την Αποκάλυψιν, ο Άνθρωπος εκτίσθη «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού (πρβλ. Γέν. α’ 26). Εξ αυτού έπεται ότι ο άνθρωπος είναι δυνάμει πεπροικισμένος δια της ικανότητος να επιτύχη την ομοίωσιν προς τον Δημιουργόν αυτού· ότι η ιδέα του Απολύτου Όντος είναι έμφυτος εις τον άνθρωπον εις τοιούτον βαθμόν, ώστε όταν ο Παντοκράτωρ Θεός εισέλθη εις κοινωνίαν μετά του πνεύματος του ανθρώπου, τούτο δύναται «να αναγνωρίση» Αυτόν, διότι Ούτος είναι συγγενής αυτού. Εισαγόμενον εις την σφαίραν του Νου του Θεού Δημιουργού, το «κτιστόν πνεύμα» του ανθρώπου άρχεται να θεάται τον Θεόν «καθώς εστι», καθ’ Εαυτόν (πρβλ. Α’ Ιωάν. γ’ 2). (Λέγω «κτιστόν πνεύμα» και ουχί «νους», ίνα μη δημιουργηθή σύγχυσις των εννοιών νους και διάνοια). Η πρώτη κίνησις κατευθύνεται προς Εκείνον τον «εν αρχή» Όντα. Η διάθεσις ημών είναι να δεχθώμεν Αυτόν ως την θεμελιώδη Αλήθειαν, ανεξαρτήτως εάν συμπίπτη ή ουχί η τοιαύτη οντολογική Αλήθεια μετά 1 των περί Αυτής ιδεών ημών. Και μεγάλη γίνεται η χαρά ημών, όταν τα δεδομένα της αποκαλύψεως (βλ. Α’ Ιωάν. α’ 5, δ’ 13, 16) επικυρούνται δια της Άνωθεν παρεχομένης θεωρίας και δη της γνώσεως ότι εκτίσθημεν «κατ’ εικόνα» Θεού: Φανερούται Ούτος εις ημάς ως Θεός αγάπης, και ζώμεν Αυτόν εν ημίν ως την απόλυτον αρμονίαν, και αρχόμεθα να προσκυνώμεν τον Πατέρα «εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάν. δ’ 23‐24). «Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν» (Α’ Ιωάν. α’ 8). Επομένως, μόνον η προσευχή της μετανοίας ανταποκρίνεται εις την περί ημών αλήθειαν. Δεν παύω να υπογραμμίζω το σημείον τούτο: Ιστάμενοι ενώπιον του Ουρανίου Πατρός, έχοντες συνείδησιν της αμαρτωλότητος ημών, ευρισκόμεθα επί του επιπέδου της Θείας Αληθείας. Όσον βαθύτερον ζώμεν την αμαρτίαν ημών ως θανάσιμον πλήγμα, τοσούτον πληρέστερον παραδιδόμεθα εν προσευχή εις τον Θεόν και δια της ζωοποιού Αυτού δυνάμεως αποσπώμεθα εκ των δεσμών του χρόνου και του χώρου. Είθε να συγχωρήση εμέ ο Κύριος και να μη κρίνουν εμέ αυστηρώς οι αδελφοί μου: Ούτω συνέβη εις εμέ. Ως εκ τούτου, αναγινώσκων τας επιστολάς του Αποστόλου Παύλου, υποθέτω μετά βεβαιότητος – δεν κρύπτω τούτο – ότι εδόθησαν εις αυτόν «οπτασίαι και αποκαλύψεις Κυρίου» (πρβλ. Β’ Κορ. ιβ’ 1‐6) εν τη «μετά κραυγής ισχυράς και δακρύων» μετανοία αυτού ενώπιον του Χριστού, και τότε «εισηκούσθη από της ευλαβείας» (πρβλ. Εβρ. ε’ 7). Εν παρομοία προσευχή (ως του Αποστόλου Παύλου) ο νους ημών περικλείεται εν τω Νοΐ του Θεού και δέχεται την κατανόησιν πραγμάτων δια τρόπου όστις είναι αδύνατον να εκφρασθή 2 καταλλήλως δια της καθ’ ημέραν ημών γλώσσης. Επί παραδείγματι: Τα πάντα εκτίσθησαν δια του θελήματος Αυτού, δια της σκέψεως Αυτού. Ούτος «νοεί» τον κόσμον και η δημιουργική Αυτού σκέψις γίνεται κτιστόν είναι (βλ. Ιουδήθ θ’ 5‐6).


Προηγείται η σκέψις του Θεού Δημιουργού και ουχί η ύλη. Ούτω ζώμεν τον κόσμον τούτον ουχί μόνον υπό το πρίσμα της εμπειρικής γνώσεως, αλλά και θεωρούμεν αυτόν εν πνεύματι δι’ άλλου τρόπου (βλ. Εβρ. ια’ 1‐3). «Εάν αγαπάτε Με, τας εντολάς τας Εμάς τηρήσατε, και Εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της Αληθείας, Ό ο κόσμος ου δύναται λαβείν, τι ου θεωρεί Αυτό ουδέ γινώσκει Αυτό· υμείς δε γινώσκετε Αυτό, ότι παρ’ υμίν μένει και εν υμίν έσται … υμείς δε θεωρείτε Με, ότι Εγώ ζω και υμείς ζήσεσθε. Εν εκείνη τη ημέρα γνώσεσθε υμείς ότι Εγώ εν τω Πατρί Μου και υμείς εν Εμοί καγώ εν υμίν. Ο έχων τας εντολάς Μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστι ο αγαπών Με· ο δε αγαπών Με αγαπηθήσεται υπό του Πατρός Μου, και Εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ Εμαυτόν … εάν τις αγαπά Με, τον λόγον Μου τηρήσει, και ο Πατήρ Μου αγαπήσει αυτόν και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν … και ο λόγος όν ακούετε ουκ έστιν Εμός, αλλά του πέμψαντος Με Πατρός … Ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον Ό πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί Μου, Εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν» (Ιωάν. ιδ’ 15‐26). «Ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον … διδάξει υμάς πάντα». Θα «διδάξη» ημάς να σκεπτώμεθα καθώς σκέπτεται ο Ίδιος ο Θεός, να αγαπώμεν καθώς αγαπά 3 ο Θεός. Μη εκπλήττεσθε επί τούτω. Τοιούτον είναι το νόημα της ευαγγελικής κλήσεως. Πάσαι αι επιστολαί των Αποστόλων – Ιωάννου, Παύλου, Πέτρου και των λοιπών – ομιλούν περί του αυτού. Την αυτήν μαρτυρίαν έδωκαν και οι Πατέρες ημών δια μέσου των αιώνων. Εγείρεται το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να επιτύχωμεν της ευλογίας ταύτης; Η απάντησις εδόθη υπό του Χριστού: «Τας εντολάς τας Εμάς τηρήσατε, και Εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’ ημών εις τον αιώνα». «Γνωρίζομεν», επομένως, το Πνεύμα το Άγιον δια της αγίας παραδόσεως των Πατέρων της Εκκλησίας, καθώς ωσαύτως και δια της προσωπικής ημών πείρας των εν ημίν ενεργειών Αυτού. Εκείνος «υπομιμνήσκει ημάς πάντα». Επί πλέον: «Εάν τις αγαπά Με, τον λόγον Μου τηρήσει, και ο Πατήρ Μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν (αιώνιον) παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Τί δύναται να σημαίνη τούτο; Σημαίνει ότι εδόθη εις ημάς η υπόσχεσις ότι θα κληρονομήσωμεν το πλήρωμα της Θείας ζωής, το πλήρωμα της γνώσεως και της δυνάμεως της αγάπης, όπερ εφανερώθη εις ημάς δια του Ακτίστου Φωτός, «εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία» (Α’ Ιωάν. α’ 5). Ιδού η μαρτυρία του Παύλου: «Ημείς δε ου το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα είδωμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν». Και εισέτι: «Τις γαρ έγνω νουν Κυρίου, ός συμβιβάσει αυτόν; Ημείς δε νουν Χριστού έχομεν» (Α’ Κορ. β’ 12, 16). Δια της σχολικής παιδείας εισήλθομεν είς τινα κοσμικόν τρόπον σκέψεως και αφωμοιώσαμεν τα δεδομένα της εμπειρικής γνώσεως. Ανάλογόν τι συμβαίνει και εν τω χώρω του Πνεύματος. Ζώντες κατά τας εντολάς του Ευαγγελίου εισερχόμεθα εις την πλέον στενήν συγγένειαν μετά του Θείου Νοός. Αι εντολαί αύται είναι ουχί άλλο τι, ει μη η αυτο‐αποκάλυψις του Θεού «καθώς εστιν». Όταν αύται αποβούν ο μόνος νόμος παντός του είναι ημών, μεταδίδουν εις ημάς την ποθουμένην «μορφήν» του Θείου Είναι.


«Οίδαμεν δε ότι ο Υιός του Θεού ήκει και δέδωκεν ημίν διάνοιαν ίνα γινώσκομεν τον Αληθινόν» (Α’ Ιωάν. ε’ 20). Ο Θεός‐Αλήθεια ουδέν ψευδές έπλασεν, ουδέν έναντίον προς την αλήθειαν, και ως εκ τούτου πάσα εξ Αυτού εκπορευομένη ενέργεια είναι αληθινή. Ο Χριστός απεκάλυψεν εις ημάς τον αυθεντικόν Άνθρωπον, καθώς ούτος συνελήφθη εν τω Νοΐ του Δημιουργού. Εν ημίν κατετέθη η Αλήθεια του Ιδίου του Θεού, διότι είμεθα «εικών και ομοίωσις» Αυτού. Η αιωνία Αλήθεια μεταδίδεται εις την εν ημίν υποστατικήν αρχήν. Και καθώς η Υπόστασις γεννάται κατ’ αρχάς εν τω ανθρώπω μόνον δυνάμει, ούτω και το εν ημίν σπέρμα της Αληθείας οφείλει να αναπτυχθή εκ της δυνάμει καταστάσεως αυτού. Εν τη πτώσει του Αδάμ η εν ημίν Αλήθεια υπέστη αλλοίωσιν. Δια της χάριτος της μετανοίας και της εξ αγάπης υπακοής προς τον Πατέρα, η Αλήθεια εν τη πρωταρχική αυτής αγιότητι μεταδίδεται εις ημάς ως ζωή του Ιδίου του Θεού. Τί συμβαίνει όμως εις τον άνθρωπον όστις προσφέρει την μετάνοιαν αυτού μετά κλαυθμού; Ζη την Αλήθειαν ουχί ως καρπόν των διαλογισμών αυτού, αλλ’ ως κατάστασιν του πνεύματος αυτού, δοθείσαν εις αυτόν υπό του Πνεύματος του Θεού. Η «κατάστασις» αύτη είναι γεγονός του Είναι εκ του οποίου και αυτή αύτη η σκέψις ημών συλλαμβάνει δια του ιδιάζοντος εις αυτήν τρόπου την έννοιαν της Αληθείας. Η κατανόησις αύτη της αληθείας δεν είναι αποτέλεσμα αποδεικτικής σκέψεως, αλλά παρουσιάζεται ως δια διαισθήσεως εμβάθυνσις ή διαπίστωσις γεγονότος, ως γνώσις του Θείου Είναι, ήτις κατέρχεται προς ημάς εκ του Θεού. Η επίγνωσις των οδών του Κυρίου δεν έρχεται ταχέως. Βαθεία ήτο η οδύνη μου, ότε ησθάνθην την ολιγότητα των ημερών ημών. Η ψυχή μου εκυριεύθη υπό φόβου μη τυχόν απέλθω εις τον τάφον, πριν ή έλθη απάντησις εκ του Θεού, ότι εισηκούσθη η προς Αυτόν κραυγή μου. Αλλά δεν εγκατελείφθην υπ’ Αυτού εις τέλος. Δια της εν ανενδοιάστω πίστει προς τον Χριστόν‐Θεόν προσευχής μου, μετεδόθη βαθμηδόν και εις εμέ η ευσπλαχνία Αυτού προς την απολλυμένην ανθρωπότητα. Έζων μετά μεγάλου πόνου τον προσωπικόν μου όλεθρον, και ο πόνος ούτος διερρήγνυε τα τείχη της λιθίνης καρδίας μου. Συνήθιζον εν γένει να προβάλλω τας εμπειρίας μου εφ’ όλης της ανθρωπότητος, και συνέπασχον μεθ’ όλων των ανθρώπων οίτινες, ως και εγώ, έμενον εν καταστάσει χωρισμού από του Θεού. Δια τοιούτου τρόπου τα παθήματα πάντων εγίνοντο «ίδια», και εν τη απομονώσει της ερήμου ήρχετο ενίοτε προσευχή υπέρ όλου του κόσμου μετά του ιδίου κλαυθμού ως και υπέρ εμού του ιδίου. Εν εκείνη τη προσευχή ησθάνθην τον προαιώνιον Θεόν ως τον Πατέρα ημών. Και η αίσθησις αύτη ήτο πειστική μαρτυρία περί της ανάρχου Αληθείας, της παραδοθείσης εις ημάς υπό του Χριστού. Μετά τρόμου ενθυμούμαι τας ώρας εκείνας, ότε ο Κύριος έδιδεν εις εμέ να ζήσω το πνευματικόν τούτο γεγονός. Και νυν – ουαί εμοί –: Δεν βλέπω εκείνην την αγίαν δύναμιν εν εμοί. Το θέμα το οποίον μετά δυσκολίας αποπειρώμαι 6 να εκθέσω είναι η Ζώσα Αλήθεια. Αύτη δεν ομοιάζει προς τας επιστημονικάς ή τας φυσιολογικάς αληθείας. Η αποκαλυπτομένη εις ημάς Αλήθεια υπερβαίνει απείρως πάσαν ορθολογικήν θεώρησιν. Δεν είναι αφηρημένη τις διατύπωσις της λογικής ημών σκέψεως, ούτε μαθηματική εξίσωσις, αλλά Πρόσωπον. Είναι πρωτίστως ο «απ’ αρχής» Ών, τουτέστιν ο άναρχος Θεός, η Αγία Τριάς: Πατήρ, Υιός και Πνεύμα Άγιον. Αλλ’ η λογική ημών διάνοια είναι ανίκανος να ακολουθήση δια της σκέψεως το πραγματικόν Είναι του Θεού. Επί παραδείγματι, ζώμεν τον Πατέρα ως την απόλυτον Αλήθειαν. Και ο Υιός ωσαύτως είναι η απόλυτος Αλήθεια, ως και το Άγιον Πνεύμα. Η Αλήθεια όμως είναι Μία και ουχί τρεις απόλυτοι αλήθειαι. Ως ο Θεός είναι Είς και συγχρόνως Τριάς Υποστάσεων, ούτω και ο Άνθρωπος εν τη εσχάτη αυτού τελειώσει οφείλει να γίνη Είς Άνθρωπος εν πολλαπλότητι υποστάσεων. Ιδού ετέρα τις αντινομία: Ζώμεν την Υπόστασιν εν τω Θεώ ως τον φορέα του απολύτου πληρώματος του Είναι, και συγχρόνως η Υπόστασις δεν υπάρχει μόνη. Δια την τυπικήν λογικήν τούτο είναι ένδειξις ανεπαρκείας της Υποστάσεως καθ’ Εαυτήν και επομένως άρνησις του απολύτου χαρακτήρος Αυτής. Και όμως τοιαύτη ακριβώς είναι η Αγία Τριάς, ο Θεός της τελείας αγάπης. Η τελεία αγάπη δεν απομονούται εν Εαυτή, αλλά ζη εν ετέρα, εν ετέραις Υποστάσεσιν. Εκάστη των Τριών Υποστάσεων κατέχει, αναφαιρέτω τρόπω άπαν το πλήρωμα του Είναι. Αλλ’ η Υπόστασις, ως τοιαύτη, εκδηλούται κατά την πράξιν της τελείας αγάπης, της οποίας ίδιον είναι και η τελεία κένωσις, η αυτοελάττωσις.

«Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θή υπέρ των φίλων αυτού. Υμείς φίλοι Μου εστε, εάν ποιήτε όσα Εγώ εντέλλομαι υμίν … Ο Ιησούς … αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω, εις τέλος ηγάπησεν αυτούς …». «Ο μείζων υμών έσται υμών διάκονος. Όστις δε υψώσει εαυτόν ταπεινωθήσεται, και όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται» (Ιωάν. ιε’ 13‐15, ιγ’ 1, Ματθ. κγ’ 12). Εκ των λόγων τούτων του Χριστού βλέπομεν ότι η ιδία αποκεκαλυμμένη εν τη Αγία Τριάδι κενωτική αγάπη εδόθη ως εντολή και εις τους ανθρώπους: Δια της άκρως εφικτής εις ημάς κενώσεως εν τη πράξει της μετανοίας ημών γινόμεθα ικανοί, ίνα προσλάβωμεν το πλήρωμα και της Θείας αγάπης και της αγάπης προς τον πλησίον (βλ. Ματθ. κβ’ ‐). «Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται», και η αγία αιωνιότης περιέχεται εν τω πνεύματι αυτών. Εν δυσί λέξεσιν: Αιωνιότης και Αλήθεια είναι το θέμα των σελίδων τούτων. Και ιδού, όταν άπτηται ημών η δύναμις της Θείας ταύτης αγάπης, τότε πέραν πάσης αμφιβολίας ζώμεν, μένομεν, εν τη Αληθεία και εν τη Αιωνιότητι. Την δογματικήν ημών συνείδησιν δυνάμεθα να εκφράσωμεν εν συνόψει ως εξής: «Εγώ Ειμι ο Ών», Εγώ ειμι το Είναι. «Εγώ Ειμι η Αλήθεια». Η Υποστατική Αρχή εν τω Θείω Είναι αποτελεί τον οντολογικόν πυρήνα Αυτού. Αυτός είναι ο όντως Ζων. Ο Πρώτος και ο Έσχατος, το Α και το Ω, η άναρχος Αρχή και το ατελεύτητον Τέλος των πάντων. Ούτω κατανοούμεν την Σιναϊτικήν Αποκάλυψιν και την μετέπειτα συμπλήρωσιν αυτής δια της σαρκώσεως του Λόγου του Πατρός και της καθόδου του Αγίου Πνεύματος επί την Εκκλησίαν κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. 8 Ούτος ο Θεός εν τω απ’ αιώνος Είναι Αυτού, είναι η αναζητουμένη υφ’ ημών απόλυτος Αλήθεια. Η γνώσις της Αληθείας ταύτης είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη δια της ελεύσεως εν ημίν της δυνάμεως Αυτής, δια της υπαρκτικής ενώσεως μετ’ Αυτής. Η Υποστατική Αλήθεια γνωρίζεται δια της αυτής υποστατικής αρχής, ήτις κατετέθη εν ημίν εν τη πράξει της «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού δημιουργίας ημών. Εφ’ όσον αύτη η εν ημίν ελευθέρα αρχή ουδένα επιδέχεται εξωτερικόν εξαναγκασμόν, η ένωσις ημών μετά της Αληθείας εξαρτάται ουχί μόνον εκ του παρέχοντος Θεού αλλά και εκ του αποδεχομένου ανθρώπου (βλ. Ιωάν. α’ 9‐12, Πράξ. ιγ’ ). Το κτιστόν πνεύμα – ο άνθρωπος – δεν δύναται αφ’ εαυτού να φθάση την Αλήθειαν ταύτην. Εν τούτοις, ως εικών του Θεού έχει την ικανότητα να εικάση περί της Αληθείας, αλλ’ ουχί πέραν τούτου. Η υπαρκτική γνώσις της Αληθείας δίδεται εις ημάς ως δώρον αγάπης του Δημιουργού προς την λογικήν κτίσιν. Εν τη προσωπική ημών σχέσει μετά του Προσωπικού Θεού ουδέν τελείται κατά την θέλησιν του ενός μόνον μέρους, αλλ΄ είναι πάντοτε απαραίτητος η συμφωνία, η συνεργία, ο ταυτισμός δύο θελήσεων: της Θείας και της ανθρωπίνης. Εις τούτο συνίσταται η ζωή ημών. Καθ’ εαυτόν «πας άνθρωπος ψεύστης» (Ψαλμ. ριε’ 2), ως προελθών εκ του «μη όντος». Μόνον δια της εν ημίν ενοικήσεως του Θεού‐Αληθείας γινόμεθα και ημείς «αληθινοί». Η Ζώσα Αλήθεια μεταμορφοί ημάς δια της ελεύσεως Αυτής εντός ημών. Η Αλήθεια, απόλυτος ούσα, εναγκαλίζεται και συγκρατεί τα πάντα. Όστις θα «γνωρίση» την Αλήθειαν ταύτην (βλ. Ιωάν. η’ 32) κατά 9 τον λόγον αυτής ταύτης της Αληθείας, ελευθερούται από της εφ’ ημών θανατηφόρου εξουσίας της αμαρτίας. Είναι Αιώνιος, και καθιστά ημάς αθανάτους. Ο Θεός‐ Αλήθεια απεργάζεται και ημάς εν αληθεία θεούς. «Θεούς», ουχί δια τα άλλα λογικά κτίσματα, αλλά θεούς κατά την μεταδοθείσαν εις ημάς μορφήν του είναι και κατά το περιεχόμενον της ζωής ταύτης. Εν τοις ορίοις της γης ουδέν εκ των κτισμάτων δύναται να προσλάβη το πλήρωμα Αυτής της κατά Θείον τρόπον παγκοσμίου Αληθείας. Ως ο Απόστολος Παύλος, γνωρίζομεν και ημείς Αυτήν μόνον «εκ μέρους» (Α’ Κορ. ιγ’ 12). Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η Αλήθεια καθ’ εαυτήν είναι εντελώς διάφορος του πως ημείς νοούμεν Αυτήν. Άλλο είναι να γνωρίζη τις την Αλήθειαν, και άλλο να μη κατέχη το απόλυτον πλήρωμα Αυτής, να μη είναι ικανός να φανερώση Αυτήν εν τη τελειότητι Αυτής εις την πράξιν της καθ’ ημέραν ζωής. Ομού μετά του Αποστόλου Φιλίππου λέγομεν άνευ δισταγμού: «Ευρήκαμεν την Αλήθειαν» (πρβλ. Ιωάν. α’ )· γνωρίζομεν Αυτήν: Είναι ο Χριστός. Η πολυϋπόστατος ανθρωπότης είναι είκών της Αγίας Τριάδος: Μία φύσις εν πολλαπλότητι προσώπων. Έκαστος όμως εξ ημών φέρει εν εαυτώ πρωτίστως την μορφήν του Μονογενούς Υιού, και η ημετέρα σωτηρία πραγματοποιείται δια της υιοθεσίας ημών υπό του Πατρός (βλ. Γαλ. δ’ 5). Εάν, επομένως, ομολογώμεν τον Χριστόν ως απολύτως ίσον προς τον Πατέρα Θεόν και Αλήθειαν, τότε, κατά φυσικόν τρόπον, οφείλομεν να ακολουθώμεν Αυτόν, ίνα αποκτήσωμεν την Αλήθειαν. Και τότε αναφαίνεται τραγική τις στιγμή: Ιδού πώς ο Ίδιος ομιλεί: «Εί 0 τις έρχεται προς Με και ου μισεί τον πατέρα εαυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναται Μου μαθητής είναι». Ωσαύτως, «όστις ου βαστάζει τον σταυρόν εαυτού και έρχεται οπίσω Μου … ός ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπάρχουσιν, ου δύναται είναι Μου μαθητής» (Λουκ. ιδ’ 26, 27, 33). Εν τη ιδική μου περιπτώσει συνέβη το ακόλουθον: Ιδών εν πνεύματι τον Χριστόν, τον αγαπήσαντα ημάς «εις τέλος» (Ιωάν. ιγ’ 1) προσευχόμενον εν Γεθσημανή και εν συνεχεία επί του Γολγοθά, «μη ανθιστάμενον τω πονηρώ» (πρβλ. Ματθ. ε’ ), εμίσησα εμαυτόν, ως ήμην, και εν προσευχή, ήτις εγεννήθη υπό του αγίου τούτου μίσους, ανεγνώρισα Αυτόν ως την απόλυτον Αλήθειαν, ως τον εν αληθεία Παντοκράτορα και Θεόν.


Εν τη προσευχή ταύτη εδόθη εις εμέ να υπερβώ «τα βλεπόμενα πρόσκαιρα» και να διεισδύσω εις «τα μη βλεπόμενα αιώνια» (πρβλ. Β’ Κορ. δ’ 18). «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. ιστ’ 33). Και ημείς βλέπομεν εκ πείρας ότι «πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται» (Β’ Τιμ. γ’ 12), ότι θα έλθουν εις σύγκρουσιν μετά του λοιπού κόσμου (βλ. Ματθ. ε’ 10‐12). Και πάλιν: «Η γυνή όταν τίκτη, λύπην έχει … όταν δε γεννήση το παιδίον, ουκέτι μνημονεύει της θλίψεως δια την χαράν ότι εγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον. Και υμείς ούν λύπην μεν νυν έχετε· πάλιν δε όψομαι υμάς και χαρήσεται υμών η καρδία. Και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’ υμών. Και εν εκείνη τη ημέρα Εμέ ουκ ερωτήσετε ουδέν» (Ιωάν. ιστ’ 19‐23). Δια τι δεν θα ερωτήσωμεν Αυτόν περί ουδενός; Όταν το Πνεύμα το Άγιον δίδη εις ημάς να ίδωμεν 1 τον Χριστόν «καθώς εστι» δια της αγάπης της εκ του Αγίου Πνεύματος προερχομένης τότε καθίσταται εμφανές εις ημάς ότι ο Χριστός είναι το παν: Εν Αυτώ κατοικεί άπαν το πλήρωμα της Θεότητος και το πλήρωμα του ανθρώπου. Είναι Ούτος η Αλήθεια υπό τας δύο αυτής όψεις: Πρώτον, Ούτος είναι το άναρχον γεγονός του Είναι, και δεύτερον, κατά τον «ηθικόν» Αυτού χαρακτήρα, ο Αληθής. Αληθής τουτέστιν Άγιος· Άγιος, τουτέστιν Αγαθός· Αγαθός, τουτέστι «Φως, εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία». Ολιγοψυχούμεν όταν δίδηται εις ημάς να ίδωμεν τον υπερκόσμιον χαρακτήρα του Ευαγγελίου. Θα ηθέλομεν να μειώσωμέν πως τας πραγματικάς αυτού διαστάσεις, να προσαρμόσωμεν αυτάς εις την χαρακτηριστικήν δια το εύθραυστον ημών σώμα αδυναμίαν, αλλ’ ο Ίδιος ουδόλως συγκατατίθεται εις τον υποβιβασμόν των εντολών Αυτού. Εν άκρα εντάσει της μετανοίας ημών αρχόμεθα να διαισθανώμεθα ότι η αποκάλυψις αύτη είναι η εσχάτη, διότι είναι η απολύτως τελεία. Εδόθη δι’ όλους τους αιώνας, δι’ όλας τας φυλάς και τους λαούς μέχρι συντελείας της επιγείου ιστορίας. Ο μακάριος Γέρων Σιλουανός έλεγεν: «Όστις δεν αγαπά τους εχθρούς, ούτος δεν εγνώρισεν εισέτι τον Θεόν ως οφείλει να γνωρίζη Αυτόν». «Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς, όπως γένησθε υιοί του Πατρός υμών του εν τοις ουρανοίς … Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειός εστι» (Ματθ. ε’ ‐). Και πάλιν: Όταν το Πνεύμα το Άγιον μεταδίδη εις ημάς την αγάπην του Χριστού 2 – «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» –, τότε και ο νους‐πνεύμα ηδύνεται υπό της Αληθείας της αγάπης ταύτης. Ως το σώμα ημών αισθάνεται την εαυτού δύναμιν ή την έξωθεν θερμότητα των ηλιακών ακτίνων, κατά τον αυτόν άμεσον τρόπον γνωρίζομεν δι’ όλης της υπάρξεως ημών ότι αυτή η αγάπη (προς τους εχθρούς) είναι η αιώνιος Αλήθεια. Γνωρίζει τότε ο άνθρωπος ότι «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν. ε’ 24). Η θαυμαστή αίσθησις της ελεύσεως του Θεού εντός ημών συνοδεύεται μεθ’ ολοκληρωτικής συμφωνίας νου και καρδίας. Η Θεία αρμονία της πνευματικής ταύτης καταστάσεως είναι ευφροσύνη δια την καρδίαν και φως δια τον νουν. Όλος ο άνθρωπος (νους‐πνεύμα, καρδία, και σώμα εισέτι) αισθάνεται «την ειρήνην του Θεού, την υπερέχουσαν πάντα νουν» (πρβλ. Φιλ. δ’ 7). Η ψυχή αναγνωρίζει ότι και η Αγάπη, και το Φως, και η Ειρήνη καταβαίνουν εκ του Υψίστου (βλ. Ιακ. α’ 17). Είναι μέγα αγαθόν να γνωρίση τις τον αληθινόν Θεόν και να γνωρίζη Αυτόν γνώσει αναφαιρέτω (βλ. Λουκ. ι’ ). Πάντα ταύτα εδόθησαν εις τον κόσμον δια του Σαρκωθέντος Υιού του Πατρός, Χριστού Ιησού, και η ευγνώμων ψυχή έλκεται προς Αυτόν (τον πάλαι επί του Σινά αποκαλύψαντα Εαυτόν δια του Ονόματος «Εγώ ειμι», όπερ επανέλαβε πολλάκις κατά την εν σαρκί επιφάνειαν Αυτού). Μετέδωκεν εις ημάς τούτο το «περισσόν ζωής» (Ιωάν. ι’ 10), και η ψυχή γνωρίζει το τελούμενον εν αυτή και λέγει: «Νυν, Χριστέ μου, εν Σοί και δια Σου και εγώ ειμι». 3 Όστις χάριν της εις Χριστόν‐Θεόν πίστεως αυτού έλαβε την δωρεάν να εισέλθη, έστω και εκ μέρους, εις το αιώνιον ρεύμα της Γεθσημανίου Αυτού προσευχής και εν συνεχεία ωσαύτως, έστω και μόνον εκ μέρους, να υψωθή και επί του αθανάτου Γολγοθά, ούτος δι’ αναμφισβητήτου τρόπου βλέπει να αποκαλύπτηται προ αυτού το «μέγα της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις …» (Α’ Τιμ. γ’ 16). Από της στιγμής ταύτης ο πιστός «ουκέτι γινώσκει κατά σάρκα Χριστόν», τουτέστιν ως φυσικόν άνθρωπον, αλλά γινώσκει Αυτόν ως τον πανταχού παρόντα Παντοκράτορα, «ελθόντα εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι» (πρβλ. Β’ Κορ. ε’ 16, Α’ Τιμ. α’ 15). Ούτως ο γνησίως «πιστεύων εις τον Υιόν του Θεού έχει την μαρτυρίαν εν αυτώ» (Α’ Ιωάν. ε’ 10).


Επιλογος
ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Εν τη αρχή του αιώνος τούτου εγένετο ρήμα Κυρίου προς τον μακάριον Γέροντα Σιλουανόν: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην και μη απελπίζου». Την ακριβή ημερομηνίαν του γεγονότος τούτου ουδέποτε έμαθον. Είναι δυνατόν να συνέβη εν έτει 1906. Έν έτος περίπου πρότερον, το 1905, εγένετο γνωστή εις τον κόσμον η Εξίσωσις του Αϊνστάϊν: E=mc2. Η τελευταία αύτη έθεσε το θεμέλιον της συγχρόνου επιστήμης και τεχνολογίας. Αφ’ ενός μεν διήνοιξε κολοσσιαίας πηγάς ζωτικής ενέργειας, αφ’ ετέρου δε ήτο η αφετηρία δια την προετοιμασίαν του «αποκαλυπτικού» πυρός του ετοίμου να καταβροχθίση πάσαν ζωήν επί της Γης (βλ. Β’ Πέτρ. γ’ 7, Β’ Θεσσ. α’ 8, Εβρ. ι’ 27, Λουκ. κα’ 35). Ο λόγος όμως όστις εδόθη εις τον Σιλουανόν, ανυπέρβλητος κατά την αξίαν αυτού, αποτελεί δια πολλούς πιστούς καθοδηγητικόν αστέρα προς την ασάλευτον Βασιλείαν (βλ. Εβρ. ιβ’ 28). Ως προς το πνεύμα, το περιεχόμενον του λόγου τούτου ομοιάζει προς την διδασκαλίαν των αρχαίων Πατέρων της Αιγύπτου: Αντωνίου, Μακαρίου, Σισώη, Ποιμένος, των μεγάλων, και πολλών άλλων ολιγώτερον γνωστών, αλλ’ ίσως ουχί ολιγώτερον μεγάλων κατά τα έργα αυτών. Ο λόγος του Χριστού «και μη απελπίζου» εδόθη δια του Αγίου Σιλουανού εις την εποχήν ημών, ήτις χαρακτηρίζεται 6 υπό γενικής απογνώσεως, εξαιρέτως βαρείας. Οι άνθρωποι του αιώνος ημών συχνάκις, παρά την θέλησιν αυτών, γίνονται ηθικοί συνεργοί ατελευτήτων τοπικών ή και παγκοσμίων εισέτι αδελφοκτονιών. Ως τοιούτοι, αμετανόητοι ηθικοί συνεργοί, στερούνται ούτοι, κατά φυσικόν τρόπον, της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και δεν δύνανται πλέον να πιστεύσουν εις την αθανασίαν αυτών δια της αναστάσεως. Αληθώς, και ούτε επιθυμούν αυτήν. Ακριβώς εν αυτή τη αυτοκαταδίκη εις πλήρη μετά θάνατον εκμηδένισιν έγκειται η πνευματική ουσία της απογνώσεως. Ότε ο Σιλουανός έλαβε τον λόγον παρά Κυρίου, εφήρμοσεν αυτόν ολοτελώς εις την ζωήν αυτού. Ιδού πώς γράφει ούτος περί τούτου: «Ηρξάμην να πράττω καθώς εδιδάχθην υπό του Κυρίου, και ο νους μου εκαθαρίσθη και το Πνεύμα εμαρτύρει την σωτηρίαν». «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον Μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί Με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν (ήδη) εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν. ε’ 24).



Εισαγωγή και δημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο απο το Βιβλίο:
Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ)
ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ
Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου Ιερά Πατριαρχική
και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου