Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

ΙΓ΄ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΕΝ ΤΩ ΘΕΙΩ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΕΝ ΤΩ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩ ΕΙΝΑΙ



Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Οψώμεθα τόν Θεόν καθώς εστί
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΕΝ
ΤΩ ΘΕΙΩ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΕΝ ΤΩ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩ ΕΙΝΑΙ

Το αληθώς ασάλευτον θεμέλιον της θεογνωσίας εδόθη εις ημάς δια του σαρκωθέντος Λόγου του Πατρός, του Ιησού Χριστού. Ελκόμενοι προς Αυτόν δια της αγάπης πάσχομεν βαθείαν μεταμόρφωσιν πάσης ημών της υπάρξεως. Μεταδίδεται εις ημάς η άπειρος Αυτού ζωή. Το πνεύμα ημών εκτείνεται μεταξύ δύο αντιθέτων πόλων: των σκοτεινών εγκάτων του άδου αφ’ ενός, και της κατηυγασμένης υπό του αδύτου Ηλίου Βασιλείας του Θεού, αφ’ ετέρου. Το περιεχόμενον του είναι ημών ευρύνεται αρρήτως. Η ψυχή εν παραφόρω προσευχή ορμά προς τον θαυμαστόν τούτον Θεόν. Μισούμεν εαυτούς, ως είμεθα. Θα παρέλθη πολύς χρόνος έως ότου αντιληφθώμεν ότι Αυτός ο Ίδιος προσεύχεται εν ημίν, μεταδίδων εις ημάς την άναρχον Αυτού ζωήν. Δια της θεοσδότου ταύτης προσευχής ενούμεθα υπαρκτικώς μετά του Χριστού: Κατ’ αρχήν εν τη ανεκδιηγήτως μυστηριώδει κενώσει και καταβάσει Αυτού μέχρι και των καταχθονίων, ύστερον δε εν τη Θεία Αυτού Παντοδυναμία. «Αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και Όν απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ιωάν. ιζ’ 3). 294



Η Υπόστασις‐Πρόσωπον (προτιμώ τον όρον «υπόστασις» ως δηλούντα το όντως όν, το κείμενον εις θεμέλιον παντός του είναι) εν τω Θείω Είναι δεν συνιστά αρχήν περιοριστικήν. Και εν τω κτιστώ ημών είναι η υπόστασις αποτελεί αρχήν προσλαμβάνουσαν εν εαυτή το άπειρον. Εν τοις ορίοις της γηΐνης πραγματικότητος το υποστατικόν ημών πνεύμα έχει ως προορισμόν να υπερβή το τείχος του χρόνου και να διαρρήξη τα δεσμά του χώρου. Αναλογίαν τινά προς το πνευματικόν τούτο γεγονός παρατηρούμεν και εις την καθ’ ημέραν ζωήν ημών. Το αεροσκάφος αναπτύσσον υπερηχητικήν ταχύτητα προκαλεί δόνησιν εις το διάστημα ομοίαν προς έκρηξιν. Ούτω το πνεύμα του ανθρώπου εισερχόμενον εις τον κόσμον της Θείας αιωνιότητος, συγκλονίζεται υπό του μεγαλείου της αποκαλυφθείσης εις αυτό θεωρίας. Η οικουμένη ζη τότε αλλαγήν εις τα πεπρωμένα αυτής. «Εγεννήθη Άνθρωπος εις τον κόσμον» (Ιωάν. ιστ’ 21) – γεγονός όπερ αναγγέλλει εις όλην την κτίσιν καινήν, αμετάθετον αξίαν. Ο άνθρωπος ως υποστατικόν πνεύμα ανήκει εις την αιώνιον οντολογίαν. Οι εν Χριστώ σεσωσμένοι, οι άγιοι, είναι φορείς της Θείας αιωνιότητος. Προσλαμβάνουν την άναρχον και άκτιστον ζωήν ως αναφαίρετον αυτών κτήμα, κατά την φύσιν όμως αυτών παραμένουν αναλλοιώτως κτίσματα. Εν τω πνευματικώ ορίζοντι της ανθρωπότητος παρατηρείται διπλή κίνησις. Η μία εξ αυτών είναι αρνητική. Η τραχεία αύτη μορφή εκφράζεται δια της δυναμικής της διαρκώς επιταχυνομένης πτώσεως: δια του αγοραίου μηδενισμού και δια της ηθικής αποσυνθέσεως· το αποκορύφωμα δε της μορφής ταύτης είναι η εωσφορική κατάστασις, περί της οποίας πληροφορεί ημάς το βιβλίον της Γενέσεως (γ’ 5). Η ουσία του φαινομένου τούτου έγκειται εις το ότι το κτίσμα, πεπροικισμένον δια της δωρεάς της ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού, απορρίπτει την εντολήν του Θεού: Ο άνθρωπος αισθάνεται αυτήν ως τινα έξωθεν επιβαλλόμενον περιορισμόν εν τη ορμή αυτού προς απόλυτον αυτοβεβαίωσιν, προς αυτοθέωσιν. Η άλλη κίνησις είναι θετική, ανοδική. Εκδηλούται ως πόθος προς ατελεύτητον ένωσιν μετά του Πατρός, «του εν τοις ουρανοίς». Παραλλήλως προς τούτο παρατηρούμεν δύο αντιθέτους τάσεις εις τας καρδίας και τα πνεύματα των ανθρώπων. Άλλοι μεν επιδιώκουν να απεκδυθούν την γηΐνην μορφήν της υπάρξεως: Εν τη φαντασία αυτών εικονίζεται η βαθεία ησυχία του μυστηριώδους πανυπερβατικού μη Όντος. Άλλοι δε εμπνεόμενοι εκ του λόγου του Χριστού, «η Βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. ια’ 12), αναλαμβάνουν οδυνηρόν ασκητικόν αγώνα προς υπερνίκησιν του φθαρτού της κτιστής ημών φύσεως: «Ου θέλομεν εκδύσασθαι, αλλ’ επενδύσασθαι, ίνα καταποθή το θνητόν υπό της ζωής» (Β’ Κορ. ε’ 4). Χαρακτηριστικόν των πρώτων είναι ότι εκλαμβάνουν το Πρώτον Απόλυτον ως υπερ‐προσωπικόν. Δι’ αυτούς η προσωπική αρχή εν τη καλυτέρα περιπτώσει είναι η πρώτη βαθμίς υποβιβασμού, αυτοπεριορισμού του Απολύτου. Δια τους δευτέρους αυτό ακριβώς το Πρόσωπον‐Υπόστασις κείται εις θεμέλιον παντός του είναι. Τοιαύτη είναι η χριστιανική ημών περί Θεού και κόσμου θεώρησις. Εις ημάς απεκαλύφθη ο Υποστατικός Θεός, ο Ποιητής «ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων». Ούτος είναι ο όντως Ών, ο Πρώτος και ο Έσχατος. Ουδείς και ουδέν υπάρχει προ Αυτού, 296 ουδέ μετ’ Αυτόν. Είναι ο Θεός της αφθάρτου και αιωνίου αγάπης. Εις τους «ηγαπηκότας» Αυτόν εδόθη η επαγγελία του πληρώματος της Θείας υιοθεσίας δια του Μονογενούς Υιού του Πατρός, του Ιησού Χριστού, Όστις είπεν: «Εγώ ζω και υμείς ζήσεσθε» (Ιωάν. ιδ’ 19). Η Υπόστασις συνιστά την εσωτάτην αρχήν του Απολύτου Είναι, την αρχικήν και τελικήν Αυτού διάστασιν: «Εγώ ειμί το Α και το Ω (η αρχή και το τέλος), λέγει Κύριος ο Θεός, ο ών και ο ήν και ο ερχόμενος, ο Παντοκράτωρ» (Αποκ. α’ 8, κβ’ 23). Η Υπόστασις του Θεού εκφεύγει παντός ορισμού, διότι ευρίσκεται πέραν των ορίων παντός ό,τι φέρει σφραγίδα οιουδήποτε προσδιορισμού. Ακατάληπτος εις την διάνοιαν γνωρίζεται υπαρκτικώς και μόνον κατά το μέτρον της αυτοαποκαλύψεως του Θεού εις τον άνθρωπον (βλ. Ματθ. ια’ 27, Λουκ. ι’ 22, Ιωάν. ιζ’ 26). Εν τω ανθρώπω ωσαύτως τη εικόνι του Υποστατικού Θεού, η αρχή της υποστάσεως είναι αυτός ο «κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω του πραέος και ησυχίου πνεύματος, ό εστιν ενώπιον του Θεού πολυτελές» (Α’ Πέτρ. γ’ 4). Και η κτιστή αύτη υπόστασις υπέρκειται παντός ορισμού. Η επιστημονική και φιλοσοφική γνώσις εκφράζεται δι’ εννοιών και ορισμών. Η υπόστασις όμως είναι όν ασύλληπτον εις την φιλοσοφικήν ή την επιστημονικήν μορφήν γνώσεως. Ως ο Θεός ούτω και η ανθρωπίνη υπόστασις μένει έως τέλους αδιαφανής εκ των έξω, εκτός εάν η ιδία αποκαλυφθή εις ετέραν υπόστασιν. Ο Θεός είναι Θεός κεκρυμμένος. Ο άνθρωπος ωσαύτως φέρει εν αυτώ βάθη κεκρυμμένα από αλλοτρίων οφθαλμών. Εν τω Θεώ περικλείεται η Αρχή του Είναι (βλ. Ιωάν. α’ 2‐3) και ουχί εν τω Ανθρώπω (Άνθρωπος – μετά κεφαλαίου γράμματος – σημαίνει τον μυριοϋπόστατον Πανάνθρωπον, ως η λέξις Θεός σημαίνει τον Ένα, αλλά τρισυπόστατον Θεόν: Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα). Ο τελευταίος όμως ούτος εκτίσθη εν δυνάμει ικανός να ιδιοποιηθή και να φέρη εν εαυτώ την άκτιστον Ζωήν της Θεότητος. Ο Χριστός, «εν μορφή Θεού υπάρχων», τουτέστι Θεός άναρχος ών κατ’ ουσίαν, προσέλαβε δια της σαρκώσεως εν τη Υποστάσει Αυτού την μορφήν της δουλικής ημών υπάρξεως. Η ανθρωπίνη όμως υπόστασις πάσχει κατά χάριν την θέωσιν, ένεκα της οποίας πραγματοποιείται εν αυτή το πλήρωμα της «Θείας εικόνος». Εν τη υποστατική αρχή του ανθρώπου ενυπάρχει πρωτίστως η ομοίωσις προς Εκείνον, Όστις απεκαλύφθη εις ημάς δια του Ονόματος Εγώ ειμι. Κατά την θέωσιν η ανθρωπίνη υπόστασις εκτείνεται από των διαστάσεων και των σχημάτων της γης εις διαστάσεις και μορφάς Θείας Ζωής. Εν άλλαις λέξεσι ο άνθρωπος υποστασιάζει εν εαυτώ τα θεία κατηγορήματα, ως είναι η αιωνιότης, η αγάπη, το φως, η σοφία, η αλήθεια. Η κτιστή υπόστασις γινομένη θεός κατά το περιεχόμενον του είναι αυτής ουδόλως αποβαίνει Θεός δια τα άλλα λογικά κτίσματα. Οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας δια μέσου των αιώνων εξέθετον την αποκάλυψιν περί της ομοιώσεως ημών προς τον Θεόν, αλλ’ ουχί πάντες, ουδέ πάντοτε, μετά της αυτής δυνάμεως. Και τούτο οφείλεται εν μέρει εις το ότι δεν ευρίσκοντο πάντες επί του αυτού επιπέδου γνώσεως του Θεού και του Ανθρώπου. Ο λόγος περί της πλήρους ομοιώσεως, μέχρι και της ταυτίσεως εισέτι, ετάραττεν εκείνους, οίτινες κατενόουν τούτο 298 ως ανάκρασιν μετά του Θεού μέχρις άρσεως πάσης διακρίσεως. Μεταξύ Θεού και Ανθρώπου παραμένει αιωνίως ανυπέρβλητο οντολογική απόστασις: Ο Θεός είναι το Πρωταρχικόν Όν, το υπό ουδενός και ουδόλως εξαρτώμενον, οι δε άνθρωποι τα κτίσματα Αυτού. Κατά την «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Αυτού δημιουργίαν, ο Ποιητής ημών επαναλαμβάνει, κυρίως ειπείν, Εαυτόν, και υπ’ αυτήν την έννοιαν είναι «Πατήρ ημών». Δεν είχεν άρα γε ο Κύριος τούτο υπ’ όψιν, ότε έδιδεν εις ημάς την προσευχήν «Πάτερ ημών»; Δια της ενσαρκώσεως Αυτού ο προαιώνιος Λόγος του Πατρός δίδει εις ημάς να κοινωνήσωμεν του Αίματος και της Σαρκός Αυτού, ώστε δια της οδού ταύτης να χύση εις τας φλέβας ημών την άναρχον Αυτού Ζωήν, και ούτω να γίνωμεν τέκνα Αυτού, σαρξ εκ της Σαρκός Αυτού και οστούν εκ των Οστέων Αυτού (βλ. Ιωάν. στ’ ‐, Εφέσ. ε’ 30). Ο Χριστός εφανέρωσεν εις ημάς την τελειότητα της εικόνος του Θεού εν τω ανθρώπω και την δυνατότητα της φύσεως ημών να προσλάβη το πλήρωμα της θεώσεως εις τοιούτον βαθμόν, ώστε ο Ίδιος, μετά την ανάληψιν Αυτού ενεθρόνισεν «εν δεξιά του Πατρός» την φύσιν ημών.


Αλλ’ έτι και εν Αυτώ η φύσις ημών δεν εταυτίσθη μετά της Ουσίας του ακτίστου Θεού. Εν τω Χριστώ τω σαρκωθέντι Υιώ του Πατρός, θεωρούμεν την προαιώνιον ιδέαν του Θεού περί του Ανθρώπου. Η αποκάλυψις «Εγώ ειμί ο Ών» δεικνύει ότι η υποστατική διάστασις εν τη Θεότητι έχει θεμελιώδη σημασίαν. Η αρχή της Υποστάσεως εν τω Θεώ δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλ’ ουσιώδης πραγματικότης κατέχουσα ιδίαν φύσιν και ενέργειαν ζωής (βλ. Ιωάν. α’ 4). Η ουσία δεν είναι το πρωτεύον ή έστω το υπερέχον 299 εν τω Θεώ, το καθορίζον τας υποστάσεις εις τας αμοιβαίας αυτών σχέσεις. Εν τω Θείω Είναι ουδέν υπάρχει έξω της Υποστατικής Αρχής. Το βάθος του μυστηρίου των Θείων Υποστάσεων είναι ανεξερεύνητον. Ο αυτοπροσδιορισμός Αυτών εν τη αιωνιότητι αποτελεί άναρχον Γεγονός: Ουδέποτε υπήρξε τοιαύτη στιγμή κατά την οποίαν δεν είχεν ο Πατήρ τον Υιόν και δεν εξεπορεύετο απ’ Αυτού το Άγιον Πνεύμα. Η αρχή του παντός είναι ο Πατήρ, Όστις εν τη προαιωνίω γεννήσει του Υιού μεταδίδει εις Αυτόν άπαν το πλήρωμα της Φύσεως, της Ουσίας Αυτού. Το αυτό συμβαίνει και εις την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος. Συνέπεια τούτου είναι η βεβαίωσις της τελείας ισότητος του Υιού και του Αγίου Πνεύματος μετά του Πατρός. Ο ένσαρκος Λόγος του Πατρός (Χριστός–Άνθρωπος) είναι εις ημάς πλέον καταληπτός δια των ρημάτων «ά δέδωκεν Αυτώ ο Πατήρ» και άτινα Ούτος «δέδωκεν ημίν» (πρβλ. Ιωάν. ιζ’ 8). Γνωρίζομεν την επίγειον Αυτού ζωήν εκ των ευαγγελικών διηγήσεων και της πνευματικής περί Αυτού παραδόσεως. Εφανέρωσεν εν Εαυτώ «τον Πατέρα Αυτού και Πατέρα ημών» (πρβλ. Ιωάν. κ’ 17). Η γνώσις του Αγίου Πνεύματος ως Προσώπου έρχεται βραδύτερον. Τούτο ζωοποιεί απαύστως ουχί μόνον την Εκκλησίαν και τα τέκνα Αυτής, αλλά και πάντα τον κόσμον, άπασαν την κτίσιν. Θεραπεύει ημάς εκ των συνεπειών της πτώσεως· αναγεννά ημάς και αγιάζει. Τα πάντα όμως ποιεί αοράτως, ως τις κρυπτόμενος θαυμαστός Φίλος, μη θέλων να επιβαρύνη ημάς δια της ευγνωμοσύνης προς Αυτόν, διότι γνωρίζει ότι εν τη παρούση καταστάσει ημών το ευγενές αίσθημα της ευγνωμοσύνης γίνεται φορτίον. Η μεγάλη μακαριότης της γνώσεως Αυτού έρχεται βαθμηδόν, κατά το μέτρον 300 κατά το οποίον αναδύεται εντός ημών δια της συνεργείας Αυτού η υποστατική αρχή. Δυνάμει αυτής αρχόμεθα να προσλαμβάνωμεν το παν, και το Θείον Πρωταρχικόν Είναι και το κοσμικόν είναι, δι’ άλλου τρόπου προσιδιάζοντος εις τον άνθρωπον‐ υπόστασιν, την τετελειωμένην εικόνα Εκείνου, Όστις απεκαλύφθη εις τον Μωϋσήν δια του Ονόματος Εγώ Ειμί. Επομένως ο Θεός ο Ίδιος είναι Υποστατικός και ημείς δημιουργία «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Αυτού, και ως εκ τούτου η τελική κλήσις ημών είναι προς την υποστατικήν μορφήν του είναι. Η Υπόστασις είναι Εκείνος, Όστις μόνον και όντως ζη. Έξω της ζώσης ταύτης Αρχής ουδέν δύναται να υπάρχη: «Εν Αυτώ ζωή ήν και η ζωή ήν το φως των ανθρώπων» (Ιωάν. α’ 4). Το ουσιώδες περιεχόμενον της ζωής ταύτης είναι η Αγάπη: «Ο Θεός αγάπη εστίν» (Ιωάν. δ’ 8). Η υποστατική ύπαρξις έρχεται εις αυτοεπίγνωσιν δια της εν αγάπη συναντήσεως μετά μιας ή πολλών υποστάσεων. Επί τη βάσει της θαυμαστής ταύτης Αποκαλύψεως «Εγώ ειμι ο Ών» ζώμεν και τον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» κτισθέντα Άνθρωπον κυρίως ως υποστατικήν ύπαρξιν. Εις αυτήν ακριβώς την εν ημίν υποστατικήν αρχήν επηγγείλατο ο Κύριος την αιωνιότητα. Αύτη η αρχή, και μόνον αύτη, κατέχει την ικανότητα να γνωρίζη το αρχέτυπον αυτής τον Ζώντα Θεόν. Ο άνθρωπος είναι πλείον τι ή μικρόκοσμος. Είναι «μικροθεός». Κτιστός ών έλαβε την εντολήν να γίνη θεός. Εάν ο Δημιουργός ωμοιώθη κατά πάντα προς τον άνθρωπον (βλ. Εβρ. β’ 17), τούτο σημαίνει ότι και ο άνθρωπος εκτίσθη μετά της δυνατότητος να γίνη όμοιος κατά πάντα προς τον Θεόν: «Όμοιοι 301 Αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα Αυτόν καθώς εστι» (Α’ Ιωάν. γ’ 2). Κατά την υπερτάτην εφικτήν εις την φύσιν ημών έντασιν προσευχής, όταν ο Ίδιος ο Θεός προσεύχηται εν ημίν, δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη πάσης εικόνος. Τότε η ανθρωπίνη υπόστασις προσεύχεται προς τον Άναρχον όντως πρόσωπον προς Πρόσωπον. Εν τη συναντήσει ταύτη μετά του Υποστατικού Θεού ενεργοποιείται εν ημίν εκείνο όπερ εν αρχή υπήρχε μόνον δυνάμει, η υπόστασις. Φερόμενοι Πνεύματι Θεού προς την υπέρ όλου του κόσμου προσευχήν, προς συμμετοχήν εις την εν Γεθσημανή προσευχήν του Κυρίου, βλέπομεν αίφνης εν εαυτοίς Θείον θαύμα: Ανατέλλει εντός ημών ο πνευματικός ήλιος, το όνομα του οποίου είναι υπόστασις (πρόσωπον). Τούτο είναι εν ημίν η αρχή καινής μορφής υπάρξεως, ήδη αθανάτου. Τότε δεχόμεθα την Αποκάλυψιν της Υποστατικής Αρχής εν τη Αγία Τριάδι, ουχί επιφανειακώς, ουχί διανοητικώς, αλλ’ εν τοις εγκάτοις του είναι ημών. Ενορώμεν εν τω Φωτί το μέγιστον μυστήριον του Ανάρχου Είναι: τον Υποστατικόν Θεόν, τον Ζώντα· τον Ένα εν Τριάδι Υποστάσεων· το Θεόν της αγάπης, τον Μόνον αληθινόν. Γράφω την ιστορίαν της ψυχής μου. Κατέβαλον μέγα τίμημα δια τας παραπλανήσεις μου εις τας οποίας ενεπλάκην επί επτά ή οκτώ έτη. Κρίνων κατ’ άνθρωπον, δεν θα ηδυνάμην δια μόνης της δυνάμεώς μου να αποσπασθώ από της αβύσσου του υπερβατισμού του ανατολικού μυστικισμού τουτέστι του Υπερ‐ προσωπικού Απολύτου. Κατά την φυσικήν και διανοητικήν μου νεότητα, η φιλοσοφία αύτη ενεφανίζετο εις το πνεύμα μου πλήρης μεγαλείου, υπερβαινόντος τον χριστιανικόν συναισθηματικόν ψυχισμόν του «Αγαπήσεις τον Θεόν και τον πληρίον». Κατ’ εκείνην την εποχήν έτι και η λέξις «πρόσωπον‐ υπόστασις» εταυτίζοντο εν τη συνείδησει μου προς την έννοιαν της λέξεως «άτομον». Εσκεπτόμην: «Δεν είναι άρα γε αφροσύνη να προβάλω αυτό το κατηγόρημα εις το Απόλυτον Είναι»; Ότε όμως, κατά την Άνωθεν δωρεάν, εδόθη εις εμέ να εννοήσω την οντολογικήν θέσιν της αρχής της Υποστάσεως εν τω Θείω Είναι, τότε κατά τρόπον φυσικόν το παν ήλλαξε και παρουσιάσθη εν αντιθέτω προοπτική: Είμεθα κτίσματα· ως κτίσματα φέρομεν εντός ημών την υποστατικήν αρχήν δυνάμει, ουχί ενεργεία. Δεν είμαι το Πρωταρχικόν Όν, αλλ’ η κτιστή εικών Αυτού. Καλούμαι δια της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών να ενεργοποιήσω, να πραγματοποιήσω εν εμοί την υποστατικήν ομοίωσιν μου προς τον Θεόν· να γίνω υπόστασις, υπερβαίνων τον περιορισμόν του ατόμου, όπερ ουδόλως δύναται να κληρονομήση την Θείαν μορφήν υπάρξεως. Ο Θεός ημών είναι παντογνώστης, Πνεύμα πανταχού παρόν: «Ουδέν εστι κεκαλυμμένον ό ουκ αποκαλυφθήσεται, και κρυπτόν ό ου γνωσθήσεται … ουχί δύο στρουθία ασσαρίου πωλείται; Και έν εξ αυτών ου πεσείται επί την γην άνευ του Πατρός υμών· υμών δε και αι τρίχες της κεφαλής πάσαι ηριθμημέναι εισίν» (Ματθ. ι’ 26‐30). «… Ουκ έστι κτίσις αφανής ενώπιον Αυτού, πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού» (Εβρ. δ’ 13). Ημείς δεν κατανοούμεν αυτό το είδος της γνώσεως: της αμέσου, της άνευ εξελίξεως, της ολοκληρωτικής. Πιστεύομεν όμως εις την αγαθήν περί ημών πρόνοιαν του Θεού. Κατά την διάρκειαν χρόνων επιμόνου ασκήσεως, όπως ζήσωμεν κατά το θέλημα Αυτού, πολλάκις θα μείνωμεν έκθαμβοι δια την μαθηματική ακρίβειαν της περί ημάς Προνοίας του Θεού. Εάν ο Θεός δεν ήτο Όν Υποστατικόν, τότε ούτε και ημείς η εικών Αυτού, θα ηδυνάμεθα να εισέλθωμεν εις την υποστατικήν μορφήν του είναι· και αυτή εισέτι η προσωπικότης ημών δεν θα ήτο πλείον επιφαινομένου τινός. Επειδή όμως η υπόστασις γεννάται εν ημίν εν καταστάσει υπερφυσικής προσευχής προσώπου προς Πρόσωπον ενώπιον του Ζώντος Θεού, δεν υπόκειται αύτη εις τα στοιχεία της φύσεως: Υπερβαίνει τα γήινα όρια και κινείται εις σφαίραν άλλων διαστάσεων. Μία και μόνη, ανεπανάληπτος και άτρεπτος εις οτιδήποτε άλλο, δεν υπόκειται εις αριθμητικόν υπολογισμόν. Το Απόλυτον Πρωταρχικόν Όν είναι Υποστατικόν, και ο άνθρωπος, η ομοίωσις του Απολύτου, είναι ωσαύτως υπόστασις. Ο Θεός είναι Πνεύμα και ο άνθρωπος‐υπόστασις είναι ωσαύτως πνεύμα. Και το πνεύμα τούτο δεν είναι αφηρημένον, κεχωρισμένον, διότι κέκτηται ιδίαν φύσιν. Επί του γηΐνου επιπέδου λαμβάνει συγκεκριμένην μορφήν δια της σαρκός, μετά της οποίας αποκτά την πρώτην αυτού εμπειρίαν του είναι. Ο Θεός‐Λόγος προσέλαβε την ανθρωπίνην σάρκα, και ούτως απέδειξεν ότι δεν είναι επινόησις του λογικού ημών, ουδέ αποκύημα της εξημμένης υπό μυστικού τινος φόβου ενώπιον αγνώστων και εχθρικών δυνάμεων φαντασίας ημών. Ο Θεός είναι η πρώτη ουσιαστική Πραγματικότης· και η ανθρωπίνη υπόστασις είναι ωσαύτως ουσιαστική ζωή. Αι σχέσεις αγάπης είναι ίδιον της Υποστάσεως, της εικόνος του Θεού της αγάπης. Η Υπόστασις δεν ορίζεται αντιθετικώς, δια της αντιπαραθέσεως προς αυτήν 304, εκείνου, όπερ «δεν είναι Εγώ». Η αγάπη είναι το βαθύτερον περιεχόμενον και η καλυτέρα έκφρασις της ουσίας αυτής. Η Υπόστασις περιβάλλουσα εν προσευχή αγάπης ολόκληρον τον κόσμον αποτελεί την προς τα έσω (ad intra) ενότητα των πάντων. Εν τη δημιουργική ενεργεία αυτής όπως αναπτυχθή, επιδιώκει την καθολικήν ενότητα και προς τα έξω (ad extra). Εν τη αγάπη ευρίσκεται η ομοίωσις αυτής προς τον Θεόν, Όστις είναι αγάπη (βλ. Α’ Ιωάν. δ’ 16). Ο Ποιητής του κόσμου ο Κύριος κρατεί εν τη παλάμη Αυτού πάντα τα όντα· και ο άνθρωπος‐υπόστασις αποτελεί κέντρον ικανόν να περιλάβη εν εαυτώ ουχί μόνον την πολλαπλότητα των πραγματικοτήτων του σύμπαντος, αλλά και πλέον τούτου: άπαν το πλήρωμα του θεανθρωπίνου είναι. Η υπόστασις καθ’ εαυτήν είναι αξία μη παρερχομένη, πολυτιμοτέρα ολοκλήρου του λοιπού κόσμου. Εν τη χαρά της ευρέσεως της ελευθερίας της αθανασίας ατενίζει εις καινήν μορφήν του είναι. Ο άνθρωπος, αναγεννηθείς υπό του Θεού εν τη προσευχή, ουδέποτε μένει μόνος. Η υπόστασις δεν γνωρίζει μοναξίαν: Διαμένει πάντοτε ενώπιον του πανταχού παρόντος Θεού. Πριν ή φθάση εις την πληρότητα αυτής, «υπομένει» ενίοτε Αυτόν μετά μεγάλου κόπου, ως ο Μωϋσής, όστις «τον αόρατον ως ορών εκαρτέρησεν» (Εβρ. ια’ 27). Άλλοτε πάλιν αύτη πληρούται ησύχου και ειρηνικής χαράς έχουσα την συνείδησιν ότι ευρίσκεται εις χείρας του Αγίου Φύλακος. Ο άνθρωπος‐υπόστασις δεν γνωρίζει μοναξίαν, έτι και διότι, εν οιαδήποτε ερήμω και εάν ευρίσκηται, προσεύχεται υπέρ όλου του κόσμου, είτε ο κόσμος ούτος πάσχει, είτε ευτυχεί. Δι’ ευχών του Οσίου Πατρός μου Σιλουανού, ο Χριστός εφανέρωσε και εις εμέ, έστω και «εκ μέρους» το μυστήριον του προσώπου‐υποστάσεως. Διήλθον μακροχρόνιον περίοδον απεγνωσμένης προσευχής. Ο Κύριος δεν εβδελύχθη εμέ, και εν ελέει συγκατέβη εισέτι μέχρις εμού. Κατ’ αρχήν ενήργει επ’ εμέ ο ευαγγελικός Αυτού λόγος. Ο λόγος ούτος, ο εκ του Πατρός εκπορευόμενος (βλ. Ιωάν. ζ’ 16‐17, ιζ’ 14, 17), δια των ριζών αυτού εισεχώρει εις την καρδίαν μου διαρρηγνύων τους πεπωρωμένους ιστούς αυτής. Εν οδύναις εγεννάτο η νέα ζωή μου. Κατά τον πρώτον καιρόν ήμην μόνος, εκτός της Εκκλησίας εισέτι. Ουδέν εγνώριζον τότε, αλλ’ αόρατον πυρ κατέφλεγεν εμέ και η ψυχή μου εν μεγάλη θλίψει εστρέφετο προς τον «Δυνάμενον σώσαι με». Είς τι μέρος εντός μου διετηρείτο αμυδρά ελπίς, ήτις υπερενίκησε τον φόβον όπως εισέλθω εις την επίπονον οδόν. Ο πόνος ούτος, περί του οποίου προσπαθώ να ομιλήσω, είναι δι’ εμέ ιερός. Παράδοξον θαύμα! Η οδύνη αύτη της καρδίας μου εις τινας στιγμάς συνήρπαζε μετ’ ενθουσιασμού το πνεύμα μου. Εθαύμαζον πως ο Θεός εδημιούργησε την φύσιν μου ικανήν να υπομείνη παθήματα, δι’ ων απεκαλύπτοντο εις εμέ τα άγνωστα πρότερον βάθη της προσευχής. Υπήρχον στιγμαί κατά τας οποίας πιεζόμενος υπό δυνατού πόνου, μεθ’ ησύχου φωνής αλλά και μετά θάμβους, «έκραζον»: «Δόξα Σοι, πάνσοφε Δημιουργέ …». Η προσευχή ωδήγει εμέ πέραν της στενής φυλακής του κόσμου και το πνεύμα μου έζη εν τη ελευθερία της απειρότητος του Θεού μου. Άνευ των παθημάτων τούτων ουδέποτε θα ηδυνάμην να εννοήσω περί ποίας αγάπης ωμίλει ο Κύριος, όταν έλεγεν: «Έρχεται ο του κόσμου άρχων, και εν Εμοί ουκ έχει ουδέν· αλλ’ ίνα γνω ο κόσμος ότι αγαπώ τον Πατέρα, και καθώς ενετείλατό Μοι ο Πατήρ, ούτω ποιώ» (Ιωάν. ιδ’ 30‐31). Εάν η αγάπη την οποίαν εντέλλεται το Ευαγγέλιον, ήτο φυσική εν τη καταστάσει της πτώσεως ημών, τότε θα ήτο περιττή η κλήσις: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου … αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ’ ‐). Όταν όμως η αγάπη εκείνη εγγίση την καρδίαν, τότε το πνεύμα ημών βλέπει τον Θεόν εν Φωτί και ζη δι’ Αυτού και εν Αυτώ. Ο Θεός υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην διάνοιαν. Ουδεμία αφηρημένη έννοια προσιδιάζει εις Αυτόν. Είναι Ζων. Η παντοδυναμία Αυτού είναι άμετρος· η αγάπη Αυτού ανεκδιήγητος. Η μετ’ Αυτού ζωή είναι πλούτος άρρητος. Όταν ήμην ζωγράφος, δεν εύρισκον αληθινήν ικανοποίησιν, διότι τα μέσα, άτινα διέθετον, ήσαν ανίσχυρα να αποδώσουν το υπάρχον εν τη φύσει κάλλος. Νυν δε πάντες οι λόγοι μου είναι τελείως ανεπαρκείς προς έκφρασιν του θάμβους μου ενώπιον του Θεού. Να είναι τις τυφλός είναι μεγάλη στέρησις. Δεν υπάρχει όμως μεγαλυτέρα συμφορά και βαθυτέρα οδύνη της αγνοίας του Θεού. Εάν ο «άνθρωπος Χριστός Ιησούς» (Α’ Τιμ. β’ 5), ο παραδούς εαυτόν εκουσίως δια την λύτρωσιν πάντων, προσηύχετο προς τον Πατέρα: «Πάτερ Μου, ει ου δύναται τούτο το ποτήριον παρελθείν απ’ Εμού, εάν μη αυτό πίω, γεννηθήτω το θέλημά Σου» (Ματθ. κστ’ ), τότε τι δυνάμεθα να είπωμεν περί εαυτών ημείς οι ολιγόψυχοι; «Το ποτήριον τούτο» ‐ ποίον ποτήριον; Τί έβλεπεν Ούτος εν τη προσευχή Αυτού, ώστε να εκφρασθή δια τοιούτου τρόπου; Δεν δυνάμεθα να προσεγγίσωμεν το βάθος της θεωρίας του Κυρίου. Το μυστήριον της συνειδήσεως Αυτού εκ μέρους μόνον αποκαλύπτεται εις τους πιστούς, όταν δίδηται εις αυτούς να προσεγγίσουν τα απερίγραπτα εκείνα όρια. Οι Πατέρες ημών, άνθρωποι εξαιρέτου ανδρείας, απομακρυνόμενοι εις τας ερήμους, εις άκραν απομόνωσιν εκ του κόσμου, εθρήνουν ουχί βεβαίως διότι εστερήθησαν τι το γήινον, αλλ’ επειδή ενώπιον αυτών διηνοίγοντο συνταρακτικαί άβυσσοι, περί ών είναι αδύνατον να διηγηθή τις δια της κοινής γλώσσης.



Όστις διήλθε παρομοίας καταστάσεις, γνωρίζει ότι ωδηγήθη μέρχι των εσχάτων ορίων, των προσιτών εις τον άνθρωπον. Και όμως τούτο δεν είναι εισέτι το τέλος: «Έτι άπαξ Εγώ σείω ου μόνον την γην, αλλά και τον ουρανόν. Το δε έτι άπαξ δηλοί των σαλευομένων την μετάθεσιν, ως πεποιημένων, ίνα μείνη τα μη σαλευόμενα» (Εβρ. ιβ’ 26‐27), ως τεθεωμένα. Όταν σκεπτώμεθα περί της νέας ταύτης δοκιμασίας πάντων των «πεποιημένων και σαλευομένων», ουδόλως δυνάμεθα να είμεθα βέβαιοι περί ημών μέχρι τέλους. Η συναίσθησις του κτιστού και ευθραύστου της φύσεως ημών παραμένει πάντοτε μεθ’ ημών, εκτός εξαιρέτων στιγμών της συγκαταβάσεως του Φωτός προς ημάς, οπότε προγευόμεθα της Βασιλείας του Αγίου Πατρός ημών (βλ. Ματθ. ιστ’ 28). Ως βάσις της ασκήσεως ημών κείται ο πόθος να αποκτήσωμεν την επηγγελμένην αγάπην του Χριστού. Όταν το Πνεύμα της αγάπης του Χριστού εισέλθη εντός ημών, η ψυχή διψά την σωτηρίαν πάντων των ανθρώπων. Μετά τρόμου διαπιστοί ότι ουχί πάντες επιθυμούν δι’ εαυτούς εκείνο περί του οποίου αύτη δέεται προσευχομένη υπέρ αυτών. Έτι πλέον συναντώμεν εις αυτούς άρνησιν, εισέτι δε και έχθραν. Και πως είναι δυνατόν να σωθή ο άνθρωπος ευρισκόμενος εν τοιαύτη διαστροφή; Ζώμεν εις εποχήν κατά την οποίαν, ένεκα 308 των γεγονότων του αιώνος ημών, η τραγωδία της πτώσεως καθίσταται οφθαλμοφανής. Ιδού, νυν η σκέψις μου στρέφεται προς εμέ τον ίδιον. Και τί λοιπόν βλέπω; Πλέον του ημίσεος αιώνος προσηυχόμην ενίοτε μέχρι βαθέος θρήνου, κατά καιρούς δε μέχρι παραφροσύνης εκ της απογνώσεως, υπέρ της ειρήνης του κόσμου παντός και της σωτηρίας, ει δυνατόν, πάντων. Και έως της ημέρας ταύτης του γήρατος μου το κακόν ορθούται ενώπιόν μου δια συνεχώς αυξανομένης δυνάμεως. Το τέλος της επιγείου ιστορίας της ανθρωπότητος γίνεται «επιστημονικώς» καταληπτόν. Αύριον ίσως θα είναι και τεχνολογικώς πλέον εφικτόν. Ο κατά οικτρόν τρόπον παράλογος χαρακτήρ των συγχρόνων γεγονότων οδηγεί ημάς εις βαθείαν απορίαν. Αναζητούμεν απάντησιν εν τω λόγω του Θεού, και μεταξύ άλλων ευρίσκομεν τα ακόλουθα: «Όταν ακούσητε πολέμους και ακαταστασίας, μη πτοηθείτε· δει γαρ ταύτα γενέσθαι … επί της γης συνοχή εθνών … αποψυχόντων ανθρώπων από φόβου και προσδοκίας των επερχομένων τη οικουμένη· αι γαρ δυνάμεις των ουρανών σαλευθήσονται … αρχομένων δε τούτων γίνεσθαι ανακύψατε και επάρατε τας κεφαλάς υμών, διότι εγγίζει η απολύτρωσις υμών» (βλ. Λουκ. κα’ 9‐28). Και αλλαχού πάλιν: «Έτι άπαξ Εγώ σείω ου μόνον την γην, αλλά και τον ουρανόν» (Εβρ. ιβ’ 26). Ούτως, δι’ όλων τούτων ο Κύριος καλεί ημάς εις μεγαλειώδη μάχην δια την κατάκτησιν της «ασαλεύτου Βασιλείας». Είναι προφανές ότι το τοιούτον Ευαγγέλιον εδόθη εις ημάς ουχί «παρά ανθρώπου», και κατά τας διαστάσεις αυτού «ουκ εστι κατά άνθρωπον» (Γαλ. α’ 11‐12). Τί λοιπόν να πράξωμεν, εάν ούτως έχουν τα πράγματα; Να απελπισθώμεν και να εκπέσωμεν του «αιωνίου Ευαγγελίου» (Αποκ. ιδ’ 6); Και εάν εκπέσωμεν, τότε 309 τι άλλο θα ικανοποιήση ημάς εν όλη τη κτίσει; Αληθώς, ουδέν όντως υπάρχει, όπερ θα ηδύνατο να χωρίση ημάς απ’ Αυτού, όσον βαρύς και εάν είναι ο αγών ημών (βλ. Ρωμ. η’ 35‐). Διήνοιξε τους οφθαλμούς ημών προς το άπειρον και είναι αδύνατον πλέον να κλείσωμεν αυτούς εκ νέου και να προτιμήσωμεν την τυφλότητα των αρτιγεννήτων: «Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. ιστ’ 33), είπεν ο Κύριος. Ιδού, ιστάμεθα προ του Ζώντος Απολύτου. Ακριβώς αυτό και μόνον αυτό αναζητούμεν. Εν τω κόσμω τούτω η ζώσα πείρα της υποστάσεως σπανίως δίδεται εις τους ανθρώπους: Έρχεται δια της χριστομιμήτου προσευχής υπέρ του σύμπαντος κόσμου, ως και υπέρ ημών αυτών, συμφώνως προς την εντολήν: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ’ ). Οδηγούμενος ο άνθρωπος δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος εις τοιαύτην προσευχήν ζη υπαρκτικώς το μυστήριον της Τριαδικής Μονάδος. Εν τοιαύτη προσευχή βιούται το ομοούσιον του ανθρωπίνου γένους. Δι’ αυτής αποκαλύπτεται εις ημάς το οντολογικόν νόημα της «δευτέρας εντολής». Όλος ο Αδάμ γίνεται είς Άνθρωπος‐Ανθρωπότης. Παν ότι είναι κατώτερον τούτου, είναι κατώτερον και της ευαγγελικής εντολής. Ευλόγως θα ηδυνάμεθα να είπωμεν ότι η εν ταις εντολαίς του Χριστού ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ εις τας αληθινάς αυτής διαστάσεις. Εν τη οντολογική αυτού αξία ο Χριστιανισμός υπερβαίνει αμέτρως την σύνεσιν εκείνων, οίτινες εκ ραθυμίας δεν θέλουν να αποκτήσουν την αγίαν θεογνωσίαν, ήτις και είναι η αιώνιος ζωή (βλ. Ιωάν. ιζ’ 3). Οι άνθρωποι αναζητούν την αλήθειαν. Πολλοί αγαπούν τον Χριστόν, αλλά συχνάκις επιχειρούν να υποβιβάσουν το Ευαγγέλιον εις το επίπεδον της ηθικής διδασκαλίας. Επιλανθάνονται ούτοι της διδαχής του Χριστού, ότι μόνον οι τηρούντες τον λόγον Αυτού γνωρίζουν πόθεν αύτη προέρχεται: εξ ανθρώπου άρα γε ή εκ του Ουρανίου Πατρός (βλ. Ιωάν. ζ’ 17); Ίνα πληρωθώμεν αληθώς εκ της θεοποιού δυνάμεως του Ευαγγελικού λόγου, είναι ανάγκη να μοχθήσωμεν έτι μάλλον ή δια την επίτευξιν πρακτικών ή επιστημονικών γνώσεων. Ούτε η ανάγνωσις πλήθους βιβλίων, ούτε η εξοικείωσις μετά της ιστορίας του Χριστιανισμού και των άλλων θρησκειών, ούτε η μελέτη των διαφόρων θεολογικών συστημάτων και τα όμοια, θα οδηγήσουν ημάς εις τον επιδιωκόμενον σκοπόν: την σωτηρίαν δια της επιγνώσεως «του μόνου αληθινού Θεού», και του αποσταλέντος υπ’ Αυτού Ιησού Χριστού (πρβλ. Ιωάν. ιζ’ 3). Η μακραίων πείρα της ακαδημαϊκής θεολογίας απέδειξε μετά πειστικότητος ότι είναι δυνατόν να έχη τις ευρείαν πολυμάθειαν επί του πεδίου της επιστημονικής θεολογίας και μη έχων ζώσαν πίστιν, τουτέστιν αγνοών πλήρως τον Θεόν. Εν τοιαύταις περιπτώσεσιν η θεολογία αποβαίνει διανοητική ενασχόλησις, ως και η νομική επιστήμη. Ως αύτη διαφέρει εις εκάστην χώραν, ούτω και η θεολογία διαφοροποιείται εν τω πλήθει των διηρημένων ομολογιών». Η γνώσις ημών είναι αποτέλεσμα της Άνωθεν Αποκαλύψεως: «Εν αρχή ήν ο Λόγος … και Θεός ήν ο Λόγος» (Ιωάν. α’ 1). Δια πολλούς εκπροσώπους της συγχρόνου επιστήμης «εν αρχή» ήτο το άτομον του υδρογόνου, και εξ αυτού δια της πορείας της εξελίξεως, μετά πάροδον δισεκατομμυρίων ετών, ενεφανίσθη το σύμπαν. Η επιστήμη δεν έθεσεν ενώπιον αυτής εισέτι το ερώτημα: Τί άρα γε υπήρχε προ της εμφανίσεως του κόσμου; Ποίος προετοίμασε μετά τοιαύτης ασυλλήπτου δημιουργικής σοφίας το τοσούτον καταπληκτικόν «big bang»; Τί είναι κατ’ ουσίαν ο χρόνος και το διάστημα μετά των γαλαξιών και των άλλων ουρανίων συστημάτων; Φαίνεται εις ημάς παράλογος η ιδέα ότι εκ «τυχαίων» συνδυασμών, απροσδοκήτων εισέτι και δι’ αυτό το πρώτον άτομον, ηδύνατο να προκύψη η ανθρωπίνη σκέψις μετά της αναζητήσεως της «πρώτης αρχής». Είναι απαράδεκτος η ιδέα ότι το άτομον του υδρογόνου αποτελεί το πρωταρχικόν όντως όν. Εν καταστάσει υψίστης δεκτικότητος ελάβομεν την πληροφορίαν περί ενός ιδιαιτέρας τάξεως Είναι, το οποίον δι’ Εαυτό ουδεμίαν έχει εξωτερικήν αιτίαν, αρχήν ή τέλος. Είναι αδύνατον δι’ ιδίων δυνάμεων να φανερώσωμεν μετ’ αξιοπιστίας τον βαθύν χαρακτήρα του Είναι τούτου. Έχομεν όμως έμφυτον την ορμήν προς Αυτό. Και εις το ερώτημα: «Τί εστι το Είναι;» ελάβομεν την απάντησιν: «Εγώ ειμί ο Ών». Ουχί «τί», αλλά «τίς». Και ο «Τίς» ούτος έρχεται εις κοινωνίαν ζώσαν και αισθητήν μεθ’ ημών. Το Υποστατικόν τούτο Είναι, το ευρισκόμενον πέραν παντός περιορισμού και ρυθμίζον καθ’ Εαυτό τα πάντα, είναι ο Αίτιος της ελεύσεως ημών εις τον κόσμον. Η Αποκάλυψις ότι το Είναι τούτο είναι υποστατικόν μαρτυρεί οφθαλμοφανώς ότι η περί Αυτού γνώσις, μάλλον η γνώσις Αυτού, δύναται να δοθή μόνον μέσω προσωπικής κοινωνίας Αυτού μεθ’ ημών, ως προσώπων. Εις στιγμάς ζώσης κοινωνίας μετ’ Αυτού ο Ίδιος μεταδίδει εις ημάς την γνώσιν περί Εαυτού αποκαλυπτόμενος εν ημίν μέσω των ενεργειών Αυτού. 312 Και πάλιν δεν είναι περιττόν να επαναλάβωμεν ότι η γνώσις ημών περί του ανάρχου Απολύτου, του αποκαλυφθέντος εις ημάς ως Υποστατικού Όντος, φέρει χαρακτήρα προσωπικόν, οντολογικόν, και ουχί αφηρημένον. Θα επιχειρήσωμεν να εκφράσωμεν τούτο δι’ άλλης ορολογίας. Εν τη συνήθει πορεία της σκέψεως σχετικώς προς την γνώσιν, διακρίνομεν το γνωρίζον υποκείμενον και το γνωριζόμενον αντικείμενον. Εν τη ημετέρα όμως αντιλήψει περί της γνώσεως του Θεού καταργείται η πορεία της αντικειμενοποιήσεως του γνωριζομένου, διότι Ούτος γνωρίζεται πάντοτε «εν τω συνδέσμω της αγάπης», εν τη καταστάσει της καθαράς προσευχής. Η κτιστή ημών υπόστασις εισάγεται δια του Αγίου Πνεύματος εις την σφαίραν του ακτίστου Θείου Είναι κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να αισθανώμεθα εν ημίν τον Θεόν ως την ζωήν ημών. Εις τούτο έγκειται η βασική διαφορά μεταξύ επιστημονικής και πνευματικής γνώσεως. Η τελευταία αύτη κατανοείται ως κοινωνία εν τη υπάρξει, ως ένωσις εν αυτώ τω είναι. Η καθαρά προσευχή είναι η ασφαλεστέρα οδός προς την γνώσιν του Θεού. Ο ούτω προσευχόμενος απεκδύεται πάσας τας εξωτερικάς γνώσεις και τας εμπαθείς εικόνας, ώστε, κλίνας ενώπιον Εκείνου Όστις είναι η Αρχή του παντός να λάβη την εξ Αυτού εκπορευομένην ζωήν. Άνευ λόγων, «στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. η’ 26), εκδυσωπεί τον άγνωστον εισέτι Θεόν να σώση αυτόν όπερ εν τελευταία αναλύσει σημαίνει να δεχθή το πνεύμα αυτού εις αιώνιον παραμονήν μετ’ Αυτού. Η δέησις αυτού ενούται μετά του μακραίωνος στεναγμού πάσης της κτίσεως. Αι κραυγαί αυτού συμβάλλουν 313 εις τον ενιαίον χορόν της οικουμένης, ήτις ικετεύει δια την σωτηρίαν. Η προσευχή αύτη είναι ανέκφραστος, απερίγραπτος. Δεν ενσαρκούται δια των λόγων ημών. Η οδύνη επί της οποίας θεμελιούται είναι βαθυτέρα παντός στεναγμού. Ακατάσχετος εν τοις ορίοις της επιγείου υπάρξεως είναι η δίψα προς γνώσιν. Το κατ’ αρχήν ασαφές νόημα της προσευχής ταύτης, εις ώραν την οποίαν γνωρίζει μόνον ο Θεός, μεταβάλλεται εις χαροποιόν συνείδησιν της κλήσεως Αυτού. Ο Ίδιος δια της δυνάμεως Αυτού ελκύει ημάς εις ανάβασιν προς Αυτόν. Η θαυμαστή αύτη άνοδος, παρά την οδυνηράν έντασιν της υπάρξεως ημών, βιούται ως μακάριον «περισσόν» Νέας Ζωής εκχεομένης εφ’ ημάς. Όταν το πνεύμα ημών γίνηται όλον προσευχή, αξιούται να αισθανθή εναργώς την πνοήν της Θείας αιωνιότητος. Δια μεγάλης οδύνης μετανοίας αναγεννάται ο άνθρωπος δια της «ασάλευτον βασιλείαν». Και δια το γεγονός τούτο «χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού» εν ουρανοίς (Λουκ. ιε’ 10). Ο Θεός αποκαλύπτει το Όνομα Αυτού: «Εγώ ειμι ο Ών». Δια τον άνθρωπον, την εικόνα του Υψίστου, η λέξις αύτη εγώ είναι μία των πολυτιμοτέρων, διότι μαρτυρεί την αρχήν της υποστάσεως εν ημίν. Έξω της αρχής ταύτης τα πάντα αποβαίνουν παράλογα, μη όντα (ανύπαρκτα), διότι ο Ών είναι αφεύκτως «εγώ». Έκαστος εξ ημών ας φυλάξη την υποστατικήν αυτού αξίαν: Εν αυτή και μόνον εν αυτή ο πλούτος και το κάλλος του είναι ημών. Εν τοις πλαισίοις της δεδομένης εις ημάς ιστορικής υπάρξεως ουδόλως είναι εύκολος ο αγών προς πραγμάτωσιν του περί ημών υψηλού σχεδίου του Δημιουργού και Θεού ημών. Ο Κύριος εδωρήσατο εις ημάς το φως της αποκαλύψεως της Υποστάσεως, ημείς όμως εγεννήθημεν και αφέθημεν να ζώμεν εντός της αμόρφου μάζης των ατόμων, ίδιον των οποίων είναι ο εγωϊσμός και η φιλαυτία. Εις το πρόσωπον‐υπόστασις όμως εδόθη να περιβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός της αγάπης του Χριστού. Συνδεόμεθα μετά του κόσμου τούτου, ως είναι εν τη πτώσει αυτού, και ταυτοχρόνως έχομεν ανάγκην να παλαίσωμεν δια την εν Θεώ ελευθερίαν ημών. Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει ατομικιστικόν χαρακτήρα. Ο ατομικισμός καλλιεργείται εις τους ανθρώπους καθ’ όλας τας εμπαθείς αυτού εκδηλώσεις. Εμφανέστερον διαπιστούται τούτο εις τον τομέα της τέχνης. Δοξάζονται αι μεγαλοφυίαι, οι πρωτότυποι δημιουργοί του ενός ή του άλλου έργου. Εν άλλας λέξεσι, εκτιμάται η πρωτοτυπία, ή ατομικότης του καλλιτέχνου. Η κοινωνία ημών οικοδομείται επί τη βάσει της αρχής ταύτης. Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου. Η καλλιέργεια της πτώσεως οδηγεί εις την αποξένωσιν από του Θεού. Ο άνθρωπος υποβιβάζεται δια της εν αυτώ αμαυρώσεως της εικόνος του Θεού. Αντιθέτως προς τούτο, η σύναξις των υποστάσεων είναι «το άλας της γης και το Φως του κόσμου». Τούτο πραγματοποιείται εν τη Εκκλησία του Χριστού, μετ’ ιδιαιτέρας δε δυνάμεως εν τη λειτουργική πράξει. Εκεί ακριβώς φανερούται η αληθινή εικών της Αγίας Τριάδος. Δι’ όλου του περιεχομένου της Θείας Λειτουργίας ο λειτουργός καλείται, εν τω πνεύματι της εν Γεθσημανή προσευχής του Χριστού, να προσφέρη εις τον Θεόν λατρείαν αρμόζουσαν εις την υπόστασιν. Η Υπόστασις εν τω Θείω Είναι δεν νοείται ως στατική 315 τις αρχή εγκεκλεισμένη εν εαυτή. Τούτο θα ήτο δυνατόν εν τη προοπτική του ενοθεϊσμού του Ισλάμ, έτι δε και εν τοις ορίοις της Παλαιάς Διαθήκης, αλλ’ ουδόλως εν τη αποκαλυφθείση εις ημάς Τριάδι, Ήτις είναι Όν άκρως δυναμικόν. Την δυναμικότητα ταύτην εδιδάχθημεν να βλέπωμεν εν τη Αγάπη, ήτις αποτελεί την βαθυτέραν έκφρασιν του Γεγονότος του αιωνίου αυτοπροσδιορισμού των Υποστάσεων της Αγίας Τριάδος. Δεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι η Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότι εκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλου (βλ. Α’ Ιωάν. δ’ 8). Η Ουσία είναι αμέθεκτος υπό των κτισμάτων, και ως εκ τούτου παραμένει αιωνίως άγνωστος. Παν ό,τι δεν κοινωνείται, δεν γνωρίζεται υπό των λογικών κτισμάτων. Η ενέργεια όμως της Θείας Αγάπης εκχέεται εις τα κατ’ εικόνα κτίσματα, και η απόκτησις αυτής εδόθη εις ημάς ως εντολή. Εν τω Θείω Είναι ο παράγων ο αποκαλύπτων την Ουσίαν ονομάζεται Ενέργεια. Η μετοχή εις την άκτιστον Ενέργειαν πραγματοποιεί την ομοίωσιν ημών προς τον Δημιουργόν, θεοποιεί ημάς. Η Αγάπη, ως άναρχος και αμετάθετος ζωή του Τριαδικού Θεού δια της ενοικήσεως αυτής εν ημίν, δεν καθιστά ημάς μόνον αθανάτους, υπό την έννοιαν ότι η ύπαρξις ημών θα παρατείνηται εις τους αιώνας, αλλά και «ανάρχους», διότι και η ενδοτριαδική Αγάπη είναι καθ’ εαυτήν άναρχος. Το άκτιστον Φως, συγκαταβαίνον εις τον άνθρωπον, δίδει εις αυτόν την ζώσαν πείραν της Αγάπης ταύτης. Η ενέργεια αυτής υπερνικά τον πλήξαντα ημάς θάνατον και βιούται ως εκ νεκρών ανάστασις εις νέαν, άναρχον πλέον ζωήν. Τότε αίρεται η αίσθησις της γηΐνης προελεύσεως ημών. Η εμπειρία αύτη, εν τούτοις είναι μόνον η πρόγευσις 316 της υπεσχημένης θεώσεως, κλήσις εμπνέουσα εις αγώνα, ουχί όμως τετελειωμένη κατάστασις θεώσεως. Η δωρεά αύτη της χάριτος πλουτεί ημάς δια της γνώσεως εκείνων, «ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν» (Α’ Κορ. β’ 9), αλλά δεν είναι εισέτι πλήρως κτήμα ημών, και ως εκ τούτου δύναται να αρθή ως «άδικος μαμωνάς» (βλ. Λουκ. ιστ’ 11‐12). Και ο επιμελής εισέτι ασκητής δεν παραμένει πάντοτε εν ίση εντάσει χάριτος. Μετά περίοδον επισκέψεων αυτής δύναται η χάρις αύτη να μειωθή, και τότε εκ νέου σκιά τις καλύπτει ημάς. Η γνώσις όμως διατηρείται εν τη ψυχή ως ανάμνησις. Διακρίνοντες εν τη αποκαλυφθείση ημίν Θεότητι Υποστατικήν αρχήν, Ουσίαν, Ενέργειαν, ουδόλως εννοούμεν ότι η Θεότης συνίσταται εκ διαφόρων στοιχείων. Το Θείον Όν είναι ο Ζων Θεός και ουχί η αφηρημένη φιλοσοφική έννοια του «καθαρού είναι». Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα. Ουχί. Έχει δε Ιδίαν Φύσιν και Ιδίαν Ενέργειαν. Και τούτο είναι το όντως Όν. Την Ουσίαν ή Φύσιν δεν εκλαμβάνομεν ως αντικειμενικόν παράγοντα εν τη Θεότητι. Εάν ενίοτε ομιλώμεν περί αυτής της πλευράς του Θείου Είναι, ως να επρόκειτο περί αντικειμενικής πραγματικότητος, πράττομεν τούτο κυρίως υπό την έννοιαν ότι η Ουσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι το περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά το αυτό μέτρον. Εν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και της Ουσίας υπάρχει τελεία ταύτησις. Η Ουσία εγκλείεται εν ταις Υποστάσεσιν. Ουδεμίαν έχει ύπαρξιν «κεχωρισμένην» εκ των Υποστάσεων ή εκτός Αυτών. Εν τω Θείω Είναι –άκρως υποστατικώ– ο αυτοπροσδιορισμός των Θείων Υποστάσεων προέρχεται εξ αυτών των ιδίων των Υποστάσεων και κατ’ ουδένα τρόπον προκαθορίζεται ή επιβάλλεται υπό της Ουσίας. Εν τη κτιστή ημών ζωή βλέπομεν όντως ότι η φύσις ημών δεν ταυτίζεται εισέτι πλήρως μετά της υποστατικής αρχής. Έτι πλέον ημείς, ως πρόσωπα‐ υποστάσεις, ευρισκόμεθα εν οξεία αντιφάσει προς τινας εκδηλώσεις της φύσεως ημών. Γεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμει. Όταν η υποστατική αύτη αρχή αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της εκπτώτου φύσεως ημών. Η φύσις δεν είναι πλήρως ενυπόστατος, και όμως δυνάμεθα να ομιλώμεν περί της σχετικής αυτής αντικειμενικότητος. Ουδέποτε αύτη εκδηλούται έξω των συγκεκριμένων ατόμων. Τον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν εις τον Θεόν. Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως και προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναι ημών. Πιστεύομεν ότι ο Κύριος ανελήφθη εις τον ουρανόν μη χωρισθείς από της ανθρωπίνης Αυτού φύσεως.


Εν τη αιωνιότητι υπάρχει Ούτος εν δυσί φύσεσιν ατρέπτως, αλλ’ είναι είς Κύριος εν τη αρμονική ενώσει των δύο Αυτού φύσεων. Ούτως οφείλει να συμβή και εις ημάς: Μετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσιν ημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείς ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν. 318 «Εγώ ειμι ο Ών». Το Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες Είναι. Οι προφήται (Ησαΐας και Ιερεμίας) εξέφρασαν τούτο δια θαυμαστού τρόπου: «Ζω Εγώ, λέγει Κύριος» (Ησ. μθ’ 18, Ιερ. κβ’ 24, μστ’ 18). Και ο Απόστολος Παύλος επανέλαβε το αυτό (Ρωμ. ιδ’ 11). Το παν έγκειται εις αυτό το Εγώ. Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος: «Εγώ ζω και υμείς ζήσεσθε» (ως πρόσωπα: Πέτρος, Ιωάννης, Ανδρέας), είπεν ο Κύριος (Ιωάν. ιδ’ 19). Μετά την έξοδον ημών εκ της ζωής ταύτης, το υποστατικόν ημών πνεύμα θα διαφυλαχθή ακριβώς ως τοιούτον και δεν θα διαλυθή εις το υπέρ‐προσωπικόν απόλυτον, ως η σταγών εις τον ωκεανόν, ή ως η αναπνοή ημών ενούται μετά της ατμοσφαίρας και διαλύεται εν αυτή. Ο Θεός έκτισε την φύσιν ημών, και ως εκ τούτου Ούτος μόνον γνωρίζει τα όρια των δυνατοτήτων αυτής. Εκάστη υπόστασις τίθεται εντός ενός δεδομένου φυσικού περιβάλλοντος, αλλ’ ημείς δεν γνωρίζομεν αυτό, ως θα έπρεπε. Τούτο βαθμηδόν αποκαλύπτεται εις ημάς, αποβαίνον περιεχόμενον της υποστάσεως, ήτις εκλήθη προς ολοκληρωτικήν κατοχήν της φύσεως αυτής. Εν τη εσχάτη αυτής τελειώσει η κτιστή υπόστασις θα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτης, την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν ικανήν να περιλάβη το πλήρωμα του θεανθρωπίνου είναι. Ο Χριστός, Όστις είναι και το μέτρον του ανθρώπου, εφανέρωσε τούτο εν τη αναλήψει Αυτού. Και εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δεν μετετράπη εις την άναρχον Ουσίαν της Θεότητος, αλλά προσέλαβεν αμείωτον το πλήρωμα της Θεότητος εις τοιούτον βαθμόν, ώστε εν τη Υποστάσει του Χριστού εκάθισεν αύτη εκ δεξιών του Θεού Πατρός. Ενώπιον ημών ευρίσκεται η εντολή να πραγματοποιήσωμεν εν ταις συνθήκαις, αίτινες εδημιουργήθησαν δια της πτώσεως, το αθάνατον είναι της υποστατικότητος ημών. Η διαδικασία αύτη είναι άκρως πολύπλοκος. Η πείρα μαρτυρεί ότι η φύσις ημών ένεκα του προπατορικού αμαρτήματος υπέστη ουσιαστικήν αλλοίωσιν. Προέκυψε παράδοξος τις κατάστασις: Η φύσις ημών, καίτοι ημετέρα, έρχεται εις σύγκρουσιν μετά της υποστατικής ημών αρχής, όταν αύτη αγωνίζηται δια της τηρήσεως των Ευαγγελικών εντολών να θεραπευθή εις όλα τα επίπεδα της υπάρξεως, τουτέστι να αποκαταστήση την δια της πτώσεως διασπασθείσαν φύσιν ημών εις την πλήρη «ακεραιότητα» αυτής. Μόνον δια της συνεργίας της χάριτος και της προσευχής ο πνευματικός δυναμισμός της υποστάσεως ημών υπερνικά την επιβολήν οιουδήποτε περιορισμού, ουχί μόνον εκ της πεπερασμένης πεπτωκυίας φύσεως, αλλά και εκ των κοσμικών δυνάμεων εν γένει. Ζωή εν τω κόσμω τούτω, συμφώνως προς την διδαχήν του Χριστού, σημαίνει αδιάκοπον πάλην κατά των παθών, άτινα παρεμποδίζουν την απόκτησιν της αιωνίου ζωής εν τω Φωτί του Θεού και Πατρός ημών. «Εγώ ειμι η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή» (Ιωάν. ιδ’ 6). Κατά το μέτρον καθ’ ό εδόθη εις ημάς να γνωρίσωμεν τον Ιησούν Χριστόν, προσευχόμενον εν Γεθσημανή, θνήσκοντα επί του σταυρού, κατερχόμενον εις τον άδην, ανιστάμενον εκ των νεκρών, αναβαίνοντα εις ουρανούς, καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός, αποστέλλοντα το Πνεύμα το Άγιον το εκ του Πατρός εκπορευόμενον «εις κληρονομίαν αναφαίρετον τοις πιστοίς», γνωρίζομεν ότι ουδείς άλλος θα ηδύνατο να υπερβή Αυτόν επί οιουδήποτε 320 επιπέδου (βλ. Φιλ. β’ 9‐11, Εφεσ. α’ 10). Ούτω κατενόουν τα πράγματα, κατά τας ευλογημένας εκείνας ημέρας, ότε ο Κύριος ηυδόκησε να αναγεννήση εμέ εν τη αγάπη Αυτού. Το αυτό αισθάνομαι και μέχρι του νυν, πλήν όμως, όσον βαθύνεται η πείρα, τοσούτον διαυγεστέρα γίνεται η θεωρία. Δια της πίστεως ητένιζον προς το μέλλον ως προς επικειμένην κρίσιν, κατ’ εξοχήν σημαντικήν δι’ έκαστον άνθρωπον. Ώ, πόσον εφοβούμην, και πάντοτε φοβούμαι, μη τυχόν αποτύχω εις την δοκιμασίαν ταύτην ενώπιον του Προσώπου του ηγαπημένου Θεού! Δεν θα ήτο άρα γε υπερμέτρως τολμηρόν δι’ εμέ, τοιούτος ως είμαι, να είπω ότι «ο Πατήρ είλκυσεν εμέ προς τον Υιόν Αυτού» (πρβλ. Ιωάν. στ’ , 65, βλ. Γαλ. α’ 15‐16); Όπου και εάν κατηυθύνετο το πνεύμα μου εν τη απειρότητι του Θεού, οιαδήποτε εν γένει απορία και εάν παρουσιάζετο προ εμού, Αυτός, ο Μονογενής Υιός, ήτο και παραμένει δι’ εμέ ο καθοδηγητικός αστήρ. Δι’ Αυτού εγνώρισα τον Πατέρα. Κατά τας υποδείξεις Αυτού έμαθον να αναγνωρίζω το Πνεύμα το Άγιον. Και το τελευταίον Τούτο έδιδεν εις εμέ να αισθανθώ δι’ όλης της υπάρξεως μου ότι εύρον την Πρωταρχικήν Αλήθειαν (βλ. Ιωάν. ιστ’ 13‐14, ιδ’ 26). Η μόνη μέριμνα μου μετά την ανεύρεσιν αυτής, ήτο να δικαιώσω την θαυμαστήν ταύτην αλήθειαν εν τη ζωή μου. Μη επιτυγχάνων του αγίου τούτου σκοπού εβυθιζόμην εις τοιαύτην θλίψιν, την οποίαν δεν δύναμαι να εκφράσω. Ένεκα αυτής ωδυρόμην επί έτη. Γνωρίζων το αξιόμεμπτον παρελθόν μου συνετριβόμην έως τέλους συναισθανόμενος την αναξιότητά μου. Το στήθος μου κατεπονείτο υπό των ακρατήτων στεναγμών της καρδίας. Και πόθεν ευρέθη εν εμοί τοιαύτη δύναμις; Όσοι δεν ήμαρτον ως εγώ, δεν θα εννοήσουν εμέ. Και εάν νομίζουν ότι υπερβάλλω, τότε υποπίπτουν εις σφάλμα. Δεν υπάρχει συμφορά μεγαλυτέρα της προσβολής της αγάπης του Αγίου των Αγίων. Η καρδία μου εγίνετο ως τηκόμενον κηρίον. Η οδύνη όμως εκείνη της καρδίας ήτο παραδόξως ζωηφόρος. Απαίσιος τις θάνατος εξηλείφετο υπό καυστών δακρύων, ως εξαφανίζονται δια χημικών βιολογικών προϊόντων αι επί παλαιών ενδυμάτων σεσσωρευμέναι κηλίδες. Ο Άνθρωπος‐Υπόστασις εκδηλούται δια της λειτουργίας της αυτοσυνειδησίας, του αυτοπροσδιοριμού, ως και δια της ικανότητος αυτού να γνωρίζη ουχί μόνον τον κόσμον των κτιστών πραγμάτων, αλλά και το Θείον Είναι, τουτέστι τον Ίδιον τον Δημιουργόν. Επιγινώσκει εαυτόν εναργέστερον εν τη φλογί της αγάπης της ενούσης αυτόν μετά του ηγαπημένου Θεού. Η αγάπη, δι’ ιδιαιτέρου τρόπου ενούσα τον άνθρωπον μετά του Θεού, χαρίζεται εις αυτόν και την Θεογνωσίαν. Εις την εν ημίν υποστατικήν αρχήν αποκαλύπτεται ο Θεός εν τω φωτί και ως Φως, εν τη ζέσει της αγάπης και ως Αγάπη. Εν τη καταστάσει του Άνωθεν φωτισμού ο άνθρωπος θεωρεί την ευαγγελικήν αλήθειαν ως αντανάκλασιν της ζωής του Ιδίου του ανάρχου Θεού επί του επιπέδου της Γης. Εν τη εμφανίσει του ακτίστου Φωτός γνωρίζεται η δόξα του Χριστού, «ως Μονογενούς παρά Πατρός» (Ιωάν. α’ 14). Το άκτιστον τούτο Φως εφανερούτο δια μέσου των αιώνων εις εκείνους, οίτινες εδέχοντο δια βαθείας και αδιστάκτου πίστεως τον Χριστόν ως Θεόν. Το Φως τούτο είναι Θεία Ενέργεια, και ως τοιαύτη είναι το Ενιαίον Φως της Αγίας Τριάδος. Το Φως τούτο εκπορεύεται εκ του Πατρός. Είναι το Φως του συναϊδίου προς τον Πατέρα Λόγου. Είναι η εν ημίν ενέργεια του 322 Αγίου Πνεύματος. Η συγκατάβασις του Φωτός τούτου έως ημών αποτελεί τρόπον τινά, «προσωπικήν αποκάλυψιν», δι’ όσους ηξιώθησαν της χάριτος ταύτης. Δυνάμει της ευδοκίας αυτής του ουρανίου Πατρός αι Γραφαί της Καινής Διαθήκης παρουσιάζονται εις την πνευματικήν όρασιν εν τη αιωνίως αναλλοιώτω αυτών επικαιρότητι. Εξαφανίζεται η αίσθησις ότι ο λόγος ούτος εδόθη ποτέ εις το παρελθόν. Φέρει εν εαυτώ την αιωνιότητα, ήτις περιλαμβάνει άπασαν την διάρκειαν των χρόνων (βλ. Ματθ. κδ’ 35). Η «προσωπική αποκάλυψις» περί του Υπερκοσμίου Όντος δύναται να έλθη κατ’ αιφνίδιον τινα τρόπον ως λάμψις αστραπής, αλλά το ούτως προσληφθέν αφομοιούται εν τούτοις βαθμηδόν κατά την παρατεταμένην πορείαν του αγώνος της προσευχής. Εκ της πρώτης επαφής της φωτοφόρου χάριτος το ουσιώδες περιεχόμενον της αποκαλυφθείσης γνώσεως καθίσταται εν ημίν σαφές. Η ψυχή δεν αισθάνεται την ανάγκην να εκθέση δια λογικών εννοιών την εμπειρίαν αυτής: Εκπλήττεται δια την αγαθότητα του Θεού και πληρούται ολοτελώς της παρουσίας του εν αυτή Θείου Πνεύματος. Όταν όμως το Φως τούτο απομακρυνθή από της ψυχής, τότε η ήρεμος έκπληξις αυτής αντικαθίσταται υπό λύπης, και τότε, φυσικώ τω τρόπω, αυξάνει η δίψα δια τελειοτέραν, τουτέστιν αμετάθετον και αναφαίρετον ένωσιν μετά του ηγαπημένου Θεού. Πρώτος εις τον οποίον απεκαλύφθη ο Απόλυτος Θεός ως Υπόστασις ήτο ο Μωϋσής. Και αυτού όμως η εξαίρετος μεγαλοφυΐα δεν ηδυνήθη να προσλάβη άπαν το βάθος του αποκαλυφθέντος εις αυτόν «Εγώ ειμι» (Έξοδ. λγ’ 23). 323 Εκ της ιστορίας της θεοσδότου θρησκείας της Παλαιάς Διαθήκης βλέπομεν ότι ουδείς των προφητών έφθασεν εις άπαν το πλήρωμα, όπερ προσιδιάζει εις την υποστατικήν αρχήν. Την μορφήν της υπάρξεως ταύτης εφανέρωσεν ο Χριστός εις τον κόσμον μετά μεγάλης δυνάμεως. Ολίγοι όμως κατενόησαν αυτήν ως έπρεπε. Και εν τη ιστορική εισέτι χριστιανική Εκκλησία μονάδες μόνον κατά γενεάν εβίωσαν την μορφήν ταύτην του είναι. Οι ήρωες ούτοι της πίστεως είναι σπάνιοι, αλλ’ η επιρροή αυτών εφαπλούται εις άπαν το πλήθος των μελών της Εκκλησίας. Ευλαβείς ασκηταί, ων ο αριθμός δεν δύναται να υπολογισθή ακολουθούντες τα ίχνη των εκλεκτών του Υψίστου Θεού, ετέθησαν επί της αυτής προοπτικής, καίτοι δεν έφθασαν εις τας κορυφάς αυτής. Αύτη είναι και η περίπτωσίς μου. Ο Όσιος Σιλουανός υπήρξε το πλέον θεμελιώδες γεγονός εν τη οικοδομή της ζωής μου. Χάρις εις αυτόν επί σειράν ετών υπήρξα ο εγγύτατος παρατηρητής έτι δε και μαθητής, μιας ζωής αυθεντικώς χριστιανικής. Είμαι ασυγκρίτως πλείον οφειλέτης εις τας προσευχάς αυτού, ή εις όλους τους λοιπούς καθοδηγητάς μου. Και όμως, μεταξύ αυτών υπήρχον τινες εκ των διαπρεπεστέρων εκπροσώπων της Εκκλησίας ημών: κεχαριτωμένοι ασκηταί εν τοις μοναστηρίοις και εν τη ερήμω, επίσκοποι και ιερείς, έτι δε και καθηγηταί θεολογίας. Εις τον Όσιον Σιλουανόν, εν τη αρχή της μοναστηριακής αυτού ζωής, εφανερώθη ο Κύριος εν μεγάλω Φωτί (ως επεχείρησα να περιγράψω το γεγονός τούτο εν τω βιβλίω μου περί αυτού). Τότε ούτος «εγνώρισε τον Θεόν εν Πνεύματι Αγίω»· έλαβε την χάριν να εντρυφήση εν τη «απεριγράπτω ταπεινώσει του Χριστού», και ήρξατο 324 να προσεύχηται υπέρ όλου του κόσμου, ως και περί αυτού του ιδίου. Δεν υπάρχει ανάγκη να είπωμεν ότι η πνευματική αύτη κατάστασις εξέρχεται των ορίων της ανθρωπίνης ηθικής και ότι εδόθη εις τον Άγιον Σιλουανόν να ζήση εν τη σφαίρα αυτού του Φωτός, να αναπνεύση τον αέρα του άνω κόσμου. Η πορεία της αναπτύξεώς μου ήτο βραδεία εν συγκρίσει προς εκείνην του Σιλουανού. Όμως και εκείνο, όπερ έλαβον, είναι μέγα δια την μηδαμινότητά μου. Βραδύτερον, ότε ήδη ήμην εν τη ερήμω, εδόθη εις το πνεύμα μου δια της προσευχής η κατανόησις της οντολογικής θέσεως της υποστατικής αρχής εν τω Θείω Είναι και εν τω ανθρωπίνω είναι. Ας μη φανή αντιφατικόν ότι εν τη απομονώσει της ερήμου συνειδητοποίησα βαθύτερον την Υποστατικήν Αρχήν. Είμαι πεπεισμένος ότι τούτο ήτο συνέπεια της εφέσεως μου να ζω συνεχώς εν Χριστώ, εν τη Υποστάσει Αυτού. «Χωρίς Αυτού» δεν γνωρίζω ούτε τον Θεόν, ούτε τον Άνθρωπον. Εν τη ερήμω ωσαύτως πλείον ή εις οιονδήποτε άλλον τόπον εδόθη εις εμέ η προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, υπέρ όλης της ανθρωπότητος, υπέρ όλου του Αδάμ. Δια της προσευχής «ο όλος Αδάμ» παύει να είναι το προϊόν των προσπαθειών της φαντασίας: Αποβαίνει συγκεκριμένη πραγματικότης, ενεργόν περιεχόμενον της θεωρίας. Εις την βαθείαν συμπάθειαν προς όλην την ανθρωπότητα συνήργει και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ας μη καταλογισθή εις εμέ παραφροσύνη ή υπέρμετρος παρρησία, εάν θεωρήσω εκείνην την θεοδώρητον προσευχήν ως αμυδράν σκιάν της εν Γεθσημανή προσευχής του Χριστού. Όταν ο Ζων Θεός – Εγώ ειμι ο Ών – έρχηται εις την καρδίαν, τότε η χαρά της ψυχήςξ είναι έμπλεος φωτός. Είναι ιλαρός, πράος. Δύναμαι να απευθύνω εις Αυτόν το «Συ». Και εν τω «Εγώ» εκείνω και τω ιδικώ μου «Συ» κρέμαται άπαν το Είναι: και ο Θεός και ο κόσμος ούτος. Ο Θεός είναι ο όντως Ών, ο αγαπών. Είναι ταπεινός και συγχρόνως απείρως παντοδύναμος. Ενώπιον των οφθαλμών Αυτού είναι αποκεκαλυμμένη και διαφανής πάσα η κτίσις. «Ουκ έστι κτίσις αφανής ενώπιον Αυτού πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού» (Εβρ. δ’ 13). Εκάστη στιγμή της ζωής ημών, έκαστος παλμός της καρδίας ημών, τα πάντα, ευρίσκονται αδιαλείπτως εν τη εξουσία Αυτού. Άπαν το είναι μου και το πρόσκαιρον και το αιώνιον δωρείται υπ’ Αυτού εις εμέ μέχρι και των λεπτομερειών, εκτός των αμαρτιών μου, τας οποίας γνωρίζει αλλά των οποίων δεν μετέχει. Όταν μένω εν Αυτώ δύναμαι ωσαύτως να είπω «εγώ ειμί». Εάν δε είμαι εκτός Αυτού τότε αποθνήσκω. Όταν το Πνεύμα του Θεού κατέρχηται επ’ εμέ τότε αγαπώ Αυτόν δι’ όλης της υπάρξεως μου. Ζω την κατάστασιν ταύτην ως προσωπικήν και ουχί ως τι εκτός εμού υπάρχον.


Αλλά και εκ της πείρας μου εισέτι γνωρίζω ότι η ζωή αύτη παρ’ Αυτού κατέρχεται εις εμέ. Δια της ελεύσεως Αυτού εντός μου, επομένως δια της ενώσεώς μου μετ’ Αυτού εν αυτή ταύτη τη Ενεργεία του Είναι, ζω και εγώ ως Εκείνος· είναι η ζωή μου. Η Ζωή Αυτού είναι ζωή μου. Κατά τας ώρας της παραμονής Αυτού μετ’ εμού γνωρίζω ότι Αυτός είναι Αγάπη. Αγάπη εν τούτοις παράδοξος, ιδιαιτέρου γένους, ήτις ουδόλως δύναται να αναβή εις τον νουν ή την καρδίαν του ανθρώπου, εάν ούτος ως προς το θέμα τούτο στηρίζηται εις εαυτόν, ως είναι νυν εν τη πτώσει αυτού. 326 Η αγάπη του Θεού είναι κενωτική. Ούτος απεκάλυψεν εις ημάς το μυστήριον του Είναι Αυτού, δους εις ημάς την εντολήν να αγαπώμεν τον Θεόν μέχρι και του αυτομίσους (βλ. Λουκ. ιδ’ 26‐27 και 33). Αποκαλύπτει εις ημάς τα μυστήρια, ουχί δι’ αφηρημένης φιλοσοφίας, αλλ’ υπαρκτικώς, τουτέστι συμπεριλαμβάνων ημάς εν τω Είναι Αυτού ούτως, ώστε να γίνηται τούτο ημέτερον. Εν τω Αγίω Όρει του Άθωνος συνήντησα το εξής σύνηθες φαινόμενον. Ο μοναχός δυνατόν να είναι όλος εν τω Θεώ, εν τω Φωτί, και το Φως τούτο εν αυτώ, παρ’ αυτώ όμως δεν υπάρχει διανοητική αντίδρασις εις το γεγονός τούτο. Φαίνεται εις αυτόν φυσιολογική κατάστασις. Το μυστήριον της Θείας Κενώσεως είναι ασύλληπτον υπό των κτισμάτων: Ο άπειρος Θεός παραμένων αναλλοιώτως εν τω πληρώματι της παντοδυναμίας Αυτού ελαττούται εις το έπακρον, «εις τέλος» (Ιωάν. ιγ’ 1). Και τούτο είναι χαρακτηριστικόν γνώρισμα της αιωνίου ζωής του Θεού. Το μυστήριον τούτο είναι απρόσιτον εις ημάς διότι ζώμεν την κένωσιν ταύτην ως θάνατον, και τούτο, μέχρις ότου κατέλθη εφ’ ημάς η ευδοκία του Αιωνίου Θεού. Ουδείς δύναται να ακολουθήση τον Χριστόν εάν δεν είναι μετ’ αυτού η δύναμις του Πατρός (βλ. Ιωάν. στ’ 65). Δεν δύναται ο φυσικός άνθρωπος, εάν δεν γεννηθή Άνωθεν (βλ. Ιωάν. γ’ 3), να δεχθή τον ευαγγελικόν λόγον ως την καλήν αγγελίαν περί της θεώσεως του ανθρώπου δια της μεταδόσεως εις αυτόν της Θείας αιωνιότητος ως αναφαιρέτου κτήματος. Αι εντολαί του Χριστού δεν είναι τι άλλο, ει μη η αυτοαποκάλυψις του Θεού ως προβολή του Είναι Αυτού επί του επιπέδου της Γης. Όντως εν ταις εντολαίς αισθανόμεθα οσμήν, ήτις διά τινας είναι «οσμή θανάτου εις θάνατον», δι’ άλλους δε «οσμή ζωής εις ζωήν» (Β’ Κορ. β’ 16). Πώς όμως να προσεγγίση τις το μυστήριον τούτο; Η αρχή αυτού είναι προσευχή παρομοία, τουλάχιστον εκ μέρους, προς την προσευχήν του Χριστού εν Γεθσημανή. «Εγώ ειμι ο Ών …». Αληθώς, μόνον Αυτός είναι ο όντως Ών. Πάντα, όσα υπάρχουν εν όλω τω κόσμω, εκλήθησαν εκ του «μη όντος», και ουχί άλλως, ει μη δια του θελήματος Αυτού. Η συνειδητή επαφή μετ’ Αυτού δεν παρέρχεται άνευ ιχνών: Ο γνωρίσας την αγάπην Αυτού δεν θα χωρισθή πλέον απ’ Αυτού εις τους αιώνας (βλ. Ιωάν. ι’ 28‐30). Ο νους του τοιούτου ανθρώπου αναγεννάται. Πρότερον έτεινε να βλέπη πανταχού αιτιοκρατικάς κοσμικάς διαδικασίας, νυν όμως άρχεται να κατανοή τα πάντα εν τω Φωτί της υποστάσεως. Το όμοιον γνωρίζεται υπό του ομοίου. Μόνον η υπόστασις‐πρόσωπον είναι ικανή να γνωρίση τον Ζώντα Θεόν. Αίρεται το παράλογον της ανακυκλώσεως παντός α‐προσώπου. Η γη, όλοι οι κόσμοι οι προσιτοί εις τον νουν ημών, και όσοι εκφεύγουν αυτού εις τους ανεξιχνιάστους ορίζοντας, τα πάντα, ομιλούν περί Αυτού. «Και χωρίς Αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονε» (Ιωάν. α’ 3). «Τί έστιν άνθρωπος ότι μιμνήσκη Αυτού ή υιός ανθρώπου ότι επισκέπτη Αυτόν» (Εβρ. β’ 6, Ψαλμ. η’ 5); Ιδού, Εκείνος πρώτος επιθυμεί να είναι μεθ’ ημών, όπως μεταδώση εις ημάς το πλήρωμα της αμαράντου Αυτού ζωής. Διψώμεν να λάβωμεν την δωρεάν ταύτην. Αλλά και πάλιν επαναλαμβάνομεν: Ουδέποτε πρέπει να 328 επιλανθανώμεθα ότι η αφομοίωσις «παντός δωρήματος τελείου, Άνωθεν καταβαίνοντος από του Πατρός των Φώτων» (πρβλ. Ιακ. α’ 17), συνδέεται μετά της αναποφεύκτου σταυρώσεως ολοκλήρου της υπάρξεως ημών. Οφείλομεν να ομοιωθώμεν προς τον Μονογενή Υιόν του Πατρός, ως και Ούτος ωμοιώθη προς ημάς «κατά πάντα» (Εβρ. β’ 17). Μόνον υπό τον όρον τούτον θα είμεθα εκεί, όπου Αυτός είναι, και ουδείς πλέον θα άρη αφ’ ημών την αγίαν ταύτην χαράν (βλ. Ιωάν. ιστ’ 22). Μεγάλη είναι η λέξις «Εγώ»: Σημαίνει το πρόσωπον‐υπόστασιν. Το πλέον ουσιώδες περιεχόμενον αυτής είναι η αγάπη, ήτις στρέφεται πρωτίστως προς τον Θεόν. Το «εγώ» δεν ζη εις παροξυσμόν φιλαύτου στροφής προς εαυτό. Δημιουργηθέν «εκ του μηδενός» δια του θελήματος του Θεού‐Δημιουργού όταν βυθίζηται εν εαυτώ, παραμένει εν τη μηδαμινότητι αυτού. Η υπό του Χριστού εντεταλμένη αγάπη προς τον Θεόν μέχρι και του αυτομίσους εν τη αποκοπή πασών των ψυχικών και σαρκικών σχέσεων ανάγει το πνεύμα του ανθρώπου εις τας εκτάσεις της Θείας αιωνιότητος (βλ. Λουκ. ιδ’ 26‐27 και 33, Ιωάν. ιβ’ 25, Ματθ. ιστ’ 25). Η αγάπη αύτη είναι κατηγόρημα της Θεότητος. Όταν η δύναμις της αγάπης αυτής εγγίση την καρδίαν του ανθρώπου, ευρύνει αυτήν μέχρις απειρότητος. Δίδει εις αυτόν την χαράν να περιπτυχθή εν αγάπη άπασαν την κτίσιν, τον κόσμον άπαντα. Το πλήρωμα της αφθάρτου αγάπης προς τον Θεόν και τον πλησίον συνδέεται δια θαυμαστού τρόπου μετά της αποστροφής προς εαυτόν μέχρις εισέτι και του μίσους. Αλλά το μίσος τούτο είναι άγιον: Είναι δώρον του 329 Θεού προς ημάς. Δι’ αυτού υπερνικάται ο θάνατος, όστις εβασίλευσε δια της πτώσεως του Αδάμ. Δια του μίσους τούτου ενεργώς κοινωνούμεν της αιωνιότητος. Η αγάπη μέχρι του αυτομίσους είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη εάν ο Ίδιος ο Θεός ενωθή μεθ’ ημών και γίνη η ζωή ημών. Εάν ο Κύριος Ιησούς δεν απεκάλυπτεν εις ημάς το θαυμαστόν τούτο μυστήριον ουδείς εκ των θνητών θα ηδύνατο να διανοηθή τοιούτον παράδοξον πράγμα: Μίσησον σεαυτόν εξ αγάπης προς τον Θεόν, και δια της αγάπης ταύτης θα εναγκαλισθής παν ό,τι υπάρχει. Και ο Θεός και άπας ο πλούτος του κτισθέντος υπ’ Αυτού είναι αποβαίνει περιεχόμενον της ζωής σου. Το «εγώ», εν τη ορμή αυτού προς τον Θεόν της αγάπης, επιλανθάνεται εαυτού, αν και είναι τούτο ακριβώς το «εγώ», το οποίον φέρει μακαρίως εν εαυτώ και τον ουρανόν και την γην. Είναι δι’ εμέ και χαρά και βάσανος να ομιλώ περί αυτής της αγάπης, της οποίας την χάριν απώλεσα. Εν τη κατά Θεόν ζωή μου συνέβαινε πολλάκις, ευθύς ως κατενόουν δια της λογικής μου (δια της «αριστεράς μου») το τελούμενον εν εμοί κατά συγκατάβασιν Θεού, το Φως να εγκαταλείπη εμέ. Ιδιαιτέρως εγνώρισα την συμφοράν ταύτην, ότε κατεστάθην πνευματικός εν τω Αγίω Όρει. Και πρό εκείνου του καιρού ωσαύτως υπέμεινα παρομοίας καταστάσεις εγκαταλείψεως υπό του Θεού ένεκα προσεγγίσεως εις την καρδίαν λογισμού ή πνεύματος κενοδοξίας, αλλά τότε ήτο ευκολώτερον να αποκατασταθώ δια της μετανοίας. Να διηγήται δε τις δημοσίως εις τους άλλους περί της δωρεάς του Θεού είναι έτι μάλλον επικίνδυνον. Ο Κύριος θέλει να είμεθα εκεί, όπου Αυτός είναι (βλ. Ιωάν. ιβ’ 26, ιδ’ 3, ιζ’ 24). Έδωκεν εις ημάς πρόσταγμα να μισήσωμεν εαυτούς, διότι και ο Ίδιος έπραξε τούτο χάριν του Πατρός Αυτού, αλλά και χάριν ημών εισέτι των διεστραμμένων υπό της αμαρτίας (βλ. Φιλ. β’ 6‐8). Ώ, εάν εβλέπομεν εις ποίον κόσμον ζη ο Χριστός! Τότε θα ηδυνάμεθα να εκτιμήσωμεν τας εντολάς Αυτού ως ανεκφράστως υψηλήν τιμήν κλήσεως, όπως ομοιάσωμεν προς Αυτόν κατά πάντα. «Εν ταις ημέραις εκείναις», ότε επλησίασαν τα εν Γεθσημανή και Γολγοθά παθήματα Αυτού, ο Χριστός επορεύθη αποφασιστικώς, όπως επιτελέση και ως άνθρωπος τον άθλον της εκουσίας κενώσεως: «Πάτερ, ει βούλει παρενεγκείν τούτο το ποτήριον απ’ Εμού· πλην μη το θέλημά Μου, αλλά το Σον γινέσθω … εγένετο δε ο ιδρώς Αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Λουκ. κβ’ ‐). Όταν ιστάμεθα προ της εντολής ήτις απαιτεί να αγαπήσωμεν τον Χριστόν μέχρι και του μίσους προς ημάς αυτούς (βλ. Λουκ. ιδ’ 26‐27) και προς πάντα όσα έχομεν εν τω κόσμω τούτω, διατρέχομεν τον κίνδυνον να είπωμεν: «Σκληρός έστιν ούτος ο λόγος· τις δύναται αυτού ακούειν»; Ο Κύριος όμως απαντά εις τούτο: «Ουδείς δύναται ελθείν προς Με, εάν μη ή δεδομένον αυτώ εκ του Πατρός Μου» … Από της ώρας εκείνης πολλοί απήλθον απ’ Αυτού … Ο μακάριος όμως Πέτρος ησθάνθη την δύναμιν των λόγων του Χριστού: «Ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» (Ιωάν. στ’ ‐68). «Ο Θεός αγάπη εστίν … Εν τούτω τετελείωται η αγάπη μεθ’ ημών, ίνα παρρησίαν έχωμεν εν τη ημέρα της κρίσεως, ότι καθώς Εκείνος εστι και ημείς εσμεν εν τω κόσμω τούτω» (Α’ Ιωάν. δ’ 16‐17). Εκείνο το μίσος περί του οποίου ομιλεί ο Κύριος της αγάπης, είναι ως προς 331 την ουσίαν αυτού το πλήρωμα της κενωτικής αγάπης του Θεού. Η αγάπη εκπορευομένη εκ του Πατρός ελκύει ημάς εις τα ίχνη του Χριστού. Βλέποντες εαυτούς εν τοις δεσμοίς των παθών εξ αιτίας ενός εγωϊσμού εστερημένου αγάπης και ανίκανοι να ακολουθήσωμεν Αυτόν, μισούμεν εαυτούς. Η δύναμις του πόνου του αγίου αυτού μίσους εξάγει ημάς εκ των ορίων του χρόνου και του χώρου. Τότε επιλανθανόμεθα και αυτού του πόνου και παντός παρερχομένου, παραμένει δε μεθ’ ημών μόνον η ορμή της αγάπης. Ούτω προσεύχεται η υπόστασις η ανταύγεια του Θεού εν ημίν και η ομοίωσις προς τον Χριστόν, τον προσευχόμενον εν Γεθσημανή. «Ο Θεός αγάπη εστίν» και ο άνθρωπος‐υπόστασις είναι πεπροικισμένος δια της ικανότητος να αφομοιώση την εκ του Θεού φλόγα της αγάπης ταύτης. «Ο Θεός Φως εστι και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστιν ουδεμία» (Α’ Ιωάν. α’ 5). Και ημείς εκλήθημεν να γίνωμεν φως εν τη Θεία αιωνιότητι (βλ. Ματθ. ιγ’ ). Εις τον Θεόν τα πάντα είναι τελείως αποκεκαλυμμένα, τα πάντα είναι γνωστά έως τέλους· και ο άνθρωπος‐υπόστασις περικλειόμενος εν τη Ενεργεία του Θείου Είναι, δια του Θεού και εν τω Θεώ, αποβαίνει φορεύς της παγγνωσίας (τούτο απέδειξε πείρα αιώνων προσευχής προς την Θεοτόκον και τους Αγίους). Ο Θεός πληροί τα πάντα, είναι πανταχού παρών, ουχί δια της Ουσίας, ήτις δι’ απολύτου τρόπου υπερβαίνει παν κτιστόν, αλλά δια της ζωηφόρου Ενεργείας Αυτού. Και οι υιοί της Βασιλείας εν Πνεύματι Αγίω γίνονται, κατά τινα τρόπον, πανταχού παρόντες: Εστραμμένοι προς τον Μόνον Θεόν, οι Άγιοι βλέπουν εν Αυτώ όλον τον κόσμον. Ο άνθρωπος είναι κτιστή υπόστασις. Εν τούτοις κατά την εσωτερικήν αυτού φύσιν ως εικών του Απολύτου Θεού εμφανίζεται και αυτός ως παγκόσμιον τι κέντρον, μέγα και θαυμαστόν εν τη εσχάτη αυτού τελειώσει δια του Υιού, του συνανάρχου τω Πατρί. Τούτο εν μέρει προαναγγέλεται εν τη καταστάσει της εν χάριτι μνήμης του θανάτου· τότε ο άνθρωπος ζη εν πνεύματι τον θάνατον αυτού ως καταστροφήν του κόσμου παντός: Εν αυτώ τω ιδίω, δι’ αυτόν τον ίδιον, τα πάντα αποθνήσκουν δια του θανάτου αυτού, εισέτι και ο Θεός, γνωστός ήδη εις αυτόν μέχρι τινός. Ο αρνητικός χαρακτήρ της εμπειρίας ταύτης μετατρέπεται εις θετικήν πείραν αναστάσεως της ψυχής, όταν το κατερχόμενον επί τον προσευχόμενον άκτιστον Φως γεννά εν αυτώ την βαθείαν προσευχήν υπέρ όλου του Αδάμ. Η κτιστή υπόστασις αποτελεί θεοειδές κέντρον. Ο Δημιουργός συμπεριφέρεται προς αυτήν ουχί ως προς ενέργημα Αυτού, αλλ’ ως προς τι γεγονός έτι και δι’ Αυτόν. Δια την υπόστασιν δεν υπάρχει εξωτερική αυθεντία. Δυνάμει τούτου ουδέν και ουδείς υπάρχει εν όλω τω κοσμικώ είναι, όστις θα ηδύνατο να επιβάλη εις τον άνθρωπον την θέλησιν αυτού ή να αναγκάση αυτόν δια της βίας εις την μίαν ή την άλλην εκλογήν, είτε νύν, είτε εν τη αιωνιότητι. Ο Παντοκράτωρ Θεός και Δημιουργός πάσης κτίσεως δια της εν σαρκί ελεύσεως εις τον κόσμον συνεπλήρωσε δια του σταυρικού Αυτού θανάτου την αποκάλυψιν περί του αμέτρου της αγάπης Αυτού προς ημάς, και ως εκ τούτου «ελκύει» ημάς προς Εαυτόν, το Αρχέτυπον ημών (Ιωάν. στ’ , ιβ’ 32‐33). Σωζόμεθα μόνον δια της πίστεως εις τον Χριστόν, ως την προαιώνιον Αλήθειαν του ακαταλύτου Είναι. Πληρώσας Ούτος την Κένωσιν Αυτού επί του σταυρού, ανέκραξε: «τετέλεσται, και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το 333 πνεύμα» (Ιωάν. ιθ’ 30).


Το «τετέλεσται» τούτο είναι ασύλληπτον εν τη πληρότητι αυτού. Την στιγμήν όμως ταύτην τολμώ να επισημάνω ότι τότε ακριβώς ωλοκληρώθη η αποκάλυψις περί του κενωτικού χαρακτήρος της Θείας αγάπης· αγάπης, ήτις προσιδιάζει εις την Υποστατικήν Αρχήν. Εις το κατώφλιον της φυσικής ωριμότητος (εις την ηλικίαν των δεκαεπτά ή δεκαοκτώ ετών) ο Κύριος εγκατέλειψεν εμέ, και εγώ υπέστην πτώσιν ομοίαν προς εκείνην του Προπάτορος ημών. Δεν απεμακρύνθη Ούτος απ’ εμού τελείως, ως δύναμαι νυν να διαπιστώσω, αλλ’ εκάλεσεν εμέ από της σκοτεινής αβύσσου και εφανέρωσεν εις εμέ την πνευματικήν ουσίαν της προπατορικής αμαρτίας. Εάν νοήσωμεν την αμαρτίαν ως παρέκκλισιν από του Θεού και Πατρός, είτε εκ πεπλανημένης νοεράς θεωρίας του Είναι, είτε εξ εγκλήματος εναντίον της αγάπης Αυτού, τότε η αμαρτία του Αδάμ, τουτέστιν εμού, περικλείει και τας δύο ταύτας όψεις. Ο άνθρωπος όστις ησθάνθη εντός αυτού την αντανάκλασιν, την ανταύγειαν της Απολύτου Φύσεως, διατρέχει τον κίνδυνον να υπερεκτιμήση εαυτόν και να απαιτήση τι υπερβαίνον το μέτρον αυτού. Ευρισκόμενος εν τοιαύτη πλάνη αγωνίζεται να εδραιωθή εν αυτή, εκλαμβάνων εσφαλμένως ταύτην ως την περί εαυτού αλήθειαν. Ακριβώς τούτο έπαθεν ο Αδάμ, και επί τα ίχνη αυτού πολλοί εκ των απογόνων αυτού επανέλαβον και συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν την αυτήν αμαρτίαν. Υπερήφανοι εξάρσεις αλογίστου ελευθερίας δεν υπήρξαν ξέναι εις τον Άνθρωπον. Είναι απαραίτητον εις πάντας ημάς να γνωρίζωμεν την περί ημών αλήθειαν ταύτην. Η μοιραία όμως αφροσύνη ήτις εχώρισεν ημάς από της Πατρικής αγάπης, δύναται και οφείλει να εμπνεύση εις ημάς τον άγιον φόβον και την μετά βαθέος κλαυθμού προσευχήν. Είμεθα κτίσματα. Το Απόλυτον αληθινόν Όν εχαρίσατο εις ημάς το είναι και υπεσχέθη να καταστήση ημάς μετόχους της ανάρχου και ατελευτήτου Αυτού Ζωής. Απερρίψαμεν την επαγγελίαν ταύτην και παρεπλανήθημεν εις οδούς ετέρου φανταζομένου υφ’ ημών Απολύτου, η μετά του οποίου ένωσις συνεπάγεται τον υποστατικόν ημών θάνατον. Η σωτηρία εκ του θανάτου έρχεται δια της αποδοχής του Χριστού· αποδοχής τοιαύτης, την οποίαν Αυτός ο Ίδιος αναμένει εξ ημών: «Εάν μη πιστεύσητε ότι Εγώ ειμι (Όστις απεκαλύφθη πρότερον εις τον Μωϋσήν επί του Σινά), αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών» (Ιωάν. η’ 24). Όταν όμως πιστεύσωμεν εις Αυτόν ως την Αλήθειαν του ακαταλύτου Είναι, τότε το Πνεύμα του Θεού ανάγει ημάς εις τον χώρον του Θείου Φωτός. Η δια του Χριστού αποκάλυψις συνίσταται εις το ότι το Απόλυτον είναι Υποστατικόν, δεν είναι όμως μία Υπόστασις (Μωαμεθανικός ενοθεϊσμός), αλλά τρεις Υποστάσεις έχουσαι μίαν Ουσίαν, μίαν Βασιλείαν, μίαν Δόξαν, μίαν Ενέργειαν: Χριστιανικός μονοθεϊσμός. Δια της πίστεως εις αυτόν τον Θεόν της Αγάπης, την Αγίαν Τριάδα, εισαγόμεθα εις την άναρχον Βασιλείαν, διατηρούντες την προσωπικήν ημών ύπαρξιν. Επί της γης δίδεται εις ημάς η πρώτη συνάντησις μετά του Δημιουργού ημών· η πραγματοποίησις όμως της ποθουμένης υφ’ ημών τελείας μετ’ Αυτού ενώσεως κείται πέραν των ορίων της επιγείου ημών υπάρξεως (βλ. Α’ Κορ. ιγ’ 12). Εν τη προοπτική της Αποκαλύψεως του Υποστατικού 335 Απολύτου, και βάσει της συγχρόνου πείρας, είναι δυνατόν μέχρι τινός να εικάσωμεν περί της «ψυχολογίας» της πτώσεως του Αδάμ: τον φόβον ενώπιον του Προσώπου του ακαταλήπτου Θεού, Όστις υπό ουδενός ορίζεται, αλλά μένει πάντοτε τελείως ελεύθερος εις τας αντιδράσεις Αυτού προς πάσαν κίνησιν του ανθρώπου. Αφ’ ότου ο Θεός έκτισε τον άνθρωπον, αναμένει εξ αυτού την υψίστην μορφήν υπευθύνου συνειδήσεως. Τούτο είναι αφ’ ενός μεν η κλήσις προς την άφθαρτον δόξαν της υιοθεσίας, αφ’ ετέρου δε ο χριστομίμητος αγών της κενώσεως, συνδεδεμένος μετά προσευχής μέρχρις αιματηρού ιδρώτος. Ο Θεός Ούτος ελκύει ημάς απαύστως προς υψηλοτέραν ανάβασιν, αναγκάζων ημάς, τα τέκνα Αυτού, να υπερβώμεν τα στάδια, άτινα επιπόνως διηνύσαμεν. Είναι Πανάγαθος, αλλά τρόπον τινά ουδέποτε ικανοποιείται υπό των επιτευχθέντων υφ’ ημών μέτρων. Ο πόνος του ανθρώπου, όστις ακολουθεί Αυτόν, φαίνεται ως να μη διεγείρη εις Αυτόν την αναμενομένην υφ’ ημών συμπάθειαν. «Κύριος … μαστιγοί … πάντα υιόν όν παραδέχεται» (βλ. Εβρ. ιβ’ 1‐11). Αναμφιβόλως το έσχατον όριον αυτής της δοκιμής εφανέρωσεν εις ημάς ο Μονογενής Υιός εν τη ενσαρκώσει Αυτού: «Πάτερ Μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ Εμού το ποτήριον τούτο … ει ου δύναται τούτο το ποτήριον παρελθείν απ’ Εμού εάν μη αυτό πίω, γενηθήτω το θέλημά Σου» (Ματθ. κστ’ και ). Είναι φυσικόν εις τον άνθρωπον να φέρηται προς την Θείαν μορφήν του Είναι. Άρα γε δεν συνίστατο εις τούτο ο «πειρασμός» (Γέν. γ’), τουτέστιν εις την εκμετάλλευσιν της «φυσικής» στροφής του ανθρώπου προς την αμετάθετον αιωνιότητα, και εις την υπό του εχθρού εισήγησιν της ιδέας του δυνατού της επιτεύξεως της ποθουμένης 3 Θεώσεως άνευ του «σκληρού» τούτου Θεού; Να πορευθή ουχί δια της μαρτυρικής σταυρώσεως (Γαλ. ε’ 24‐25), αλλά δια της βρώσεως του απολαυστικού καρπού της γνώσεως του καλού και του κακού; «Και είδεν η γυνή, ότι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και ότι αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίον εστι του κατανοήσαι, και λαβούσα από του καρπού αυτού έφαγε· και έδωκε και τω ανδρί αυτής μετ’ αυτής και έφαγον» (Γέν. γ’ 6). Και εν ταις ημέραις ημών συχνάκις είναι δυνατόν να συναντήσωμεν φορείς της αυτής ιδέας, ήτοι της αποκλίσεως από της σταυρικής οδού του Ευαγγελίου και της επιδιώξεως της ενώσεως μετά του Απολύτου μέσω της γνώσεως. Πεπεισμένος περί της σχετικότητος της λίαν ατελούς εν αυτώ υποστατικής αρχής ο άνθρωπος συμπεραίνει λογικώς ότι είναι ανεπίτρεπτον να προβάλη την αρχήν ταύτην εις το Απόλυτον. Ως εκ τούτου είναι αναπόφευκτος η ολίσθησις της φυσικής διανοίας εις την ιδέαν μιάς Υπερ‐προσωπικής Αρχής, ήτις υπερβαίνει παν το σχετικόν. Εν τη κινήσει αυτού προς την υπερώνυμον ταύτην Αρχήν, ο νους του ανθρώπου μετά κόπου επιτυγχάνει να αποδεσμευθή από της αντιλήψεως περί Αυτής ως τινος «συμπαντικού» (το Παν, το Έν). Όταν όμως υπερπηδήση το κατώφλιον τούτο της φαντασίας των κοσμικών πραγματικοτήτων, οδηγείται εις την ιδέαν του «Καθαρού Είναι». Ούτω συνέβη εις εμέ εν τη νεότητί μου. Γράφω περί εμαυτού. Η νοερά μου άσκησις συνίστατο εις την δια εσωτερικής και εκουσίου αυτοσυγκεντρώσεως απέκδυσιν της υλικότητος του σώματος μετά των αισθήσεων αυτού· κατόπιν εις την πορείαν προς το παν‐υπερβατικόν 3 Καθαρόν Είναι, δια της καταργήσεως εν εμοί τω ιδίω και αυτής της υποσταστικής αρχής, της σκέψεως, και των λοιπών μορφών της εγκοσμίου υπάρξεως. Ούτω, κατ’ εκείνους τους χρόνους υπηρέτουν τον «Θεόν των φιλοσόφων», όστις είναι κατ’ ουσίαν ανύπαρκτος. Κατέβαλον ως τίμημα μακροχρόνιον οδυρμόν δια τας παραπλανήσεις μου. Δεν υπάρχει στέρησις φοβερωτέρα της αγνοίας του Αληθινού Θεού. Εν τω σκότει της αγνοίας ταύτης ουχί μόνον οι πόνοι και τα άλλα παθήματα, αλλά και αι χαραί, αι ικανοποιήσεις, και τα πάντα εν γένει, στερούνται νοήματος. Αντιθέτως δεν υπάρχει δωρεά μεγαλυτέρα της συναντήσεως μετά του Ζώντος Θεού. Εν τω Φωτί της γνώσεως ταύτης ουχί μόνον αι ευχάριστοι καταστάσεις, αλλά και αι καταθλιπτικαί και μαρτυρικαί περιστάσεις, είναι πλήρεις βαθέος νοήματος, και ως εκ τούτου γίνονται ανεπαχθείς, δεδικαιωμέναι (βλ. Β’ Κορ. δ’ 6‐11). Πάσα η πολύμορφος πείρα της ζωής, πάσαι αι κοσμικαί διαδικασίαι αι υποπίπτουσαι εις την συνείδησιν ημών, οφείλουν να υπηρετήσουν την προετοιμασίαν της πρόσωπον προς Πρόσωπον μετά του Θεού συναντήσεως, ήτις κατά το είδος αυτής ανήκει εις την μετα‐ιστορίαν, επειδή εισάγει ημάς εις την πραγματοποιουμένην αιωνιότητα. Όστις εδέχθη την ευλογίαν της συναντήσεως ταύτης ούτος έλαβε συγχρόνως και την κατανόησιν των θεοφανειών των περιγραφομένων εν τη Παλαιά και τη Καινή Διαθήκη. Μοναδική υπήρξεν η μεγαλοφυΐα του Μωϋσέως, και όμως ούτε ούτος ηδυνήθη να συλλάβη άπαν το βάθος του εις αυτόν αποκαλυφθέντος «Εγώ ειμι»: «Και όψει τα οπίσω Μου, το δε πρόσωπόν Μου ουκ οφθήσεταί σοι» (Έξοδ. λγ’ 23, βλ. Ματθ. ιη’ 10). 3 Το αληθές περιεχόμενον της Σιναϊτικής Αποκαλύψεως παρέμεινεν επί αιώνας κεκαλυμμένον, και ο κεκρυμμένος Θεός εθεάτο εν τω γνόφω (Έξοδ. κ’ 21, βλ. Β’ Κορ. γ’ 14‐16). «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο μονογενής Υιός ο ών εις τον κόλπον του Πατρός, Εκείνος εξηγήσατο» (Ιωάν. α’ 18). Ο δια του Μωϋσέως δοθείς Νόμος περιείχε τα σπέρματα, άτινα ώφειλον αναπτυσσόμενα να προετοιμάσουν τους ανθρώπους προς αποδοχήν της σαρκώσεως του Θεού και να καταστήσουν αυτούς ικανούς να «αναγνωρίσουν» εν τω εμφανισθέντι τον προαναγγελθέντα υπό του Μωϋσέως Προφήτην, Όστις θα μετέδιδεν εις τον κόσμον την γνώσιν περί του αληθινού Θεού ως περί Φωτός «εν ώ ουκ έστι σκοτία ουδεμία» (Α’ Ιωάν. α’ 5), ουχί πλέον εν τω γνόφω του Σινά, αλλ’ εν τω Θαβωρίω Φωτί (βλ. Δευτ. ιη’ 15‐19, Ιωάν. α’ , δ’ 25‐26, στ’ 14, Ματθ. ια’ 3, Πράξ. γ’ 22). Εις παν ό,τι απεκαλύφθη εν τη Παλαιά Διαθήκη ο Κύριος έδωκε νέας, αιωνίους διαστάσεις. Ο υπαινιγμός όμως δια την επικειμένην συμπλήρωσιν αυτών ήτο πλήρως αναγκαίος εν τη ιστορία της Αποκαλύψεως του Θεού (βλ. Ματθ. ε’ 17 κ.ε.). Η Παλαιά Διαθήκη είναι υψηλή και αγία δι’ ημάς, όταν εννοώμεν αυτήν ως διδάσκει ημάς ο Ίδιος ο Χριστός και οι Απόστολοι Αυτού, και ο Μωϋσής εισέτι. Ουδείς όμως εξ αυτών εθεώρησε τον Νόμον ως τι το απόλυτον, ως να επρόκειτο περί εσχάτης τελειότητος, χάριν της οποίας έπρεπε να απορριφθή πάσα νέα «συμπληρωματική» αποκάλυψις. Ο ίδιος μάλιστα ο Μωϋσής αφήκεν εντολήν να αναμένουν άλλον Προφήτην, όστις «όταν έλθη … αναγγελεί ημίν πάντα» (Ιωάν. δ’ 25). 3 Ο Χριστός ωμίλει προς τον λαόν εις γλώσσαν κατανοητήν και υπό των απλουστέρων. Το περιεχόμενον όμως των ομιλιών Αυτού ήτο πραγματικότης απρόσιτος εις πάντα χοϊκόν, εισέτι δε και εις τους Αποστόλους: «Πριν Αβραάμ γενέσθαι Εγώ ειμι» (Ιωάν. η’ ). «Εγώ και ο Πατήρ μου έν εσμεν» (Ιωάν. ι’ 30). «Ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν ει μη ο Πατήρ, ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο Υιός και ώ εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι» (Ματθ. ια’ 27). «Και ο Πατήρ Μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν» (Ιωάν. ιδ’ 23). «Και Εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα» (Ιωάν. ιδ’ 16). Ιδού, Τρίτος τις … Πώς δυνάμεθα να συμβιβάσωμεν τούτο προς την βαθείαν ημών συνείδησιν ότι ο Θεός είς εστι; Πάλιν ο Κύριος είπεν: «Όταν έλθη Εκείνος, το Πνεύμα της Αληθείας, Ό παρά του Πατρός εκπορεύεται, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν. ιστ’ 13, ιε’ 26). Και Αυτός, το Πνεύμα το Άγιον, ήλθε και όντως οδηγεί, αλλ’ ως βλέπομεν και η «καθοδήγησις» αύτη ακολουθεί βραδείαν πορείαν.
(ΠΡΟΟΔΟΣ)
Ο Χριστός εφανέρωσεν εις ημάς το Μυστήριον του Πρωταρχικού Είναι, του εν αρχή Όντος: Οι Τρείς, αμείωτοι και άτρεπτοι ο Είς προς τον Άλλον, είναι το Έν Όν, τα μάλιστα Απλούν, εις το Οποίον εν τούτοις δεν αντιφάσκει η πολλαπλότης των «διακρίσεων». Η διαλεκτική ημών διανόησις δεν συμπίπτει προς τα δεδομένα της Αποκαλύψεως. Και ο Κύριος δεν προσεπάθησε καθ’ υπερβολήν να εξηγήση το Μυστήριον τούτο, αλλ’ υπέδειξεν εις ημάς την οδόν προς την υπαρκτικήν κατανόησιν του Προαιωνίου Όντος: την οδόν των εντολών. 3 «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου. Αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτή· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται» (Ματθ. κβ’ ‐). Και ιδού, όταν κατά την Άνωθεν δωρεάν δίδηται εις τον άνθρωπον να εισέλθη δια της προσευχής εις τας αυθεντικάς διαστάσεις της δευτέρας εντολής, τότε αποκαλύπτονται εις αυτόν νέοι ορίζοντες, αδιανόητοι εν τη προγενεστέρα αυτού καταστάσει. Εν τη βαθεία προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, «ως και περί αυτού του ιδίου», εν προσευχή ήτις εξομοιοί τον άνθρωπον προς τον Χριστόν Ιησούν προσευχόμενον εν τω κήπω της Γεθσημανή, ο άνθρωπος ζη αληθώς όλην την ανθρωπότητα ως μίαν ζωήν, μίαν φύσιν εν τη πολλαπλότητι των υποστάσεων. Εξ αυτού του είδους της γνώσεως της μυριοϋποστάτου ενότητος τελείται η μετάβασις εις την θεολογικήν αφομοίωσιν του δόγματος περί της Ενότητος της Αγίας Τριάδος. Ο Χριστιανικός μονοθεϊσμός δεν είναι το αυτό προς τον ενοθεϊσμόν του Ισλάμ. Μετά την εμπειρίαν της «υποστατικής» προσευχής εγκαταλείπομεν εις τα οπίσω τας κατηγορίας της τυπικής λογικής και αναγόμεθα εις την οντολογικήν πρόσληψιν, τουτέστιν εις τας κατηγορίας αυτού τούτου του είναι. Η αλήθεια δεν είναι εκείνο, όπερ επαγωγικώς οικοδομεί η φιλοσοφία του πεπτωκότος ανθρώπου. Η Αλήθεια είναι ο προ πάντων των αιώνων όντως Ών. «Επιστρέφοντες» εκ της καθαράς προσευχής εις την παχύτητα της σαρκός του κόσμου τούτου εκπίπτομεν του βιώματος του ενός ανθρώπου και βλέπομεν εκ 3 νέου μετά λύπης ότι οι άνθρωποι δεν είναι πλήρως διαφανείς ο είς εις τον άλλον. Το όριον μεταξύ των ανθρωπίνων προσώπων δεν καταργείται εις τοιούτον βαθμόν, ως τούτο αποκαλύπτεται εν τη Θεία Τριάδι, όπου εκάστη Υπόστασις είναι ολοτελώς ανοικτή προς τας άλλας. Εκεί η κενωτική αγάπη είναι ο θεμελιώδης χαρακτήρ της Θείας Ζωής, ένεκα της οποίας η ενότης της Τριάδος είναι απολύτως τελεία. Τούτο εκφράζεται εν τη θεολογία δια του όρου «περιχώρησις». Η ανθρωπότης καλείται να γίνη είς άνθρωπος κατ’ εικόνα της Τριαδικής Ενότητος (βλ. Ιωάν. ι’ 30, ιζ’ 21). Οι θεοί οι επινοηθέντες υπό των ανθρώπων είναι νεκροί. Η γνώσις όμως του Ζώντος Θεού είναι δώρον ασύγκριτον. Τούτο παραδίδεται εις τον άνθρωπον δια της εμφανίσεως του Θεού και τίθεται ύστερον ως θεμέλιον όλης της ζωής αυτού. Εκάστη φανέρωσις του Θεού εις τον άνθρωπον, ούσα Θεία ενέργεια κατά την φύσιν αυτής, αντανακλάται εις τα πεπρωμένα του σύμπαντος κόσμου· είς τινας μάλιστα περιπτώσεις επηρεάζει σημαντικώς τον ρουν των ιστορικών γεγονότων. Ούτως, η Σιναϊτική Αποκάλυψις απεδείχθη πηγή δυνάμεως και εξουσίας δι’ όλας τας ενεργείας του Μωϋσέως, καίτοι το έσχατον βάθος αυτής υπερέβαινε την κατανόησιν αυτού και δεν εχώρει εις την συνείδησιν του εβραϊκού λαού μέχρι της ελεύσεως του Χριστού. Η ευαγγελική Αποκάλυψις προς την Παρθένον εβιώθη υπ’ Αυτής ως όντως εκ Θεού προερχομένη. Το μεγαλείον όμως των λεχθέντων εις Αυτήν υπό του Αγγέλου υπερέβαινε κατ’ εκείνην την στιγμήν τας δυνάμεις Αυτής, και ησθάνθη Αύτη την ανάγκην να βεβαιωθή περί του αυθεντικού του αποκαλυφθέντος εις Αυτήν μυστηρίου. Τούτο επετελέσθη 3 δια του χαιρετισμού της Ελισάβετ: «Ευλογημένη Συ εν γυναιξί … και πόθεν μοι τούτο ίνα έλθη η Μήτηρ του Κυρίου μου προς με; …». Τότε η Αγία Παρθένος ανεφώνησε: «Μεγαλύνει η ψυχή Μου τον Κύριον … ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης Αυτού» (Λουκ. α’ ‐). Και άπασα η ζωή Αυτής έλαβεν άλλην μορφήν· δι’ Αυτής δε και χάριν Αυτής η ιστορία όλου του κόσμου εισήλθεν εις νέαν τροχιάν, ασυγκρίτως μεγαλειωδεστέραν παντός ό,τι υπήρχε προ Αυτής. Η εμπειρική επιστήμη πορεύεται προς την γνώσιν του φυσικού κόσμου δια της επαγωγικής μεθόδου. Εκ της παρατηρήσεως επί μέρους φαινομένων καταλήγει εις την διατύπωσιν γενικού νόμου. Δεν συμβαίνει όμως ούτως εις τας Άνωθεν κατερχομένας αποκαλύψεις. Η ψυχή δια της διαισθήσεως αυτής αναγνωρίζει «πόθεν» ήλθε το ορώμενον. Μη δυναμένη εισέτι να συλλάβη το πλήρωμα της εκχυθείσης επ’ αυτήν ευλογίας άρχεται εν τούτοις να οικοδομή το μέλλον επί τον βράχον της δια θαυμαστού τρόπου δοθείσης γνώσεως: «Και ποιήσεις Μοι αγίασμα, και οφθήσομαι εν υμίν· και ποιήσεις Μοι κατά πάντα, όσα Εγώ σοι δεικνύω …» (Έξοδ. κε’ 8‐9). «Και αναστήσεις την σκηνήν κατά το δεδειγμένον σοι εν τω όρει» (Έξοδ. κστ’ 30). Κατά τον αυτόν τρόπον και ο χριστιανός οικοδομεί την επίγειον και αιώνιον αυτού ζωήν συμφώνως προς την δοθείσαν εις αυτόν δια της χάριτος θεωρίαν. Όταν γίνηται λόγος περί οντολογικής γνώσεως του υποστατικού Θεού, έχομεν υπ’ όψιν την κοινωνίαν εν τω είναι και ουχί την γυμνήν διανοητικήν αντίληψιν του θέματος. Ο άνθρωπος‐υπόστασις ζη δια του Θεού και εν 3 τω Θεώ. Η πραγματικότης αύτη δύναται να εκφρασθή και δι’ άλλου τρόπου: Ο Θεός περιπτύσσεται τον όλον άνθρωπον, νουν, καρδίαν και σώμα. Το γινώσκον‐ πρόσωπον και ο Γινωσκόμενος‐Θεός ενούνται εις έν. Ούτε ο είς ούτε ο Άλλος γίνονται «αντικείμενον» εν αυτή τη ενώσει. Η αμοιβαία γνώσις του ανθρώπου υπό του Θεού και του Θεού υπό του ανθρώπου φέρει χαρακτήρα «προσωπικόν», αποκλείοντα την «αντικειμενοποίησιν». Ο σύνδεσμος ούτος της αγάπης είναι πνευματική πράξις, κατά την οποίαν ο Ηγαπημένος γίνεται το είναι ημών. Ίδιον της αγάπης είναι να μεταφέρη την ζωήν εις Εκείνον τον Οποίον αγαπά μέχρι και λήθης αυτής. Η Θεία αγάπη κατά το είδος αυτής, το μεγαλείον, την αρμονίαν, την εξουσίαν, υπερέχει παντός ό,τι γνωρίζει η γη. Είναι προς τούτο θαυμαστόν ότι η τοιαύτη κατάστασις κατανοείται ως η μόνη αληθώς και μοναδικώς φυσική δια τον άνθρωπον. Παράδοξον πράγμα: Ο Θεός είναι ο Έτερος και, συγχρόνως, ο εμός. Η επίτευξις της αγάπης ταύτης είναι κατ’ ουσίαν «η απόκτησις της χάριτος του Αγίου Πνεύματος», περί ής ωμίλει ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ. Η πορεία προς αυτήν διέρχεται δια τριών σταδίων:


Η πρώτη ένωσις μετά του Θεού είναι δυνατή ως δώρον ευδοκίας εις τινα στιγμήν την οποίαν ο Θεός ευρίσκει ευνοϊκήν, όταν ο άνθρωπος δύναται να δεχθή μετ’ αγάπης την επίσκεψιν Αυτού. Τούτο είναι πράξις Αυτοαποκαλύψεως του Θεού εις δεδομένον πρόσωπον. Το Φως του Θεού χαρίζεται την αυθεντικήν πείραν της Θείας αιωνιότητος. Τούτο όμως δεν είναι εισέτι η τελείωσις της θεώσεως του ανθρώπου. Δυνάμεθα να ορίσωμεν το δώρον τούτο ως τον «άδικον μαμωνάν»· η Θεία χάρις δεν 3 αφωμοιώθη εισέτι υφ’ ημών τοσούτον, ώστε να γίνη μετά της φύσεως ημών έν εις τους αιώνας (βλ. Λουκ. ιστ’ 9‐12). Το δεύτερον στάδιον είναι η παρατεταμένη περίοδος της μετά ποικίλης εντάσεως Θεοεγκαταλείψεως. Εις τας ακραίας αυτής μορφάς είναι φοβερά. Η ψυχή αισθάνεται την έκπτωσιν αυτής εκ του Φωτός ως πνευματικόν θάνατον. Το εμφανισθέν Φως δεν είναι εισέτι αναφαίρετος κληρονομία της ψυχής. Ο Θεός έτρωσε την καρδίαν ημών δι’ αγάπης, ύστερον όμως απεχώρησεν. Αναμένει ημάς αγών δυνάμενος να διαρκέση επί έτη, και επί δεκαετίας εισέτι. Ενίοτε η χάρις επανέρχεται, και ούτως ενισχύει την ελπίδα, καινοποιεί την έμπνευσιν και πάλιν απομακρύνεται. Η εναλλασομένη αύτη κατάστασις είναι άκρως σημαντική περίοδος αναπτύξεως του ανθρώπου μέχρι της δυνατότητος αυτοπροσδιορισμού εν τη αιωνιότητι. Ο Θεός εγκαταλείπει ημάς, ίνα εκδηλωθή το αυτεξούσιον ημών. Την γνώσιν δε της «οδού» προς την τελειότητα εκληρονομήσαμεν εκ των Πατέρων ημών. Παρετηρήθη ότι πλείστοι αγνοούντες τα περί της τάξεως της πνευματικής αυξήσεως του χριστιανού γευθέντες πρώτον της χάριτος, κατόπιν δε στερηθέντες αυτής, εκπίπτουν από του Θεού. Την εμπειρίαν της Άνωθεν επισκέψεως τείνουν ούτοι να δεχθούν ως παροδικήν ψυχικήν έξαρσιν, ιδιαιτέρως χαρακτηριστικήν εν τη αρχή της ενηλικιώσεως. Ο Άγιος Σιλουανός ούτως ωμίλει περί τούτου: «Πάντα όσα εδίδαξεν ημάς οποτεδήποτε η χάρις, δέον όπως εκτελώμεν αυτά μέχρι τέλους ζωής … Ο Κύριος ενίοτε εγκαταλείπει την ψυχήν, ίνα δοκιμάση αυτήν, ίνα δείξη η ψυχή την σύνεσιν και την προαίρεσιν αυτής· εάν όμως ο άνθρωπος δεν βιάζη εαυτόν εις το έργον της ασκήσεως, τότε η χάρις 3 εγκαταλείπει αυτόν, ενώ εάν δείξη την προαίρεσιν αυτού, τότε η χάρις θα αγαπήση αυτόν και πλέον δεν θα εγκαταλείπη αυτόν» (Κεφ. XIII, Το τέλος του Γέροντος). «Η χάρις θα αγαπήση αυτόν και πλέον δεν θα εγκαταλείπη αυτόν». Η κατάστασις αύτη είναι η τελείωσις του αγώνος προς απόκτησιν της χάριτος. Τούτο είναι το τρίτον στάδιον, το τελικόν. Ο άνθρωπος δεν δύναται να παραμένη διαρκώς εν τη τελειότητι, ως εν τη πρώτη περιόδω, διότι το γήινον σώμα δεν δύναται να ανθέξη την δια της χάριτος κατάστασιν της θεώσεως: Αναποφεύκτως θα ακολουθήση «η μετάβασις εκ του θανάτου εις την ζωήν» (πρβλ. Ιωάν. ε’ 24). Αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος δεν επιθυμεί «να επιστρέψη» εις εκείνην την καταθλιπτικήν εναλλαγήν των καταστάσεων· εάν όμως ευδοκήση ο Κύριος να παρατείνη την παραμονήν του ασκητού εν τω κόσμω τούτω τότε συγκρατεί αυτόν εις τοιούτον μέτρον χάριτος ώστε να διατηρή την ικανότητα να ενεργή και επομένως την δυνατότητα «παραθείναι πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι» (πρβλ. Β’ Τιμ. β’ 2), όσα ο Ίδιος παρέλαβεν εκ των Πατέρων και αμέσως παρά του Θεού. Η τελειοτάτη ζωή εν τω αληθινώ Θεώ εκφράζεται δια των απλών λόγων του Ευαγγελίου, αλλ’ η διδαχή αύτη αφομοιούται δια μεγάλου καμάτου. Χιλιάκις επανερχόμεθα εις τους αυτούς λόγους της Γραφής, και όμως μετά βίας συλλαμβάνομεν το αιώνιον νόημα αυτών. Πολλάκις μεταπίπτομεν εκ τινος καταστάσεως εις άλλην, εκ της καλής εις την κακήν, εκ της αγάπης εις την αντιπάθειαν, εκ του Φωτός εις το σκότος των παθών. Συγκρίνομεν τας επιδράσεις αυτών επί της ψυχής και αγωνιζόμεθα δια την επίτευξιν της καλυτέρας εξ αυτών. Υποβαλλόμεθα 3 εις τας πλέον ποικίλας δοκιμασίας, και δι’ αυτών αναπτυσσόμεθα πνευματικώς. Πρέπει να αναχθώμεν εκ των νηπιωδών συλλογισμών εις την επίγνωσιν «του τελείου ανδρός εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (πρβλ. Εφεσ. δ’ 13, βλ. Α’ Κορ. ιγ’ 11), μέχρι της ικανότητος να ποιήσωμεν εν ελευθερία την συνετήν «εκλογήν» δια τον αυτοπροσδιορισμόν ημών, πράγμα όπερ θα κρίνη όλον το μέλλον ημών. Η ελευθερία άνευ του πληρώματος της συνέσεως, μετατρέπεται ευκόλως εις κακίαν. Ο Θεός, αποκαλυφθείς εις ημάς εν τω Φωτί Αυτού, κρύπτεται ύστερον αφ’ ημών. Η ψυχή εκ της αμέτρου θλίψεως δια την απώλειαν ταύτην φθάνει εις ολοκληρωτικήν μετάνοιαν μέχρι του αυτομίσους. Άνευ τούτου θα ήτο σχεδόν αδύνατον εις τον άνθρωπον, τον κληρονόμον του Πρωτοπλάστου Αδάμ, να απαλλαγή των συνεπειών της εωσφορικής πτώσεως. Μόνον τότε θα δυνηθή να εισέλθη εις την σφαίραν του ανεσπέρου Φωτός, «εις το εσώτερον του καταπετάσματος, όπου πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Ιησούς» (Εβρ. στ’ 19‐20). Το τελευταίον τούτο θα είναι η τελείωσις της θεώσεως, κατά την οποίαν αποκλείεται νέα πτώσις. Τα σημεία του «πληρώματος της ηλικίας του Χριστού» εν τοις ορίοις της Γης είναι προσευχή ομοία εκείνης του Χριστού εν Γεθσημανή, και θάνατος όμοιος εκείνου του επί του Γολγοθά. Τότε συντελείται η αυθεντική εισαγωγή του ανθρώπου εις την Θείαν αιωνιότητα· «η είσοδος εις την χαράν του Κυρίου» (πρβλ. Ματθ. κε’ 21). Εν προσευχή ομοία εκείνης της εν Γεθσημανή δίδεται εις ημάς η οντολογική πείρα της «υποστάσεως»· η ομοίωσις δε του θανάτου ημών προς τον θάνατον του 3 Χριστού είναι η οδός της «κενώσεως». Όσον πληρεστέρα είναι η τελευταία αύτη, τοσούτον τελειοτέρα είναι η ανάβασις του πνεύματος ημών εις τον φωτοφόρον χώρον της Προαιωνίου Θεότητος. Και ανεξαρτήτως εάν ο άνθρωπος εκφράζη δια λόγων ή ουχι την πραγματικήν αυτού κατάστασιν, ζη αυτήν ως υπαρξιακήν γνώσιν: Νυν εν Χριστώ δύναται και αυτός να είπη «εγώ ειμι». 3 3

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου