ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Η Εορτή του Αγίου Απολλοδώρου στην Ι.Μ. Κερκύρας

Τελέστηκε την Κυριακή 3 Ιουλίου 2016 ο Όρθρος και η Θεία Λειτουργία στον πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό του Αγίου Απολλοδώρου Επισκόπου Φαιακίας, ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου.
Στο λόγο του προς τους πιστούς ο Σεβασμιώτατος αναφερόμενος στον Άγιο Απολλόδωρο, επεσήμανε ότι ο ίδιος μετείχε στην εν Νικαία Α’ Οικουμενική Σύνοδο, των 318 Αγίων Πατέρων όπου και υπέγραψε τα Πρακτικά.
Ακόμη ο κ. Νεκτάριος παίρνοντας αφορμή από την Αποστολική Περικοπή της ημέρας, την Προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, υπογράμμισε ότι την τιμή και τη δόξα από τον Θεό, τη δικαιούται εκείνος ο οποίος υπηρετεί το αγαθό, τον ίδιο το Θεό δηλαδή, ζώντας κατά Χριστόν και βλέποντας στο πρόσωπο του αδελφού του τον ίδιο τον Κύριο. Όμως σήμερα οι άνθρωποι επιζητούν τις κοσμικές δόξες και τιμές, εμφορούμενοι από εγωϊστικά κίνητρα, περιφρονώντας Εκείνον που πραγματικά τους τιμά και τους δοξάζει, τον Ιησού Χριστό.
Επιπλέον ο Μητροπολίτης Κερκύρας σημείωσε ότι κατά την Ημέρα της Κρίσεως, δεν θα είναι ο Χριστός που θα καταδικάσει τον άνθρωπο, διότι ο Χριστός σώζει, αλλά η συνείδηση του ανθρώπου είναι αυτή που θα ελέγξει τις πράξεις του. Κριτήριο θα είναι η αγάπη, πόσο κένωσε κανείς τον εαυτό του, καταργώντας το εγώ του και διηκόνησε τους αδελφούς του.
Καταλήγοντας ο κ. Νεκτάριος προέτρεψε τους πιστούς να μιμηθούν τον Άγιο Απολλόδωρο και να αγαπήσουν όσο εκείνος τον Κύριό μας, τον Ιησού Χριστό.












Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (26)

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως
Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού
Αποτέλεσμα εικόνας για ιωαννησ δαμασκηνος

Ἀπόδοση εἰς τὴν νέα ἑλληνική: Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 26. Για τον άνθρωπο.

Έτσι, λοιπόν, δημιούργησε ο Θεός τις νοητές υπάρξεις, εννοώ τους αγγέλους και όλα τα ουράνια τάγματα –διότι αυτά ολοφάνερα έχουν νοερή και ασώματη φύση· λέγοντας «ασώματη φύση», την εννοώ σε σύγκριση με την παχύτητα της ύλης· διότι μόνον το θείο είναι πραγματικά άϋλο και ασώματο. Δημιούργησε ακόμη την αισθητή φύση, δηλαδή τον ουρανό, τη γη και τα ενδιάμεσά τους· και δημιούργησε από τη μια την νοητή φύση πλησιέστερη στο Θεό (διότι η λογική φύση είναι οικεία στο Θεό και γίνεται αντιληπτή μόνο με το νου) και από την άλλη την αισθητή φύση εντελώς μακριά του, επειδή γίνεται αντιληπτή μόνο με τις αισθήσεις.

Αλλά έπρπε να δημιουργηθεί και σύνθεση από τις δύο φύσεις, ως γνώρισμα μεγαλύτερης σοφίας και γενναιοδωρίας προς τις φύσεις, όπως λέει ο θείος Γρηγόριος: σαν κάποιος σύνδεσμος «της ορατής και αόρατης φύσεως». Και λέω «έπρεπε», θέλοντας να δηλώσω τη θέληση του Δημιουργού· διότι αυτή αποτελεί τον πιο κατάλληλο θεσμό και νόμο, και κανείς δεν μπορεί να πει στον Πλάστη: «Γιατί μ’ έφτιαξες έτσι;». Διότι ο αγγειοπλάστης έχει τη δύναμη να φτιάχνει από την ίδια λάσπη διάφορα σκεύη, για να δείξει τη σοφία του. Όταν λοιπόν αυτά ήταν έτσι, ο Θεός δημιουργεί με τα χέρια του τον άνθρωπο και από ορατή και από αόρατη φύση, ν’ αποτελεί δική του εικόνα και ομοίωση· το σώμα το έπλασε από τη γη, ενώ με το δικό του φύσημα έδωσε τη λογική και νοερή ψυχή, πράγμα το οποίο το ονομάζουμε θεία εικόνα.

Διότι το νοερό και το αυτεξούσιο του ανθρώπου δείχνει το «κατ’ εικόνα», ενώ η, όσο είναι δυνατόν, ομοιότητα στην αρετή δείχνει το «καθ’ ομοίωσιν». Και πλάσθηκαν συγχρόνως το σώμα και η ψυχή· όχι το ένα πρώτα και το άλλο έπειτα, σύμφωνα με τις φλυαρίες του Ωριγένη. Ο Θεός, λοιπόν, έπλασε τον άνθρωπο άκακο, απλό, ενάρετο, χαρούμενο, αμέριμνο, στολισμένο με κάθε αρετή, προικισμένα με όλα τα αγαθά, σαν κάποιον δεύτερο κόσμο, μικρό κόσμο μέσα σε μεγάλο, άλλο άγγελο, σύνθετο προσκυνητή, επόπτη της ορατής δημιουργίας, γνώστη των μυστηρίων της αόρατης, επίγειο βασιλιά που τον κυβερνά από ψηλά, ταυτόχρονα επίγειο και ουράνιο, πρόσκαιρο και αθάνατο, ορατό και νοητό, ενδιάμεσο μεταξύ μεγαλείου και μικρότητος, τον ίδιο και πνεύμα και σάρκα.

Είναι σάρκα εξαιτίας της υπερηφάνειας και πνεύμα εξαιτίας της χάρης· το ένα, για να υποφέρει και υποφέροντας να θυμάται και να γίνεται συνετός, και το άλλο, για να μένει σταθερός και να δοξάζει τον ευεργέτη του φιλοτιμούμενος από το μεγαλείο του· τον έπλασε ζώσα ύπαρξη που κατ’ οικονομία ζει εδώ, δηλαδή στην παρούσα ζωή, αλλά που προορίζεται για αλλού, να μετοικήσει στη μέλλουσα ζωή· και το τέλος του μυστηρίου είναι ότι θεώνεται με την κίνησή του προς το Θεό· θεώνεται μάλιστα με την μετοχή στο θείο φωτισμό, αλλά χωρίς να μεταβάλλεται σε θεία ουσία.

Και τον έπλασε αναμάρτητο στη φύση του και αυτεξούσιο στη θέλησή του. Λέγοντας «αναμάρτητο» δεν εννοώ ότι δεν είναι δεκτικός αμαρτίας –μόνον ο Θεός είναι ανεπίδεκτος αμαρτίας–, αλλά εννοώ ότι δεν έχει την αμαρτία στη φύση του, αλλά μάλλον στην προαίρεσή του· δηλαδή, έχει τη δύναμη να διατηρείται και να προοδεύει στο αγαθό, με τη βοήθεια της θείας χάριτος· και επίσης, μπορεί να παρεκτραπεί από το καλό και να οδηγηθεί στο κακό, με παραχώρηση του Θεού, εξαιτίας του αυτεξουσίου του· διότι, ό,τι γίνεται εξαναγκαστικά, δεν είναι αρετή. Η ψυχή, επίσης, είναι ζώσα ύπαρξη, απλή, ασώματη· η φύση της είναι αόρατη με τα μάτια του σώματος· είναι λογική και νοερή, χωρίς σχήμα· κατοικεί σε οργανικό σώμα και του παρέχει ζωή, ανάπτυξη, αντίληψη και γέννηση· δεν έχει τον νου σαν κάτι διαφορετικό από τον εαυτό της, αλλά σαν το πιο καθαρό στοιχείο της· διότι, όπως είναι το μάτι στο σώμα, έτσι είναι και ο νους για την ψυχή. Είναι αυτεξούσια και έχει θέληση και ενέργεια· είναι μεταβλητή, δηλαδή μεταβάλλεται σύμφωνα με τη θέλησή της, διότι είναι κτιστή. Όλα αυτά τα έχει λάβει με φυσική τάξη από τη χάρη του Δημιουργού της, η οποία της έδωσε και την ύπαρξη και τη φύση.

Με πόσους τρόπους νοείται το ασώματο. Αντιλαμβανόμαστε τα ασώματα, τα αόρατα και τα άμορφα με δύο τρόπους: άλλα κατ’ ουσίαν και άλλα κατά χάριν· διότι τα πρώτα είναι από τη φύση τους, ενώ τα δεύτερα σε αντίθεση με την παχύτητα της ύλης. Για το Θεό βέβαια λέμε «ασώματος από τη φύση του», ενώ για τους αγγέλους, τους δαίμονες και τις ψυχές λέμε «ασώματοι χαριστικά και σε αντίθεση με την παχύτητα της ύλης». Σώμα είναι αυτό που έχει τρεις διαστάσεις, δηλαδή μήκος, πλάτος και βάθος ή πάχος. Καί κάθε σώμα συνίσταται από τέσσερα στοιχεία, ενώ τα σώματα των ζώων αποτελούνται από τέσσερις χυμούς. Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι τα τέσσερα στοιχεία είναι: η γη, που είναι ξερή και ψυχρή· το νερό, που είναι ψυχρό και υγρό· ο αέρας, που είναι υγρός και θερμός· η φωτιά, που είναι θερμή και ξερή. Το ίδιο και οι χυμοί είναι τέσσερις και αναλογούν στα τέσσερα στοιχεία: η μαύρη χολή, που αναλογεί στη γη (διότι είναι ξερή και ψυχρή)· το φλέγμα, που αναλογεί στο νερό (διότι είναι ψυχρό και υγρό)· το αίμα, που αναλογεί στον αέρα (διότι είναι υγρό και θερμό)· η ξανθή χολή, που αναλογεί στη φωτιά (διότι είναι θερμή και ξερή).

Οι καρποί, λοιπόν, αποτελούνται από τα στοιχεία, οι χυμοί πάλι από τους καρπούς, ενώ τα σώματα των ζώων αποτελούνται από τους χυμούς, και αναλύονται σ’ αυτά· διότι καθετί που είναι σύνθετο, αναλύεται στα μέρη από τα οποία συντίθεται. Ότι ο άνθρωπος μετέχει και στα άψυχα και τα άλογα και τα λογικά όντα. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος έχει κοινά γνωρίσματα με τα άψυχα· ακόμη μετέχει στη ζωή των αλόγων ζώων και έχει πάρει τη νόηση από τα λογικά όντα. Τα κοινά, δηλαδή, γνωρίσματα με τα άψυχα είναι στο σώμα και στη σύνθεσή του από τέσσερα στοιχεία· με τα φυτά έχει κοινά στοιχεία τη θρεπτική δυνατότητα, την αυξητική και την σπερματική, δηλαδή την αναπαραγωγική· με τα άλογα ζώα έχει και τα παραπάνω, αλλά επιπλέον και τον πόθο, δηλαδή το θυμό και την επιθυμία, και ακόμη την αίσθηση και την ορμέμφυτη κίνηση.

Οι αισθήσεις βέβαια είναι πέντε· η όραση, η ακοή, η όσφρηση, η γεύση, η αφή. Στην ορμέμφυτη όμως κίνηση ανήκει η ικανότητα να μεταβαίνει από τόπο σε σε τόπο, η ικανότητα της κινήσεως όλου του σώματος και η ικανότητα της φωνής και της αναπνοής· διότι από μας εξαρτάται να τα κάνουμε ή να μην τα κάνουμε. Ο άνθρωπος συνδέεται με το λογικό του με τις ασώματες και νοερές φύσεις, διότι συλλογίζεται, σκέφτεται και κρίνει το καθετί· επιδιώκει τις αρετές και ποθεί την κορωνίδα των αρετών, εννοώ την ευσέβεια· γι’ αυτό και ο άνθρωπος είναι ένας μικρός κόσμος.

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι αποκλειστικά χαρακτηριστικές ιδιότητες του σώματος είναι η τομή, η ρεύση και η μεταβολή. Μεταβολή βέβαια είναι αυτή που γίνεται σχετικά με την ποιότητα, δηλαδή η θέρμανση, η ψύξη και τα παρόμοια. Ρεύση πάλι είναι αυτή που γίνεται με το άδειασμα· αδειάζουν δηλαδή τα στερεά, τα υγρά και τα αέρια, και χρειάζεται η αναπλήρωσή τους· επομένως, η πείνα και η δίψα είναι φυσιολογικές μεταβολές. Τομή πάλι είναι ο διαχωρισμός των χυμών μεταξύ τους και η διαίρεσή τους σύμφωνα με τη μορφή και την υλική τους σύσταση. Χαρακτηριστικές πάλι ιδιότητες της ψυχής είναι η ευσέβεια και η νόηση. Ενώ οι αρετές αποτελούν κοινές ιδιότητες της ψυχής και του σώματος· αποδίδονται όμως στην ψυχή, διότι η ψυχή κυβερνά το σώμα.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι το λογικό από τη φύση του κυβερνά το άλογο· διότι οι δυνάμεις της ψυχής διαιρούνται σε λογικό και άλογο. Τα μέρη μάλιστα του αλόγου είναι δύο· το ένα είναι κουφό στη φωνή του λογικού, δεν υπακούει δηλαδή στη λογική, ενώ το άλλο είναι προσεκτικό και υπάκουο στη λογική. Ανυπάκουο βέβαια και απείθαρχο στη λογική είναι το ζωτικό μέρος της ψυχής, το οποίο ονομάζεται και σφυγμικό· επίσης και το σπερματικό μέρος, δηλαδή το αναπαραγωγικό και το φυτικό, το οποίο λέγεται και θρεπτικό· σ’ αυτό ανήκει και το αυξητικό μέρος, το οποίο και διαπλάθει το σώμα. Αυτά δεν τα εξουσιάζει η λογική, αλλά η φύση.

Το μέρος πάλι της ψυχής που είναι προσεκτικό και υπάκουο στη λογική διαιρείται σε επιθυμία και θυμό. Μάλιστα, το άλογο μέρος της ψυχής ονομάζεται παθητικό και ορεκτικό (αυθόρμητο). Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ορμέμφυτη κίνηση ανήκει στο μέρος της ψυχής που υπακούει στη λογική. Σ’ αυτό όμως που δεν υπακούει στη λογική ανήκει το θρεπτικό, το γεννητικό και το σφυγμικό. Το αυξητικό, το θρεπτικό και το γεννητικό ονομάζονται «φυτικό», ενώ το σφυγμικό καλείται «ζωτικό». Το θρεπτικό έχει τέσσερις δυνάμεις: την ελκτική, που έλκει την τροφή· την καθεκτική που κρατεί την τροφή και δεν της επιτρέπει να αποβληθεί αμέσως· την αλλοιωτική, που μεταβάλλει την τροφή σε χυμούς· την αποκριτική, η οποία αποβάλλει τα περιττώματα μέσω του αφεδρώνα και τα απορρίπτει από τον οργανισμό. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι από τις δυνάμεις που υπάρχουν στα όντα άλλες είναι ψυχικές, άλλες φυσικές και άλλες ζωτικές.

Ψυχικές είναι αυτές που ανήκουν στην προαίρεση, δηλαδή η επιθυμία και αίσθηση. Στην επιθυμία ανήκει η ικανότητα μεταβάσεως από τόπο σε τόπο, η κίνηση όλου του σώματος, η φωνητική και αναπνευστική ικανότητα· από μας εξαρτάται να τα ενεργούμε αυτά ή να μην τα ενεργούμε. Φυσικές και ζωτικές δυνάμεις είναι αυτές που ενεργούν χωρίς τη θέλησή μας. Φυσικές είναι η θρεπτική, η αυξητική και η αναπαραγωγική· ζωτική είναι η σφυγμική. Αυτές ενεργούν είτε το θέλουμε είτε όχι. Επίσης, πρέπει να γνωρίζουμε ότι άλλα από τα πράγματα είναι αγαθά και άλλα κακά. Το αγαθό που προσδοκάμε γεννά την επιθυμία, ενώ αυτό που έχει πραγματοποιηθεί γεννά την ευχαρίστηση. Παρόμοια, το προσδοκώμενο κακό δημιουργεί φόβο, ενώ τα πραγματοποιημένο λύπη. Και να γνωρίζουμε ότι λέγοντας αγαθό εννοούμε και το αληθινό αγαθό και το θεωρούμενο· το ίδιο εννούμε και με το κακό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 26. Περὶ ἀνθρώπου.

Οὕτω μὲν οὖν τὴν νοητὴν οὐσίαν ὑπεστήσατο ὁ Θεός, ἀγγέλους φημὶ καὶ πάντα τὰ κατ᾿ οὐρανὸν τάγματα –ταῦτα γὰρ ἀριδήλως νοερᾶς ἐστι καὶ ἀσωμάτου φύσεως· «ἀσωμάτου» δέ φημι συγκρινομένης πρὸς τὴν τῆς ὕλης παχύτητα· μόνον γὰρ ὄντως τὸ θεῖον ἄυλόν τε καὶ ἀσώματον–, ἔτι δὲ καὶ τὴν αἰσθητήν, οὐρανόν τε καὶ γῆν καὶ τὰ τούτων ἐν μέσῳ κείμενα· καὶ τὴν μὲν οἰκείαν (οἰκεία γὰρ Θεῷ ἡ λογικὴ φύσις καὶ νῷ μόνῳ ληπτή), τὴν δὲ πάντῃ που πορρωτάτω κειμένην, ὡς ὑπὸ τὴν αἴσθησιν δηλαδὴ πίπτουσαν. Ἔδει δὲ ἐξ ἀμφοτέρων μίξιν γενέσθαι, καί σοφίας μείζονος γνώρισμα καὶ τῆς περὶ τὰς φύσεις πολυτελείας, ὥς φησιν ὁ θεηγόρος Γρηγόριος, οἷόν τινα σύνδεσμον «τῆς ὁρατῆς τε καὶ ἀοράτου φύσεως».

Τὸ δὲ «ἔδει», φημὶ, τὴν τοῦ Δημιουργοῦ ὑπεμφαίνων βούλησιν· αὕτη γὰρ θεσμὸς καὶ νόμος πρεπωδέστατος, καὶ οὐδεὶς ἐρεῖ τῷ πλαστουργῷ· «Τί με ἐποίησας οὕτως»; Ἐξουσίαν γὰρ ἔχει ὁ κεραμεὺς ἐκ τοῦ ἰδίου πηλοῦ διάφορα κατασκευάζειν σκεύη πρὸς ἔνδειξιν τῆς ἑαυτοῦ σοφίας. Ἐπεὶ δὲ ταῦτα οὕτως εἶχεν, ἐξ ὁρατῆς τε καὶ ἀοράτου φύσεως δημιουργεῖ τὸν ἄνθρωπον οἰκείαις χερσὶ κατ᾿ οἰκείαν εἰκόνα τε καὶ ὁμοίωσιν· ἐκ γῆς μὲν τὸ σῶμα διαπλάσας, ψυχὴν δὲ λογικὴν καὶ νοερὰν διὰ τοῦ οἰκείου ἐμφυσήματος δοὺς αὐτῷ, ὅπερ δὴ θείαν εἰκόνα φαμέν· τὸ μὲν γὰρ «κατ᾿ εἰκόνα» τὸ νοερὸν δηλοῖ καὶ αὐτεξούσιον, τὸ δὲ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» τὴν τῆς ἀρετῆς κατὰ τὸ δυνατὸν ὁμοίωσιν.

Ἅμα δὲ τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ πέπλασται· οὐ τὸ μὲν πρῶτον, τὸ δὲ ὕστερον κατὰ τὰ ᾿Ωριγένους ληρήματα. Ἐποίησεν οὖν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον ἄκακον, εὐθῆ, ἐνάρετον, ἄλυπον, ἀμέριμνον, πάσῃ ἀρετῇ κατηγλαϊσμένον, πᾶσιν ἀγαθοῖς κομῶντα, οἷόν τινα κόσμον δεύτερον, ἐν μεγάλῳ μικρόν, ἄγγελον ἄλλον, προσκυνητὴν μικτόν, ἐπόπτην τῆς ὁρατῆς κτίσεως, μύστην τῆς νοουμένης, βασιλέα τῶν ἐπὶ γῆς, βασιλευόμενον ἄνωθεν, ἐπίγειον καὶ οὐράνιον, πρόσκαιρον καὶ ἀθάνατον, ὁρατὸν καὶ νοούμενον, μέσον μεγέθους καὶ ταπεινότητος, τὸν αὐτὸν πνεῦμα καὶ σάρκα· σάρκα διὰ τὴν ἔπαρσιν, πνεῦμα διὰ τὴν χάριν· τὸ μὲν ἵνα πάσχῃ καὶ πάσχων ὑπομιμνήσκηται καὶ παιδεύηται, τὸ δὲ ἵνα μένῃ καὶ δοξάζῃ τὸν εὐεργέτην, τῷ μεγέθει φιλοτιμούμενον, ζῷον ἐνταῦθα οἰκονομούμενον τουτέστιν ἐν τῷ παρόντι βίῳ, καὶ ἀλλαχοῦ μεθιστάμενον ἐν τῷ αἰῶνι τῷ μέλλοντι, καί πέρας τοῦ μυστηρίου τῇ πρὸς Θεὸν νεύσει θεούμενον· θεούμενον δὲ τῇ μετοχῇ τῆς θείας ἐλλάμψεως καὶ οὐκ εἰς τὴν θείαν μεθιστάμενον οὐσίαν. Ἐποίησε δὲ αὐτὸν φύσιν ἀναμάρτητον καὶ θέλησιν αὐτεξούσιον.

Ἀναμάρτητον δέ φημι οὐχ ὡς μὴ ἐπιδεχόμενον ἁμαρτίαν –μόνον γὰρ τὸ θεῖον ἁμαρτίας ἐστὶν ἀνεπίδεκτον–, ἀλλ᾿ οὐχ ὡς ἐν τῇ φύσει τὸ ἁμαρτάνειν ἔχοντα, ἐν τῇ προαιρέσει δὲ μᾶλλον, ἤτοι ἐξουσίαν ἔχοντα μένειν καὶ προκόπτειν ἐν τῷ ἀγαθῷ τῇ θείᾳ συνεργούμενον χάριτι, ὡσαύτως καὶ τρέπεσθαι ἐκ τοῦ καλοῦ καὶ ἐν τῷ κακῷ γίνεσθαι, τοῦ Θεοῦ παραχωροῦντος διὰ τὸ αὐτεξούσιον· οὐκ ἀρετὴ γὰρ τὸ βίᾳ γινόμενον. Ψυχὴ τοίνυν ἐστὶν οὐσία ζῶσα, ἁπλῆ, ἀσώματος, σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς κατ᾿ οἰκείαν φύσιν ἀόρατος, λογική τε καὶ νοερά, ἀσχημάτιστος, ὀργανικῷ κεχρημένη σώματι καὶ τούτῳ ζωῆς, αὐξήσεώς τε καὶ αἰσθήσεως καὶ γεννήσεως παρεκτική, οὐχ ἕτερον ἔχουσα παρ᾿ ἑαυτὴν τὸν νοῦν, ἀλλὰ μέρος αὐτῆς τὸ καθαρώτατον· ὥσπερ γὰρ ὀφθαλμὸς ἐν σώματι, οὕτως ἐν ψυχῇ νοῦς· αὐτεξούσιος, θελητική τε καὶ ἐνεργητική, τρεπτὴ, ἤτοι ἐθελότρεπτος, ὅτι καὶ κτιστή. Πάντα ταῦτα κατὰ φύσιν ἐκ τῆς τοῦ δημιουργήσαντος αὐτὴν χάριτος εἰληφυῖα, ἐξ ἧς καὶ τὸ εἶναι καὶ τὸ φύσει οὕτως εἶναι εἴληφεν. Ὁσαχῶς τό ἀσώματον Ἀσώματα δὲ καὶ ἀόρατα καὶ ἀσχημάτιστα κατὰ δύο τρόπους νοοῦμεν· τὰ μὲν κατ᾿ οὐσίαν, τὰ δὲ κατὰ χάριν· καὶ τὰ μὲν φύσει ὄντα, τὰ δὲ πρὸς τὴν τῆς ὕλης παχύτητα.

Ἐπὶ Θεοῦ μὲν οὖν φύσει, ἐπὶ δὲ ἀγγέλων καὶ δαιμόνων καὶ ψυχῶν χάριτι, καὶ ὡς πρὸς τὴν τῆς ὕλης παχύτητα λέγεται ἀσώματον. Σῶμά ἐστι τὸ τριχῇ διαστατὸν ἤγουν τὸ ἔχον μῆκος καὶ πλάτος καὶ βάθος, ἤτοι πάχος. Πᾶν δὲ σῶμα ἐκ τῶν τεσσάρων στοιχείων συνίσταται, τὰ δὲ τῶν ζῴων σώματα ἐκ τῶν τεσσάρων χυμῶν. Χρὴ εἰδέναι, ὅτι τέσσαρα στοιχεῖά ἐστι· γῆ, ξηρὰ καὶ ψυχρά· ὕδωρ, ψυχρὸν καὶ ὑγρόν· ἀήρ, ὑγρὸς καὶ θερμός· πῦρ, θερμὸν καὶ ξηρόν. Ὁμοίως καὶ χυμοὶ τέσσαρες, ἀναλογοῦντες τοῖς τέσσαρσι στοιχείοις· μέλαινα χολὴ ἀναλογοῦσα τῇ γῇ (ξηρὰ γάρ ἐστι καὶ ψυχρά)· φλέγμα ἀναλογοῦν τῷ ὕδατι (ψυχρὸν γάρ ἐστι καὶ ὑγρόν)· αἷμα ἀναλογοῦν τῷ ἀέρι (ὑγρὸν γάρ ἐστι καὶ θερμόν)· ξανθὴ χολὴ ἀναλογοῦσα τῷ πυρί (θερμὴ γάρ ἐστι καὶ ξηρά). Οἱ μὲν οὖν καρποὶ ἐκ τῶν στοιχείων συνίστανται, οἱ δὲ χυμοὶ ἐκ τῶν καρπῶν, τὰ δὲ τῶν ζῴων σώματα ἐκ τῶν χυμῶν καὶ εἰς τὰ αὐτὰ ἀναλύεται· πᾶν γὰρ συντιθέμενον εἰς τὰ αὐτὰ ἀναλύεται, ἐξ ὧν συνετέθη. Ὅτι ὁ ἄνθρωπος κοινωνεῖ καί ἀψύχοις καί ἀλόγοις καί λογικοῖς.

Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ τοῖς ἀψύχοις κοινωνεῖ καὶ τῆς τῶν ἀλόγων μετέχει ζωῆς καὶ τῆς τῶν λογικῶν μετείληφε νοήσεως. Κοινωνεῖ γὰρ τοῖς μὲν ἀψύχοις κατὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ἀπὸ τῶν τεσσάρων στοιχείων κρᾶσιν, τοῖς δὲ φυτοῖς κατά τε ταῦτα καὶ τὴν θρεπτικὴν καὶ αὐξητικὴν καὶ σπερματικὴν, ἤγουν γεννητικὴν δύναμιν, τοῖς δὲ ἀλόγοις καὶ ἐν τούτοις μέν, ἐξ ἐπιμέτρου δὲ κατὰ τὴν ὄρεξιν, ἤγουν θυμὸν καὶ ἐπιθυμίαν καὶ κατὰ τὴν αἴσθησιν καὶ κατὰ τὴν καθ᾿ ὁρμὴν κίνησιν. Αἰσθήσεις μὲν οὖν εἰσι πέντε· ὅρασις, ἀκοή, ὄσφρησις, γεῦσις, ἁφή. Τῆς δὲ καθ᾿ ὁρμὴν κινήσεώς ἐστι τὸ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον μεταβατικὸν καὶ τὸ κινητικὸν ὅλου τοῦ σώματος καὶ τὸ φωνητικὸν καὶ ἀναπνευστικόν· ταῦτα γὰρ ἐν ἡμῖν ἐστι ποιεῖν καὶ μὴ ποιεῖν. Συνάπτεται δὲ διὰ τοῦ λογικοῦ ταῖς ἀσωμάτοις καὶ νοεραῖς φύσεσι λογιζόμενος καὶ νοῶν καὶ κρίνων ἕκαστα καὶ τὰς ἀρετὰς μεταδιώκων καὶ τῶν ἀρετῶν τὸν κολοφῶνα, τὴν εὐσέβειαν, ἀσπαζόμενος· διὸ καὶ μικρὸς κόσμος ὁ ἄνθρωπός ἐστιν. Χρὴ δὲ εἰδέναι, ὡς ἴδια μὲν τοῦ σώματος μόνου τομὴ καὶ ῥεῦσις καὶ μεταβολή.

Μεταβολὴ μὲν ἡ κατὰ ποιότητα, ἤγουν θερμασίαν καὶ ψύξιν καὶ τὰ τοιαῦτα. ῾Ρεῦσις δὲ ἡ κατὰ κένωσιν· κενοῦται γὰρ ξηρὰ καὶ ὑγρὰ καὶ πνεύματα, ὧν χρῄζει τῆς ἀναπληρώσεως· ὥστε φυσικά εἰσι πάθη ἥ τε πεῖνα καὶ ἡ δίψα· τομή δέ ἡ τῶν χυμῶν ἀπ’ ἀλλήλων διαχώρισις καί ὁ εἰς εἶδος καί ὕλην μερισμός. Ἴδια δὲ τῆς ψυχῆς ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ νόησις. Κοινὰ δὲ ψυχῆς καὶ σώματος αἱ ἀρεταί, ἐχουσῶν καὶ τούτων ἐπὶ τὴν ψυχὴν τὴν ἀναφοράν, οἷον ψυχῆς προσχρωμένης σώματι. Χρὴ γινώσκειν, ὅτι τὸ λογικὸν φύσει κατάρχει τοῦ ἀλόγου· διαιροῦνται γὰρ αἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς εἰς λογικὸν καὶ ἄλογον. Τοῦ δὲ ἀλόγου μέρη εἰσὶ δύο· τὸ μὲν ἀνήκοόν ἐστι λόγου, ἤγουν οὐ πείθεται λόγῳ, τὸ δὲ κατήκοόν ἐστι καὶ ἐπιπειθὲς λόγῳ. Ἀνήκοον μὲν οὖν καὶ μὴ πειθόμενον λόγῳ ἐστὶ τὸ ζωτικόν, ὃ καὶ σφυγμικὸν καλεῖται, καὶ τὸ σπερματικὸν, ἤγουν γεννητικὸν καὶ τὸ φυτικόν, ὃ καὶ θρεπτικὸν καλεῖται· τούτου δέ ἐστι καὶ τὸ αὐξητικόν, τὸ καὶ διαπλάσσον τὰ σώματα. Ταῦτα γὰρ οὐ λόγῳ κυβερνῶνται, ἀλλὰ τῇ φύσει. Τὸ δὲ κατήκοον καὶ ἐπιπειθὲς λόγῳ διαιρεῖται εἰς ἐπιθυμίαν καὶ θυμόν. Καλεῖται δὲ κοινῶς τὸ ἄλογον μέρος τῆς ψυχῆς παθητικὸν καὶ ὀρεκτικόν.

Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι τοῦ ἐπιπειθοῦς λόγῳ ἐστὶ καὶ ἡ καθ᾿ ὁρμὴν κίνησις. Τοῦ δέ μή πειθομένου λόγῳ ἐστί τό θρεπτικόν καί γεννητικόν καί σφυγμικόν· καλεῖται δέ φυτικόν μέν τό αὐξητικόν καί τό θρεπτικόν καί τό γεννητικόν, ζωτικόν δέ τό σφυγμικόν. Τοῦ μέν οὖν θρεπτικοῦ δυνάμεις εἰσί τέσσαρες· ἑλκτική ἡ ἕλκουσα τήν τροφήν, καθεκτική ἡ κατέχουσα τήν τροφήν καί μή ἐῶσα αὐτήν εὐθέως ἐκκριθῆναι, ἀλλοιωτική ἡ ἀλλοιοῦσα τήν τροφήν εἰς τούς χυμούς, ἀποκριτική ἡ τό περίττωμα διά τοῦ ἀφεδρῶνος ἐκκρίνουσα καί ἐκβάλλουσα. Χρή δέ εἰδέναι, ὅτι τῶν κατά τό ζῶον δυνάμεων αἱ μέν εἰσι ψυχικαί, αἱ δέ φυσικαί, αἱ δέ ζωτικαί. Καί ψυχικαί μέν αἱ κατά προαίρεσιν, ἤγουν ἡ καθ’ ὁρμήν κίνησις καί ἡ αἴσθησις. Τῆς δέ καθ’ ὁρμήν κινήσεως ἐστι τό τε κατά τόπον μεταβατικόν καί κινητικόν ὅλου τοῦ σώματος καί φωνητικόν καί ἀναπνευστικόν· ἐν ἡμῖν γάρ ἐστι τό ποιῆσαι καί τό μή ποιῆσαι ταῦτα. Φυσικαί δέ καί ζωτικαί αἱ ἀπροαίρετοι. Καί φυσικαί μέν ἡ θρεπτική καί αὐξητική καί σπερματική, ζωτική δέ ἡ σφυγμική· αὗται γάρ καί θελόντων ἡμῶν καί μή θελόντων ἐνεργοῦσι. Δεῖ δέ γινώσκειν, ὅτι τῶν πραγμάτων τὰ μέν ἐστιν ἀγαθά, τὰ δὲ φαῦλα. Προσδοκώμενον μὲν οὖν ἀγαθὸν ἐπιθυμίαν συνιστᾷ, παρὸν δὲ ἡδονήν· ὁμοίως δὲ πάλιν προσδοκώμενον κακὸν φόβον, παρὸν δὲ λύπην. Δεῖ δὲ εἰδέναι, ὅτι ἀγαθὸν ἐνταῦθα εἰπόντες ἢ τὸ ὄντως ἀγαθὸν ἢ τὸ δοκοῦν ἀγαθὸν εἴπομεν· ὁμοίως καὶ κακόν.

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩ ΤΩ ΑΓΑΘΩ


Οι άνθρωποι έχουμε σε περίοπτη θέση στη ζωή μας την εργασία. Μας εξασφαλίζει το ζην και το ευ ζην. Μας δίδει κύρος. Μας κάνει να αισθανόμαστε χρήσιμοι στη ζωή μας. Όταν υπάρχει ανεργία, το κοινωνικό πρόβλημα είναι μεγάλο και το προσωπικό ταυτόχρονα. Όποιος δε θέλει να εργάζεται, κανονικά θα έπρεπε να είναι όνειδος για την κοινωνία, διότι θέλει να επιβιώνει ή να περνά καλά στη ζωή του ακόπως. Και η απουσία κόπου γεννά ανθρώπους χωρίς ποιότητα ψυχής, διότι ο ράθυμος δεν μπορεί να εκτιμήσει ό,τι έχει και ό,τι του δίδεται, αλλά μόνο ξέρει να απαιτεί.
Υπάρχει όμως και μία άλλη εργασία. Η πνευματική. Αυτή της ύπαρξης που αναζητεί τον Θεό. Που επιθυμεί να προχωρήσει προς μία άλλη κατεύθυνση. Αυτή της σωτηρίας, δηλαδή της επίγνωσης του θελήματος του Θεού και την ίδια στιγμή της καλλιέργειας του εαυτού προς την οδό της Βασιλείας. Ο απόστολος Παύλος θεωρεί ότι μία τέτοια εργασία που έχει ως περιεχόμενό της το αγαθό, επιφέρει δόξα, ειρήνη και τιμή σε όποιον την ασκεί. «Δόξα και τιμή και ειρήνη παντί τω εργαζομένω τω αγαθώ» (Ρωμ. 2, 10). «Δόξα, τιμή και ειρήνη προσμένουν όποιον κάνει το καλό». Η εργασία του αγαθού δεν είναι μόνο σε επίπεδο πράξης. Δεν είναι μόνο να προσφέρει κάποιος καλό στον άλλο. Είναι να γίνεται η ύπαρξή του αγαθή. Γιατί η απομόνωση της πράξης από την υπαρξιακή επιλογή να εργαζόμαστε πάντοτε το αγαθό, να το θέλουμε και να χαιρόμαστε γι’ αυτό, στην ουσία μετατρέπει τους ανθρώπους σε σταυροφόρους καλών έργων, χωρίς όμως η ύπαρξή τους να αλλοιώνεται ανάλογα. Εύκολα οι καλές πράξεις γίνονται προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις και την ίδια στιγμή δίδουν άλλοθι για μία συνολική πορεία απόστασης από τον Θεό, καθώς όποιος απομονώνει τα έργα από την συνολική θέαση της ζωής, την πίστη, στην ουσία δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ακέραιος, ως σεσωσμένος.
Εργάζομαι το αγαθό, δηλαδή τις εντολές του Θεού. Η κύρια εντολή είναι η αγάπη. Η αμαρτία του ανθρώπου συνίσταται την αποταγή της αγάπης προς τον Θεό ως προτεραιότητας στη ζωή του και την ίδια στιγμή στην αποταγή της αγάπης προς τον πλησίον, η οποία οδηγεί στην αυτο-αγάπη. Ο άνθρωπος αγαπά τον εαυτό του, όπως κι αν αυτό εκφράζεται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εργαστεί το αγαθό αληθινά. Αμαυρώνεται η εικόνα του γιατί μολύνει τον κόπο του, και υλικό και πνευματικό και σχεσιακό-κοινωνικό με την απαίτηση το εγώ του να είναι η προτεραιότητα. Έτσι βλέπει τον άλλο ως αντικείμενο. Βλέπει τον κόσμο ως πηγή όχι απλώς τροφής και επιβίωσης, αλλά ως εκμετάλλευσης για να μπορεί ο ίδιος να περνά καλά, ακόμη και καταστρέφοντάς τον. Βλέπει τον Θεό ιδιοτελώς. Βλέπει τις επιθυμίες του ως χρήζουσες εκπλήρωσης, ακόμη κι αν κάνουν κακό τόσο στον ίδιο όσο και στους άλλους. Ανταλλάσσει το αγαθό με τη στιγμή της ευχαρίστησης, το διαρκές με το «εδώ και τώρα». Και αποτάσσει την κατάσταση της αμαρτίας, διότι βρίσκεται μόνο εν σχέσει με τον εαυτό του και όχι με τους πλησίον του. Το ίδιο και οι άλλοι. Παρασυρμένοι όλοι μας από τον πονηρό, δηλαδή το πρόσωπο που αποτυπώνει την ελεύθερη απόρριψη και τελικά την απουσία του Θεού από την ύπαρξή του, γινόμαστε όντα μιμητικά όχι του αγαθού, αλλά του πονηρού. Η μίμηση δεν είναι ταύτιση. Είναι τέντωμα των ικανοτήτων της ύπαρξης προς μία κατεύθυνση, είτε προς το αγαθό είτε προς το πονηρό, και χρήση τους είτε προς την δημιουργία είτε προς την καταστροφή της ύπαρξης. Δημιουργία σημαίνει ζωή αιώνια. Καταστροφή σημαίνει πνευματικός θάνατος. Μόνο που το κριτήριο για να διαφανεί αληθινά η κατεύθυνση είναι ο Θεός και η Εκκλησία. Ο νους του ανθρώπου αν πορεύεται προς την κυριαρχία της αγάπης προς τον εαυτό του δε θέλει να δει τον Θεό και την Εκκλησία. Ή ακόμη κι αν βλέπει, αφήνει τον χρόνο να περνά με άλλα έργα, και επιζητεί τη δόξα, την τιμή και την ειρήνη στη λογική του κόσμου. Τη δυνατότητα λύτρωσής μας από αυτές τις παγίδες μας έδωσε ο Χριστός.
Ο άνθρωπος εργάζεται τον Θεό όταν μιμείται τον Χριστό. Όταν η ύπαρξή του τείνει προς Εκείνον. Και αυτή είναι η οδός της αγιότητας, η οποία αγκαλιάζει κάθε σημείο της ύπαρξής μας. Και το νυν και το αεί. Και τις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας και τη σχέση μας με τον Θεό. Δίνει στον εαυτό μας τον αληθινό σκοπό του, που είναι το να βγει από το εγώ. Να μάθει να ζει και για τους άλλους. Να προσφέρει και να προσφέρεται. Να χαίρεται όταν επιζητεί το του ετέρου. Όταν ο άλλος, γνωρίζοντάς τον, δοξάζει τον Θεό! Και τότε έρχονται τα τρία στοιχεία που μας καταξιώνουν. Η δόξα ως δωρεά του Θεού, ως αποδοχή από τον Θεό του κόπου μας και το δώρο της χάριτος Του. Να είμαστε χαρούμενοι κατά Θεόν. Γιατί αυτή είναι η δόξα μας. Να αγαπούμε και να χαιρόμαστε με όλη μας την ύπαρξή μας, ακόμη κι αν η αγάπη μας κάνει να δυσκολεύουμε τη ζωή μας. Η τιμή, κι αυτή ως δωρεά του Θεού. Θαυμαστώνει ο Θεός όσους Τον αγαπούνε και κάνει και τους άλλους να χαίρονται μαζί τους. Και τους τιμούνε. Σπεύδουν να σχετιστούν μαζί τους. Απολαμβάνουν την συντροφιά, την πείρα, τη σοφία, την αγάπη, την απλότητά τους. Και την ίδια στιγμή η ειρήνη, κι αυτή ως δωρεά του Θεού. Αυτός που είναι χαρούμενος εντός του και οι άλλοι χαίρονται μαζί του είναι ειρηνικός. Διότι δεν έχει κάτι που να βασανίζει την ύπαρξή του, καθώς νιώθει την ευλογία του Θεού και την εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν να ομορφαίνει τη ζωή του. Ακόμη και οι περιστάσεις της ζωής δεν τον κλονίζουν. Παίρνει βαθιά ανάσα, προσεύχεται και προχωρά με θάρρος στην οδό που ο Θεός ορίζει. Κι έτσι είναι ειρηνικός. Τίποτε δεν τον χωρίζει ούτε από τον Θεό ούτε από τον συνάνθρωπο. Ακόμη κι αυτούς που κατά άνθρωπον τον πικραίνουν, τους συγχωρεί και παλεύει γι’ αυτούς.
Διαφορετική η οδός της αυτο-αγάπης, από την οδό της εργασίας του αγαθού. Της συνάντησης με τον Αγαθό Θεό. Αυτή η οδός λείπει από τον κόσμο και τη ζωή μας. Και είναι ευθύνη του καθενός μας, αν θέλουμε να είμαστε χριστιανοί, να παλεύουμε να την ακολουθήσουμε. Εντός της Εκκλησίας. Με την μίμηση του Χριστού και το άφημά μας στην αγάπη Του. Ας λυσσομανά ο κόσμος. Δεν είμαστε μόνοι μας. Η ζωή μας έχει σκοπό. Την εργασία του αγαθού και την ίδια στιγμή τη δωρεά της δόξας, της τιμής και της ειρήνης μιας αλλιώτικης κοινωνίας. Είναι ο δρόμος της αγιότητας που περνά από τον κόσμο. Με σταυρό και ανάσταση. Και ελπίδα!

Κέρκυρα, 3 Ιουλίου 2016

Κερκύρας Νεκτάριος : “ Η Παναγία είναι η τροφός της ζωής μας “.

Τελέστηκε το πρωί του Σαββάτου 2 Ιουλίου 2016 ο Όρθρος και η Θεία Λειτουργία στον πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου Βλαχέρενας στη Γαρίτσα. Προηγήθηκε η λιτάνευση της Ιεράς Εικόνος της Παναγίας, προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου.
Στο κήρυγμά του ο Μητροπολίτης Κερκύρας εξήρε το πρόσωπο της Κυρίας Θεοτόκου, τονίζοντας τη σημασία της συνεργασίας Της στο σχέδιο της Ενσάρκου οικονομίας του Τριαδικού Θεού, για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Η Παναγία παρομοιάζεται από τον Απόστολο Παύλο στην προς Εβραίους Επιστολή του, με τα Άγια των Αγίων του Ναού του Σολομώντος, διότι μέσα στα παρθενικά Της σπλάχνα, κατοίκησε ο ίδιος ο Θεός, ο Ιησούς Χριστός. Επιπλέον η Υπεραγία Θεοτόκος είναι η τροφός της ζωής όλων των Χριστιανών. Εκείνη αενάως μεσιτεύει στον Υιό και Θεός Της, μεταφέροντας τα προς σωτηρίαν αιτήματά μας.
Επιπλέον ο κ. Νεκτάριος υπογράμμισε ότι τη σημερινή ημέρα η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει την κατάθεση της Τιμίας Εσθήτος της Παναγίας μας. Η Τίμια Ζώνη αποτελεί το μοναδικό ένδυμά Της που διεσώθη από τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες στην Πόλη, στο ναό των Βλαχερνών.
Εορτάζει όμως και η Κέρκυρα, καθότι στις 11 Ιουλίου 1675 η Κυρία Θεοτόκος κατά θαυματουργικό τρόπο, σταμάτησε την πανώλη που αποδεκάτιζε τους Κερκυραίους. Ακόμη εορτάζεται η εύρεση της Ιεράς Της Εικόνος από αλιείς στον όρμο της Γαρίτσας.
Καταλήγοντας ο κ. Νεκτάριος ευχήθηκε στους πιστούς να βρίσκονται πάντοτε υπό την προστασία της Πλατυτέρας των Ουρανών, με την προσευχή τους, αλλά και με τον πνευματικό τους αγώνα, ενάντια στο αντίθεο πνεύμα της εποχής μας.















ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΩΝ ΒΛΑΧΕΡΝΏΝ ΣΤΟ ΜΑΝΤΟΥΚΙ

Με κατάνυξη έγινε απόψε στο προάστιο Μαντούκι η λιτάνευση της Ιεράς Εικόνας της Υ.Θ. των Βλαχερνών από την εκκλησία του αγίου Χαραλάμπους.































Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Απόστολος Παύλος: Ακρογωνιαίος λίθος του δυτικού πολιτισμού

 
Ο Σαούλ ή Σαύλος, Εβραίος το γένος και Ιουδαίος την πίστη, Ρωμαίος κατά την ιθαγένεια, Έλληνας δε κατά την παιδεία, και εν συνεχεία Παύλος, χριστιανός στο φρόνημα και την καρδιά, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του ευρωπαϊκού και κατ’ επέκταση ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού.

απ.π12

Είναι ο μέγας αναγεννητής και ανακαινιστής της οικουμένης. Κανένας άλλος άνθρωπος δεν επηρέασε τόσο την εξέλιξη του παγκόσμιου πολιτισμού, αλλά και την ίδια τη ζωή στον πλανήτη τους τελευταίους 20 αιώνες. Ο μέγας Παύλος, με “όχημα” την ελληνική γλώσσα, ένωσε την Ανατολή με τη Δύση μεταφέροντας εξ ανατολών το μήνυμα του νοητού Ήλιου της δικαιοσύνης, για να ενώσει τους ανθρώπους “ίνα ώσι εν”.

Και μάλιστα όχι με κάποιο πειθαναγκαστικό, εξωτερικό θνησιγενές πολιτικό σύστημα, αλλά επ’ ελευθερία και δη με την αγάπη, ιδρύοντας στο πέρασμά του και εν μέσω ποικίλων ταλαιπωριών και διωγμών τοπικές εκκλησίες. Διαβάζουμε τα λόγια του και μένουμε πάντα εκστατικοί ή ακόμη και αναπολόγητοι:

“Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει…”.

Από την ομηρική Τρωάδα ο Απόστολος των Εθνών θα κληθεί σε όραμα από κάποιον Μακεδόνα ο οποίος θα του πει “Διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν”.

Και έτσι στην πόλη των Φιλίππων θα ιδρύσει την πρώτη εκκλησία στη Μακεδονία και θα ακολουθήσουν η Θεσσαλονίκη και η Βέροια, μετά η Αθήνα, η Κόρινθος…

Και “ωσάν να είχε πτερά”, όπως αναφέρει ο συναξαριστής, “διεπέρασεν όλην την οικουμένην”, για να βρει τελικά μαρτυρικό θάνατο στη Ρώμη.

Αλλά ο θάνατος είχε ήδη νικηθεί, και αυτό ήταν και η ουσία του κηρύγματός του. Και για να παραφράσουμε τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο, ο Απόστολος των Εθνών έκανε οίστρο της ζωής τη νίκη του θανάτου!

Ή, όπως αναφέρει ο φιλόσοφος της ιστορίας Άρνολντ Τόιμπι (Arnold Toynbee), “Ο Απόστολος Παύλος κατέκτησε τη Ρώμη με άλλον τρόπο από εκείνον που ανεπιτυχώς επεχείρησε ο Μέγας Αντίοχος της Συρίας.

Η νέα θρησκεία αντικατέστησε τους παλαιούς τοπικούς θεούς των άστεων με τον παγκόσμιο Θεό της ελπίδος για τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητος. Η πίστη αυτή ανέτρεψε τις παραδόσεις της ζωής και δημιούργησε νέες, με βάση την ευρύτερη προοπτική και πείρα”.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Μακεδονία της Κυριακής” στις 26 Ιουνίου 2011.