ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Κήρυγμα στην Δ΄ Κυριακή Ματθαίου

 «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανός… ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ» Ματθ.  8:7-8 

Αγαπητοί μου, 

Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή συναντούμε έναν άνθρωπο που δεν ανήκει στον εκλεκτό λαό του Ισραήλ. Είναι ένας Ρωμαίος εκατόνταρχος, αξιωματικός του κατακτητικού στρατού. Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος γίνεται παράδειγμα πίστεως, ταπεινώσεως και αγάπης. 

Όταν πλησιάζει τον Χριστό, δεν ζητά κάτι για τον εαυτό του, αλλά για τον δούλο του, τον οποίο αγαπά ως παιδί του. Η αγάπη του γίνεται προσευχή και η προσευχή του γίνεται οδός προς τον Θεό. 

Ο Κύριος απαντά με απέραντη προθυμία: 

«Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν». 

Δεν διστάζει, δεν αναβάλλει, δεν εξετάζει την καταγωγή του ανθρώπου. Η αγάπη του Χριστού προηγείται κάθε ανθρώπινης αξίας. 

Τότε ακούγεται ο λόγος που επαναλαμβάνει μέχρι σήμερα η Εκκλησία πριν από τη Θεία Κοινωνία: 

«Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». 

Ο εκατόνταρχος δεν θεωρεί τον εαυτό του άξιο να δεχθεί τον Χριστό στο σπίτι του. Η αληθινή πίστη συνοδεύεται πάντοτε από βαθιά ταπείνωση. Δεν λέγει: «Το αξίζω», αλλά: «Δεν είμαι άξιος». 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σχολιάζει: 

«Δεν φανέρωσε μόνο πίστη, αλλά και πολλή ταπείνωση. Ενώ μπορούσε να απαιτήσει την παρουσία του Χριστού λόγω της εξουσίας του, θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο να δεχθεί τον Δεσπότη στο σπίτι του.» 

Και συνεχίζει ότι ο Χριστός θαύμασε περισσότερο την ταπείνωση παρά το αξίωμα του εκατοντάρχου. 

Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τονίζει ότι: 

«Ο εκατόνταρχος πίστεψε ότι ο λόγος του Χριστού έχει θεία δύναμη. Όπως ο Θεός δημιούργησε τα πάντα με τον λόγο Του, έτσι και ο Χριστός θεραπεύει χωρίς να είναι παρών σωματικά.» 

Έτσι φανερώνεται ότι ο Ιησούς δεν είναι απλώς ένας θαυματουργός άνθρωπος, αλλά ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού. 

Ο Άγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ερμηνεύει: 

«Επειδή ο εκατόνταρχος ήταν άνθρωπος εξουσίας και έβλεπε ότι οι στρατιώτες υπάκουαν στον λόγο του, πίστεψε ότι ακόμη περισσότερο όλες οι ασθένειες υπακούουν στον Δημιουργό τους.» 

Ο εκατόνταρχος γνωρίζει τι σημαίνει εξουσία. Λέγει: «Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν…» 

Όπως οι στρατιώτες υπακούουν στον διοικητή τους, έτσι και η ασθένεια υπακούει στον Χριστό. Δεν χρειάζεται άγγιγμα ούτε παρουσία. Αρκεί ο λόγος Του. 

Οι Πατέρες βλέπουν εδώ μία αποκάλυψη της παντοδυναμίας του Κυρίου. 

Πόσες φορές πλησιάζουμε τον Θεό με απαιτήσεις και όχι με μετάνοια! 

Ο εκατόνταρχος μάς διδάσκει: να πιστεύουμε χωρίς αμφιβολία στη δύναμη του Χριστού, να προσευχόμαστε για τους άλλους, να συνοδεύουμε την πίστη με ταπείνωση, να εμπιστευόμαστε ότι ένας λόγος του Θεού αρκεί για να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή μας. 

Δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία έβαλε τα λόγια του εκατοντάρχου στην προετοιμασία της Θείας Μεταλήψεως. Κάθε πιστός ομολογεί ότι δεν είναι άξιος να δεχθεί τον Χριστό, αλλά ελπίζει στο άπειρο έλεός Του. 

Ο Χριστός δεν θαυμάζει τη δύναμη, τον πλούτο ή την κοινωνική θέση. Θαυμάζει την πίστη που συνοδεύεται από ταπείνωση. 

Ας πούμε και εμείς: 

«Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανός· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ἡ ψυχή μου.» 

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ 


 

ΔΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΦΕΝΤΗΣ π. Δημητρίου Μπόκου

 


π. Δημητρίου Μπόκου 

Ο δούλος ενός Ρωμαίου εκατοντάρχου ασθένησε βαριά. Ο εκα-τόνταρχος, αν και ειδωλολάτρης, προσέφυγε στον Χριστό. Προσέκει-το ευνοϊκά προς τη θρησκεία των Ιουδαίων, ήταν μάλλον προσανατο-λισμένος προς την αναζήτηση του ενός αληθινού Θεού. Φαίνεται πως λόγω της κλίσης του αυτής παρακολουθούσε και γνώριζε τα σχετικά με τον Χριστό, πράγμα που δημιούργησε μέσα του τις προϋποθέσεις για μια αληθινή σχέση μαζί του. Και ο Χριστός ομολόγησε γι’ αυτόν εμμέσως ότι είναι μέτοχος και τέκνο της Βασιλείας του Θεού (Κυρια-κή Δ΄ Ματθαίου). 

Η αληθινή σχέση με τον Θεό περνάει πάντα μέσα από τη σχέση προς τον συνάνθρωπο. Και ο εκατόνταρχος έδειξε ότι είχε φτάσει στη σωστή σχέση με τον συνάνθρωπο. Αγαπούσε τον δούλο του. Σε μια εποχή που οι δούλοι νομικά δεν είχαν ανθρώπινη υπόσταση, που συ-γκαταλέγονταν στα πράγματα, στα υπάρχοντα των αφεντικών τους, ο εκατόνταρχος έδωσε αξία στον δούλο του. Δεν τον θεωρούσε πράγ-μα, που μπορεί να το κάνει ό,τι θέλει χωρίς να οφείλει λογαριασμό σε κανένα. Τον θεώρησε όμοιό του. Ήταν γι’ αυτόν αγαπητός, πολύτιμος άνθρωπος. 

Ο εκατόνταρχος έφτασε σε σχέση αγάπης με τον δούλο του, που είναι το ύψιστο ζητούμενο μεταξύ ανθρώπων. Ο δούλος ήταν υπά-κουος στο αφεντικό του. «Λέγω στον δούλο μου, κάνε αυτό και το κά-νει», ομολογεί ο εκατόνταρχος. Ο δούλος εκτελούσε πιστά τις εντολές του κυρίου του. Όχι όμως από φόβο. Όχι ωφελιμιστικά, για να επιτύ-χει ανταμοιβή. Όχι κινούμενος από κάποια ανάγκη. Όχι ενεργώντας παρά τη θέλησή του. Όχι θεωρώντας αγγαρεία την εκτέλεσή τους. Όχι εκτελώντας τες με απέχθεια, με αποστροφή, μισώντας αυτό που κά-νει. Όχι για να εξαγοράσει την εύνοια του κυρίου του. Τίποτε από όλα αυτά. 

Ο δούλος υπάκουε, τηρούσε, εκτελούσε τις εντολές από ευχαρί-στηση, από καθαρή αγάπη για τον κύριό του. Για να είναι πάντα ενω-μένος σε μια σχέση αγάπης μαζί του. Δεν ήταν εργάτης του φόβου ή του μισθού, αλλά της αγάπης. 

Σχέση αγάπης μάς ζητάει και ο Θεός. Εκείνος μας αγαπάει και έ-δειξε εμπράκτως ότι δεν θέλει να μας αγαπάει κρυφά. Και έγινε άν-θρωπος για να μας δώσει «της μεγίστης αγάπης πείραν», να φανεί «τον έσχατον ερών έρωτα», ότι τον διακατέχει ο σφοδρότερος έρωτας για μας (αγ. Νικόλαος Καβάσιλας, Περί της εν Χριστώ ζωής, Λόγος 6, PG 150, 645Β). 

Αντίστοιχη αγάπη περιμένει και από μας, μέσω πιστής τήρησης των εντολών του. Όχι για ωφελιμιστική συναλλαγή μαζί του, όχι για να ξεπληρώσουμε κάποιο χρέος απέναντί του, ή να τον εξευμενίσου-με. Αλλά για να αναπλασθεί η φύση μας, να θεραπευθεί από την αμαρ-τία, να μπορέσει να ενωθεί μαζί του σε ένωση απόλυτης αγάπης. Οι εντολές του είναι σωστικά μας φάρμακα, τρόπος εξυγίανσης, ύψιστο τεκμήριο αγάπης μας προς αυτόν, ασφαλής οδηγός θέωσης. 

Εθισμένοι στον δυτικό νομικό τρόπο σκέψης, σκεφτόμαστε τη σχέση μας με τον Θεό συνήθως πάνω στο δίπολο αφέντη-δούλου. 

Όμως αυτό επέχει θέση πολύ μακράν της αληθείας. 

Ο Θεός επιθυμεί μαζί μας σχέση πατέρα προς τέκνα, σχέση βα-θειάς αγαπητικής ένωσης, μέσα σε πνεύμα υπέρτατης ερωτικής πα-ραφοράς. 


ΟΥΔΕ ΕΝ ΤΩ ΙΣΡΑΗΛ ΤΟΣΑΥΤΗΝ ΠΙΣΤΙΝ ΕΥΡΟΝ

 

«Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ᾿Αμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» (Ματθ. 8,10)

῞Οταν τὸν ἄκουσε ὁ ᾿Ιησοῦς, θαύμασε καὶ εἶπε σ᾿ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν· «Σᾶς βεβαιώνω πὼς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Ισραηλίτες δὲν βρῆκα».

 Συχνά στο Ευαγγέλιο βρίσκουμε παραδείγματα πίστης από ανθρώπους που δεν φαίνονται υποδείγματα ηθικής, ούτε δείχνουν ότι η καρδιά τους νοσταλγεί τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Χριστός, απευθυνόμενος προς τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, αλλά και όσους Ισραηλίτες θεωρούσαν τον εαυτό τους υπόδειγμα πίστης και ηθικής, αναφέρει: « οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ. 21, 31). Αυτή τη διαπίστωση κάνει ο Κύριος, όταν Τον συναντά ένας εκατόνταρχος, ένας ειδωλολάτρης αξιωματικός, ο οποίος εκ της θέσεώς του ούτε ανθρωπιά απέναντι στους κατακτημένους επιτρεπόταν να δείξει, ενώ η πίστη του ήταν στα είδωλα, στους ψεύτικους θεούς της παράδοσής του. Κι όμως, η αγάπη του προς τους ανθρώπους που ήταν στην υπηρεσία του, τον κάνει να αναζητήσει στο πρόσωπο του Χριστού τον ιατρό, για έναν από αυτούς που είχε παραλύσει από κάποια φοβερή ασθένεια. Και στη συζήτηση με τον Χριστό, ο Κύριος διαπιστώνει ότι δεν βρήκε τόση πίστη όση είχε ο ειδωλολάτρης εκατόνταρχος ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες.

 Είναι μυστήριο η πίστη και δώρο. Δεν είναι αρκετό να την κατέχουμε από παράδοση, από συνήθεια, από κληρονομιά οικογενειακή. Το δώρο έχει να κάνει με το άνοιγμα της καρδιάς μας, να νιώσουμε ότι ο Θεός είναι ο τελικός ρυθμιστής της ζωής μας και να Τον αποδεχτούμε, νικώντας τα ερωτηματικά και τις αμφιβολίες, ακόμη κι αν φαίνεται ότι χάνουμε. Διότι και μέσα από την ήττα μας θα βγει μία νέα ζωή, ακόμη και με την στέρηση, την ματαίωση, την ταπείνωση. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται να έχουμε στον νου μας την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι αφηρημένη δύναμη ο Θεός. Έγινε ένα με μας και εξακολουθεί να μας δίδεται στην αγάπη, στην θεία κοινωνία, στη συνύπαρξη στην Εκκλησία, στη συγχώρηση, στην ανοχή, στην υπομονή. Όμως εδώ είναι που χρειάζεται και η δική μας συνεισφορά. Να υπερβούμε τους λογισμούς μας, κυρίως την αίσθηση ότι επειδή πιστεύουμε τα δικαιούμαστε όλα, και να αφεθούμε στη χάρη Του.

 Ζούμε σε μία εποχή στην οποία η πίστη θεωρείται μαγεία ή δικαίωμα να έχουμε άποψη επί παντός του επιστητού, κυρίως όμως να κρίνουμε και να κατακρίνουμε τον κόσμο και τους ανθρώπους διότι δεν είναι «Ισραηλίτες». Όμως η χάρις του Αγίου Πνεύματος όπου θέλει πνει, όποτε θέλει πνει και αναπαύεται στους ανθρώπους που είναι δεκτικοί, ανεξαρτήτως της ηθικής τους ποιότητας. Διότι στο μικρό ή μεγάλο σκοτάδι του καθενός μας κρύβεται η μετάνοια, όπως επίσης και η αίσθηση ότι χωρίς Θεό τίποτα δεν έχει νόημα. Κι αν η καρδιά μας πει το ΝΑΙ, τότε όλα αλλάζουν. Γι’ αυτό η ζωή είναι μία συνεχής υπόμνηση σε εμάς, τους «Ισραηλίτες», ότι όσοι δεν είναι όπως τους νομίζουμε πνευματικά, είναι δυνάμει εκατόνταρχοι και χρειάζονται την προσευχή και τη στήριξή μας. Διότι μας προφυλάσσουν από τον μεγάλο κίνδυνο της υπερηφάνειας, που μας χωρίζει τελικά από τον Θεό. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

28 Ιουνίου 2026

Κυριακή Δ’ Ματθαίου 

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 28 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026 (Ματθ. 8, 5-13)


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσελθόντι τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ᾿Εγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. ᾿Ακούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ᾿Αμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· ῞Υπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ. 

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα 

Εκεῖνο τὸν καιρό, μόλις μπῆκε ὁ ᾿Ιησοῦς στὴν Καπερναούμ, τὸν πλησίασε ἕνας ἑκατόνταρχος καὶ τὸν παρακαλοῦσε μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια· «Κύριε, ὁ δοῦλος μου εἶναι κατάκοιτος στὸ σπίτι, παράλυτος, καὶ ὑποφέρει φοβερά». ῾Ο ᾿Ιησοῦς τοῦ λέει· «᾿Εγὼ θὰ ἔρθω καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω». ῾Ο ἑκατόνταρχος τοῦ ἀποκρίθηκε· «Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ δεχτῶ στὸ σπίτι μου· πὲς ὅμως μόνον ἕνα λόγο, καὶ θὰ γιατρευτεῖ ὁ δοῦλος μου. Εἶμαι κι ἐγὼ ἄνθρωπος κάτω ἀπὸ ἐξουσία, καὶ ἔχω στρατιῶτες στὴ διοίκησή μου· λέω στὸν ἕνα “πήγαινε” καὶ πηγαίνει, καὶ στὸν ἄλλο “ἔλα” καὶ ἔρχεται, καὶ στὸν δοῦλο μου “κάνε αὐτὸ” καὶ τὸ κάνει». ῞Οταν τὸν ἄκουσε ὁ ᾿Ιησοῦς, θαύμασε καὶ εἶπε σ᾿ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν· «Σᾶς βεβαιώνω πὼς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Ισραηλίτες δὲν βρῆκα. Καὶ σᾶς λέω πὼς θά ᾿ρθουν πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολὴ καὶ δύση καὶ θὰ καθίσουν μαζὶ μὲ τὸν ᾿Αβραάμ, τὸν ᾿Ισαὰκ καὶ τὸν ᾿Ιακὼβ στὸ τραπέζι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐνῶ οἱ κληρονόμοι τῆς βασιλείας θὰ πεταχτοῦν ἔξω στὸ σκοτάδι· ἐκεῖ θὰ κλαῖνε, καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια τους». ῞Υστερα εἶπε στὸν ἑκατόνταρχο ὁ ᾿Ιησοῦς· «Πήγαινε, κι ἂς γίνει αὐτὸ ποὺ πίστεψες». Καὶ γιατρεύτηκε ὁ δοῦλος ἐκείνη τὴν ὥρα.

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 28 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026 (Ρωμ. 6, 18-23)


    Ἀδελφοί, ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ. ᾿Ανθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. ῞Ωσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν. ῞Οτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ. Τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; Τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος. Νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον. Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. 

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

    Αδελφοί, εἶστε ἐλεύθεροι πιὰ ἀπὸ τὸν ζυγό τῆς ἁμαρτίας κι ὑπηρετεῖτε τὸ καλὸ καὶ τὸ δίκαιο. Χρησιμοποιῶ τὴν ἀνθρώπινη εἰκόνα τῆς δουλείας, γιατὶ δὲν μπορεῖτε ἀλλιώτικα νὰ μὲ καταλάβετε. Παλιότερα εἴχατε ὑποδουλώσει ὅλο τὸ εἶναι σας σὲ πάθη καὶ πράξεις ἀντίθετες στὸ θεϊκὸ θέλημα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ζεῖτε ἀντίθετα πρὸς τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. ῎Ετσι πρέπει καὶ τώρα νὰ ὑποδουλώσετε ὅλο τὸ εἶναι σας στὸ θεϊκὸ θέλημα, γιὰ νὰ βρεθεῖτε κοντὰ στὸν Θεό. Μὴν ξεχνᾶτε πώς, ὅσον καιρὸ ἤσασταν ὑπόδουλοι στὴν ἁμαρτία, ἤσασταν μακριὰ ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ποιὸ ἦταν τὸ κέρδος σας ἀπὸ τὴ διαγωγή σας ἐκείνη; Ντρέπεστε τώρα γι’ αὐτήν, γιατὶ ὁδηγοῦσε τελικὰ στὸν θάνατο. Τώρα ὅμως εἶστε ἐλεύθεροι πιὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία κι ἀνήκετε στὸν Θεό. Καρπὸς τῆς καινούριας ζωῆς σας εἶναι ἡ ἁγιοσύνη, καὶ τὸ τέλος τῆς πορείας σας εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Γιατὶ ὁ μισθὸς ποὺ δίνει ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ θάνατος, ἐνῶ τὸ δῶρο ποὺ χαρίζει ὁ Θεὸς εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, τὴν ὁποία ἔφερε ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ὁ Κύριός μας.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΦΙΛΙΕΣ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ


 

                Τα διάφορα φαινόμενα συγκρότησης εφηβικών συμμοριών, άσκησης βίας και σχολικού εκφοβισμού από την μία, αλλά και η εφηβική μοναξιά και απομόνωση από την άλλη, που κάνει πολλούς εφήβους να κλείνονται μπροστά στην οθόνη του κινητού επί ώρες, ιδίως κατά τις νυχτερινές ώρες, είναι συμπτώματα ασθενικής λειτουργίας της οικογένειας ως βασικού πυρήνα διαμόρφωσης σχέσεων και ταυτότητας για τα παιδιά. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου προφανώς και παίζει ρόλο στην κοινωνικότητα του. Το ίδιο και δυσκολίες που έχουν να κάνουν με τη διάσπαση προσοχής ή με ενδοψυχικές συγκρούσεις, ενισχύουν είτε την κλειστότητα είτε την ανάγκη αποδοχής με κάθε τρόπο, ακόμη και με τη βία, τη μαγκιά, την επίδειξη. Όμως δεν παύει η οικογένεια να αποτελεί τον πυρήνα εκείνον στον οποίο είτε ο έφηβος θα έχει λάβει δημιουργική αποδοχή, με αποτέλεσμα να μπορεί να την εκπέμψει, είτε όχι, κάτι που επιφέρει αποκλίνουσες συμπεριφορές.
                Οι εφηβικές φιλίες έχουν έναν χαρακτήρα εξιδανίκευσης. Αυτός ή αυτή που μπορεί να με ακούσει ανά πάσα στιγμή, να αισθάνομαι εμπιστοσύνη, να μοιραστώ μαζί του και μαζί της τα ερωτικά μου καρδιοχτύπια, τις απόψεις μου για τους γονείς μου, για τους καθηγητές μου, για τον κόσμο και τη ζωή, να κάνω τις μικρές αμαρτίες της εφηβείας, όπως είναι ένα τσιγάρο, ένα ποτό, ένα ξενύχτι, η απόφαση να μην ενημερώσω τους γονείς μου για το πού είμαι, αλλά και το δέσιμο το ψυχικό, που γίνεται κοινωνικότητα δυνατή και όμορφη, ακόμη και στις δυσκολίες, όπως τις βλέπουν οι μεγαλύτεροι. Γι’ αυτούς τους λόγους οι έφηβοι αισθάνονται πολύ μεγάλη προδοσία την ελάχιστη διαφοροποίηση των φίλων τους, την είσοδο άλλων μελών στην παρέα που επιφέρει ζήλεια, καταστάσεις που οδηγούν σε ένα αίσθημα ματαίωσης.
                Και οι γονείς; Πόσο παρεμβατικοί μπορούν να είναι σε παρέες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «κακές»; Η απάντηση δεν μπορεί να έρθει αν δεν υπάρχει προληπτική λειτουργία της οικογενειακής σχέσης. Αν οι γονείς δεν νοιάζονται για τα παιδιά τους όχι απλώς προσφέροντάς τους τα πάντα, διότι αυτό μοιάζει αυτονόητο, αλλά δείχνοντάς σε αυτά ότι αποδέχονται τη διαφορετικότητά τους, όχι όμως άνευ όρων. Αποδέχομαι το παιδί μου σημαίνει αποδέχομαι το πρόσωπό του, την μοναδική του αξία, την γονεϊκή αγάπη ως αναντικατάστατη και πηγαία, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει απόφαση να μην παρέμβω με τρόπο αγωγής, οριοθέτησης, ακόμη και ελεγχόμενης σύγκρουσης στην πορεία της ζωής του.
                Η μοντερνιά λέει ότι το παιδί ξέρει. Είναι μία καταστροφική αντίληψη, που έρχεται ως πράξη αντίστασης στον πατερναλισμό προηγούμενων γενεών, όπου τα παιδιά έκαναν ό,τι ήθελαν οι γονείς τους σε κομβικά σημεία της ζωής τους, όπως το επάγγελμα και ο γάμος. Το παιδί ξέρει προφανώς, αλλά δεν τα ξέρει όλα. Το παιδί καλείται να διαμορφώσει κρίση, συζητώντας, ακούγοντας, αντιδρώντας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει ανάγκη την καθοδήγηση των γονέων του, κάποτε και με αποφασιστικό τρόπο. Και η καθοδήγηση έρχεται με την ενίσχυση της δυνατότητας του παιδιού να βλέπει το καλό και το κακό, το σωστό και το λανθασμένο, να έχει δηλαδή συνείδηση δυνατή, και να μπορεί να λέει ΟΧΙ όσο και όπου χρειάζεται.
                Αν οι γονείς δεν έχουν δουλέψει σ’ αυτή τη γραμμή, τότε η δυναμική και η δύναμη της εφηβείας δεν αντιμετωπίζεται. Είτε με θρασύτητα είτε με κρυψίνοια ο έφηβος θα σχετιστεί και θα δράσει όπως θέλει. Το κακό είναι ελκυστικότερο. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για τους γονείς να αφυπνιστούν. Να σταθούν δίπλα στο έφηβο παιδί τους και να παλέψουν με υπομονή και σταθερότητα να το βοηθήσουν να κάνει επιλογές που θα λειτουργήσουν δημιουργικά. Αρκεί οι γονείς να δούνε τον εαυτό τους όχι αυτομαστιγωτικά, αλλά στην προοπτική της νέας αρχής. Κι εδώ η πίστη είναι μεγάλη βοήθεια.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός 
Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"
στο φύλλο της Τετάρτης 24 Ιουνίου 2026

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

2026-06-21 Γ΄ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 

Κερκύρας Νεκτάριος: «Η διαστροφή του οφθαλμού, σκοτίζει τον άνθρωπο»

     Την Κυριακή, 21 Ιουνίου 2026, Γ΄ Ματθαίου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, κ. Νεκτάριος, λειτούργησε και ομίλησε στον Ιερό Ναό Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στο προάστιο του Κομπιτσίου της Κέρκυρας. Στη Θεία Λειτουργία, το Σεβασμιώτατο πλαισίωσαν ο εφημέριος του Ιερού Ναού, π. Κωνσταντίνος Χρυσοβιτσιάνος, καθώς και οι Διάκονοί του, π. Ευσέβιος Πανδής και π. Σπυρίδων Πηγής. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο π. Κωνσταντίνος, με θεάρεστο ζήλο και άοκνη διάθεση προσφοράς, έχει εργασθεί κατά τα τελευταία έτη τόσο για την ανακαίνιση και τον ευπρεπισμό του Ιερού Ναού και των συμπληρωματικών κτηριακών εξαρτημάτων, όσο και για την πνευματική οικοδομή και πρόοδο του ποιμνίου που του έχει εμπιστευθεί η Ιερά Μητρόπολις.

Ο Σεβασμιώτατος κατά την ομιλία του, απευθυνόμενος προς το εκκλησίασμα, έλαβε αφορμή από τη ευαγγελική περικοπή της Κυριακής Γ’ Ματθαίου και συγκεκριμένα από τις παραινέσεις του Κυρίου μας Ιησού Χριστού προς τους μαθητές Του περί των αισθητηρίων με τα οποία έχει προικίσει ο Θεός τον άνθρωπο. Εστιάζοντας ιδιαίτερα στην αίσθηση της οράσεως και στον λόγο του Κυρίου περί του «απλού οφθαλμού», τόνισε ότι η πνευματική κατάσταση του ανθρώπου καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει και ερμηνεύει την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Όταν ο άνθρωπος διαθέτει καθαρότητα καρδίας και απλότητα ψυχής, τότε βλέπει τα πράγματα «καθώς εστί», όπως πραγματικά είναι. Αντιθέτως, όταν το εσωτερικό αισθητήριο έχει αλλοιωθεί από την πονηρία και την κακία, τότε τα πάντα ερμηνεύονται μέσα από το πρίσμα της καχυποψίας, της κατακρίσεως και της αρνητικής διαθέσεως. «Άλλα να βλέπει και άλλα να κατανοεί ο άνθρωπος», τόνισε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι πολλές από τις δυσκολίες των ανθρωπίνων σχέσεων προέρχονται από αυτήν ακριβώς την αλλοίωση του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζουμε το συνάνθρωπό μας.

Ακόμη, ο κ. Νεκτάριος υπογράμμισε ότι η πονηρία δεν αποτελεί γνώρισμα σοφίας ή εξυπνάδας, αλλά μορφή εσωτερικής κακώσεως και διαστροφής της προσωπικότητας, η οποία απομακρύνει τον άνθρωπο από την Αλήθεια και από την παρουσία του Θεού. Όταν ο άνθρωπος συνηθίσει να βλέπει τα πάντα με αρνητισμό και καχυποψία, τότε σκοτίζεται ολόκληρη η ύπαρξή του και χάνει την ειρήνη της ψυχής του.

Στη συνέχεια συνέδεσε την κατάσταση αυτή με τη μέριμνα και την έλλειψη εμπιστοσύνης στο Θεό. Αναφερόμενος στον ευαγγελικό λόγο «μη μεριμνάτε», σημείωσε ότι ο άνθρωπος συχνά επιτρέπει στις βιοτικές φροντίδες να κυριαρχούν στη ζωή του, λησμονώντας ότι ο Θεός είναι Εκείνος που δημιούργησε, συντηρεί και κυβερνά τον κόσμο. Όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να στηριχθεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, τότε εύκολα αιχμαλωτίζεται από το άγχος, την ανασφάλεια και την ταραχή. Αντίθετα, η εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού γεννά ειρήνη, ελευθερία και εσωτερική ισορροπία.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην αξία της ανθρώπινης ψυχής, τονίζοντας ότι αυτή αποτελεί το πολυτιμότερο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο. Επικαλούμενος τη διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, σημείωσε ότι ο άνθρωπος έλαβε από το Θεό «τεμάχιον αγάπης», το οποίο καλείται να καλλιεργήσει και να αυξήσει μέσα από τον πνευματικό αγώνα, ώστε να πορευθεί προς τη θέωση, που αποτελεί τον ύψιστο προορισμό της ανθρώπινης υπάρξεως.

Ο Σεβασμιώτατος στάθηκε ακόμη στην πραγματική έννοια της καταξιώσεως του ανθρώπου. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, καταξιωμένος δεν είναι εκείνος που συσσώρευσε πλούτη, δύναμη ή κοινωνική προβολή, αλλά εκείνος που έχει «έξω καρδιά», που αντιμετωπίζει τον συνάνθρωπό του με ευθύτητα και αγάπη, χωρίς υπολογισμούς και ιδιοτέλεια. Ο άνθρωπος που κατορθώνει να συγχωρεί, να κατανοεί και να αγκαλιάζει τον αδελφό του, ακόμη και όταν διακρίνει τις αδυναμίες του, φανερώνει στη ζωή του την παρουσία του ίδιου του Χριστού και γίνεται φορέας της ενότητας που προσφέρει το Άγιο Πνεύμα.

Ολοκληρώνοντας το λόγο του, αναφέρθηκε στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής, η οποία, παρά την τεχνολογική πρόοδο και τις πολλές υλικές δυνατότητες που προσφέρει, αδυνατεί να χαρίσει αληθινή πληρότητα στην ανθρώπινη καρδιά. Υπογράμμισε ότι ο άνθρωπος μπορεί να βρει γνήσια ανάπαυση μόνο κοντά στο Θεό και στον αψευδή λόγο του Ευαγγελίου, ο οποίος παραμένει πάντοτε πρόσκληση αγάπης, ενότητας και ζωής.

Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, ο Σεβασμιώτατος, προς αναγνώριση της ευλογημένης διακονίας του εφημερίου της ενορίας, προέβη στην εις Πρωτοπρεσβύτερον χειροθεσία του π. Κωνσταντίνου. Στην προσφώνησή του, ο κ. Νεκτάριος εξέφρασε την πατρική του ευχή να συνεχίσει με τον ίδιο ζήλο και την ίδια αυταπάρνηση το έργο που του έχει εμπιστευθεί η Εκκλησία, προς δόξαν Θεού και πνευματική ωφέλεια του λαού του Θεού ενώ ευλόγησε όλους τους παρευρισκόμενους.

















Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

2026-06-20 ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ Γ΄ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Κήρυγμα εις την Γ΄ Κυριακή Ματθαίου

«Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν». 

Αγαπητοί μου  η σημερινή ευαγγελική περικοπή, παρμένη από την επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου, ανοίγει ενώπιόν μας το βαθύ μυστήριο της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου. Ο Χριστός δεν περιορίζεται να διορθώσει μερικές εξωτερικές πράξεις· ζητεί να θεραπεύσει το κέντρο της υπάρξεως, τον νου, την καρδία, την προαίρεση, εκεί όπου γεννιέται η αληθινή ή η ψεύτικη λατρεία. 

«Ο λύχνος του σώματός εστιν ο οφθαλμός», λέγει ο Κύριος. Κατά την πατερική ερμηνεία, ο οφθαλμός του σώματος φανερώνει τον νου της ψυχής. Όπως το μάτι, όταν είναι καθαρό, φωτίζει όλη την πορεία του σώματος, έτσι και ο νους, όταν είναι απλούς, καθαρός και απροσκόλλητος στα γήινα, γίνεται όργανο φωτισμού όλης της ζωής. Όταν όμως ο νους σκοτισθεί από φιλαργυρία, φιληδονία, κενοδοξία και μέριμνα, τότε και το φως που έπρεπε να οδηγεί τον άνθρωπο γίνεται σκότος βαθύ. 

Γι’ αυτό ο Κύριος συνεχίζει: «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Δεν λέγει ότι δεν πρέπει μόνον, αλλά ότι δεν δύναται. Η καρδία του ανθρώπου δεν χωρίζεται χωρίς να τραυματισθεί. Ή θα λατρεύσει τον Θεό ως Κύριο, ή θα παραδοθεί στον μαμωνά, δηλαδή στην τυραννία του πλούτου, της ασφαλείας κατά κόσμον, της εμπιστοσύνης στα κτίσματα μάλλον παρά στον Κτίστη. Ο πλούτος καθ’ εαυτόν δεν είναι θεός· γίνεται όμως είδωλο, όταν η ψυχή ακουμπά πάνω του την ελπίδα της. 

Η μέριμνα, για την οποία μιλεί σήμερα ο Χριστός, δεν είναι η συνετή φροντίδα, ούτε η εργασία, ούτε η πρόνοια για την οικογένεια. Είναι εκείνη η βασανιστική αγωνία που κατατρώγει την ψυχή, η απιστία μεταμφιεσμένη σε φρονιμάδα, η εσωτερική ταραχή που κάνει τον άνθρωπο να ζει ως ορφανός, ενώ έχει Πατέρα ουράνιο. Ο Κύριος δεν μας καλεί σε αμέλεια, αλλά σε ελευθερία· δεν καταργεί τον κόπο, αλλά θεραπεύει την απιστία που κρύβεται μέσα στον κόπο. 

«Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού» και «καταμάθετε τα κρίνα του αγρού». Ο Κύριος παίρνει παραδείγματα από την κτίση, όχι για να μας διδάξει απραξία, αλλά για να μας φανερώσει την πρόνοια του Θεού. Τα πτηνά δεν έχουν αποθήκες, και όμως τρέφονται· τα κρίνα δεν υφαίνουν, και όμως ενδύονται με κάλλος που ξεπερνά την δόξα του Σολομώντος. Αν λοιπόν ο Θεός δεν λησμονεί τον χόρτο του αγρού, πώς θα λησμονήσει τον άνθρωπο, που έπλασε κατ’ εικόνα Του και για χάρη του οποίου ο Υιός του Θεού ενανθρωπήθηκε; 

Η ρίζα της μερίμνης είναι η ολιγοπιστία. Γι’ αυτό ο Χριστός λέγει: «ολιγόπιστοι». Δεν ελέγχει για να συντρίψει, αλλά για να θεραπεύσει. Μας δείχνει ότι ο φόβος του αύριο μεγαλώνει, όταν μικραίνει μέσα μας η μνήμη του Θεού. Όταν ο άνθρωπος λησμονεί την βασιλεία, τότε απολυτοποιεί την τροφή, το ένδυμα, την υγεία, την ασφάλεια, και γίνεται αιχμάλωτος αυτών που θα έπρεπε να χρησιμοποιεί με ευχαριστία. 

Το τέλος της περικοπής είναι και το κλειδί όλης της χριστιανικής ζωής: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού». Το «πρώτον» δεν σημαίνει ότι ο Θεός είναι μία από τις πολλές μέριμνες μας, έστω και η πρώτη. Σημαίνει ότι ο Θεός είναι το κέντρο, το μέτρο, ο σκοπός και το φως όλων. Όταν η βασιλεία του Θεού γίνει η πρώτη αναζήτηση, τότε και τα επίγεια μπαίνουν στην σωστή τους θέση· δεν καταργούνται, αλλά αγιάζονται. 

Αδελφοί μου, η πατερική σοφία μας καλεί να προσέχουμε τον νου, διότι από αυτόν φωτίζεται ή σκοτίζεται όλη η ζωή. Να εξετάζουμε τι αγαπά η καρδία μας, πού στηρίζεται η ελπίδα μας, τι φοβόμαστε περισσότερο, τι ζητούμε πρώτα. Αν ζητούμε πρώτα τον Θεό, τότε και μέσα στις δυσκολίες έχουμε ειρήνη. Αν ζητούμε πρώτα τον μαμωνά, τότε και μέσα στην αφθονία παραμένουμε πτωχοί και ταραγμένοι. 

Ας παρακαλέσουμε, λοιπόν, τον Κύριο να καθαρίσει τον οφθαλμό της ψυχής μας, να ελευθερώσει την καρδία μας από την δουλεία της μερίμνης, να μας χαρίσει πίστη απλή, ελπίδα σταθερή και αγάπη αληθινή. Και τότε θα μάθουμε να ζούμε όχι ως δούλοι των πραγμάτων, αλλά ως τέκνα του Πατρός, που γνωρίζει τις ανάγκες μας πριν ακόμη τις εκφράσουμε. 

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ 


 

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026- Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. 6, 22-33)

Εἶπεν ὁ Κύριος ·  ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται·  ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;  τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·  λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Εἶπε ὁ Κύριος: «Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενεῖ, τότε ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ ἐσωτερικό σου φῶς εἶναι σκοτάδι, πόσο μεγάλο εἶναι το σκοτάδι. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ δουλεύει σέ δύο κυρίους, διότι ἢ τὸν ἕνα θὰ μισήσει καὶ τὸν ἄλλο θὰ ἀγαπήσει, ἢ στὸν ἕνα θὰ προσκολληθεῖ καὶ τὸν ἄλλον θὰ καταφρονήσει. Δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε ταυτόχρονα καί στὸν Θεὸ καὶ στὸν μαμωνᾶ». Γι’ αυτό καί σᾶς λέω ὅτι μή  μεριμνᾶτε γιὰ τὴν ζωή  σας τὶ θὰ φᾶτε ἢ τὶ θὰ πιῆτε, οὔτε γιὰ τὸ σῶμα σας τὶ θὰ φορέσετε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερο  ἀπὸ τὴν τροφὴ  καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Κυττάξετε τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, οὔτε σπείρουν οὔτε θερίζουν οὔτε ἀποθηκεύουν, καὶ ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος τὰ τρέφει. Δὲν ἔχετε σεῖς μεγαλύτερη  ἀξία  ἀπὸ αὐτά; Ποιὸς δὲ ἀπὸ σᾶς, ὅσον κι ἂν φροντίσει, μπορεῖ νὰ προσθέσει στὸ ἀνάστημά του ἕνα πῆχυ; Καί γιατὶ μεριμνᾶτε γιὰ ἐνδύματα; Παρατηρήσατε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνουν, οὔτε κοπιάζουν, οὔτε γνέθουν, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε ὁ Σολομὼν σὲ ὅλη  του τὴν δόξα  δὲν ντύθηκε σὰν ἕνα ἀπὸ αὐτά. Ἐὰν τὸ χορτάρι τοῦ ἀγροῦ, ποὺ σήμερα ὑπάρχει καὶ αὔριο  τὸ ρίχνουν στὸν φοῦρνο, ὁ Θεὸς τὸ ντύνει  τόσο  ὡραῖα, πόσο  περισσότερο  ἐσᾶς, ὀλιγόπιστοι; Μὴ μεριμνᾶτε λοιπὸν καὶ μὴ λέγετε, «Τὶ θὰ φᾶμε ἢ τὶ θὰ πιοῦμε ἢ τὶ θὰ  ντυθοῦμε;». Διότι ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιδιώκουν οἱ εἰδωλολάτρες. Γνωρίζει ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος ὅτι ἔχετε ἀνάγκη  ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ζητᾶτε πρῶτα τὴν βασιλεία  τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνη  του καὶ τότε ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς χορηγηθοῦν».

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026- Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ρωμ. 5, 1-10)

  Ἀδελφοί, δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι' οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ καυχώμεθα ἐπ' ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν. ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν ἀσθενῶν κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανε. μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολμᾷ ἀποθανεῖν. Συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεὸς, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε. Πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι' αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς. Εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἀδελφοί, ἀφοῦ  δικαιωθήκαμε διὰ τῆς πίστεως, ἔχουμε εἰρήνη μὲ τὸν Θεὸ  διὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἔχουμεν διὰ τῆς πίστεως καὶ τὴν εἴσοδο  στὴν χάρη αὐτή, στὴν ὁποία στεκόμεθα, καὶ καυχόμαστε  γιὰ τὴν ἐλπίδα μας στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καυχόμαστε καὶ γιά τίς θλίψεις, διότι γνωρίζουμε ὅτι ἡ θλῖψις παράγει ὑπομονή, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμασμένο  χαρακτῆρα, ὁ δὲ δοκιμασμένος χαρακτὴρας ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶδα δὲν ντροπιάζει, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἔχει πλημμυρίσει τίς καρδιές μας διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου ποὺ μᾶς δόθηκε. Διότι ὅταν ἐμεῖς ἤμασταν ἀκόμη ἀδύνατοι, ὁ Χριστὸς πέθανε κατὰ τὸν ὡρισμένο καιρό, ὑπὲρ τῶν ἀσεβῶν. Διότι μετὰ δυσκολίας θὰ πεθάνει κανεὶς γιά ἕναν δίκαιο · γιὰ τὸν ἀγαθὸ  ἴσως νὰ τολμήσει κανεὶς νὰ πεθάνῃ. Ὁ Θεὸς ὅμως ἀποδεικνύει τὴν ἀγάπη Του σ’ ἐμᾶς μὲ τὸ ὅτι, ἐνῷ ἐμεῖς ἤμασταν ἀκόμη ἁμαρτωλοί, ὁ Χριστὸς  πέθανε γιὰ μᾶς. Πολὺ περισσότερο λοιπὸν ἀφοῦ  δικαιωθήκαμε τώρα διὰ τοῦ αἵματός Του, θὰ σωθοῦμε δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ὀργή. Διότι ἐάν, ὅταν ἤμασταν ἐχθροί, συμφιλιωθήκαμε μὲ τὸν Θεὸ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ Υἱοῦ του, πολὺ περισσότερο, ἀφοῦ συμφιλιωθήκαμε, θὰ σωθοῦμε διὰ τῆς ζωῆς Του.

Ο ΑΠΛΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΟΦΘΑΛΜΟΣ

 

«Εἶπεν ὁ Κύριος ·  ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται·  ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6, 22-23)

Εἶπε ὁ Κύριος: «Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενεῖ, τότε ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό.

 Ο λόγος του Χριστού στην επί του όρους ομιλία μάς βάζει μπροστά σε μία άλλη θέαση της ύπαρξης. Δεν είμαστε ό,τι φαινόμαστε, αλλά όπως λέει η καρδιά μας. Και αυτό αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο πορεύονται οι αισθήσεις μας. Ο Χριστός κάνει μία διάκριση ανάμεσα στον απλού και τον πονηρό οφθαλμό. Ο πονηρός οφθαλμός είναι αυτός ο οποίος βλέπει τον άλλον στην προοπτική των τριών Φ: της φιλαυτίας, της φιληδονίας, της φιλοδοξίας. Είναι ο οφθαλμός, ο οποίος πορεύεται στην προοπτική της χρήσης, της εκμετάλλευσης του άλλου ως οχήματος για την ικανοποίηση των επιθυμιών μας, οι οποίες όμως έχουν να κάνουν με το «εγώ» μας αποκλειστικά. Ο άλλος υπάρχει για να μας διακονεί, χωρίς να μας ενδιαφέρει κάποτε ούτε η αξιοπρέπειά του. Και δεν είναι απαραίτητο ότι τον ρωτάμε αν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Η δύναμη, η πειθώ, η χειριστικότητα, η ηδονική μας ικανότητα που κολακεύει, η αίσθηση της ανωτερότητας κάνει τον άλλον να υποτάσσεται στις δικές μας επιθυμίες.

 Αυτή η στάση όμως δεν περιορίζεται μόνο στο φαίνεσθαι. Περνά και στον έσω κόσμο μας, στην ψυχική μας κατάσταση. Διότι υπάρχει το εν ημίν σκότος. Κι αυτό έχει να κάνει με τη συνείδηση, με τον λογισμό, με την πονηρία, η οποία μας κυβερνά, έργο των λογισμών μας. Ο άλλος είναι κάθε στιγμή σκεύος ηδονής και εκμετάλλευσης για μας, διότι μόνο εκεί βρίσκεται ο νους μας. Το βλέπουμε αυτό στην πορνογραφία   του Διαδικτύου. Άνθρωποι φαινομενικά ήσυχοι, χαμηλών τόνων, με δυσκολίες επικοινωνίας και αδυναμία σχέσης, ρίχνονται στην πορνογραφία, διότι ο οφθαλμός της ψυχής τους είναι πονηρός. Και εκπληττόμεθα όταν διαβάζουμε για συλλήψεις ανθρώπων οι οποίοι δεν δείχνουν διεστραμμένοι, αλλά είναι.  Αλλά και οι πολλοί χρήστες αυτής της αρρωστημένης φιληδονίας φαινομενικά είναι ευυπόληπτοι. Η καρδιά τους όμως γέμει αυτής της νοοτροπίας της χρήσης του άλλου ως αντικειμένου. 

 Ο Χριστός ζητά από εμάς ο οφθαλμός μας να είναι απλούς. Να βλέπει τον άλλον ως εικόνα Θεού και ως πρόσωπο που η παρουσία του προξενεί χαρά. Για να γίνει αυτό χρειάζεται η ψυχή μας, η καρδιά μας, η συνείδησή μας να έχει ως προτεραιότητά της τη σχέση με τον Θεό και με την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Σχέση σημαίνει να δώσω, να συνυπάρξω, να στηρίξω, να χαρώ γιατί ο άλλος υπάρχει. Σχέση σημαίνει να εμπιστευθώ τον Θεό και να πορεύομαι εν καλοσύνη. Σχέση σημαίνει να νιώθω και να πιστεύω ότι η αγάπη είναι το παν. Και αγαπώ σημαίνει νοιάζομαι και διακονώ, υπηρετώντας την αλήθεια του άλλου, συνοδοιπορώντας στον δρόμο της Βασιλείας του Θεού, στον δρόμο και στον τρόπο της Εκκλησίας. 

 Η εποχή μας έχει βρει στο Διαδίκτυο τα μέσα για την ικανοποίηση  των επιθυμιών ενός κρυμμένου εαυτού, ενός πονηρού εαυτού. Συχνά τα βαφτίζει δικαίωμα, αν δεν κάνεις κακό στον άλλον, ιδίως στις περιπτώσεις των ενηλίκων. Όμως η αληθινή χαρά, η οποία υπερβαίνει την ευχαρίστηση της στιγμής, δεν έρχεται όταν καθιστούμε τη ζωή ικανοποίηση των παθών μας, αλλά όταν μπορούμε να ανοιχτούμε στην αγάπη και με αγάπη. Κι εδώ ο Χριστός είναι μαζί μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

21 Ιουνίου 2026

Κυριακή Γ’ Ματθαίου

Η ΠΟΝΗΡΗ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ π. Δημητρίου Μπόκου

 Η ΠΟΝΗΡΗ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ 

π. Δημητρίου Μπόκου 

Στη ροή της επί του Όρους ομιλίας του ο Χριστός είπε και τα εξής παραβολικά λόγια: «Ο λύχνος του σώματός εστιν ο οφθαλμός». Φως για το σώμα είναι το μάτι. Αν το μάτι σου είναι γερό, όλο το σώμα σου θα είναι φωτεινό, θα βλέπει καλά. «Εάν δε ο οφθαλμός σου πονηρός η», αν το μάτι σου είναι άρρωστο, τυφλό, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Βυθισμένο στο σκοτάδι (Κυριακή Γ΄ Ματθαίου). Τί θέλει να πει με αυτά τα τόσο απλά λόγια ο Χριστός; 

Ότι όπως σκοτεινιάζει το μάτι σου, έτσι μπορεί να σκοτεινιάσει και η καρδιά σου. Και από τί προκαλείται ο σκοτισμός αυτός; Από τα πάθη της αμαρτίας φυσικά. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης π. χ. αναφέρει την εξής περίπτωση: Όποιος αγαπάει τον συνάνθρωπό του «εν τω φωτί μένει». Αλλά όποιος τον μισεί «εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί» και δεν γνωρίζει πού πηγαίνει, διότι «η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού». Μιλάει φυσικά για το πνευματικό σκοτάδι που κατακλύζει τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής (Α΄ Ιω. 2, 10-11). 

Ο Χριστός εδώ έχει κατά νουν μια άλλη περίπτωση. Θεωρεί σκοτάδι που τυφλώνει τους νοερούς οφθαλμούς, την προσκόλληση στον πλούτο, τη φιλαργυρία, την πλεονεξία. Λίγο πριν είχε μιλήσει αποτρεπτικά για την αγωνιώδη προσπάθεια των ανθρώπων να θησαυρίζουν. Μη θησαυρίζετε για τον εαυτό σας επίγειους θησαυρούς, είπε, αλλά θησαυρούς στον ουρανό. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι και η καρδιά σας (Ματθ. 6, 18-21). 

Αν ο άνθρωπος προσκολληθεί στους επίγειους θησαυρούς, θα γίνει ειδωλολάτρης. Είδωλο, θεό του, θα έχει το χρήμα. Γι’ αυτό και οι χαρακτηρισμοί της Αγίας Γραφής για τη φιλαργυρία και την πλεονεξία είναι βαρύτατοι. Η μεν είναι ρίζα όλων των κακών, η δε ειδωλολατρία (Α΄ Τιμ. 6, 10. Κολ. 3, 5. Εφ. 5, 5). Και ο Χριστός θεωρεί αδύνατο το να υπηρετεί κάποιος ταυτόχρονα και τα δυο αφεντικά. Και τον Θεό και το χρήμα (Ματθ. 6, 24). 

Μα έλα που η πολυμήχανη «ευσέβεια» βρίσκει τρόπους να συμβιβάζει και τα αντίθετα. Αν έχουμε πολλά λεφτά, θα κάνουμε και πιο πολλές φιλανθρωπίες. Λένε οι «ευσεβείς» φιλάνθρωποι: Να μην κερδίσουμε, Θεέ μου, και ένα λαχείο; Για να δίνουμε κάτι και σε κανένα φτωχό! Κι αυτοί που θα πάρουν τους μεγάλους μισθούς, θα τους βάλουν, είπαν, στα φιλόπτωχα. Τί συγκινητικό! 

Αλήθεια, δεν το ήξερε αυτό ο Χριστός; Τότε, γιατί είπε στους μαθητές του να αφήσουν τα πάντα και να τον ακολουθήσουν, πράγμα που επανέλαβε και στον πλούσιο νεανίσκο; Γιατί οι απόστολοι γύριζαν ανά τον κόσμο ρακένδυτοι, γυμνητεύοντες, πεινασμένοι, διψασμένοι, απόβλητα της κοινωνίας; 

Γιατί ακόμα και οι πρώτοι χριστιανοί είχαν το πνεύμα των αποστόλων και αντί να μαζεύουν, πωλούσαν χωράφια, σπίτια, ό,τι είχαν, και τα έδιναν για τους φτωχούς; Γιατί ο Πέτρος είπε στον εκ γενετής χωλό που ζητιάνευε στην πόρτα του ναού, «αργύριον και χρυσίον ουχ υπάρχει μοι» και του έδωσε κάτι άλλο, πολυτιμότερο; Γιατί τόσοι πλούσιοι άγιοι μοίρασαν τα πλούτη τους και έγιναν εκούσια φτωχοί; 

Ο Χριστός απέτρεψε τους μαθητές του απ’ το να μαζεύουν χρήματα με πρόφαση δήθεν την ελεημοσύνη. Μα είναι τόσο κακό, τόσο επικίνδυνο αυτό; 

Ένας φιλάνθρωπος φτωχός, ο Ευλόγιος, όταν κάποτε βρήκε χρήματα πολλά, άλλαξε νοοτροπία εντελώς. Πήγε στην πρωτεύουσα, αγόρασε μεγάλο αρχοντικό, άρχισε να ζει στην απόλυτη χλιδή. Ξέχασε τελείως τους φτωχούς, έγινε σκληρός. Μα ο Θεός επέτρεψε να γυρίσει η τύχη του, να χάσει τα πάντα, να ξαναγίνει φτωχός. Και τότε θυμήθηκε ξανά τους φτωχούς και τον Θεό. 

Νομίζεις ότι εσύ μπορείς να μείνεις ανέγγιχτος από τον πλούτο; Άκου τους αγίους: «Όσον δύνασαι, μετά πτωχείας και ταπεινώσεως» ζήσε, ώστε εσύ μάλλον να έχεις ανάγκη βοήθειας από άλλους (πρβλ. και ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, Αθήνα 1980, τ. Γ΄, Υποθέσεις μζ΄, μη΄, μθ΄, σ. 612-652). 

Δύσκολο και να κατανοηθούν αυτά σήμερα. 

Μα ο Χριστός επιμένει. Η προσκόλληση στη συσσώρευση πλούτου τυφλώνει, σκοτίζει την ψυχή. Μόνο η απαλλαγή απ’ αυτήν ξαναδίνει φως. 


Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Η μισθοδοσία των Αρχιερέων υπό το πρίσμα της ποιμαντικής διακονίας

Τις τελευταίες ημέρες δημιουργήθηκε έντονος δημόσιος θόρυβος γύρω από το ζήτημα της αναπροσαρμογής των αποδοχών των Αρχιερέων της Εκκλησίας μας. Παρακολούθησα με προσοχή όσα γράφτηκαν και ειπώθηκαν, άκουσα την απογοήτευση πολλών αδελφών μας, είδα την εύλογη δυσφορία μιας κοινωνίας που δοκιμάζεται οικονομικά, αλλά και τις υπερβολές, τις απλουστεύσεις και τις εντυπώσεις που καλλιεργήθηκαν γύρω από ένα θέμα το οποίο, όσο κι αν φαίνεται ασήμαντο μπροστά στα μεγάλα θέματα που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας, σχετίζεται με το πώς αντιλαμβανόμαστε την Εκκλησία, πώς βλέπουμε τον επίσκοπο, πώς κατανοούμε τη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά και πώς οφείλουμε όλοι, ιδίως όσοι έχουμε δημόσια ευθύνη, να στεκόμαστε απέναντι στον λαό που υποφέρει.

Ως Μητροπολίτης, αισθάνομαι την ανάγκη να καταθέσω με απλότητα και ειλικρίνεια μερικές σκέψεις. Δεν το κάνω για να δικαιολογήσω τίποτε, γιατί ξέρω ότι η ζωή του επισκόπου δεν μπορεί να θεμελιώνεται σε μισθολογικές απαιτήσεις ούτε ότι η αποστολή του μπορεί να μετρηθεί με το ύψος του μισθού του. Το κάνω γιατί σε κάθε ζήτημα που αγγίζει την κοινωνία μας, και ιδίως όταν η Εκκλησία βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου, οφείλουμε να μιλούμε καθαρά, χωρίς θυμό, χωρίς φόβο, αλλά και χωρίς να κρύβουμε την αλήθεια.

Η νομοθετική αναφορά στο ζήτημα αυτό βασίζεται στο άρθρο 145 του ν. 4472/2017, στην προσθήκη του άρθρου 57 του ν. 5128/2024 και στη νεότερη κατατεθείσα ρύθμιση του άρθρου 56 του σχεδίου νόμου, η οποία τροποποιεί εκ νέου το άρθρο 145 περί αποδοχών των Αρχιερέων. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Μητροπολιτών συνδέονται με ποσοστό 90% του ανώτατου ορίου αποδοχών που προβλέπεται για τον Γενικό Γραμματέα Υπουργείου, ενώ για τους Τιτουλάριους και Βοηθούς Επισκόπους προβλέπεται ποσοστό 70% των αντίστοιχων αποδοχών. Το σημειώνω αυτό όχι για να μειώσω τη σημασία του ζητήματος, αλλά για να υπάρχει σαφήνεια, καθώς άλλο πράγμα είναι η νομοθετική διάταξη και άλλο η εντύπωση που δημιουργείται όταν προβάλλεται μόνο ένας αριθμός, αποκομμένος από το θεσμικό του πλαίσιο.

Αρχικά, θέλω να πω ότι από το σώμα των Αρχιερέων, τουλάχιστον επισήμως, δεν υπήρξε κατά τη γνώμη μου κάποιο αίτημα που να εκφράστηκε ως παράπονο για το ύψος της αποζημιώσεώς μας. Ο επίσκοπος δεν υπάρχει στην Εκκλησία για να διεκδικεί προσωπικές απολαβές, αλλά για να διακονεί τον λαό του Θεού, να λειτουργεί, να διδάσκει, να παρηγορεί, να στηρίζει, να ενώνει, να σηκώνει μαζί με τους ανθρώπους του το βάρος της ζωής. Η φιλανθρωπία, τα ιδρύματα, οι κοινωνικές δράσεις, οι κατασκηνώσεις, τα συσσίτια, οι παιδικοί σταθμοί, η μέριμνα για τον άρρωστο, τον νέο, τον πενθούντα, τον οικογενειάρχη, τον άνεργο, όλα αυτά δεν είναι ξένο έργο προς την Εκκλησία. Είναι καρποί της πίστεως. Όμως το επίκεντρο της επισκοπικής διακονίας δεν είναι η κοινωνική δραστηριότητα ως αυτοσκοπός, αλλά η σωτηρία του ανθρώπου, η συνάντησή του με τον Κύριό μας, η θεραπεία της ψυχής του, η εμπειρία ότι μέσα στην Εκκλησία δεν είναι μόνος.

Δεύτερον, το ζήτημα της μισθοδοσίας των κληρικών και των Αρχιερέων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένο από τη συνολικότερη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας. Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας έχει τη δική της πνευματική αυτοσυνειδησία, το δικό της κανονικό ήθος και τη δική της ευθύνη ενώπιον του Θεού και του λαού μας. Για τον λόγο αυτό, μέσα στη Σύνοδο εξέφρασα και προσωπικά τη σκέψη, την οποία επαναλαμβάνω και δημόσια, ότι ίσως εμείς οι Αρχιερείς θα έπρεπε να εξετάσουμε σοβαρά την πλήρη παραίτησή μας από το μισθολόγιο του κράτους. Δεν το λέω ως εύκολη εντύπωση ούτε ως κίνηση εντυπωσιασμού. Το λέω γιατί θεωρώ πως η πνευματική ελευθερία της Εκκλησίας έχει μεγαλύτερη αξία από κάθε οικονομική διευθέτηση. Μέχρι το 1986 οι Αρχιερείς ελάμβαναν την αποζημίωσή τους από τον τότε ΟΔΕΠ, όπως και οι ιεροκήρυκες. Θα μπορούσε, λοιπόν, να αναζητηθεί ένας άλλος τρόπος, με τον οποίο η αποζημίωση που σήμερα δίνεται στους Αρχιερείς να κατευθυνθεί ως ενίσχυση στους ιερείς μας, ιδίως σε εκείνους που σηκώνουν καθημερινά το βάρος μικρών, φτωχών και απομακρυσμένων ενοριών. Εμάς μπορεί να μας φροντίσει η Εκκλησία, τα πνευματικά μας παιδιά, όταν γνωρίζουν ότι ο επίσκοπός τους ζει άμισθος.

Τρίτον, επειδή η συζήτηση έγινε με τρόπο που έμοιαζε να καλεί τους Αρχιερείς σε απολογία, ας καταστεί σαφές ότι κανείς μέχρι σήμερα δεν ρώτησε τι γίνεται με τα χρήματα που λαμβάνει ένας επίσκοπος. Ο καθένας από εμάς θα δώσει λόγο πρώτα στον Θεό και στη συνείδησή του, έπειτα στον λαό του. Σε κάθε Μητρόπολη υπάρχουν ανάγκες που δεν φαίνονται. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν τα απολύτως απαραίτητα, νέοι που δεν μπορούν να σπουδάσουν, οικογένειες που δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιό τους, ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι, ασθενείς που χρειάζονται φροντίδα, παιδιά που χρειάζονται στήριξη. Οι Μητροπόλεις δεν είναι μόνο γραφεία διοικήσεως, αλλά και καθημερινά καταφύγια ανθρώπινου πόνου, και όταν ο άνθρωπος χτυπά την πόρτα της Εκκλησίας δεν μπορεί παρά να ανταποκριθεί στις ανάγκες του.  

Στην Ιερά Μητρόπολή μας, για παράδειγμα, πριν από περίπου έναν χρόνο αρχίσαμε μελέτη για την κατασκευή περίπου 80 studios για φοιτητές και περίπου 20 μικρών δίχωρων διαμερισμάτων για εκπαιδευτικούς και δημοσίους υπαλλήλους που έρχονται στην Κέρκυρα και δεν βρίσκουν κατοικία ή δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο υψηλό της κόστος. Η μελέτη αυτή, κόστους 615.000 ευρώ, βρίσκεται προς το τέλος της και αναμένουμε τις σχετικές άδειες, ώστε να προχωρήσουμε. 

Το Ίδρυμα Χρονίως Πασχόντων «Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ» της Μητροπόλεώς μας λειτουργεί επί 25 χρόνια και φιλοξενεί περίπου 65 έως 70 τροφίμους. Το ίδρυμα αυτό χρειάζεται δαπάνες ανακαίνισης, αλλά ποιος θα προσφέρει τα ποσά που απαιτούνται; Οι ενορίες μας, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχουν έσοδα ικανά ούτε για να συντηρήσουν τους ναούς τους; Οι άνθρωποι που εκκλησιάζονται σκέφτονται ακόμη και τα πενήντα λεπτά για το κερί τους, όχι από αδιαφορία, αλλά επειδή οι εποχές είναι σκληρές. Η φορολογία, ο ηλεκτρισμός, η συντήρηση των ναών, οι καθημερινές ανάγκες έχουν γίνει δυσβάστακτες. Γι’ αυτό και η κριτική χρειάζεται μέτρο προκειμένου να μην μετατρέπει την αλήθεια σε σκανδαλισμό.

Άκουσα και την πρόταση αγαπητού αδελφού Αρχιερέως για τη δημιουργία κατοικιών. Την εκτιμώ, αλλά δεν νομίζω ότι χρειαζόταν μία δημόσια συζήτηση για να αρχίσει ο καθένας να προβάλλει όσα πράττει. Η Εκκλησία κάνει έργο χωρίς να γίνεται είδηση. Στηρίζει ανθρώπους χωρίς κάμερες, χωρίς ανακοινώσεις, χωρίς χειροκροτήματα. Αυτό είναι το ήθος της. Όμως όταν η Εκκλησία κατηγορείται συλλήβδην, τότε ίσως χρειάζεται να ειπωθούν μερικά πράγματα, όχι για να διεκδικήσουμε εύσημα, αλλά για να γνωρίζει ο λαός μας ότι πίσω από έναν Μητροπολίτη δεν υπάρχει μία προσωπική άνεση, αλλά συχνά ένα μεγάλο βάρος ευθύνης.

Δεν μπορώ να παραβλέψω και μία άλλη πλευρά. Το ζήτημα έλαβε μεγάλη έκταση και δημοσιότητα με τρόπο που, αντικειμενικά, στόχευε να προκαλέσει έναν λαό ήδη κουρασμένο, έναν λαό που δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα, να πληρώσει το ενοίκιο, να σπουδάσει τα παιδιά του, να κρατήσει όρθιο το σπίτι του. Σε περιόδους κρίσεως η Πολιτεία και το δημόσιο σύστημα ενημέρωσης συχνά επιλέγουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, να μεταθέτουν την κοινωνική αγωνία από τα πραγματικά αίτια σε επιμέρους ομάδες, στρέφοντας τη μία κοινωνική κατηγορία εναντίον της άλλης. Το είδαμε σε άλλες περιόδους, όταν οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε εμβολιασμένους και ανεμβολίαστους, σε υπεύθυνους και ανεύθυνους, σε χρήσιμους και περιττούς. Το ίδιο πνεύμα διαιρέσεως δεν ωφελεί ούτε την κοινωνία ούτε την Εκκλησία ούτε την πατρίδα που δεν χρειάζεται νέους διχασμούς.

Η τελευταία μου σκέψη αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε η ρύθμιση. Πριν ακόμη ψηφιστεί και εφαρμοστεί οριστικά, προβλήθηκε δημόσια ένα μεγάλο ποσό, σχεδόν ως πρόκληση. Είναι αληθές ότι γίνεται λόγος για αυξημένες μικτές αποδοχές. Είναι όμως επίσης αληθές ότι τα καθαρά ποσά, μετά τις νόμιμες κρατήσεις και φορολογικές επιβαρύνσεις, δεν ταυτίζονται με τα ποσά που ακούγονται στα ΜΜΕ. Αυτό δεν αίρει τη συζήτηση. Δεν ακυρώνει την ευαισθησία του λαού μας, αλλά επιβάλλει ακρίβεια. Διότι όταν ένας αριθμός προβάλλεται αποκομμένος από την πραγματικότητα, τότε η κοινωνία δεν ενημερώνεται αλλά εξοργίζεται.

Προσωπικά, σε όλη μου τη ζωή προσπάθησα να αναθέτω τη μέριμνά μου στα χέρια του Θεού. Δεν θα ήθελα καμία μισθολογική βοήθεια ως προσωπική εξασφάλιση. Ελπίζω στην αγάπη και στο έλεος του Θεού, το οποίο αισθανόμαστε να μας ακολουθεί όλες τις ημέρες της ζωής μας. Όπως μου είχε πει και ένας καθηγητής μου από την Θεολογική Σχολή μετά την εκλογή μου, ο επίσκοπος δεν μπορεί να ζει ως άρχοντας αυτού του κόσμου. Καλείται να ζει ως πατέρας, ως λειτουργός, ως άνθρωπος που δαπανάται. Αν ο λαός που διακονεί πονά, ο επίσκοπος δεν μπορεί να ησυχάζει. Αν ο λαός στερείται, ο επίσκοπος δεν μπορεί να απολαμβάνει. Αν ο λαός αμφισβητεί, ο επίσκοπος δεν πρέπει να θυμώνει, αλλά να εξηγεί, να μετανοεί όπου χρειάζεται, να δίνει μαρτυρία αλήθειας.

Και για να το πω ακόμη πιο προσωπικά, ουδέποτε χρειάστηκε να δαπανηθεί η Ιερά Μητρόπολη για να συντηρήσει την προσωπική μου ζωή. Ο μισθός μου είναι εκείνος με τον οποίο συντηρούμαι προσωπικά, αλλά και με τον οποίο καλύπτονται δαπάνες που συνδέονται με το κτίριο της Μητροπόλεως και την καθημερινή παρουσία της διακονίας μας. Δεν το αναφέρω ως καύχηση, αλλά το αναφέρω γιατί η ζωή ενός επισκόπου δεν είναι ιδιωτική υπόθεση αποκομμένη από την Εκκλησία. 

Το ζήτημα των αποδοχών θα περάσει και ο θόρυβος θα κοπάσει. Εκείνο όμως που θα μείνει ενώπιον του Θεού και της συνειδήσεως του λαού μας είναι αν η Εκκλησία στάθηκε με αλήθεια, ταπείνωση και ευθύνη μέσα σε μια δύσκολη ώρα. Η απάντηση δεν θα δοθεί μόνο με λόγια ούτε με ανακοινώσεις. Θα δοθεί με έργα μετανοίας, με διαφάνεια, με ελεημοσύνη, με πνευματική ελευθερία, με αγάπη προς τον άνθρωπο που πονά. Ο Χριστός δεν μας κάλεσε να υπερασπιζόμαστε τους εαυτούς μας, αλλά να γινόμαστε ποιμένες κατά την εικόνα του Καλού Ποιμένος, ο οποίος γνωρίζει τα πρόβατά Του και δίδει την ψυχή Του υπέρ αυτών.

Γι’ αυτό και μέλημα της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι ούτε ο μισθός ούτε η δημόσια εντύπωση ούτε η προσωρινή αποδοχή των ανθρώπων. Το μέλημά της είναι ο Σταυρός του Χριστού, η ταπείνωση της διακονίας, η ευθύνη να βρίσκεται κοντά στον λαό όταν αυτός δοκιμάζεται. Όταν ο επίσκοπος ζει για τον εαυτό του, τραυματίζει την εικόνα της Εκκλησίας. Όταν όμως δαπανάται για τον λαό του Θεού, τότε ακόμη και οι ανθρώπινες αδυναμίες θεραπεύονται από την πνοή της χάριτος. Η Εκκλησία είναι αληθινή όταν δεν φοβάται να δώσει, να παραιτηθεί, να ταπεινωθεί και να γίνει καταφύγιο για τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Η ΠΟΝΗΡΙΑ

Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «η πονηρία των ανθρώπων πίσω τους είναι κρυμμένη» (από το «Γεροντικό»)

Συχνά αναρωτιόμαστε πόσο αθώοι πρέπει να είμαστε εμείς και τα παιδιά μας στην πονηρία του κόσμου. Ταυτίζουμε την αναγνώριση των κακών κινήτρων στη σκέψη και τη συμπεριφορά των άλλων με την καχυποψία. Και δεν θέλουμε να είμαστε καχύποπτοι, να βλέπουμε δηλαδή πίσω από τις κινήσεις κάποιου ανθρώπου την ιδιοτέλεια, την πονηριά, την εκμετάλλευση. Θα θέλαμε να βλέπουμε τους ανθρώπους με θετική ματιά. Να μπορούμε να βλέπουμε στις κινήσεις τους την ειλικρίνεια, την αγάπη, την καλή διάθεση. Συνήθως, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Και φτάνουμε στο σημείο να αναρωτιόμαστε, τόσο για μας, όσο και για τα παιδιά μας, μήπως τελικά ο κόσμος είναι περισσότερο πονηρός και ιδιοτελής, από όσο θα θέλαμε να πιστέψουμε;

Η ηγεσία σήμερα, τόσο στην πολιτική, όσο και σε άλλους τομείς της ζωής, έχει ως προϋποθέσεις την εξυπνάδα και την προβλεπτικότητα. Ο έξυπνος άνθρωπος χαράζει δρόμους, με έμπνευση και μεράκι. Μπορεί να αξιοποιήσει τα χαρίσματα των άλλων, με τους οποίους πρέπει ή θέλει να συνυπάρξει. Χρειάζεται όμως να είναι και προβλεπτικός. Να βλέπει μέχρι πού φτάνουν οι ικανότητες των άλλων, αλλά και να διαβλέπει τα βαθύτερα κίνητρα των πράξεών τους, να είναι δηλαδή μελετητής χαρακτήρων. Η μελέτη προϋποθέτει την υπέρβαση της αφελότητας και τη διάγνωση της κακότητας και της ιδιοτέλειας, που κάνει άλλους ανθρώπους να θέλουν να χρησιμοποιήσουν αυτόν που έχει καλοσύνη.

Αυτό διαφαίνεται στις σχέσεις των ανθρώπων. Ο φίλαυτος και φιλήδονος άνθρωπος δεν έχει ως κίνητρό του την αγάπη, αλλά την εκμετάλλευση των άλλων, σωματικά, ψυχικά, οικονομικά, χαρακτηρολογικά. Δεν τον νοιάζουν τα συναισθήματα των άλλων. Είναι έτοιμος να πληγώσει, διότι μέσα του έχει αποφασίσει ότι το «εγώ» του είναι η μοναδική του προτεραιότητα και αυτό οδηγεί στην ικανοποίηση κάθε επιθυμίας. Έτσι, λειτουργεί χειριστικά. Βαφτίζει, μάλιστα, τη χειριστικότητα «εξυπνάδα». Και είναι έτοιμος να «πατήσει επί πτωμάτων», αρκεί να αναδειχθεί ο ίδιος.

Αυτό το βλέπουμε συχνά και στα παιδιά των καιρών μας. Στηριγμένα σε ένα πλαίσιο φόβου για τα όρια, φόβου για τη σύγκρουση, φόβου για την ευθύνη της αγωγής, τα παιδιά μαθαίνουν από μικρά ότι όλα τους επιτρέπονται, ακόμη και τα πιο άσχημα. Αρκεί να γκρινιάξουν, να πιέσουν, να κλάψουν και οι απαιτήσεις τους θα γίνουν αποδεκτές. Αυτό βαφτίζεται ελευθερία και «μοντερνιά». Έχουν πάντα δίκιο και οι γονείς αδυνατούν να τα βάλουν σε σειρά. Η άσκηση της γονεϊκής εξουσίας προϋποθέτει αποδοχή της αυθεντίας και της ευθύνης από μέρους τους, όχι με αυταρχικότητα και εγωκεντρισμό, αλλά με σταθερότητα και σαφήνεια. Ειδάλλως, αφήνουν τα παιδιά να προχωρούν σε έναν κόσμο πονηρίας. Αφού όλα μου επιτρέπονται και όλα τα δικαιούμαι, θα βρω τρόπο, αξιοποιώντας τα όπλα της προσωπικότητας, της απαίτησης, της άνευ όρων στήριξης των γονέων, της ανοχής του κόσμου και του πολιτισμού, του «έλα, δεν πειράζει, παιδί είναι, μην το στενοχωρείς», για να αισθανθούν δυνάστες.

Ο ασκητικός λόγος μάς υπενθυμίζει ότι η πονηρία των ανθρώπων κρύβεται πίσω τους, δηλαδή δεν φαίνεται πάντοτε μπροστά, στο πρόσωπο, στο χαμόγελο, στην απαίτηση. Γίνεται ένα με την καρδιά τους. Γι’ αυτό καλούμαστε να γίνουμε «φρόνιμοι ως οι όφεις». Να διαβλέπουμε τον κίνδυνο, όχι απορρίπτοντάς τους με τρόπο κατάκρισης, αλλά  νιώθοντας πώς πρέπει να φυλαχτούμε. Να διδάσκουμε με επίγνωση, αλλά και να μη γινόμαστε εύκολα θύματα. Να μένουμε σταθεροί στις αρχές μας, αλλά και να απομακρυνόμαστε από εκείνους που δεν είναι ακέραιοι. Κι αν δεν μπορούμε να φύγουμε, να είμαστε στην άκρη. Αν όμως μπορούμε να επισημάνουμε την αλήθεια και να παλέψουμε, να μην κρυβόμαστε. Είναι θέμα χαρακτήρα, αγωγής και παιδείας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 17 Ιουνίου 2026

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΠΕΡΠΑΤΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΜΦΙΒΛΗΣΤΡΟΝ

 

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς» (Ματθ. 4, 18-19)

«Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς ὁ ᾿Ιησοῦς περπατοῦσε στὴν ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδέρφια, τὸν Σίμωνα, ποὺ τὸν ἔλεγαν καὶ Πέτρο, καὶ τὸν ἀδελφό του τὸν ᾿Ανδρέα, νὰ ρίχνουν τὰ δίχτυα στὴ λίμνη, γιατὶ ἦταν ψαράδες».

 Μία από τις ανθρώπινες συνήθειες είναι το περπάτημα. Σε αντίθεση με την εποχή μας, στην οποία μόδα έχουν γίνει το γυμναστήριο και η γιόγκα, το περπάτημα αποτελεί όχι απλώς άσκηση, αλλά και επαφή του ανθρώπου με τη φύση, τον κόσμο, την ομορφιά και την ασχήμια της πόλης, αλλά και ανθρώπους που συναντά. Το περπάτημα είναι έξοδος του ανθρώπου από την ένταση της καθημερινότητας, ευκαιρία προσευχής, χαλάρωσης, γαλήνης της ψυχής και του πνεύματος. Ο άνθρωπος κατανοεί ότι δεν είναι το αυτόνομο εγώ του το κέντρο του κόσμου, όπως συμβαίνει στο γυμναστήριο και στη γιόγκα, αλλά η ένταξή του σε έναν κόσμο στον οποίο ο ίδιος μπορεί να είναι από παρατηρητής έως συνδιαμορφωτής. Διότι μπορεί μέσα από το περπάτημα να κάνει την αυτοκριτική του, να δει την πορεία των σχέσεών του, αλλά και να αφεθεί στη χάρη και στη χαρά της προσευχής. 

Γι’ αυτό και ο Χριστός συνήθιζε να περπατά, όπως μας λέει το Ευαγγέλιο. Συνήθιζε να συζητά με τους μαθητές Του στις πορείες της Παλαιστίνης. Κι αυτό ξεκίνησε από την αρχή της δημόσιας δράσης Του. Τον βλέπουμε να περπατά στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας. Τον βλέπουμε να παρατηρεί τα δύο αδέρφια, τον Πέτρο και τον Ανδρέα, οι οποίοι ρίχνουν «το αμφίβληστρον», το δίχτυ στη θάλασσα, διότι ήταν ψαράδες. Και τους καλεί, όντας μπροστά σ’ αυτή την εικόνα που ρίχνουν το δίχτυ, να Τον ακολουθήσουν, για να αλλάξουν χώρο ζωής, από τη θάλασσα να πάνε στη στεριά, αλλά και τρόπο, από αλιείς ιχθύων να γίνουν αλιείς ανθρώπων. 

          Το αμφίβληστρον των δύο μαθητών είναι ένα σημάδι ότι για να πετύχεις στη ζωή σου, να επιβιώσεις, αλλά και να κάνεις πράξη τους στόχους που τη νοηματοδοτούν, χρειάζεται να περικυκλώνεις αυτό που επιθυμείς. Δεν είναι μόνο μία παγίδα το αμφίβληστρον. Είναι η αίσθηση ότι αυτό που θέλεις να πετύχεις είναι σημαντικό και οργανώνεις τη ζωή σου με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορεί να σου ξεφύγει. Ακόμη κι αν η ψαριά δεν είναι πάντοτε καλή, εντούτοις το ψάρι που θα εισέλθει στο αμφίβληστρον, δεν θα μπορέσει να ξεφύγει. 

         Αυτό είναι και το πνευματικό νόημα του αμφιβλήστρου στη ζωή μας. Αν έχουμε σκοπό να αγαπήσουμε τον Χριστό, τότε χρειάζεται να ρίξουμε αμφίβληστρον γύρω από τα πάθη μας και τις αμαρτίες μας. Να μην τις αφήσουμε ελεύθερες στην καρδιά και στην ψυχή μας να κυριεύουν την ύπαρξή μας στον βωμό της φιλαυτίας και της φιληδονίας, που μας παρασύρουν στο κενό του κακού. Και το αμφίβληστρον ονομάζεται αγάπη, ονομάζεται άσκηση, ονομάζεται πίστη στον Χριστό, ο Οποίος περπατά και στη δική μας ζωή και μας καλεί, αφήνοντας την κυριαρχία του εγώ, να μοιραστούμε την αγάπη Του με τους συνανθρώπους μας, ώστε με εκείνους όχι απλώς να συνυπάρχουμε, αλλά να πορευόμαστε προς την Αλήθεια της Βασιλείας των Ουρανών. Προς την ατελεύτητο ζωή. Προς τη χαρά της αγάπης. Προς την ομορφιά της κοινότητας, που είναι η Εκκλησία.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός  

14 Ιουνίου 2026

Κυριακή Β’ Ματθαίου 

Κήρυγμα στην Β΄Κυρτιακή Ματθαίου

 

 «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. 4,19)

Η σημερινή ευαγγελική φράση είναι μία από τις πρώτες προσκλήσεις του Κυρίου προς τους μαθητές Του: «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Μέσα σε λίγες λέξεις κρύβεται ολόκληρο το μυστήριο της χριστιανικής κλήσεως.

Πρώτα ακούγεται το «Δεῦτε ὀπίσω μου». Ο Χριστός δεν καλεί τους ανθρώπους σε μία ιδέα, σε μία φιλοσοφία ή σε ένα ηθικό σύστημα. Καλεί σε προσωπική σχέση μαζί Του. Όπως διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, « ο Κύριος δεν υπόσχεται αμέσως τιμές ή δόξα, αλλά ζητεί πρώτα την ακολουθία. Η μαθητεία αρχίζει με την υπακοή και την εμπιστοσύνη. Οι απόστολοι άφησαν τα δίχτυα τους όχι επειδή γνώριζαν τα πάντα για το μέλλον, αλλά επειδή εμπιστεύθηκαν Εκείνον που τους καλούσε».

Έπειτα ο Χριστός λέγει: «ποιήσω ὑμᾶς». Δεν λέγει «γίνετε μόνοι σας» αλλά «εγώ θα σας κάνω». Εδώ φανερώνεται η δύναμη της θείας χάριτος. Ο άνθρωπος προσφέρει την προαίρεσή του, αλλά η μεταμόρφωση είναι έργο του Θεού. Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τονίζει ότι οι μαθητές ήταν απλοί ψαράδες, χωρίς κοσμική δύναμη και σοφία, και όμως έγιναν φωστήρες της οικουμένης, επειδή ενήργησε μέσα τους η χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Τέλος, ο Κύριος τους υπόσχεται ότι θα γίνουν «ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Μέχρι τότε έριχναν τα δίχτυα τους στη θάλασσα για να ανασύρουν ψάρια που οδηγούνταν στον θάνατο. Τώρα θα ρίχνουν τα πνευματικά δίχτυα του Ευαγγελίου για να ανασύρουν ανθρώπους από τη θάλασσα της αμαρτίας και να τους οδηγήσουν στη ζωή. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος παρατηρεί ότι οι απόστολοι έλαβαν την τέχνη του ψαρά, αλλά άλλαξαν το αντικείμενο της αλιείας· αντί για ψάρια, κερδίζουν ψυχές για τη Βασιλεία του Θεού.

Η εικόνα του διχτυού έχει βαθύ εκκλησιολογικό νόημα. Η Εκκλησία είναι το σωστικό δίκτυ που απλώνεται σε όλο τον κόσμο. Δεν συλλαμβάνει ανθρώπους για να τους στερήσει την ελευθερία τους, αλλά για να τους ελευθερώσει από τα δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου. Όπως διδάσκει ο Ιερός Αυγουστίνος Επίσκοπος Ιππώνος, οι απόστολοι αλιεύουν ανθρώπους για να τους μεταφέρουν από τα ταραγμένα νερά του κόσμου στην ασφάλεια του πλοίου της Εκκλησίας.

Αδελφοί μου,

Η πρόσκληση αυτή δεν απευθύνεται μόνο στους Δώδεκα. Κάθε βαπτισμένος χριστιανός καλείται να ακολουθήσει τον Χριστό και να γίνει, κατά το μέτρο που του αναλογεί, αλιεύς ανθρώπων. Όχι με βία, όχι με επιβολή, αλλά με το παράδειγμα της ζωής του, με την αγάπη, την ταπείνωση και τη μαρτυρία της αλήθειας.

Αν θέλουμε να ελκύσουμε άλλους στον Χριστό, πρέπει πρώτα εμείς να βρισκόμαστε «ὀπίσω» Του. Δεν μπορεί να οδηγήσει άλλους προς το φως εκείνος που ο ίδιος δεν βαδίζει στο φως. Όταν η ζωή μας ευωδιάζει Χριστό, τότε γίνεται το πιο ισχυρό κήρυγμα.

Είθε λοιπόν να ακούσουμε και εμείς σήμερα τη φωνή του Κυρίου: «Δεῦτε ὀπίσω μου». Και ακολουθώντας Τον με πίστη και αφοσίωση, να αξιωθούμε να γίνουμε συνεργοί του έργου Του για τη σωτηρία των ανθρώπων.

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ


ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ π. Δημητρίου Μπόκου

 ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ 

π. Δημητρίου Μπόκου 

Το Πεντηκοστάριο έκλεισε. Ο τεράστιος κύκλος των κινητών εορτών του Πάσχα, από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων συμπληρώθηκε. Ξαναμπαίνουμε στην ομαλή ροή του λειτουργικού εκκλησιαστικού έτους. Η ανάγνωση του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου τελείωσε και άρχισε ήδη από την προηγούμενη Κυριακή η ανάγνωση του κατά Ματθαίον. 

Ο Χριστός καλεί σήμερα τους πρώτους μαθητές του. Ο Πέτρος και ο Ανδρέας, ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος, αποτελούν την απαρχή των αποστόλων (Κυριακή Β΄ Ματθαίου). 

Ο Χριστός συμπλήρωσε σιγά-σιγά την ομάδα των δώδεκα (ΙΒ΄) και στη συνέχεια των εβδομήκοντα (Ο΄) αποστόλων. Στη διάρκεια των τριών ετών που ήταν μαζί τους, φρόντισε να τους προετοιμάσει με κάθε τρόπο για τη μεγάλη τους αποστολή. Τους έστελνε και σε μικρές περιοδείες στις πόλεις και τα χωριά του Ισραήλ, για να εκπαιδεύονται στην αποστολική δράση. 

Τους προίκιζε με τα πνευματικά εφόδια που ήταν απαραίτητα για το έργο τους, εφιστούσε όμως ιδιαίτερα την προσοχή τους να μην αγωνιούν για τα υλικά. «Μη κτήσησθε χρυσόν μηδέ άργυρον μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας υμών». Μην κουβαλάτε πορτοφόλια με λεφτά, τους έλεγε. Ούτε σακούλι με προμήθειες να έχετε, ούτε δύο χιτώνες, ούτε υποδήματα, ούτε ραβδί. «Άξιος γαρ εστιν ο εργάτης της τροφής αυτού». Θα σας τρέφουν αυτοί για τους οποίους εργάζεστε (Ματθ. 10, 9-10). 

Έτσι ο Χριστός νομοθέτησε, «τοις το Ευαγγέλιον καταγγέλλουσιν εκ του Ευαγγελίου ζην». Διέταξε, όσοι κηρύττουν το Ευαγγέλιο, να ζουν από τη συνδρομή εκείνων που ακούνε το ευαγγελικό κήρυγμα. 

Οι απόστολοι όμως, μιμούμενοι την πτωχεία του Κυρίου τους, χρησιμοποίησαν γενικά με φειδώ το δικαίωμα αυτό. Έκαναν περιορισμένη και διακριτική χρήση του, «μηδεμίαν εν μηδενί διδόντες προσκοπήν», αποφεύγοντας δηλαδή κάθε αφορμή σκανδάλου, «ίνα μη μωμηθή η διακονία». Για να μην υπάρξει καμμιά μομφή, καμμιά κατηγορία εναντίον του έργου τους, που ήταν η κήρυξη του Ευαγγελίου (Α΄ Κορ. 9, 12). 

Έτσι, για να είναι αληθινοί διάκονοι του Θεού, για να μην προκαλούν και σκανδαλίζουν τους πιστούς, έζησαν λιτά και φτωχικά. «Ως πτωχοί, …ως μηδέν έχοντες». Διαβιούσαν «εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι». Με απλά λόγια, πεινούσαν και διψούσαν, στερούνταν την τροφή, βρίσκονταν στο κρύο χωρίς τα κατάλληλα ρούχα (Α΄ Κορ. 9, 14. Β΄ Κορ. 6, 3. 10. 11, 27). 

Περισσότερο μάλιστα από όλους υπέφερε ο Παύλος, γιατί δεν θέλησε να κάνει καθόλου χρήση της εξουσίας του να ζει από το Ευαγγέλιο, να τον συντηρούν δηλαδή οι πιστοί. «Αργυρίου ή χρυσίου ή ιματισμού ουδενός επεθύμησα», λέει. Για τις ανάγκες τις δικές μου και των συνεργατών μου δούλεψαν αυτά εδώ τα χέρια μου. Εργαζόταν στα μικρά περιθώρια του χρόνου του ως σκηνοποιός, για να μη δημιουργήσει «εγκοπήν τινα», ούτε το παραμικρό εμπόδιο στο έργο του Ευαγγελίου (Πράξ. 20, 33-34. Α΄ Κορ. 9, 12). 

Ρίζα όλων των κακών θεωρούσαν οι απόστολοι τη φιλαργυρία. Ονόμαζαν την πλεονεξία ειδωλολατρία (Α΄ Τιμ. 6, 10. Εφ. 5, 5. Κολ. 3, 5). Ιδιαιτέρως τόνιζαν στους διαδόχους τους, τους επισκόπους, να είναι αφιλάργυροι (Α΄ Τιμ. 3, 3). 

Και όντως διαχρονικά, πολλοί από αυτούς μιμήθηκαν το αποστολικό φρόνημα. Άλλοι όμως έπραξαν το αντίθετο. Θεώρησαν «πορισμόν την ευσέβειαν» (Α΄ Τιμ. 6, 5). Ευκαιρία να πλουτήσουν. Μα πήγαν με το αργύριό τους στην απώλεια (Πράξ. 8, 20). 

Σήμερα; Απομένει τάχα τίποτε από το πνεύμα των αποστόλων; 

Βαθύς ήδη σκεπτικισμός επικρατεί για τις σκανδαλώδεις αιφνίδιες παροχές της πολιτείας προς τους ταγούς της Εκκλησίας, σε μια συγκυρία που ο κόσμος υποφέρει. Προς τί ο εναγκαλισμός αυτός; Αποσκοπεί σε πολιτική συναλλαγή και συμπαιγνία; 

Και ο μεν καίσαρας, καλώς. Τη δουλειά του κάνει. Δημιουργεί τα ερείσματά του όπου μπορεί, με τον τρόπο που ξέρει. 

Οι εκκλησιαστικοί άρχοντες όμως; Με ποια ελευθερία θα ενεργούν και τί ορθό προσδοκούν να πράξουν, προσδεδεμένοι με χρυσό χαλινάρι στο άρμα του; 


ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 14 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026- Β' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. 4, 18-23)

 

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ ᾿Ιησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ. 

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς ὁ ᾿Ιησοῦς περπατοῦσε στὴν ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδέρφια, τὸν Σίμωνα, ποὺ τὸν ἔλεγαν καὶ Πέτρο, καὶ τὸν ἀδελφό του τὸν ᾿Ανδρέα, νὰ ρίχνουν τὰ δίχτυα στὴ λίμνη, γιατὶ ἦταν ψαράδες. «᾿Ακολουθῆστε με», τοὺς λέει, «καὶ θὰ σᾶς κάνω ψαράδες ἀνθρώπων». Κι αὐτοὶ ἀμέσως ἄφησαν τὰ δίχτυα καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Προχωρώντας πιὸ πέρα ἀπὸ κεῖ, εἶδε δύο ἄλλους ἀδελφούς, τὸν ᾿Ιάκωβο, γιὸ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ τὸν ἀδελφό του τὸν ᾿Ιωάννη. Βρίσκονταν στὸ ψαροκάικο μαζὶ μὲ τὸν πατέρα τους τὸν Ζεβεδαῖο καὶ τακτοποιοῦσαν τὰ δίχτυα τους. Τοὺς κάλεσε, κι αὐτοὶ ἄφησαν ἀμέσως τὸ καΐκι καὶ τὸν πατέρα τους καὶ τὸν ἀκολούθησαν. ῾Ο ᾿Ιησοῦς περιόδευε ὅλη τὴ Γαλιλαία. Δίδασκε στὶς συναγωγές τους, κήρυττε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα γιὰ τὸν ἐρχομὸ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ γιάτρευε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ κάθε ἀσθένεια καὶ κάθε ἀδυναμία.

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 14 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026- Β' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ρωμ. 2, 10-16)

 

  Ἀδελφοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ ῞Ελληνι· οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. Ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. Ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων. Ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἀδελφοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη γιὰ τὸν καθένα ποὺ κάνει τὸ καλό, γιὰ τὸν Ἰουδαῖο πρῶτα καὶ ἐπίσης γιὰ τὸν Ἕλληνα, διότι ὁ Θεὸς δὲν μεροληπτεῖ. Ὅσοι ἁμάρτησαν χωρὶς τὸν νόμο, χωρὶς τὸν νόμο καὶ θὰ ἀπολεσθοῦν, καὶ ὅσοι ἁμάρτησαν ἐνῷ ἦσαν ὑπὸ τὸν νόμο θὰ κριθοῦν μὲ τὸν νόμο. Διότι δὲν θὰ δικαιωθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνοι ποὺ ἀκούουν τὸν νόμο, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ ἐφαρμόζουν τὸν νόμο θὰ κηρυχθοῦν δίκαιοι. Ὅταν οἱ ἐθνικοὶ ποὺ δὲν ἔχουν τὸν νόμο, ἐφαρμόζουν τίς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκ φύσεως, τότε, ἂν καὶ δὲν ἔχουν νόμο, ἔχουν τὸν ἑαυτό τους ὡς νόμο, διότι ἀποδεικνύουν ὅτι τὸ ἔργο ποὺ ζητεῖ ὁ νόμος εἶναι γραμμένο στὶς καρδιές τους. Ταυτόχρονα ἐπιμαρτυρεῖ καὶ ἡ συνείδησή τους, καὶ οἱ σκέψεις τους μεταξύ τους κατηγοροῦν ἢ καὶ ἀπολογοῦνται, ὅπως θὰ φανῇ τὴν ἡμέρα, ὅταν, σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιό μου, ὁ Θεὸς θὰ κρίνῃ τὰ κρυφὰ τῶν ἀνθρώπων διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Η εορτή του Αγίου Λουκά του Ιατρού στην Κέρκυρα

    Την Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2026, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου Λουκά, Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας του Ιατρού, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, κ. Νεκτάριος, λειτούργησε και ομίλησε στο νεόδμητο πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό, ο οποίος βρίσκεται εντός του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας. Με τον Σεβασμιώτατο συλλειτούργησαν ο υπεύθυνος ιερέας του ναού, Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Κλεφτάκης, οι λοιποί εφημέριοι του Ιερού Ναού, και ο Διάκονός του, π. Ευσέβιος Πανδής. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εν λόγω Ιερός Ναός αποτελεί καρπό πολυετών προσπαθειών και θυσιών και συνιστά πλέον έναν σημαντικό χώρο προσευχής και πνευματικής παρηγορίας για τους νοσηλευομένους, τους συγγενείς τους, το προσωπικό του νοσοκομείου, αλλά και τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Ακόμη, στην πανήγυρη παρέστησαν, μεταξύ άλλων, ο Αρχιεπίσκοπος των εν Κερκύρα Ρωμαιοκαθολικών, κ. Γεώργιος Αλτουβάς, η Διοικήτρια του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας, κα. Αδαμαντία Εγγλεζοπούλου, ο Δήμαρχος Βόρειας Κέρκυρας, κ. Γεώργιος Μαχειμάρης, καθώς και εκπρόσωποι των πολιτικών, στρατιωτικών, αστυνομικών και πυροσβεστικών αρχών του τόπου.

Ο Σεβασμιώτατος κατά την ομιλία του, απευθυνόμενος στο πυκνό εκκλησίασμα, αναφέρθηκε αρχικά στη μορφή του Αγίου Λουκά, Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως, του Ιατρού, τονίζοντας ότι πρόκειται για έναν σύγχρονο Άγιο, του οποίου η αγιότητα δεν αναδείχθηκε από ανθρώπινες ενέργειες ή προβολή, αλλά αποκαλύφθηκε από την ίδια τη Χάρη του Θεού. Υπενθύμισε ότι ο Άγιος Λουκάς υπήρξε διακεκριμένος ιατρός και καθηγητής της Ιατρικής, ο οποίος όμως δε δίστασε να ομολογήσει την πίστη του σε δύσκολους καιρούς αθεΐας και διωγμών. Παρά τις εξορίες, τις ταλαιπωρίες, τις συκοφαντίες και τις δοκιμασίες που υπέστη από το αθεϊστικό σοβιετικό καθεστώς, παρέμεινε πιστός στο Χριστό και συνέχισε να διακονεί τον πάσχοντα άνθρωπο με αυταπάρνηση και θυσιαστική αγάπη. Ο κ. Νεκτάριος αναφέρθηκε ακόμη στα πολυάριθμα θαύματα που επετέλεσε και επιτελεί ο Άγιος, επισημαίνοντας ότι ο λαός του Θεού είχε αναγνωρίσει την αγιότητά του πολύ πριν η Εκκλησία προχωρήσει στην επίσημη αγιοκατάταξή του.

Συνεχίζοντας, ο Σεβασμιώτατος υπογράμμισε ότι η ζωή του Αγίου Λουκά αποτελεί ισχυρή μαρτυρία πως η αληθινή επιστήμη δεν αντιστρατεύεται την πίστη, αλλά μπορεί να συνυπάρξει αρμονικά με αυτήν όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει το Θεό ως την πηγή κάθε αγαθού. Υπενθύμισε ότι ούτος ο μεγάλος Ιεράρχης και ιατρός απέδιδε πάντοτε στο Θεό την επιτυχία της διακονίας του, θεωρώντας τον Κύριο ως τον πρώτο και μέγιστο ιατρό των ψυχών και των σωμάτων.

Ακολούθως, ο κ. Νεκτάριος εξέφρασε τον προβληματισμό του για τη σύγχρονη εποχή, επισημαίνοντας ότι ο άνθρωπος της μοντέρνας εποχής εμπιστεύεται ολοένα και περισσότερο τις δικές του δυνάμεις και τις δυνατότητες της επιστήμης, απομακρύνοντας τον Θεό από την καθημερινότητά του. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η μεγαλύτερη κρίση της εποχής μας δεν είναι οικονομική ή κοινωνική, αλλά πνευματική, διότι ο σύγχρονος άνθρωπος επιχειρεί να ζήσει χωρίς αναφορά στο Δημιουργό του. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, στερείται την αληθινή πηγή της ζωής, της ελπίδας και της ειρήνης.

Αναφερόμενος στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας, σημείωσε ότι ο Χριστός έδωσε στους μαθητές Του τη δύναμη να θεραπεύουν τους ανθρώπους και να εκβάλλουν τα πονηρά πνεύματα, δείχνοντας ότι η πνευματική θεραπεία προηγείται κάθε άλλης θεραπείας. Τόνισε ότι πολλές φορές ο άνθρωπος αγωνίζεται αποκλειστικά για τη σωματική του υγεία, παραμελώντας την κατάσταση της ψυχής του, ενώ η Εκκλησία υπενθυμίζει διαρκώς ότι η σωτηρία του ανθρώπου είναι ένα γεγονός που αγκαλιάζει ολόκληρη την ύπαρξή του.

Ο Σεβασμιώτατος επεσήμανε ακόμη ότι ο σκοπός της ζωής δεν εξαντλείται στα όρια του παρόντος κόσμου, αλλά εκτείνεται στην αιωνιότητα. Υπενθύμισε το λόγο του Κυρίου προς τους μαθητές Του ότι δεν πρέπει να χαίρονται μόνο για τα θαύματα και τις επιτυχίες της διακονίας τους, αλλά κυρίως διότι τα ονόματά τους είναι γραμμένα στους ουρανούς. Αυτός, όπως υπογράμμισε, είναι και ο αγώνας κάθε Χριστιανού, να αποκτήσει μετοχή στη χάρη του Θεού και να πορευθεί στο δρόμο της αγιότητας.

Καταλήγοντας, τόνισε ότι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας και ιδιαίτερα ο Άγιος Λουκάς, αποτελούν φωτεινούς οδοδείκτες για τη ζωή του ανθρώπου, διότι με το παράδειγμά τους φανερώνουν ότι η αληθινή δύναμη δε βρίσκεται στις ανθρώπινες δυνατότητες, αλλά στην εμπιστοσύνη προς το Θεό. Όταν ο άνθρωπος παραμένει ενωμένος με το Χριστό, μπορεί να υπερβεί τις θλίψεις, τις δοκιμασίες και τις δυσκολίες της ζωής και να πορευθεί προς τον τελικό προορισμό του, που είναι η κοινωνία με το Θεό και η αιώνια ζωή.

Στο τέλος, ο Σεβασμιώτατος απηύθυνε ιδιαίτερες ευχαριστίες προς τη Διοικήτρια του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας, κα. Αδαμαντία Εγγλεζοπούλου, εκφράζοντας την εκτίμησή του για την πολυσχιδή προσφορά και τη διαρκή μέριμνά της προς το νοσηλευτικό ίδρυμα και τους ασθενείς. Εξήρε το έργο που επιτελείται υπό την ευθύνη της, τονίζοντας ότι με αυταπάρνηση, εργατικότητα και αγάπη προς τον άνθρωπο συμβάλλει καθημερινά στην αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας και στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου.

Παράλληλα, ευχαρίστησε όλους όσοι συμμετείχαν στην πανήγυρη, τους κληρικούς, τους φορείς και τους εκπροσώπους των τοπικών αρχών, καθώς και το εκκλησίασμα που προσήλθε για να τιμήσει τον Άγιο Λουκά, ενώ ευχήθηκε σε όλους χρόνια πολλά και ευλογημένα, επικαλούμενος τις πρεσβείες του Αγίου Λουκά, του Αγίου Σπυρίδωνος και της Παναγίας.