ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Η ΛΗΞΗ ΤΩΝ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΩΝ ΣΥΝΑΞΕΩΝ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

     Στο Ιερό προσκύνημα του Αγίου Σπυρίδωνος, με την τέλεση Αρχιερατικής Θείας λειτουργίας ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου, ολοκληρώθηκαν η κατηχητική χρονιά 2025-2026 για την τοπική Εκκλησία. Η θεία λειτουργία ήταν προγραμματισμένη να γίνει στον Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Φρούριο, αλλά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών, διεξήχθη στον Άγιο Σπυρίδωνα. Παιδιά και κατηχητές από 17 ενορίες συμμετείχαν στη θεία λειτουργία, ενώ έψαλλε κατανυκτικότατα τους ύμνους της θείας λειτουργίας, σε μέλος του μεγάλου μας μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, η Παιδική και Νεανική Χορωδία ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ, υπό τη διεύθυνση της κ. Χριστίνας Καλλιαρίδου.

Μιλώντας στα παιδιά, με χαρά και συγκίνηση, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας κ. Νεκτάριος επεσήμανε ότι το κατηχητικό έργο της τοπικής Εκκλησίας λειτουργεί ως πνευματικό αντίβαρο σε μία εποχή στην οποία η κοινωνία και ο πολιτισμός λειτουργού στην προοπτική της πληροφορίας, του Διαδικτύου, της διασκέδασης, της άρνησης να κρατήσουμε τις αξίες της παράδοσής μας, την πίστη, τον πατριωτισμό, την πνευματική πορεία. Η Εκκλησία ήταν ένα αληθινό σχολείο για την πατρίδα μας, όταν οι συνθήκες ήταν δύσκολες. Η Εκκλησία, μέσα από την κατήχηση, διατήρησε το ήθος και τη φιλοπατρία, όταν οι ξένοι κατακτητές, αφού κατέκτησαν τον τόπο με τα όπλα. Ήθελαν να τον κατακτήσουν ιδεολογικά, πολιτικά και θρησκευτικά. Η Εκκλησία κράτησε ζωντανή την ιδιοπροσωπία μας, την ταυτότητα του Έλληνα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Ενετοκρατίας, που δεν ήμασταν ελεύθεροι. Σήμερα, ενώ φαινομενικά μπορούμε να πορευτούμε όπως επιθυμούμε, στην πραγματικότητα μας λείπει η πνευματική ελευθερία. Ζούμε τον πειρασμό μιας πνευματικής κατάκτησης. Γι’ αυτό και στην κατηχητική της διακονία η Εκκλησία προσπαθεί να μην επιτρέψει να αλλάξει ο τρόπος σκέψης των παιδιών, ώστε η γνησιότητα και η αγάπη για την πατρίδα και την παράδοση να μπολιαστεί στην παιδεία, για να κρατηθούν ο πολιτισμός και η πίστη που μας κρατούνε σε ενότητα και συνοχή.

Η Εκκλησία ενισχύει τα παιδιά και τους νέους να ζήσουνε με δύο προοπτικές: η μία είναι της αληθινής χαράς, η οποία πηγάζει από τη σχέση με τον Χριστό, και η άλλη της ελπίδας, διότι ο Χριστός είναι ο μόνος που δεν θα προδώσει ποτέ τον άνθρωπο. Η χαρά πηγάζει από τον αναστημένο Χριστό. Απογοήτευση και μελαγχολία κυριαρχεί σήμερα, διότι αισθάνονται οι άνθρωποι να μην έχει η ζωή νόημα και περιεχόμενο, όπως είδαμε δυστυχώς με τις δύο κοπέλες που έφυγαν από τη ζωή, χωρίς να παλέψουν για χαρά και νόημα. Η χαρά δεν βρίσκεται στη διασκέδαση, στα κέντρα, στην πληροφόρηση, στα ναρκωτικά. Ο ένας και μοναδικός Θεός έγινε άνθρωπος. Μας δίδαξε την αλήθεια και μας την εμπιστεύτηκε στο πρόσωπό του, διότι Εκείνος είναι η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Ο Χριστός είναι η ελπίδα μας. Δεν απογοήτευσε ποτέ κανέναν Εκείνος, διότι μας δίνει τη δυνατότητα να μη φοβόμαστε, αλλά να προχωρούμε και στις δυσκολίες της ζωής.

Ο κ. Νεκτάριος ευχαρίστησε τον υπεύθυνο του Γραφείου Νεότητος Πρωτ. Γεώργιο Μπογδάνο για την προσπάθεια, τους ιερείς και τους κατηχητές, την χορωδία ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΊΔΩΝ, την μαέστρο κ. Χριστίνα Καλλιαρίδου, καθώς συνδράμει το έργο της τοπικής Εκκλησίας, τους γονείς και τα παιδιά που συμμετείχαν στη θεία λειτουργία και κάλεσε όλες και όλους να συνεχίσουν την μετοχή τους στη ζωή της τοπικής Εκκλησίας και στις ανακαινισμένες κατασκηνώσεις στην Κασσιώπη.

Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας, η χορωδία ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ παρουσίασε ένα σύντομο καλλιτεχνικό πρόγραμμα, ενώ ο κ. Νεκτάριος επεσήμανε ότι η γιορτή ήταν αφιερωμένη στα 250 χρόνια από τη γέννηση του Ιωάννη Καποδίστρια, του Κερκυραίου πρώτου Κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδος, η μορφή του οποίου θα απασχολήσει ως πρότυπο και τις κατασκηνώσεις της τοπικής Εκκλησίας το καλοκαίρι. Ο Μητροπολίτης Κερκύρας έδωσε ευλογίες στα παιδιά και παρατέθηκε ένα πλούσιο πρωινό. Τα παιδιά προσκύνησαν το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος και επέστρεψαν στις ενορίες τους.
























Κήρυγμα στην Κυριακή του Τυφλού

«Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου». 

Η σημερινή ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Τυφλού (Ιωάν. θ΄ 1-38) παρουσιάζει το μεγάλο θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Το γεγονός αυτό δεν είναι μόνο μία πράξη ευσπλαχνίας· είναι μία βαθιά αποκάλυψη για το ποιος είναι ο Χριστός και ποια είναι η κατάσταση του ανθρώπου χωρίς τον Θεό. 

Ο Χριστός δηλώνει: «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου». 

Ο τυφλός ζούσε μέσα στο φυσικό σκοτάδι, όμως οι Φαρισαίοι ζούσαν μέσα σε χειρότερο σκοτάδι: την πνευματική τύφλωση της υπερηφάνειας και της απιστίας. 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο Χριστός δεν θεράπευσε απλώς έναν άνθρωπο, αλλά φανέρωσε τη θεότητά Του. Μόνο ο Δημιουργός μπορεί να δώσει μάτια σε εκείνον που γεννήθηκε χωρίς όραση. Γι’ αυτό ο Χρυσόστομος λέγει ότι το θαύμα αυτό είναι ανώτερο ακόμη και από την ανάσταση νεκρού, διότι εδώ δημιουργούνται εκείνα που δεν υπήρχαν. 

Και είναι συγκλονιστικός ο τρόπος της θεραπείας. Ο Κύριος πλάθει πηλό από χώμα και σάλιο και αλείφει τα μάτια του τυφλού. Ο Άγιος Ειρηναίος Λυώνος ερμηνεύει ότι ο Χριστός ενεργεί έτσι για να δείξει πως είναι ο ίδιος Δημιουργός που έπλασε τον άνθρωπο από τη γη. Όπως στον Παράδεισο δημιούργησε τον άνθρωπο από χώμα, έτσι και τώρα αναπλάθει τα μάτια του τυφλού. 

Όμως το μεγαλύτερο θαύμα δεν είναι ότι άνοιξαν τα σωματικά μάτια, αλλά ότι φωτίστηκε η ψυχή του ανθρώπου. 

Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τονίζει ότι ο τυφλός προχώρησε βαθμιαία στην πίστη. Στην αρχή θεωρεί τον Χριστό απλό άνθρωπο. Έπειτα Τον ονομάζει προφήτη. Και στο τέλος Τον προσκυνεί ως Κύριο και Θεό. Αυτή είναι η πορεία κάθε χριστιανού: από τη γνώση στην πίστη και από την πίστη στη ζωντανή κοινωνία με τον Θεό. 

Αντίθετα, οι Φαρισαίοι ενώ έβλεπαν το θαύμα, αρνήθηκαν την αλήθεια. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει ότι η αμαρτία σκοτίζει τον νου του ανθρώπου τόσο, ώστε ακόμη και μπροστά στο φως να επιλέγει το σκοτάδι. Η υπερηφάνεια γίνεται πέπλο στα μάτια της ψυχής. 

Αδελφοί μου, 

Η Εκκλησία μάς καλεί σήμερα να εξετάσουμε: Μήπως κι εμείς έχουμε πνευματική τύφλωση; 

Όταν δεν βλέπουμε τον πόνο του αδελφού μας. 

Όταν δικαιολογούμε τα πάθη μας. 

Όταν νομίζουμε ότι δεν χρειαζόμαστε μετάνοια. 

Όταν ζούμε χωρίς προσευχή και χωρίς Θεό. 

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος διδάσκει ότι η αληθινή όραση είναι να φωτιστεί ο άνθρωπος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Δεν αρκεί να βλέπουν τα μάτια του σώματος· πρέπει να βλέπει και η καρδιά. 

Γι’ αυτό ο Χριστός είναι το αληθινό Φως του κόσμου. Όποιος απομακρύνεται από Εκείνον μένει στο σκοτάδι της σύγχυσης και της απελπισίας. Όποιος όμως Τον ακολουθεί αποκτά φως, ειρήνη και αληθινή ζωή. 

Ας παρακαλέσουμε λοιπόν σήμερα τον Κύριο: «Κύριε, άνοιξε και τα δικά μας μάτια. Φώτισε τον νου μας, καθάρισε την καρδιά μας και οδήγησέ μας στην αληθινή πίστη». 

αι τότε, όπως ο τυφλός του Ευαγγελίου, θα μπορέσουμε κι εμείς να πούμε με βεβαιότητα: π«Πιστεύω, Κύριε». 

Αμήν. 


 

ΕΠΤΥΣΕ ΧΑΜΑΙ ΚΑΙ ΕΠΟΙΗΣΕ ΠΗΛΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΠΤΥΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΕΧΡΙΣΕ ΤΟΝ ΠΗΛΟΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

 

«Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ῞Υπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ᾿Απῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων» (Ιωάν. 9, 6-7).

῞Οταν τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔφτυσε κάτω, ἔφτιαξε πηλὸ ἀπὸ τὸ φτύμα, ἄλειψε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, καὶ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε νὰ νιφτεῖς στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ» -ποὺ σημαίνει «ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, πῆγε καὶ νίφτηκε καί, ὅταν γύρισε πίσω, ἔβλεπε.

 «Έπτυσε χαμαί», ο Χριστός όταν είδε τον εκ γενετής τυφλό. Δεν ήταν ένα φτύσιμο αποδοκιμασίας για έναν κόσμο που έβλεπε τον Θεό ως τιμωρό και εκδικητή. Ήταν ένα φτύσιμο που δείχνει ότι ο Θεός, στον Οποίο πιστεύουμε, είναι Δημιουργός. Είναι Θεραπευτής. Δίνει την ευκαιρία στον άνθρωπο να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του. Και βγάζει ο Θεός από το σώμα Του την διπλή  φύση: την αγάπη του ανθρώπου για τον συνάνθρωπο που υποφέρει και την αγάπη του Θεού που γιατρεύει όποιον η ψυχή του πιστεύει και υπακούει. Διότι η ίαση του τυφλού ήρθε όταν εκείνος συνάντησε τον Θεάνθρωπο Ιησού. Ήρθε από κοντά, όταν ένιωσε τον Χριστό ως οικείο και πλησίον. Όταν η καρδιά του άκουσε το πρόσταγμα της μετάβασης στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Όταν δεν σιχάθηκε τον πηλό, δεν διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτόν, δεν παραξενεύτηκε, αλλά με μια εμπιστοσύνη καρδιακή μέσα του πήγε και έριξε νερό στα ανύπαρκτα μάτια του, για να λάβει την δημιουργία τους και την όραση συνάμα. 

 Φτύνουμε κατάχαμα οι χριστιανοί τον κόσμο σήμερα, διότι πιστεύουμε ότι είναι αμαρτωλός. Διότι βλέπουμε σ’ αυτόν το χειρότερο, ενώ κρατάμε για τους εαυτούς μας την αυτάρκεια του θεατή της αμαρτίας και της τιμωρίας του άλλου. Μοιάζουμε με τους Ιουδαίους της εποχής του Χριστού. Ζητούμε την θρησκευτική μας αυτοδικαίωση, ότι εμείς είμαστε οι καλοί του κόσμου και της ιστορίας, ότι ο Θεός είναι για μας, ότι οι άλλοι υποφέρουν καλώς. Δεν είναι όμως δημιουργικό το φτύσιμό μας. Δεν είναι απόρριψη της αμαρτίας και συμπόνοια, προσευχή, αγάπη για τους αμαρτωλούς, στους οποίους κι εμείς ανήκουμε. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία αγκαλιάζει τους πάντες, διότι φοβόμαστε ότι κινδυνεύει η δική μας καθαρότητα. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία συγχωρεί, παλεύει για τη γιατρειά των ανθρώπων, για να δούνε τη δόξα του Θεού, για να δούνε τον κόσμο με τα μάτια της αγάπης και της αλήθειας, για να μην αποκάμουν ζητιανεύοντας λίγη στοργή, καθώς νιώθουν εκ γενετής ανήμποροι να έχουν νόημα. Λέμε όχι, όταν η πίστη δεν μιλά όπως εμείς θέλουμε να μιλήσει, αλλά αφήνει την αγκαλιά του Θεού ανοιχτή για τον ελάχιστο. 

 Καθώς κλείνει η αναστάσιμη περίοδος, το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού μάς υπενθυμίζει ότι υπάρχει μία όραση καρδιακή, ψυχική, που περνά από την αγάπη και είναι αγάπη. Αυτή που βλέπει μ’ άλλα μάτια: «όλα είναι ίδια αν δεν τ’ αγαπάς, όλα μένουν ίδια άμα δεν τα πας, κι όλα αυτά που είναι, γίνονται ξανά, μέσα απ’ τη δικιά σου τη ματιά» (Ορφέας Περίδης), αρκεί αυτή να ακολουθεί τη ματιά του Χριστού. Να φτύνει, για να φτιάξει τον πηλό που δημιουργεί από την αρχή, καλύπτοντας το έλλειμμα. Διότι αυτός που νιώθει ότι κάτι του λείπει, εμπιστεύεται, για να γιατρευτεί, Εκείνον που αγαπά, παρηγορεί και σώζει. Και Τον ακούει, κάνοντας το βήμα προς την κολυμβήθρα της Εκκλησίας. Για να παρηγορηθεί, να μη μείνει μόνος, να αντέξει.

 Χριστός Ανέστη!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

17 Μαΐου 2026

Του Τυφλού

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 17 ΜΑΪΟΥ 2026- ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (Ἰωάν. 9, 1-38)

 

 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ ᾿Ιησοῦς, εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ῾Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. ᾿Εμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. ῞Οταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ῞Υπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ᾿Απῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ῎Αλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ᾿Εκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. ῎Ελεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; ᾿Απεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ῎Ανθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. Εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; Λέγει· Οὐκ οἶδα. ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. ῏Ην δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. ῎Ελεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ῎Αλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; Καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. Λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ῾Ο δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. Οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; Πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; ᾿Απεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. Διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. ᾿Εφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. ᾿Απεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; Πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· Τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; ᾿Ελοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ῾Ημεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. ᾿Απεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ᾿Εν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. Οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ᾿ ἐάν τις θεοσεβὴς ͺᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. ᾿Εκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. ᾿Απεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ᾿Εν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; Καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. ῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ; ᾿Απεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. Ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα 

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς πήγαινε στὸν δρόμο του ὁ ᾿Ιησοῦς, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε γεννηθεῖ τυφλός. Τὸν ρώτησαν, λοιπόν, οἱ μαθητές του· «Διδάσκαλε, ποιὸς ἁμάρτησε καὶ γεννήθηκε αὐτὸς τυφλός, ὁ ἴδιος ἢ οἱ γονεῖς του;» ῾Ο ᾿Ιησοῦς ἀπάντησε· «Οὔτε αὐτὸς ἁμάρτησε οὔτε οἱ γονεῖς του, ἀλλὰ γεννήθηκε τυφλὸς γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ δύναμη τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ πάνω σ’ αὐτόν. ῞Οσο διαρκεῖ ἡ μέρα, πρέπει νὰ ἐκτελῶ τὰ ἔργα ἐκείνου ποὺ μ’ ἔστειλε. ῎Ερχεται ἡ νύχτα, ὁπότε κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἐργάζεται. ῞Οσο εἶμαι σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, εἶμαι τὸ φῶς γιὰ τὸν κόσμο». ῞Οταν τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔφτυσε κάτω, ἔφτιαξε πηλὸ ἀπὸ τὸ φτύμα, ἄλειψε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, καὶ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε νὰ νιφτεῖς στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ» -ποὺ σημαίνει «ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, πῆγε καὶ νίφτηκε καί, ὅταν γύρισε πίσω, ἔβλεπε. Τότε οἱ γείτονες κι ὅσοι τὸν ἔβλεπαν προηγουμένως ὅτι ἦταν τυφλός, ἔλεγαν· «Αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ καθόταν ἐδῶ καὶ ζητιάνευε;» Μερικοὶ ἔλεγαν· «Αὐτὸς εἶναι», ἐνῶ ἄλλοι ἔλεγαν· «Εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ μοιάζει». ῾Ο ἴδιος ὅμως ἔλεγε· «᾿Εγὼ εἶμαι». Τότε τὸν ρωτοῦσαν· «Πῶς, λοιπόν, ἄνοιξαν τὰ μάτια σου;» ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε· «῞Ενας ἄνθρωπος ποὺ τὸν λένε ᾿Ιησοῦ ἔκανε πηλό, μοῦ ἄλειψε τὰ μάτια καὶ μοῦ εἶπε· “πήγαινε στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψου”· πῆγα λοιπὸν ἐκεῖ, νίφτηκα καὶ βρῆκα τὸ φῶς μου». Τὸν ρώτησαν, λοιπόν· «Ποῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος;» «Δὲν ξέρω», τοὺς ἀπάντησε. Τὸν ἔφεραν τότε στοὺς Φαρισαίους, τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν ἄλλοτε τυφλός. ῾Η μέρα ποὺ ἔφτιαξε ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν πηλὸ καὶ τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια ἦταν Σάββατο. ῎Αρχισαν λοιπὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι νὰ τὸν ρωτοῦν πάλι πῶς ἀπέκτησε τὸ φῶς του. Αὐτὸς τοὺς ἀπάντησε· «῎Εβαλε πάνω στὰ μάτια μου πηλό, νίφτηκα καὶ βλέπω». Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους ἔλεγαν· «Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό, γιατὶ δὲν τηρεῖ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου». ῎Αλλοι ὅμως ἔλεγαν· «Πῶς μπορεῖ ἕνας ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος νὰ κάνει τέτοια σημεῖα;» Καὶ ὑπῆρχε διχογνωμία ἀνάμεσά τους. Ρωτοῦν λοιπὸν πάλι τὸν τυφλό· «᾿Εσὺ τί λὲς γι’ αὐτόν; πῶς ἐξηγεῖς ὅτι σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια;» Κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε· «Εἶναι προφήτης». Οἱ ᾿Ιουδαῖοι ὅμως δὲν ἐννοοῦσαν νὰ πιστέψουν πὼς αὐτὸς ἦταν τυφλὸς κι ἀπέκτησε τὸ φῶς του, ὥσπου κάλεσαν τοὺς γονεῖς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοὺς ρώτησαν· «Αὐτὸς εἶναι ὁ γιός σας ποὺ λέτε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Πῶς, λοιπόν, τώρα βλέπει;» Οἱ γονεῖς του τότε ἀποκρίθηκαν· «Ξέρουμε πὼς αὐτὸς εἶναι ὁ γιός μας κι ὅτι γεννήθηκε τυφλός· πῶς ὅμως τώρα βλέπει, δὲν τὸ ξέρουμε, ἢ ποιὸς τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια, ἐμεῖς δὲν τὸ ξέρουμε. Ρωτῆστε τὸν ἴδιο· ἐνήλικος εἶναι, αὐτὸς μπορεῖ νὰ μιλήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του». Αὐτὰ εἶπαν οἱ γονεῖς του, ἀπὸ φόβο πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους. Γιατί, οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἄρχοντες εἶχαν κιόλας συμφωνήσει νὰ ἀφορίζεται ἀπὸ τὴ συναγωγὴ ὅποιος παραδεχτεῖ πὼς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. Γι’ αὐτὸ εἶπαν οἱ γονεῖς του, «ἐνήλικος εἶναι, ρωτῆστε τὸν ἴδιο». Κάλεσαν, λοιπόν, γιὰ δεύτερη φορὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν πρὶν τυφλὸς καὶ τοῦ εἶπαν· «Πὲς τὴν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἐμεῖς ξέρουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλός». ᾿Εκεῖνος τότε τοὺς ἀπάντησε· «῍Αν εἶναι ἁμαρτωλός, δὲν τὸ ξέρω· ἕνα ξέρω· πώς, ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα βλέπω». Τὸν ρώτησαν πάλι· «Τί σοῦ ἔκανε; Πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια;» «Σᾶς τὸ εἶπα κιόλας», τοὺς ἀποκρίθηκε, «ἀλλὰ δὲν πειστήκατε· γιατί θέλετε νὰ τὸ ξανακούσετε; Μήπως θέλετε κι ἐσεῖς νὰ γίνετε μαθητές του;» Τὸν περιγέλασαν τότε καὶ τοῦ εἶπαν· «᾿Εσὺ εἶσαι μαθητὴς ἐκείνου· ἐμεῖς εἴμαστε μαθητὲς τοῦ Μωυσῆ· ἐμεῖς ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς μίλησε στὸν Μωυσῆ, ἐνῶ γι’ αὐτὸν δὲν ξέρουμε τὴν προέλευσή του». Τότε ἀπάντησε ὁ ἄνθρωπος καὶ τοὺς εἶπε· «᾿Εδῶ εἶναι τὸ παράξενο, πὼς ἐσεῖς δὲν ξέρετε ἀπὸ ποῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, κι ὅμως αὐτὸς μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς δὲν τοὺς ἀκούει, ἀλλὰ ἂν κάποιος τὸν σέβεται καὶ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸν τὸν ἀκούει. ᾿Απὸ τότε ποὺ ἔγινε ὁ κόσμος, δὲν ἀκούστηκε ν’ ἀνοίξει κανεὶς τὰ μάτια ἑνὸς γεννημένου τυφλοῦ. ῍Αν αὐτὸς δὲν ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τίποτα». «᾿Εσὺ εἶσαι βουτηγμένος στὴν ἁμαρτία ἀπὸ τότε ποὺ γεννήθηκες», τοῦ ἀποκρίθηκαν, «καὶ κάνεις τὸν δάσκαλο σ’ ἐμᾶς;» Καὶ τὸν πέταξαν ἔξω. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ἔμαθε ὅτι τὸν πέταξαν ἔξω καί, ὅταν τὸν βρῆκε, τοῦ εἶπε· «᾿Εσὺ πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;» ᾿Εκεῖνος ἀποκρίθηκε· «Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτός, κύριε, γιὰ νὰ πιστέψω σ’ αὐτόν;» «Μὰ τὸν ἔχεις κιόλας δεῖ», τοῦ εἶπε ὁ ᾿Ιησοῦς. «Αὐτὸς ποὺ μιλάει τώρα μαζί σου, αὐτὸς εἶναι». Τότε ἐκεῖνος εἶπε· «Πιστεύω Κύριε», καὶ τὸν προσκύνησε.

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 17 ΜΑΪΟΥ 2026, ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (Πράξεις Ἀποστόλων, 16, 16-34)

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο πορευομένων ἡμῶν τῶν ἀποστόλων εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. Αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. Τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῆς. Καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. ᾿Ιδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν ᾿Ιουδαῖοι ὑπάρχοντες, καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν ῾Ρωμαίοις οὖσι. Καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ᾿ αὐτῶν. Καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν, πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. ῎Αφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. ῎Εξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. ᾿Εφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. Αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; Οἱ δὲ εἶπον· Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. Καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιᾶτο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα 

Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, συνέβηκε,   ενώ εμείς πηγαίναμε στην προσευχή, κάποια μικρή δούλη που είχε πνεύμα πύθωνα να μας συναντήσει, η οποία παρείχε πολύ κέρδος στους κυρίους της μαντεύοντας.  Αυτή ακολουθούσε από κοντά τον Παύλο κι εμάς και έκραζε λέγοντας: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Θεού του ύψιστου, οι οποίοι σας αναγγέλλουν οδό σωτηρίας».  Αυτό λοιπόν έκανε για πολλές ημέρες. Καταπονήθηκε τότε ο Παύλος και έστρεψε πίσω προς το πνεύμα και είπε: «Σου παραγγέλλω στο όνομα του Ιησού Χριστού να εξέλθεις από αυτήν» – και εξήλθε αυτήν την ώρα.  Όταν είδαν τότε οι κύριοί της ότι εξήλθε η ελπίδα του κέρδους τους, έπιασαν τον Παύλο και το Σίλα και τους έσυραν στην αγορά μπροστά στους άρχοντες  και, αφού τους έφεραν προς τους στρατηγούς, είπαν: «Αυτοί οι άνθρωποι καταταράζουν την πόλη μας, όντας Ιουδαίοι,  και αναγγέλλουν έθιμα που δεν επιτρέπεται σ’ εμάς να τα παραδεχόμαστε ούτε να τα κάνουμε, που είμαστε Ρωμαίοι».  Και μαζί ξεσηκώθηκε ο όχλος εναντίον τους, και αφού οι στρατηγοί τους έσχισαν γύρω τα ρούχα τους, διέταζαν να τους ραβδίζουν.  Και έδωσαν σ’ αυτούς πολλά χτυπήματα και τους έριξαν σε φυλακή, αφού παράγγειλαν στο δεσμοφύλακα να τους επιτηρεί προσεκτικά με ασφάλεια.  Αυτός, όταν έλαβε τέτοιου είδους παραγγελία, τους έριξε στην εσώτερη φυλακή και τα πόδια τους τα ασφάλισε στο ξύλο.  Κατά τα μεσάνυχτα, λοιπόν, ο Παύλος και ο Σίλας προσεύχονταν και υμνούσαν το Θεό, ενώ τους άκουγαν οι φυλακισμένοι.  Τότε ξαφνικά έγινε σεισμός μεγάλος, ώστε σαλεύτηκαν τα θεμέλια της φυλακής. Ανοίχτηκαν τότε αμέσως όλες οι θύρες και όλων τα δεσμά λύθηκαν.  Ξύπνησε τότε ο δεσμοφύλακας και, όταν είδε ανοιγμένες τις θύρες της φυλακής, τράβηξε τη μάχαιρα και έμελλε να αυτοκτονήσει, επειδή νόμιζε πως έχουν ξεφύγει οι φυλακισμένοι.  Φώναξε όμως με μεγάλη φωνή ο Παύλος λέγοντας: «Μην πράξεις στον εαυτό σου κανένα κακό, γιατί όλοι είμαστε εδώ».  Ζήτησε τότε φώτα, πήδηξε μέσα και καθώς ήταν έντρομος, έπεσε μπροστά στον Παύλο και στο Σίλα.  Και αφού τους οδήγησε έξω, είπε: «Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;»  Εκείνοι είπαν: «Πίστεψε στον Κύριο Ιησού και θα σωθείς εσύ και ο οίκος σου».  Και μίλησαν σ’ αυτόν το λόγο του Κυρίου και μαζί σε όλους εκείνους που ήταν στην οικία του. Και αφού τους παράλαβε εκείνη την ώρα της νύχτας, έλουσε τις πληγές τους, και βαφτίστηκε αυτός και οι δικοί του όλοι αμέσως.  Και τους ανέβασε στον οίκο του και παράθεσε τραπέζι και αγαλλίασε με όλο του τον οίκο, επειδή είχε πιστέψει στο Θεό. 

ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ π. Δημητρίου Μπόκου

 


π. Δημητρίου Μπόκου 

Περπατώντας ο Χριστός στο μέσον της Ιερουσαλήμ, ανάμεσα σε πλήθος ανθρώπων, βλέπει μπροστά του (όχι βέβαια τυχαία) έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Οι μαθητές του εξέφρασαν την απορία, ποιος αμάρτησε για να γεννηθεί έτσι. Και ο Χριστός απάντησε ότι δεν αμάρτησε κανένας, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν, με όσα θα γίνουν σ’ αυτόν, τα έργα του Θεού. Να γίνει δηλαδή φανερή στα μάτια των ανθρώπων η σωτηρία που απεργάζεται ο Θεός με την άπειρη δύναμη και αγαθότητά του, ούτως ώστε, ερχόμενοι «εις επίγνωσιν αληθείας» οι άνθρωποι, να δοξάσουν με ευγνωμοσύνη τον Θεό (Κυριακή του Τυφλού). 

Προκαλεί εντύπωση η απάντηση του Χριστού, γιατί υπήρχε παγιωμένη η αντίληψη, ότι όταν ασθενεί και υποφέρει κάποιος, αυτό οφείλεται στις αμαρτίες του. Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει ότι έτσι θα σκεφτούν οι άνθρωποι και για τον Μεσσία. Όταν τον δουν να βρίσκεται σε μέγιστο πόνο και μαρτύρια, με αποκορύφωση τον ατιμωτικό σταυρικό θάνατο, δεν θα πουν ότι είναι άδικο αυτό για έναν τέτοιο αναμάρτητο και αθώο άνθρωπο. Αντιθέτως, θα νομίσουν σφαλερά ότι με τον τρόπο αυτό τιμωρείται από τον Θεό για δικές του αμαρτίες. «Και ημείς ελογισάμεθα αυτόν είναι εν πόνω και εν πληγή υπό Θεού (ως τιμωρία του από τον Θεό) και εν κακώσει» (Ησ. 53, 4). 

Όμως ο Χριστός λέει το αντίθετο. Όχι μόνο δεν είναι τιμωρία του ο Σταυρός και ο θάνατος, αλλά δόξα του Θεού και δική του. «Νυν εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ», ήταν τα λόγια του, όταν με την αποχώρηση του Ιούδα από τον Μυστικό Δείπνο ξεκίνησε η φάση του θείου δράματος (Ιω. 13, 31). 

Ήταν δόξα του Χριστού ο Σταυρός και τα πάθη του, γιατί φάνηκε με αυτά υπάκουος στον Πατέρα του μέχρι θανάτου. Ήταν δόξα του Θεού Πατρός ο σταυρικός θάνατος του Υιού, γιατί φανερώθηκε έτσι η σωτηρία που απεργάστηκε ο Θεός «εν μέσω της γης». Το σωτήριο για όλο τον κόσμο σχέδιο του Θεού ήταν ο Σταυρός και η Ανάσταση του Υιού του. 

Επιπροσθέτως ο Χριστός αναφέρει, ότι είναι δυνατόν και οι άνθρωποι να ασθενούν, να υποφέρουν και να πεθαίνουν, όχι λόγω των αμαρτιών τους, αλλά για τη δόξα του Θεού. 

Όταν ο φίλος του Λάζαρος ασθένησε, ο Χριστός είπε: «Αύτη η ασθένεια ουκ έστι προς θάνατον, αλλ’ υπέρ της δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο Υιός του Θεού δι’ αυτής» (Ιω. 11, 4). Και όσο και αν αδημονούσαν οι αδελφές του Λαζάρου, ο Χριστός καθυστερούσε να πάει, μέχρι που ο Λάζαρος πέθανε και έμεινε στον τάφο τέσσερες ολόκληρες μέρες. 

Ο Λάζαρος υπέφερε και πέθανε, για να φανερωθεί η δόξα του Θεού με τα υπερφυσικά γεγονότα που θα ακολουθούσαν και θα οδηγούσαν τους ανθρώπους στην πίστη και γνώση του αληθινού Θεού. 

Στη συνέχεια οι άγιοι πάντες δέχθηκαν να υποστούν τα πάνδεινα για να δοξασθεί διά μέσου αυτών ο Θεός. «Εμπαιγμών και μαστίγων πείραν έλαβον, έτι δε δεσμών και φυλακής· ελιθάσθησαν, επρίσθησαν (πριονίστηκαν), επειράσθησαν, εν φόνω μαχαίρας απέθανον». 

Και οι υπόλοιποι ακολούθησαν το εκούσιο μαρτύριο της άσκησης, «υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι» (Εβρ. 11, 36-37). 

Εμείς; Μπορούμε να υποφέρουμε κάτι για τη δόξα του Θεού; 


Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Η εορτή του Αγίου Βαρβάρου στην Κέρκυρα

     Την Παρασκευή, 15 Μαΐου 2026, εορτή του Οσίου Πατρός ημών Βαρβάρου του Πενταπολίτου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, κ. Νεκτάριος, λειτούργησε και ομίλησε στον πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό της ενορίας Ποταμού Κερκύρας. Εφημέριος του ως άνω Ιερού Ναού είναι ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Πετράκης, ενώ με τον Σεβασμιώτατο συλλειτούργησαν και ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμ. Ανδρέας Γκιόκας, ο Πρωτοπρ. Γρηγόριος Γκισδάκης, καθώς και ο Διάκονός του π. Σπυρίδων Πηγής. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ιερός Ναός κατακλύστηκε από μικρά παιδιά των σχολείων της περιοχής, τα οποία συμμετείχαν με ευλάβεια στη Θεία Λειτουργία και κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων.

Ο Σεβασμιώτατος, απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα και ιδιαιτέρως στα παιδιά που συμμετείχαν στην πανήγυρη, αναφέρθηκε στο βίο του Αγίου Βαρβάρου, τονίζοντας πως η ζωή του αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα της δύναμης της μετανοίας και της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο.

Όπως ανέφερε, ο άνθρωπος όταν απομακρύνεται από το Θεό σκληραίνει και γίνεται «βάρβαρος», διότι χάνει την εσωτερική ειρήνη και το ήθος που χαρίζει η παρουσία του Θεού. Επεσήμανε ακόμη ότι η σύγχρονη κοινωνία βιώνει έντονα αυτή την απομάκρυνση από το Θεό, γεγονός που εκφράζεται μέσα από τη βία, την εγκληματικότητα και την ακαταστασία που κυριαρχούν ακόμη και στις ζωές νέων ανθρώπων και παιδιών. Με αφορμή σύγχρονα περιστατικά βίας, υπογράμμισε ότι η απουσία του Θεού από τη ζωή του ανθρώπου οδηγεί στην απώλεια της αγάπης, του σεβασμού και της αληθινής κοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων.

Στη συνέχεια, ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στην πρώτη ζωή του Αγίου Βαρβάρου, ο οποίος, προερχόμενος από την περιοχή της Αφρικής, έζησε ως πειρατής και άνθρωπος σκληρός, μακριά από το Θεό. Όμως, όπως τόνισε, ήλθε η στιγμή κατά την οποία η χάρις του Θεού άγγιξε την καρδιά του και τον κάλεσε σε αλλαγή ζωής. «Μπορεί όλοι μας να αστοχούμε στην πορεία της ζωής μας», σημείωσε χαρακτηριστικά, «όμως υπάρχει η στιγμή κατά την οποία η αγάπη του Θεού έρχεται και μας καλεί». Ιδιαίτερα προς τα παιδιά, ο κ. Νεκτάριος επεσήμανε την ανάγκη να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό και να αφήσουν τη χάρη Του να κατοικήσει μέσα τους.

Μάλιστα, επικαλούμενος λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ανέφερε πως η Εκκλησία μεταμορφώνει τον άνθρωπο, καθώς «μπαίνει κάποιος θηρίο ανήμερο και βγαίνει πρόβατο άκακο». Έτσι, εξήγησε ότι η χάρις του Θεού μετέβαλε και τον Άγιο Βάρβαρο από άνθρωπο εγκληματία σε Όσιο και φίλο του Θεού. Ο Άγιος εγκατέλειψε την παλαιά ζωή του, αφιερώθηκε στην άσκηση, στην προσευχή και στη νηστεία, καλλιεργώντας τη μετάνοια και το θείο έρωτα προς τον Χριστό.

Ο Σεβασμιώτατος στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι, μικροί και μεγάλοι, έχουν ανάγκη μετανοίας και αλλαγής τρόπου ζωής. Υπογράμμισε δε ότι η αληθινή αγάπη προς το Θεό μεταμορφώνει ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου και τον οδηγεί στην αγιότητα. Αναφέρθηκε ακόμη στο τέλος του Αγίου Βαρβάρου, όταν κυνηγοί τον πέρασαν για άγριο θηρίο και τον τραυμάτισαν θανάσιμα, γεγονός το οποίο ο Άγιος δέχθηκε με ταπείνωση, ευχαριστώντας το Θεό και αναγνωρίζοντας τα σφάλματα της προηγούμενης ζωής του.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Σεβασμιώτατος και στο θαύμα του Αγίου Βαρβάρου στην περιοχή του Ποταμού, όταν, κατά τη μεταφορά του Ιερού Λειψάνου του προς τη Δύση, έγινε στάση στην Κέρκυρα και ένα άρρωστο παιδί θεραπεύθηκε θαυματουργικά μετά την προσκύνηση του λειψάνου του Αγίου. Το γεγονός αυτό χαράχθηκε βαθιά στη μνήμη των κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι έως σήμερα τιμούν με ευγνωμοσύνη τον Άγιο. Παράλληλα, εξήγησε ότι το θαύμα αποτελεί φανέρωση της παρουσίας του Θεού μέσα στη ζωή του ανθρώπου και σημείωσε πως πολλές φορές οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι ακόμη και η ίδια η καθημερινή ζωή αποτελεί θαύμα και δωρεά του Θεού.

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, ο Σεβασμιώτατος εξέφρασε τη χαρά του που αξιώθηκε να λειτουργήσει στον Ποταμό, προτρέποντας όλους να προσεύχονται για τα παιδιά και τους νέους, οι οποίοι μεγαλώνουν μέσα σε μία εποχή πνευματικής συγχύσεως και σκοτισμού. Ευχήθηκε δε ο Άγιος Βάρβαρος να πρεσβεύει υπέρ όλων, ώστε να παραμένουν κοντά στον Θεό και στο φως της Αναστάσεως του Χριστού.



















Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ

                Μοιάζει ευεξήγητη, αν και στην πραγματικότητα είναι ακατανόητη η βία των καιρών μας. Παιδιά που δεν έχουν αναγνώριση από το σπίτι, που οι γονείς τα δίνουν όλα, χωρίς εκείνα να χρειαστεί να κοπιάσουν για κάτι ή για να στερηθούν, παιδιά με αδύναμο χαρακτήρα που παρασύρονται από τις παρέες τους, παιδιά που μιμούνται συμπεριφορές, που αισθάνονται σπουδαία όταν βιντεοσκοπούν και ανεβάζουν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τα κατορθώματά τους, παιδιά χωρίς όρια που συναντούνε άλλα παιδιά εξίσου χωρίς όρια ή παιδιά αδύναμα, στα οποία μπορούν να κάνουν επίδειξη δύναμης. Παιδιά που δεν έχουν σχέση με τον Θεό, ακόμη κι αν δεν είναι άθεα, παιδιά  που δεν νιώθουν τη σημασία των πνευματικών αξιών, της ανθρωπιάς, της αγάπης, της αλήθειας  ως κλειδιών για τη ζωή τους, διότι και οι μεγάλοι εξίσου δεν νιώθουν, ώστε να πιαστούν και να ελπίσουν.  

                Κι όμως, είναι ακατανόητη η βία όταν έχουμε να κάνουμε με εικόνες Θεού. Όταν οι άνθρωποι γνωρίζουμε καλώς ότι έχουμε πλαστεί σύμφωνα με τον Δημιουργό μας και μας δόθηκε ως σκοπός το να Του μοιάσουμε, κι όμως διαλέγουμε την οδό της σκληρότητας, της απανθρωπιάς, του ελλείμματος της αγάπης, σαν να μην έχουμε φωνή Θεού μέσα μας, είναι ένας δρόμος που μοιάζει χωρίς προορισμό, χωρίς ερμηνεία, χωρίς ελπίδα. Είναι η αυτοθέωσή μας η αιτία που μας κάνει  να μην πονάμε μ’ αυτόν που πονά; Είναι ο εγωισμός μας που μας κάνει να θέτουμε τη δόξα και την εξουσία πιο πάνω από τον πλησίον; Πάντως, αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν θελήσουμε να ξαναβρούμε τον αυθεντικό μας προορισμό.

                Είναι θέμα παιδείας αυτή η διαδρομή; Όσο κι αν η εποχή μας θέλει να είναι αισιόδοξη, είναι δεδομένο ότι η εκπαίδευση δεν αρκεί. Όπως δεν είναι αρκετό ένα μάθημα Θρησκευτικών για να πιστέψουν τα παιδιά στον Θεό, έτσι δεν είναι αρκετό ένα μάθημα ανοχής, συμπερίληψης, διαμεσολάβησης, για να κατανοήσουν και να ζήσουν τα παιδιά τη συνύπαρξη. Αν το εγώ κυριαρχεί άμεσα, με τη δύναμη και τη φιλοδοξία, ή έμμεσα, με την ανάγκη για αυτοβεβαίωση, ώστε να υπερβούμε την αυτολύπηση και την απόγνωση για αυτό που πιστεύουμε ότι δεν είμαστε, όσο μαθήματα κι αν παρακολουθήσουμε, δεν θα αλλάξει κάτι στη ζωή μας. Όση αγάπη κι αν πάρουμε, όσες ευκαιρίες κι αν μας δοθούν, εμείς θα επιμένουμε πεισματικά στον θρίαμβο του «εγώ» μας, που συχνά γίνεται καταστροφικό. Γιατί η βία είναι καταστροφή, όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για εμάς, όταν εκπορεύεται από εμάς. Ό,τι έχει να κάνει με εξουσία, άλλωστε, στην πραγματικότητα μπορεί να ικανοποιεί, αλλά δεν ομορφαίνει αληθινά τη ζωή, διότι ο εξουσιαστής ικανοποιεί το εγώ του, λησμονεί όμως ότι η αναγνώριση από τους άλλους έρχεται όταν μας αγαπούνε, όχι όταν μας φοβούνται. Διότι ο φόβος γεννά μνήμες και υπαγορεύει συμπεριφορές, δεν φέρνει όμως χαρά, που είναι η προϋπόθεση της ευτυχίας.

                Η βία των καιρών μας, ενδοσχολική, οικογενειακή, πολεμική, κοινωνική, ψυχολογική, δεν γιατρεύεται δίχως αγάπη. Δίχως την επίγνωση ότι η πίστη έχει τη δύναμη να αλλάξει την πορεία της καρδιάς μας, διότι όποιος πιστεύει κάνει ένα βήμα πιο πέρα από το εγώ και γι’ αυτό δεν νικιέται από τον πειρασμό της επικράτησης. Ακόμη κι αν χάνει, οργανώνεται, υπερασπίζεται ό,τι αληθινό, προσπαθεί και πάλι να κερδίσει με τη χαρά του παιχνιδιού που κάθε σχέση συνεπιφέρει, με τη χαρά της μίμησης του Χριστού που αντέχει, συγχωρεί, επιμένει, δείχνοντας ότι η αγάπη είναι το κλειδί.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 13 Μαΐου 2026

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Κερκύρας Νεκτάριος: «Όποιος προτιμά το σκοτάδι, τότε ζει το χάος»

    Την Κυριακή 10 Μαΐου 2026, της Σαμαρείτιδος, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, κ. Νεκτάριος, λειτούργησε και ομίλησε στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννου, στο ομώνυμο χωριό της Μέσης Κέρκυρας. Εφημέριος του Ιερού Ναού είναι ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Παλαιοκαστρίτσας, Αρχιμανδρίτης Σεβαστιανός Δροσόπουλος. Κατά την τοπική παράδοση, την ημέρα αυτή λιτανεύεται η εφέστιος εικόνα της Παναγίας από τη γειτονική ενορία του χωριού της Άφρας προς τον Άγιο Ιωάννη, όπου και παραμένει έως το εσπέρας, οπότε και επιστρέφει εν λιτανεία, μέσα σε κλίμα ευλάβειας και κατάνυξης. Οι ύμνοι της ημέρας αποδόθηκαν με αρτιότητα και εκκλησιαστικό ύφος από χορό Ιεροψαλτών υπό τη διεύθυνση του Μουσικολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου, Νεκταρίου Μπόκου, ο οποίος απέδωσε.

Κατά την ομιλία του, απευθυνόμενος στο πολυπληθές εκκλησίασμα, ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στο βαθύ θεολογικό μήνυμα της Ευαγγελικής περικοπής της Κυριακής της Σαμαρείτιδος, τονίζοντας ότι τα δύο κεντρικά πρόσωπα της διηγήσεως, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και η Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα, αφορούν διαχρονικά κάθε άνθρωπο.

Ο Σεβασμιώτατος υπογράμμισε ότι τίποτε στη ζωή του ανθρώπου δεν είναι τυχαίο, όπως δεν ήταν τυχαία και η συνάντηση της Σαμαρείτιδος με τον Χριστό στην πηγή του Ιακώβ. Εκεί, μέσα από έναν ουσιαστικό και αποκαλυπτικό διάλογο, η γυναίκα εκείνη οδηγήθηκε στη γνώση της αλήθειας και αναγνώρισε στο πρόσωπο του Χριστού τον αναμενόμενο Μεσσία. Ο Κύριος, όπως επεσήμανε, δεν αποκάλυπτε άμεσα τη θεότητά Του, αλλά σταδιακά, όταν η ανθρώπινη καρδιά ήταν έτοιμη να δεχθεί το φως Του.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον εσωτερικό πνευματικό αγώνα που απαιτείται, ώστε ο άνθρωπος να μπορέσει να αναγνωρίσει και να αποδεχθεί το Θεό στη ζωή του. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε,«το θέμα της πίστεως είναι κάτι το οποίο δεν ερμηνεύεται, αλλά αποτελεί εσωτερική κατάσταση και δύναμη της ψυχής του ανθρώπου». Μέσα από αυτήν την αναζήτηση, ο ίδιος ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο και του λέγει, «ἐγώ εἰμι», δίνοντάς του φως, στήριγμα και προσανατολισμό.

Ο κ. Νεκτάριος τόνισε ακόμη ότι εκείνος που πορεύεται στο φως του Χριστού δε χάνεται, ούτε οδηγείται στην απώλεια. Αντίθετα, όποιος αμφισβητεί το φως και επιλέγει το σκοτάδι, βιώνει το χάος και την εσωτερική διάλυση. Αναφερόμενος δε στο «ὕδωρ τὸ ζῶν», για το οποίο μίλησε ο Χριστός στη Σαμαρείτιδα, εξήγησε ότι πρόκειται για τη χάρη και την παρουσία του Θεού, η οποία ξεδιψά πνευματικά τον άνθρωπο και του χαρίζει αληθινή ζωή.«Εάν ένας πεινάει σωματικά ή διψάει σωματικά, υποφέρει έως και αποθνήσκει. Εκείνος όμως ο οποίος διψάει και πεινάει πνευματικά, τότε λιμοκτονεί πνευματικά για ολόκληρη την πορεία της ζωής του και την αιωνιότητα».

Στη συνέχεια, στάθηκε στη μετάνοια της Αγίας Φωτεινής, η οποία, αφού αναγνώρισε τα σφάλματα και τις πτώσεις της, μεταβλήθηκε σε διαπρύσιο κήρυκα του Ευαγγελίου. Υπενθύμισε μάλιστα ότι η Αγία δεν περιορίστηκε μόνο στη δική της σωτηρία, αλλά οδήγησε και την οικογένειά της στον Χριστό, μαρτυρώντας τελικώς όλοι μαζί για την πίστη.

Με αφορμή το παράδειγμα της Σαμαρείτιδος, ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε και στη σύγχρονη πραγματικότητα, εκφράζοντας την αγωνία του για την απομάκρυνση του ανθρώπου από τις εντολές του Θεού. Επισήμανε ότι στη σημερινή εποχή πολλοί θεωρούν πρόοδο την απομάκρυνση από τον ευαγγελικό τρόπο ζωής, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για έκπτωση και αλλοίωση της ανθρώπινης φύσεως σε μία παραφύσιν κατάσταση. Παρατήρησε ακόμη ότι ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά όχι μόνο αμαρτάνει, αλλά και καυχάται για την αμαρτία του, απομακρυνόμενος ολοένα περισσότερο από το φως και την αλήθεια του Θεού.

Επιπλέον, ο Σεβασμιώτατος έκανε ιδιαίτερη αναφορά στα νέα παιδιά, τονίζοντας ότι οι νέοι διαθέτουν καθαρές και αθώες ψυχές, ενώ οι μεγαλύτεροι φέρουν σημαντική ευθύνη για την κατάσταση της κοινωνίας και τα αρνητικά πρότυπα που μεταδίδονται. Ολοκληρώνοντας, ο κ. Νεκτάριος υπενθύμισε ότι οι εντολές του Θεού δεν είναι βάρος για τον άνθρωπο, αλλά δρόμος ειρήνης, αγάπης, δικαιοσύνης και ενότητας. Μόνον όταν η κοινωνία στηρίζεται στο φως του Χριστού, σημείωσε, μπορεί να επικρατήσει αληθινή γαλήνη και πνευματική συνοχή.

Τέλος, εξέφρασε τη χαρά που λειτούργησε στον Άγιο Ιωάννη, ευχήθηκε σε όλους Χρόνια Πολλά και απηύθυνε πανηγυρικά τον αναστάσιμο χαιρετισμό.