ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Η ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ ΕΚΒΑΛΛΕΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ

Η δύναμη που εκβάλει δαίμονες
Ετικέτες ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ BRIANCHANINOV  
Η δύναμη που εκβάλει δαίμονες

Ανάμεσα στις μυστηριώδεις και θαυμαστές ιδιότητες του ονόματος του Ιησού Χριστού είναι η δύναμη και η ιδιότητα να εκβάλλει τους δαίμονες. Η ιδιότητα αυτή αποκαλύφθηκε από τον Ίδιο τον Κύριο. Είπε ο Κύριος πως όσοι πιστεύουν σ’ Αυτόν, «θα βγάζουν δαιμόνια με το όνομά Του» (Μάρκ. 16, 17). Πρέπει ιδιαίτερα να προσεχθεί αυτή η ιδιότητα του ονόματος του Ιησού, γιατί έχει μεγίστη σπουδαιότητα για όσους εφαρμόζουν στη ζωή τους αυτή την Προσευχή.


Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ειπωθούν λίγα λόγια για την ενοίκηση δαιμόνων μέσα στους ανθρώπους. Αυτή συμβαίνει με δύο τρόπους· ο ένας απ’ αυτούς μπορεί να ονομαστεί «σωματική» ενοίκηση και ο άλλος «ηθική», «πνευματική».

Ο σατανάς ενοικεί σωματικά μέσα σ’ έναν άνθρωπο, όταν, σαν ύπαρξη, θέτει υπό την κατοχή του το σώμα του ανθρώπου βασανίζοντας το σώμα και τη ψυχή του. Μ’ αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να ζει μέσα στον άνθρωπο ένας δαίμονας, όπως επίσης είναι δυνατό να ζουν μέσα στον ίδιο άνθρωπο πολλοί δαίμονες. Τότε ο άνθρωπος αυτός ονομάζεται «δαιμονόπληκτος» ή «δαιμονισμένος».



Από το Ευαγγέλιο μαθαίνουμε πως ο Κύριός μας θεράπευσε ανθρώπους που ήταν δαιμονόπληκτοι. Το ίδιο έκαναν και οι μαθητές Του· έδιωχναν τους δαίμονες έξω από τους ανθρώπους με το όνομα του Κυρίου. Ο σατανάς ενοικεί ηθικά μέσα σ’ έναν άνθρωπο, όταν ο άνθρωπος αυτός πράττει το θέλημα του διαβόλου. Μ’ αυτό ακριβώς τον τρόπο ήταν που ο «σατανάς εισήλθε» μέσα στον Ιούδα τον Ισκαριώτη (Ιωάν. 13, 27)· έθεσε δηλαδή ο προδότης μαθητής κάτω από τον έλεγχο του αιώνιου εχθρού μας τη λογική και τη βούλησή του κι έγινε ένα μ’ αυτόν πνευματικά.


Όσοι δεν πιστεύουν στον Χριστό, ήταν, είναι και θα είναι σ’ αυτή την κατάσταση, όπως λέει ο άγιος Απόστολος Παύλος προς τους χριστιανούς που είχαν προσέλθει στον Χριστιανισμό από την ειδωλολατρία: «Ζούσατε κάποτε σύμφωνα με τις αξιώσεις αυτού εδώ του κόσμου, υπακούοντας στον άρχοντα των πονηρών δυνάμεων που βρίσκονται ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, στο σατανικό πνεύμα που εξακολουθεί να εξουσιάζει όσους δεν υπακούν στον Θεό. Έτσι ζούσαμε σαν κι αυτούς κάποτε κι εμείς όλοι: ήμασταν δούλοι στις επιθυμίες μας και κάναμε ό,τι ήθελε το αμαρτωλό εγώ μας. Η αμαρτωλή μας φύση μάς οδηγούσε, όπως και τους υπόλοιπους ανθρώπους, σε πράξεις που προκαλούσαν την οργή του Θεού» (Εφεσ. 2, 2–3). Λίγο-πολύ σ’ αυτή την κατάσταση βρίσκονται, ανάλογα βέβαια με το βαθμό της αμαρτωλότητάς τους, όσοι βαφτίστηκαν μεν «εις Χριστόν», αλλά αποξενώθηκαν απ’ Αυτόν με την αμαρτία. Έτσι αντιλαμβάνονται οι άγιοι Πατέρες τα λόγια του Χριστού που αναφέρονται στην επιστροφή του διαβόλου με συντροφιά άλλων εφτά πονηρών πνευμάτων στον ναό της ψυχής, απ’ όπου φυγαδεύτηκε το Πνεύμα το Άγιο (βλ. Ματθ. 12 43–45). Όταν μπουν πονηρά και ακάθαρτα πνεύματα στον άνθρωπο, μονάχα μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να εκβληθούν και πάλι· με την Προσευχή του Ιησού, η οποία ανθίζει στα χώματα μιας ζωής γεμάτης από αδιάκοπη και γρηγορούσα μετάνοια.


Ας επιδοθούμε σ’ αυτό το παραμελημένο από πολλούς έργο της Ευχής· έργο, που είναι τόσο άμεσα συνδεδεμένο με τη σωτηρία μας. Ας κάνουμε ό,τι μας είναι δυνατό για να βγάλουμε από μέσα μας, με την Προσευχή του Ιησού, τους δαίμονες που μπήκαν στη ψυχή μας εξαιτίας της αμελείας μας. Η Προσευχή του Ιησού έχει την ιδιότητα να ζωοποιεί όσους νεκρώθηκαν με την αμαρτία και να εκβάλλει κυριολεκτικά τους δαίμονες. «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή», είπε ο Σωτήρας μας· «Κι αυτός που πιστεύει σε Μένα, ακόμα και να πεθάνει, θα ζήσει» (Ιωάν. 11, 25). «Να, και τα θαύματα που θα κάνουν όσοι θα πιστέψουν: με την επίκληση του ονόματός Μου θα διώχνουν δαιμόνια» (Μάρκ. 16, 17). Η Προσευχή του Ιησού, από τη μία αποκαλύπτει την παρουσία των δαιμόνων μέσα στον άνθρωπο, και από την άλλη τους διώχνει έξω απ’ αυτόν. Εδώ συμβαίνει κάτι παρόμοιο με ό,τι συνέβη όταν ο Κύριος εξέβαλε τον δαίμονα από τον δαιμονόπληκτο νεανία, ύστερα από τη θεία Του Μεταμόρφωση. Σαν είδε ο νεανίας τον Κύριο να έρχεται προς αυτόν, «το πονηρό πνεύμα αμέσως συντάραξε το παιδί κι εκείνο έπεσε καταγής και κυλιόταν βγάζοντας αφρούς» (Μάρκ. 9, 20). Και μόλις το διέταξε ο Κύριος ν’ αφήσει το ταλαίπωρο θύμα του, τη στιγμή που έβγαινε το πνεύμα το πονηρό, κινούμενο από κακεντρέχεια και κακία, στρίγγλισε δυνατά και πολύ βίαια συγκλόνισε τον νέο, έτσι που φάνηκε σαν να είναι πεθαμένος.


Η δύναμη του σατανά που κατοικεί μέσα στον άνθρωπο σαν αποτέλεσμα της απρόσεκτης και ακόλαστης ζωής του, χωρίς καν να γίνεται αντιληπτή ή κατανοητή, ακούγοντας το όνομα του Κυρίου Ιησού να το επικαλείται κάποιος σε προσευχή, ταράσσεται και συγχύζεται. Η δύναμη αυτή του σατανά συνδαυλίζει όλα τα πάθη και μ’ αυτά περιάγει ολόκληρο τον άνθρωπο σε μια τρομερή κατάσταση ταραχής και σύγχυσης γεννώντας μέσα στο σώμα διάφορες «παράξενες» αρρώστιες. Σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα είπε ένας μέγας ασκητής της ερήμου πως, «ένα μονάχα απομένει σ’ εμάς, τα αδύνατα πλάσματα· να καταφεύγουμε στο όνομα του Ιησού, γιατί τα πάθη είναι δαίμονες που εξαφανίζονται με την επίκληση αυτού του ονόματος». Αυτό σημαίνει πως η ενέργεια των παθών και των δαιμόνων είναι ενιαία· οι δαίμονες δρουν χρησιμοποιώντας πάντα σαν μέσο τους τα πάθη. Και όποτε βλέπουμε μια ιδιαίτερη ταραχή και αναστάτωση των παθών να συνοδεύει την Προσευχή του Ιησού, ας μην αποθαρρυνόμαστε κι ας μη σαστίζουμε γι’ αυτό. Αντίθετα, να παίρνουμε θάρρος και να προετοιμαζόμαστε στον αγώνα μας για μια πιο προσεκτική προσευχή στο όνομα του Ιησού, μια που πλέον είδαμε ένα καθαρό σημάδι πως η Προσευχή έχει αρχίσει να φέρνει το σωστό αποτέλεσμα μέσα μας.


Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «Η θύμηση του ονόματος του Ιησού διεγείρει τον εχθρό για μάχη. Γιατί μια ψυχή που ασκεί πίεση στον εαυτό της προκειμένου να εργαστεί την Προσευχή του Ιησού, μπορεί μ’ αυτή την Προσευχή να βρει οτιδήποτε: και αγαθό και πονηρό. Πρώτα η ψυχή είναι δυνατό να δει το πονηρό στα μύχια της καρδιάς της και κατόπιν να δει το αγαθό. Η Προσευχή αυτή μπορεί να υποκινήσει τον όφη σε δράση, όπως και η ίδια αυτή Προσευχή μπορεί να τον συντρίψει· η Προσευχή αυτή μπορεί να ξεχώσει την αμαρτία που ζει μέσα μας και η ίδια αυτή Προσευχή μπορεί να την ξεριζώσει· η Προσευχή αυτή μπορεί να υποδαυλίσει στην καρδιά όλη τη δύναμη του εχθρού και πάλι αυτή η ίδια Προσευχή μπορεί να τον υποτάξει και, λίγο-λίγο, να τον βγάλει ολότελα από μέσα μας. Το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, κατεβαίνοντας προς τα βάθη της καρδιάς, θα καθυποτάξει τον όφη που διαφεντεύει τα λιβαδοτόπια της, θα σώσει και θα ζωοποιήσει τη ψυχή. Συνεχίστε σταθερά την Προσευχή στο όνομα του Κυρίου Ιησού, έτσι που η καρδιά να αφομοιώσει μέσα της τον Κύριο και ο Κύριος να αφομοιώσει μέσα Του την καρδιά, έτσι που οι δυο τους –και εκείνη και Εκείνος– να γίνουν ένα. Αυτό, όμως, δεν πραγματοποιείται μέσα σε μια μέρα ή μέσα σε δυο μέρες, αλλά απαιτεί χρόνια πολλά και χρόνο πολύ. Χρειάζονται πολύς χρόνος και μόχθος για να διωχτεί ο εχθρός και να εγκατασταθεί ο Χριστός».


Είναι φανερό πως εδώ περιγράφεται η δραστηριότητα εκείνη, για την οποία μιλά ο άγιος Μακάριος ο Μέγας, και προς την οποία καλεί τους ανθρώπους στον πρώτο του λόγο (κεφ. 1ο, όχι από τις «Πνευματικές Ομιλίες»), με σαφή ένδειξη για το όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σ’ αυτό τον πνευματικό πόλεμο: «Όποιος και νά ’σαι, μπες με βία ανάμεσα από τις σκέψεις που ακατάπαυστα γεννιούνται και ορθώνονται μέσα σου· μπες μέχρι να φτάσεις εκείνον τον αιχμάλωτο του πολέμου και τον δούλο της αμαρτίας –δηλαδή τον εαυτό σου και τη ψυχή σου–, μπες και ρίξε ένα διεισδυτικό βλέμμα ως τα βάθη του νου σου και εξέτασε το βάθος των σκέψεών σου· θα δεις εκεί, στα πιο βαθιά μύχια της ψυχής σου, φωλιασμένο και σερνόμενο τον όφη (τον «βύθιο δράκοντα» [βλ. Ησ. 27, 1· Δαν. 7, 7· Αποκ. 12, 3. 7–9· και 13, 1. 7–9·]) που σε σκότωσε δηλητηριάζοντας όλα τα ζωτικά μέρη της ψυχής σου. Η καρδιά είναι μια ανεξερεύνητη άβυσσος (πρβλ. Ιερ. 17, 9). Αν σκοτώσεις τον όφη εκείνον, δόξα στην αγνότητά σου ενώπιον του Θεού! Αν όμως όχι, ταπείνωσε τον εαυτό σου σαν ένας άνθρωπος αδύνατος και αμαρτωλός και προσευχήσου στον Θεό να σου παράσχει την απελευθέρωση από τις κρυφές σου αμαρτίες».


Πάλι ο ίδιος αυτός μέγας του Θεού δούλος, ο άγιος Μακάριος, μας λέει: «Η βασιλεία του σκότους, δηλαδή ο κακός πρίγκιπας των πνευμάτων, αφού στην αρχή αιχμαλώτισε τον άνθρωπο, περιτύλιξε κι έντυσε τη ψυχή του με τη δύναμη του σκοταδιού. Ο κακός άρχοντας έντυσε τη ψυχή και όλη την ουσία της με την αμαρτία. Τη λέρωσε ολόκληρη και την αιχμαλώτισε στο βασίλειό του. Δεν άφησε ούτε ένα μέλος της ελεύθερο από τη σκλαβιά και από την κυριαρχία του –ούτε τις σκέψεις ούτε την αντίληψη ούτε το σώμα–, τα έντυσε όλα με τη (βλοσυρή και απαίσια) πορφύρα του σκοταδιού. Ο κακός αυτός εχθρός μόλυνε και παραμόρφωσε ολόκληρο τον άνθρωπο: και τη ψυχή και το σώμα. Έντυσε τον άνθρωπο με τον «παλαιό άνθρωπο» (Κολ. 3, 9), αυτόν τον μολυσμένο και ακάθαρτο, τον εχθρικό προς τον Θεό και τον ανυπότακτο στον Νόμο του Θεού (Ρωμ. 8, 7) άνθρωπο· τον έντυσε, δηλαδή, με την ίδια την αμαρτία, έτσι που ο άνθρωπος να μη βλέπει πια όπως (πρέπει να) θέλει (με ακέραιη την ελευθερία του και με φρόνημα ένθεο), μα για να βλέπει και ν’ ακούει μέσα από την αχλή των παθών του και νά ’χει πόδια γοργά μόνο για την επιτέλεση πονηρών πράξεων, τα χέρια εύκολα για κάθε αμαρτωλή πράξη και την καρδιά πάντοτε επιρρεπή σε σκέψεις πονηρές. Αλλά, ας ικετεύσουμε τον Θεό ν’ απομακρύνει από μας τούτο τον παλαιό (της αμαρτίας και της φθοράς) άνθρωπο, αφού μοναχά Εκείνος μπορεί να απομακρύνει από μας την αμαρτία. Γιατί εκείνοι (οι δαίμονες) που μας έχουν αιχμαλωτίσει στην αρπαγή τους και μας κρατούν δέσμιους στη βασιλεία τους, τελικά είναι πάρα πολύ δυνατοί για μας (για τα μέτρα της φύσης και των δυνάμεών μας). Εκείνος όμως (ο Χριστός), υποσχέθηκε να μας ελευθερώσει απ’ αυτή τη δουλεία» (Ομιλία 2, 1–2).


Ας μη τρομάζουμε ούτε από τους ανέμους ούτε από τα κύματα, όσοι ασκούμαστε στην Προσευχή του Ιησού! Με τους «ανέμους» εννοώ τις διαβολικές σκέψεις και φαντασιώσεις· και με τα «κύματα» θέλω να πω για την ταραχή των παθών που συνδαυλίζονται από τις σκέψεις και τα ονειροπολήματα. Μέσα από την πιο μανιασμένη φουρτούνα, με επιμονή (γεμάτη ελπίδα), με θάρρος (πίστεως) και με κλάμα (ικεσίας αγάπης), κάλεσε τον Κύριο Ιησού Χριστό κι Εκείνος θα επιτιμήσει τους ανέμους και τα κύματα. Κι όταν, μέσα από την ίδια την πείρα, θα έχουμε μάθει και γευθεί την παντοδυναμία του Ιησού Χριστού, θα Του προσφέρουμε την οφειλόμενη λατρεία λέγοντας: «Αληθινά, Γιος του Θεού είσαι Εσύ!» (Ματθ. 14, 33).


Αγωνιζόμαστε για τη σωτηρία μας. Από τη νίκη μας ή από την ήττα μας εξαρτάται η αιώνια μοίρα μας. Πάνω σ’ αυτό μας επισημαίνει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος τα παρακάτω σπουδαία ρήματα: «Τότε γίνεται πόλεμος προς τον άνθρωπο και με μεγάλη ταραχή οι πονηροί δαίμονες εναντιώνονται σ’ αυτόν και με το μέσο των παθών προξενούν σύγχυση και ζάλη μέσα στην καρδιά του. Όμως, με το όνομα του Ιησού Χριστού, όλοι αυτοί αφανίζονται κι όλα λιώνουν όπως ακριβώς λιώνει το κερί στη φωτιά. Αλλά κι αφού ακόμη διωχθούν και βγουν έξω από την καρδιά, ωστόσο και πάλι δεν ησυχάζουν, αλλά ταράζουν με τις αισθήσεις τον νου· γι’ αυτό και πολύ γρήγορα προσέχει και δίνει σημασία ο νους σε όλη εκείνη τη γαλήνη και την ησυχία που λαμβάνει χώρα σ’ αυτόν, μια και δεν έχουν πια τη δύναμη τα δαιμόνια να προκαλέσουν ταραχή μέσα από το βάθος του νου, παρά μόνο εξωτερικά από την επιφάνειά του. Όμως, το να γλυτώσει ο άνθρωπος κι ο νους του οριστικά από αυτόν τον πόλεμο και το να παύσει να πολεμείται από τους δαίμονες, τούτο είναι αδύνατο. Επειδή αυτό είναι κατάσταση των τελείων καθώς επίσης και όλων εκείνων που, αφού χωριστούν τελείως απ’ όλα, αφοσιώνονται παντοτινά στην προσοχή της καρδιάς» («Περί των τριών τρόπων της προσευχής»).


Στην αρχή, η άσκηση στην Προσευχή του Ιησού φαίνεται εξαιρετικά άγονη και δεν φαίνεται να υπόσχεται οποιουσδήποτε καρπούς. Ενώ ο νους αγωνίζεται να γίνει ένα με την καρδιά, συναντά στην αρχή ένα αδιαπέραστο ζόφο και σκοτάδι, μια ιδιαίτερη σκληρότητα και νέκρα της καρδιάς, η οποία δεν διεγείρεται εύκολα σε συντονισμό με τον νου. Αυτό δεν πρέπει να μας προκαλέσει αποθάρρυνση και δειλία· και αν αναφέρεται εδώ τούτο, είναι γιατί όποιος προειδοποιείται, οπλίζεται από πριν. Αυτός που θα δουλέψει με υπομονή και επιμέλεια, θα πετύχει οπωσδήποτε και θα παρηγορηθεί· θα ξεχειλίσει η καρδιά του από αγαλλίαση σαν καρποφορήσει πνευματικούς καρπούς που ούτε μπορεί να φανταστεί στη σαρκική και φυσική του κατάσταση.


Υπάρχουν διάφοροι βαθμοί ενέργειας της Προσευχής του Ιησού. Στην αρχή η προσευχή αυτή ενεργεί μοναχά πάνω στον νου, οδηγώντας τον σε μια κατάσταση γαλήνης και προσοχής. Αργότερα, αρχίζει να εισχωρεί στην καρδιά, αφυπνίζοντάς την από τον ύπνο του θανάτου της και κάνοντας έκδηλη την αναζωογόνησή της με τη γέννηση αισθημάτων μετάνοιας και λύπησης (το κατά Θεόν ιερό και νηπτικό πένθος) μέσα της. Όσο διεισδύει ακόμα βαθύτερα, αρχίζει λίγο-λίγο να ενεργεί σ’ όλα τα μέλη της ψυχής και του σώματος και ν’ αποδιώχνει την αμαρτία από παντού και να καταστρέφει την κυριαρχία, την επιρροή και το φαρμάκι των δαιμόνων. Γι’ αυτό το λόγο στις πρώτες ενέργειες της Προσευχής του Ιησού τον άνθρωπο τον καταλαμβάνει μια «ανείπωτη συντριβή» και ένας «ανέκφραστος πόνος ψυχής», όπως λέει και ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης. Η ψυχή υποφέρει όπως υποφέρει ένας άνθρωπος άρρωστος ή όπως μια γυναίκα που κοιλοπονάει, όπως λέει η Γραφή (Εκκλ. 48, 21· Ωσ. 13, 13· πρβλ. Ιωάν. 16, 21–23). «Ζωντανός και δραστικός ο λόγος του Θεού, πιο κοφτερός κι από κάθε δίκοπο σπαθί· εισχωρεί βαθιά, ως εκεί που χωρίζει τη ψυχή απ’ το πνεύμα, το κόκαλο απ’ το μεδούλι και κρίνει όλους τους διαλογισμούς και τις προθέσεις της καρδιάς» (Εβρ. 4, 12), ξεριζώνοντας την αμαρτωλότητα απ’ όλα τα μέρη της ψυχής και του σώματος.


Όταν οι Εβδομήκοντα ελάσσονες Απόστολοι, που ο Κύριος εξαπόστειλε σε περιοδεία κηρύγματος (Λουκ. 10, 1–17), ήρθαν πίσω σ’ Αυτόν έπειτα από την επιτέλεση της διακονίας που τους είχε οριστεί, είπαν στον Κύριο με χαρά: «Κύριε, ακόμη και τα δαιμόνια μάς υποτάχθηκαν στο όνομά Σου!» (Λουκ. 10, 17). Ω, πόσο η χαρά τους εκείνη ήταν δικαιολογημένη και πόσο εύλογη! Για περισσότερα από πέντε χιλιάδες χρόνια ο διάβολος είχε κυριαρχήσει στους ανθρώπους, κάνοντάς τους σκλάβους του και όμοιούς του μέσω της αμαρτίας. Και, τώρα, ακούει από χείλη ανθρώπων το όνομα του Ιησού Χριστού και, εξαιτίας αυτού του ονόματος, είναι υποταγμένος σε ανθρώπους, που ως τώρα ήταν αυτοί υποταγμένοι σ’ αυτόν· είναι δέσμιος στα χέρια εκείνων που κρατούσε δέσμιους και ποδοπατείται από εκείνους που ο ίδιος ποδοπατούσε ως τα τώρα. Απαντώντας στους μαθητές που, χαίρονταν γιατί είχαν κατανικήσει την εξουσία των δαιμόνων πάνω στους ανθρώπους και για το γεγονός ότι οι άνθρωποι είχαν αποκτήσει εξουσία πάνω στους δαίμονες, ο Κύριος είπε: «Σας δίνω την εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σε σκορπιούς και να κυριαρχείτε πάνω σ’ όλη τη δύναμη του εχθρού και τίποτε πλέον να μη σας βλάψει» (Λουκ. 10, 19). Η εξουσία δόθηκε, αλλ’ επιφυλάχθηκε ωστόσο στον άνθρωπο και ελευθερία να χρησιμοποιεί αυτή την εξουσία και, ή να ποδοπατεί τους όφεις και τους σκορπιούς ή να περιφρονεί το χάρισμα και να υποτάσσεται θεληματικά γι’ αυτούς. Με τη λέξη «όφεις» είναι φανερό πως οι άγιοι Πατέρες εννοούν τα αμαρτωλά έργα και με τη λέξη «σκορπιοί» αντιλαμβάνονται πράγματα συγκαλυμμένα με μία εξωτερική εμφάνιση αθωότητας ή και ακόμα καλοσύνης.


Η δύναμη που έδωσε ο Κύριος προς τους Εβδομήκοντα μαθητές Του δίνεται και σε όλους τους χριστιανούς (Μάρκ. 16, 17). Να τη χρησιμοποιείς τούτη τη δύναμη, χριστιανέ! Με το όνομα του Ιησού απόκοπτε τις κεφαλές του εχθρού, δηλαδή τις πρώτες ενδείξεις της αμαρτίας στις σκέψεις μας, τη φαντασία μας και τα αισθήματά μας. Κατάστρεφε μέσα σου την εξουσία του διαβόλου επάνω σου, αφάνισε όλη του την επιρροή και απόκτησε πνευματική ελευθερία. Το θεμέλιο για τον αγώνα σου είναι η Χάρη του αγίου Βαπτίσματος και όπλο σου η Προσευχή του Ιησού.


Αφού έδωσε στους μαθητές Του την εξουσία να ποδοπατούν όφεις και σκορπιούς, ο Κύριος πρόσθεσε: «Μη χαίρεστε όμως που σας υπακούν τα δαιμονικά πνεύματα· μάλλον να χαίρεστε που τα ονόματά σας έχουν γραφτεί στον ουρανό» (Λουκ. 10, 20). «Χαρείτε», συμπληρώνει ο όσιος Θεοφύλακτος, «που τα ονόματά σας έχουν γραφτεί στον ουρανό, όχι με μελάνι, αλλά με τη θεία Χάρη και τη μνήμη του Θεού», δηλαδή μέσω της Προσευχής του Ιησού. Τέτοια λοιπόν ιδιότητα έχει η Προσευχή του Ιησού: οδηγεί εκείνον που ασκείται σ’ αυτή, από τη γη στον ουρανό, και τον εντάσσει ανάμεσα στους κατοίκους τ’ Ουρανού. Η εγκατοίκηση, με τον νου και την καρδιά, μέσα στον Ουρανό και στον Θεό είναι ο κυριότερος σκοπός της Προσευχής. Η απώθηση και η συντριβή των εχθρών που εναντιώνονται στην επίτευξη αυτού του σκοπού είναι δευτερεύον ζήτημα· δεν πρέπει αυτό να μας απασχολεί και να εκτρέπει όλη την προσοχή μας, μήπως η επίτευξη αυτής της νίκης γεννήσει ενδεχομένως μέσα μας την υπερηφάνεια και την αυτοπεποίθηση και υποστούμε συντριπτική ήττα με την ίδια μας τη νίκη.


Λίγο πιο πέρα το Ευαγγέλιο λέει: «Σ’ ευχαριστώ Πατέρα, Κύριε του ουρανού και της γης, γιατί αυτά που απέκρυψες από τους σοφούς και τους συνετούς τα φανέρωσες στους ταπεινούς. Ναι, Πατέρα Μου, αυτό έγινε γιατί έτσι το θέλησες. Ύστερα, στράφηκε προς τους μαθητές και είπε: “Όλα Μου έχουν παραδοθεί από τον Πατέρα Μου”» (Λουκ. 10, 21–22). Ο Κύριος αγάλλεται με ακατάληπτη θεία αγαλλίαση για τις επιτυχίες των ανθρώπων. Διακηρύττει ότι τα μυστήρια της χριστιανικής πίστης αποκαλύπτονται, όχι στους σοφούς και στις υψηλές προσωπικότητες αυτού του κόσμου, αλλά σ’ εκείνους που είναι νήπια στις κοινωνικοπολιτικές υποθέσεις, έτσι όπως ήταν και οι μαθητές του Κυρίου, που τους πήρε Εκείνος από την τάξη των απλοϊκών ανθρώπων, των αμαθών και των αγραμμάτων. Συνεπώς, για να γίνουμε μαθητές του Κυρίου πρέπει να γίνουμε νήπια και να δεχτούμε τη διδασκαλία Του με παιδική απλότητα και αγάπη. Σ’ όσους έχουν γίνει μαθητές Του, ο Κύριος εξηγεί την πιο μυστική Του διδασκαλία· αποκαλύπτει πως ο Υιός, παρ’ όλο που ενανθρώπισε, παραμένει πέρα από την αντίληψη όλων των λογικών πλασμάτων. Πέρα από την κατανόησή τους είναι, επίσης, και το αγιότατο όνομά Του. Με την απλότητα και με την εμπιστοσύνη που δείχνουν όλα τα νήπια, ας δεχτούμε τη διδασκαλία για την Προσευχή του Ιησού. Με απλότητα και πίστη παιδιού ας προσεγγίσουμε την άσκηση σ’ αυτή την Προσευχή. Ο Θεός που, μόνο Εκείνος ξέρει το μυστικό της, θα μας τη δώσει στο βαθμό που μας είναι προσιτός. Ας δώσουμε χαρά στον Θεό με τους αγώνες μας και την πρόοδό μας στην υπηρεσία που Εκείνος μας δίδαξε και για την οποία Εκείνος μας έδωσε εντολή.

ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΙΑΝΙΝΩΦ
(1807–1867)
ΠΗΓΗ

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

ΙΑ΄ ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ


Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (56)

Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού (56)


Ἀπόδοση στην νέα ἑλληνική:
Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 56. Ὅτι Θεοτόκος ἡ ἁγία παρθένος. 
Ότι η αγία παρθένος είναι Θεοτόκος.
Κηρύττουμε μάλιστα ότι η αγία Παρθένος είναι κυριολεκτικά και αληθινά Θεοτόκος· όπως δηλαδή αυτός που γεννήθηκε απ’ αυτήν είναι αληθινός Θεός, και αυτή που γέννησε με σάρκα τον αληθινό Θεό είναι πραγματική Θεοτόκος. Διότι ισχυριζόμαστε ότι γέννησε το Θεό, όχι με την έννοια ότι η
θεότητα του Λόγου έχει την αρχή της απ’ αυτήν, αλλά ότι ο ίδιος ο Θεός Λόγος, που γεννήθηκε από τον Πατέρα προαιώνια και έξω από το χρόνο και υπάρχει μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα άχρονα και αΐδια, αυτός ο ίδιος τις έσχατες ημέρες για τη δική μας σωτηρία κατοίκησε μέσα στα σπλάγχνα της και χωρίς μεταβολή σαρκώθηκε και γεννήθηκε απ’ αυτήν.
Διότι η αγία Παρθένος δεν γέννησε μόνο άνθρωπο, αλλά αληθινό Θεό· όχι φανταστικό, αλλά με σάρκα· δεν κατέβηκε το σώμα από τον ουρανό και πέρασε μέσα από το σώμα της όπως περνά από σωλήνα, αλλά προσέλαβε απ’ αυτήν όμοια σάρκα με τη δική μας και της έδωσε τη δική του υπόσταση. Διότι, εάν έφερνε το σώμα από τον ουρανό και δεν το πήρε από τη φύση μας, τότε ποιά ανάγκη υπήρχε για να ενανθρωπίσει;
Η ενανθρώπηση μάλιστα του Λόγου του Θεού έγινε για τον εξής λόγο, για να μπορέσει η φύση μας που αμάρτησε, έπεσε και διαφθάρθηκε, να νικήσει τον δυνάστη που μας ξεγέλασε, και έτσι να ελευθερωθεί από τη φθορά· ακριβώς το λέει ο θείος Απόστολος: «Επειδή ο θάνατος εισήλθε μέσω του ανθρώπου, και η ανάσταση από τους νεκρούς θα γίνει με άνθρωπο»· εφόσον το πρώτο γεγονός συνέβη αληθινά, θα συμβεί και το δεύτερο.
Όμως, αν και λέει, «ο πρώτος Αδάμ ήταν χοϊκός από τη γη, ενώ ο δεύτερος Αδάμ, ο Κύριος, είναι από τον ουρανό», δεν εννοεί ότι το σώμα είναι από τον ουρανό, αλλά δείχνει ότι δεν είναι απλός άνθρωπος. Γι’ αυτό και τον κάλεσε και Αδάμ και Κύριο, δείχνοντας ότι είναι και το ένα και το άλλο. Επειδή το όνομα Αδάμ εξηγείται γήϊνος· και είναι γήϊνος, διότι η φύση του ανθρώπου πλάστηκε από χώμα· ενώ το όνομα Κύριος παριστάνει τη θεία ουσία. 
Και πάλι λέει ο Απόστολος: «Ο Θεός έστειλε τον Υιό του το μονογενή που έγινε από γυναίκα». Δεν είπε με γυναίκα, αλλά «από γυναίκα».
Έδειξε, λοιπόν, ο θείος Απόστολος, ότι αυτός είναι ο μονογενής Υιός του Θεού και Θεός ο ίδιος, ο οποίος έγινε άνθρωπος από την Παρθένο, και αυτός που γεννήθηκε από τα σπλάγχνα της Παρθένου είναι ο Υιός του Θεού και Θεός· γεννήθηκε με σώμα, χάρη στο οποίο έγινε άνθρωπος, και δεν μπήκε μέσα σε προκατασκευασμένο άνθρωπο, όπως συμβαίνει με τους προφήτες, αλλά ο ίδιος έγινε πραγματικός και αληθινός άνθρωπος· έδωσε δηλαδή μέσα στην υπόστασή του ύπαρξη σε σάρκα που έχει ψυχή λογική και νοερή, και έγινε ο ίδιος υπόστασή της· αυτό πράγματι σημαίνει η έκφραση «έγινε από γυναίκα». Διότι, πώς θα μπορούσε ο ίδιος ο Λόγος του Θεού να υποταχθεί στο νόμο, αν δεν είχε γίνει άνθρωπος όμοιος στην ουσία με μας;
Δίκαια, λοιπόν, και αληθινά ονομάζουμε την αγία Μαρία Θεοτόκο· διότι αυτό το όνομα εκφράζει όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας.
Διότι αυτή που γέννησε είναι Θεοτόκος, και οπωσδήποτε είναι Θεός αυτός που γεννήθηκε απ’ αυτήν και οπωσδήποτε είναι και άνθρωπος. Διότι, πώς θα μπορούσε αυτός που προαιώνια υπάρχει να γεννηθεί από γυναίκα Θεός, εάν δεν γινόταν άνθρωπος; Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι φανερό ότι είναι άνθρωπος. Και εάν αυτός που γεννήθηκε από γυναίκα είναι Θεός, είναι φανερό ότι ένας και ίδιος είναι αυτός που γεννήθηκε από το Θεό Πατέρα σε σχέση με τη θεία και άναρχη ουσία του και αυτός που γεννήθηκε τους έσχατους καιρούς από την Παρθένο σε σχέση με την ουσία που έχει αρχή και είναι μέσα στο χρόνο, δηλαδή την ανθρώπινη. Αυτό φανερώνει μία υπόσταση και δύο φύσεις και δύο γεννήσεις του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Δεν ονομάζουμε την αγία Παρθένο Χριστοτόκο, διότι την ονομασία αυτή σαν προσβλητική την επινόησε ο αχρείος και σιχαμερός και οπαδός του Ιουδαϊσμού Νεστόριος, το όργανο της ντροπής, σκάζοντας ο ίδιος από το κακό του μαζί με τον πατέρα του το Σατανά, για να καταργήσει το όνομα
«Θεοτόκος» και να ατιμάσει την πιο τιμημένη απ’ όλη την κτίση Θεοτόκο.
διότι χριστός (χρισμένος) είναι και ο βασιλιάς Δαβίδ και ο αρχιερέας Ααρών –καθώς αυτά τα δύο χρίονται, η βασιλεία και η ιερωσύνη–· και κάθε θεοφόρος άνθρωπος μπορεί να λέγεται χριστός (χρισμένος), αλλά όχι Θεός στη φύση του, όπως ο τιμωρημένος από το Θεό Νεστόριος με μανία είπε θεοφόρο (=δέχθηκε εκ των υστέρων το Θεό) αυτόν που γεννήθηκε από την Παρθένο· εμείς όμως δεν είναι δυνατόν να τον καλέσουμε ή να τον θεωρήσουμε θεοφόρο, αλλά σαρκωμένο Θεό.
Διότι ο ίδιος ο Λόγος έγινε άνθρωπος, επειδή η Παρθένος τον κυοφόρησε· και προήλθε Θεός μετά την πρόσληψη, καθώς η σάρκα θεώθηκε αμέσως μόλις την προσέλαβε και δημιουργήθηκε, ώστε συγχρόνως να γίνουν και τα τρία, η πρόσληψη, η ύπαρξη και η θέωση της σάρκας από τον Λόγο.
Έτσι νοείται και λέγεται Θεοτόκος η αγία Παρθένος, όχι μόνον εξαιτίας της φύσεως του Λόγου, αλλά και εξαιτίας της θεώσεως της ανθρωπίνης φύσεως, που η σύλληψη και η ύπαρξή τους έγινε με θαυμαστό τρόπο συγχρόνως. Η σύλληψη βέβαια ανήκει στο Λόγο, ενώ η ύπαρξη μέσα στον ίδιο το Λόγο ανήκει στη σάρκα, καθώς η ίδια η Θεομήτωρ με υπερφυσικό τρόπο χορηγεί στον πλάστη την πλάση του και στο Θεό και Δημιουργό του σύμπαντος την ανθρώπινη φύση του, διότι θέωσε όταν ενώθηκαν· και δεν εννοώ μόνο τη θεία φύση, αλλά και την ανθρώπινη φύση του Χριστού, αυτό που μας ξεπερνά αλλά και είναι σύμφωνο μ’ εμάς. Διότι δεν έγινε πρώτα σαν κι εμάς κι έπειτα έγινε πάνω από μας, αλλά από την πρώτη στιγμή της υπάρξεώς του ήταν και τα δύο, επειδή είχε από την
αρχή της συλλήψεως την  ύπαρξή του μέσα στον ίδιο το Λόγο· το ανθρώπινο βέβαια είναι σύμφωνο με την ανθρώπινη φύση, ενώ ο Θεός και το θείο εννοούνται υπερφυσικά. Ακόμη μάλιστα απόκτησε και τα ιδιώματα της έμψυχης σάρκας· ο Λόγος τα δέχτηκε για λόγους οικονομίας, για να γίνουν αυτά με την τάξη της φυσικής σειράς, αληθινά και φυσιολογικά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 56. Ὅτι Θεοτόκος ἡ ἁγία παρθένος.

Θεοτόκον δὲ κυρίως καὶ ἀληθῶς τὴν Ἁγίαν Παρθένον κηρύττομεν· ὡς γὰρ Θεὸς ἀληθὴς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, ἀληθὴς Θεοτόκος ἡ τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἐξ αὐτῆς σεσαρκωμένον γεννήσασα· Θεὸν γάρ
φαμεν ἐξ αὐτῆς γεγεννῆσθαι, οὐχ ὡς τῆς θεότητος τοῦ Λόγου ἀρχὴν τοῦ εἶναι λαβούσης ἐξ αὐτῆς, ἀλλ᾿ ὡς αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ Λόγου τοῦ πρὸ αἰώνων ἀχρόνως ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντος καὶ ἀνάρχως
καὶ ἀιδίως ὑπάρχοντος σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐν τῇ γαστρὶ αὐτῆς ἐνοικήσαντος καὶ ἐξ αὐτῆς ἀμεταβλήτως σαρκωθέντος καὶ γεννηθέντος.
Οὐ γὰρ ἄνθρωπον ψιλὸν ἐγέννησεν ἡ Ἁγία Παρθένος, ἀλλὰ Θεὸν ἀληθινόν· οὐ γυμνὸν ἀλλὰ σεσαρκωμένον, οὐκ οὐρανόθεν τὸ σῶμα καταγαγόντα καὶ ὡς διὰ σωλῆνος δι᾿ αὐτῆς παρελθόντα,
ἀλλ᾿ ἐξ αὐτῆς ὁμοούσιον ἡμῖν σάρκα ἀναλαβόντα καὶ ἐν ἑαυτῷ ὑποστήσαντα. Εἰ γὰρ οὐρανόθεν τὸ σῶμα κεκόμισται καὶ οὐκ ἐκ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς φύσεως εἴληπται, τίς χρεία τῆς ἐνανθρωπήσεως;
Ἡ γὰρ ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου διὰ τοῦτο γέγονεν, ἵνα αὐτὴ ἡ ἁμαρτήσασα καὶ πεσοῦσα καὶ φθαρεῖσα φύσις νικήσῃ τὸν ἀπατήσαντα τύραννον καὶ οὕτω τῆς φθορᾶς ἐλευθερωθῇ, καθώς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Ἐπειδὴ δι᾿ ἀνθρώπου ὁ θάνατος, καὶ δι᾿ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν»· εἰ τὸ πρῶτον ἀληθῶς, καὶ τὸ δεύτερον.
Εἰ δὲ καὶ λέγει· «Ὁ πρῶτος Ἀδὰμ ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος Ἀδάμ, ὁ Κύριος, ἐξ οὐρανοῦ», οὐ τὸ σῶμά φησιν ἐξ οὐρανοῦ, ἀλλὰ δηλῶν ὡς οὐ ψιλὸς ἄνθρωπός ἐστιν. Ἰδοὺ γὰρ καὶ Ἀδὰμ αὐτὸν ὠνόμασε καὶ Κύριον τὸ συναμφότερον σημαίνων. Ἀδὰμ μὲν γὰρ ἑρμηνεύεται γηγενής· γηγενὴς δὲ δῆλον, ὅτι ἐστίν ἡ ἀνθρώπου φύσις ἡ ἐκ χοὸς πλασθεῖσα· τό Κύριος δὲ τῆς θείας οὐσίας ἐστὶ παραστατικόν.
Πάλιν δέ φησιν ὁ ἀπόστολος· «Ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ γενόμενον ἐκ γυναικός». Οὐκ εἶπε διὰ γυναικός, ἀλλ᾿ «ἐκ γυναικός». Ἐσήμανεν οὖν ὁ θεῖος ἀπόστολος, ὡς αὐτός ἐστιν ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς, ὁ ἐκ τῆς Παρθένου γενόμενος ἄνθρωπος, καὶ αὐτός ἐστιν ὁ ἐκ τῆς Παρθένου γεννηθεὶς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός· γεννηθεὶς δὲ σωματικῶς, καθὸ γέγονεν ἄνθρωπος, οὐ προδιαπλασθέντι ἀνθρώπῳ ἐνοικήσας, ὡς ἐν προφήτῃ, ἀλλ᾿ αὐτὸς οὐσιωδῶς καὶ ἀληθῶς γενόμενος ἄνθρωπος, ἤτοι ἐν τῇ ὑποστάσει αὐτοῦ ἐψυχωμένην σάρκα ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ ὑποστήσας,  αὐτὸς γεγονὼς αὐτῇ ὑπόστασις· τοῦτο γὰρ σημαίνει τὸ «γενόμενον ἐκ γυναικός». Πῶς γὰρ ἂν αὐτὸς ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ὑπὸ νόμον γέγονεν, εἰ μὴ ἄνθρωπος ἡμῖν ὁμοούσιος γέγονεν;
Ὅθεν δικαίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Μαρίαν ὀνομάζομεν· τοῦτο γὰρ τὸ ὄνομα ἅπαν τὸ μυστήριον τῆς οἰκονομίας συνίστησι.
Εἰ γὰρ Θεοτόκος ἡ γεννήσασα, πάντως Θεὸς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, πάντως δὲ καὶ ἄνθρωπος. Πῶς γὰρ ἂν ἐκ γυναικὸς γεννηθείη Θεὸς ὁ πρὸ αἰώνων ἔχων τὴν ὕπαρξιν, εἰ μὴ ἄνθρωπος γέγονεν; Ὁ γὰρ
Υἱὸς ἀνθρώπου ἄνθρωπος δηλονότι. Εἰ δὲ αὐτὸς ὁ γεννηθεὶς ἐκ γυναικὸς Θεός ἐστιν, εἷς ἐστι δηλονότι ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρὸς γεννηθεὶς κατὰ τὴν θείαν καὶ ἄναρχον οὐσίαν καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν χρόνων ἐκ τῆς Παρθένου τεχθεὶς κατὰ τὴν ἠργμένην καὶ ὑπὸ χρόνον οὐσίαν, ἤτοι τὴν ἀνθρωπίνην. Τοῦτο δὲ μίαν ὑπόστασιν καὶ δύο φύσεις καὶ δύο γεννήσεις σημαίνει τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Χριστοτόκον δὲ οὔ φαμεν τὴν Ἁγίαν Παρθένον, διότι ἐπ᾿ ἀναιρέσει τῆς Θεοτόκος φωνῆς ὁ μιαρὸς καὶ βδελυρὸς καὶ ἰουδαιόφρων Νεστόριος, τὸ σκεῦος τῆς ἀτιμίας, καὶ ἐπὶ ἀτιμίᾳ τῆς μόνης ὄντως

τετιμημένης ὑπὲρ πᾶσαν κτίσιν Θεοτόκου, κἂν αὐτὸς διαρρήγνυται σὺν τῷ πατρὶ αὐτοῦ τῷ Σατανᾷ, ταύτην τήν προσηγορίαν ἐξηύρατο, ὡς ἐπηρεαζομένην· Χριστὸς γὰρ καὶ Δαυὶδ ὁ βασιλεὺς

καὶ Ἀαρὼν ὁ ἀρχιερεύς –ταῦτα γὰρ τὰ χριόμενα, βασιλεία τε καὶ ἱερωσύνη– καὶ πᾶς θεοφόρος ἄνθρωπος Χριστὸς λέγεσθαι δύναται, ἀλλ᾿ οὐ Θεὸς φύσει, ὡς καὶ Νεστόριος ὁ θεήλατος  τὸν ἐκ Παρθένου τεχθέντα θεοφόρον εἰπεῖν ἐφρυάξατο· ἡμᾶς δὲ μὴ γένοιτο θεοφόρον αὐτὸν εἰπεῖν ἢ νοῆσαι, ἀλλὰ Θεὸν σεσαρκωμένον. Αὐτὸς γὰρ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, κυηθεὶς μὲν ἐκ τῆς Παρθένου,
προελθὼν δὲ Θεὸς μετὰ τῆς προσλήψεως, ἤδη καὶ αὐτῆς ὑπ᾿ αὐτοῦ θεωθείσης ἅμα τῇ εἰς τὸ εἶναι ταύτης παραγωγῇ, ὡς ὁμοῦ γενέσθαι τὰ τρία, τὴν πρόσληψιν, τὴν ὕπαρξιν, τὴν θέωσιν αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Λόγου· καὶ οὕτω νοεῖσθαι καὶ λέγεσθαι Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Παρθένον οὐ μόνον διὰ τὴν φύσιν τοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν θέωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου, ὧν ἅμα ἡ σύλληψις καὶ ἡ ὕπαρξις τεθαυματούργηται· ἡ μὲν σύλληψις τοῦ Λόγου, τῆς δὲ σαρκὸς ἡ ἐν αὐτῷ τῷ Λόγῳ ὕπαρξις, αὐτῆς τῆς Θεομήτορος ὑπερφυῶς χορηγούσης τὸ πλασθῆναι τῷ πλάστῃ καὶ τὸ ἀνθρωπισθῆναι τῷ Θεῷ καὶ ποιητῇ τοῦ παντὸς, θεοῦντι τὸ πρόσλημμα, σῳζούσης τῆς ἑνώσεως τὰ ἑνωθέντα τοιαῦτα, οἷα καὶ ἥνωνται· οὐ τὸ θεῖον λέγω μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀνθρώπινον τοῦ Χριστοῦ τὸ ὑπὲρ ἡμᾶς καὶ καθ᾿ ἡμᾶς. Οὔτε γὰρ γενόμενος πρότερον καθ᾿ ἡμᾶς ὕστερον γέγονεν ὑπὲρ ἡμᾶς, ἀλλ᾿ ἢ ἐκ πρώτης ὑπάρξεως
ἄμφω ὑπῆρξε διὰ τὸ ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἐν αὐτῷ τῷ Λόγῳ τὴν ὕπαρξιν ἐσχηκέναι· ἀνθρώπινον μὲν οὖν ἐστι κατὰ τὴν οἰκείαν φύσιν, Θεοῦ δὲ καὶ θεῖον ὑπερφυῶς. Ἔτι δὲ καὶ τῆς ἐμψύχου σαρκὸς
τὰ ἰδιώματα ἔσχε· κατεδέξατο γὰρ αὐτὰ ὁ Λόγος οἰκονομίας λόγῳ φυσικῆς κινήσεως τάξει κατὰ ἀλήθειαν φυσικῶς γινόμενα.

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

ΩΣΠΕΡ Ο ΠΟΙΜΗΝ ΑΦΟΡΙΖΕΙ ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ ΑΠΟ ΤΩΝ ΕΡΙΦΩΝ



Μία από τις πιο όμορφες εικόνες με τις οποίες ο Χριστός παρομοιάζει τον εαυτό Του είναι και αυτή του ποιμένα. Χαρακτηριστικό του ποιμένα είναι ότι δεν είναι μισθωτός. Ότι δηλαδή δεν είναι υπάλληλος κάποιου, που περιμένει να πληρωθεί για τις υπηρεσίες του, αλλά είναι αυτός που αγαπά το κοπάδι του, είναι έτοιμος να θυσιαστεί γι’ αυτό και αποφασισμένος να περιπλανηθεί, αν ένα μέλος του κοπαδιού χαθεί, για να το βρει. Δεν θέλει να χάσει κανένα από τα πρόβατά του. Τα γνωρίζει κατ’ όνομα. Τα αισθάνεται οικεία και το καθένα από αυτά έχει σημασία γι’ αυτόν, διότι έχει σχέση μαζί τους. Στο τέλος της ιστορίας όμως ο Χριστός επιφυλάσσει για την παρομοίωση με τον ποιμένα μία άλλη διάσταση για τον εαυτό Του. «Αφοριεί τα έθνη απ’ αλλήλων, ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων» (Ματθ. 25, 32). «Θα ξεχωρίσει όλα τα έθνη, όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα κατσίκια». Τώρα δε θα είναι Αυτός που ενώνει, αλλά Εκείνος που ξεχωρίζει. Στο τέλος της Ιστορίας έρχεται η στιγμή της απόλυτης αλήθειας. Δεν είναι ο βοσκός που προστατεύει, που αγαπά, που συγχωρεί, που δίνει ευκαιρίες. Είναι Αυτός που αποδέχεται την απόφαση του ποιμνίου του να είναι μαζί Του ή να είναι χώρια Του. Να έχει αγάπη προς τον βοσκό και τα άλλα πρόβατα ή να κρατήσει το ανυπότακτο των «ερίφων», των κατσικιών, τα οποία επιλέγουν την οδό του δικού τους θελήματος.
Ο ποιμένας στην ιστορία του κόσμου δεν ξεχωρίζει. Αυτή είναι η οδός της Εκκλησίας. Να αποδέχεται όλους τους ανθρώπους και να τους θέλει ενταγμένους στο σώμα του Χριστού. Και οι άνθρωποι άλλοτε μοιάζουμε με τα πρόβατα του βοσκού. Έχουμε υπακοή. Αγνότητα καρδιάς. Ακολουθούμε το θέλημα του βοσκού. Πορευόμαστε με ταπείνωση και αγάπη. Άλλοτε μοιάζουμε με τα ερίφια, τα οποία δεν ακολουθούν το θέλημα του βοσκού, αλλά το δικό τους. Μένουν πίσω. Είναι ανυπότακτα. Προτιμούν να χρησιμοποιούν την ελευθερία με τον δικό τους τρόπο, κατά το δικό τους θέλημα. και δεν βλέπουν στον ποιμένα τον καθοδηγητή στην Αγάπη, αλλά τον Δυνάστη. Εκείνον που δεν τους επιτρέπει να χαρούνε την ελευθερία τους, όπως την θέλουν. Σ’ αυτόν τον κόσμο και για όσο υπάρχει η Ιστορία ο ποιμένας ανέχεται, υπομένει, συγχωρεί, δίνοντας την ευκαιρία στους ανυπότακτους να επιστρέφουν στην μάνδρα. Όμως όλα έχουν ένα όριο. Κι αυτό είναι η Δευτέρα Παρουσία.
Κατ’ αυτήν οι άνθρωποι θα χωριστούν, όχι ως τιμωρία, αλλά ως τελική συνέπεια της επιλογής ζωής. Ο ποιμένας θα επιβεβαιώσει τον τρόπο των μελών του κοπαδιού του. Σε κείνους που επέλεξαν την αγάπη τόσο προς Εκείνον όσο και προς τους συνανθρώπους τους, η παραμονή στην χαρά της Βασιλείας είναι η οδός της αιωνιότητας. Σε κείνους που επέλεξαν το θέλημά τους, που αρνήθηκαν τόσο τον Χριστό όσο και τον πλησίον, η οδός είναι η μοναξιά της ακοινωνησίας, της κόλασης, της φωτιάς που δεν καθαρίζει, αλλά μαυρίζει. Και η οδός αυτή είναι για πάντα.
Στην Εκκλησία θέλουμε να ζήσουμε την οδό της αγάπης, της ενότητας, της αυθεντικότητας. Αυτή όμως περνά από τις δύο παραμέτρους: να αναγνωρίζουμε τον Χριστό ως τον ποιμένα μας που μας αγαπά και θυσιάζεται για μας, αλλά και να Τον βλέπουμε στο πρόσωπο του κάθε πλησίον μας. Διότι θα έρθει η ώρα της διάκρισης, του χωρισμού, της οριοθέτησης με βάση τις δικές μας αποφάσεις. Κι εκεί ο ήχος της φωνής του ποιμένα θα είναι ξεκάθαρος. «Πείνασα και μου δώσατε να φάω. Δίψασα και μου δώσατε να πιώ». Και δεν είναι μόνο η υλική τροφή. Είναι και η πνευματική. Είναι η αποδοχή από εμάς Εκείνου ως του Άρτου της Ζωής που νικά κάθε πρόσκαιρη, απολλυμένη βρώση. Είναι η αποδοχή από εμάς Εκείνου ως του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον ύδατος, που δεν ξεδιψά πρόσκαιρα, αλλά δίνει αιωνιότητα. Και θα συνεχίσει: «ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε». Και δε θα εννοεί μόνο την ξενιτιά της προσφυγιάς ή την γυμνότητα της απουσίας ρούχων. Θα εννοεί και το σκέπασμα της αμαρτωλότητας του άλλου από αγάπη. Την αποδοχή του ιδιόρρυθμου πλησίον. Του μοναχικού. Του άγνωστου σε μας. Του μη οικείου. Ακόμη και του εχθρού μας. Και θα συνεχίσει: « Ήμουν άρρωστος και με επισκεφθήκατε, φυλακισμένος και ήρθατε να με δείτε». Δεν φοβηθήκατε για το καλό σας όνομα, την ακεραιότητά σας, την σπατάλη του χρόνου, τις εργασίες που είχατε, την απόρριψη από την κοινωνία του κάθε περιθωριακού. Τον συγχωρέσατε ό,τι κι αν έχει κάνει και τον αποδεχτήκατε όπως είναι. Είπατε τελικά το μεγάλο ΝΑΙ στον πλησίον, θελήσατε κι εκείνον να τον εντάξετε στην αυλή των προβάτων, στην μάνδρα και στο κοπάδι. Δεν διαχωρίσατε και γι’ αυτό δε θα διαχωριστείτε. Έτσι, στην ώρα της Μεγάλης Κρίσης, του Διαχωρισμού, ο ποιμένας θα δει το θέλημα, τις επιλογές μας, την αγάπη μας και θα μας κατατάξει εκ δεξιών Του. Θα Τον οδηγήσουμε δηλαδή να μας κρατήσει κοντά Του, καθώς θα τηρήσουμε το θέλημά Του, καθώς με τη ζωή μας θα Τον αναγνωρίζουμε στα πρόσωπα των πλησίον μας και πλησίον Του.
Η εποχή μας βγάζει εύκολους λόγους περί αγάπης, ιδίως όταν αναφέρονται στην Εκκλησία και τους χριστιανούς. Ζητά όμως αγάπη για τον πλησίον χωρίς αναγνώριση του Ποιμένα της Εκκλησίας, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Σαν να είναι η αγάπη κάτι μαγικό, κάτι μονόπλευρο. Και δεν προϋποθέτει την ύπαρξη της αυλής των προβάτων ως του τόπου εκείνου στον οποίο ο Ποιμένας μαζεύει, προφυλάσσει, αναπτύσσει σχέση ζωής με το ποίμνιο Του. Για τους εαυτούς τους οι άνθρωποι απαιτούν τον τρόπο των εριφίων, δηλαδή την ελευθερία και το ανυπότακτο. Όλα όμως κρίνονται στην προοπτική του τέλους της Ιστορίας. Εκεί όπου ο καθένας μας θα σφραγίσει την επιλογή του. Ας αξιοποιήσουμε τον παρόντα χρόνο και κόσμο, ώστε να αναγνωρίσουμε τον Ποιμένα μας και να προετοιμαστούμε αγαπώντας για να είναι η τελικός διαχωρισμός η επικύρωση της επιλογής μας να ανήκουμε στην ευλογία της Βασιλείας! Από εμάς εξαρτάται!

Κέρκυρα, 19 Φεβρουαρίου 2017

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

Επίσκοπος Ευκαρπίας εξελέγη ο εκ Πατρών Αρχιμ. Ιερόθεος Ζαχαρής

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για αρχιμανδρίτης ιερόθεος ζαχαρής

Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Παρασκευήν, 17ην Φεβροαυρίου 2017, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.

Κατ' αὐτήν, προτάσει τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, ψήφων κανονικῶν γενομένων ὑπό τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ, ὁ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτης κύριος Ἱερόθεος Ζαχαρῆς, Ἡγούμενος τῆς ἐν Ἀστορίᾳ Νέας Ὑόρκης Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Ὁσίας Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου, ἐξελέγη παμψηφεί Ἐπίσκοπος ὑπό τόν τίτλον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Εὐκαρπίας.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας
τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου

ΨΥΧΟΣΆΒΒΑΤΟ


Ψυχοσάββατον (1907)
Αλέξανδρος Μωραιτίδης


Είχε διαβάσει εις το Ευαγγέλιον, αλλά και πολλαίς φοραίς του εξηγούσεν ο μακαρίτης ο Γέροντας, ο πνευματικός της νήσου, με τα μεγάλα μάτια και την χονδρήν φωνήν, πως η ψυχή είνε πλέον πολύτιμον πράγμα από το σώμα, και, αν την χάση κανείς, με τίποτε πλέον, ουδέ με τον κόσμον όλον, δεν ημπορεί να την εξαγοράση . . . Το επίστευεν αυτό, και περισσότερον ακόμα επίστευε την φωνήν του Γέροντα, οπού χονδρά-χονδρά αντηχούσεν έως μέσα εις την καρδίαν του πάντοτε:
— «Ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; . . .»
Διά τούτο ο Γεωργάκης της Λιμπέρταινας δεν ελυπήθη τόσον, όταν έμαθε τον θάνατον της μητέρας του, όσον τώρα, οπού εξημέρωνε το ψυχοσάββατον, το πρώτον ψυχοσάββατον, μετά τον θάνατόν της. Η σκούνα, με την οποίαν εμπαρκάρισεν ως ναύκληρος, ήτο αραγμένη εις μίαν έρημον ακτήν, παρά την είσοδον του Ελλησπόντου, από παρακαιρόν. Είχον φορτώσει τούβλα από τη Μασσαλίαν, προωρισμένα διά τον σιδηρόδρομον της Ανατολής, τα οποία έπρεπε να παραδώσουν εις Νικομήδειαν, και εξ αιτίας ισχυρών βορείων ανέμων εχασομερούσαν τώρα τόσαις ημέραις έξω από το Σιτλί-Μπαχάρ.
Από το πρωί ακόμα, την Παρασκευήν, σαν εκύτταξε την Σύνοψιν, επάνω εις την πρωινήν του προσευχήν, τον κατέλαβε μία βαθυτάτη μελαγχολία, όταν είδε πώς εξημέρωνε ψυχοσάββατον εις την ερημίαν εκείνην, τόσον, οπού ελησμόνησε να δώση εργασίαν εις το πλήρωμα. Και σαν να του κακοφάνη ολίγον του πλοιάρχου, όστις ήτο αγανακτισμένος και από τον καιρόν. Αλλά καλόβολος φυσικά, ως ήτο, ο καπετάν Γιάννης και ανοιχτόκαρδος, δεν τον ήλεγξε πολύ πικρά τον νεαρόν ναύκληρον, γιατί τον εγνώριζε «περήφανον στη δουλειά του» πάντοτε. Αλλ' όταν, εξελθών από το καμάρι πίσω αφού έπιε τον καφέ του, είδε τους ναύτας να ξετινάζουν τα ράντσα των, τας κρεμαστάς των κλίνας, είπε προς τον λοστρόμον του, όστις ακκουμβισμένος επάνω εις την κωπαστήν παρηκολούθει τα κυλιόμενα πέραν αγρίως λευκά κύματα του Αιγαίου:


— Θυμήθηκες πάλι την μάννα σου! . .
Τούτο ήρκεσεν εις τον αγαθόν ναύκληρον να συνέλθη, να εννοήση το σφάλμα του και να προχωρήση προς την πρώραν.
— Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, εψιθύρισεν ο καπετάν Γιάννης τότε, ανάπτων το τσιγάρον του, και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους . . .
— Καμμιά φορά όμως έχουν την ανάγκην μας και οι πεθαμένοι, υπέλαβεν ο νεαρός ναύκληρος με κάποιαν συστολήν.
Μετ' ολίγον επί κεφαλής του πληρώματος ο Γιωργάκης, ο ναύκληρος, ειργάζετο εις την συρραφήν μιας παλαιάς εσχισμένης μπούμας του πλοίου, την οποίαν είχον απλώσει επί του καταστρώματος. Συχνά δε ίστατο, με την σακκορράφαν την χονδρήν εις χείρας, βλέπων προς τους ιστούς επάνω περίφροντις μάλλον ή αφηρημένος.
— Θα της βράσουν τάχα κανένα πιατάκι κόλλυβα; διελογίζετο. Ποιος να φροντίση! Εκεί οπού στην αράδα θα λάμπουν στολισμένα τα κόλλυβα όλων των πεθαμένων του χωριού, εις την ενορίαν μας, αποκάτω από την εικόνα του Χριστού, κάθε ένα με το κεράκι του, κάθε ένα με τους χρωματιστούς του φιόγκους, θα είναι μαζί και το δικό της το πιατάκι, ευμορφοστολισμένο, με σταφίδες, με κουφέτα, με γαρύφαλα, με βαρακωμέναις μαντζουράναις και αρμπαρόρριζαις; Και δίπλα θα είναι και το καλό το σαμδανάκι μας, με μια λαμπαδίτσα κίτρινη, με μαύραις κορδέλλαις; Ποιος να σου τα κάμη αυτά, πτωχή μου μαννούλα! Θα σου ζυμώσουν τουλάχιστον καμμιά λειτουργιά; θα σε μνημονεύση κανένας παπάς;
Και προσεπάθει να κρύψη τα μάτια του, οπού άρχισαν να βουρκώνουν.
— Α! παιδιά! Ως το μεσημέρι να την ξενετάρωμε! απέτεινε τότε παρακέλευσιν προς τους ναύτας, οπού γύρω γύρω συνέρραπτον το παλαιόν εκείνο ιστίον, ο καθένας με την σακκορράφαν του και με το πέτσινο γάντι του.
Και πάλιν ίστατο σιωπηλός, βαστάζων ακίνητον την σακκορράφαν του και βλέπων προς τους ιστούς:
— Τι να σου κάμη και η καϋμένη η 'ξαδέλφη μου, η μόνη συγγένισσά μου! Τι να σου κάμη η φτωχή και αυτή! διελογίζετο τότε ο Γιωργάκης της Λιμπέριαινας, συνεχίζων τας σκέψεις του, τι να σου κάμη η ξενοδουλεύτρα! Αδειάζει κι' αυτή, οπού και εις τον ύπνο της ακόμα πλέκει την κάλτσα της κινούσα τα χέρια της! . . .
Και ανεστέναξε βαθέως:
— Να ήμουν ταχυά κι' εγώ στην Παναγία την Λημνιά, τη ενορία μας, ταχυά το ψυχοσάββατο! Τι κόλλυβα σωρό, οπού θα πάνε για όλους τους πεθαμένους! . . .
Και μετ' ολίγον:
— Να ήμαστε το ελάχιστο σε κανένα λιμάνι απόψε, σε καμμιά σκάλα, νάβγω να πάω στην εκκλησιά ταχυά το ψυχοσάββατο! . . . Να σου ανάψω ένα κεράκι το ελάχιστο! . . .
Και του ήλθε τότε εις την ανάμνησιν το τελευταίον γράμμα της εξαδέλφης του, οπού του έγραφε για τον θάνατον της μητέρας του, στην Μαρσίλια· εκεί οπού φόρτωναν τα τούβλα· το είχε μέσα εις το κόρφο του, σαν φυλακτό, το γράμμα εκείνο, και το είχε μάθει απόξω νεράκι;
— Όταν θάφευγες, του έγραφεν η Λουξανιώ, η εξαδέλφη του, ήταν χαρούμενη· θυμάσαι με πόσαις ευχαίς και με πόσαις χαραίς σε κατευώδωσε. Σαν να μη ήθελε να πονέσης εις τον υστερνόν σου εκείνον μισεμόν. Σαν νάξευρεν ότι για τελευταία φορά σε έβλεπε, και ήθελε με χαρά να σ' αποχαιρετίση, για νάχης για πάντα ως ευχή της, την χαρά. Την είδες! την θυμάσαι! Ελαβε δύναμιν, σαν από άνωθεν. Εσηκώθη επάνω, οπού είχε μήνες να σηκωθή από το στρώμα, και σου έσφιξε το χέρι και σ' εφίλησε:
— Στο καλό, παιδί μου! την ευχή μου, παιδί μου! Δεξιά και αριστερά η ευτυχίαις να σου έρχωνται, παιδί μου! . . .
Εσταμάτησεν εδώ τας αναμνήσεις του ο Γιωργάκης βουρκωμένος, και έσκυψε μέσα εις τον κόλπον του, προσποιηθείς ότι κάτι εμβήκε μέσα εις το μάτι του, διά να μη εννοήσουν οι ναύται.
Έπειτα πάλιν εξηκολούθησε την αποστήθισιν της επιστολής:
— Σαν κατέβηκες την σκάλα, να την έβλεπες! Πού ευρέθηκεν εκείνη η δύναμι! Θυμήθηκε τα νειάτα της. Επανεκάθησε στο παραθύρι για να σε καμαρώση:
— Αρί, από πού θα ξαγναντίση το παιδάκι μου;! . . Από το παραθύρι της σαλίτσας εφαίνετο μια γωνίτσα του λιμανιού. Εκύτταζε και έλεγε, εις τα χαμένα, έτσι.
— Στο καλό, παιδί μου! στο καλό! Δεξιά και αριστερά! . . .
Αλλά προς το βράδυ ο καιρός εχάλασε. Χειμώνας, βλέπεις.
Επήρεν ένας κρύος μαΐστρος! Χιονιά δυνατή! Εγονάτισε τότε μπροστά εις την Παναγίτσα μας, την Τριχειρούσα, κ' έκλαιεν:
— Αρί, Λουξανιώ, πώς τάφησα το παιδάκι μου και μούφυγε! Πώς τώκαμα αυτοδά, αρί. Δεν το κρατούσες, αρί να μη φύγη το παιδάκι μου; Δεν το κρατούσα, μαθές! . .
Κ' έκαμε μετάνοιαις εις την Παναγίτσα μας, κ' έκλαιε κλάματα κ' εφώναξε δυνατά:
— Δεν μ' έπαιρνες κι' εμένα μαζί . . .
Αλλ' επί τέλους επροδόθη ο ναύκληρος. Είδαν οι ναύται γύρω-γύρω τα βουρκωμένα τα μάτια του και ένας γεροντονιός, κοντός και καμπουράκος, με την κομμένη μύτη, οπού του την επήρε το διάκι σε μια φορτούνα, ο Καπότας, λέγει συνηθισμένος να παρεμβαίνη παντού:
— Αλήθεια, κυρ Γιωργάκη, σχωρέθηκε η γρηά!
— Τώρα! απήντησε καταπίνων δύο λυγμούς ο Γιωργάκης της Λιμπέριαινας και περνών νέον σπάγγον εις την σακκορράφαν του, δέκα μέραις ύστερα οπού φύγαμε για την Μαρσίλια. Δεν σας τώπα;
— Θεός σχωρέστηνε! επανέλαβεν ο Καπότας με την έρρινον πάντοτε φωνήν του· καλή γρηούλα!
Και προσέθηκε:
— Και τι οργή Θεού, κυρ Γιωργάκη! Να μη είμαστε σε καμμιά σκάλα να της πας αύριο ένα πιατάκι κόλλυβα, που ξημερώνει, κατάλαβες, ψυχοσάββατο! . . . ένα κεράκι να της ανάψης, κατάλαβες . . .
Η υπενθύμισις αύτη ήτο έλαιον εις την πυράν. Εξήναψεν ο πόνος του πάλιν. Δεν εβάσταξε πλέον. Επέρασε την σακκορράφαν του εις μίαν πτυχήν του ιστίου και εγερθείς μετέβη εις το μαγειρείον ν' ανάψη ένα τσιγάρο, ως είπεν.
Ο μάγειρος, ένας νέος τσεσμελής, ένας ηλιοκαμένος και θαλασσοψημένος πρώην τρατάρης, μ' ένα άσπρο τουλουπάνι περί τον ναυτικόν του κούκου, χωμένος μέσα εις το ξύλινον οίκημα του μαγειρείου, εσυγύριζε τη φασολάδα για το «τσούρμο» και συγχρόνως εκαθάριζε σιτάρι διά τον καφέ, έτσι από καλωσύνη του και όχι από φιλάργυρον ιδιοτέλειαν, γιατί βλάπτει ο καθαρός καφές — έλεγεν εις τους ναύτας — στα νεύρα.
Το σιτάρι ήτο όντως εύμορφον, μεγαλόκοκκον και χρυσόξανθον, σιτάρι της Αίνου, κ' εκίνησεν αμέσως την προσοχήν του ναυκλήρου, όστις εκόλλησε, θαρρείς, επάνω λαίμαργον το βλέμμα του. Ολίγον κατ' ολίγον ήρχισε τα πραΰνεται τότε η ανήσυχος μορφή του. Η ψυχή του εγαληνίασε, και εις τους οφθαλμούς του τους θαμβούς έλαμψαν αίφνης αστραπαί παραμυθίας . . .
***
Και ήτο αληθινά αξιαγάπητος η κυρά Λιμπέριαινα, μία γυναίκα φιλάσθενος, κοντή και ξηραγγιανή, μία γερόντισσα, να είπωμεν, πλέον, οπού επέρασε την ζωήν της πολύ σεμνά και πολύ ταπεινά, χωρίς να ενοχλήση εις το παραμικρόν ποτέ τον άλλον. Ύστερα από ένα ταχυθάνατον γάμον της ουδέ εφαίνετο ποτέ έξω, κλεισμένη εις τον οικίσκον της μέσα, αυτή με την μακράν της χηρείαν, εν προσευχαίς και νηστείαις διάγουσα, ως άλλη Άννα Φανουήλ, και μόνον εις την γειτονικήν της Εκκλησίαν της Παναγίας της Λημνιάς επήγαινε σκυφτή- σκυφτή πρωί και βράδυ, παρακολουθούσα τους εσπερινούς και τους όρθρους, ως κανδηλανάπτρια. μ' ένα σάλι μαύρο σκεπασμένη. Αν είχε καμμίαν χαράν, η χαρά της ήτο μόνον το μοσχαναθρεμμένο παιδί της, ο Γιωργάκης της, τον οποίον επτά μηνών βρέφος της τον άφησεν ο μακαρίτης ο πατέρας του, ο καπετάν Λιμπέριος, ένας φιλήσυχος μικροκαπετάνιος, οπού απέθανε την ίδια νύκτα με το κότερό του, ένα εύμορφο και γλήγορο κότερο, οπού το πονούσε και από την γυναίκα του περισσότερον.
— Βοηθάτε με, για το Θεό, παιδιά! βοηθάτε με, εφώναζε την νύκτα εκείνην, οπού είχε σηκωθή μία αγρία παλαβονοτιά, αναστατώσασα όλον τον λιμένα της μικράς νήσου, ο οποίος είνε εκτεθειμένος εις την μανίαν της.
Ο καπετάν Λιμπέριος επάνω εις τον ύπνον του, εξαφνισθείς από τας αγρίας πνοάς του χειμερινού νότου εκείνου, κατέβη αμέσως εις τον λιμένα και εις ένα βράχον επάνω θαλασσωμένος, ξεσκούφωτος, και με τα άσπρο του εσώβρακον, σαν ο βρυκόλακας του λιμανιού, προσεπάθει να διασώση το ωραίον πλοιάριον, το οποίον παρασυρθέν είχε διπλαρώσει επάνω εις την βραχώδη ακτήν του λιμένος.
— Βοηθάτε με! έκλαιεν ολολύζων ο καπετάν Λιμπέριος μισοπνιγμένος μέσα εις τα αφρισμένα κύματα, και προσπαθών να πιάση από το μπαστούνι το κότερον, σαν παιδί από το χέρι, ο πτωχός, να το τραβήξη έξω . . .
Αλλ' ένα τελευταίον κτύπημα του λεπτοκαμωμένου πλοίου επί των υφάλων εκεί διέλυσεν αυτό πάραυτα εις ξύλα και σχοινία, ότε και ο καπετάν Λιμπέριος έξαφνα, σαν να εγλίστρησεν, ευρέθη φαρδύς-πλατύς μέσα εις τα άγρια κύματα, συγκυλιόμενος και αυτός μετά των άλλων ναυαγίων, μέσα εις τους γοερούς γογγυτούς των αφρών και του ανέμου.
Η πένθιμος είδησις την εύρε την κυρά Λιμπέριαιναν προσευχομένην, γονατιστήν, εμπρός εις την Τριχειρούσαν της, ενώ το παιδίον, το νήπιον, εκλαυθμύριζεν άυπνον μέσα εις την κούνιαν του παραδέρνον.
Αλλ' είχε πλάτος καρδιάς η αξία όντως γυναίκα αυτή και διήλθε νικηφόρος την θλιβεράν χηρείαν της, αφιερωμένη εις την ανατροφήν του τέκνου της, το οποίον ήδη, έφηβος είκοσιπενταετής, ήτο ο καλύτερος ναύτης της νήσου και ο συμπαθής ναύκληρος της σκούνας του καπετάν Γιάννη, απέξω από το Σιτλί-Μπαχάρ . . .
Εις το τελευταίον ταξείδι έμενε τρεις μήνας, σχεδόν όλον το φθινόπωρον, μαζί με την μητέρα του, η οποία υποφέρουσα από ένα επίπονον μαρασμόν είχε καταπέσει τελείως.
Ο χειμών πολύ πρώιμα εκραγείς και με ασυνήθη βίαν το έτος εκείνο, είχεν αποκλείσει ολοτελώς την μικράν νήσον με τας συνεχείς θυέλλας του και τας τρικυμίας του, ολίγας ημέρας μετά τον εις την νήσον καταπλούν της σκούνας, ήτις φορτωμένη σίδηρα παλαιά κατέβαινεν από την Πόλιν, κατευθυνομένη εις Μασσαλίαν.
— Καλύτερα, μαννούλα μου, οπού όλο βρέχει και χιονίζει, και
κάθομαι κοντά σου, εις την παραστιά . . .
— Την ευχίτσα μου νάχης, παιδί μου. Δεξιά και αριστερά! . . .
επανελάμβανεν η γερόντισα αντί πάσης άλλης ομιλίας.
Κι' εσιώπα κατόπιν σιγήν μακράν και νεκρικήν, γυρμένη από το ένα πλευρόν εις το προσκέφαλόν της, παρά την εστίαν, και βλέπουσα ατενώς προς έν σημείον της οροφής, ως εν θεωρία μυστική των ησυχαστών της αρχαίας Λιβύης.
Και ο Γιωργάκης, ο εύσωμος ναύτης, με τους κυανούς του οφθαλμούς, εν οις κατηυγάζετο, θαρρείς, το γλυκύ του Αιγαίου χρώμα, με ένα πρόσωπον στρογγύλον και πράον, στιλπνόν και άμωμον, ως η αθωότης, με μίαν χάριν άπλαστον και διαυγή, ως το νάμα του Ταξιάρχου μας, τρεις μήνας σχεδόν δεν απεμακρύνετο από το πενιχρόν κλινίδιον της μητρός του, ήτις γυρμένη, ως ήτο πάντοτε, του εφαίνετο σαν ζωγραφιά της Αγίας Φωτεινής της Σμύρνης, απαστράπτουσα αγάπην και στοργήν.
Πρωί πρωί της άναπτε την φωτιάν και της έψηνε τον καφέ της, που της είχε φέρει από το ταξείδι, εωσού να ξημερώση καλά και έλθη η εξαδέλφη του, η Λουξανιώ, μία πτωχή και ηλικιωμένη ξενοδουλεύτρα, οπού η δουλειαίς δεν την άφησαν να πανδρευθή, για να της σκουπίση, να της ξετινάξη το μενδεράκι της, και να της μαγειρεύση έπειτα κανένα φαγάκι, έχουσα δίπλα της και τη δουλειά της, το ράψιμό της, καμμιά φορά και τα λανάρια της.
— Δεν μου λες τίποτα, μητέρα! έλεγε καμμιά φορά ο Γιωργάκης, θέλων να διακόπτη την θλιβεράν εκείνην της μητρός του σιωπήν, οπού τόσον τον έθλιβε. Δεν μ' ερωτάς τίποτα!
— Τι να σ' πω, παιδί μου; να σε ζαλίζω! επανελάμβανε πάντοτε η γραία, χωρίς ν' αποσπάση από την μαυρισμένην οροφήν τους οφθαλμούς της, πλανωμένους, θαρρείς, εκεί επάνω εις καμμίαν εικόνα της φαντασίας της, κρεμασμένην εις κάποιαν μυστηριώδη της οροφής γωνίαν.
— Καμμιά φορά όμως συνήρχετο. Η λήθη, η οποία την είχε σαβανώσει, ζωντανήν, διελύετο σιγά-σιγά, σαν να ξεδιπλώνετο κάτι από πάνω της, και τότε το ωχρόν χρώμα του προσώπου της ερρόδιζεν εύμορφα, ως όταν θέλη να βασιλεύση ο ήλιος. Μειδίαμα τότε εζωγραφίζετο εις τα σιωπηλά της χείλη, μειδίαμα ελαφρόν και γλυκύ, ως είναι γλυκύ το ηλιοβασίλευμα· οι οφθαλμοί της οι νεκροί εκείνοι και ακίνητοι, ως εξ υάλου ψεύτικοι, ανεζούσαν αίφνης κ' ελαμπύριζον κ' έπαιζον. Και τότε ενθυμείτο ότι υπάρχει, και ενθυμείτο ότι ζη. Ενθυμείτο ότι υπήρξε ποτε ομιλητική και διαχυτική, και ενθυμείτο τα αστεία της τότε και τα ωραία της τα δίστιχα· και υπανεγειρομένη από το ερημικόν κλινίδιόν της, εσπρώχνετο σιγά-σιγά προς την εστίαν, ως διά να συνδαυλίση την φωτιάν.
Τότε, ως απαντώσα εις παλαιάς του Γιωργάκη ερωτήσεις, χθεσινάς και προχθεσινάς, έλεγε, μ' ένα πένθιμον όμως πάντοτε μειδίαμα, μειδίαμα φεύγοντος, αποχαιρετισμόν, θαρρείς, θλιβερόν προς την ζωήν και τον κόσμον:
Γαϊτάνι πλέκω και δεν αδειάζω. Σαν τ' αποπλέξω, σε κουβεντιάζω.
— Ανέζη τότε εν ταις ολίγαις στιγμαίς εκείναις της χαράς και της διαχύσεως εις τον στυγνόν εκείνον θάλαμον όλος ο κόσμος ο παρελθών, ένας πολύ ωραίος κόσμος, ως είναι ωραία η ζωή· ένας κόσμος εύχαρις και φαιδρός, οπού ακόμη δεν τον είχε σβήσει με την κρύαν σκιάν του το θλιβερόν γήρας.
Και την έβλεπε τότε — εθάρρει — ο Γιωργάκης την μητέρα του νέαν ακόμη, φιλόπονον και ακούραστον, οπού ποτέ της δεν έλεγε, πως θα γηράση, αναιβοκαταιβαίνουσαν της σκάλαις, εις τα πρώτα της μακράς χηρείας της χρόνια, μαγειρεύουσαν, γελώσαν, προσπαίζουσαν. Την εφαντάζετο τότε την σεμνήν γραίαν κατά τας ευτυχείς εκείνας στιγμάς οπού του έλεγε τα τρυφερά δίστιχα, από τα οποία είχεν εις την μνήμην της ολόκληρον θησαυρόν, αλλά τον οποίον τώρα είχε θάψει τόσον βαθειά η πένθιμος νόσος. Την εφαντάζετο ανασκουμπωμένην και ολόχαρον, κατασκευάζουσαν εκείναις της ωραίαις λαχανόπητταις, οπού ήσαν γεμάταις με χαράν παρά με καυκαλίθραις.
— Τι έγιναν εκείνα τα χρόνια, μαννούλα μου!
— Τι έγιναν εκείνα μαθές, παιδάκι μου! . . . Και τότε ίστατο και την έβλεπε και αυτός σιωπηλός και ακίνητος. Την εκύτταζεν, ως εν απορία προς το αιώνιον πρόβλημα της ζωής, το οποίον ιδού ανωρθούτο ενώπιόν του μαύρον, ως φάντασμα, ως ο σκελετός εκείνος με το δρέπανον . . .
— Διατί να γηράσκωμεν! και διατί να αποθνήσκωμεν!
— Όμως ευσεβής, ως ήτο, κ' ευλαβής χριστιανός, κατώρθωνεν ευκόλως να πραΰνη την ψυχήν του, παρηγορών εαυτόν και την μητέρα του με την μόνην αληθινήν παρηγορίαν:
— Έννοια σου, μητέρα. Στην άλλη ζωή να είσαι καλά. Εκεί να περάσουμε καλά, εις την αιώνιον Βασιλείαν. Να ιδής εκεί χαραίς αληθιναίς, αθάναταις χαραίς.
***
— Μετά το γεύμα ο καιρός έδειξε σημεία βελτιώσεως καταφανή· η Ανατολή ήρχισε να καθαρίζη από τα μαύρα εκείνα νέφη, τα οποία είχε τόσον πυκνά σωρεύσει επί του Αιγαίου ο μαΐστρος τόσας ημέρας πνέων. Η Θράκη εξ άλλου φαεινώς ελαμπύριζεν εις το χαμήλωμα εκείνο του ηλίου, τα δε άγρια του Ελλησπόντου κύματα κατέπιπτον ολονέν, εωσού το πέλαγος το Αιγαίον, ήρχισεν όλον γοητευτικώς να γαλανίζη· και από το βάθος του ορίζοντος, κάτω πολύ, και οπίσω από την Τένεδον, σημεία ελαφρά νοτίου ανέμου εσχηματίζοντο.
— Βίρα, παιδιά, διέταξε μετ' ενθουσιασμού ο καπετάν-Γιάννης, ιδών τα καλά του καιρού προμηνύματα.
Πάραυτα οι ναύται ευρέθησαν εις τας θέσεις των.
— Να ξεμουδιάσουμε λιγάκι, παιδιά! προσέθηκεν αμέσως.
— Αλέστα! εφώναξε με την κομμένην μύτην του ο κοντός ο Καπότας, πεθαίνων για το τιμόνι, «να κάμνη τον καπετάνιο».
Έκαμαν ένας-ένας οι ναύται τον σταυρόν τους· και ιδού η μπόμπα της σκούνας, με το βραχνόν και συχνοπιασμένον κύλισμά της, άρχισε να σύρη την άγκυραν, αφίνουσα ένα ασυνήθη σιδηρούν αντίλαλον εις την έρημον ακτήν με τον σκληρόν εκείνον ανασασμόν της.
Ως πτηνά συγχρόνως, ανάλογοι ναύται εθεάθησαν επάνω εις τους εξαρτισμούς του πλοίου, το οποίον ιδού άνοιξεν ένα-ένα τα πανιά του, και ταλαντευθέν επιχαρίτως δεξιά και αριστερά εξεκίνησεν ελαφρά, ως πάπια ξεκολλήσασα πλέον από το έλος, αφού εξετίναξε με χαράν τα δυο κοντά πτεράκια της.
Άφρισεν αμέσως εμπρός εις της μάσκαις της το θαλασσάκι, απ' εδώ και απ' εκεί, και μία ελικοειδής κίνησις συγχρόνως εσημειώθη επί της επιφανείας της θαλάσσης.
Ο Καπότας, κοντός και κυφός, με την κομμένην μύτην, εκάθισεν αμέσως εις το τιμόνι, έχων τα μάτια του διαρκώς εις την κατέναντί του πυξίδα και σοβαρευόμενος με κωμικήν ακινησίαν. Ο καπετάν- Γιάννης καταχαρούμενος εφουμάριζεν εις την πρύμνην διασκευάζων με μίαν παράταξιν δελφίνων, υπερηφάνως εξελισσομένην προ του Ελλησπόντου, ο δε Γιωργάκης, αφηρημένος πάντοτε, ακκουμβών επάνω εις την κωπαστήν, έβλεπε με λαιμαργίαν ευλαβή ένα ερημοκκλησάκι, το οποίον κατάχρυσον εις το ηλιοβασίλευμα εστόλιζε την κορυφήν εκεί ενός λοφίσκου.
— Φύσα, χρυσέ μου, φύσα! ηκούσθη ο καπετάν Γιάννης, αποτεινόμενος προς το ούριον αεράκι.
Η σκούνα εμβαίνει ήδη εις τον Ελλήσποντον ως νύμφη εις την παστάδα. Αι πνοαί του μπάτη προσκόπτουσαι επί των ιστών της και των σχοινίων και των λοιπών του εξαρτισμού πλεγμάτων, αποτελούσιν ηδυπαθή αρμονίαν καλλιφώνου μουεζίνη, ψάλλοντος επί του μιναρέ το γλυκύτατον κ ι ν τ ί, του δειλινού την παθητικήν προσευχήν.
Ιδού το Σιτλί-Μπαχάρ, το αληθινόν θαλάσσιον κλειδίον, επί της Θράκης, αποτόμως και ξηρώς κοπτομένης εις ακτάς τιτανώδεις. Ιδού από το άλλο μέρος και το Κουμ Καλέ επί της Ασίας, ήτις με τας μαλακάς και αβράς όχθας της, τας τόσον απαλώς πρασινοβαλούσας ήδη υπό την πρώιμον χλόην, θαρρείς κ' εκτείνεται ερωτικώς να χαιρετίση, ν' ασπασθή και εναγκαλισθή μίαν φοράν ακόμη την αγαπημένην αδελφήν της, την Ευρώπην, από την οποίαν την εξεχώρισαν αποτόμως εις την διάβασιν της, την κοπτεράν, η Δημιουργία.
Την νύκτα εξηκολούθησεν ο ευνοϊκός άνεμος ισχυρότερος ακόμη. Και ουδέ παρέστη ανάγκη του ρυμουλκού, το οποίον καταγάλαζον μ' ένα πύρινον ζωνάρι είχε διπλαρώσει εις την σκούναν.
Υπό τους αισίους αυτούς του πλου όρους ο καπετάν Γιάννης ευχαρίστως παρεχώρησε την ζητηθείσαν άδειαν εις τον λοστρόμον του, όστις ήθελησεν ενωρίτερον να καταβή εις το ράντζο του, ως είπε δικαιολογούμενος, να ησυχάση.
— Άιντε, και λιγώτερο να θυμάσαι τη μάννα σου! Όσο μπορείς λιγώτερο!
***
Την αυγήν, επάνω εις το γλυκοχάραμα, όταν πλέον ο βαρδιάνος της πρώρας ήρχισε να ξεχωρίζη τους μιναρέδες της Καλλιπόλεως, το πλήρωμα κατά πρόσκλησιν του ναυκλήρου, του Γιωργάκη της Λιμπέριαινας, παρέστη εις μίαν τρυφερωτάτην σκηνήν, η οποία αξίζει τωόντι τον κόπον μιας περιγραφής.
Κάτω εις την πρώραν, εις την αίθουσαν των ναυτών, εκεί προ των εικονισμάτων του πληρώματος, οπού έκαιεν η ακοίμητος του πληρώματος της σκούνας κανδήλα, επάνω εις ένα τραπεζάκι εύμορφα ευτρεπισμένον, ένα πιάτο με κόλλυβα είχε τοποθετηθή με πολλήν στοργήν παρεσκευασμένον. Ήσαν κόλλυβα με χάριν και τρυφερότητα πολλήν στολισμένα. Είχον επιπασθή με στρώμα σακχάρεως, επί της οποίας ετέθησαν σταυροειδώς σταφίδες· κλωναράκια δύο ξηρού βασιλικού και μαντζουράνας συνεπλήρουν την όλην ευπρέπειαν με πολλήν σεμνότητα.
Ένα κηρίον εμπηγμένον εις το μέσον ήτο αναμμένον. Ο Γιωργάκης της Λιμπέριαινας, με φωτιά τα μάτια του από την αγρυπνίαν και από τον μυστικόν της νυκτός θρήνον, ξεσκούφωτος κι' έχων έτοιμον θυμιατόν πήλινον, από εκείνα τα πρασινοκίτρινα του Τσανακαλέ, έκαμεν αμέσως τον σταυρόν του και ήρχισε να θυμιάζη τους ναύτας γύρω-γύρω αναγινώσκων συγχρόνως το Τρισάγιον και ψάλλων: «Μετά πνευμάτων δικαίων . . . . .». Οι ναύται καταπτοηθέντες αίφνης από της πρώτης εκείνης επιβολής, μεθ' ης παρέστη ενώπιον των οφθαλμών των, την εωθινήν εκείνην ώραν, η απροσδόκητος αυτή σκηνή του πένθους, έστησαν εν ευλαβεία κατανυκτική γύρω-γύρω, ως εις Εκκλησίαν. Απεκαλύφθησαν και ήρχισαν να κάμνουν τον σταυρόν των. Μερικοί και εδάκρυον παρακολουθούντες την πένθιμον εκείνην ψαλμωδίαν. Όταν δ' ο ναύκληρος ήρχισε να ψάλλη τελευταίον: «Μετά των Αγίων ανάπαυσον . . . ;» σιγά-σιγά με κλαίουσαν φωνήν, συχνά διακοπτομένην από τους λυγμούς της ψυχής του, οι ναύται δεν ημπόρεσαν να κρατηθούν από την συγκίνησιν και ανεκραύγασαν πάντες εν χορώ:
— Θεός σχωρέστηνε! Θεός σχωρέστηνε! . . . Και την εμακάρισαν έπειτα με την καρδίαν των, αληθώς, τρώγοντες τα τόσον κατανυκτικώς αοράτως ευλογηθέντα κόλλυβα, τα οποία εις την ερημίαν εκείνην, καταμεσής εις το πέλαγος, είχε παρασκευάσει η ευλαβής προς την ψυχήν της μητρός του στοργή του συμπαθούς ναυκλήρου.
Ο καπετάν Γιάννης παρασταθείς και αυτός περί το τέλος της ιεράς εκείνης σκηνής, της οποίας είχεν οσφρανθή το ευώδες θυμίαμα διασκορπισθέν από της πρώρας εις όλον το πλοίον, δεν ηδυνήθη να κρύψη ένα δάκρυ και αυτός, μ' όλας τας φαιδράς και θυμήρεις έξεις των τρόπων του, και είπε λαμβάνων και αυτός από τα κόλλυβα:
— Οι πεθαμένοι πολλαίς φοραίς έχουν ανάγκην των ζωντανών. Είναι αλήθεια!
Ενώ συγχρόνως πίσω από την πρύμνην, όπου καμαρώνων ως γυφτοσκέπαρνον διηύθυνε τα πηδάλιον ξενυκτισμένος, κοντός και κυφός, ως ήτο, ο Καπότας, δεξιώτατος όντως πηδαλιούχος, νομίζων ότι εις αυτόν ωφείλετο ο δρόμος της ελαφράς σκούνας, εφώναξε δυνατά, με την έρρινον πάντοτε φωνή του:
— Κι' εμένα λίγα κόλλυβα, να σχωρέσω!
***
Ύστερον, εκεί που έτρωγον, το μεσημέρι, διηγείτο ο μάγειρος, ο τσεσμελής εκείνος νεανίσκος, με το άσπρο μανδήλι περί τον ναυτικόν του κούκον, ότι την ώραν οπού έψαλλεν ο Γιωργάκης «Μετά των Άγιων ανάπαυσον» και συνέψαλλον και οι λοιποί, ότε όλοι οι ναύται εκλαίομεν από την συγκίνησιν — έλεγεν ο τσεσμελής — τότε, την στιγμήν εκείνην, είδεν επάνω προς τον φεγγίτην της πρώρας, από μέσα από τα τζάμια του σπιράγιου «σαν ένα κάτασπρο πράγμα, σαν 'ποκάμισο, σαν σάβανο» οπού ελαφρά-ελαφρά εξεδιπλώνετο κι εξανεμίζετο και κάτι λάμψεις έλαμψαν τότε, σαν της αυγής τα πρώτα ξανοίγματα. Και είδεν εκεί ο τσεσμελής την μακαρίτισσαν, την ίδιαν την κυρά-Λιμπέριαινα, αδύνατην και ξηραγγινήν ως ήτο, αλλά χαρούμενην και καλοκαρδισμένην, και άκουσε μίαν γλυκυτάτην φωνήν, σαν σβύνουσαν μουσικήν, σαν ουράνιον ψαλμωδίαν, εις τα ύψη επάνω:
— Δεξιά και αριστερά, παιδί μου!

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

ΕΝΑ ΣΥΝΘΗΜΑ


Ένα σύνθημα, γραμμένο από νέα παιδιά, λέει: «Αγάπη και φιλία δεν έμαθα στην Εκκλησία». Και αναρωτιέται ο καθένας διαβάζοντάς το, αν αυτοί που το έγραψαν μπόρεσαν να βρούνε αληθινά τι σημαίνει Εκκλησία και τι η ζωή της ή έμειναν απλώς κολλημένοι σε μία επιφανειακή νοοτροπία προσέγγισης της πίστης. Από την άλλη, δεν μπορεί παρά να προβληματιζόμαστε για το τι μαθαίνει ένας νέος άνθρωπος όταν εκκλησιάζεται. Όταν ακούει μία γλώσσα που δεν του μιλά στην καρδιά του. Όταν βλέπει ανθρώπους γερασμένους στην νοοτροπία και στη διάθεση να δηλώνουν με κάθε τρόπο ότι την εκπροσωπούν. Όταν δε βρίσκει χαμόγελο και κατανόηση, γιατί ο παπάς είναι βιαστικός να τελειώσει τη λειτουργία και να επιστρέψει στα ίδια. Όταν φοβάται ο νέος να μιλήσει γι’ αυτό που τον απασχολεί, διότι μέσα του έχει ταυτίσει την Εκκλησία με το κατεστημένο των καιρών. Όταν νομίζει ότι η Εκκλησία υπάρχει ως φύλακας μιας ξεπερασμένης ηθικής, που φωνάζει συντηρητικά, χωρίς να είναι σε θέση να αφουγκραστεί τις ανάγκες των καιρών.
Είναι εύκολη βεβαίως η κριτική. Από τους νέους συγχωρείται, διότι μέσα τους μπορούν να ζητούν το τέλειο, το ξεχωριστό, το απόλυτο. Αισθάνονται την Εκκλησία απούσα από τη ζωή τους. Η οικογένειά τους δεν την θέλει ή μένει απλώς στη συνήθεια των γιορτών. Η προπαγάνδα των ΜΜΕ και των διανοουμένων γκρεμίζει γέφυρες επικοινωνίας. Συχνά και η ίδια η Εκκλησία δεν έχει τη διάθεση να αναταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα. Ακολουθεί μία γραμμή σιωπής και αποχής από τον δημόσιο βίο ή απλώς χρησιμοποιεί τα ΜΜΕ για να προβάλει πρόσωπα, άμφια και στολές ή για να αναπαραγάγει μηνύματα ακαταλαβίστικα, «χωρία» που δεν έχουν να κάνουν με το σήμερα. Κάποτε καλλιεργεί έναν φανατικό και διχαστικό λόγο, μία επιθετικότητα που δεν οδηγεί πουθενά. Και δεν θέλει ο νέος και δεν βρίσκει αγάπη και φιλία στην Εκκλησία.
Είναι όμως μία κραυγή αγωνίας αυτή. Υπενθυμίζει στους ταγούς της Εκκλησίας ότι η κύρια αποστολή τους είναι διά του Χριστού να βοηθηθούν ιδιαιτέρως οι νέοι να μάθουν πώς να είναι αυθεντικοί στη ζωή τους, να επιδιώκουν γνήσιες σχέσεις, να εργάζονται γι’ αυτές, να κοπιάζουν, να υπομένουν, να εμπιστεύονται. Κι αυτό γίνεται δια της πίστης. Διότι είναι εύκολο να κατακρίνεις τους άλλους ότι δεν σε δίδαξαν. Είναι επώδυνο όμως να χάνεις τον καιρό σου μη γυρνώντας και στον εαυτό σου, στον εντός σου άνθρωπο, για να δεις τι είναι αυτό που σε εμποδίζει και να μάθεις αυτό που αληθινά σου προσφέρει η Εκκλησία, αλλά και πώς να το εφαρμόσεις στη ζωή σου.
Πάντοτε υπάρχουν χώροι, ενορίες, μοναστήρια, συνάξεις και πρόσωπα που αγαπούνε και διδάσκουν στην πράξη τι σημαίνει φιλία. Χρειάζεται όμως να ακούσουμε τον Χριστό, το χτύπημα του Οποίου στην πόρτα της καρδιάς μας δίδεται συνεχώς, άλλοτε διά των προσώπων, άλλοτε διά των περιστάσεων της ζωής, άλλοτε διά του τρόπου της Εκκλησίας. Θα άξιζε τον κόπο οι νέοι να τολμήσουν να ανοίξουν αυτή την πόρτα.
Αυτό το σύνθημα είναι μία πρόκληση αφύπνισης για όσους θέλουμε να πιστεύουμε στον Θεό και έχουμε έγνοια για τους νέους μας. Ας μην μένουμε κι εμείς στην παραίτηση ότι η δομή της Εκκλησίας δεν βοηθά. Ο καθένας έχει την προσωπική του ευθύνη.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 15 Φεβρουαρίου 2017