ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ. ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ. ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Ένας σύγχρονος λειτουργός Άγιος.


Ένας σύγχρονος λειτουργός Άγιος.


ΑΓΙΟΣ Νικόλαος ο Πλανάς (1932), ένας άγιος των ήμερων μας, λειτουργούσε καθημερινά, χωρίς διακοπή, σε διάστημα μισού αιώνα. στο διάστημα αυτό τύχαινε κάποτε νά μην έχει πρόσφορο.
Πάντοτε όμως εξοικονομούσε είτε από τούς πιστούς είτε από τούς γύρω φούρνους.Κάποια μέρα είχε προχωρήσει ο όρθρος αρκετά, αλλά πρόσφορο δεν φαινόταν πουθενά.Έστειλε νά ψάξουν στους φούρνους και στις νοικοκυρές πού πάντα είχαν.Κοίταξε και ατά ντουλάπια του ιερού, μήπως είχε αφήσει άλλος ιερέας.Μα κανένα αποτέλεσμα. Στενοχωρήθηκε μέχρι δακρύων.
Κάποια στιγμή τον βλέπουν νά βγαίνει στην ωραία πύλη κρατώντας ένα πρόσφορο φρέσκο-φρέσκο. το είχε βρει πάνω στην άγία τράπεζα!Κοιτάξτε, παιδιά μου, τι σημείο μου έκανε ο Θεός, είπε συγκινημένος και χαρούμενος.'Όλα τα θαύματα, σημεία τα έλεγε. τα θεωρούσε φυσικά, γιατί είχε μεγάλη πίστη.Στα συναξάρια συναντάμε ασκητές πού τούς υπηρετούσε άγγελος Κυρίου. Πολύ φυσικό λοιπόν νά υπηρετούσε άγγελος Κυρίου και τον παπα-Νικόλα, τον «εντός του κόσμου διαβιούντα αληθινό ασκητή».Αρκετοί ενορίτες του, κυρίως μικρά παιδιά, τον έβλεπαν όταν λειτουργούσε κυριολεκτικά μεταρσιωμένο.

H φήμη τού παπα-Νικόλα, διηγείται σεβαστή γυναίκα, είχε απλωθεί σ' όλη την Αθήνα.
Κάποτε, παραμονή Χριστουγέννων, ξεκίνησα με τα εγγονάκια μου για νά κοινωνήσω από τ' αγιασμένα χέρια του.Τότε στη Βουλιαγμένη ήταν ακόμα ερημιά.
Είκοσι χαμόσπιτα σκόρπια εδώ κι εκεί και τριγύρω χωράφια. στη θέση της σημερινής εκκλησίας υπήρχε ένα παλιό βυζαντινό εκκλησάκι, μικρό σαν κουβούκλιο, χαμηλό και μισοσκότεινο.
είχαν έρθει και άλλες οικογένειες με τα παιδάκια τους. Κάποια στιγμή πού ο παπα-Νικόλας εμφανίστηκε στην ωραία πύλη κρατώντας το άγιο ποτήριο, το εγγονάκι μου φώναξε:
Γιαγιά, ο παπάς περπατάει στον αέρα! Πάψε, τού λέω, ενώ συγχρόνως σταυροκοπήθηκα.



Πώς περπατάει στον αέρα;τον βλέπω κι εγώ, φώναξε άλλο παιδάκι. Δεν πατάει κάτω.
Στο «Μετα φόβου...» πλησιάσαμε όλες οι' γυναίκες και τα παιδάκια νά κοινωνήσουμε.
Ό παπα-Νικόλας δεν είχε ακούσει τίποτε, αλλά, κι αν είχε ακούσει, δεν έδωσε καθόλου προσοχή.
Από τότε ερχόμουν πάντοτε εδώ και κοινωνούσα. και κάθε φορά ήταν αδύνατον νά μην ακούσω παιδάκια νά φωνάζουν:
Ό παπάς περπατάει στον αέρα!"
Το 1920, ανήμερα τα Χριστούγεννα, ο όσιος λειτουργούσε στον άγιο 'Ιωάννη Βουλιαγμένης.
'Όταν βγήκε νά κοινωνήσει τούς πιστούς, πλησίασε και μια γυναίκα με το μωρό της.
Αφού κοινώνησε το μικρό, το έδωσε σε Μια κοπέλα, την 'Ιουλία, νά το κρατάει.
Ή 'Ιουλία, καθώς το κρατούσε, γύρισε και κοίταξε τον Ιερέα. Τότε παρά λίγο νά της πέσει το παιδί από τα χέρια.
Πρόσεξε! τι έπαθες; της φωνάζει ή γυναίκα. - Βλέπω τον παπά νά στέκεται πάνω σ' ένα σύννεφο, απάντησε εκείνη εκστατική.
'Άλλοτε πάλι, ενώ λειτουργούσε ο όσιος στον προφήτη Ελισαίο, έγινε και τούτο:
'Ένα οκτάχρονο παιδάκι βγαίνει κάτωχρο από το Ιερό και λέει στη μητέρα του:
Μαμά, ο παπα-Νικόλας εΙναι τόσο ψηλά από τη γη! και της έδειξε μισό πήχη με το χεράκι του.
Λειτουργικά βιώματα
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ 'Ιωακείμ Σπετσιέρης (1858-1943) διηγείται τις ακόλουθες εμπειρίες του από την περίοδο της παραμονής του στη μονή του άγίου Σάββα, στα .Ιεροσόλυμα:
Την τέταρτη Κυριακή της μεγάλης σαρακοστής του 1888 λειτουργούσε ατό καθολικό ο ιερομόναχος Γερμανός.
Ήταν τύπος αληθινού μοναχού, απλός, άκακος, απονήρευτος, μειλίχιος και ταπεινός.
Μετά τη μεγάλη είσοδο, όταν βγήκε ατή ωραία πύλη για νά ευλογήσει το εκκλησίασμα, μου φάνηκε
το πρόσωπό του σαν μια πύρινη Φλόγα.
Τι έπαθε ο παπα-Γερμανός; ρώτησα τον π. Κύριλλο, νομίζοντας ότι κάτι δυσάρεστο του συνέβη.
Σώπα, μου λέει, μεταρσιώθηκε από τη θεία χάρη.
Πνευματικά δεν ζει πλέον στον κόσμο, βρίσκεται στον ουρανό. δεν βλέπεις πού κινείται μηχανικά σαν νά είναι αφηρημένος; Αυτό
συμβαίνει κάθε φορά πού λειτουργεί.
Όταν έγινα ιερέας, Μια μέρα ρώτησα τον παπα-Γερμανό:
Πάτερ Γερμανέ, έχω διαβάσει ότι παλαιότερα πολλοί ιερείς, όταν έκαναν τη μεγάλη είσοδο κρατώντας τα τίμια Δώρα, δεν πατούσαν ατή γη. Υπάρχουν τέτοιοι ιερείς σήμερα; Μην αμφιβάλλεις, μου είπε, μήπως συμβεί και Σε σένα κάτι τέτοιο!
Πραγματικά, την επόμενη Κυριακή ήμουν εφημέριος.
'Όταν λοιπόν βγήκα για τη μεγάλη είσοδο κρατώντας τα 'Άγια, σήκωνα τα πόδια μου, γιατί δεν εύρισκα στερεό έδαφος νά πατήσω. Αργότερα με επισκέφθηκε στο κελί μου ο παπα-Γερμανός και με ρώτησε:
Γιατί σήμερα, την ώρα της μεγάλης εισόδου, σήκωνες τα πόδια σου; δεν ξέρω τι έπαθα, δεν εύρισκα στερεό έδαφος νά πατήσω.
Ακριβώς. Βρισκόσουν στον αέρα, γιατί σε κρατούσαν θείοι Άγγελοι. Πίστευε λοιπόν και μη έρεύνα, γιατί το μυστήριο της θείας ευχαριστίας είναι μεγάλο.
Μόνο στη μεγάλη είσοδο κρατούν το λειτουργό οι θείοι Άγγελοι στον αέρα;
Ναι, γιατί τότε φέρει επάνω του τα. τίμια Δώρα.
'Όταν τα αποθέσει, τότε ή χάρη ενεργεί στο πνεύμα του, πού το μεταρσιώνει στον φωτεινό και ουράνιο κόσμο.

Παράδοξο σημείο

Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ μας άγιος Σάββας (1862-1948), προστάτης και πολιούχος της Καλύμνου, τελούσε τη θεία λειτουργία με τέλεια προσήλωση στο μυστήριο.
Πολλές φορές συλλειτουργούσε και συνομιλούσε με άγίους, κάποτε μάλιστα με τούς τρεις Ιεράρχες, ενώ συγχρόνως τον περιέβαλλαν χοροί αγγέλων.
Την ώρα της θείας μεταλήψεως, όπως είχαν παρατηρήσει συλλειτουργοί του ή και άλλοι πιστοί, φούσκωνε και ξεχείλιζε το άγιο ποτήριο, χωρίς όμως νά χύνεται ή θεία Κοινωνία.
Η Νίκη Κουτελαίνα, αργότερα μοναχή Σαλώμη, είδε κάποτε τον όσιο στην προσκομιδή πολύ υψωμένο, ενώ τριγύρω παραστέκονταν αγγελικά τάγματα. Παρατήρησε μάλιστα κι αύτή ότι το άγιο ποτήριο φούσκωνε.
Φοβήθηκε ή γυναίκα, αλλά δεν μίλησε. 'Αργότερα φανέρωσε στον άγιο Σάββα αυτά πού είδε. 'Εκείνος όμως της είπε:
Ω, παιδί μου, μη προς Θεού! μην τα πεις πουθενά!

Χαρισματικές καταστάσεις

ΑΠΩ το 1931 ο μακαριστός ηγούμενος της αγιορείτικης μονής ΣΙΜΩΝΟΣ Πέτρας, ΑΡΧΙΜ. Ιερώνυμος (1871-1957), υπηρετούσε ως πνευματικός σ' ένα μετόχι της μόνης, στην 'Ανάληψη της 'Αθήνας.
Ήταν αυτό οικονομία Θεού, για νά λάμψει και στην πρωτεύουσα ή αγιότητα του μακαριστού γέροντα και νά οδηγηθούν έτσι πολλές ψυχές στη σωτηρία.
Ως λειτουργό τον χαρακτήριζε απερίσπαστη αφοσίωση ατό μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Όταν ιερουργούσε, φαινόταν εξαϋλωμένος.
'Από τούς πιστούς πού συνέρεαν στις ιερές του μυσταγωγίες, πολλά παιδιά τον έβλεπαν υπερυψωμένο από το έδαφος και φώναζαν
Ο παππούλης πετάει! Κοιτάξτε, ο γέροντας δεν πατάει στη γη!
Μία μοναχή επίσης τον είδε, καθώς έβγαινε για τη μεγάλη είσοδο, νά μην κατεβαίνει τα σκαλοπάτια της βορινής πύλης του ιερού, αλλά νά βαδίζει στον αέρα.
Άλλη μοναχή αναφέρει ότι πολλές φορές, σε ώρα θείας λειτουργίας, έβλεπαν το γέροντα μπροστά στην άγία τράπεζα μία σπιθαμή υψωμένο από το έδαφος.
Η μικρή Βενετία, πού αργότερα έγινε μοναχή, όταν ήταν πέντε περίπου ετών τον είδε σε μία λειτουργία του με τα αθώα μάτια της νά βρίσκεται μαζί με τούς αγγέλους γύρω από το άγιο θυσιαστήριο. τις ήμέρες εκείνες ή όψη του γέροντα ήταν αλλοιωμένη, και για μεγάλο διάστημα ή μικρή δεν έμπαινε στο ναό, αλλά κοίταζε με δέος από την εξώπορτα.
Κάποια χειμωνιάτικη νύχτα, πού ή βροχή έπεφτε ραγδαία, ειδοποίησαν το γέροντα νά πάει νά κοινωνήσει έναν άρρωστο.
"Έφυγε αμέσως για το σπίτι του ασθενούς κρατώντας τα άχραντα Μυστήρια. Το θαυμαστό είναι ότι στο δρόμο δεν βράχηκε καθόλου!

Συλλειτουργός άγίων

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ Γεώργιος ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ (1901-1959), Πόντιος στην καταγωγή, εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Δράμας το 1930, όπου ανέπτυξε ως ιερομόναχος και εξομολόγος μεγάλη πνευματική δραστηριότητα.
Ως λειτουργός ζούσε υπερφυσικές καταστάσεις, πού ήταν απόρροια της οσιακή του βιωτής.
Δυναμώστε την πίστη σας", συμβούλευε τα πνευματικά του παιδιά,
και προσπαθήστε νά προσηλώνεστε στα τελούμενα κατά τη θεία λειτουργία, ώστε ν' αξιώνεστε νά βλέπετε τα μεγαλεία του Θεού, το Άγιο Πνεύμα νά κατεβαίνει στην άγία τράπεζα...".
Όταν θα λειτουργούσε, σηκωνόταν γύρω στα μεσάνυχτα για νά προσευχηθεί και νά ετοιμαστεί για το μέγα μυστήριο.
Ήταν ακούραστος και ιεροπρεπής. δεν βιαζόταν, και στεκόταν μπροστά στην άγία τράπεζα σαν αναμμένη λαμπάδα.
Κάποτε, ενώ ο γέροντας μνημόνευε ονόματα στην άγία πρόθεση, μία χριστιανή άκουγε αδύνατες και άσχημες φωνές νά επαναλαμβάνουν κοροϊδευτικά τα ονόματα.
Ήταν οι δαίμονες, πού θορυβούσαν για νά σταματήσει ή μνημόνευση στην προσκομιδή διάβαζε πολλά ονόματα.
Ορισμένα τα σημείωνε, είτε ζωντανών είτε νεκρών, κι ενημέρωνε διακριτικά τούς συγγενείς τους για τα προβλήματά τους η για τον τρόπο πού πέθαναν, ώστε νά τελέσουν μνημόσυνα, λειτουργίες και ελεημοσύνες.
Σε μίαν αγρυπνία, στο ναό του άγίου Μηνά στη Θεσσαλονίκη, πνευματικά του παιδιά είδαν τον γέροντα Γεώργιο, αν και ήταν απών να συλλειτουργεί με τον εφημέριο του ναού.
Θαύμασαν οι πιστοί για τη μυστική παρουσία του, με την όποία ήθελε να τούς ενισχύσει στον κόπο της αγρυπνίας.
Ο πατήρ Γεώργιος επικοινωνούσε με τον αόρατο πνευματικό κόσμο.
Η επαφή του αυτή με τούς άγίους ήταν εντονότερη την ώρα της θείας λατρείας.
Συχνά συλλειτουργούσε με άγίους. "Σπάνια λειτουργώ μόνος", έλεγε με απλότητα.
Σήμερα είχαμε τον τάδε άγιο συλλειτουργούντα.
Σε μια λειτουργία όλο το εκκλησίασμα άκουσε έναν δυνατό θόρυβο στο άγιο βήμα. στη συνέχεια είδαν το πρόσωπο του γέροντα αλλοιωμένο και φωτεινό.
Είχαμε ουράνιους επισκέπτες", εξήγησε αργότερα. "τον άγιο Μηνά, τον άγιο Γεώργιο, τον άγιο Νικόλαο...".
Άλλη φορά, στο τέλος της θείας μυσταγωγίας, είπε συγκινημένος: "Είχαμε μουσαφιρέους, τον άγιο Νικόλαο και τον άγιο 'Ιωάννη. αυστηρός μουσαφίρης ο τίμιος Πρόδρομος". Κάθε φορά πού θύμιαζε την εικόνα του, έτρεμε το χέρι του.
Όταν συλλειτουργούσε με άγίους, στην απόλυση συνήθιζε νά τούς μνημονεύει, και τότε ή συγκίνηση και η χαρά του ήταν απερίγραπτες.
την παραμονή του ελληνοιταλικού πολέμου έκλαιγε συνεχώς
Τι έχεις γέροντα και κλαις; τον ρωτούσαν. - 'Έμεινα ορφανός, απαντούσε εκείνος.
'Έφυγε ή Παναγία με τον άγιο Γεώργιο στο μέτωπο.
Ευλαβείς χριστιανοί τον έβλεπαν την ώρα της θείας λειτουργίας νά μην πατάει στη γη.
'Έτσι, σε μία νυχτερινή λειτουργία, την ώρα πού διάβαζε το Ευαγγέλιο, τον είδαν νά είναι υψωμένος από το έδαφος. σε άλλη θεία λειτουργία, την ώρα της μεγάλης εισόδου, τον είδαν πάλι νά βαδίζει στον αέρα, να σταματάει στο κέντρο του ναού μία σπιθαμή ψηλότερα από το δάπεδο και τέλος, μπαίνοντας στο άγιο βήμα, v ακουμπάει στο έδαφος.
Κάποτε ένας επισκέπτης, αυτόπτης μάρτυρας παρόμοιων γεγονότων, τα διηγήθηκε στους άλλους πιστούς. τον κάλεσε τότε ο γέροντας, του έδωσε ένα χαστούκι(!) και του είπε αυστηρά:
Ότι βλέπεις δεν θα το λες σε άλλον! Μία γυναίκα, μετά από κάποια μυσταγωγία, του είπε.
σε είδα, γέροντα, νά λάμπεις δυνατά.
Κι εκείνος ταπεινά αποκρίθηκε: Είμαι άξιος εγώ νά λάμπω; 'Ο Χριστός είναι άξιος. 'Ίσως ή δική του λάμψη νά έπεφτε πάνω μου...

Ο ουράνιος διάκος

Ο ΠΑΤΗΡ Αθανάσιος Χαμακιώτης (1967), ο σεμνός λευίτης της «Νεραντζιώτισσας» Αμαρουσίου, λειτουργούσε κάποια μέρα στο παρεκκλήσι της Παναγίας μία γυναίκα από το εκκλησίασμα, ή Ε.Μ., πού στεκόταν μπροστά στο ιερό βλέπει έναν ξανθό διάκονο με λευκή στολή νά υπηρετεί τον π. 'Αθανάσιο μπροστά στην άγία τράπεζα.
Μάλιστα στεκόταν πάντα στα δεξιά του στη διάρκεια της θείας λειτουργίας δεν βγήκε καθόλου από το άγιο βήμα.
Σκέφτηκε ή γυναίκα πώς θα ήταν νεοχειροτονημένος, και του μάθαινε ο ιερέας τη λειτουργική τάξη.
Ή λειτουργία τελείωσε και ο κόσμος έφυγε. Εκείνη όμως παρέμεινε για νά ικανοποιήσει την περιέργειά της, νά δει
Ποίος ήταν ο διάκονος. ο π. ' Αθανάσιος κατέλυσε κι έφυγε, αλλά ο διάκονος δεν έβγαινε από το ιερό.
Τότε ή γυναίκα άνοιξε το παραπέτασμα. Μα δεν είδε κανέναν. Ο διάκονος είχε εξαφανιστεί. και άλλη έξοδος δεν υπήρχε!
Όταν αργότερα διηγήθηκε στον π. Αθανάσιο το περιστατικό, εκείνος με απλότητα της είπε:
Αυτά, παιδί μου, συμβαίνουν, αλλά μη λες πουθενά τίποτα".

Θαυμαστή θεοπτία

Ο ΠΑΠΑ-ΤΥΧΩΝ, ο γνωστός Ρώσος αγιορείτης ησυχαστής της Καψάλας (1968), όταν λειτουργούσε, έλεγε στον ψάλτη νά στέκεται έξω από το εκκλησάκι, στον μικρό διάδρομο, κι από κεί να εκφωνεί το «Κύριε ελέησον».
'Ήθελε να είναι τελείως μόνος και νά κινείται άνετα στην προσευχή του.
Την ώρα του χερουβικού, ο παπα- Τύχων μεταφερόταν σε ουράνιους κόσμους, και παρέμενε εκεί για είκοσι εως τριάντα λεπτά:
Ο ψάλτης έπρεπε νά επαναλάβει τον ύμνο πολλές φορές μέχρι τη μεγάλη είσοδο.
Τι έβλεπες και Τι άκουγες, γέροντα, τη μισή εκείνη ώρα; τον ρωτούσε μετά την λειτουργία. και ο γέροντας απαντούσε με τα χαριτωμένα. σπασμένα ελληνικά του: .
Χερουβείμ-Σεραφείμ δοξολογούσε Θεό. 'Εγώ πετάω, Πα, πά, πά! την ώρα του χερουβικού φύλακας άγγελος ανεβάσει.
Μετά από μισή ώρα φύλακας άγγελος κατεβάσει... πω, πω, εγώ λειτουργήσει...
Ο παπα-Τύχων κοινωνούσε καθημερινά από τον άγιο" Άρτο. Ο ίδιος δεν έψελνε ποτέ, πάντα λειτουργούσε.

Εμπειρίες ενός Ταπεινού λευίτη

Ο ΠΑΠΑ - ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γκαγκαστάθης (1902-1975), ένας απλοϊκός και άγιος κληρικός του αιώνα μας, όταν λειτουργούσε είχε θείες θεωρίες και εμπειρίες. Διηγείται ο ίδιος:
Κάποτε, στη μεγάλη είσοδο, κι ενώ πλησίαζα στην ωραία πύλη, είδα αριστερά μου ένα όμορφο παιδάκι, πού χάθηκε σαν σκιά. Συγχρόνως ακούστηκε κρότος από το καντήλι της Παναγίας, πού άρχισε νά κουνιέται μέχρι το τέλος της λειτουργίας. Σε μία νυχτερινή λειτουργία μου στο ναό των Ταξιαρχών, είδα την ώρα της δοξολογίας το ίδιο εκείνο παιδάκι νά στέκεται μπροστά στην προσκομιδή, και να εξαφανίζεται πάλι σαν καπνός" .
Ανήμερα του Αγίου Πνεύματος λειτούργησα στην ιερά μονή Αγίας Τριάδος Μετεώρων. Τι ευλογία Θεού!
Εκείνη ή λειτουργία θα μου μείνει αλησμόνητη. στη μεγάλη είσοδω κατέβηκε από αριστερά μία γυναίκα, από δεξιά ένας άνδρας μ' ένα μικρό παιδί, ενώ πλήθος από άλλα παιδάκια ακολουθούσαν τα τίμια Δώρα".
Κάτι ανάλογο συνέβη στις 8 Αυγούστου 1954. στις 5 το πρωί ξεκίνησα για το χωριό' Αρδάνι.
Περπατούσα κι έψαλλα κατανυκτικούς ύμνους για να ευχαριστήσω τον Κύριο και τη Θεοτόκο. Φτάνοντας στην εκκλησία του χωριού, άρχισα τον όρθρο, και στη συνέχεια μπήκα στη θεία λειτουργία με πνευματική ευφροσύνη και αγαλλίαση. συνέβη τότε το έξης θαυμαστό:
Όσα παιδιά από 12 ετών και κάτω βρίσκονταν στο ναό, έβλεπαν στο ιερό δύο μεγάλες σκάλες, πάνω στις όποίες ανέβαιναν και κατέβαιναν παιδάκια λουσμένα στο Φως. Όταν διάβαζα το Ευαγγέλιο, γέμισε από παιδάκια ή άγία τράπεζα. την ώρα της μεγάλης εισόδου ή νεωκόρος είδε νά κατεβαίνει από την αριστερή σκάλα μία γυναίκα κι από τη δεξιά ένας άνδρας μ' ένα μικρό παιδί, ενώ πλήθος παιδάκια ακολουθούσαν τη μεταφορά των τιμίων Δώρων" .
Μερικές φορές ο παπα-Δημήτρης, την ώρα της θείας λειτουργίας, είχε ενοχλήσεις από τούς δαίμονες:
Κάποτε", διηγείται, "ενώ λειτουργούσα, ακούω έξω θορύβους. Βγαίνω, και Τι νά δω! Οι σατανάδες χτίζανε πολυκατοικία.
Άλλος κρατούσε μυστρί, Άλλος φτυάρι... Τούς σταύρωσα, κι όλα εξαφανίστηκαν.
'Άλλοτε, ενώ λειτουργούσα τη νύχτα, μπήκαν στην εκκλησία κι άρχισαν ν' αναποδογυρίζουν τις καρέκλες.
Ό αρχηγός τους μάλιστα μπήκε στο ιερό, έκλεισε το παραθυράκι και μ' έπιασε απ' το λαιμό νά με πνίξει. Επικαλέστηκα τούς άγίους Ταξιάρχες, κι αμέσως χάθηκαν.
Οι δαίμονες, με παραχώρηση Θεού, μπαίνουν μέσα στην εκκλησία και βάζουν λογισμούς στους πιστούς.
Μόλις όμως πουν οι ψάλτες το χερουβικό και βγει ο ιερέας για τη μεγάλη είσοδο, αμέσως φεύγουν" Το Δεκέμβριο του 1968, ενώ λειτουργούσε ο παπα-Δημήτρης, ανάμεσα στο εκκλησίασμα ήταν κι ένα κορίτσι 14 ετών, πού το βασάνιζε ο σατανάς.
Την ώρα του χερουβικού έβγαλε ξαφνικά μια τρομερή κραυγή κι έπεσε κάτω σαν νεκρό.
Οι πιστοί ανησύχησαν. Σε λίγα λεπτά όμως το σήκωσαν σε καλή κατάσταση, σωφρονισμένο. Στο τέλος μάλιστα της θείας λειτουργίας έγινε Παράκληση, και το κορίτσι έφυγε από την εκκλησία πολύ διαφορετικό.
Κάθε φορά πού ο παπα-Δημήτρης λειτουργούσε στο ναό τού χωριού του, τούς Αγίους Ταξιάρχες, ή άγία τράπεζα ευωδίαζε.
Αυτό συνέβαινε μερικές φορές και σε άλλους ναούς. Η εύωδία παρουσιαζόταν κυρίως μετά τη μεγάλη είσοδο, όταν τοποθετούσε τα άχραντα Μυστήρια πάνω στην άγία τράπεζα.
Άλλοτε παρουσιαζόταν την ώρα της επικλήσεως τού Αγίου Πνεύματος, στο «τα σα εκ των σων... ».
Συχνά έβαζε βαμβάκι κάτω από το αντιμήνσιο πριν αρχίσει ή θεία λειτουργία, και τελειώνοντας, το βαμβάκι μυροβολούσε.
Το γεγονός αυτό το μαρτυρούν πολλοί, πού συγκλονίστηκαν και τονώθηκαν στην πίστη.
Το άρωμα της άγίας τραπέζης δυνάμωνε το λειτουργό και τον ανακούφιζε. Κάποτε έβγαινε τόσο άφθονο, ώστε δυσκολευόταν ν' αναπνεύσει. Μια φορά μάλιστα ή εύωδία έβγαινε σαν ένας μικρός στύλος καπνού και πλημμύρισε όλη την εκκλησία.
Όταν ο παπα-Δημήτρης ζήτησε και τη γνώμη τού π. Φιλόθεου Ζερβάκου, εκείνος απάντησε:
δεν πρέπει ν' αμφιβάλλουμε ότι πρόκειται για ένα παράδοξο θαύμα. το πιο βέβαιο εΙναι πώς ή εύωδία προέρχεται από τη θυσία τού 'Ιησού Χριστού, πού σαν ' Αμνός σφαγιάζεται πάνω στην άγία τράπεζα για τις αμαρτίες μας. Πιθανόν όμως νά προέρχεται και από τα άγια λείψανα πού βρίσκονται κάτω από την άγία τράπεζα η και από τα εγκαίνια".



ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Άγιος Νικόλαος Πλανάς


Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος νικόλαος πλανάς



ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ

«Ένα τάλληρον την ημέραν ήτο δι ' αυτόν πολύ»

Μεταξύ των ολίγων πραγματικών, λειτουργών του Υψίστου, υπήρξεν ασφαλώς ο χθες εις Κύριον αποδήμησας αίδεσιμώτατος ιερεύς Νικόλαος Πλανάς, εις ηλικίαν 82 ετών.

Εγεννήθη εις Νάξον το 1851 και από μικρό παιδί αφιερώθη εις τα θεία και την υπηρεσίαν της Εκκλησίας. Από δέκα ετών υπήρξεν υπηρέτης του ιερού, εσήκωνε τα άγια εξαπτέρυγα, αγρυπνούσεν εις τας ολονυκτίας, και από της ηλικίας εκείνης είχεν εκδηλωθή το φιλεύσπλαγχνον του χαραχτήρος του και τα αλτρουιστικά του αισθήματα. Το ψωμί που του έδιδε η μητέρα του, το εμοίραζε με τα άλλα παιδιά του χωριού του, και πολλές φορές είχε δώσει και τα ρούχα του ακόμη στα φτωχά παιδιά.

Το 1879 εχειροτονήθη διάκονος εις τον Άγιον Παντελεήμονα τον παλαιόν... κατόπιν εχειροτονήθη ιερεύς (1884) εις το παρά τον Παλαιόν Στρατώνα ναΰδριον του Προφήτου Ελισσαίου, εις το οποίον μετέβαινε, ως γνωστόν, και έψαλλε κάθε Κυριακήν ο αείμνηστος διηγηματογράφος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ελειτούργησεν εις τον ιερόν ναόν της Μεταμορφώσεις ολίγον διάστημα, και ετοποθετήθη εις το τότε εξωκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, μετόχιον της Μονής του Όρους Σινά.[...]

Ο σημερινός ναός του Αγίου Ιωάννου οφείλεται κατά μέγα μέρος εις αυτόν και τας ενεργείας ενός άλλου μορφωμένου και αφοσιωμένου κληρικού, του ιερέως Νικολάου Λαμπροπούλου. Ο κόσμος χάρις εις τον παπα-Πλανάν, συνέρρεεν εις την μικράν εκκλησίαν και τα εισοδήματά της, φυσικά, ηύξανον. Ταυτοχρόνως εμεγάλωνε και η συνοικία και κατέστη, συν τω χρόνω, μεγάλη ενορία. Όλα τα κέρδη του ο παπα-Νικόλαος τα διέθετε εις την εκκλησίαν και τους πτωχούς. Ηγόρασεν εικόνας και προσέφερε δώδεκα χιλιάδας προπολεμικών δραχμών, ως εμφαίνεται εκ των πρακτικών, και δεκαπέντε μεταπολεμικάς. Ουδέποτε κρατούσε χρήματα. Ό,τι του έδιδον, τα διέθετεν αμέσως. Με το ένα χέρι τα έπαιρνε και με το άλλο τα έδιδε σε πτωχούς, χήρας και ορφανά. Εισέπραττε το πρωί; Το μεσημέρι δεν είχε πεντάρα. Εισέπραττε το απόγευμα; Το βράδυ εκοιμάτο απένταρος.

Άκακος και άχολος, μη γνωρίζων την άρνησιν, έδιδε εις πάντας τους ζητούντας. Και πολλάκις, όπως μου έλεγεν ο πάτερ Λαμπρόπουλος, έπιπτε θύμα εκμεταλλευτών, οι οποίοι επήγαιναν και του έλεγαν ότι ήσαν πτωχοί, ότι επεινούσαν και υπέφεραν και τους έδιδε και την τελευταίαν του δεκάραν. Όπως ήτο επόμενον, ήτο αδύνατον ο άγιος άνθρωπος να έχη εχθρούς. Και να τον ύβριζον ακόμη και να τον έκλεπτον φανερά, αυτός με το μειδίαμα της καλωσύνης εις τα χείλη τους συνεχώρει και τους ηυλόγει. Ένα τάλληρο την ημέραν ήτο δι' αυτόν πολύ. Ουδέποτε κρατούσε περισσότερα χρήματα. Τα υπόλοιπα τα εμοίραζε.



« Άλλη τις ξένη δύναμις τον εβάσταζε»

Κατά το έτος 1905-1907 υπηρετών εις τας τάξεις του στρατού, εφοίτων εις την Βυζαντινήν Μουσικήν Σχολήν «Ιωάννης ο Δαμασκηνός», την οποίαν είχεν ιδρύσει ο εκ Μονεμβασίας συμπατριώτης μου, αείμνηστος Ανδρέας Τσικνόπουλος, μουσικοδιδάσκαλος. Εις την ιδίαν Σχολήν εφοίτα και ο επίσης συμπατριώτης μου εκ Συκέας της Λακωνίας Ιωάννης Αλεξάκης, μετέπειτα Ιεροψάλτης. Ούτος ημέραν τινά λέγει μοι: «Να έλθης εις τον μικρόν ναόν του Προφήτου Ελισσαίου, εις τον οποίον γίνονται κατανυκτικαί αγρυπνίαι και ψάλλουν βυζαντινά οι Παπαδιαμάντης, Μωραϊτίδης, Τσώκλης και άλλοι. Θα ωφεληθής και θα μάθης πολλά αναγκαία, χρήσιμα και ωφέλιμα δια την ιεράν υμνωδίαν».[...]

Εις τας αγρυπνίας ήρχετο ανήρ τις, Αλέκος το όνομα, όστις έψαλλε, αλλ' ήτο μέθυσος, και ότε ήτο μεθυσμένος έψαλλε με κατάνυξιν και με δάκρυα. Ο Παπαδιαμάντης που τον ήξευρε όταν έψαλλε με κατάνυξιν έλεγε: «ο Αλέκος έχει κρασοκατάνυξιν» και πολλάκις τον εδίωκεν εκ της εκκλησίας. Ο παπα-Νικόλας, ως απλούς και άκακος, επειδή κατά τον ίδιον σοφόν παροιμιαστήν: «άκακος ανήρ, παντί πιστεύει», έλεγε: «καλός, καλός ο Αλέκος, έχει κατάνυξιν, έχει φόβον Θεού», και ενίοτε μετά την αγρυπνίαν τω έδιδε και μικράν αμοιβήν. Τούτο υπήρξεν αφορμή εις τον Αλέκο να πλησίαση τον παπα-Νικόλα και να γίνη οικείος του και αχώριστος, αλλ' υπήρξε και αφορμή σκανδάλου εις τινάς αδελφούς και εις εμέ, όστις ήμην νέος 22 - 23 ετών και εγνωρίζαμε τον Αλέκο, τινές δε είπον εις τον παπα-Νικόλα να διώξη τον Αλέκον, διότι ήτο μέθυσος και γίνεται σκάνδαλον εις τους αδελφούς. Αλλ' ο παπα-Νικόλας με την συνήθη απλότητα του, έλεγε: «καλός, καλός ο Αλέκος, αγαπά την εκκλησίαν, ψάλλει καλά». Ως τόσον ο Αλέκος επήρε θάρρος και με τρόπον έβαζε το χέρι και εις την τσέπην του παπα - Νικόλα και του αφαιρούσε τα χρήματα που του έδιδαν οι ευλαβείς χριστιανοί, δια να μνημόνευση τα ονόματα των προσφιλών γονέων, τέκνων, αδελφών και συγγενών των εις τας αγρυπνίας και Λειτουργίας.

Κάποτε ο παπα - Νικόλας είχε εις την τσέπη του αρκετά κέρματα και ο Αλέκος έβαλε το χέρι του και προσεπάθει να τα πάρη όλα. Ο παπα-Νικόλας αντελήφθη τούτο και χωρίς να θυμώση, να τον υβρίση, να τον ελέγξη, ηρκέσθη και τω είπε με πραότητα: «Αλέκο ήσυχα, ήσυχα- ήσυχα Αλέκο». Ο Αλέκος εξηκολούθει αφόβως και εισήρχετο ενίοτε και εις το Άγιον θυσιαστήριον και του αφήρει ό,τι είχε. [...]

Απορίαν και θαυμασμόν μοι προξενεί, όταν αναλογισθώ, ότι ο παπα-Νικόλας επί 15 περίπου ώρας ίστατο άυπνος και όρθιος, καίτοι υπέφερεν από τους πόδας του και είχε και άλλας ασθενείας. Ίστατο όλην την αγρυπνίαν 10-11 ώρας και κατά τα εξημερώματα μετέβαινεν εις την ενορίαν του και συνέχιζε τον Όρθρον και την Λειτουργίαν, άλλας 4-5 ώρας. Δεν θα ήτο δυνατόν να ίσταται τόσος ώρας, εάν δεν είχε υπομονήν μεγάλην. Αλλά και όσον μεγάλην υπομονήν εάν είχε, πάλιν δεν θα εβάσταζε. Τον παπα-Νικόλα άλλη τις ξένη δύναμις τον εβάσταζε: η δύναμις του Θεού, η χάρις του Αγίου Πνεύματος, «η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα», η τα αδύνατα δυνατά ποιούσα. Αρμόζει να είπη τις, ότι εν τω π. Νικολάω δεν έζη ο Νικόλαος, αλλά το εν ταις καρδίαις των πραέων αναπαυόμενον Πνεύμα Κυρίου: «εν καρδίαις πραέων αναπαύσεται πνεύμα Κυρίου, καρδία δε ταραχώδης καθέδρα διαβόλου», λέγει ο σοφός Παροιμιαστής.

Ο π. Νικόλαος ουδέποτε εταράχθη, ουδέποτε εθύμωσε, πάντας ηγάπα, υπέρ πάντων ηύχετο. Είχε δε την νοεράν προσευχήν, το χαροποιόν πένθος, το αείρυτον δάκρυον, άτινα τον κατέστησαν πράον και κληρονόμον της γης των πραέων, της Βασιλείας των Ουρανών.

Ας μιμηθώμεν και ημείς, αγαπητοί, κατά το δυνατόν, την ταπείνωσιν του αγίου παπα-Νικόλα, δια να επιβλέψη και εις ημάς ο Κύριος και μας υψώση. Ας μιμηθώμεν την πραότητα αυτού, δια να αναπαυθή και εις τας ιδικάς μας καρδίας το Πνεύμα του Κυρίου, ας μιμηθώμεν την εκείνου υπομονήν, ίνα εν τη υπομονή ημών κτησώμεθα τας ψυχάς ημών, και ούτω κληρονομήσωμεν την Ουράνιον και αιώνιον Βασιλείαν του Θεού. Ης γένοιτο πάντας επιτυχείν, ελέει και οικτιρμοίς, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ι. Χριστού, και δια πρεσβειών της Πανάχραντου Μητρός Αυτού και πάντων των Αγίων. Αμήν.

Αρχιμ. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ

Πηγή περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ ΤΕΥΧΟΣ 16 (από το βιβλίο Ο παπα Νικόλας Πλανάς Εκδόσεις «ΑΣΤΗΡ» Αθήνα 1979. )
Αντιγραφή από την ιστοσελίδα του Ιερού Ναού Αγίας Βαρβάρας Πατρών