“Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ” (Β’ Κορ. 7,1)
᾿”Αφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ καθετὶ ποὺ μολύνει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. ῍Ας ζήσουμε μιὰ ἅγια ζωὴ μὲ φόβο Θεοῦ”.
Η υπόσχεση ότι ο Τριαδικός Θεός είναι ο Θεός μας είναι ένα συγκλονιστικό άνοιγμα εκ μέρους του Θεού προς το δημιούργημά Του, τον άνθρωπο. Πάντοτε ο Θεός τιμά τον άνθρωπο, ο οποίος δεν αντιλαμβάνεται αυτήν την τιμή. Και να είναι το να είμαστε υιοί και θυγατέρες Θεού η μεγαλύτερη δωρεά την οποία λάβαμε και θα λάβουμε ποτέ. Οι γονείς που σκέπτονται υγιώς δεν κρατάνε τα παιδιά τους στη λογική της ιδιοκτησίας τους, αλλά τα μεγαλώνουν εν ελευθερία, για να τα αφήσουν να φύγουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύουν να τα αγαπούν ως παιδιά τους και να τα στηρίζουν όποτε και όπως είναι εφικτό. Αυτοί οι γονείς μιμούνται τον Θεό, ο Οποίος μας δημιούργησε ως την κορωνίδα της Δημιουργίας, με τη δυνατότητα να γίνουμε κατά χάριν θεοί μέσα από τη σχέση μαζί Του, και μας ανέπλασε με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο, τη σταύρωση και την ανάστασή Του, για να νικήσουμε και τον έσχατο εχθρό μας, τον θάνατο, χωρίς να υπολογίζει την ανταρσία μας, την αυτοθεοποίησή μας, την απόφασή μας να ζούμε ασώτως μακριά Του. Και βιώνουμε την υιοθεσία μας συνεχώς στην Εκκλησία και τον τρόπο της. Διότι σ’ αυτήν βλέπουμε το μεγαλείο του Τριαδικού Θεού, που είναι για μας η εμπειρία της θείας λειτουργίας, της Ευχαριστίας, της κοινωνίας μαζί Του, που μας αναπλάθει με το σώμα και το αίμα του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, εν Αγίω Πνεύματι, για να μπορούμε μέσω του Υιού να γνωρίζουμε τον Πατέρα.
Αν είμαστε καρδιές ευγνώμονες, τότε έχουμε κληθεί να δείξουμε την ευγνωμοσύνη μας καθαρίζονταςτον εαυτό μας “από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος”. Δεν είναι μόνο τα πάθη μας και οι λογισμοί. Είναι πρωτίστως το αίσθημα ιδιοκτησίας που έχουμε απέναντι στη ζωή, απέναντι στους άλλους ανθρώπους, απέναντι στον κόσμο, απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό θεωρώντας ότι τα πάντα τα δικαιούμαστε, τα πάντα μας ανήκουν. Έτσι, οδηγούμε τους εαυτούς μας όχι στον Θεό, αλλά στον άνθρωπο-θεό, παραθεωρώντας τη φθαρτότητά μας, αλλά, και κάποτε, απαιτώντας όλος ο κόσμος να πορευθεί κατά τη δική μας κρίση και φέρνοντας στη ψυχή μας είτε την επιθετικότητα είτε την λύπη και την απογοήτευση. Όμως ο χριστιανός, αν νιώθει την μεγάλη ευλογία να είναι παιδί του Θεού, παλεύει να είναι διάκονος. Παλεύει να συγχωρεί. Παλεύει τα πάθη και οι λογισμοί του να μην τον ωθούν στη χρήση του κόσμου, αλλά στην συνύπαρξη της αγάπης, η οποία γίνεται αγιωσύνη.
Ο χριστιανός φοβάται τον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι ντρέπεται το να πράττει το κακό, όχι διότι ο Θεός είναι τιμωρός, αλλά διότι ο ίδιος ο πιστός, νιώθοντας ότι η σχέση με τον Θεό είναι σχέση υιότητας, ευγνωμονεί τον πατέρα Του και του δείχνει ότι έμαθε να χαίρεται που είναι παιδί Του, αγαπώντας Τον και αγαπώντας όλον τον κόσμο. Η ελευθερία μας είναι δώρο ζωής. Είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορεί να επαναστατούμε εναντίον του Δωρεοδότη, επειδή την έχουμε, όμως, στην πραγματικότητα, μας δόθηκε για να επαναστατούμε εναντίον του πνεύματος του κακού, του διαβόλου, της αμαρτίας, που γίνονται βάση για να μολύνουμε εν τω ιδίω θελήματι την ύπαρξή μας, αλλάζοντας τον προορισμό της. Ο θάνατος είναι το όριό μας. Μπορεί όμως μέσα από την υιότητα απέναντι στον Θεό να γίνει το πέρασμά μας στην κατάργηση του κακού.
Σ’ έναν κόσμο κατεξοχήν αχαριστίας, εγωκεντρισμού και θριαμβολογίας για το ποιοι είμαστε, η υπόμνηση της υπόσχεσης του Θεού ότι θα είναι ο Θεός μας και εμείς ο λαός Του, είναι η μεγαλύτερη παρηγοριά και η αφετηρία για ένα συνεχές νέο ξεκίνημα στη ζωή μας. Αυτό της αγιωσύνης, που είναι συνέργεια στο δώρο του Θεού, επομένως δική μας ευθύνη και αγώνας.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
27 Σεπτεμβρίου 2026
Κυριακή Α’ Λουκά

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου