ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

ΟΥΔΕ ΕΝ ΤΩ ΙΣΡΑΗΛ ΤΟΣΑΥΤΗΝ ΠΙΣΤΙΝ ΕΥΡΟΝ

 

«Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ᾿Αμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» (Ματθ. 8,10)

῞Οταν τὸν ἄκουσε ὁ ᾿Ιησοῦς, θαύμασε καὶ εἶπε σ᾿ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν· «Σᾶς βεβαιώνω πὼς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Ισραηλίτες δὲν βρῆκα».

 Συχνά στο Ευαγγέλιο βρίσκουμε παραδείγματα πίστης από ανθρώπους που δεν φαίνονται υποδείγματα ηθικής, ούτε δείχνουν ότι η καρδιά τους νοσταλγεί τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Χριστός, απευθυνόμενος προς τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, αλλά και όσους Ισραηλίτες θεωρούσαν τον εαυτό τους υπόδειγμα πίστης και ηθικής, αναφέρει: « οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ. 21, 31). Αυτή τη διαπίστωση κάνει ο Κύριος, όταν Τον συναντά ένας εκατόνταρχος, ένας ειδωλολάτρης αξιωματικός, ο οποίος εκ της θέσεώς του ούτε ανθρωπιά απέναντι στους κατακτημένους επιτρεπόταν να δείξει, ενώ η πίστη του ήταν στα είδωλα, στους ψεύτικους θεούς της παράδοσής του. Κι όμως, η αγάπη του προς τους ανθρώπους που ήταν στην υπηρεσία του, τον κάνει να αναζητήσει στο πρόσωπο του Χριστού τον ιατρό, για έναν από αυτούς που είχε παραλύσει από κάποια φοβερή ασθένεια. Και στη συζήτηση με τον Χριστό, ο Κύριος διαπιστώνει ότι δεν βρήκε τόση πίστη όση είχε ο ειδωλολάτρης εκατόνταρχος ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες.

 Είναι μυστήριο η πίστη και δώρο. Δεν είναι αρκετό να την κατέχουμε από παράδοση, από συνήθεια, από κληρονομιά οικογενειακή. Το δώρο έχει να κάνει με το άνοιγμα της καρδιάς μας, να νιώσουμε ότι ο Θεός είναι ο τελικός ρυθμιστής της ζωής μας και να Τον αποδεχτούμε, νικώντας τα ερωτηματικά και τις αμφιβολίες, ακόμη κι αν φαίνεται ότι χάνουμε. Διότι και μέσα από την ήττα μας θα βγει μία νέα ζωή, ακόμη και με την στέρηση, την ματαίωση, την ταπείνωση. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται να έχουμε στον νου μας την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι αφηρημένη δύναμη ο Θεός. Έγινε ένα με μας και εξακολουθεί να μας δίδεται στην αγάπη, στην θεία κοινωνία, στη συνύπαρξη στην Εκκλησία, στη συγχώρηση, στην ανοχή, στην υπομονή. Όμως εδώ είναι που χρειάζεται και η δική μας συνεισφορά. Να υπερβούμε τους λογισμούς μας, κυρίως την αίσθηση ότι επειδή πιστεύουμε τα δικαιούμαστε όλα, και να αφεθούμε στη χάρη Του.

 Ζούμε σε μία εποχή στην οποία η πίστη θεωρείται μαγεία ή δικαίωμα να έχουμε άποψη επί παντός του επιστητού, κυρίως όμως να κρίνουμε και να κατακρίνουμε τον κόσμο και τους ανθρώπους διότι δεν είναι «Ισραηλίτες». Όμως η χάρις του Αγίου Πνεύματος όπου θέλει πνει, όποτε θέλει πνει και αναπαύεται στους ανθρώπους που είναι δεκτικοί, ανεξαρτήτως της ηθικής τους ποιότητας. Διότι στο μικρό ή μεγάλο σκοτάδι του καθενός μας κρύβεται η μετάνοια, όπως επίσης και η αίσθηση ότι χωρίς Θεό τίποτα δεν έχει νόημα. Κι αν η καρδιά μας πει το ΝΑΙ, τότε όλα αλλάζουν. Γι’ αυτό η ζωή είναι μία συνεχής υπόμνηση σε εμάς, τους «Ισραηλίτες», ότι όσοι δεν είναι όπως τους νομίζουμε πνευματικά, είναι δυνάμει εκατόνταρχοι και χρειάζονται την προσευχή και τη στήριξή μας. Διότι μας προφυλάσσουν από τον μεγάλο κίνδυνο της υπερηφάνειας, που μας χωρίζει τελικά από τον Θεό. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

28 Ιουνίου 2026

Κυριακή Δ’ Ματθαίου 

Σάββατο 1 Ιουλίου 2023

Η ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ


"Εἶχεν ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν" (Εβρ. 9,1).

"ἡ πρώτη διαθήκη εἶχε λατρευτικὲς διατάξεις κι ἕνα γήινο θυσιαστήριο". 

            Υπάρχουν γιορτές στο εκκλησιαστικό έτος που δεν φαίνεται να έχουν ιδιαίτερη σημασία. Μας υπενθυμίζουν βέβαια πρόσωπα και αναφύονται μέσα από αυτές συμβολισμοί, που μαρτυρούν την ανάγκη να έχουμε μια επαφή με την πνευματική μας παράδοση. Δεν είναι όμως σύνηθες να εντρυφούμε σε αυτές. Και τούτο διότι το συμβολικό στοιχείο, όπως και το ποιητικό, δεν συγκινούν στις μέρες μας. Ο άνθρωπος σήμερα έχει γίνει πεζός. Βλέπει την ζωή στην ευκολία της χρήσης και της απόλαυσης. Αφήνει την πολυπλοκότητα και τη συνθετότητα του κόσμου και στην άκρη, δεν ζητά να την ερμηνεύσει, διότι δεν το θεωρεί σημαντικό για την ζωή του, και μένει εύκολα στην επιφάνεια. Λείπει εκείνη η νοσταλγία για το αιώνιο, αυτή που θα δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα της ύπαρξης, ερωτήματα που τονίζουν την ανάγκη για διάρκεια. Κι έτσι η Εκκλησία συμβιβάζεται και αυτή με την επιφάνεια της γιορτής, χωρίς να δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα να εντρυφήσει, να προχωρήσει, να νιώσει εντός του και στα πλαίσια της εκκλησιαστικής κοινότητας τι σημαίνει γιορτάζω ένα πρόσωπο, ένα γεγονός, πώς η γιορτή ανανοηματοδοτεί την ζωή και την πορεία μου και πώς με εντάσσει στο σώμα του Χριστού, στην εκκλησιαστική κοινότητα.

            Η γιορτή της κατάθεσης της τιμίας εσθήτος της Παναγίας στον ναό των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη, η εικόνα της Παναγίας που αναζωγραφήθηκε και διαδόθηκε σε αρκετά μέρη του κόσμου, η αίσθηση της ιερότητας όχι μόνο του πνευματικού αλλά και του υλικού, όπως αυτό αποτυπώνεται στα ενδύματα της Υπεραγίας Θεοτόκου, μας δίνουν την ευκαιρία να σπουδάσουμε την ιστορία της πνευματικής μας παράδοσης. Ο απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος στους Εβραίους συμπατριώτες του και σε όλη την Εκκλησία, μας θυμίζει την παράδοση της Παλαιάς Διαθήκης, στο μεθόριο της οποίας με την Καινή βρίσκεται η Υπεραγία Θεοτόκος. Στην Παλαιά Διαθήκη υπήρχε η σκηνή του μαρτυρίου, όπου διαφυλάσσονταν η ολόχρυση κιβωτός της Διαθήκης, στην οποία εμπερικλείονταν οι πλάκες του μωσαϊκού νόμου με τις Δέκα Εντολές, η χρυσή στάμνα με το μοναδικό κομμάτι του μάννα που δεν σάπιζε και η ράβδος του Ααρών που βλάστησε ως σημάδι ότι τα αδύνατα για τους ανθρώπους είναι δυνατά για τον Θεό. Πάνω από την κιβωτό απεικονίζονταν Χερουβείμ, αγγελικές δηλαδή δυνάμεις που αποτύπωναν την δόξα του Θεού. Εκτός όμως της εσωτερικής σκηνής, υπήρχε και η μια άλλη, που χωριζόταν από την εσωτερική με το καταπέτασμα. Εκεί  βρίσκονταν  η επτάφωτος λυχνία, η τράπεζα και ο χώρος που λεγόταν πρόθεση και έμπαιναν οι άρτοι.  Όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν και τις προτυπώσεις της Παναγίας στην Παλαιά Διαθήκη.

            Η παναγία γίνεται η νέα κιβωτός, στην οποία δεν φυλάσσονται μόνο οι εντολές του Θεού, αλλά χωρά σ'  αυτήν ο ίδιος ο Θεός στο πρόσωπο του Χριστού. Είναι η χρυσή στάμνα και ο Χριστός το μάννα που τρέφει και γλυκαίνει. Είναι το ραβδί του Ααρών και ο Χριστός είναι τα άνθη που ομορφαίνουν τον κόσμο και την ζωή, δίδοντας αθανασία. Είναι το καταπέτασμα, που ενώνει την Παλαιά και την καινή Διαθήκη, αποκαλύποντας το μυστήριο της ενανθρώπησης και κρύβοντάς του από τους αμύητους. Είναι η λυχνία που πάνω της αναπαύεται το φως που φωτίζει  γλυκά και χωρίς θόρυβο όποιον θέλει ταπεινά να φωτιστεί. Είναι η τράπεζα, πάνω στην οποία ο άρτος της ζωής θα γίνει η τροφή για όποιον πιστεύει. Είναι η πρόθεση πάνω στην οποία τα υλικά δώρα θα προετοιμαστούν, όπως ο καθένας μας καλείται να προετοιμάσει την ύπαρξή του, ώστε να κατοικήσει σ' αυτόν ο Χριστός. Άγγελοι σκεπάζουν την Παναγία, όχι κλείνοντας την πύλη του Παραδείσου, όπως στην Εδέμ, αλλά δείχνοντας την δόξα του Θεού που αγκαλιάζει όλον τον κόσμο, αυτόν που προσφέρει το ωραιότερο δώρο, την Μητέρα, στον Θεό.

            Η γιορτή λοιπόν της κατάθεσης της τιμίας εσθήτος της Παναγίας μάς υπενθυμίζει ότι γιορτάζουμε ένα πέρασμα από τον κόσμο της Παλαιάς Διαθήκης, από τον κόσμο του ανθρώπου που παρά τα επιτεύγματά του και τον πολιτισμό του, ακόμη και την πίστη του, νικιέται από τον θάνατο, στον κόσμο της Καινής Διαθήκης, στον κόσμο του Χριστού, στον κόσμο της κοινωνίας με τον Χριστό, που γίνεται μέσω του άρτου της ζωής. Για να φιλοξενήσουμε όμως τον Χριστό στις καρδιές μας, χρειάζεται να αναδεχθούμε τον αγώνα της Παναγίας: χωρίς να περιφρονούμε το υλικό, να το εντάξουμε στον τρόπο του ναού, της συνάντησης, της προσευχής, της λατρείας, της ταπεινότητας και της γλυκύτητας, της δύναμης της πίστης. Ας μην ξεχνούμε ότι την εσθήτα την κρατούσαν κάποιες γυναίκες που βοήθησαν την Παναγία και οι κληρονόμοι τους. Όμως η Παναγία ήθελε αυτό που της ανήκε να είναι κτήμα όλης της Εκκλησίας, δείχνοντάς μας ότι η πίστη είναι άνοιγμα σε όλους, το θαύμα ανήκει σε όλους, το δικό μας είναι όλων, το νόημα βρίσκεται στο ΕΜΕΙΣ.

            Το λησμονούμε αυτό και αναπαυόμαστε σε μια ατομική σχέση με τον Θεό. Αν θέλουμε να γιορτάζουμε όμως με νόημα, ας δούμε την ζωή μας στην προοπτική της Εκκλησίας, στον τρόπο της Παναγίας μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

2 Ιουλίου 2023



 


 

Ο Απόστολος Κυριακής Δ´ Ματθαίου 2-7-2023 (Ἑβρ. θ΄ 1-7)

Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Δ´ Ματθαίου


Αδελφοί, εἶχε ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε Ἅγιον κοσμικόν. Σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτη, ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται Ἅγια.

Μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη Ἅγια Ἁγίων, χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, ὑπεράνω δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος. Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.

Απόδοση σε νεοελληνική ο Απόστολος Κυριακής Δ´ Ματθαίου

Αδελφοί, η πρώτη διαθήκη εἶχε λατρευτικές διατάξεις κι ἕνα γήινο θυσιαστήριο. Κατασκευάστηκε δηλαδή τό πρῶτο μέρος τῆς σκηνῆς, πού λεγόταν «ἅγια», στό ὁποῖο ὑπῆρχε ἡ λυχνία, ἡ τράπεζα καί οἱ ἄρτοι τῆς προθέσεως.

Πίσω ἀπό τό δεύτερο καταπέτασμα ἦταν τό δεύτερο μέρος τῆς σκηνῆς, πού λεγόταν «ἅγια τῶν ἁγίων». Ἐκεῖ ὑπῆρχε τό χρυσό θυσιαστήριο τοῦ θυμιάματος καί ἡ κιβωτός τῆς διαθήκης, σκεπασμένη γύρω γύρω μέ χρυσάφι, μέσα στήν ὁποία ὑπῆρχε ἡ χρυσή στάμνα μέ τό μάννα, τό ραβδί τοῦ Ἀαρῶν, πού εἶχε βλαστήσει θαυματουργικά, καί οἱ δύο πλάκες γιά τίς διατάξεις τῆς διαθήκης. Πάνω ἀπό τήν κιβωτό ὑπῆρχαν ἀστραφτερά Χερουβίμ, πού σκέπαζαν μέ τά φτερά τους τό ἰλαστήριο. Γιά ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἀνάγκη τώρα νά μιλήσουμε λεπτομερειακά. Τό θυσιαστήριο εἶχε τέτοια διάταξη, ὥστε στό πρῶτο μέρος τῆς σκηνῆς νά μπαίνουν πάντοτε οἱ ἱερεῖς καί νά ἐπιτελοῦν τίς ἱεροτελεστίες. Στό δεύτερο ὅμως μέρος μπαίνει μόνον ὁ ἀρχιερέας μία φορᾶ τό χρόνο, φέρνοντας μαζί του αἷμα, πού τό προσφέρει γιά τόν ἑαυτό του καί γιά τίς ἁμαρτίες πού ἀπό ἄγνοια διέπραξε ὁ λαός.


Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Δ´ Ματθαίου (Ματθ. η΄ 5-13)

Το Ευαγγέλιο Κυριακής Δ´ Ματθαίου 2-7-2023


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσελθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ’ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν·

Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσιν καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῷ· Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.

Απόδοση σε νεολληνική το Ευαγγέλιο Κυριακής Δ´ Ματθαίου

Εκεῖνο τόν καιρό, μόλις μπῆκε ὁ Ἰησοῦς στήν Καπερνα-ούμ, τόν πλησίασε ἕνας ἑκατόνταρχος καί τόν παρακαλοῦσε μ΄ αὐτά τά λόγια: «Κύριε, ὁ δοῦλος μου εἶναι κατάκοιτος στό σπίτι, παράλυτος, καί ὑποφέρει φοβερά». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέει: «Ἐγώ θά ἔρθω καί θά τόν θεραπεύσω». Ὁ ἑκατόνταρχος τοῦ ἀποκρίθηκε: «Κύριε, δέν εἶμαι ἄξιος νά σέ δεχτῶ στό σπίτι μου· πές ὅμως ἕνα λόγο, καί θά γιατρευτεῖ ὁ δοῦλος μου. Εἶμαι κι ἐγώ ἄνθρωπος κάτω ἀπό ἐξουσία, καί ἔχω στρατιῶτες στή διοίκησή μου· λέω στόν ἕνα «Πήγαινε» καί πηγαίνει, καί στόν ἄλλο «ἔλα» καί ἔρχεται, καί στό δοῦλο μου «κάνε αὐτό» καί τό κάνει». Ὅταν τόν ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς, θαύμασε καί εἶπε σ΄ ὅσους τόν ἀκολουθοῦσαν:

«Σᾶς βεβαιώνω πώς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στούς Ἰσραηλίτες δέ βρῆκα. Καί σᾶς λέω, πώς θά ΄ρθουν πολλοί ἀπό ἀνατολή καί δύση καί θά καθίσουν μαζί μέ τόν Ἀβραάμ, τό Ἰσαάκ καί τόν Ἰακώβ στό τραπέζι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐνῶ οἱ κληρονόμοι τῆς βασιλείας θά πεταχτοῦν ἔξω στό σκοτάδι· ἐκεῖ θά κλαῖνε, καί θά τρίζουν τά δόντια τους». Ὕστερα εἶπε στόν ἑκατόνταρχο ὁ Ἰησοῦς: «Πήγαινε, κι ἄς γίνει αὐτό πού πίστεψες». Καί γιατρεύτηκε ὁ δοῦλος ἐκείνη τήν ὥρα.


Σάββατο 9 Ιουλίου 2022

ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ (ΚΥΡΙΕ, ΟΥΚ ΕΙΜΙ ΙΚΑΝΟΣ ΙΝΑ ΜΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΤΕΓΗΝ ΕΙΣΕΛΘΗΣ)



«Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς»(Ματθ. 8, 8)

«Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ δεχτῶ στὸ σπίτι μου»

             Αυτοεκτίμηση ή αυτογνωσία; Είναι δύο καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, οι οποίες, στις ημέρες μας, προσελκύουν το ενδιαφέρον πολλών. Όταν το επίπεδο αυτοεκτίμησης, πίστης δηλαδή στον εαυτό μας και τις ικανότητές μας, είναι χαμηλό, τότε ο άνθρωπος αισθάνεται ενοχές, δυσκολεύεται να αναλάβει πρωτοβουλίες, έχει μια απαισιόδοξη διάθεση και κάνει επιλογές στις σχέσεις του, στις επαγγελματικές του προοπτικές και δραστηριότητες, που είναι συχνά είτε καταστροφικές είτε μειωτικές για τον ίδιο. Από την άλλη, όταν κάποιος αναζητεί την αυτογνωσία είναι ευάλωτος στον κίνδυνο ή να υπερεκτιμήσει τον εαυτό του ή να ποντάρει μόνο στα θετικά του, ενώ για τα αρνητικά του χαρακτήρα ή των ικανοτήτων του μπορεί να επιλέξει την οδό του «αργότερα» ή την οδό του «σε όποιον αρέσουμε». Δεν είναι πολύ συνηθισμένο το φαινόμενο ανθρώπων ισορροπημένων, που να μην απορρίπτουν τον εαυτό τους παρά τις όποιες αδυναμίες του, αλλά ούτε και να τον υπερεκτιμούν επειδή έχουν θετικά, με αποτέλεσμα να φτάνουν στην οίηση, στην υπεροψία.

            Απέναντι σ’  αυτή την θέαση του κόσμου η πίστη αντιτάσσει μία ισορροπημένη προσέγγιση, η οποία πηγάζει από την σχέση του ανθρώπου με τον Χριστό. Ο εαυτός μας, η ύπαρξή μας, έχει αξία διότι είναι εικόνα Θεού, η οποία πλάστηκε εξ αρχής από Θεού και αναπλάστηκε με την ενανθρώπηση του Χριστού, καθότι ο Θεός αναγνωρίζει στον άνθρωπο μοναδική αξία, καθότι τον αγαπά προσωπικά και ξεχωριστά. Δεν εξαρτάται η αξία μας από την ηθική μας ποιότητα, από το αν αμαρτάνουμε, αν σφάλλουμε ή αν τηρούμε τις εντολές του Θεού. Δεν εξαρτάται καν από το αν πιστεύουμε στον Θεό. Ο ήλιος ανατέλλει και για τους δίκαιους και για τους άδικους, και για τους πιστούς και για τους άπιστους. Η σωτηρία από τον θάνατο προσφέρεται σε όλους ανεξαιρέτως. Ακόμη και αυτοί που για διάφορους λόγους (π.χ. επειδή γεννήθηκαν ή θα γεννηθούν σε χώρες και σε εποχές όπου οι συνάνθρωποί τους πίστευαν και πιστεύουν σε άλλους θεούς) δεν χάνουν την ελπίδα της σωτηρίας, καθότι έχουν εντός τους το δώρο της συνείδησης και τον νόμο της αγάπη. Επομένως, η όποια αυτοεκτίμηση δεν είναι αποκλειστικά αυτοπροσδιοριζόμενη, αλλά έρχεται ως ευλογία από την πίστη στον Θεό.

 Επιπλέον, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει τα τάλαντά του, τα χαρίσματά του. Καλούμαστε να μην κάνουμε το λάθος να συγκρίνουμε τον εαυτό μας και τα όποια τάλαντά του με τους άλλους και τα δικά τους τάλαντα. Ο καθένας είναι μοναδικός και διαφορετικός έτσι κι αλλιώς. Η στάση αυτή μας προφυλάσσει από τον φθόνο για τους άλλους και από την υποτίμηση του εαυτού μας, την χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Εξάλλου, ακόμη κι αν οι οικείοι μας, το περιβάλλον μας, οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρεφόμαστε, δεν αποδέχονται το πρόσωπό μας ή τις δυνατότητές μας, δεν μας προσφέρουν την αγάπη που θα θέλαμε και θα μπορούσαμε να έχουμε, υπάρχει η οδός της υπέρβασης. Αγάπησε εσύ, ακόμη κι αν σου αρνούνται την αγάπη τους. Μπορεί να μοιάζει δύσκολο. Όμως όποιος θέλει να είναι προσωπικότητα, να παλεύει με κριτήριο την δική του ελευθερία, χρειάζεται και να νικήσει τους ενάντιους λογισμούς, για να μην παραδοθεί σε ένα, εν ολίγοις δαιμονικά αυτοκατασκευασμένο, αίσθημα μοναξιάς και αυτολύπησης.

Εδώ έρχεται και η δεύτερη πρόταση ισορροπίας της πίστης. Η αυτογνωσία δεν είναι βάση για να υπερηφανευτούμε ούτε για να εξουθενώσουμε τον εαυτό μας. Είναι βάση ταπείνωσης. Το βλέπουμε αυτό στον διάλογο που γίνεται στην Καπερναούμ ανάμεσα στον Χριστό και έναν Ρωμαίο εκατόνταρχο, ο οποίος έχει τον υπηρέτη του σε ανίατη κατάσταση παραλυσίας. Ο ειδωλολάτρης λέει στον Χριστό ότι δεν αισθάνεται τον εαυτό του ικανό να δεχτεί στο σπιτικό του τον Κύριο και Τον παρακαλεί να κάνει το θαύμα εκ του μακρόθεν. Ο άνθρωπος αυτός γνωρίζει ότι δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Θεό. Γνωρίζει ότι η εξουσία του δεν μπορεί να νικήσει τον θάνατο. Γνωρίζει ότι όσο κι αν αγαπά, ο χρόνος και η φθορά δεν υπολογίζουν τα ανθρώπινα αισθήματα. Η αυτογνωσία του συνεπάγεται την επίγνωση των ορίων του. Και τότε κανένα κοσμικό ή πολιτικό ή κοινωνικό αξίωμα δεν τον οδηγούν στο να θέλει να υπερβεί τα μέτρα του ούτε τον κάνουν να αισθανθεί «θεός». Έτσι, πέφτει στα πόδια του μόνου Θεού και εναποθέτει με ταπείνωση την ελπίδα του σ’ Εκείνον. Δεν έπαψε να γνωρίζει το ποιος είναι. Έμαθε από την ασθένεια του υπηρέτη του το μέχρι πού μπορεί να φτάσει. Αποδέχτηκε τα όριά του. Και ζήτησε λύτρωση σ’  Αυτόν που αγαπά δίχως όρια.

Στον κόσμο της θεοποίησης του εαυτού, της υπερηφάνειας ή της κατάθλιψης, όψεις του ιδίου νομίσματος, του ανθρώπου δηλαδή που πρέπει να είναι ικανός για τα πάντα και αυτό να του αναγνωρίζεται, αλλιώς ή καταστρέφει ή καταστρέφεται, η Εκκλησία μάς δείχνει την εικόνα του Θεού ως βάση αυθεντικής αυτοεκτίμησης και την ταπείνωση ως βάση αυθεντικής αυτογνωσίας. Κάνε αυτό που μπορείς. Άφησε στον Θεό τον τελευταίο λόγο. Μην απελπίζεσαι. Μην υπερηφανεύεσαι. Και αναζητώντας τον Χριστό, γιατρευόμαστε υπαρξιακά, νικώντας τον θάνατο και ζώντας το θαύμα της αγάπης. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

10 Ιουλίου 2022

Κυριακή Δ’ Ματθαίου


 

Το Ευαγγέλιο Κυριακής Δ´ Ματθαίου 10-7-2022

 Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Δ´ Ματθαίου (Ματθ. η΄ 5-13)


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσελθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ’ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν·

Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσιν καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῷ· Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.

Απόδοση σε νεολληνική το Ευαγγέλιο Κυριακής Δ´ Ματθαίου

Εκεῖνο τόν καιρό, μόλις μπῆκε ὁ Ἰησοῦς στήν Καπερνα-ούμ, τόν πλησίασε ἕνας ἑκατόνταρχος καί τόν παρακαλοῦσε μ΄ αὐτά τά λόγια: «Κύριε, ὁ δοῦλος μου εἶναι κατάκοιτος στό σπίτι, παράλυτος, καί ὑποφέρει φοβερά». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέει: «Ἐγώ θά ἔρθω καί θά τόν θεραπεύσω». Ὁ ἑκατόνταρχος τοῦ ἀποκρίθηκε: «Κύριε, δέν εἶμαι ἄξιος νά σέ δεχτῶ στό σπίτι μου· πές ὅμως ἕνα λόγο, καί θά γιατρευτεῖ ὁ δοῦλος μου. Εἶμαι κι ἐγώ ἄνθρωπος κάτω ἀπό ἐξουσία, καί ἔχω στρατιῶτες στή διοίκησή μου· λέω στόν ἕνα «Πήγαινε» καί πηγαίνει, καί στόν ἄλλο «ἔλα» καί ἔρχεται, καί στό δοῦλο μου «κάνε αὐτό» καί τό κάνει». Ὅταν τόν ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς, θαύμασε καί εἶπε σ΄ ὅσους τόν ἀκολουθοῦσαν:

«Σᾶς βεβαιώνω πώς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στούς Ἰσραηλίτες δέ βρῆκα. Καί σᾶς λέω, πώς θά ΄ρθουν πολλοί ἀπό ἀνατολή καί δύση καί θά καθίσουν μαζί μέ τόν Ἀβραάμ, τό Ἰσαάκ καί τόν Ἰακώβ στό τραπέζι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐνῶ οἱ κληρονόμοι τῆς βασιλείας θά πεταχτοῦν ἔξω στό σκοτάδι· ἐκεῖ θά κλαῖνε, καί θά τρίζουν τά δόντια τους». Ὕστερα εἶπε στόν ἑκατόνταρχο ὁ Ἰησοῦς: «Πήγαινε, κι ἄς γίνει αὐτό πού πίστεψες». Καί γιατρεύτηκε ὁ δοῦλος ἐκείνη τήν ὥρα.

Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Δ´ Ματθαίου

 Ο Απόστολος Κυριακής Δ´ Ματθαίου 10-7-2022 (Ρωμ. στ΄ 18-23)


Αδελφοί, ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ. Ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. Ὣσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν. Ὃτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ.

Τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε ἐφ’ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; Τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος. Νυνὶ δέ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον. Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.

Απόδοση σε νεοελληνική ο Απόστολος Κυριακής Δ´ Ματθαίου

Αδελφοί, εἶστε ἐλεύθεροι πιά ἀπό τό ζυγό τῆς ἁμαρτίας κι ὑπηρετεῖτε τό καλό καί τό δίκαιο. Χρησιμοποιῶ τήν ἀνθρώπινη εἰκόνα τῆς δουλείας, γιατί δέν μπορεῖτε ἀλλιώτικα νά μέ καταλάβετε. Παλιότερα εἴχατε ὑποδουλώσει ὅλο τό εἶναι σας σέ πάθη καί πράξεις ἀντίθετες στό θεϊκό θέλημα, μέ ἀποτέλεσμα νά ζεῖτε ἀντίθετα πρός τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι πρέπει καί τώρα νά ὑποδουλώσετε ὅλο τό εἶναι σας στό θεϊκό θέλημα, γιά νά βρεθεῖτε κοντά στό Θεό. Μήν ξεχνᾶτε πώς, ὅσον καιρό ἤσασταν ὑπόδουλοι στήν ἁμαρτία, ἤσασταν μακριά ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ποιό ἦταν τό κέρδος σας ἀπό τή διαγωγή σας ἐκείνη; Τώρα ὅμως εἶστε ἐλεύθεροι πιά ἀπό τήν ἁμαρτία κι ἀνήκετε στό Θεό. Καρπός τῆς καινούριας ζωῆς σας εἶναι ἡ ἁγιοσύνη, καί τό τέλος τῆς πορείας σας εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Γιατί ὁ μισθός πού δίνει ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ θάνατος, ἐνῶ τό δῶρο πού χαρίζει ὁ Θεός εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, τήν ὁποία ἔφερε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Κύριός μας.

Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

2020-07-05 Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟΥΣ ΚΑΡΟΥΣΑΔΕΣ

       Στους Καρουσάδες στη Βόρεια Κέρκυρα και στον ναό του Αγίου Γεωργίου λειτούργησε το πρωί της Κυριακής 5 Ιουλίου 2020 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος. Ο κ. Νεκτάριος παρουσίασε στους κατοίκους τον νέο εφημέριο, πολύτεκνο ιερέα π. Δημήτριο Γεωργακόπουλο.

Ο κ. Νεκτάριος απευθυνόμενος στους πιστούς τόνισε ότι ο Χριστός ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος περιέρχεται την Παλαιστίνη για να υπομνήσει την αλήθεια για την σωτηρία, να κηρύξει την μετάνοια. Ο Χριστός με την παρουσία Του κρίνει τις διαθέσεις των ανθρώπων, ιδίως όσων όπως οι Φαρισαίοι, οι θρησκευτικοί άρχοντες, αλλά και οι Σαδδουκαίοι, η πολιτική ηγεσία της εποχής, ήθελαν έναν Θεό στα μέτρα τους, έναν Θεό όχι αγάπης και μετανοίας, αλλά έναν Θεό που θα τους δικαίωνε για τον εγωισμό τους. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν διστάζει να θεραπεύσει και ειδωλολάτρες, όπως ο δούλος του εκατοντάρχου, κατά παράκληση του κυρίου του, ο οποίος ήταν άνθρωπος βαθιάς πίστεως.

Η πίστη στον αληθινό Θεό είναι το κριτήριο για να έχει νόημα η ζωή μας. Δεν είναι τα υλικά αγαθά και το συμφέρον που δίνουν αληθινή χαρά. Σαθρότητα κυριαρχεί στη ζωή μας και γι’ αυτό απογοητευόμαστε. Η μεγαλύτερη δυσκολία μας είναι ο φόβος, τόσο για τη ζωή όσο και για τα αγαθά μας. Το θεμέλιο όμως στη ζωή μας είναι ο Ιησούς Χριστός. Σ’ Αυτόν καλούμαστε να επιστρέψουμε. Να ξαναβρούμε τον έσω άνθρωπο. Ο εκατόνταρχος διέγραψε την προτεραιότητα των αξιωμάτων του και ταπεινώθηκε. Η πίστη τον έκανε να είναι ταπεινός και με αγάπη για τον υπηρέτη του να παρακαλέσει τον Χριστό για το θαύμα. Η αρετή του τον έκανε να βρει το αληθινό Φως. Αυτό καλούμαστε να κάνουμε κι εμείς.

Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ο κ. Νεκτάριος, συνοδευόμενος από τον Δήμαρχο Βόρειας Κέρκυρας κ. Γιώργο Μαχειμάρη και τους συνεργάτες του, επισκέφθηκαν την γωνιά ανακύκλωσης Βόρειας Κέρκυρας στην Αστρακερή Καρουσάδων. Ο κ. Νεκτάριος συνεχάρη τον Δήμαρχο Βόρειας Κέρκυρας για την πρωτοβουλία του να προστατεύσει το περιβάλλον (έχει δημιουργήσει ήδη 23 συνολικά τέτοιες γωνιές) και να ευαισθητοποιήσει τους ανθρώπους ώστε να συμβάλουν να μην πετιούνται υλικά που μπορούν να ανακυκλωθούν.











Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο για την Κυριακή 5 Ιουλίου

† Κυριακή 5 Ιουλίου 2020
Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Όσιος Αθανάσιος ο εν Άθω και οι συν αυτώ έξι μαθητές του
Όσιος Λαμπαδός
Άγιος Κυπριανός ο νέος οσιομάρτυρας
Άγιος Στέφανος Μητροπολίτης Ρηγίου της Καλαβρίας
Ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού του Αγίου Στεφάνου Μητροπολίτη Ρηγίου της Καλαβρίας
Ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού του Αγίου Ιουλιανού, πλησίον του Φόρου
Εύρεσις των τιμίων Λειψάνων του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών Σεργίου, Ηγουμένου Ραδονεξίας, του Θαυματουργού
Αγία Modwena
Σύναξη πάντων των Κρητών Αγίων



Απόστολος Κυριακή 5 Ιουλίου 2020
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ Ε´ 22 – 26

22 ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, 23 πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. 24 οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. 25 Εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. 26 μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες.

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ Ϛ´ 1 – 2
1 Ἀδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. 2 ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ Ε´ 22 – 26
22 Ο καρπός όμως, τον οποίον το Αγιον Πνεύμα παράγει εις τας καλοπροαιρέτους και πιστάς καρδίας, είναι η αγάπη προς όλους, η χαρά από την λύτρωσιν που δίδει ο Χριστός, η ειρήνη που παρέχει η αγαθή συνείδησις, η μακροθυμία προς εκείνους που πταίουν απέναντι μας, η καλωσύνη και η διάθεσις να είμεθα εξυπηρετικοί προς τους άλλους, η αγαθότης της καρδίας, η αξιοπιστία στους λόγους και τας υποσχέσεις μας, 23 η πραότης απέναντι εκείνων, που μας φέρονται κατά τρόπον εξοργιστικόν, η εγκράτεια και η αποφυγή κάθε πονηράς επιθυμίας και πράξεως. Εναντίον των ανθρώπων, που έχουν αυτάς τας αρετάς, δεν υπάρχει και δεν ισχύει ο νόμος. 24 Οι δε αληθινοί οπαδοί και μαθηταί του Χριστού έχουν σταυρώσει και νεκρώσει τον παλαιόν σαρκικόν άνθρωπον, μαζή με τα πάθη και τας αμαρτωλάς επιθυμίας του. 25 Εάν πράγματι ζώμεν την ζωήν του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να πορευθώμεθα και να συμπεριφερώμεθα σύμφωνα με όσα το Πνεύμα μας διδάσκει. 26 Ας μη γινώμεθα κενόδοξοι, προσκαλούντες και εξερεθίζοντες ο ένας τον άλλον εις αντιθέσεις και φιλονεικίας και φθονούντες ο ένας τον άλλον.

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ Ϛ´ 1 – 2
1 Αδελφοί, εάν από αδυναμίαν παρασυρθή κανείς και περιπέση εις κάποιο αμάρτημα, σεις οι πνευματικώς προωδευμένοι και ισχυροί ας διορθώνετε αυτόν και ας τον καθοδηγήτε με πνεύμα πραότητος. Αλλά και συ που διορθώνστον άλλον, πρόσεχε τον ευατόν σου, μήπως και ο ίδιος περιπέσης εις πειρασμόν και παρασυρθής είτε στο ίδιον αμάρτημα, είτε στο αμάρτημα της υψηλοφροσύνης. 2 Ας υπομένετε με πραότητα ο ένας του άλλου τα ελαττώματα, τα οποία, καθό αλαττώματα, είναι φορτικά και ενοχλητικά και έτσι τηρήσατε πλήρως τον νόμον του Χριστού, που διδάσκει την αγάπην. (Ανθρωπος, που δεν δείχνει τέτοιαν υπομονήν, αλλ’ οργίζεται και περιφρονεί τον παρασυρθέντα, δεν έχει την αγάπην του Χριστού).


Ευαγγέλιο Κυριακή 5 Ιουλίου 2020
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Η´ 5 – 13

5 Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 6 Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. 7 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. 8 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. 9 καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ’ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. 10 ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 11 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσιν καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, 12 οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 13 καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῷ· Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.


Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Η´ 5 – 13
5 Ενώ δε εισήλθεν ο Ιησούς εις την Καπερναούμ, τον επλησίασε με σεβασμόν ένας εκατόνταρχος παρακαλών αυτόν και λέγων· 6 “Κυριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι μου παράλυτος και βασανίζεται από τρομερούς πόνους”. 7 Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· “εγώ θα έλθω και θα τον θεραπεύσω”. 8 Ο εκατόνταρχος όμως απεκρίθη και είπε· Κυριε, δεν είμαι εγώ άξιος να εισέλθης συ, ο Παντοδύναμος, κάτω από την στέγην μου. Αλλά πες ένα μόνον λόγον και αμέσως θα θεραπευθή ο δούλος μου. 9 Ημπορείς δε να διατάξης και η διαταγή σου θα γίνη έργον. Διότι και εγώ είμαι άνθρωπος, και ευρίσκομαι υπό την εξουσίαν των ανωτέρων μου, έχω δε υπό τας διαταγάς μου στρατιώτας και λέγω στούτον, πήγαινε και πηγαίνει, και στον άλλον, έλα και έρχεται, και στον δούλον μου κάμε τούτο και το κάμνει”. 10 Ακούσας ο Ιησούς τα γεμάτα πίστιν αυτά λόγια εθαύμασε και είπεν εις αυτούς που τον ακολουθούσαν· “σας διαβεβαιώνω, ότι ούτε μεταξύ των Ισραηλιτών δεν εύρηκα τόσον μεγάλην πίστιν. 11 Αληθινά δε σας λέγω ότι από τας χώρας της Ανατολής και της Δυσεως, από όλα τα μέρη της οικουμένης, θα έλθουν πολλοί και θα παρακαθήσουν στο πνευματικόν δείπνον μαζή με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ εις την βασιλείαν των ουρανών. 12 Οι δε κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών, (οι απόγονοι δηλαδή των πατριαρχών, που έχουν τας επαγγελίας του Θεού), θα εκδιωχθούν και θα ριφθούν στο πυκνότατον σκότος του Αδου. Εκεί θα είναι ο κλαυθμός και το τρίξιμο των οδόντων”. 13 Και είπεν ο Ιησούς στον εκατόνταρχον· “πήγαινε και όπως επίστευσες, ότι δηλαδή ημπορώ με ένα μου λόγον να θεραπεύσω τον δούλον σου, ας γίνη προς χάριν σου”. Και πράγματι εθεραπεύθη ο δούλος του αμέσως κατά την ώρα εκείνην.

Κυριακή Δ’ Ματθαίου: Ομιλία ΜΔ’ – Για τον εκατόνταρχο (Αρχιεπίσκοπος Ταυρομενίου Θεοφάνης ο Κεραμεύς)


Ο πονηρός εναντιώνεται στα αγαθά έργα, επιζητώντας να βλάπτει πάντοτε τα άριστα. Γι’ αυτό, λοιπόν, και σήμερα, ξεσηκώνοντας την καταδικασμένη φιλονικία, έσπευδε να φέρει σύγχυση στη σύναξή μας και να καταργήσει τον λόγο τής διδασκαλίας, μπαίνοντας ολόκληρος μέσα σ’ εκείνον τον άτακτο και μισοβάρβαρο άνδρα. Όμως εσείς φανήκατε να έχετε γνώση των πανουργιών του και με περισσότερη σύνεση αντικρούσατε την επινόησή του. Τρέχοντας προς την εκκλησία, και αφήνοντας μόνο του να δαιμονίζεται εκείνον που άκαιρα φώναζε και φλυαρούσε, δείξατε την προσοχή σας στον διδασκαλικό λόγο.
Κατά τον καιρό εκείνο «μόλις μπήκε ο Ιησούς στην Καπερναούμ, Τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος» (Ματθ. η’ 5). Επειδή ο Κύριος, γεμίζοντας την Ιουδαία με θαύματα, άναβε περισσότερο τον εναντίον Του φθόνο στις ψυχές των αγραμμάτων, «αυτών που θέτουν το φως για σκοτάδι, και το γλυκό για πικρό», σύμφωνα με τον λόγο του Ησαΐα (ε’ 20), μεταδίδει, λοιπόν, τη χάρη των θαυμάτων και στα έθνη.
Δείχνοντας από τη μια ότι ήλθε για τη σωτηρία όλου του κόσμου, και από την άλλη ελέγχοντας ολοφάνερα την απιστία των Ιουδαίων με την πίστη που έδειξαν τα έθνη. Διότι τα έθνη είναι κάπως πιο έτοιμα και συγκατανεύουν πολύ στο να πιστέψουν στον Χριστό. Βλέπε και το διαμετρικά άνισο της απείθειας των Ιουδαίων και της προθυμίας των εθνών. Διότι, ενώ οι Ιουδαίοι Τον έδιωχναν με βρισιές, η εθνική Συροφοινίκισσα όμως ονόμαζε τον εαυτό της ανάξιο της χάριτος, και παρακαλούσε να καταταχθεί στη μοίρα των σκυλιών και να μετέχει στα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των Ιουδαίων, το οποίο εκείνοι ολότελα απαρνούνταν (Ματθ. ιε’ 26). Αλλά κι αυτός ο εκατόνταρχος κρίνει τον εαυτό του εντελώς ανάξιο για να δεχτεί κάτω από τη στέγη του τον Κύριο. Γι’ αυτό και οι Ιουδαίοι θέρισαν την ανταμοιβή τής απιστίας τους, και οι εθνικοί δέχτηκαν τη χάρη, και σώθηκαν με την πίστη. Αλλά ας κάνουμε αμέσως την αρχή τής διηγήσεως.
Κατά τον καιρό εκείνο «μόλις μπήκε ο Ιησούς στην Καπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος και τον παρακαλούσε μ’ αυτά τα λόγια» (Ματθ. ε’ 5). Βέβαια ο θεόπνευστος Λουκάς, αφηγούμενος αυτό εδώ το θαύμα, δεν λέει πως ο εκατόνταρχος ήλθε αυτοπροσώπως, αλλά πως έστειλε Ιουδαίους πρεσβυτέρους, για να συναντήσουν γι’ αυτό τον Κύριο. Αυτό όμως δεν δείχνει καμμιά διαφωνία στους Ευαγγελιστές, για όσους προσέχουν με καλή διάθεση. Διότι και αυτοί που εστάλησαν από τον εκατόνταρχο παραβρέθηκαν αντί για τον αποστολέα και ας μη δοθεί καμμιά λαβή από αυτό σ’ αυτούς που θέλουν να βλέπουν λάθη, επειδή ο Ματθαίος λέει ότι προσήλθε ο ίδιος ο εκατόνταρχος, ο Λουκάς πάλι ότι άλλοι έγιναν οι κομιστές τής αιτήσεως. Διότι αυτό που φροντίζουν οι Ευαγγελιστές ήταν να περιγράφουν με αλήθεια το θαύμα, και όχι να ακριβολογήσουν για όσα προηγήθηκαν του θαύματος. Και τίποτε δεν μας εμποδίζει να σκεφτούμε ότι συνέβησαν και τα δύο. Διότι ο εκατόνταρχος από ευλάβεια νόμιζε πως, επειδή ήταν εθνικός και αλλογενής, δεν θα προσέξει ο Χριστός την αίτησή του. Σκέφτηκε, λοιπόν, πρώτα να στείλει χωριστή πρεσβεία. Αλλά όταν άκουσε ότι πρόθυμα ο Χριστός έδωσε υπόσχεση για τη θεραπεία, παίρνοντας θάρρος φτάνει κι αυτός ο ίδιος.
Ο Σωτήρας, λοιπόν, ήδη κάνει αρχή των προοιμίων τής αναστάσεως και πιο πριν θεράπευσε και μέλη και μέρη κακοποιημένα. Και επειδή η φύση των ανθρώπων είναι χωρισμένη σε άνδρες και γυναίκες, χαρίζει την ευεργεσία και στα δύο φύλα. Γιατί, επειδή και οι δύο, και ο άνδρας και η γυναίκα, ξέπεσαν από την εντολή τού Θεού, γι’ αυτό και οι δύο δέχτηκαν την ευεργεσία. Και θεραπεύει τον παράλυτο στα νεύρα και διαλυμένον στους αρμούς τού σώματος (Ματθ. θ’ 1 εξ.), αλλά δεν αφήνει αθεράπευτη ούτε τη σκυμμένη στη γη γυναίκα που έβλεπε το χώμα (Λουκ. ιγ’ 11). Και τους περισσότερους δαιμονόπληκτους απέσπασε από την εξουσία των δαιμόνων (Λουκ. η’ 27), αλλά θεράπευσε και τη μικρή κόρη τής Χαναναίας που την ενοχλούσαν οι δαίμονες (Ματθ. ιε’ 29). Ελευθέρωσε τον Ζακχαίο από τις αδικίες τού τελωνείου (Λουκ. ιθ’ 2), αλλά και την ακόλαστη πόρνη την καθάρισε από τη δυσώδη αμαρτία (Ιω. δ’ 7 εξ.). Ο Σίμων ο Φαρισαίος καλεί τον Κύριο σε συνεστίαση, αλλά και η Μάρθα Τον υποδέχτηκε στο σπίτι της (Λουκ. ζ’ 36, ι’ 39, 43). Θεραπεύει τον δούλο τού εκατοντάρχου, αλλά επιτιμώντας με δύναμη τον πυρετό που κατάκαιγε την πεθερά του Σίμωνα τόσο πολύ την απάλλαξε από το κακό, ώστε αυτή να μπορεί να τους υπηρετεί θεραπευμένη, ενώ πριν την περίμεναν να πεθάνει (Λουκ. 8′ 38, 59). Θα δεις τον Χριστό να ανασταίνει και τον πεθαμένο γιο τής χήρας, αλλά και τη μικρή κόρη τού Ιαείρου (Λουκ. ζ’ 11 εξ., η’ 49 εξ.). Και Τον ακολουθούσε μια ομάδα μαθητών, αλλά Τον υπηρέτησαν και μαθήτριες, που έγιναν απόστολοι της Αναστάσεως. Βλέπεις τον Δεσπότη και δημιουργό όλων να εκδηλώνει τις ευεργεσίες Του προς όλους; Επειδή μερικοί έγιναν αδιάντροποι σε τέτοιο βαθμό ώστε να λένε ότι η γυναίκα δεν είναι ολόκληρος άνθρωπος αλλά μέρος τού ανθρώπου, γιατί πλάσθηκε από την πλευρά του άνδρα, αποστομώνει με αυτά τις αχαλίνωτες ορμές των γλωσσών που κατηγορούν, δείχνοντας ότι στην αρετή και την κακία το ίδιο είναι κυρίαρχοι και ο άνδρας και η γυναίκα. Αυτά όμως τα είπαμε σαν παρένθεση, και ας επανέλθουμε στα ιερά λόγια του Ευαγγελίου.
«Κύριε, ο δούλος μου κείτεται στο σπίτι παράλυτος και υποφέρει φοβερά» (Ματθ. η’ 6). Και πρόσεξε πως ήταν κοντά στις ίδιες τις πύλες του θανάτου, διότι ήταν κατάκοιτος στο σπίτι, έτσι που να μην μπορεί να τον φέρει προς τον Κύριο. Και ο Λουκάς αυτό το δείχνει με περισσότερη έμφαση, προσθέτοντας ότι επρόκειτο να πεθάνει (Λουκ. ζ’ 2). Και μερικοί λένε πως γι’ αυτό και δεν τον έφεραν, μεταφέροντάς τον στο κρεββάτι, για να μην πεθάνει καθώς μεταφερόταν, γιατί τον περίμεναν ήδη να πεθάνει. Αλλά εγώ νομίζω πως δεν τον μετέφεραν όχι γι’ αυτήν την αιτία, αλλά γιατί είχε πεισθεί ο εκατόνταρχος πως μπορεί ο Κύριος να τον θεραπεύσει και απόντα. Και αυτό είναι φανερό από αυτά που έλεγε: «Πες μόνο ένα λόγο και θα γιατρευθεί ο δούλος μου» (Ματθ. η’ 8).
«Ο Ιησούς του λέει: Εγώ θα έλθω και θα τον θεραπεύσω» (Ματθ. η’ 7). Γιατί έτσι εύκολα τον υπάκουσε ο Κύριος και αμέσως έφερε και τη θεραπεία, αν και δεν συνήθιζε σε άλλους να το κάμνει αυτό; Γιατί τον πατέρα που γονάτιζε για το σεληνιαζόμενο παιδί του και ζητούσε τη θεραπεία του, προηγουμένως τον επιπλήττει χαρακτηρίζοντάς τον γενιά άπιστη και διεστραμμένη (Λουκ. α’ 41); Και στη Χαναναία, που με πόνο Τον αντίκρυζε για τη θυγατέρα της, της είπε: «Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το πετάξει στα σκυλιά» (Ματθ. ιε’ 26); Όμως σ’ αυτόν εδώ μόλις άκουσε ότι «ο δούλος μου κείτεται στο σπίτι παραλυτικός», αμέσως θέλει να τον θεραπεύσει. Γιατί; Επειδή Αυτός που εξετάζει τις καρδιές και φτάνει να γνωρίζει και τις σκέψεις, γνώριζε πόσο μεγάλη ήταν η πίστη τού εκατοντάρχου. Τη χάρη, λοιπόν, που δίνει, τη μετρά ανάλογα με την πίστη, και υπόσχεται γρήγορα θεραπεία, ώστε η φλογερή ευλάβεια του εθνικού να φανεί στους Ιουδαίους που Τον ακολουθούν. Συγχρόνως ο εκατόνταρχος είδε τον Σωτήρα να ξεκινάει γρήγορη την πορεία Του, και γεμίζοντας με δέος και υπερβολικό φόβο, επειδή θα υποδεχτεί στο σπίτι τον Θεό, λέει:
«Κύριε, δεν είμαι άξιος να Σε υποδεχτώ στο σπίτι μου. Πες όμως μόνον ένα λόγο, και θα γιατρευτεί ο δούλος μου. Είμαι κι εγώ άνθρωπος κάτω από εξουσία, και έχω στρατιώτες στη διοίκησή μου. Λέω στον ένα “πήγαινε” και πηγαίνει, και στον άλλον “έλα” και έρχεται, και στον δούλο μου “κάνε αυτό” και το κάνει» (Ματθ. η’ 8-9). Αυτό που λέει ο εκατόνταρχος είναι σωστό. Εάν εγώ, λέει, που είμαι στρατευμένος στον Καίσαρα και υπακούω στα προστάγματά του, τους στρατιώτες που διοικώ τους υποτάσσω με μόνο τον λόγο μου, ώστε ούτε αυτόν που στέλνω κάπου να μπορεί να μην πάει, ούτε αυτόν που προσκαλώ να μην προσέλθει, πώς Εσύ, που δεν βρίσκεσαι κάτω από εξουσία, αλλά με την αυθεντική δύναμη της θεότητας τα μετακινείς όλα με νεύμα, δεν θα διατάξεις με τη θέλησή Σου και ο δούλος μου να γιατρευθεί με το πρόσταγμά Σου; Και ότι ο λόγος τού εκατοντάρχου δεν ειπώθηκε θωπευτικά μηχανορραφώντας, ούτε νοθεύτηκε με τα δεσμά τής κολακείας, έδωσε γι’ αυτό μαρτυρία ο Σωτήρας, τοποθετώντας την πίστη του ως πιο βεβαία και από την πίστη όλων των Ισραηλιτών, και συγχρόνως προσθέτοντας: «Ας γίνει όπως το πίστεψες» (Ματθ. η’ 13). Και γνώρισε ο Σωτήρας τούς πρώτους καρπούς τής προσκλήσεως των εθνών που έγινε διά του Ευαγγελίου, και προβλέποντας να οδηγούνται από αυτόν τον εκατόνταρχο, προλέει για το μέλλον ότι «πολλοί θα έλθουν από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο τραπέζι τής Βασιλείας των ουρανών» (Ματθ. η’ 11). Επειδή βέβαια δεν βρήκε τόσο μεγάλη πίστη στον Ισραηλιτικό λαό, προσκαλεί, λοιπόν, τα έθνη από τις άκρες τής γης, και ο αχάριστος λαός απομακρύνθηκε από την οικειότητα προς Αυτόν, και αντί γι’ αυτόν μπήκαν τα έθνη και σώθηκαν με την πίστη. Γι’ αυτό και λέει ότι τα έθνη θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, γιατί έδειξαν ζήλο στην πίστη, όπως ο Αβραάμ. Και εκείνοι που ονομάστηκαν «γιοί», εννοώ οι Ιουδαίοι, «θα πεταχθούν στο έξω σκοτάδι. Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών» (Ματθ. η’ 12). Λέει θα πεταχτούν έξω από τη Βασιλεία, θα διωχθούν όμως και από την ιερωσύνη, και από αυτούς ακόμη τους ιερούς τόπους, και από τις θυσίες του νόμου που γίνονται σύμφωνα με το έθος. Και θα ανταλλάζουν το θείο φως με το σκοτάδι της άγνοιας και με το κλάμα τής μεταμέλειας τη χαρά να βρίσκονται κοντά στον Θεό. Και χωρίς αποτέλεσμα θα τρίζουν τα δόντια τής ψυχής, πεινώντας υπερβολικά για τη θεία τροφή. Και η μελλοντική τιμωρία των αμαρτωλών λέγεται σκοτάδι εξώτερο, επειδή πρόκειται τότε να διαιρεθεί η διπλή ενέργεια της φωτιάς, και στους δικαίους θα αποδοθεί το φως καθαρό, και χωρίς να καίει, στους φαύλους όμως θα διανεμηθεί η καυστική φωτιά που δεν θα φωτίζει. Αυτό λοιπόν το σκοτάδι λέγεται εξώτερο ή εσώτερο. Επειδή και από εδώ, όσοι κάνουν φαύλα έργα ζουν σαν σε σκοτάδι, αλλ’ όμως υπάρχει γι’ αυτούς η ελπίδα τής μετανοίας. Όμως εκεί το σκοτάδι λέγεται εξώτερο και είναι χωρίς ελπίδα.
Αλλά μου ξέφυγε ανεξέταστο το τι οπωσδήποτε πράττοντας ο εκατόνταρχος δέχτηκε τόσο μεγάλον έπαινο, ώστε να θαυμάσει ο Κύριος και να πει τα επόμενα: «Τόση πίστη ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες δεν βρήκα» (Ματθ. η’ 10). Συγχωρήστε με, λοιπόν, που ήμουν απρόσεκτος. Διότι η φροντίδα των εκκλησιαστικών πραγμάτων που έχω, σαλεύει την κορυφή του λογικού μου. Αλλά δεν εμποδίζει τίποτε, με την επαναφορά του λόγου, να διορθώσουμε αυτό που ξεχάσαμε.
Ο λόγος τού εκατοντάρχου φανερώνει όπως φαίνεται κάποια διδασκαλία από τις σπουδαίες, προς την οποία αποβλέποντας ο Δεσπότης θαύμασε. Και η διδασκαλία είναι αυτή: Όταν απομακρύνθηκε ο άνθρωπος από την εντολή τού Θεού και με τη θέλησή του λιποτάκτησε πρoς τoν τύραννο-διάβολο, η αγαθότητα του Δημιουργού δεν άφησε ολοκληρωτικά αβοήθητη την ανθρώπινη φύση μας, αλλά έδωσε στον καθένα για σύμμαχο στη ζωή του έναν Άγγελο από αυτούς που έχουν ασώματη φύση. Αλλά πολεμώντας ο εχθρός για να βλάψει τον άνθρωπο, τοποθετεί κακοποιό δαίμονα. Κανένας από αυτούς δεν χρησιμοποιεί βία, για να μη βλαφτεί το αυτεξούσιο και ελεύθερο του ανθρώπου, αλλά ο καθένας υποδεικνύει και συμβουλεύει τα αντίθετα, ο ένας την ελπιζομένη απόλαυση μέσω της αρετής, και ο άλλος τη δουλοπρεπή και κολακευτική ηδονή. Στη μέση, λοιπόν, αυτών των δύο, σαν να είναι εκατόνταρχος, αφού σταθεί η ελευθερία και προαίρεσή μας, διατάζει ό,τι θέλει, σαν σε υποταγμένους στρατιώτες, τον ένα διώχνοντάς τον και προσκαλώντας τον άλλον. Το να μένουν στον ίδιο τόπο και οι δύο είναι αδύνατον, επειδή δεν έρχονται σε επικοινωνία όσα είναι μεταξύ τους αντίθετα. Διότι δεν υπάρχει «τίποτε το κοινό ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι» (Β’ Κορ. στ’ 14), αλλά είναι ανάγκη, καθώς υποχωρεί το σκοτάδι, αυτό που βλέπει κανείς να είναι το φως και, καθώς απομακρύνεται η κακία, να έρχεται, αντί γι’ αυτήν, η αρετή. Και καθώς αυτό είναι έτσι, εάν βέβαια κάποιος θέλει να ζηλέψει αυτόν τον εκατόνταρχο, θα πει σ’ αυτό: Πήγαινε, και πηγαίνει. Σε ποιο αυτό; Σ’ εκείνο για το οποίο είπε ο Κύριος: «Θα λέτε σ’ αυτό το βουνό “σήκω” και θα σηκώνεται» (Ματθ. ιζ’ 20), δείχνοντας το δαιμόνιο εκείνο που φέρνει σεληνιασμό. Και όταν αυτός υποχωρεί, θα προσκαλέσει όχι τον ίδιον, αλλά τον επιθυμητό. Διότι όταν καταδιωχθεί ο σύμμαχος της κακίας, εισέρχεται αντί γι’ αυτόν ο οπλίτης τής δικαιοσύνης, ντυμένος με τον θώρακα της δικαιοσύνης και την περικεφαλαία της σωτηρίας και τη μάχαιρα του Πνεύματος (Βλ. Εφεσ. στ’ 16-17). Και τότε ο δούλος, δηλαδή το σώμα, φοβάται τον κύριό του, δηλαδή τον νου, και κάνει την υπηρεσία που πρέπει, επειδή ποτέ πια το φρόνημα της σάρκας δεν εναντιώνεται στο πνεύμα. Διότι είναι αδύνατον όταν είναι παρών ο στρατιώτης τού εχθρού, το σώμα να υπακούσει στον σώφρονα λογισμό.
Γι’ αυτό, λοιπόν, και εμείς, αδελφοί, όσο είμαστε εκατόνταρχοι, δηλαδή υπερβάλλουμε πολλούς στην κακία, και είμαστε δούλοι στον Καίσαρα, δηλαδή στον κοσμοκράτορα διάβολο, κι αν ακόμη αποκτήσουμε την αξιέπαινη δειλία, ας ντραπούμε να δεχτούμε τη χάρη τού λόγου για τον Θεό -της θεολογίας—, ως άνθρωποι που δεν είμαστε ικανοί να τη λάβουμε. Κι αν γίνουμε αυτού του είδους, ώστε να μπορούμε να διώχνουμε τους γεμάτους πάθος λογισμούς, και αντί γι’ αυτούς να εισάγουμε στην ψυχή τις αρετές και να δουλαγωγούμε το σώμα σύμφωνα με τον τρόπο ζωής που ορίζει ο Θεός, τότε και ο καθένας από εμάς μπορεί να πει: Έχω κάτω από την εξουσία μου στρατιώτες, και λέω στον πονηρό, φύγε, και φεύγει. Και στον αγαθό, έλα, και έρχεται. Και στο σώμα μου: Κάνε την εργασία τής αρετής, και την κάνει με τη βοήθεια του Ιησού Χριστού τού Κυρίου μας, στον Οποίον ανήκει η δοξολογία και η δύναμη στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.

(P.G. 132, 825-836)

(Πηγή: “Από την Πεντηκοστή στην Κοίμηση της Θεοτόκου”, Μετάφραση: Γεώργιος Μαυρομάτης, Εκδόσεις “Αρμός”)
https://alopsis.gr

ΕΙ ΖΩΜΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙ, ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΩΜΕΝ


«Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καί στοιχῶμεν» (Γαλ. 5, 25)
«Αφού ζούμε με τη δύναμη του Πνεύματος, πρέπει ν’ ακολουθούμε το Πνεύμα».


Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα που απασχολούν όσους ανθρώπους θέλουν να έχουν σχέση με τον Χριστό και να ζούνε τον τρόπο της Εκκλησίας είναι το κατά πόσο αυτό είναι εφικτό μέσα στην πραγματικότητα της εποχής. Κι ας μη μένουμε μόνο στο σήμερα, το οποίο έχει, είναι γεγονός, μεγάλες δυσκολίες. Κάθε εποχή είναι για τον πιστό εποχή δοκιμασίας. Άλλοτε οι δοκιμασίες έχουν να κάνουν με την άρνηση της εξουσίας να αποδεχθεί την πίστη, άλλοτε με την άρνηση του πολιτισμού, άλλοτε με τις εσωτερικές δοκιμασίες, αυτές της καρδιάς. Στην εποχή των διωγμών και της περιθωριοποίησης της πίστης και των χριστιανών, οι δοκιμασίες είναι εμφανείς. Κύριος στόχος του καθενός είναι να κρατήσει την πίστη του ζώσα, να μην νικηθεί από τις επιθέσεις του κόσμου και της ισχύος του, από την απαίτηση για παραίτηση από το δικαίωμα να ακολουθεί κάποιος τον Χριστό. Υπάρχουν όμως και περίοδοι, όπως η σημερινή, οπότε και η πίστη κρίνεται στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας και των επιλογών.

Πρώτη μάχη που καλείται να δώσει ο πιστός είναι με την επιθυμία του νου να ελέγχει την ζωή και τα πάντα. Να ικανοποιούνται οι επιθυμίες και τα όνειρά του. Ο δρόμος αυτός γεννά θυμό, λύπη, άγχος αν τα πράγματα δεν πηγαίνουν κατά το δοκούν. Ο νους είναι η βάση της προσωπικότητας του ανθρώπου και προφανώς δώρο Θεού. Το ίδιο και το «εγώ» που συγκροτεί την ταυτότητα. Η πίστη έρχεται ως δώρο ταπείνωσης. Ως βάση ο άνθρωπος να σχεδιάσει με τον νου του και να παλέψει για ό,τι καλό, αλλά και να αφήσει την έκβαση των πραγμάτων στο θέλημα του Θεού. Εδώ έρχεται και ο πλησίον. Ο νους του ανθρώπου θέλει να κατευθύνει τον άλλον, ώστε να υπηρετήσει το προσωπικό θέλημα. Και αυτό γίνεται είτε διά της βίας, είτε διά της πειθούς είτε διά της ανάγκης. ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον πλησίον. Και όταν βλέπει ότι η ελευθερία του άλλου δεν επιτρέπει την χρήση του ή βάζει όρια σ’ αυτήν, ο νους αντιδρά με τον λογισμό που γίνεται πάθος: οργή, μίσος, εμπάθεια, απογοήτευση. Η πίστη μας κάνει να λειτουργούμε στην προοπτική της αγάπης. Της πρότασης στον άλλο, της προσφοράς μας σ’ αυτόν, της συγκατάβασης στην ελευθερία και τα όρια του, στην συμπόρευση αν δεν είναι τα πράγματα όπως τα θέλουμε, στην προσευχή και την συγχώρεση αν χρειαστεί να φύγουμε από τη σχέση ή να φύγει ο άλλος.

Δεύτερη μάχη που καλείται να δώσει ο πιστός είναι εναντίον του ορθολογισμού που θέλει να δώσει εξηγήσεις για τα πάντα στον κόσμο, χωρίς περιθώριο στο μυστήριο και την υπέρβαση της λογικής. Ο κόσμος μας πρέπει να εξηγηθεί διά της επιστήμης και μάλιστα διά της αιτιοκρατίας. Το αίτιο είναι φυσικό, υλικό ή αποτέλεσμα ανθρώπινου παράγοντα. Δεν μπορεί να πιστεύουμε ότι ο Θεός οδηγεί τα πράγματα κάπου. Μόνο με την βοήθεια της γνώσης, της επιστήμης, της δύναμης του μυαλού, μπορούμε να νικήσουμε ό,τι μας δυσκολεύει και να το εξηγήσουμε. Είναι οπισθοδρόμηση να μιλάμε για το κράτος, την δύναμη του Θεού. Θεοκρατία δεν σημαίνει πίστη στον Θεό που βάζει τη ζωή μας σε μία πορεία αγάπης, ελπίδας, ήθους, αλλά την επιθυμία όλα να εξηγούνται με βάση τον Θεό και χωρίς άλλους παράγοντες και όλα να κυβερνώνται με βάση τον Θεό. Και αυτός ο Θεός έχει πλαστεί ως πατέρας-αφέντης, τιμωρός, εισαγγελέας που επιβλέπει την τήρηση των νόμων που ο ίδιος έχει επιβάλει. Ο πιστός όμως, χωρίς να αρνείται την ερμηνεία της ζωής με βάση την αιτιοκρατία, πηγαίνει στην πηγή. Ποιος δημιούργησε τον κόσμο και γιατί. Τι από όσα δεν μπορούμε να νικήσουμε έχει να κάνει με το θέλημα του Θεού για την σωτηρία μας; Μια κοινωνία στην οποία η αγάπη, η αλληλεγγύη, η ανθρωπιά, η πίστη στην ανάσταση και επομένως η κρίση του κόσμου και τω ανθρώπων με την προοπτική ότι ο χρόνος και ο θάνατος δεν είναι το τελικό μας όριο, αλλά η αγάπη και η κοινωνία με τον Θεό που θα συμπεριλάβει και τα σώματα και τις ψυχές μας αλλά και θα χτιστεί πάνω σε κάθε σκέψη και έργο μας, για τα οποία είμαστε υπεύθυνοι, είναι άραγε η θεοκρατία του φονταμενταλισμού; Για τον πιστό όχι. Όμως αυτός είναι ένας αγώνας για να υπενθυμίζει συνεχώς στον εαυτό του και τον κόσμο ότι ο Θεός δωρίζει κάθε επιστήμη και κάθε γνώση, όχι για να δημιουργήσει ο άνθρωπος την Βαβέλ του, αλλά για να ομορφύνει τη ζωή του και να την μοιραστεί με αγάπη, με τους έχοντες και τους μη έχοντες.

Η τρίτη και δυσκολότερη μάχη που έχει να δώσει ο άνθρωπος είναι αυτή του να νικήσει το «δε βαριέσαι», «και τι έγινε;», «δεν πειράζει» στη σχέση του με τον Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό του. Είναι ο αγώνας εναντίον της αμαρτίας, που μας καθιστά αυτόφωτους, που μας δικαιολογεί, που αφήνει τις ρίζες των ζιζανίων να μεγαλώνουν μέσα μας, που μας βγάζει από την προοπτική του να κυριαρχούν οι καρποί του Αγίου Πνεύματος εντός μας: «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, καλοσύνη, αγαθότητα, πίστη, πραότητα, εγκράτεια» (Γαλ. 5, 22-23) και η καύχηση του ανθρώπου για τον προσωπικό του θρίαμβο με τα αντίθετά τους: «φιλαυτία, ατομική και στιγμιαία ευχαρίστηση, ένταση για να επικρατήσουμε, εκδίκηση, κακία, πονηριά, απιστία, ανυπομονησία και φωνές, ακολασία». Ο πολιτισμός μας μάς λέει ότι ο δεύτερος τρόπος είναι αυτό που δικαιούμαστε. Η πίστη όμως μας ανεβάζει στην οδό της βασιλείας του Θεού, στην οδό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και μας κάνει να ζούμε όχι μόνο για το «εδώ και τώρα», αλλά και για το «για πάντα».

Αυτός ο δρόμος είναι η ακολούθηση του Αγίου Πνεύματος στη ζωή της Εκκλησίας. Είναι η οδός της άσκησης. Της μετάνοιας. του πνευματικού αγώνα. Κυρίως της αγάπης προς τον Θεό και τον άλλον, που γίνεται υπέρβαση και την ίδια στιγμή άνοιγμα του εγώ. Συνοδοιπόρος μας είναι ο Χριστός. Και μπορεί να μοιάζουμε κεκρυμμένοι στον θρίαμβο του κοσμικού πνεύματος και ηττημένοι. Έχουμε όμως την ανάπαυση ότι βλέπουμε τη ζωή με άλλα μάτια.

Αυτός είναι ο δρόμος των αγίων, ο δρόμος που μας κάνει αληθινά πνευματικούς ανθρώπους!



Κέρκυρα, 5 Ιουλίου 2020

Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

Πίστη αδιάκριτος [Δ’ Ματθαίου] (5.7.2020)


Την περασμένη Κυριακή, αδελφοί χριστιανοί, μάς είπε ο Χριστός να μη μεριμνάμε τί θα φάμε ή τί θα πιούμε ή τί θα ντυθούμε, αλλά να ζητούμε πρώτα την βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη αυτού, και όλα αυτά θα μάς δοθούν επιπροσθέτως. Γιατί, όπως ο Θεός φροντίζει για τα πετεινά του ουρανού και για τα άνθη του αγρού, πολύ περισσότερο φροντίζει και προνοεί και για μάς τους ανθρώπους, για το «συναμφότερον» σώματος και ψυχής, σε αντίθεση με εμάς που συχνά στρέφουμε την προσοχή μας μόνο στις βιοτικές μέριμνες. Με το θαύμα της σημερινής περικοπής από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, μάς δείχνει ότι ο Θεός μάς φροντίζει όχι μόνο στα βιοτικά αλλά και σε προβλήματα άλυτα για τους ανθρώπους. Με τον τρόπο αυτό, αφού μάς δίδαξε την προς τον Θεό αγάπη, έρχεται να μάς διδάξει και την πίστη προς αυτόν, όπως θα δούμε ευθύς αμέσως.
Καθώς ήλθε ο Ιησούς στην Καπερναούμ, ήλθε προς αυτόν εκατόνταρχος και τόν παρακαλούσε λέγοντας «Κύριε, το παιδί μου στο σπίτι έχει πληγεί από παραλυσία και βασανίζεται φρικτά». «Έρχομαι εγώ να τον θεραπεύσω», του απαντά ο Χριστός κι εκείνος είπε, «Κύριε, δεν είμαι άξιος για να εισέλθεις στο σπίτι μου, αλλά πες μόνο μια λέξη και θα θεραπευτεί το παιδί μου. Γιατί κι εγώ είμαι άνθρωπος που έχε εξουσία, και έχω από κάτω μου στρατιώτες και λέω στον ένα, πήγαινε,και πηγαίνει, και στον άλλο, έλα, κι έρχεται, και στον δούλο μου, κάνε τούτο, και το κάνει». Όταν το άκουσε αυτό ο Ιησούς εθαύμασε και είπε σε αυτούς που τον ακολουθούσαν: «Αλήθεια σάς λέω, ότι ούτε στον Ισραήλ δεν βρήκα τόσο μεγάλη πίστη. Σάς λέω μάλιστα ότι πολλοί θα έλθουν από την ανατολή κι από την δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στην βασιλεία των ουρανών, ενώ οι γιοι της βασιλείας θα εκβληθούν έξω στο σκοτάδι, όπου υπάρχει το κλάμμα και το τρίξιμο των δοντιών». Και είπε ο Ιησούς στον εκατόνταρχο, «Πήγαινε, και ας γίνει όπως πίστεψες», και από την στιγμή εκείνη θεραπεύτηκε το παιδί αυτού [1].Ο εκατόνταρχος, ρωμαίος αξιωματικός, αν και δεν είχε ακούσει για τον αληθινό Θεό και πίστευε στα είδωλα, πίστεψε προφανώς σε όσα είχε ακούσει για τον Ιησού Χριστό και γι αυτό δεν χάνει την ευκαιρία να προστρέξει σε αυτόν με πίστη αξιοθαύμαστη, αξιοζήλευτη και αξιομίμητη. Δεν γνωρίζει ότι συνομιλεί με αυτόν που με ένα του λόγο δημιούργησε τα σύμπαντα, γνωρίζει όμως, σαν άνθρωπος που ασκεί εξουσία, ότι ένας λόγος αρκεί για να γίνουν πολλά, και πιστεύει ακράδαντα ότι με ένα του λόγο ο Χριστός έχει την δύναμη να θεραπεύσει το παιδί του. Αυτή την πίστη των αγίων μακαρίζει ο Χριστός. Όταν μάλιστα λέει ότι πολλοί από ανατολή και δύση θα αναδειχθούν μεγάλοι στην βασιλεία του Θεού ενώ τα παιδιά της βασιλείας θα αποκλειστούν, δεν αναφέρεται μόνο στους τότε ισραηλίτες αλλά και σε όσους από εμάς, που θεωρούμε τους εαυτούς μας γνήσια τέκνα της Εκκλησίας, υπερηφανευόμαστε γι αυτό και αμελούμε τα πνευματικά και συχνά καταλήγουμε σε χλιαρότητα και σε ολιγοπιστία,ειδικά σε περιόδους θλίψεως και δοκιμασιών.Ο εκατόνταρχος όμως δεν αισθάνεται έτσι. Παρ’ όλο που υπερέχει των άλλων ανθρώπων και έχει εξουσία πολιτική και στρατιωτική, δεν θεωρεί ότι έχει κάποια υπεροχή έναντι του Ιησού Χριστού. Γι αυτό δεν τον καλεί στο σπίτι του αλλά προστρέχει ο ίδιος προς αυτόν, και μάλιστα στην προθυμία του Χριστού να πάει στο σπίτι του θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο για μια τέτοια τιμή και επίσκεψη. Η πίστη του εκατόνταρχου συνοδεύεται, όπως βλέπουμε, με ταπείνωση, η οποία αν μη τι άλλο προέρχεται από την αυτογνωσία του. Γιατί βλέπει ότι η όποια του εξουσία δεν τον καθιστά καλύτερο από τους άλλους ανθρώπους και ότι ενώπιον του Θεού, του μόνου αγαθού και του μόνου που με ένα του λόγο έχει την δύναμη να θεραπεύει κάθε σωματική και πνευματική ασθένεια, όλοι οι άνθρωποι είμαστε μικροί, δούλοι και υπήκοοι του Θεού.Τούτο το παράδειγμα της πίστης και της ταπείνωσης ας έχουμε διαρκώς ενώπιόν μας, αδελφοί χριστιανοί. Ζούμε σε μια εποχή που η κοινωνία των ανθρώπων κλονίζεται συνθέμελα από παράγοντες που κύριο χαρακτηριστικό τους έχουν την αποξένωση, την απομόνωση, την περιφρούρηση του «εγώ». Ο καθένας επιδιώκει να ξεχωρίσει με όποιον τρόπο και να παραστήσει τον καμπόσο, είτε με χρήματα, είτε με κτήματα, είτε με τις σπουδές, είτε κατακτώντας θέσεις στην πυραμίδατης όποιας εξουσίας. Το κυνήγι αυτών των εφήμερων πραγμάτων αποξενώνει τον άνθρωπο από τον πλησίον και από τον Θεό. «Πάτησε στο αυγό και άγγιξε τον Θεό», σχολιάζει σκωπτικά η λαϊκή σοφία. Τούτος ο πειρασμός της υπερηφανίας προσβάλλει και εμάς, όταν καυχώμαστε για τα θαύματα που τυχόν έχει κάνει ο Θεός στη ζωή μας ή για τους πνευματικούς που γνωρίσαμε και συναναστραφήκαμε. Με τον τρόπο αυτό, αντί να τούς μιμούμαστε στην αρετή και στην ταπείνωση, στην σεμνότητα και στην απλότητα, φεύγουμε μακριά τους και κατακρίνουμεοι ίδιοι τον εαυτό μας με την καυχησιολογία μας. Αντί όλων αυτών, ας έχουμε στην καρδιά μας πίστη απλή και ανόθευτη, σαν του εκατόνταρχου. Αν ο Θεός μάς ευεργετεί, τούτο ας γίνεται αιτία μεγαλύτερης προς αυτόν δοξολογίας και ευχαριστίας. Και όταν προσευχόμαστε, ας ζητούμε με πίστη και ταπείνωση «τά καλά καί συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμών καί εἰρήνην τῷ κόσμῳ». Αμήν.

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

ΟΥΔΕ ΕΝ ΤΩ ΙΣΡΑΗΛ ΤΟΣΑΥΤΗΝ ΠΙΣΤΙΝ ΕΥΡΟΝ

Στη ζωή μας συχνά συναντούμε ανθρώπους που μας εκπλήσσουν. Που επιδεικνύουν συμπεριφορά και ήθος εντελώς διαφορετικό από αυτό που περιμένουμε. Άνθρωποι που συγχωρούν, ενώ περιμένουμε να μας απορρίψουν ή να μας τιμωρήσουν. Άνθρωποι που μας προσέχουν, ενώ περιμένουμε να μας προσπεράσουν αδιάφορα. Άνθρωποι που βγάζουν μία πίστη αναπάντεχη για τα μέτρα και τα δεδομένα τους, όχι μόνο στον Θεό, αλλά και στον εαυτό τους και στον συνάνθρωπο. Και αναρωτιόμαστε: τι να είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους αυτούς να μας δείχνουν αυτό το διαφορετικό ήθος;
Για έναν τέτοιον άνθρωπο θαύμασε και απόρησε ο Χριστός. Επρόκειτο για έναν Ρωμαίο εκατόνταρχο, ο οποίος πήγε να παρακαλέσει τον Κύριο να θεραπεύσει έναν παράλυτο δούλο που είχε και ο οποίος ήταν κατάκοιτος υποφέροντας. Στον λόγο του Χριστού ότι θα πάει στο σπίτι για να τον θεραπεύσει εκ του σύνεγγυς, ο εκατόνταρχος του επισημαίνει ότι δεν ήταν άξιος να Τον δεχτεί στο σπίτι του και Τον παρακαλεί με έναν λόγο Του να θεραπεύσει τον δούλο του. Τότε ο Χριστός θαυμάζει την στάση του και λέει στους μαθητές και σε όσους ήταν παρόντες στο περιστατικό: «Αμήν λέγω υμίν, ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον» (Ματθ. 8, 10). «Σας βεβαιώνω πως τόση πίστη ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες δε βρήκα». Αν από όσους ανήκαν στον περιούσιο λαό του Θεού, τους Ισραηλίτες, θα ήταν αναμενόμενη μια τέτοια πίστη, σε έναν ειδωλολάτρη και μάλιστα ισχυρό κοινωνικά και πολιτικά, κάτι τέτοιο φαντάζει εντελώς αναπάντεχο. Εκπλήσσει και τον Ίδιο τον Θεάνθρωπο!
Για ποιους λόγους όμως ο εκατόνταρχος δείχνει τέτοια συμπεριφορά;
Καταλαβαίνει ότι η εξουσία του είναι τίποτε μπροστά στην ματαιότητα και τη φθορά της ζωής, την αρρώστια και τον θάνατο. Αυτό που δεν συνειδητοποιούμε οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πως ανεξαρτήτως των μέσων που έχουμε στη διάθεσή μας, της τεχνολογίας, του πολιτισμού, των χρημάτων, των αγαθών, της θέσης μας, έρχεται η στιγμή που αναδεικνύεται ενώπιόν μας όλη η ματαιότητα της ζωής. Κι αυτή είναι η ώρα της αδυναμίας, της φθοράς, του θανάτου. Εκεί καταλαβαίνουμε ότι είμαστε ανήμποροι. Αν όμως αυτό το συνειδητοποιούσαμε χωρίς να χρειάζεται να φτάσουμε στην σκληρότητα της οδύνης, αλλά να είχαμε μόνιμα επίγνωση ότι κάθε εξουσία από μόνη της δεν είναι αρκετή για να αντιμετωπίσει τα υπαρξιακά ερωτήματα, να δώσει απάντηση στο μεγαλύτερο εμπόδιο της ζωής που είναι το ίδιο το τέλος της και να μας βοηθήσει να το υπερπηδήσουμε, τότε θα είχαμε νικήσει όποια αλαζονεία είτε η θέση μας είτε τα χαρίσματά μας είτε οι κόποι μας είτε όσα μας δόθηκαν μάς κάνουν να έχουμε.
Ο εκατόνταρχος ακόμη είναι άνθρωπος αγάπης. Νοιάζεται για όλους όσους έχει στη δούλεψή του, επομένως και για έναν δούλο, τον οποίο τον βλέπει σαν παιδί του. Η αγάπη τον κάνει να βλέπει την μοναδικότητα της αξίας του καθενός ανθρώπου. Δεν βλέπει τους άλλους ως αντικείμενα, ως αυτούς που θα τους χρησιμοποιήσει και θα τους πετάξει. Τους βλέπει ως πρόσωπα. Και πονά εξίσου για τον στρατιώτη που είναι υπό τις διαταγές του, για τους συγγενείς του, αλλά και για τον τελευταίο δούλο του. Δεν είναι εξουσιαστής επομένως, αλλά πατέρας. Και νιώθει ότι και ο Χριστός αυτό είναι για τους ανθρώπους. Πατέρας και φίλος. Όπως ο πατέρας δε χρειάζεται αποδείξεις του σεβασμού των παιδιών του προς αυτόν, αλλά τα αγαπά έτσι κι αλλιώς, το ίδιο και ο εκατόνταρχος πιστεύει για τον Χριστό, ότι δε χρειάζεται αποδείξεις της εμπιστοσύνης του εκατοντάρχου, αλλά μπορεί να του ικανοποιήσει το αίτημα διά του λόγου, ως πατέρας και εκείνου και όλων των ανθρώπων.
Τέλος, ο εκατόνταρχος δε θέλει το θαύμα για να δοξαστεί διά μέσου του Χριστού ο ίδιος. Συνήθως οι άνθρωποι όταν μας συμβαίνει κάτι ξεχωριστό στη ζωή μας, το προβάλλουμε, το αναδεικνύουμε, ακόμη κι αν δεν είναι δικό μας κατόρθωμα. Είδατε πόσο αξίζουμε που ο Θεός μας δίνει αυτό ή εκείνο; Είδατε πόσο ξεχωριστοί είμαστε που ο Θεός καταδέχεται να εισέλθει στον οίκο της ψυχής μας; Ο εκατόνταρχος δε ζητά κάτι τέτοιο. Νιώθει πως είναι αδύνατον για τον εαυτό του να χωρέσει τον Θεό στην οικία του, στην ύπαρξή του ολόκληρη και όχι μόνο αυτό. Δε ζητά από τους άλλους να γίνουν μάρτυρες του θαύματος για να επιδειχθεί ο ίδιος, αλλά αρκείται στην χάρη και το έλεος του Θεού.
Αυτός είναι ο δρόμος της αυθεντικής πίστης, η οποία φανερώνεται στο αναπάντεχο. Κι αυτός ο δρόμος υπάρχει στις καρδιές των ανθρώπων οι οποίοι δεν ακολουθούν το αναμενόμενο ούτε στις περιστάσεις της ζωής ούτε στις ανθρώπινες σχέσεις. Η διάκριση ανάμεσα στο τι αξίζει πραγματικά και τι είναι μάταιο, η αγάπη που γίνεται έγνοια πατρότητας για τον άλλο, ακόμη και γι’ αυτόν που μας αδικεί, αλλά και η ταπεινοφροσύνη, η αίσθηση ότι δεν κάνουμε κάτι για να αποδείξουμε ποιοι είμαστε ή τι αξίζουμε ή τι μας χρωστά ο Θεός, αλλά γιατί έχουμε επίγνωση των ορίων μας και δε μας χρειάζεται η δόξα των ανθρώπων, αποτελούν προϋποθέσεις του αναπάντεχου.
Ιδίως στις ανθρώπινες σχέσεις, στις οποίες ο πολιτισμός μας σήμερα ζητά την προβλεψιμότητα και έχει αναπτύξει τρόπους έρευνας και μελέτης ώστε η ανθρώπινη συμπεριφορά να ελέγχεται, να προβλέπεται και επομένως να διαμορφώνεται, η ομορφιά του αναπάντεχου ίσως έδινε άλλη ποιότητα τόσο σε μας όσο και στους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόμαστε. Χρειάζεται όμως η πίστη ως βάση για έναν τέτοιο δρόμο. Η επίγνωση ότι δεν περιστρέφεται όλος ο κόσμος γύρω από εμάς και η επίγνωση ότι νόημα δίνει το να δίνουμε και να παίρνουμε εμπιστοσύνη, όχι από το ξεχωριστό μας, αλλά, κυρίως, από την αγάπη που ομορφαίνει αληθινά την ύπαρξη και τελικά ελευθερώνει από τον φόβο της ματαιότητας.

Κέρκυρα, 2 Ιουλίου 2017
Αναρτήθηκε από π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός