ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2024

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2024- ΤΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ (Ματθ. 25, 14-30)

 


Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην . ἄνθρωπος ἀποδημῶν ἐκάλεσε τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ ᾧ μὲν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δὲ δύο, ᾧ δὲ ἕν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ ἀπεδήμησεν εὐθέως. Πορευθεὶς δὲ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς καὶ ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα·  ὡσαύτως καὶ ὁ τὰ δύο ἐκέρδησε καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο. ὁ δὲ τὸ ἓν λαβὼν ἀπελθὼν ὤρυξεν ἐν τῇ γῇ καὶ ἀπέκρυψε τὸ ἀργύριον τοῦ κυρίου αὐτοῦ. μετὰ δὲ χρόνον πολὺν ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ συναίρει μετ' αὐτῶν λόγον. καὶ προσελθὼν ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα λέγων· κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ' αὐτοῖς. Ἔφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύο τάλαντα λαβὼν εἶπε· κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ' αὐτοῖς. Ἔφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τάλαντον εἰληφὼς εἶπε· κύριε, ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς εἶ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας· καὶ φοβηθεὶς ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴδε ἔχεις τὸ σόν. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ! ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα! Ἔδει οὖν σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ. Ἄρατε οὖν ἀπ' αὐτοῦ τὸ τάλαντον καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα· τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται· ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ. Καὶ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.

Ἀπόδοση στή νεοελληνική 

Είπε ο Κύριος αυτήν την παραβολή: «Η βασιλεία του Θεού μοιάζει μ’ έναν άνθρωπο ο οποίος φεύγοντας για ταξίδι, κάλεσε τους δούλους του και τους εμπιστεύτηκε τα υπάρχοντά του. Σ’ άλλον έδωσε πέντε τάλαντα, σ’ άλλον δύο, σ’ άλλον ένα, στον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του, κι έφυγε αμέσως για το ταξίδι. Αυτός που έλαβε τα πέντε τάλαντα, πήγε και τα εκμεταλλεύτηκε και κέρδισε άλλα πέντε. Κι αυτός που έλαβε τα δύο τάλαντα, κέρδισε επίσης άλλα δύο. Εκείνος όμως που έλαβε το ένα τάλαντο, πήγε κι έσκαψε στη γη και έκρυψε τα χρήματα του κυρίου του.» Ύστερα από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, γύρισε ο κύριος εκείνων των δούλων και έκανε λογαριασμό μαζί τους. Παρουσιάστηκε τότε εκείνος που είχε λάβει τα πέντε τάλαντα και του έφερε άλλα πέντε. “Κύριε”, του λέει, “μου εμπιστεύτηκες πέντε τάλαντα· κοίτα, κέρδισα μ’ αυτά άλλα πέντε”. Ο κύριός του τού είπε: “εύγε, καλέ και έμπιστε δούλε! Αποδείχτηκες αξιόπιστος στα λίγα, γι’ αυτό θα σου εμπιστευτώ πολλά. Έλα να γιορτάσεις μαζί μου”. Παρουσιάστηκε κι ο άλλος με τα δύο τάλαντα και του είπε: “κύριε, μου εμπιστεύτηκες δύο τάλαντα· κοίτα, κέρδισα άλλα δύο”. Του είπε ο κύριός του: “εύγε, καλέ και έμπιστε δούλε! Αποδείχτηκες αξιόπιστος στα λίγα, γι’ αυτό θα σου εμπιστευτώ πολλά. Έλα να γιορτάσεις μαζί μου”. Παρουσιάστηκε κι εκείνος που είχε λάβει το ένα τάλαντο και του είπε: “κύριε, ήξερα πως είσαι σκληρός άνθρωπος. Θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες και συνάζεις καρπούς εκεί που δε φύτεψες. Γι’ αυτό φοβήθηκα και πήγα κι έκρυψα το τάλαντό σου στη γη. Ορίστε τα λεφτά σου”. Ο κύριός του τού αποκρίθηκε: “δούλε κακέ και οκνηρέ, ήξερες πως θερίζω όπου δεν έσπειρα, και συνάζω καρπούς απ’ όπου δε φύτεψα! Τότε έπρεπε να βάλεις τα χρήματά μου στην τράπεζα, κι εγώ όταν θα γυρνούσα πίσω, θα τα έπαιρνα με τόκο. Πάρτε του, λοιπόν, το τάλαντο και δώστε το σ’ αυτόν που έχει τα δέκα τάλαντα. Γιατί σε καθέναν που έχει, θα του δοθεί με το παραπάνω και θα ’χει περίσσευμα· ενώ απ’ όποιον δεν έχει, θα του πάρουν και τα λίγα που έχει. Κι αυτόν τον άχρηστο δούλο πετάξτε τον έξω στο σκοτάδι. Εκεί θα κλαίνε, και θα τρίζουν τα δόντια”».

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2024 (Β’ Κορ. 6, 1-10)

 


Ἀδελφοί, συνεργοῦντες δὲ καὶ παρακαλοῦμεν μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς· - λέγει γάρ· καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι· ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας -  μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία, ἀλλ' ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις, ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ, ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν, διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας, ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς, ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι, ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ, πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες.

Ἀπόδοση στή νεοελληνική

Αδελφοί, συνεργάτες του Θεού καθώς είμαστε, σας παρακαλούμε να μην αφήσετε να πάει χαμένη η χάρη του Θεού που δεχτήκατε, γιατί η Γραφή λέει: Στον καιρό της χάρης σε άκουσα, και την ημέρα της σωτηρίας σε βοήθησα. Να, τώρα είναι ο καιρός της χάρης, τώρα είναι η ημέρα της σωτηρίας. Κανένα πρόσκομμα δε φέρνουμε σε κανένα, για να μη δυσφημηθεί το έργο μας. Αντίθετα, με κάθε τρόπο συσταίνουμε τον εαυτό μας ως υπηρέτες του Θεού: με τη μεγάλη υπομονή μας, με τις θλίψεις, με τις δυσχέρειες, τις στενοχώριες, τις κακοποιήσεις, τις φυλακίσεις, τις εναντίον μας εξεγέρσεις, τις ταλαιπωρίες, τις αγρύπνιες, την πείνα. Συσταίνουμε τον εαυτό μας με την εντιμότητα, τη γνώση της αλήθειας, την ανεκτικότητα, την καλοσύνη, τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος, την ανυπόκριτη αγάπη, με το κήρυγμα για την αλήθεια, με τη δύναμη του Θεού, με τα όπλα της σωτηρίας τα επιθετικά και τα αμυντικά. Δοκιμάζουμε δόξα και ατίμωση, δυσφήμηση και έπαινο. Μας θεωρούν λαοπλάνους, και όμως λέμε την αλήθεια· μας αγνοούν και όμως γινόμαστε γνωστοί· φτάνουμε στο θάνατο, και να που ζούμε· μας βασανίζουν, αλλά δεν πεθαίνουμε· μας προξενούν στενοχώριες κι όμως πάντοτε χαιρόμαστε· είμαστε φτωχοί, κάνουμε όμως πολλούς να πλουτίσουν· τίποτα δεν έχουμε και τα πάντα κατέχουμε.

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

ΕΝ ΥΠΟΜΟΝΗ ΠΟΛΛΗ




Στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας μία φράση δεσπόζει στα χείλη των ανθρώπων που μας αγαπούνε: «Υπομονή». Η ίδια η φράση δείχνει μία παραίτηση από την απόπειρα να αλλάξουμε την πορεία μας. Δείχνει ότι έχουμε κάνει αυτό που μπορούσαμε, προσκρούουμε σε τοίχο και το μόνο που μας απομένει είναι να περιμένουμε. Κι αν αυτό έχει γρήγορα εξέλιξη, η υπομονή είναι δικαιολογημένη. Συχνά η υπομονή προϋποθέτει εκ των πραγμάτων βάθος χρόνου. Άλλοτε πάλι ο χρόνος γυρίζει εντός μας. Γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να διορθώσουμε κάτι, κυρίως μία απώλεια, με αποτέλεσμα η μόνη ενδεδειγμένη στάση είναι να αποδεχθούμε το γεγονός που μας συνέβη και να προσπαθήσουμε να αντλήσουμε παρηγοριά κάνοντας κάτι διαφορετικό, μία καινούργια αρχή στη ζωή μας, μία καινούργια σύνδεση με ανθρώπους και κόσμο, ή με τακτοποίηση των αναμνήσεών μας, προκειμένου να μην καταβληθούμε. Εδώ εύκολα έρχεται η απελπισία, αλλά και η κατάθλιψη. Άλλοτε πάλι η υπομονή είναι η συστηνόμενη κατάσταση όταν έχουμε θυμό για ό,τι έγινε στη ζωή μας, είτε όταν φταίμε εμείς, οπότε και ο θυμός στρέφεται προς τον εαυτό μας, είτε όταν φταίνε οι συνάνθρωποί μας ή οι περιστάσεις της ζωής ή όταν ρίχνουμε τις ευθύνες στον Θεό, οπότε ο θυμός προσανατολίζεται αντίστοιχα. Η υπομονή γίνεται φάρμακο στην αδυναμία διόρθωσης των καταστάσεων. Πόσο όμως, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η υπομονή δεν είναι παρά μοιρολατρία και συμβιβασμός με την ήττα, χωρίς ελπίδα για μία νέα αρχή;
Για την πίστη μας η υπομονή είναι αρετή. Είναι η επίγνωση ότι δεν είναι το θέλημά μας, ο κόπος μας, οι στόχοι, τα όνειρά μας, οι επιλογές μας που οδηγούν στην ευτυχία, αλλά η πρόνοια και το θέλημα του Θεού. Ότι ο Θεός λειτουργεί με το κριτήριο του να μας δώσει ευκαιρίες για την προσωπική μας αναγέννηση, όχι κατ’ ανάγκην ως τιμωρία για τις όποιες αμαρτίες μας, διότι τότε δεν θα υπήρχε ίαση στη ζωή μας, καθόσον οι αμαρτίες μας είναι πλήθος και ο Θεός θα ήταν δικαστής, κάτι το οποίο δεν πιστεύουμε. Και προσωπική αναγέννηση σημαίνει επίγνωση του νοήματος και του σκοπού της ζωής. Σημαίνει αυτοέλεγχος για την πορεία, τα λάθη, τους στόχους, τις σχέσεις μας. Έλεγχος για τις αδυναμίες του χαρακτήρα μας. Για το κατά πόσον οι επιλογές μας συμβαδίζουν με το θέλημα του Θεού. Αυτή η επίγνωση και την ίδια στιγμή η αυτοκριτική είναι εφαλτήρια εμπιστοσύνης στην αγάπη του Θεού προς τα πρόσωπά μας. Και η αγάπη αυτή δεν μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία. Όσο κι αν ο πειραστής του κόσμου και της ζωής σ’ αυτό αποσκοπεί, στο να μας κάνει να αισθανθούμε ότι ο Θεός δεν μας αγαπά και ότι μας έχει εγκαταλείψει μόνος μας, εντούτοις δεν πρέπει να υποκύψουμε. Κανένας πατέρας δεν διαγράφει ούτε εγκαταλείπει το παιδί του, επειδή δεν είναι όπως το θέλει. Αν είναι γνήσιος, το δέχεται. Εν αληθεία και μετανοία ή αφήνοντας τον χρόνο να λειτουργήσει καταπραϋντικά, αλλά είναι έτοιμος να το δεχτεί. Διότι η αληθινή αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.
Για την πίστη μας η υπομονή μαρτυρεί μία σε βάθος συναίσθηση ότι ο χρόνος δεν είναι εχθρός του ανθρώπου, ακόμη κι αν μαζί του φέρνει ματαιώσεις και δοκιμασίες. Ο χρόνος είναι πορεία προς την ωριμότητα και η ωριμότητα έρχεται όχι μέσα από τα ευχάριστα, αλλά, κυρίως, μέσα από τα δύσκολα. Και το δύσκολο είναι να αποδεχθούμε ό,τι μας συμβαίνει, ακόμη κι αν δεν είμαστε οι υπαίτιοί του. Το φάρμακο που νοηματοδοτεί τις ματαιώσεις εν τω χρόνω είναι κι εδώ η αγάπη. Η αγάπη μας κάνει να κερδίζουμε τον χρόνο ο οποίος σπαταλιέται στην αγωνία να ερμηνεύσουμε τι μας συμβαίνει, να οργιστούμε με τον εαυτό μας και με τους άλλους, να πενθήσουμε για τις ήττες μας. Η αγάπη είναι αυτή που κάνει την υπομονή λιγότερη επώδυνη. Και αγάπη εδώ σημαίνει να ανοιχτούμε προς τον πλησίον μας. Διότι ό,τι φαίνεται ότι στερηθήκαμε ο Θεός το αναπληρώνει στέλνοντάς μας και πρόσωπα και καταστάσεις, δια των οποίων μπορούμε να κάνουμε καινούργια ξεκινήματα. Η ωριμότητα έρχεται όχι μέσα από την κατάθλιψη της ήττας, αλλά μέσα από την επιλογή να παλέψουμε να ξαναχτίσουμε. Στον πόνο για τη στέρηση ανάσα είναι η υπομονή. Δεν είναι όμως αρκετή αν δεν ανα-νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας.
Κάποτε η υπομονή χρειάζεται όταν έχουμε έναν στόχο, ο οποίος δεν μπορεί να εκπληρωθεί άμεσα. Όταν χρειαζόμαστε να στρίψουμε το τιμόνι της ζωής μας κάπου αλλού ή να περιμένουμε, εργαζόμενοι τον καλόν αγώνα. Είναι ο λόγος του Αποστόλου Παύλου στους Κορινθίους: «Εν παντί συνιστώντες εαυτούς ως Θεού διάκονοι, εν υπομονή πολλή» (Β’ Κορ. 6, 4). «Με κάθε τρόπο συσταίνουμε τον εαυτό μας ως υπηρέτες του Θεού, με τη μεγάλη μας υπομονή». Ο Απόστολος των Εθνών έβλεπε ότι το έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων δεν καρποφορούσε άμεσα. Ότι ήθελε πολλές ωδίνες για να γεννηθεί το καινούργιο. Έτσι επέλεξε να υπομένει, θεωρώντας τον εαυτό του διάκονο του Θεού. Να κάνει προσευχή. Να εναποθέτει τις αγωνίες του στον Θεό. Και να περιμένει να φανερωθεί το θέλημά Του, ακόμη κι αν για τον ίδιο είχε μαρτύριο αυτή η οδός. Κόπο. Σωματικά βασανιστήρια από τους αρνητές του Χριστού. Πνευματικά βασανιστήρια από όσους, ενώ επέλεγαν την πίστη, εντούτοις ήθελαν να τη ζήσουν κατά το θέλημά τους και όχι κατά το θέλημα του Θεού. Όμως ο Παύλος είχε επίγνωση ότι ήταν «μηδέν έχων και τα πάντα κατέχων». Ότι στη ζωή δεν είναι αυτό που θέλουμε εμείς το σημαντικό, αλλά αυτό που ο Θεός επιτρέπει. Ακόμη κι αν δεν έχουμε τίποτα, αν έχουμε τον Θεό μαζί μας, έχουμε τα πάντα. Γι’ αυτό και υπέμεινε. Και ο Θεός τον άκουσε, ακόμη και στις φαινομενικές ήττες. Κάποιοι από τους βασανιστές του δεν άλλαξαν γνώμη. Δεν έπαυσε όμως ποτέ να προσεύχεται και να συγχωρεί. Ακόμη κι αν έφυγε από κοντά τους ή εκείνοι από κοντά του. Ακόμη κι αν ηττήθηκε από εκείνους σωματικά. Δε νικήθηκε όμως ως προς την αγάπη. Το ίδιο κι εμείς. Ακόμη κι αν καταλαβαίνουμε ότι δεν μπορούμε να φέρουμε τους άλλους κοντά μας, τουλάχιστον ας μην πάψουμε να τους αγαπούμε.
Για τον κόσμο οι δοκιμασίες, οι ήττες, οι ματαιώσεις, οι στερήσεις, το να βλέπουμε ότι οι άλλοι δεν είναι όπως τους θέλουμε είναι αφορμή μεγάλων θλίψεων. Καταφεύγει ο κόσμος στην υπομονή την οποία θεωρεί κατάσταση απραγίας, παραίτησης, κατάθλιψης. Και πορεύεται εν τη λύπη. Για την πίστη μας η υπομονή είναι χαροποιός. Είναι η ευκαιρία, παρά το δυσάρεστο συναίσθημα που βιώνουμε, να βρούμε καινούργιους προσανατολισμούς, να επιμείνουμε στις ανθρώπινες σχέσεις όταν νιώθουμε ότι υπάρχει περιθώριο ή όταν δεν γίνεται αλλιώς, καθώς υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους αναγκαστικά πρέπει να παραμείνουμε συνδεδεμένοι, να ωριμάζουμε χτίζοντας και βγάζοντας προς τα έξω τον καλύτερο εαυτό μας. Αυτόν που εμπιστεύεται το θέλημα του Θεού και με τη λάμψη της πίστης στα μάτια συνεχίζει δοξάζοντας τον Θεό, ως τα πάντα κατέχων. Και όντας έτοιμος, με την βοήθεια Εκείνου, να αντέξει.
Αυτός είναι ο δρόμος της Εκκλησίας. Αυτής που μας κάνει να βιώνουμε την αγάπη του Θεού και να μπορούμε να συνυπάρχουμε με τον άλλο. Όχι από θέση ανωτερότητας, αλλά από διάθεση να τον δούμε ως τον οικείο μας. Και μέσα στην υπομονή της συνύπαρξης, ο Θεός θα δίδει. Όχι μαγική αλλαγή του άλλου, αλλά την αντοχή σε μας και το παράδειγμα σε κείνον. Διότι ο καθένας μας γίνεται δοχείο της χάριτος, αν θελήσει να υπομείνει. Ή, αν δεν αντέχει, τουλάχιστον με ταπείνωση να ξαναρχίζει τη ζωή του, όχι κατηγορώντας τους άλλους, αλλά βλέποντας τον εαυτό του στην προοπτική της ανάγκης για ωριμότητα.

Κέρκυρα, 7 Φεβρουαρίου 2016


Αναρτήθηκε από π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός