ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

Δ΄ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ Γράφει ο π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

-”Ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι”

-”Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τη απιστία” (Μκ, 9, 23-24)

Οι δυο αυτές φράσεις –ο περί πίστεως λόγος του Θεού και η διστακτική απάντηση του ανθρώπου– εκφράζουν με τρόπο συνοπτικό την όλη ορθόδοξη ευσέβεια και νοηματοδοτούν την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών.

Κατά την Κυριακή αυτή κι ενώ η ασκητική (λειτουργικά και βιωματικά) περίοδος της Μεγάλης Σαρακοστής προχωρεί στην ολοκλήρωσή της, καλούμαστε να βεβαιωθούμε και να βεβαιώσουμε για το πόσο πιστοί είμαστε, σε ποιο βαθμό εμπιστευόμαστε την Χάρη του Θεού, κατά πόσον αποθέτουμε στην πρωτοβουλία Εκείνου την κάθε κίνησή μας. Στις ημέρες που έρχονται θα δοκιμασθεί του καθενός μας η πίστη. Μπροστά στο Κριτήριο, τον Σταυρό και τον Τάφο, μόνον οι συνειδητοί πιστοί θ’ αντέξουν. Γι’ αυτό ακριβώς σήμερα, Δ΄ Κυριακή των Νηστειών, η Εκκλησία αναμετρά τις δυνάμεις της. Αναλογίζεται ποιοι θα παραμείνουν έμπιστοι και αφοσιωμένοι στις τάξεις της και ποιοι θα μείνουν τελικά σε απόσταση “ασφαλείας” από τον Νυμφίο Χριστό, μη όντες βέβαιοι ή σταθεροί στην πίστη τους…

Στο κάλεσμα του Θεού ο άνθρωπος διστάζει ή και δυσανασχετεί. Στην εποχή μας ο ανθρώπινος νους βομβαρδίζεται από τα μηνύματα ενός παράτολμου και ανισόρροπου νεοπροοδευτισμού, που υπαγορεύει πίστη σε οτιδήποτε άλλο, παρά στον Τριαδικό Θεό. Ως εκ τούτου, λοιπόν, διαπλάθει μιαν ιδιάζουσα στάση αμφιβολίας έναντι Εκείνου, γι’ αυτό (αν θέλει βέβαια να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του), με συναίσθηση της αδυναμίας του, εξομολογείται: ”Πιστεύω, κύριε·βοήθει μου τη απιστία”.

Η αμφιβολία δεν είναι έξω από την εκκλησιαστική πραγματικότητα. Για παράδειγμα: Ο δύσπιστος (και όχι άπιστος) Απόστολος Θωμάς αξιώνεται να ομολογήσει Χριστόν Εσταυρωμένο και Αναστάντα, διότι διαθέτει καλή προαίρεση της καρδίας. Η δυσπιστία του δεν προέρχεται από εσκεμμένη εναντίωση, αλλά από δυσκολία πρόσβασης στο μυστήριο της Ανάστασης. Με δεδομένο μάλιστα τον σύγχρονο θρησκευτικό χάρτη, θα τολμούσαμε να υποστηρίξουμε ότι είναι προτιμότερη μια στάση αμφιβολίας και καλοπροαίρετης αμφισβήτησης, παρά η εύκολη δήθεν αφοσίωση ευάριθμων κατ' όνομα πιστών στον Θεό, η οποία καλλιεργούμενη οδηγεί την Εκκλησία σε νοσηρές καταστάσεις άκρατης υποκρισίας και τυφλού φανατισμού, με πολυειδείς και άκρως επίφοβες συνέπειες, γνωστές τοις πάσι. Το ν’ αμφιβάλει κάποιος είναι ανθρώπινο και μπορεί να δικαιολογηθεί. Το παράλογο είναι το ν’ απορρίπτει, έτσι αβασάνιστα, προαιώνιες και ανίερες αξίες, επειδή π.χ. ο συρμός των ημερών μας δεν φημίζεται και τόσο για την θρησκευτικότητά του. Βλέπετε, από κάμποσους μικρόνοες δεν θεωρείται και τόσο up-to-date το να διατηρεί κανείς σχέσεις με αγίους και ιερείς, με μυστήρια, ναούς, προσευχές ή νηστείες.

Έχει δίκαια ειπωθεί ότι η αμφιβολία είναι το προοίμιο της πίστης. Με τη θέση αυτήν εννοείται, ότι μες απ’ την -χωρίς παρωπίδες και συμπλέγματα- έρευνα περί του Θεού δεν απομένει, σε τελευταία ανάλυση, παρά ο δρόμος-μονόδρομος της αποδοχής Του. Όσο κι αν ψάχνει ο ανθρώπινος νους, όσο κι αν ερευνά, δεν θα Τον συναντήσει, εάν δεν βγουν οι επίφοβες και παραποιητικές “τσίμπλες” από τα νοητά μάτια της ψυχής, διότι ο Θεός, όντας “αόρατος, ακατάληπτος, ανεξιχνίαστος, ανυπέρβλητος, αμέτρητος” (σύμφωνα με τις Ευχές της Γονυκλισίας), δεν αποδεικνύεται λογικά, δεν εξισώνεται μαθηματικά, δεν ψηλαφίζεται αισθητά, δεν χωράει στην επιστημονική έρευνά μας. Στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, ο Ίδιος λέγει: "συμβουλεύω σοι αγοράσαι παρ' εμού [...] κολλύριον ίνα εγχρίση τους οφθαλμούς σου ίνα βλέπης" (Αποκ. 3, 18). 

Ο Θεός κυκλοφορεί, αθέατος ή δυσδιάκριτος συχνά, ανάμεσα στις κοινωνίες των ανθρώπων, κατακλύζοντας ευεργετικά τα έμψυχα και τ’ άψυχα με Αγάπη από εκείνην που Είναι στην ουσία Του. Λέγει: "Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω· εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ᾿ αυτού και αυτός μετ᾿ εμού" (Αποκ. 3, 20). Στέκεται δίπλα μας με απέραντη κατανόηση και άκρα συγκατάβαση για τον πεπτωκότα άνθρωπο και τις αλλεπάλληλες παρακοές του. Η σκανδαλώδης όμως έπαρσή μας είναι που Τον απομακρύνει και Τον ξανασταυρώνει. Η χαλιναγώγηση του εγωισμού, που οδηγεί στην πίστη και η πίστη που συντηρεί ταπεινό και πράο φρόνημα, βρίσκει οπωσδήποτε τρόπους συνεννόησης μαζί Του, επιτυγχάνει τη ζητούμενη μυστική συνάφεια του Ανθρώπου με τον Θεό, μια ζωντανή σχέση θείου έρωτα, ελευθερίας και αλήθειας. Η πίστη προϋποθέτει χαμηλούς τόνους, πραότητα της ψυχής, νηφαλιότητα της νόησης και συναίσθηση του ότι κάθε απόπειρα προσέγγισης του Θεού είναι κίνηση μέσα στο μυστήριο. Κατά τον Δανό φιλόσοφο Kierkegaard, “ο Θεός γυρίζει στον κόσμο incognito (κρυφά, δηλαδή, μυστικά), και πίστη είναι ο σεβασμός στο incognito του Θεού”.

Προσεγγίζεται, λοιπόν, μόνο μυστηριακά με την πίστη, η οποία κάποιες φορές απορρέει από καλοπροαίρετη αμφιβολία. Είναι πάντως κοινή των Χριστιανών παραδοχή ότι κάθε ανθρώπινο αβασάνιστο αξίωμα για την ύπαρξή Του εκπίπτει σε πικρή ματαιοπονία. Και είχε δίκιο ο Rainer Maria Rilke, όταν έγραφε προσευχόμενος: “Δεν θέλω από σένα καμιά ματαιότητα, που ν’ αποδεικνύει την ύπαρξή σου”.

Αν, εξάλλου, αναρωτηθεί κάποιος, με ποιον τρόπο λειτουργεί η πίστη, πάντοτε βέβαια μέσα στα αδιόρατα πλαίσια του Μυστηρίου, ο πατερικός λόγος του Αγίου Γρηγορίου του Νύσσης είναι ιδιαίτερα παραστατικός. Λέγει χαρακτηριστικά: “Ο Θεός εκτοξεύει το βέλος και η πίστη εισάγει στην καρδιά του ανθρώπου μαζί με το βέλος και τον Τοξότη που το εξαπέστειλε”. Άρα, δηλαδή, ο Θεός απαιτεί από τον άνθρωπο μιαν απλή κίνηση προς Αυτόν, ένα βήμα καλής θελήσεως, αυτήν έστω την χαρακτηριστική φράση αποδοχής της Δ΄ Κυριακής των Νηστειών: “Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τη απιστία”, για να μας αποκαλύψει τον Εαυτό Του. Ζητά το ελάχιστο από τον άνθρωπο, για να τού παράξει δωρεάν και υπερπολλαπλάσιο το Πολύ εκ της θεότητός Του, χαριτώνοντάς τον με την δυναμική του Ουρανού, αφού ξεκάθαρα διαβεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς: “Ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι”!

ΕΙΣ ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑΠΕΤΑΣΜΑΤΟΣ

 

    «Ἥν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν ᾿Ιησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα» (Εβρ. 6, 19-20).

«Αὐτή μας ἡ ἐλπίδα μᾶς ἀσφαλίζει καὶ μᾶς βεβαιώνει σὰν ἄγκυρα, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὰ ἐνδότερα τοῦ καταπετάσματος, ὅπου μπῆκε πρὶν ἀπὸ μᾶς καὶ γιὰ χάρη μας ὁ ᾿Ιησοῦς, ἀρχιερέας γιὰ πάντα ὅπως ὁ Μελχισεδέκ».

 Στο αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής Δ’ Νηστειών ο απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στους Εβραίους, μάς υπενθυμίζει  την υπόσχεση του Θεού στον γενάρχη τους Αβραάμ, γενάρχη όλης της ανθρωπότητας ως προς την πίστη στον ένα και αληθινό Θεό. Ο Θεός του  ζήτησε να αφήσει τον τόπο κατοικίας του στην Ουρ της Μεσοποταμίας και να πάει στη γη της επαγγελίας, στην Παλαιστίνη, και του υποσχέθηκε ακόμη ότι θα τον καταστήσει γενάρχη πολλών ανθρώπων, παρότι δεν είχε παιδιά. Η υπόσχεση του Θεού εκπληρώθηκε, ενώ και ο Αβραάμ υπάκουσε στην προτροπή του ουρανού. Το ότι ο Θεός τηρεί τις υποσχέσεις Του είναι δεδομένο. Αυτή η τήρηση γεννά ελπίδα. Και η ελπίδα γίνεται άγκυρα στους κλονισμούς και στους σταυρούς της ζωής, ώστε να μπορούμε να μπούμε κι εμείς «στα ενδότερα του καταπετάσματος», στα Άγια των Αγίων, όπως ήταν ο ιερότερος χώρος του ναού του Σολομώντα, εκεί όπου προσφέρονταν η εξιλαστήριος θυσία μία φορά τον χρόνο από τον Αρχιερέα των Εβραίων, προκειμένου να συγχωρεθούν οι αμαρτίες των ανθρώπων έναντι του Θεού. Στα ενδότερα του καταπετάσματος εισήλθε για χάρη μας ο Χριστός, για να προσφέρει άπαξ ως θυσία τον ίδιο Του τον εαυτό, όχι μόνο για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας, αλλά και για να ζήσουμε αιώνια νικώντας μαζί Του τον έσχατο εχθρό της ύπαρξής μας, τον θάνατο.

 «Εις το εσώτερον του καταπετάσματος».  Η πίστη μας δεν έχει μυστικά. Όλα είναι διάφανα, στο φως. Ο δρόμος της αγάπης που γίνεται θυσία δίνει ελπίδα. Ο δρόμος κοινωνίας του σώματος και του αίματος του Χριστού γίνεται άφεση αμαρτιών και ζωή αιώνια. Ο δρόμος της προσευχής και της εκζήτησης της παρουσίας του Χριστού στη ζωή μας γίνεται το στήριγμα και το περιεχόμενό της. Στο «εσώτερον του καταπετάσματος» που είναι η Εκκλησία ακολουθούμε τον Χριστό, με μόνη προϋπόθεση την επίγνωση ότι όλα μας έχουν χαριστεί και το μόνο που χρειάζεται από εμάς είναι η ευχαριστία. Είναι η κίνηση της καρδιάς που γίνεται έξοδος από τις βεβαιότητες των αισθήσεων και από τη δόξα του «φαίνεσθαι», είναι παραίτηση από την απολυτότητα της ισχύος της προσωπικής μας άποψης και κρίσης, είναι άνοιγμα στον συνάνθρωπο, είναι ζωή που είναι ήδη λυτρωμένη από τον φόβο του θανάτου. Διότι στον θάνατο προχωρά με γενναιότητα αυτός που γνωρίζει να ζει. Και ζωή δεν είναι η απόλαυση του παρόντος, χωρίς να αποκλείεται και αυτή. Ζωή είναι η σχέση με τον Θεό που γίνεται αιωνιότητα και μνήμη των υποσχέσεών Του, ότι η πίστη απλώνεται και δι’ ημών σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους ανθρώπους. 

 Αν κάτι ξεχωρίζει τον χριστιανό από τον κόσμο, ιδίως τον σύγχρονο, είναι η αλήθεια. Κι αυτή δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την μνήμη του «εσώτερον του καταπετάσματος». Ότι ακολουθούμε έναν Θεό που δεν κρύφτηκε. Που δεν εκμεταλλεύτηκε. Που δεν δικαίωσε τα πάθη μας, αλλά δεν μας εξουθένωσε γι’ αυτά. Που έγινε ένα με μας, έκλαψε για μας, υπέφερε για μας, έζησε τις χαρές μας, πέθανε για μας, αναστήθηκε για μας και είναι μαζί μας πάσας τας ημέρας της ζωής μας. Αυτόν τον Θεό Τον προσπερνάμε, απορροφημένοι στον θρίαμβο ενός πολιτισμού επηρμένου, που δεν όμως λυτρώνει. Που μας δίνει ελευθερία να έχουμε ταυτότητα, στην πραγματικότητα όμως θέλει να έχουμε την ταυτότητα τη δική του. Που κρύβει πολλά, το κυριότερο, τον θάνατο που δεν μπορεί να νικήσει παρά την καύχηση, την δύναμη της επιστήμης του, την τεχνολογία του, την εξουσία, τη δόξα. Αλλού είναι η αλήθεια. Στο  «εσώτερον του καταπετάσματος», μαζί με τον Χριστό. Στον Σταυρό και στην Ανάσταση. Στην αγάπη που γίνεται ελπίδα. Ας ακολουθήσουμε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

30 Μαρτίου 2025

Κυριακή Δ’ Νηστειών

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ 2025- Δ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μάρκ. 9, 17-31)

 

 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ λέγων· Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. Καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ῏Ω γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ῞Εως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; Φέρετε αὐτὸν πρός με. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. Καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. Καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ῾Ο δὲ εἶπε· Παιδιόθεν. Καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. Καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. ᾿Ιδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. Καὶ κρᾶξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, κάποιος ἄνθρωπος πλησίασε τὸν ᾿Ιησοῦ καὶ τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, ἔφερα σ’ ἐσένα τὸν γιό μου, γιατὶ ἔχει μέσα του δαιμονικὸ πνεῦμα ποὺ τὸν κάνει ἄλαλο. Κάθε φορὰ ποὺ τὸν πιάνει, τὸν ρίχνει κάτω καὶ τότε βγάζει ἀφρούς, τρίζει τὰ δόντια καὶ μένει ξερός. Εἶπα στοὺς μαθητές σου νὰ διώξουν αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν». «῎Απιστη γενιά!» ἀποκρίθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς. «῝Ως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Πόσον καιρὸ ἀκόμη θὰ σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε μου ἐδῶ τὸ παιδί». ᾿Εκεῖνοι τοῦ τὸ ἔφεραν. Μόλις τὸ πνεῦμα εἶδε τὸν ᾿Ιησοῦ, ἀμέσως τάραξε τὸ παιδί, κι ἐκεῖνο ἔπεσε καταγῆς καὶ κυλιόταν βγάζοντας ἀφρούς. «Πόσος καιρὸς εἶναι ποὺ τοῦ συμβαίνει αὐτό;» ρώτησε ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ. ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε· «᾿Απὸ μικρὸ παιδί. Πολλὲς φορὲς μάλιστα καὶ στὴ φωτιὰ τὸν ἔριξε καὶ στὰ νερὰ γιὰ νὰ τὸν ἐξολοθρέψει. ᾿Αλλὰ ἂν μπορεῖς νὰ κάνεις κάτι, σπλαχνίσου μας καὶ βοήθησέ μας». ῾Ο ᾿Ιησοῦς τοῦ εἶπε τοῦτο· «᾿Εὰν μπορεῖς νὰ πιστέψεις, ὅλα εἶναι δυνατὰ γι’ αὐτὸν ποὺ πιστεύει». ᾿Αμέσως τότε φώναξε δυνατὰ ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ καὶ εἶπε μὲ δάκρυα· «Πιστεύω, Κύριε! ᾿Αλλὰ βοήθησέ με, γιατὶ ἡ πίστη μου δὲν εἶναι δυνατή». Βλέποντας ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι συγκεντρώνεται κόσμος, πρόσταξε τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα μ’ αὐτὰ τὰ λόγια· «῎Αλαλο καὶ κουφὸ πνεῦμα, ἐγὼ σὲ διατάζω· βγὲς ἀπ’ αὐτὸν καὶ μὴν ξαναμπεῖς πιὰ μέσα του». Βγῆκε τότε τὸ πνεῦμα, ἀφοῦ κραύγασε δυνατὰ καὶ συντάραξε τὸ παιδί. ᾿Εκεῖνο ἔμεινε ἀναίσθητο, ἔτσι ποὺ πολλοὶ ἔλεγαν ὅτι πέθανε. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως τὸ ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι του, τὸ σήκωσε, κι αὐτὸ στάθηκε ὄρθιο. ῞Οταν μπῆκε ὁ ᾿Ιησοῦς στὸ σπίτι, τὸν ρώτησαν οἱ μαθητές του ἰδιαιτέρως· «Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλουμε αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα;» Κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε· «Αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ γένος δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ βγάλει μὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία». ῎Εφυγαν ἀπὸ κεῖ καὶ προχωροῦσαν διασχίζοντας τὴ Γαλιλαία. Δὲν ἤθελε ὁ ᾿Ιησοῦς νὰ μάθει κανεὶς ὅτι περνοῦσε ἀπὸ κεῖ, γιατὶ δίδασκε τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς ἔλεγε· «Ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου θὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων, ποὺ θὰ τὸν θανατώσουν· τὴν τρίτη ὅμως ἡμέρα μετὰ τὸν θάνατό του θ’ ἀναστηθεῖ».

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ 2025- Δ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Ἑβρ. 6, 13-20)

     Ἀδελφοί, τῷ ᾿Αβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ᾿ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ᾿ ἑαυτοῦ, λέγων· «῏Η μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε»· καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. ῎Ανθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην «εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος», ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν ᾿Ιησοῦς, «κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ» ἀρχιερεὺς γενόμενος «εἰς τὸν αἰῶνα».

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα 

Ἀδελφοί, ὅταν ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ὑπόσχεσή του στὸν Ἀβραάμ, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε ἀνώτερος γιὰ νὰ ὁρκιστεῖ, ὁρκίστηκε στὸν ἑαυτό του, λέγοντας· Σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι θὰ σ’ εὐλογήσω καὶ θὰ σοῦ δώσω πολλοὺς ἀπογόνους. ῎Ετσι πῆρε ὁ ᾿Αβραὰμ τὴν ὑπόσχεση, καὶ μὲ τὴν ὑπομονή του πέτυχε τὴν ἐκπλήρωσή της. Οἱ ἄνθρωποι ὁρκίζονται σὲ κάποιον ἀνώτερό τους, κι ὁ ὅρκος δίνει γι’ αὐτοὺς τέλος σὲ κάθε ἀμφισβήτηση καὶ ὑποδηλώνει ἐπιβεβαίωση. ῾Ο Θεός, λοιπόν, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ δείξει πιὸ καθαρὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ θὰ κληρονομοῦσαν τὰ ὅσα ὑποσχέθηκε ὅτι ἡ ἀπόφασή του ἦταν ἀμετάκλητη, τὴν ἐγγυήθηκε μὲ ὅρκο. Γιὰ δύο λοιπὸν ἀμετακίνητα πράγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατο νὰ διαψευστεῖ ὁ Θεός, ἐμεῖς ποὺ καταφύγαμε σ’ αὐτὸν ὀφείλουμε νὰ μείνουμε σταθεροὶ σ’ αὐτὰ ποὺ ἐλπίζουμε. Αὐτή μας ἡ ἐλπίδα μᾶς ἀσφαλίζει καὶ μᾶς βεβαιώνει σὰν ἄγκυρα, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὰ ἐνδότερα τοῦ καταπετάσματος, ὅπου μπῆκε πρὶν ἀπὸ μᾶς καὶ γιὰ χάρη μας ὁ ᾿Ιησοῦς, ἀρχιερέας γιὰ πάντα ὅπως ὁ Μελχισεδέκ.

2025-03-29 ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

FRONËZIMI I KRYEPISKOPIT TË TIRANËS, DURRËSIT DHE GJITHË SHQIPËRISË, JOANIT