ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025

ΟΥΚ ΑΠΕΘΑΝΕΝ, ΑΛΛΑ ΚΑΘΕΥΔΕΙ

«῎Εκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ῾Ο δὲ εἶπε· Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν» (Λουκ. 8, 52-53)

«῞Ολοι ἔκλαιγαν καὶ τὴ θρηνολογοῦσαν. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως τοὺς εἶπε· ,,Μὴν κλαῖτε· δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται’’. ᾿Εκεῖνοι τὸν περιγελοῦσαν, βέβαιοι πὼς εἶχε πεθάνει».

 Η απαισιοδοξία είναι χαρακτηριστικό των περισσότερων χριστιανών, ιδίως όταν μεγαλώνουμε ηλικιακά. Έχουμε την αίσθηση ότι το κακό κυριαρχεί, ότι είμαστε λίγοι όσοι επιμένουμε στην πίστη, στην τήρηση των εντολών του Θεού, στον αγώνα της αγιότητας. Όταν μάλιστα βομβαρδιζόμαστε κυριολεκτικώς από ειδήσεις που μαρτυρούν ηθική σήψη, κακία, μίσος, όταν βλέπουμε πως η ανθρωπότητα μαστίζεται από βία και πόλεμο, όταν νοιώθουμε ότι η ελευθερία μας συμπνίγεται από υπαρκτούς και ανύπαρκτους κινδύνους, κυρίως από το ότι δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τον κόσμο, όπως πορεύεται, όπως εξελίσσεται, όπως στηρίζεται στις μηχανές, στην εικόνα, στην πληροφορία, σε μια αίσθηση ότι όλα χρησιμοποιούνται για να βγει ο Θεός από τη ζωή μας, τότε η απαισιοδοξία μας αυξάνει και τα πάντα τα ερμηνεύουμε σε μια προοπτική μοναξιάς. Μέσα μας κυριαρχεί το ότι πρέπει να κρατηθούμε ζωντανοί και η απόρριψη του κόσμου, του οποίου όμως όλον τον τρόπο ζωής τον ζούμε και τον υιοθετούμε, διότι και μας αρέσει και δεν γίνεται αλλιώς, μοιάζει ψυχολογικά η αναπόφευκτη αντίδραση.

 Δεν πέθανε όμως η πίστη στους καιρούς μας. Μπορεί να καθεύδει, να κοιμάται, για ένα μεγάλο μέρος ανθρώπων, ιδίως των νεώτερων, αλλά δεν πέθανε. Ο λόγος του Χριστού μπροστά στην νεκρή δωδεκάχρονη κόρη του αρχισυνάγωγου Ιάειρου, είναι συγκλονιστικός κι ας μην τον αντιλαμβάνονται εκείνοι που θεωρητικώς Τον περίμεναν, οι θρήσκοι της εποχής Του. Οι άνθρωποι, ο πολιτισμός, ο κόσμος μοιάζουμε νεκροί, αλλά κοιμόμαστε. Διότι πλαστήκαμε για να αναζητούμε τον Θεό και την αλήθεια, όμως τα μείγματα αυτού του κόσμου κάνουν θόρυβο και μας αφήνουν με το προφανές, αυτό που φαίνεται. Υπάρχει όμως η καρδιά. Υπάρχει αυτή η δίψα για νόημα που ξεφεύγει από το σήμερα, που, κατά βάθος, δεν αντέχει το κακό, που θέλει την αγάπη και την ανάσταση. Ας αφήσουμε τον Χριστό της Εκκλησίας και όχι αυτόν που φτιάχνουμε με τον νου μας, για να Τον κοροϊδέψουμε και να Τον απορρίψουμε, σαν άλλοι ορθολογιστές, όταν δεν μας δίνει αυτό που ζητάμε, να είναι παρών. Ας Τον εμπιστευθούμε. Ας σταθούμε στον κόσμο όχι με απαισιοδοξία και φόβο, αλλά με την προσευχή, με το άπλωμα και των δικών μας χεριών και τότε όσοι είναι γύρω μας, αργά ή γρήγορα, θα ξυπνήσουν από τον ύπνο. Ο Χριστός είναι η ανάσταση και η ζωή.  Γι’ αυτό και δεν θα πάψουμε να χαιρόμαστε και να δοξάζουμε, όσο δύσκολος κι αν μοιάζει ο κόσμος. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

9 Νοεμβρίου 2025

Κυριακή Ζ’ Λουκά 

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2025 (Λουκ. 8, 41-56)

 


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ ᾧ ὄνομα ᾿Ιάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνῃσκεν. ᾿Εν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. Καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς· Τίς ὁ ἁψάμενός μου; ᾿Αρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ᾿Επιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ῞Ηψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. ᾿Ιδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. ῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. ᾿Ελθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. ῎Εκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ῾Ο δὲ εἶπε· Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. Αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ῾Η παῖς, ἐγείρου. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς. ῾Ο δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός. 

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Εκεῖνο τὸν καιρό, πλησίασε τὸν ᾿Ιησοῦ κάποιος ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἔλεγαν ᾿Ιάειρο καὶ ἦταν ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς. Αὐτὸς ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ πάει στὸ σπίτι του, γιατὶ εἶχε μιὰ μοναχοκόρη δώδεκα χρόνων, ποὺ ἦταν ἑτοιμοθάνατη. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ ᾿Ιησοῦς βάδιζε πρὸς τὸ σπίτι, τὰ πλήθη τὸν περιέβαλλαν ἀσφυκτικά. Κάποια γυναίκα, ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ αἱμορραγία δώδεκα χρόνια καὶ εἶχε ξοδέψει ὅλη της τὴν περιουσία στοὺς γιατρούς, χωρὶς κανένας νὰ μπορέσει νὰ τὴν κάνει καλά, πῆγε πίσω ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦ, ἄγγιξε τὴν ἄκρη στὸ ροῦχο του, κι ἀμέσως ἡ αἱμορραγία της σταμάτησε. Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε· «Ποιὸς μὲ ἄγγιξε;» ᾿Ενῶ ὅλοι ἀρνιοῦνταν, ὁ Πέτρος καὶ ὅσοι ἦταν μαζί του ἔλεγαν· «Διδάσκαλε, οἱ ὄχλοι ἔχουν στριμωχτεῖ κοντά σου καὶ σὲ πιέζουν, κι ἐσὺ λὲς ποιὸς μὲ ἄγγιξε;» ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως εἶπε· «Κάποιος μὲ ἄγγιξε, γιατὶ ἐγὼ ἔνιωσα νὰ βγαίνει ἀπὸ μένα δύναμη». Μόλις ἡ γυναίκα εἶδε ὅτι δὲν ξέφυγε τὴν προσοχή του, ἦρθε τρέμοντας κι ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ μπροστὰ σ’ ὅλο τὸν κόσμο τοῦ εἶπε γιὰ ποιὰ αἰτία τόν ἄγγιξε κι ὅτι εἶχε γιατρευτεῖ ἀμέσως. ᾿Εκεῖνος τῆς εἶπε· «Θάρρος, κόρη μου, ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε· πήγαινε στὸ καλό». ᾿Ενῶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἀκόμα μιλοῦσε, ἦρθε κάποιος ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἄρχοντα τῆς συναγωγῆς καὶ τοῦ λέει· «῾Η κόρη σου πέθανε· μὴν ἐνοχλεῖς πιὰ τὸν δάσκαλο». ῞Οταν τὸ ἄκουσε ὁ ᾿Ιησοῦς, τοῦ εἶπε· «᾿Εσὺ μὴ φοβᾶσαι, μόνο πίστευε, καὶ θὰ σωθεῖ». Φτάνοντας στὸ σπίτι, δὲν ἄφησε κανέναν νὰ μπεῖ μέσα μαζί του, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Πέτρο, τὸν ᾿Ιωάννη καὶ τὸν ᾿Ιάκωβο, καθὼς καὶ τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα τοῦ κοριτσιοῦ. ῞Ολοι ἔκλαιγαν καὶ τὴ θρηνολογοῦσαν. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως τοὺς εἶπε· «Μὴν κλαῖτε· δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται». ᾿Εκεῖνοι τὸν περιγελοῦσαν, βέβαιοι πὼς εἶχε πεθάνει. ῾Ο ᾿Ιησοῦς, ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ὅλους ἔξω, ἔπιασε τὸ κορίτσι ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τοῦ εἶπε δυνατά· «Κορίτσι, σήκω!» Τὸ πνεῦμα της ἐπέστρεψε κι αὐτὴ ἀμέσως σηκώθηκε. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τότε διέταξε νὰ τῆς δώσουν νὰ φάει. Οἱ γονεῖς της ἔμειναν κατάπληκτοι. ᾿Εκεῖνος ὅμως τοὺς εἶπε νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν τί εἶχε γίνει.

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2025- Ζ' ΛΟΥΚΑ (Γαλ. 6, 11-18)

  


  Ἀδελφοί, ἴδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί. Ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μὴ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται. Οὐδὲ γὰρ οἱ περιτετμημένοι αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ καυχήσωνται. Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ. Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις. Καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ τοῦ Θεοῦ. Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι μηδεὶς παρεχέτω· ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ πνεύματος ὑμῶν, ἀδελφοί· ἀμήν.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα 

Ἀδελφοί, προσέξτε μὲ πόσο μεγάλα γράμματα σᾶς γράφω τώρα μὲ τὸ ἴδιο μου τὸ χέρι. Ὅσοι θέλουν ν’ ἀποκτήσουν καλὴ φήμη στοὺς ἀνθρώπους, αὐτοὶ σᾶς ὑποχρεώνουν νὰ περιτέμνεστε, μὲ μόνο στόχο νὰ μὴν καταδιώκονται ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἐξαιτίας τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε οὔτε κι αὐτοὶ ποὺ ἐπιμένουν στὴν περιτομὴ τηροῦν τὸν νόμο. Ἁπλῶς θέλουν νὰ περιτέμνεστε ἐσεῖς, γιὰ νὰ καυχηθοῦν ὅτι σᾶς κατάφεραν νὰ τὸ κάνετε. Ὅσο γιὰ μένα, δὲν θέλω ἄλλη ἀφορμὴ γιὰ καύχηση ἐκτὸς ἀπὸ τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν σταυρὸ ποὺ πάνω του ὁ κόσμος πέθανε γιὰ μένα κι ἐγὼ γιὰ τὸν κόσμο. Γιὰ ὅσους ἀνήκουν στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ δὲν ἔχει καμιὰ σημασία οὔτε τὸ νὰ κάνεις περιτομὴ οὔτε τὸ νὰ μὴν κάνεις, ἀλλὰ ὅλοι εἶναι νέα δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι ἀκολουθοῦν αὐτὴ τὴν ἀρχή, θὰ ἔχουν τὴν εἰρήνη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ μαζί τους, αὐτοὶ καὶ ὅλος ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ. Στὸ ἑξῆς κανένας ἂς μὴ μοῦ δημιουργεῖ προβλήματα. Ἀρκετὰ ἔχω πάθει γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ὅπως δείχνουν τὰ σημάδια στὸ σῶμα μου. Ἡ χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ εὔχομαι νὰ εἶναι μαζί σας, ἀδελφοί μου. Ἀμήν.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

Κερκύρας Νεκτάριος: Η πίστη δεν στηρίζεται στο πείραμα και στη λογική

     Σήμερα, Ζ’ Κυριακή του Λουκά ο Σεβ. Μητροπολίτης Κερκύρας κ. Νεκτάριος λειτούργησε και ομίλησε στον Ιερό Ναό του Αγίου Απολλοδώρου Επισκόπου Φαιακίας στην περιοχή Παγκρατέικα του πολεοδομικού συγκροτήματος της Κέρκυρας. Ο Σεβ., απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα, στην ομιλία του ανέλυσε την ευαγγελική περικοπή της Κυριακής, στην οποία ο Ευαγγελιστής Λουκάς διηγήθηκε δύο θαύματα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Πρώτον, το θαύμα της αναστάσεως της κόρης του Ιαείρου και δεύτερον, της θεραπείας της αιμορροούσης γυναικός. 

Κατά την πορεία του Κυρίου προς την οικεία του Ιαείρου, εν μέσω του λαού, των διψώντων να ακούσουν και να ατενίσουν τον Κύριό μας, μία γυναίκα η οποία έπασχε από αιμορραγία από δώδεκα ετών, τον πλησιάζει με ευλάβεια και με προσευχή, προκειμένου να τον αγγίξει και να λάβει τη θεραπεία. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς θεραπεύτηκε «παραχρήμα» και ο Κύριός μας έκανε ένα διάλογο μεταξύ των μαθητών του διαμαρτυρόμενος για το άγγιγμα αυτό. Οι μαθητές του, τού απαντούν ότι ο όχλος μας συνθλίβει και εσύ λες ποιος σε άγγιξε; Τότε ο Κύριός μας, τους φανέρωσε ότι δύναμις εξήλθε από αυτόν με το συγκεκριμένο άγγιγμα. Το γεγονός της θεραπείας της αιμορροούσης σχετίζεται με την πίστη και την ευλάβεια με την οποία προσέγγισε τον Κύριο για να εκζητήσει τη θεραπεία της. Τούτο το γεγονός πρέπει να γίνει δίδαγμα στον καθένα μας. Μέσα στην εποχή της ασέβειας, η κατανόηση και η μετοχή στη χάρη του Θεού από τον καθένα μας επιτυγχάνεται μόνον δια μέσω της πίστεως η οποία εκδηλώνεται με ευλάβεια. 

Ένα δεύτερο σημείο στο οποίο στάθηκε ο Σεβ. είναι η άφιξη του Κυρίου μας στην οικία του Ιαείρου, όταν πλέον η κόρη του είχε αποθάνει. Όμως, ο Κύριός μας λέγει στην ομήγυρη πως το κορίτσι «καθεύδει», δηλαδή ότι κοιμάται. Η αντίδραση των παρευρισκομένων ήταν να ειρωνευτούν και να γελάσουν με τη στάση του Ιησού απέναντι στο μυστήριο του θανάτου. Η ειρωνεία και ο γέλωτας είναι σημείο και της δικής μας εποχής. Είναι σημείο της στάσης των ανθρώπων απέναντι στο Θεό. Ο Κύριός μας επιβράβευσε την πίστη της αιμορροούσης και ανταποκρίθηκε στο αίτημα της θεραπείας της, αλλά και στην πίστη του Ιαείρου ο οποίος τον προσεκάλεσε για την θεραπεία της κόρης του που τελικά την ανέστησε εκ των νεκρών. Όμως, οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζητούν την εκλογίκευση της πίστεως μπροστά στην εποχή της τεχνικής και επιστημονικής προόδου και να ζητούν απόδειξη της υπάρξεως του Θεού, όπως η επιστήμη και η τεχνολογία στηρίζονται στο πείραμα και στη λογική. Η πίστη όμως δεν μπορεί να χωρέσει στα πλαίσια της διανόησης, της λογικής, του πειράματος, της απόδειξης αλλά είναι βίωμα ψυχικό. Είναι εμπειρία του καθενός ανθρώπου ο οποίος αναζητά το Θεό βιωματικά, μέσα από την προσευχή του και μέσα από το μυστήριο. Όσοι λοιπόν ειρωνεύτηκαν τότε τον Κύριο συνεχίζουν και σήμερα να αρνούνται το θείον.

Τρίτον, η απόδειξις αφενός μεν της θεραπείας της αιμμοροούσης και αφετέρου της αναστάσεως της κόρης του Ιαείρου, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κυριεύων της ζωής και του θανάτου είναι ο μόνος αληθινός Θεός, εκ του οποίου και προερχόμεθα. Για αυτό, ο ίδιος ο Κύριός μας, είπε στους μαθητές του «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ο έσχατοι λοιπόν εχθροί του ανθρώπου είναι η ασθένεια και ο θάνατος που δεν μπορεί ο άνθρωπος να υπερβεί ούτε μέσα από την επιστήμη, ούτε μέσα από το πείραμα, ούτε μέσα από τη λογική, ούτε μέσα από τις πεπερασμένες ανθρώπινες δυνάμεις. Υπέρβαση του θανάτου και της ασθενείας μόνον δια του αληθινού Θεού μπορεί ο άνθρωπος να επιτύχει. Η δε θεραπεία η σωματική σχετίζεται πάντοτε με την θεραπεία την ψυχική και την πνευματική. Ο δε σωματικός θάνατος, που κατά την δήλωση του Κυρίου δεν είναι θάνατος, αλλά ο αιώνιος ύπνος, τον υπερβαίνει ο άνθρωπος δια της ελπίδος της αναστάσεως. Αυτήν την ανάσταση, ο ίδιος ο Κύριος, μας την υποσχέθηκε και την απέδειξε όχι μόνον με τη δικήν Του ανάσταση, αλλά και τις νεκραναστάσεις του Λαζάρου, της κόρης του Ιαείρου, του υιού της χήρας της Ναΐν και τόσων άλλων που περιλαμβάνονται μέσα στην Αγία Γραφή.











2024-10-27 ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ΛΟΥΚΑ

 

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2024

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2024 (Β’ Κορ. 9, 6-11)

 

 

 Ἀδελφοί, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾿ εὐλογίαις ἐπ᾿ εὐλογίαις καὶ θερίσει.  ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδία, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός.  δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν,  καθὼς γέγραπται· ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν· ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα.  ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν·   ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾿ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Αδελφοί, αυτός που σπέρνει φειδωλά, φειδωλά και θα θερίσει. και αυτός που σπέρνει άφθονα, άφθονα και θα θερίσει.   Καθένας ας δώσει καθώς έχει προτιμήσει στην καρδιά του, όχι από λύπη ή από ανάγκη. γιατί τον ιλαρό δότη αγαπά ο Θεός.  Και είναι δυνατός ο Θεός κάθε χάρη να την κάνει να περισσέψει σ’ εσάς, ώστε σε καθετί, πάντοτε έχοντας κάθε αυτάρκεια, να περισσεύετε σε κάθε έργο αγαθό καθώς είναι γραμμένο: Σκόρπισε, έδωσε στους φτωχούς, η δικαιοσύνη του μένει στον αιώνα. Και εκείνος που χορηγεί άφθονα σπόρο στο σπορέα και άρτο για τροφή θα χορηγήσει και θα πληθύνει το σπόρο σας, και θα αυξήσει τους καρπούς της αγαθοεργίας σας, ώστε να πλουτίζετε σε καθετί για να πράττετε κάθε γενναιοδωρία, η οποία κατεργάζεται διαμέσου μας ευχαριστία στο Θεό.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2024 - Ζ' ΛΟΥΚΑ (Λουκ. 8, 41-56)

    Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ ᾧ ὄνομα ᾿Ιάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνῃσκεν. ᾿Εν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. Καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς· Τίς ὁ ἁψάμενός μου; ᾿Αρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ᾿Επιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ῞Ηψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. ᾿Ιδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. ῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. ᾿Ελθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. ῎Εκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ῾Ο δὲ εἶπε· Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. Αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ῾Η παῖς, ἐγείρου. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς. ῾Ο δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός. 

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Εκεῖνο τὸν καιρό, πλησίασε τὸν ᾿Ιησοῦ κάποιος ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἔλεγαν ᾿Ιάειρο καὶ ἦταν ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς. Αὐτὸς ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ πάει στὸ σπίτι του, γιατὶ εἶχε μιὰ μοναχοκόρη δώδεκα χρόνων, ποὺ ἦταν ἑτοιμοθάνατη. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ ᾿Ιησοῦς βάδιζε πρὸς τὸ σπίτι, τὰ πλήθη τὸν περιέβαλλαν ἀσφυκτικά. Κάποια γυναίκα, ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ αἱμορραγία δώδεκα χρόνια καὶ εἶχε ξοδέψει ὅλη της τὴν περιουσία στοὺς γιατρούς, χωρὶς κανένας νὰ μπορέσει νὰ τὴν κάνει καλά, πῆγε πίσω ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦ, ἄγγιξε τὴν ἄκρη στὸ ροῦχο του, κι ἀμέσως ἡ αἱμορραγία της σταμάτησε. Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε· «Ποιὸς μὲ ἄγγιξε;» ᾿Ενῶ ὅλοι ἀρνιοῦνταν, ὁ Πέτρος καὶ ὅσοι ἦταν μαζί του ἔλεγαν· «Διδάσκαλε, οἱ ὄχλοι ἔχουν στριμωχτεῖ κοντά σου καὶ σὲ πιέζουν, κι ἐσὺ λὲς ποιὸς μὲ ἄγγιξε;» ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως εἶπε· «Κάποιος μὲ ἄγγιξε, γιατὶ ἐγὼ ἔνιωσα νὰ βγαίνει ἀπὸ μένα δύναμη». Μόλις ἡ γυναίκα εἶδε ὅτι δὲν ξέφυγε τὴν προσοχή του, ἦρθε τρέμοντας κι ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ μπροστὰ σ’ ὅλο τὸν κόσμο τοῦ εἶπε γιὰ ποιὰ αἰτία τόν ἄγγιξε κι ὅτι εἶχε γιατρευτεῖ ἀμέσως. ᾿Εκεῖνος τῆς εἶπε· «Θάρρος, κόρη μου, ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε· πήγαινε στὸ καλό». ᾿Ενῶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἀκόμα μιλοῦσε, ἦρθε κάποιος ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἄρχοντα τῆς συναγωγῆς καὶ τοῦ λέει· «῾Η κόρη σου πέθανε· μὴν ἐνοχλεῖς πιὰ τὸν δάσκαλο». ῞Οταν τὸ ἄκουσε ὁ ᾿Ιησοῦς, τοῦ εἶπε· «᾿Εσὺ μὴ φοβᾶσαι, μόνο πίστευε, καὶ θὰ σωθεῖ». Φτάνοντας στὸ σπίτι, δὲν ἄφησε κανέναν νὰ μπεῖ μέσα μαζί του, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Πέτρο, τὸν ᾿Ιωάννη καὶ τὸν ᾿Ιάκωβο, καθὼς καὶ τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα τοῦ κοριτσιοῦ. ῞Ολοι ἔκλαιγαν καὶ τὴ θρηνολογοῦσαν. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως τοὺς εἶπε· «Μὴν κλαῖτε· δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται». ᾿Εκεῖνοι τὸν περιγελοῦσαν, βέβαιοι πὼς εἶχε πεθάνει. ῾Ο ᾿Ιησοῦς, ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ὅλους ἔξω, ἔπιασε τὸ κορίτσι ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τοῦ εἶπε δυνατά· «Κορίτσι, σήκω!» Τὸ πνεῦμα της ἐπέστρεψε κι αὐτὴ ἀμέσως σηκώθηκε. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τότε διέταξε νὰ τῆς δώσουν νὰ φάει. Οἱ γονεῖς της ἔμειναν κατάπληκτοι. ᾿Εκεῖνος ὅμως τοὺς εἶπε νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν τί εἶχε γίνει.

ΤΑ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 

     «Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν» (Β’ Κορ. 9,10) 

«Και εκείνος που χορηγεί άφθονα σπόρο στο σπορέα και άρτο για τροφή θα χορηγήσει και θα πληθύνει το σπόρο σας, και θα αυξήσει τους καρπούς της αγαθοεργίας σας».

 Ποιοι είναι οι στόχοι της ζωής μας; Παλαιότερα, ο άνθρωπος ήθελε να επιβιώσει, να έχει την εργασία του, μη φοβούμενος την χειρωνακτική προσπάθεια, ενώ το σπίτι ήταν το κέντρο της ζωής του. Γι’ αυτό και ήθελε να κάνει οικογένεια, διότι γύρω από την οικογένεια οργανωνόταν η πορεία του στον κόσμο, εκεί βρισκόταν το νόημά της, εκεί ένιωθε να καταξιώνεται η διαφορετικότητά του. Ο σύνδεσμός του με την πίστη και τη θρησκεία τον έκανε να θέλει η ζωή του και έργα κατά το Ευαγγέλιο. Κι αυτό διότι αισθανόταν ότι αυτό ήταν το χρέος του: να γίνει αποδεκτός από τον Θεό και από την κοινότητα στην οποία ανήκε και με τον λόγο και με τη σιωπή και με τα έργα του.  Η ιδέα που η κοινότητά του είχε γι’ αυτόν ήταν το κλειδί για να αισθάνεται καλά. Για να μπορεί να κοιμάται με ήσυχη συνείδηση ή, τουλάχιστον, φρόντιζε, όσο κι αν αυτό σήμερα φαντάζει υποκριτικό, να κρατά εν οίκω όσα θα τον δυσκόλευαν εν δήμω. 

 Σήμερα, ο άνθρωπος έχει λησμονήσει το πνευματικό περιεχόμενο της ζωής. Την έχει μετατρέψει σε μια υλιστική πορεία. Νόημα έχει η ζωή του εφόσον έχει χρήματα, εφόσον μπορεί να ικανοποιεί τις επιθυμίες του, εφόσον μπορεί να αισθάνεται ευχαρίστηση, ει δυνατόν με τον ελάχιστο δυνατό κόπο, ενώ δεν τον ενδιαφέρει να έχει σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, καθώς ο εικονικός κόσμος γεννά την αυταπάτη της υπέρβασης της μοναξιάς. Εφόσον μπορώ να γεμίζω με εικόνες τον νου και την ψυχή μου, εφόσον ο χρόνος περνά χωρίς να γίνεται η ανία θανατηφόρα για την ψυχή κατάσταση, αφού η εικονική πραγματικότητα με κάτι τον γεμίζει, τότε μπορώ με πραγματικά ή εικονικά ταξίδια να ξεφεύγω από την καθημερινότητά μου. Αυτή η θεώρηση της ζωής τοποθετεί στο περιθώριο τον μεταφυσικό προβληματισμό και καθιστά την υγεία το πολυτιμότερο αγαθό, ακριβώς διότι η ζωή έχει αξία όσο τη ζούμε. Μετά την έξοδό μας από τον κόσμο αυτό, όλα σβήνουν. 

 Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας προς τους Κορινθίους, μας υπενθυμίζει ότι υπάρχει ο παράγοντας Θεό, που δεν θα φύγει από τη σκέψη και την καρδιά μας ούτε στην εποχή που ζούμε ούτε στο μέλλον. Κι αυτό διότι η υλιστική πορεία της ζωής, όσο κι αν φαίνεται ότι  γεμίζει την καθημερινότητά μας, δεν μπορεί να διαγράψει από την καρδιά μας και την ψυχή μας τον αληθινό προορισμό της ζωής, που είναι το να αγαπούμε. Και η αγάπη προϋποθέτει άνοιγμα της καρδιάς, δόσιμο ει δυνατόν με γενναιοδωρία. Και αυτή έρχεται στον άνθρωπο που πιστεύει σε έναν προορισμό διαφορετικό από το μηδέν. Σ’ αυτόν που νιώθει ότι υπάρχει και υπάρχουμε από τη γενναιοδωρία του Θεού της αγάπης, ο Οποίος σκόρπισε από τον εαυτό Του και μας δημιούργησε  και μας ανακαίνισε διά της ενανθρωπήσεως του Υιού Του και μας συντηρεί διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Μας δείχνει, ανά πάσα στιγμή, ότι είναι δίπλα μας. Και μας καλεί να δείξουμε τα γεννήματα της δικής μας δικαιοσύνης, της δικής μας αγαθοεργίας, της δικής μας αγάπης, δηλαδή την έγνοια μας για τους άλλους με ιλαρή καρδιά, χαρά και καλή διάθεση δηλαδή, την υλική μας προσφορά διά της ελεημοσύνης, την αποφυγή της κατάκρισής τους και της συμπάθειάς μας προς αυτούς, της συνάντησής μας μαζί τους στην Εκκλησία και στη ζωή. 

 Έχουμε σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, να ξαναβρούμε την οδό της αγάπης. Να τη δείξουμε, μεσολαβώντας είτε διά του λόγου είτε διά της προσευχής, σε εκείνους που ξαστοχούν. Να εμπιστευθούμε τον Θεό στις δυσκολίες και τους σταυρούς της ζωής μας. Και να δείξουμε και στους άλλους ότι νικητής της ζωής δεν είναι αυτός που τα έχει άλλα, αλλά αυτός που μπορεί να αντέξει με τα λιγότερα, διότι νιώθει δίπλα του να πορεύεται ο Θεός, έτοιμος να τον στηρίξει και να τον παρηγορήσει. Αυτή η θέαση της ζωής κάνει τον άνθρωπο να βγει από τον εικονικό του κόσμο και να θελήσει, όντας ανοιχτός ψυχικά, να βρει τρόπους τα γεννήματα της δικαιοσύνης του, όποια κι αν είναι αυτά, να γίνουν κτήμα κι άλλων. Έτσι, η ζωή ξεπερνά ακόμη και το «φαίνεσθαι», ακόμη και το συμβολικό «ανήκειν», και γίνεται συνάντηση αγάπης και αλήθειας και με τον Θεό και τους ανθρώπους, στον τρόπο της Εκκλησίας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

Ζ’ Λουκά

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2023

Ο Κερκύρας Nεκτάριος, στη βόρεια Κέρκυρα

 Στο βορειοδυτικό τμήμα της νήσου Κέρκυρας το χωριό Πάγοι, επισκέφτηκε και ιερούργησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών & Διαποντίων νήσων κ. Νεκτάριος. Ο ενοριακός ιερός ναός των Αγίων Θεοδώρων αποδεικνύει την παλαιά αρχοντιά και δόξα αυτής της περιοχής, που η ευλάβεια των ανθρώπων τον ανοικοδόμησε. Παρά το γεγονός που στο τέλος της τουριστικής σεζόν ακόμη οι άνθρωποι εργάζονται, το εκκλησίασμα ήτο ικανοποιητικό. Την ως άνω ενορία διαποιμαίνει ο ιερομόναχος αρχ. Μεθόδιος Χαλδέζος.

 Ο Σεβασμιώτατος στη θεία λειτουργία έλαβε αφορμή από το ευαγγελικό ανάγνωσμα και ομίλησε στους ανθρώπους για τον τρόπο προσέγγισης του Ιησού στη ζωή μας. Μέσα στον όχλο που τον περιέβαλε καθώς πορευόταν στο σπίτι του Ιαείρου για να αναστήσει τη δωδεκάχρονή κόρη, ο ίδιος στράφηκε και είπε προς τον όχλο « τις μου ύψατο; ». Στην απορία των μαθητών από τον πολύ όχλο ο Ιησούς απάντησε ότι εγώ αισθάνθηκα να εξέρχετε δύναμις.

Μέσα από τον όχλο μια φοβισμένη γυναίκα ομολόγησε και πίστεψε ότι αρκεί, την άκρη του ιματίου Του να κρατούσε, θα θεραπευόταν, από την μακροχρόνια ασθένεια που την ταλαιπωρούσε. Και βεβαίως παραχρήμα η γυνή θεραπεύτηκε. Το ως άνω γεγονός έρχεται να μας ερμηνεύσει την στάση του Κυρίου μας απέναντι στον κάθε άνθρωπο. Ο Ιησούς μπορεί στην επίγεια ζωή Του να πορευόταν ανάμεσα στους όχλους, δεν παύει όμως και μετά την ανάσταση Του, να συμπορεύεται στη ζωή του καθενός μας. Είτε το αντιλαμβανόμαστε αυτό, είτε όχι, αυτό είναι μια βεβαιότητα. Η αιμορροούσα προσέγγισε τον Ιησού με βαθιά πίστη, όχι απλά ζητώντας τη θεραπεία της τη σωματική, αλλά ζητώντας από τον θεάνθρωπο Ιησού, τον οποίο αποδέχτηκε και πίστευσε, τη θεϊκή Χάρι στη ζωή της και γι αυτό ο Ιησούς ανταποκρίθηκε στη πίστη της αιμορροούσης και της χορήγησε όχι απλά τη σωματική θεραπεία, αλλά τη θεϊκή Χάρι, η οποία αλλοιώνει εσωτερικά τον κάθε άνθρωπο. 

Σε εκείνη τη πορεία που συμπορευόταν ο όχλος, άλλος ζητούσε από τον Ιησού την επίλυση των βιοτικών του προβλημάτων και άλλος ζητούσε την ικανοποίηση των φιλοδοξιών του. Σε αυτή λοιπόν τη σύγχρονη συμπόρευση με τον Ιησού η ανθρωπότητα κυριαρχείται από φιλοδοξίες, οι οποίες πάντοτε δεν είναι θεμιτές. Την φιλοδοξία, ο ίδιος ο Θεός την έθεσε στη ζωή μας, για να δώσει μια αφορμή στον άνθρωπο, προκειμένου να εκζητήση τη δόξα και την αγάπη του Θεού. Όταν λοιπόν τα ελατήρια μας, για την καλώς νοουμένη φιλοδοξία η οποία ζητεί την δόξα και την αγάπη του Θεού, τότε ο Θεός ανταποκρίνεται και ευλογεί τη ζωή μας. Δυστυχώς οι άνθρωποι σήμερα κυριεύονται από τη μωροφιλοδοξία, η οποία έχει να κάνει με την ικανοποίηση χαμηλών προσδοκιών και εμπαθών καταστάσεων. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το πρόσωπο του Ιησού και την Εκκλησία Του, προκειμένου να ικανοποιήσουν αυτές τις μωροφιλοδοξίες τους.

Μέσα λοιπόν στους όχλους που περιβάλλουν τον Ιησού αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι όλων των ανθρώπων, αγνά τα ελατήρια τους, ως της αιμορροούσης. 

Εν τέλει χρειάζεται αληθινή πίστη στον Θεό, αληθινή αγάπη και αληθινή ευγένεια, με την οποία μπορεί κάποιος να προσεγγίσει τον Ιησού και ταυτόχρονα μπορεί με εμπιστοσύνη να προσεγγίσει τον συνάνθρωπο του, να δώσει την αληθινή και θυσιαστική αγάπη στον συνάνθρωπο του και να συμπεριφέρεται με ευγένεια και διάκριση. Τότε η Χάρις του Θεού θα πλημμυρίσει το εσωτερικόν της καρδίας και θα ζήσει την πληρότητα της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος στη ζωή του, κοινωνώντας με τον Θεό και κοινωνώντας με τον συνάνθρωπό του. Αυτή είναι η αληθινή κοινωνία την οποία επιζητεί ο Θεός από τον καθένα μας. 

Στο τέλος της θεία λειτουργίας ο Σεβασμιώτατος ευχαρίστησε τόσο τον εφημέριο όσο και τους εκκλησιαζομένους οι οποίοι με ευλάβεια συμμετείχαν στη θεία λειτουργία. 












Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2023

Ο Απόστολος Κυριακής Ζ´ Λουκά 29-10-2023 (Γαλ. β΄ 16-20)

Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Ζ´ Λουκά



Αδελφοί, εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; Μὴ γένοιτο.

Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. Ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.

Απόδοση σε νεοελληνική ο Απόστολος Κυριακής Ζ´ Λουκά

Αδελφοί, ξέρουμε πώς ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά σωθεῖ μέ τήν τήρηση τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Αὐτό θά γίνει μόνο μέ τήν πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό. Γι΄ αὐτό κι ἐμεῖς πιστέψαμε στόν Ἰησοῦ Χριστό, γιά νά δικαιωθοῦμε μέ τήν πίστη στό Χριστό κι ὄχι μέ τήν τήρηση τοῦ νόμου· γιατί μέ τά ἔργα τοῦ νόμου δέ θά σωθεῖ κανένας ἄνθρωπος. Ἄν ὅμως, ζητώντας νά σωθοῦμε ἀπό τό Χριστό, βρεθήκαμε νά εἴμαστε κι ἐμεῖς ἁμαρτωλοί ὅπως οἱ ἐθνικοί, σημαίνει τάχα πῶς ὁ Χριστός ὁδηγεῖ στήν ἁμαρτία; Ὄχι βέβαια!

Γιατί, ἄν ὅ,τι γκρέμισα τό ξαναχτίζω, εἶναι σάν νά ὁμολογῶ πώς ἔκανα λάθος ὅταν τό γκρέμιζα. Κι ἀληθινά, μέ κριτήριο τό νόμο, ἔχω πεθάνει γιά τή θρησκεία τοῦ νόμου, γιά νά βρῶ τή ζωή κοντά στό Θεό. Ἔχω πεθάνει στό σταυρό μαζί μέ τό Χριστό. Καί δέ ζῶ πιά ἐγώ, ἀλλά ζεῖ στό πρόσωπό μου ὁ Χριστός. Κι ἡ τωρινή σωματική μου ζωή εἶναι ζωή βασισμένη στήν πίστη μου στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού μέ ἀγάπησε καί πέθανε ἐκούσια γιά χάρη μου.


Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2023

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Ζ´ Λουκά (Λουκ. η΄ 41 – 56) Η ανάστασις της κόρης του Ιαείρου και η θεραπεία της αιμορροούσης

Το Ευαγγέλιο Κυριακής Ζ´ Λουκά 29-10-2023


Τῷ καιρῷ εκείνω, ἦλθεν προς τον Ιησούν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. Καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἥψατό μου τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ.

Ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. Ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν.

Ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. Αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτοῖς. Ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

Απόδοση σε νεοελληνική το Ευαγγέλιο Κυριακής Ζ´ Λουκά

Τον καιρό εκείνο, ἦλθε προς τον Ιησού κάποιος, ὀνομαζόμενος Ἰάειρος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχισυνάγωγος, καὶ ἔπεσε εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ σπίτι του, διότι εἶχε μιὰ μοναχοκόρη, ἡλικίας περίπου δώδεκα ἐτῶν, ποὺ ἦτο ἑτοιμοθάνατη. Ἐνῷ δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐπήγαινε, ὁ κόσμος τὸν συνέθλιβε. Κάποια γυναῖκα, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ αἱμορραγίαν δώδεκα χρόνια καὶ εἶχε ἐξοδέψει ὅλην τὴν περιουσίαν της σὲ γιατροὺς καὶ δὲν μπόρεσε νὰ θεραπευθῇ ἀπὸ κανένα, ἦλθε κοντά του ἀπὸ πίσω, ἄγγιξε τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός του καὶ ἀμέσως ἐσταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπε· ποιὸς μὲ ἄγγιξε; Ἐπειδὴ δὲ ὅλοι τὸ ἠρνοῦντο, εἶπε ὁ Πέτρος καὶ ὅσοι ἦσαν μαζί του· Διδάσκαλε, ὁ κόσμος σὲ ἔχει περικυκλωμένον καὶ σὲ συνθλίβει καὶ σὺ λές, ποιὸς μὲ ἄγγιξε; Ὁ Ἰησοῦς ὅμως εἶπε· κάποιος μὲ ἄγγιξε, διότι αἰσθάνθηκα ὅτι ἐβγῆκε δύναμις ἀπὸ ἐμένα.

Ὅταν εἶδε ἡ γυναῖκα ὄτι δὲν διέφυγε τὴν προσοχήν, ἦλθε μὲ τρόμον, ἔπεσε στὰ πόδια του, καὶ τοῦ εἶπε μπροστὰ σ’ ὅλον τὸν κόσμο τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν τὸν ἄγγιξε καὶ πῶς ἀμέσως ἐθεραπεύθηκε. Αὐτὸς δὲ τῆς εἶπε· Ἔχε θάρρος, κόρη μου, ἡ πίστις σου σὲ ἔσωσε, πήγαινε εἰς εἰρήνην. Ἐνῷ ἀκόμη μιλοῦσε, ἔρχεται κάποιος ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου καὶ τοῦ λέγει· Ἡ θυγατέρα σου πέθανε, μὴν ἐνοχλῇς πλέον τὸν διδάσκαλον. Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ὅταν τὸ ἄκουσε, τοῦ εἶπε· μὴ φοβᾶσαι· μόνον πίστευε καὶ θὰ γίνῃ καλά. Ὅταν ἔφθασε εἰς τὸ σπίτι, δὲν ἐπέτρεψε σὲ κανένα νὰ μπῇ μαζί του, παρὰ εἰς τὸν Πέτρον, τὸν Ἰωάννην καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ εἰς τὸν πατέρα τοῦ κοριτσιοῦ καὶ εἰς τὴν μητέρα. Ἔκλαιγαν δὲ ὅλοι καὶ τὴν θρηνολογοῦσαν.

Αὐτὸς δὲ εἶπε· μὴν κλαῖτε· δὲν ἐπέθανε ἀλλὰ κοιμᾶται. Καὶ τὸν εἰρωνεύοντο, διότι ἤξεραν ὅτι εἶχε πεθάνει. Ἀλλ’ αὐτὸς ἀφοῦ ἔβγαλε ὅλους ἔξω, ἔπιασε τὸ χέρι της καὶ ἐφώναξε· κορίτσι, σήκω ἐπάνω. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα της, ἐσηκώθηκε ἀμέσως, καὶ ὁ Ἰησοῦς διέταξε νὰ τῆς δώσουν νὰ φάγῃ. Οἱ γονεῖς της ἐξεπλάγησαν, αὐτὸς δὲ τοὺς παρήγγειλε νὰ μὴ ποῦν σὲ κανένα τί συνέβη.


Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2022

Αποστολικό Κυριακής ΚΑ’ Επ. (06–11–2022)

 


«Ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω»

Αγαπητοί μου αδελφοί στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ο Απ. Παύλος έρχεται να θίξει ένα σπουδαίο ζήτημα που απασχόλησε τους Χριστιανούς της πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας.

Αν δηλαδή θα πρέπει να τηρούνται οι νομικές διατάξεις που αναφέρονται στο Μωσαϊκό νόμο ως απαραίτητο στοιχείο για την σωτηρία των ανθρώπων εντός της Εκκλησίας. Η Αποστολική Σύνοδος απεφάνθη ότι μόνο η πίστη στον Ιησού Χριστό μας και η εφαρμογή όσων η Αγία μας Εκκλησία διδάσκει και νομοθετεί μας σώζουν και μας οδηγούν στην σωτηρία.

Ιδιαίτερα τονίζει ο Απ. Παύλος ότι «οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ». Δηλαδή ξέρουμε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί με την τήρηση των διατάξεων του Νόμου. Αυτό γίνεται μόνο με την πίστη μας στον Χριστό. Από την στιγμή που ο Χριστός έρχεται στον κόσμο και λαμβάνει την ανθρώπινη πεσμένη υπό της αμαρτίας φύση και την αποκαθιστά στο πρώτο κάλλος αναμορφώνοντας την σωτηρία δια της πίστεως, εντός του χώρου της Εκκλησίας, κάθε άλλος νόμος και διάταξη του παρελθόντος είναι περιττή και χωρίς νόημα.

«Έγὼ γὰρ διὰ νόμου άπέθανον ἵνα Θεῷ ζήσω, Χριστῷ συνεσταύρωμαι». Αληθινά σας λέγω ότι με κριτήριο το  Μωσαϊκό νόμο έχω πεθάνει για την θρησκεία του νόμου, ώστε να βρω την ζωή κοντά στον Θεό και στον σταυρό του Χριστού και Σωτήρα μου, λέγει.

Αδελφοί μου, πραγματικά το Αποστολικό φαινόμενο που λέγεται Παύλος μας εκπλήσσει δια την πλήρη αλλαγή και την πλήρη ανακαίνισή του από τον παλαιό νόμο του Μωϋσή, στον Νόμο της Χάριτος του Ιησού Χριστού. Αφήνει πίσω του όσα διδάχθηκε από τους προγόνους του περί των Νομικών και τελετουργικών διατάξεων και με αποφασιστική πίστη τα δίνει όλα χωρίς συμβιβασμούς και παλινδρομήσεις προς την νέα πίστη του Ιησού Χριστού.

Αυτό αδελφοί μου ζητά και από εμάς ο Κύριός μας. Συμβιβασμοί, υποχωρήσεις και εκπτώσεις στην πίστη δεν χωρούν. Καταλάβαμε ότι μόνο ο Χριστός μας είναι η μοναδική σωτηρία μας. Αφήνουμε τα αμαρτωλά του παρελθόντος, πρόσωπα, πράγματα, ιδέες, θεωρίες, φιλίες, κάθε τι αντίθετο με την εις Χριστόν πίστη μας και η ζωή μας γίνεται «κατά Χριστόν ζωή».

Ακούστε τι λέγει αυτός των Αποστόλων Μέγας: «Ζῶ δε οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δε ἐν ἐμοὶ Χριστός». Έπαψα να ζω ως Σαύλος, ως άνθρωπος του φανατικού θρησκευτικού παρελθόντος του Ιδουαισμού. Δεν είμαι πια ο άνθρωπος ο παλαιός της αμαρτίας και της προπατορικής πτώσεως. Μέσα μου ζει ο Χριστός μου, ο Σωτήρας μου! 

Με το άγιον Βάπτισμά μου και την χάριν του Αγίου Πνεύματος που έλαβα, έπαψα να ζω πια εγώ, αλλά κυριευμένος από τον Ιησού Χριστό μου, ανήκω και ζω γι’ Αυτόν!

Μας καλεί λοιπόν αδελφοί μου και εμάς ο μεγάλος Απόστολος να ζήσει ο Χριστός «ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» διότι έτσι μόνο θα γνωρίσουμε την «όντως χαρά». Αυτό όμως συνεπάγεται γνήσια Χριστιανική ζωή, πίστη και πράξη. Όχι μόνο τήρηση των θρησκευτικών υποχρεώσεων, όπως οι Ιουδαίοι, αλλά εφαρμογή και γνησιότητα στον τρόπο της ζωής μας σε σχέση με τον Θεό και τους αδελφούς μας. Να μας αξιώνει ο Θεός να γινόμαστε Χριστιανοί της γνήσιας και ζωντανής πίστεως των καλών έργων. Αμήν!




               


Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Ζ´ Λουκά (Λουκ. η΄ 41 – 56) Η ανάστασις της κόρης του Ιαείρου και η θεραπεία της αιμορροούσης

Το Ευαγγέλιο Κυριακής Ζ´ Λουκά 6-11-2022


Τῷ καιρῷ εκείνω, ἦλθεν προς τον Ιησούν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. Καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἥψατό μου τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ.

Ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. Ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν.

Ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. Αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτοῖς. Ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

Απόδοση σε νεοελληνική το Ευαγγέλιο Κυριακής Ζ´ Λουκά

Τον καιρό εκείνο, ἦλθε προς τον Ιησού κάποιος, ὀνομαζόμενος Ἰάειρος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχισυνάγωγος, καὶ ἔπεσε εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ σπίτι του, διότι εἶχε μιὰ μοναχοκόρη, ἡλικίας περίπου δώδεκα ἐτῶν, ποὺ ἦτο ἑτοιμοθάνατη. Ἐνῷ δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐπήγαινε, ὁ κόσμος τὸν συνέθλιβε. Κάποια γυναῖκα, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ αἱμορραγίαν δώδεκα χρόνια καὶ εἶχε ἐξοδέψει ὅλην τὴν περιουσίαν της σὲ γιατροὺς καὶ δὲν μπόρεσε νὰ θεραπευθῇ ἀπὸ κανένα, ἦλθε κοντά του ἀπὸ πίσω, ἄγγιξε τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός του καὶ ἀμέσως ἐσταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπε· ποιὸς μὲ ἄγγιξε; Ἐπειδὴ δὲ ὅλοι τὸ ἠρνοῦντο, εἶπε ὁ Πέτρος καὶ ὅσοι ἦσαν μαζί του· Διδάσκαλε, ὁ κόσμος σὲ ἔχει περικυκλωμένον καὶ σὲ συνθλίβει καὶ σὺ λές, ποιὸς μὲ ἄγγιξε; Ὁ Ἰησοῦς ὅμως εἶπε· κάποιος μὲ ἄγγιξε, διότι αἰσθάνθηκα ὅτι ἐβγῆκε δύναμις ἀπὸ ἐμένα.

Ὅταν εἶδε ἡ γυναῖκα ὄτι δὲν διέφυγε τὴν προσοχήν, ἦλθε μὲ τρόμον, ἔπεσε στὰ πόδια του, καὶ τοῦ εἶπε μπροστὰ σ’ ὅλον τὸν κόσμο τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν τὸν ἄγγιξε καὶ πῶς ἀμέσως ἐθεραπεύθηκε. Αὐτὸς δὲ τῆς εἶπε· Ἔχε θάρρος, κόρη μου, ἡ πίστις σου σὲ ἔσωσε, πήγαινε εἰς εἰρήνην. Ἐνῷ ἀκόμη μιλοῦσε, ἔρχεται κάποιος ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου καὶ τοῦ λέγει· Ἡ θυγατέρα σου πέθανε, μὴν ἐνοχλῇς πλέον τὸν διδάσκαλον. Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ὅταν τὸ ἄκουσε, τοῦ εἶπε· μὴ φοβᾶσαι· μόνον πίστευε καὶ θὰ γίνῃ καλά. Ὅταν ἔφθασε εἰς τὸ σπίτι, δὲν ἐπέτρεψε σὲ κανένα νὰ μπῇ μαζί του, παρὰ εἰς τὸν Πέτρον, τὸν Ἰωάννην καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ εἰς τὸν πατέρα τοῦ κοριτσιοῦ καὶ εἰς τὴν μητέρα. Ἔκλαιγαν δὲ ὅλοι καὶ τὴν θρηνολογοῦσαν.

Αὐτὸς δὲ εἶπε· μὴν κλαῖτε· δὲν ἐπέθανε ἀλλὰ κοιμᾶται. Καὶ τὸν εἰρωνεύοντο, διότι ἤξεραν ὅτι εἶχε πεθάνει. Ἀλλ’ αὐτὸς ἀφοῦ ἔβγαλε ὅλους ἔξω, ἔπιασε τὸ χέρι της καὶ ἐφώναξε· κορίτσι, σήκω ἐπάνω. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα της, ἐσηκώθηκε ἀμέσως, καὶ ὁ Ἰησοῦς διέταξε νὰ τῆς δώσουν νὰ φάγῃ. Οἱ γονεῖς της ἐξεπλάγησαν, αὐτὸς δὲ τοὺς παρήγγειλε νὰ μὴ ποῦν σὲ κανένα τί συνέβη.


Ο Απόστολος Κυριακής Ζ´ Λουκά 6-11-2022 (Γαλ. β΄ 16-20)

Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Ζ´ Λουκά


Αδελφοί, εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; Μὴ γένοιτο.

Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. Ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.

Απόδοση σε νεοελληνική ο Απόστολος Κυριακής Ζ´ Λουκά

Αδελφοί, ξέρουμε πώς ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά σωθεῖ μέ τήν τήρηση τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Αὐτό θά γίνει μόνο μέ τήν πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό. Γι΄ αὐτό κι ἐμεῖς πιστέψαμε στόν Ἰησοῦ Χριστό, γιά νά δικαιωθοῦμε μέ τήν πίστη στό Χριστό κι ὄχι μέ τήν τήρηση τοῦ νόμου· γιατί μέ τά ἔργα τοῦ νόμου δέ θά σωθεῖ κανένας ἄνθρωπος. Ἄν ὅμως, ζητώντας νά σωθοῦμε ἀπό τό Χριστό, βρεθήκαμε νά εἴμαστε κι ἐμεῖς ἁμαρτωλοί ὅπως οἱ ἐθνικοί, σημαίνει τάχα πῶς ὁ Χριστός ὁδηγεῖ στήν ἁμαρτία; Ὄχι βέβαια!

Γιατί, ἄν ὅ,τι γκρέμισα τό ξαναχτίζω, εἶναι σάν νά ὁμολογῶ πώς ἔκανα λάθος ὅταν τό γκρέμιζα. Κι ἀληθινά, μέ κριτήριο τό νόμο, ἔχω πεθάνει γιά τή θρησκεία τοῦ νόμου, γιά νά βρῶ τή ζωή κοντά στό Θεό. Ἔχω πεθάνει στό σταυρό μαζί μέ τό Χριστό. Καί δέ ζῶ πιά ἐγώ, ἀλλά ζεῖ στό πρόσωπό μου ὁ Χριστός. Κι ἡ τωρινή σωματική μου ζωή εἶναι ζωή βασισμένη στήν πίστη μου στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού μέ ἀγάπησε καί πέθανε ἐκούσια γιά χάρη μου.


ΟΥ ΔΙΚΑΙΩΘΗΣΕΤΑΙ ΕΞ ΕΡΓΩΝ ΝΟΜΟΥ ΠΑΣΑ ΣΑΡΞ


«Ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ» (Γαλ. 2, 16)

«Γιὰ νὰ δικαιωθοῦμε μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστὸ κι ὄχι μὲ τὴν τήρηση τοῦ νόμου· γιατὶ μὲ τὰ ἔργα τοῦ νόμου δὲν θὰ σωθεῖ κανένας ἄνθρωπος»

            Ο καθένας μας έχει μέσα στην ψυχή του μία αναζήτηση δικαίωσης. Δεν είναι μόνο τα έργα μας ή η παρουσία μας στον κόσμο που μας κάνουν να θέλουμε να γίνουμε αποδεκτοί από τους άλλους. Είναι και η σκέψη, η νοοτροπία, η στάση ζωής μας, που θα θέλαμε να δικαιώνονται. Γι’ αυτό και όταν τα γεγονότα εμφανίζουν ότι ο τρόπος της πορείας μας είναι ο σωστός, τότε αισθανόμαστε βαθιά ικανοποίηση. Δεν εξετάζουμε αν τονώνεται ο εγωισμός μας έτσι. Μάλλον το επιδιώκουμε. Οι αρχαίοι Έλληνες το έλεγαν «κλέος», «φήμη», «κύδος». Εμείς, ανεξαρτήτως της θέσης μας στην κοινωνία, αισθανόμαστε ότι αξίζουμε, όταν δικαιώνονται οι επιλογές μας. Βέβαια, όλους μάς περιμένει ο θάνατος στο τέλος. Ωστόσο, η δικαίωση είναι ένα αίσθημα ότι η ζωή είχε νόημα και το επιδιώκουμε.

            Ο απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος στους Γαλάτες, αναφέρει ότι δεν μπορεί να δικαιωθεί κανείς άνθρωπος από τα έργα του μωσαϊκού νόμου, αλλά και από κάθε έργο, αλλά μόνο με την πίστη στον Χριστό. Ανατρέπει με τον λόγο αυτό την νοοτροπία όλων μας. Δεν είναι η αυτάρκεια της τήρησης των θρησκευτικών έργων που δικαιώνει, αλλά η εμπιστοσύνη στον Χριστό, η σχέση μας μαζί Του. Προφανώς και δεν αρνείται την τήρηση των εντολών του Θεού, όπως αυτή περιλαμβάνεται στην Βίβλο, αλλά και στην ζωή της Εκκλησίας. Μας προχωρά όμως ένα βήμα πιο πέρα. Δεν μας θέλει να λειτουργούμε με τον φαρισαϊσμό, που οδηγεί σε μιαν αυτοδικαίωση, κάποτε επικριτική και απορριπτική των άλλων, σίγουρα όμως που οδηγεί στην υπερηφάνεια, κατάσταση δαιμονική. Μας θέλει να αισθανόμαστε ότι κλειδί της ζωής μας είναι ο Χριστός και η κοινωνία μαζί Του. Κάθε έργο μας έχει νόημα αν δείχνει τον Χριστό. Αν γίνεται ευκαιρία αγάπης για τον πλησίον, δοξολογίας του Θεού στον κόσμο. Διότι πίσω από τις σκέψεις μας, τον προσανατολισμό, τα έργα μας, τα πάντα παίρνουν άλλο νόημα, αιωνιότητας και ζωής, όταν υπάρχει ο Χριστός.

            Η θρησκευτική αυτάρκεια εύκολα γίνεται αλαζονεία. Ο άλλος υπάρχει όχι για να του προσφέρουμε, αλλά για να καλύψει την δική μας ιδιοτελή ανάγκη να δικαιωθούμε, να δοξαστούμε. Ο θρησκευτικός άνθρωπος δυσκολεύεται να συγχωρήσει. Δυσκολεύεται να αποδεχτεί την ελευθερία των άλλων. Συχνά ζει στην ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος είναι «εντάξει» και ο κόσμος αμαρτωλός. Κάποτε πάσχει και από μία θρησκόληπτη αυτάρκεια. Ταυτίζει το μέρος με το όλον. Το έργο του με την συνολική σωτηρία. Κάποτε απορρίπτει ανθρώπινες δραστηριότητες ή ανάγκες, παρότι είναι δεδομένο πως ο Θεός μάς έκανε να θέλουμε να χαρούμε και να ζήσουμε απλά και όμορφα μικρές ή μεγαλύτερες χαρές, αρκεί να Τον δοξάζουμε και να Τον ευχαριστούμε. Ο θρησκευτικός άνθρωπος ζει τη ψευδαίσθηση ότι τα έργα του φτάνουν για να σωθεί. Η αγάπη όμως, που είναι το μείζον, ζητά Χριστό τοις πάσι και εν πάσι.

            Ας ελέγχουμε τον εαυτό μας, κατά πόσον βλέπουμε την ζωή μας ως καιρό, ως ευκαιρία συνάντησης με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Ας μπολιάζουμε, νεώτεροι και μεγαλύτεροι, τις σκέψεις, τις στιγμές μας, τα έργα μας, τη ζωή μας με την παρουσία του Χριστού. Με την πίστη σ’ Αυτόν. Με ένα αίσθημα εξόδου από τον εαυτό μας, πρώτα προς τους κοντινούς, τους οικείους, τους οποίους συχνά ξεχνούμε, και έπειτα προς όλους, χωρίς διακρίσεις. Ας συμφιλιωνόμαστε με τους άλλους, αγαπητικά. Ας μπαίνουμε στην δική τους θέση και σκέψη. Ας σκεφτόμαστε δηλαδή με γνώμονα και εκείνους, νικώντας την αυτάρκεια του εγώ μας.

Αυτός ο δρόμος περνά μέσα από την Εκκλησία. Είναι δρόμος ανάστασης και ζωής. Είναι δρόμος τελικά μιας δικαίωσης που δεν θα έρθει μετά θάνατον, αλλά θα αφήσει τ στίγμα τα σ’ αυτή την πραγματικότητα. Ακόμη κι αν δεν μπορούμε να πούμε ότι «δεν ζω για μένα», ας ξεκινήσουμε από το «δεν ζω μόνο για μένα». Και ο Χριστός θα ζει μέσα μας και θα αναπληρώνει τα ελλείποντά μας!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Νοεμβρίου 2022

Κυριακή Ζ’ Λουκά


Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021

Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

 (ΑΠΗΓΓΕΙΛΕΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΠΑΝΤΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΩΣ ΙΑΘΗ ΠΑΡΑΧΡΗΜΑ)



«Ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα.  Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην» (Λουκ. 8, 47-48).

Μόλις ἡ γυναίκα εἶδε ὅτι δὲν ξέφυγε τὴν προσοχή του, ἦρθε τρέμοντας κι ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ μπροστὰ σ’ ὅλο τὸν κόσμο τοῦ εἶπε γιὰ ποιὰ αἰτία τόν ἄγγιξε κι ὅτι εἶχε γιατρευτεῖ ἀμέσως. ᾿Εκεῖνος τῆς εἶπε· «Θάρρος, κόρη μου, ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε· πήγαινε στὸ καλό».

            Μια γυναίκα η οποία είχε καταδικαστεί σε κοινωνικό θάνατο, διότι δεν μπορούσε να παντρευτεί και να κάνει παιδιά, όπως ήταν η νοοτροπία της εποχής της, καθότι η αιμορραγία που είχε δεν της το επέτρεπε, πλησιάζει και αγγίζει στα κρυφά τον Χριστό και θεραπεύεται. Κι ενώ θα περιμέναμε ο Χριστός να σεβαστεί την επιθυμία της διακριτικότητας και την ταπείνωση της γυναίκας αυτής, εντούτοις, βλέπουμε τον Κύριο να ζητά δημόσια να φανερωθεί αυτή που γιατρεύτηκε. Δεν είχε ανάγκη ο Χριστός από επίδειξη των ικανοτήτων του. Ήθελε όμως να δείξει ότι εκτός από την υγεία που της προσέφερε, την ανέστησε ακριβώς από τον κοινωνικό θάνατο τον οποίο η γυναίκα υφίστατο. Γι’  αυτό και την καλεί να αναγγείλει δημόσια την ίασή της, ώστε να το μάθουν όλοι όσοι την είχαν στο περιθώριο, ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής. Και δημόσια ο Χριστός αναγγέλλει ότι η πίστη ήταν το κλειδί της σωτηρίας της από αυτό το είδος του θανάτου, όπως η πίστη είναι το κλειδί της σωτηρίας από κάθε μορφή θανάτου.

            Ο κοινωνικός θάνατος έχει να κάνει με την αδυναμία του ανθρώπου να ακολουθήσει την καθεστηκυία τάξη., την κυρίαρχη αντίληψη και ιδεολογία. Δεν είναι πάντα επιλογή του ανθρώπου, αλλά κάποτε αποτέλεσμα της αδυναμίας του για λόγους που έχουν να κάνουν με το σώμα ή το πνεύμα του. Κοινωνικό θάνατο υφίσταντο παλαιότερα τα άτομα με ειδικές ανάγκες, καθώς η ύπαρξή τους και μόνο θεωρούνταν κατάρα και τιμωρία. Τα ίδια, όπως και οι γονείς τους, αντιμετωπίζονταν ως δυστυχισμένοι άνθρωποι. Και η θρησκευτική πίστη δεν βοηθούσε την κοινωνία να δει τα άτομα αυτά ως εικόνες Θεού και τους γονείς τους ως ήρωες, οι οποίοι επέλεξαν να μεγαλώσουν και να μην πετάξουν τις ψυχές αυτές, δείχνοντας ότι η αγάπη δεν διαμορφώνεται με βάση τις ικανότητες ή την φυσική, την συνήθη κανονικότητα που έχουμε οι περισσότεροι άνθρωποι, αλλά είναι τρόπος που υπερβαίνει κάθε έλλειψη. Κάποτε θα λέγαμε ότι ακριβώς η θρησκευτική αντίληψη, η οποία δεν μπορούσε να γίνει εκκλησιαστική, δηλαδή θέαση του συνανθρώπου ως μέλος εκ μέρους του σώματος του Χριστού, οδηγούσε στην απαξιωτική και τιμωρητική αντίληψη εις βάρος των ατόμων με ειδικές ανάγκες.

            Ο κοινωνικός θάνατος έχει να κάνει με την επιλογή του ανθρώπου να μην φέρεται όπως φέρονται οι πολλοί. Παλαιότερα όταν η αμαρτία διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στον τρόπο θέασης της ζωής, ο κοινωνικός θάνατος συνόδευε όσους και όσες δεν ακολουθούσαν την κοινωνική κανονικότητα, η οποία επηρεαζόταν από την θρησκευτική αντίληψη της ζωής. Η πορνεία έφερνε κοινωνικό θάνατο. Όσοι όμως την συντηρούσαν, γεμάτοι υποκρισία, μπορεί και να ήταν ευυπόληπτοι. Η εξουσία όριζε ποιος θα καταδικαστεί σε κοινωνικό θάνατο. Η εξουσία που διαμόρφωνε και διαμορφώνει αντιλήψεις και στάσεις ζωής, ανάλογα με τα συμφέροντά της. Η ομοφυλοφιλία παλαιότερα θεωρούνταν στίγμα και ασθένεια. Σήμερα, θεωρείται επιλογή, που όχι μόνο δεν οδηγεί σε κοινωνικό θάνατο, αλλά επευφημείται ως μία «φυσική» κατάσταση. Συχνά, μάλιστα, οι χειρότεροι επικριτές της θα έπρεπε να κοιτάξουν είτε στους εαυτούς τους είτε στο περιβάλλον τους, καθότι κι εδώ περισσεύει η υποκρισία.

 Άλλαξε η αντίληψη της εξουσίας, διότι περιθωριοποιήθηκε η θρησκεία. Στην ουσία όμως η εξουσία και η κοινωνία άφησε κατά μέρος την έγνοια της αμαρτίας και συχνά, ό,τι αντίκεται στα του Θεού, βαφτίζεται αρετή και αποδεκτό. Η πίστη όμως ουδέποτε απέρριψε τον άνθρωπο, δεν τον καταδίκασε σε κοινωνικό θάνατο. Διέκρινε πάντοτε, με πόνο και προσευχή, το πρόσωπο από την πτώση του. Όταν όμως η πίστη μεταβάλλεται σε θρησκεία, δηλαδή σε φύλακα της ηθικής των ανθρώπων, όταν ταυτίζεται με την νοοτροπία της εξουσίας, τότε δεν μπορεί να διακρίνει το πραγματικό θέλημα του Θεού. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πιστούς, οι οποίοι βαφτίζουν ως θρησκευτική κάθε στάση έναντι του κόσμου και του ανθρώπου, χωρίς να διακρίνουν ότι η αγάπη νικά δικαιώματα, η αγάπη νικά φόβους, η αγάπη αγκαλιάζει ακόμη και τον πιο τσαλακωμένο.

            Κοινωνικό θάνατο επιβάλλουν σήμερα η τηλεόραση και το Διαδίκτυο. Διαμορφώνοντας πρότυπα, ιδίως στην εφηβεία, αλλά και στο ερώτημα «ποιος/α αξίζει να προβληθεί;», «ποιος/α είναι ευτυχισμένος/η;», η κοινωνία της πληροφορίας ωθεί, άμεσα και έμμεσα, σε κοινωνικό θάνατο όποιον δεν πληροί τα αυθαίρετα κριτήρια που αυτή διαμορφώνει. Και δεν είναι ανάγκη να βγάλει απόφανση για το ποιος ζει και ποιος είναι «νεκρός» κοινωνικά. Ψυχολογικά ο χρήστης έχει αυτοκαταδικαστεί, όταν νιώθει ότι κανείς δεν θα του δώσει σημασία επειδή δεν είναι έτσι όπως το πρότυπο ορίζει.

            Απέναντι σ’  αυτήν την στάση ζωής ο Χριστός δημόσια αναγγέλλει ότι «η πίστις σέσωκε». Ότι η σχέση μαζί Του, το άγγιγμά Του, το κοινωνείν Αυτόν «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον», μέσα από την μετάνοια και την επίγνωση όπου φταίμε, είναι το κλειδί ώστε ο άνθρωπος να λάβει τη χάρη μιας άλλης κοινωνικότητας: αυτής της αγάπης και της ανάστασης, διά των οποίων η ζωή ξεκινά από την αρχή. Και μας καλεί, όλους όσοι θέλουμε να είμαστε χριστιανοί, με τον ίδιο τρόπο να βλέπουμε κάθε πλησίον μας: με κριτήριο την σχέση με τον Χριστό, ο Οποίος αγαπά και δέχεται τον κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα της νοοτροπίας της εποχής, ανεξάρτητα της αμαρτωλότητάς του. Αρκεί να Τον πλησιάσουμε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

7 Νοεμβρίου 2021

Κυριακή Ζ’  Λουκά

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

Κήρυγμα, Κυριακής Ζ΄ Λουκά (8-11-2020)

 


Ακούσαμε δύο θαύματα στην σημερινή Ευαγγελική περικοπή. Την ανάσταση της θυγατέρας του Ιαείρου και την θεραπεία της αιμορροούσης γυναίκας. Ο Ιάειρος, άρχων της Συναγωγής, έρχεται και προσκυνάει τον Χριστό «πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ», παρ’ όλο που αυτό ήταν ασυμβίβαστο με τη θρησκευτική και κοινωνική του θέση και του ζητάει να κάνει καλά το δωδεκάχρονο κοριτσάκι του, που είναι ετοιμοθάνατο. Ο Χριστός κατευθύνεται προς το σπίτι του, αλλά ο κόσμος τον ακολουθεί  δημιουργώντας συνωστισμό.

Μέσα στο πλήθος τον πλησιάζει αθόρυβα μία γυναίκα που υπέφερε από κάποιο γυναικολογικό πρόβλημα και είχε συνεχή αιμορραγία για δώδεκα  χρόνια, τον ακουμπάει και αισθάνεται ότι έγινε καλά. Κάνει εντύπωση ότι ο Κύριος δεν αφήνει να περάσει απαρατήρητο το γεγονός, αλλά ερωτά: «τίς ὁ ἁψάμενός μου», ποιος με ακούμπησε; Στο σχόλιο των μαθητών του και  ειδικά του Πέτρου, «ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου;», ο κόσμος σε στριμώχνει και σε πιέζει και ρωτάς ποιος σε ακούμπησε, ο Κύριος απαντάει: κάποιος με άγγιξε γιατί ένοιωσα ότι βγήκε δύναμη από πάνω μου. Τότε παρουσιάστηκε η γυναίκα  με  ντροπή και φόβο,  εξήγησε την αρρώστια της και είπε ότι θεραπεύτηκε μόλις ακούμπησε τον Χριστό. Τα λόγια που ο Κύριος της απευθύνει είναι γεμάτα στοργή και επιδοκιμασία: «θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην».

Η αρρώστια αυτή της γυναίκας, εκτός από την σαφή επιδείνωση της υγείας της,  είχε και κοινωνικές προεκτάσεις. Θεωρείτο ακάθαρτη, μολυσμένη. Δεν μπορούσε να πάρει μέρος σε θρησκευτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις. Αν ακουμπούσε κάποιον, αυτός έπρεπε να υποβληθεί στους προβλεπόμενους από το Μωσαϊκό Νόμο καθαρμούς για να ενταχθεί ξανά στην καθημερινότητα. Ο Χριστός  λοιπόν, εκτός από την προβολή της πίστης της γυναίκας, «γιατί έλεγε μέσα της ότι ακόμη κι αν αγγίξω τα ρούχα του θα γιατρευτώ», ήθελε να δείξει πως ό,τι δημιουργεί ο Θεός δεν είναι μολυσμένο. Μολυσμένο και ακάθαρτο είναι ότι προέρχεται από την αμαρτία, που επιλέγουμε εμείς. Στην Παλαιά

διαθήκη όλα τα πράγματα χωρίζονταν σε καθαρά και ακάθαρτα. Γι’ αυτό σε κάποια άλλη περίπτωση ο Χριστός, αναφερόμενος σε τροφή, είπε: «Δεν μολύνει τον άνθρωπο αυτό που εισέρχεται στο στόμα, αλλά εκείνο που βγαίνει από το στόμα. Αυτό τον μολύνει τον άνθρωπο, …από την καρδιά βγαίνουν αμαρτωλές σκέψεις και επιθυμίες, φόνοι, μοιχείες, πορνείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, βλασφημίες. Αυτά είναι που τον κάνουν ακάθαρτο ενώπιον του Θεού.» (Μτ. 15,11-20)

Εντύπωση προξενεί η πίστη της γυναίκας. Είχε βαθιά  πεποίθηση ότι αν ακουμπήσει τον Χριστό, θα θεραπευτεί. Πολύς κόσμος τον ακουμπούσε και όπως είπε ο Πέτρος τον συνέθλιβαν, αρκετοί από αυτούς θα ήταν άρρωστοι, αλλά δεν έγιναν καλά. Για να ενεργήσει η χάρη του Χριστού πρέπει να υπάρχει δυνατή και αυθεντική πίστη. Η πραγματική πίστη είναι πάνω από ό,τι εμείς ορίζουμε ως λογική. Ο ίδιος ο Κύριος είπε: «σας διαβεβαιώνω, ότι εάν έχετε ακλόνητη πίστη και δεν αμφιβάλλετε εις την δύναμιν του Θεού, …αν πείτε στο όρος τούτο, σήκω και πέσε εις την θάλασσαν, θα γίνει» (Μτ. 21,21). Στις μέρες μας πολλοί προσπαθούν να μας πείσουν πως δεν υπάρχει η άκτιστη χάρη του Θεού στην Εκκλησία μας, και πως όλα πρέπει να τα εξηγούμε με τη λογική και τα πορίσματα της επιστήμης.

Να δούμε όμως και το άλλο θαύμα της Ευαγγελικής περικοπής.  Ευτυχώς ο αρχισυνάγωγος δεν έβαζε την λογική πάνω από την πίστη. Όταν του είπαν οι υπηρέτες «πέθανε η θυγατέρα σου, μην ενοχλείς το διδάσκαλο», εκείνος εμπιστεύτηκε τον Χριστό, ο οποίος τον διαβεβαίωσε: «Μη φοβάσαι· μόνο να πιστεύεις και θα σωθεί». Ο Ιάειρος πίστευε στη δύναμη του  Χριστού, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους που «κατεγέλων αὐτοῦ», όταν ο Χριστός τους συνέστησε: «μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει». Γι’ αυτό και το θαύμα της ανάστασης της κοπέλας το είδαν μόνο αυτοί που πίστευαν. Ο Κύριος όταν έφθασε στο σπίτι, έβγαλε έξω όλους, πήρε τρεις μαθητές Του, τον πατέρα του παιδιού και την μητέρα, κράτησε το χέρι του κοριτσιού του  και του είπε: Παιδί μου, σήκω. Τότε ξαναγύρισε το πνεύμα του παιδιού και αναστήθηκε αμέσως, ο δε Ιησούς έδωσε εντολή να φέρουν φαγητό στη μικρή.

Μόνο όσοι έχουν πραγματική πίστη  βλέπουν πως και σήμερα υπάρχει η αόρατη παρουσία και η χάρη του Χριστού, σύμφωνα με τα λόγια που είπε στους μαθητές Του μετά την Ανάσταση: «Εγώ θα είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες, μέχρις το τέλος αυτού του κόσμου. Αμήν» (Μτ.28,20).

ΟΠΟΥ ΕΠΙΣΚΙΑΣΗ Η ΧΑΡΙΣ ΣΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΕ


 

       «Ὅπου ἐπισκιάσῃ ἡ χάρις σου Ἀρχάγγελε, ἐκεῖθεν τοῦ διαβόλου διώκεται ἡ δύναμις. Οὐ φέρει γάρ τῷ φωτί σου προσμένειν ὁ πεσών Ἑωσφόρος. Διό αἰτοῦμεν σε τά πυρφόρα αὐτοῦ βέλη τά καθ’ ἡμῶν κινούμενα ἀπόσβεσον τῇ μεσιτείᾳ σου, λυτρούμενος ἡμᾶς ἐκ τῶν σκανδάλων αὐτοῦ, ἀξιύμνητε Μιχαήλ Ἀρχάγγελε» (Δοξαστικό τῶν στιχηρῶν τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑορτῆς τῶν Ταξιαρχῶν, 8η Νοεμβρίου)

          «Όπου επισκιάσει η χάρις σου Αρχάγγελε, από κει διώχνεται η δύναμη του διαβόλου. Δεν μπορεί να αντέξει να παραμείνει στο φως σου ο Εωσφόρος που έπεσε από σχέση με τον Θεό προ καταβολής κόσμου. Γι’ αυτό και σε παρακαλούμε τα βέλη του που φέρνουν φωτιά και κινούνται κατ’ επάνω μας να τα σβήσεις με την μεσιτεία σου, λυτρώνοντάς μας από τα σκάνδαλά του, Μιχαήλ Αρχάγγελε, που είσαι άξιος ύμνων».

  Φως προ αιώνων ο Θεός. Φως το μόνο αληθινό, αιώνιο, το άυλο, άπειρο και παντελώς ακατάληπτο. Αναπαύεται στην εν αδύτοις σιγή της ενοειδούς Του φύσεως και χαίρει της ανεκλαλήτου, αγαπητικής κοινωνίας μεταξύ των τριών προσώπων Τούτου Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Στην περίσσεια της αγαθότητός Του θέλησε να μετάσχει και κάποιος άλλος στο Φως του και παρήγαγε την κτίση εκ του μη όντος εις το είναι. Πριν δημιουργήσει την ορατή κτίση, ο Θεός έφερε στο είναι διά του Λόγου Του και τελειοποίησε εν αγιότητι διά του Αγίου Πνεύματός Του την αγγελική φύση, καθιστώντας τις ουράνιες και ασώματες Δυνάμεις ένθερμους και έμπλεους ζήλου λειτουργούς Του, ως πυρ άυλον. Είναι φώτα δεύτερα, που λαμβάνουν διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος τον φωτισμό εκ του πρώτου και ανάρχου Φωτός και τη μετοχή τους στην αθανασία. Πιστές εικόνες της θείας ουσίας, οι άγιοι άγγελοι είναι νοεράς φύσεως. Στερούμενοι σωματικού βάρους είναι αεικίνητοι, αυτεξούσιοι και έλλογοι. Βλέπουν τον Θεό κατά το μέτρο που τους είναι αυτό εφικτό και στη θεωρία Του βρίσκουν την τροφή τους, την σταθερότητά τους και ακόμη τον ίδιο τον λόγο της υπάρξεώς τους. Παρά το γεγονός ότι είναι απαλλαγμένοι από κάθε σωματικό πάθος, δεν είναι, ωστόσο,  απαθείς, όπως ο Θεός, διότι δημιουργήθηκαν με τροπή (από το μη ον στο είναι). Έτσι είναι δυσκίνητοι προς το κακό, αλλά όχι και απρόσβλητοι. Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να κάνουν χρήση της υπέρτατης ελευθερίας που τους δώρισε ο Θεός, για να παραμένουν στο αγαθό και να προοδεύουν στη θεωρία των θείων Μυστηρίων, ώστε να μη παρασυρθούν ανεπανόρθωτα προς το κακό και την απομάκρυνση από τον Θεό. Εξάλλου, δεν μπορούν να προσβλέπουν στην μετάνοια, αφού στερούνται σώματος («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος 3ος, Νοέμβριος, σελ. 83 και 84).

          Αναρίθμητοι οι άγγελοι. Η Ιερά Παράδοση συνηθίζει να τους κατατάσσει σε εννέα τάγματα που διαιρούνται σε τριες τριαδικές διατάξεις. Η πρώτη είναι κοντά στον Θεό και είναι αμεσολαβήτως ενωμένη με Αυτόν. Συμπεριλαμβάνει τα Σεραφείμ, το όνομα των οποίων στα εβραϊκά προέρχεται από το ρήμα «καίω», «πυρπολώ». Κινούνται συνεχώς και σταθερά γύρω από τον Θεό και παίρνουν από Αυτόν την εξουσία να ανυψώνουν τους υφισταμένους τους προς τον Θεό αναζωπυρώνοντας εντός τους την καθαρτική και φωτιστική δύναμη της αρετής. Δεύτερα είναι τα Χερουβείμ, τα οποία γνωρίζουν τον Θεό με πληρότητα. Λέγεται πως είναι πολυόμματα, σημείο θεοπτίας και δεκτικότητας του φωτός του Θεού. Τρίτοι είναι οι Θρόνοι, στους οποίους ο Θεός επαναπαύεται με πάσαν απάθεια. Η δεύτερη τάξη μεταδίδει τις εντολές του Θεού από την πρώτη στην τρίτη τάξη και ανυψώνει τους αγγέλους προς τη μίμηση του Θεού. Αποτελείται από κυριότητες, Δυνάμεις και Εξουσίες. Η τρίτη τάξη περιλαμβάνει τις Αρχές, τους Αρχαγγέλους και τους Αγγέλους. Με τους τελευταίους ο Θεός μας καθιστά κοινωνούς των εντελών της πρόνοιάς Του, καθώς είναι οι πλησιέστεροι σε μας, αυτούς αποστέλλει και με σωματική μορφή, όταν ο Θεός το επιθυμεί («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος 3ος, Νοέμβριος, σελ. 85).

          Ο Εωσφόρος, το πρώτο τη τάξει αρχικά ουράνιο πνεύμα, δεν ήταν εκ φύσεως πονηρός. Όμως εστασίασε από υπερηφάνεια κατά του Δημιουργού του. Ήταν ο πρώτος που απέρριψε το καλό και επέλεξε το κακό, στρέφοντας την πλάτη του στο φως, για να βυθιστεί στο σκότος της στερήσεως του Θεού, να ζήσει την κόλαση, συμπαρασύροντας την πτώση του πλήθος αγγέλων κάθε τάξεως και έγινε αρχηγός τους. Ο αριθμός τους ήταν τόσο μέγας, που στο θλιβερό αυτό θέαμα ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, αρχιστράτηγος των ουρανίων ταγμάτων, ο οποίος με την ταπεινοφροσύνη του και την φρόνιμη υποταγή του στον Δημιουργό του ήταν ισχυρά στερεωμένος στο φως, ρίχτηκε προς το ρήγμα, σύναξε τους αγγέλους που παρέμειναν πιστοί και φώναξε «Πρόσχωμεν»! Με άλλα λόγια: «Προσοχή, ας γρηγορούμε τα δημιουργήματα που έχουμε το προνόμιο να στεκόμαστε ενώπιον του Θεού και να παραμένουμε λειτουργοί Του, κοινωνώντας μαζί Του εν ταπεινώσει» Εις μνήμην αυτή της Συνάξεως, δηλαδή του γεγονότος ότι συναθροίσθηκαν οι χορείες των αγγέλων υπό την καθοδήγηση του Αρχαγγέλου Μιχαήλ με επαγρύπνηση, ομόνοια και ενότητα, οι άγιοι Πατέρες, ακολουθώντας την αρχαία παράδοση, εθέσπισαν την εορτή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος 3ος, Νοέμβριος, σελ. 86 και 87).

          Τα όσα ο ιερός συναξαριστής μας διηγείται, δείχνουν κάποιες μεγάλες αλήθειες για την ζωή μας και την δημιουργία του Θεού στην οποία ανήκουμε κι εμείς οι άνθρωποι, ως δέκατο τάγμα ουσιαστικά των Αγγέλων. Οι Άγγελοι μας δείχνουν τον δρόμο και είναι κοντά μας, για να μας βοηθήσουν να τον ακολουθήσουμε.

          Κι εμείς είμαστε πλασμένοι από αγάπη και για να μετάσχουμε στην αγάπη του Θεού. Ο Θεός είναι Φως και διά της αγάπης και της κοινωνίας με τους Αγγέλους και τους συνανθρώπους μας στην Εκκλησία πορευόμαστε κοινωνοί στο Φως. Κι εμείς πλαστήκαμε τρεπτοί, κτιστοί, αλλά την ίδια στιγμή ελεύθεροι. Η υπερηφάνεια και η αυτοθέωση γίνονται οδοί μίμησης του Εωσφόρου, ο οποίος σ’ αυτό μας στρέφει. Να αρνούμαστε τον Θεό και να κάνουμε θεό τον εαυτό μας. Γι’ αυτό και μας χρειάζεται ένα συνεχές «Πρόσχωμεν», μία συνεχής υπόμνηση της εν ταπεινώσει κοινωνίας με τον Θεό, της παραμονής μας στην Εκκλησία ως σώματος Χριστού, ως δίψα για Φως.

          Την ίδια στιγμή χρειάζεται να μην λησμονούμε ότι στην ζωή μας υπάρχει ένας μόνιμος πειρασμός, μία μόνιμη επίθεση στον νου και την καρδιά μας από τα πυρφόρα βέλη του Εωσφόρου. Αυτή η επίθεση δεν είναι ηθική πρώτα, αλλά οντολογική, υπαρξιακή. Σκοπός του διαβόλου είναι να μας κάνει να πιστέψουμε και να πούμε ότι «ουκ έστι Θεός», ώστε να παραδοθούμε ψυχή τε και καρδία στην δική του κόλαση, αυτήν της αυτοθέωσης. Την στιγμή όμως του πειρασμού επισκιάζει η χάρις των Αγγέλων. Αυτό το αίσθημα ότι ο Θεός στέλνει τα λειτουργικά του πνεύματα ώστε να μην είμαστε μόνοι. Ότι ο καθένας από εμάς έχει τον φύλακα και σκεπαστή μας. Μπορεί το εκκοσμικευμένο πνεύμα να έχει διαγράψει αγγέλους και δαίμονες από την ζωή, να τα θεωρεί όλα αφηρημένες εκφράσεις καλού και κακού, ωστόσο η πνευματική μας παράδοση ζητά από τον καθέναν μας να προσεύχεται στον εφεστώτα της αθλίας μας ψυχής  και της ταλαιπώρου καρδίας μας να μην μας εγκαταλείψει μόνους στα κύματα των λογισμών και των πειρασμών, ένδοθεν και έξωθεν. Και συχνά οι πειρασμοί έχουν να κάνουν με τους άλλους ανθρώπους. Αυτούς που νομίζουν ότι είναι οι εξουσιαστές του κόσμου, αλλά και αυτούς που θέλουν τα πάντα να είναι το «εγώ», προκαλώντας μας σε έναν τέτοιον τρόπο ζωής, δίχα Θεού.

          Η εορτή των Παμμεγίστων   Ταξιαρχών, στην σιωπή του σπιτιού και της γωνιάς μας, ας μας βοηθήσει να αφυπνιστούμε. «Κρατήσατε της αθλίας και παρειμένης χειρός» μας, οδηγήστε μας εις οδόν σωτηρίας, και δώστε μας την δυνατότητα να αναφωνήσουμε εκ της καρδίας μας το «Πρόσχωμεν», για να αναδειχθούμε κι εμείς άξιοι δούλοι της αγαθότητος του Θεού! Αμήν!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 8 Νοεμβρίου 2020

Των Παμμεγίστων Ταξιαρχών

Κυριακή Ζʼ Λουκά: Η δύναμη του Θεού και η πίστη του ανθρώπου (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 


(Λουκ. η’ 41-56)

Όταν οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν σ’ ένα βράχο, τον κάνουν να λάμπει. Όταν η φλόγα αγγίξει ένα άκαφτο κερί, το ανάβει. Όταν ο μαγνήτης αγγίξει ένα μεταλλικό αντικείμενο, το μαγνητίζει. Όταν το ηλεκτροφόρο καλώδιο αγγίξει ένα συνηθισμένο σύρμα, και τα δυο τους ηλεκτρίζονται.

Όλες αυτές οι φυσικές ενέργειες δεν είναι παρά εικόνες ή πνευματικά φαινόμενα. Όλα όσα συμβαίνουν στον εξωτερικό κόσμο, είναι απλά η εικόνα όσων γίνονται στον εσωτερικό. Ολόκληρη η εφήμερη φύση είναι σαν ένα όνειρο, σε σχέση με την εσωτερική πραγματικότητα, σαν ένα παραμύθι, όταν μιλάμε με όρους αιώνιας ζωής.

Η ψυχή είναι η πραγματικότητα του σώματος. Ο Θεός είναι η πραγματικότητα της ψυχής. Όταν ο Θεός αγγίζει την ψυχή, την ζωοποιεί, της μεταδίδει την δράση. Όταν η ψυχή αγγίζει το σώμα, κάνει το ίδιο. Το σώμα λαβαίνει φως, ζεσταίνεται, δέχεται μαγνητισμό και ηλεκτρισμό, δράση, ακοή και κίνηση από την ψυχή. Όταν η ψυχή αναχωρεί από το σώμα, όλ’ αυτά χάνονται, εξαφανίζονται. Η ψυχή δέχεται από το Θεό έναν ειδικό φωτισμό, θέρμη, μαγνητισμό και ηλεκτρισμό, δράση, ακοή και κίνηση. Κι όλ’ αυτά χάνονται όταν η ψυχή χωρίζεται από το Θεό.

Υπάρχει άνθρωπος σ’ ολόκληρο τον κόσμο που όταν αγγίζει μια νεκρή ψυχή την επαναφέρει στη ζωή, της μεταδίδει φως και θερμότητα, μαγνητισμό και ηλεκτρισμό από την πηγή της ζωής; Υπάρχει κάποιος σ’ ολόκληρο τον κόσμο, από την αρχή της ιστορίας του ανθρώπου, που όταν άγγιξε ένα νεκρό σώμα το έκανε να σηκωθεί, να μιλήσει και να περπατήσει; Σίγουρα πρέπει νά ‘χει υπάρξει. Διαφορετικά ο ήλιος κι η γη, ο χειμώνας κι η άνοιξη, ο μαγνήτης κι ο ηλεκτρισμός κι όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο, θα ήταν η φαντασία κάποιου που δεν υπάρχει, η σκιά κάποιου ανύπαρκτου όντος, ένα όνειρο, μακριά από την πραγματικότητα. Πρέπει να έχει υπάρξει. Διαφορετικά ο Κύριος Ιησούς Χριστός δε θα είχε εμφανιστεί στη γη. Εμφανίστηκε για να παρουσιάσει στους ανθρώπους την πραγματικότητα· πως η φύση ολόκληρη, με όλα όσα συμβαίνουν μέσα της, δεν είναι παρά μια εικόνα, ένα όνειρο, ένα παραμύθι. Ο Κύριος ήρθε για να φανερώσει την αλήθεια όσων φανερώνουν ο ήλιος κι η γη, ο χειμώνας κι η άνοιξη, ο μαγνητισμός κι ο ηλεκτρισμός, η φύση ολόκληρη. Η φύση που δημιουργήθηκε και τοποθετήθηκε μπροστά στον άνθρωπο από το Θεό σαν ένα ανοιχτό βιβλίο, που όμως αυτός δεν μπόρεσε ακόμα να το διαβάσει σωστά.

Ο Χριστός είναι η πύρινη στήλη στην ιστορία του κόσμου. Από Εκείνον οι νεκρές ψυχές παίρνουν ζωή και θερμότητα, κίνηση και ομορφιά. Είναι το Δέντρο της Ζωής, που όταν αγγίζει τα νεκρά σώματα τους μεταδίδει ζωή, τ’ ανασταίνει, τους δίνει κίνηση και λόγο. Είναι το αγνό και ευωδιαστό θεραπευτικό βάλσαμο, που όταν το αγγίζουν οι τυφλοί ξαναβρίσκουν το φως, οι κουφοί την ακοή τους, οι παράλυτοι την κίνηση, οι άλαλοι τη λαλιά τους, οι παράφρονες τη λογική τους, οι λεπροί καθαρίζονται, κάθε αρρώστια θεραπεύεται.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο μας δίνει ένα ακόμα παράδειγμα, για να καταλάβουμε πως όταν κάποιος έρχεται σ’ επαφή με το Χριστό, αν είναι άρρωστος θεραπεύεται κι αν είναι νεκρός ανασταίνεται.

Εκείνον τον καιρό λοιπόν, «ιδού ήλθεν ανήρ ω όνομα Ιάειρος, και αυτός άρχων της συναγωγής υπήρχε· και πεσών παρά τους πόδας του Ιησού παρεκάλει αυτόν εισελθείν εις τον οίκον αυτού· ότι θυγάτηρ μονογενής ην αυτώ ως ετών δώδεκα, και αύτη απέθνησκεν» (Λουκ. η’ 41, 42). Για ποιόν καιρό μας μιλάει εδώ ο ευαγγελιστής; Πότε έγιναν αυτά; Τότε που ο Κύριος διέσχισε τη λίμνη και γύρισε με το πλοίο από τη χώρα των Γαδαρηνών, τότε που θεράπευσε τους δυο δαιμονισμένους και νωρίτερα είχε γαληνέψει την καταιγίδα στη λίμνη. Αφού είχε κάνει τα δυο μεγάλα αυτά θαύματα, τον καλούν τώρα να κάνει ένα τρίτο. Ν’ αναστήσει ένα νεκρό. Κι όλ’ αυτά μέσα σε πολύ περιορισμένο χρόνο, λες και βιαζόταν να κάνει όσα περισσότερα καλά μπορούσε στους ανθρώπους, όσο ζούσε στη γη, και να μας δώσει έτσι παράδειγμα πως πρέπει να βιαζόμαστε να κάνουμε το καλό, πως πρέπει να περπατάμε όσο έχουμε το φως (πρβλ. Ιωάν. ιβ’ 35).

Αν και τα τρία αυτά θαύματα δε φαίνονται να μοιάζουν μεταξύ τους, όλα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Όλα αποκαλύπτουν την κυριαρχική δύναμη του Χριστού – την κυριαρχία Του στη φύση, στους δαίμονες και στο θάνατο, στις ψυχές των ανθρώπων. Είναι δύσκολο να πει κανείς ποιο από τα τρία αυτά θαύματα είναι πιο φοβερό και πιο συγκλονιστικό. Τί είναι πιο δύσκολο: να τιθασεύσεις την καταιγίδα σε θάλασσα και αέρα, να θεραπεύσεις τους ανίατα δαιμονισμένους ή ν’ αναστήσεις νεκρό; για ένα θνητό άνθρωπο και τα τρία αυτά είναι εξίσου δύσκολα. Για το Χριστό όμως είναι και τα τρία εξίσου εύκολα. Όταν ο άνθρωπος εμβαθύνει στο καθένα από τα τρία θαύματα, η ψυχή του τρέμει, γιατί βλέπει τη μεγαλοσύνη και την παντοδυναμία της πνοής, που εν αρχή, δημιούργησε τον κόσμο. «Και είπεν ο Θεός…και εγένετο ούτως» (Γεν. α’ 11).

Ο Ματθαίος ονομάζει άρχοντα τον Ιάειρο. Τι είδους άρχοντας ήταν το εξηγούν ο Μάρκος κι ο Λουκάς: Ήταν άρχοντας της συναγωγής, όπου ρυθμίζονται τα θρησκευτικά και εθνικά θέματα. Το μονάκριβο παιδί του βρισκόταν στο νεκροκράβατο. Αυτό ήταν κάτι τρομερό γι’ αυτόν που, όπως κι οι άλλοι Ιουδαίοι, είχαν μια αμυδρή κι ακαθόριστη πίστη στη μετά θάνατον ζωή. Για έναν άνθρωπο της εξουσίας αυτό ήταν διπλό χτύπημα: πρώτο ήταν η θλίψη του ως γονιού και δεύτερο το αίσθημα ντροπής και ταπείνωσης μπροστά στους ανθρώπους, καθώς τέτοια φοβερή απώλεια φαινόταν σαν τιμωρία του Θεού. Στην απόγνωσή του ήρθε στο Χριστό «και πεσών προσεκύνει αυτώ λέγων ότι η θυγάτηρ μου άρτι ετελεύτησεν· αλλ’ ελθών επίθες την χείρα σου επ’ αυτήν και ζήσεται» (Ματθ. θ’ 18).

Γιατί γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς πως η κόρη του άρχοντα «απέθνησκεν», ενώ ο Ματθαίος γράφει πως «άρτι ετελεύτησεν»; Ο Λουκάς περιγράφει το περιστατικό όπως έγινε, ενώ ο Ματθαίος μεταφέρει τα λόγια του ίδιου του ικέτη. Δε συνηθίζουν οι άνθρωποι να υπερβάλουν τη δυστυχία τους; Η υπερβολή προέρχεται πρώτα από το γεγονός ότι όταν η δυστυχία έρχεται ξαφνικά, αναπάντεχα, φαίνεται πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Δεύτερο, επειδή εκείνος που ζητάει βοήθεια, γενικά παρουσιάζει το πρόβλη­μά του μεγαλύτερο απ’ ό,τι είναι πραγματικά, ώστε να λάβει τη βοήθεια όσο γίνεται πιο γρήγορα. Όταν καίγεται ένα σπίτι, δεν ακούμε συχνά: «Τρέξτε, βοηθήστε, το σπίτι μου κατακάηκε»; Το σπίτι βέβαια δεν έχει κατακαεί, καίγεται. Το ότι το κορίτσι δεν είχε πεθάνει ακόμα τη στιγμή που ο πατέρας του μιλούσε στον Κύριο, θα τ’ ακούσουμε λίγο αργότερα από τους υπηρέτες του Ιάειρου.

Μ’ όλο που ο Ιάειρος αυτός είχε κάποια πίστη στο Χριστό, αυτή δε θα μπορούσε να συγκριθεί με κείνην του ρωμαίου εκατόνταρχου στην Καπερ­ναούμ. Ο τελευταίος ζητούσε από το Χριστό να μην πάει στο σπίτι του, επειδή ήταν αμαρτωλός, αρκούσε να πει ένα λόγο: «μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8). Ο Ιάειρος κάλεσε τον Κύριο στο σπίτι του, για ν’ ακουμπήσει το χέρι Του στη νεκρή θυγατέρα του. Η πίστη του είχε και κάτι υλικό μέσα της. Επίθες την χείρα σου επ’ αυτήν! Ο Ιάειρος ζήτησε από τον Κύριο ένα χειροπιαστό τρόπο θεραπείας. Λες κι ο λόγος του Χριστού είχε λιγότερη δύναμη από το χέρι Του! Λες κι η φωνή που γαλήνευε τα κύματα και την καταιγίδα, που έβγαζε τα δαιμόνια από τους δαιμονισμένους κι αργότερα ανάστησε το Λάζαρο, τέσσερις μέρες μετά το θάνατο και την ταφή του, δεν μπορούσε ν’ αναστήσει την κόρη του Ιαείρου! Ο Κύριος ήταν πολύ φιλεύσπλαχνος. Δε θ’ αρνιόταν τη βοήθειά Του προς το θλιμμένο πατέρα επειδή η πίστη του δεν ήταν τέλεια. Έτσι ξεκίνησε αμέσως για να βοηθήσει.

Στο δρόμο προς το σπίτι του Ιάειρου έγινε κι ένα θαύμα σε μια γυναίκα που είχε πολύ μεγαλύτερη πίστη από τον Ιάειρο. Κι αυτό βοήθησε τον Ιάειρο, τον έπεισε πως ολόκληρος ο Χριστός έχει θαυματουργική δύναμη, όχι μόνο τα χέρια Του. Μ’ οποιοδήποτε τρόπο κι αν έρθει κανείς σ’ επαφή με τον παντοδύναμο Χριστό, θεραπεύεται. Αυτό είναι πηγή θάρρους σ’ αυτούς που δεν μπορούν να πλησιάσουν το Χριστό με τον ένα τρόπο, μπορούν όμως με κάποιον άλλο. Ο Κύριος άπλωσε τα χέρια Του στο σταυρό για ν’ αγκαλιάσει όλους εκείνους που προστρέχουν κοντά Του, από όποια πλευρά κι αν έρχονται.

Προσέξτε τώρα τι έγινε όταν ο Χριστός πορεύτηκε μαζί με το πλήθος προς το σπίτι του Ιάειρου.

«Εν δε τω υπάγειν αυτόν οι όχλοι συνέπνιγον αυτόν, και γυνή ούσα εν ρύσει αίματος από ετών δώδεκα, ήτις προσαναλώσασα όλον τον βίον ουκ ίσχυσεν υπ’ ουδενός θεραπευθήναι, προσελθούσα όπισθεν ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού, και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής» (Λουκ. η’ 42-44). Από τη στιγμή που ο Χριστός πάτησε το πόδι Του στη στεριά, ερχόμενος από τα Γάδαρα, συνοδευόταν από ένα αμέτρητο πλήθος ανθρώπων. «Συνήχθη όχλος πολύς επ’ αυτόν», γράφει ο ευαγγελιστής Μάρκος (ε’ 21). Όλοι ήθελαν να βρεθούν κοντά Του, ν’ ακούσουν τα σπάνια λόγια Του και να δουν τα θαυμαστά έργα Του. Μερικοί τον ακολουθούσαν από πείνα και δίψα πνευματική κι άλλοι από περιέργεια. Μέσα στο πλήθος βρισκόταν κι η άρρωστη γυναίκα, άρρωστη από μια ακάθαρτη αρρώστια. Η ρύση αίματος σε μια γυναίκα, ακόμα κι όταν είναι φυσιολογική, είναι ένα δύσκολο και ταπεινωτικό πράγμα. Μια διαρκής ρύση αίματος όμως, που διαρκεί δώδεκα ολόκληρα χρόνια, ήταν σαν μια ζωντανή κόλαση βασάνων, ντροπής κι ακαθαρσίας. Η γυναίκα αυτή είχε αναζητήσει θεραπεία κι είχε δαπανήσει όλα όσα είχε σε γιατρούς και φάρμακα. Τίποτα όμως δε βοήθησε, κανένας γιατρός δεν μπορούσε να την γιατρέψει. Φανταστείτε το καθημερινό πλύσιμό της, το κα­θάρισμά της, τη στενοχώρια και την ντροπή της. Έμοιαζε σα να τη δημιούργησε ο Θεός γι’ αυτό μόνο το λόγο: για να τρέχει το αίμα της και κείνη να περνά τις μέρες της στη γη σε μια προσπάθεια να σταματήσει τη ρύση, που δε σταματούσε, μ’ έναν πόνο που δε γιατρευόταν και με μια ντροπή ανέκφραστη. Έτσι πιστεύουμε πως γίνεται με κάθε χρόνια ασθένεια. Ο Θεός όμως είχε προβλέψει γι’ αυτήν, όπως προβλέπει και για κάθε πλάσμα Του. Η αρρώστια της συντέλεσε στην ψυχική της σωτηρία και στη δόξα του Θεού.

«Εάν μόνον άψωμαι του ιματίου αυτόν, σωθήσομαι» (Ματθ. θ’ 21), είπε μέσα της και πίεζε το πλήθος για να βρεθεί κοντά στο Χριστό. Τόσο μεγάλη ήταν η πίστη της γυναίκας αυτής. Νωρίτερα είχε στηρίξει την πίστη της στους γιατρούς που είχε επισκεφτεί. Η πίστη της αυτή όμως αποδείχτηκε άκαρπη. Από μόνη της η πίστη δεν είναι αρκετή, αν αυτός που πιστεύεις δεν έχει τη δύναμη να βοηθήσει. Γι’ αυτό ας σιωπήσουν όλοι εκείνοι που ισχυρίζονται (είτε από άγνοια είτε από έλλειψη πίστης) πως τα θαύματα του ευαγγελίου έγιναν από υποβολή ή αυθυποβολή. Η ταπεινή και βασανισμένη αυτή γυναίκα δεν είχε ούτε την τόλμη ούτε την ελπίδα να παρουσιαστεί μπροστά στο Χριστό, να του εξηγήσει το πρόβλημά της και να ζητήσει βοήθεια. Πώς θα μπορούσε να το κάνει αυτό μπροστά σ’ ένα τεράστιο πλήθος, όταν μάλιστα ντρεπόταν για την κατάστασή της; Η φύση της «ακάθαρτης» αρρώστιας της ήταν τέτοια, ώστε αν την είχε δημοσιοποιήσει, θα εισέπραττε τη δημόσια αποστροφή, την κατακραυγή και την καταδίκη. Γι’ αυτό και προσέγγισε τον Κύριο κρυφά, από πίσω, και άγγιξε το ιμάτιό Του.

Και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής. Πώς κατάλαβε πως έπαψε η ρύση του αίματος; «Έγνω τω σώματι ότι ιάται από της μάστιγος», γράφει ο ευαγγελιστής Μάρκος (ε’ 29). Όπως ένα ζωντανό σκουλήκι που σπαρταρά ακατάπαυστα γύρω από μια διαπυημένη πληγή, έτσι θα έπρεπε να νιώθει κι η δύστυχη αυτή γυναίκα την ασταμάτητη ρύση του αίματος. Όταν όμως άγγιξε το ιμάτιο του Χριστού, ένιωσε πως η αιμορραγία σταμάτησε. Δεν ένιωθε την αιμορραγία μέσα της, όπως δεν τη νιώθει και κάθε υγιής άνθρωπος. Μέσα της μπήκε η υγεία, όπως ο μαγνητισμός σ’ ένα μαγνήτη ή το φως σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο.

Δεν ήταν αυτό το μοναδικό περιστατικό ανθρώπου που γιατρεύτηκε μόνο με το άγγιγμα των ιματίων του Χριστού. Σε άλλο σημείο των ευαγγελίων διαβάζουμε πως πολλοί ήθελαν απλά ν’ αγγίξουν το κράσπεδο των ιματίων Του «και όσοι ήψαντο διεσώθησαν» (Ματθ. ιδ’ 36).

Πόσα τέτοια ανήκουστα θαύματα έκανε ο Κύριος Ιησούς στους ανθρώπους, που έμειναν ακα­ταχώρητα! Κι αυτό όχι μόνο στα τριάντα χρόνια που ήρθε για να κηρύξει το σωστικό Του ευαγγέλιο στους ανθρώπους, αλλ’ από την ίδια μέρα και ώρα της σύλληψής Του στην πάναγνη κοιλιά της Μητέρας Του. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Τα θαύματά Του είναι περισσότερα από τις σταγόνες της βροχής».

Πόσο άλλαξε μυστηριωδώς όλη η κτίση με την κατά σάρκα παρουσία Του στη γη! Πόσα θαύματα γίνονται και σήμερα στους πιστούς που συμμετέχουν στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας! Είναι αμέτρητα κι ακατανόητα. Η αιμορροούσα γυναίκα δεν άγγιξε το σώμα Του, αλλά το ιμάτιό Του μόνο. Κι αμέσως θεραπεύτηκε η μακρόχρονη πάθησή της, που για χρόνια πολλά προσπαθούσαν οι γιατροί να γιατρέψουν χωρίς αποτέλεσμα. Όλα όσα είχε τα σκόρπισε σε γιατρούς και σε φάρμακα, για να βρει τη θεραπεία της. Να όμως που μπροστά της βρέθηκε ο Κύριος, ο γιατρός που δεν αποβλέπει σε χρήματα, που δεν της ζητάει τίποτα, αλλά της δίνει όλα όσα εκείνη επιθυμούσε. Κι αυτό χωρίς καμιά προσπάθεια, μόχθο ή καθυστέρηση. Αυτή είναι η πληρότητα και τελειότητα κάθε άνωθεν δωρεάς, που έρχεται «από του πατρός των φώτων» (Ιακ. α’ 17).

«Και είπεν ο Ιησούς· τίς ο αψάμενός μου; αρνουμένων δε πάντων είπεν ο Πέτρος και οι συν αυτώ· επιστάτα, οι όχλοι συνέχουσί σε και αποθλίβουσι, και λέγεις τίς ο αψάμενός μου; ο δε Ιησούς είπεν ήψατό μου τις· εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ’ εμού» (Λουκ. η’ 45,46). Γιατί ρώτησε ο Κύριος, αφού γνώριζε ποια ήταν αυτή που τον άγγιξε, αλλά και πως δεν μπορούσαν να του απαντήσουν εκείνοι τους οποίους ρώτησε, αφού δεν ήξεραν; Για να φανερώσει την πίστη της γυναίκας που θεραπεύτηκε, να την επιβεβαιώσει μια και καλή τόσο στην ίδια όσο και στους άλλους, αλλά και για ν’ αποκαλύψει τη θεϊκή δύναμή Του σε κείνους που ήταν μπροστά, καθώς και σ’ εμάς.

Ο άνθρωπος πρέπει να δέχεται κάθε θεϊκό δώρο με ευχαριστία κι ευγνωμοσύνη. Ο Κύριος θέλησε να δώσει έμφαση στην πίστη της γυναίκας, για να μας διδάξει πως η πίστη είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να δώσει ο Θεός κάθε καλό στους ανθρώπους. Είναι αλήθεια πως με το αμέτρητο έλεός Του ο Θεός, συχνά κάνει το καλό στους ανθρώπους χωρίς προαπαιτούμενο την πίστη τους. Όταν όμως ζητάει την πίστη των ανθρώπων, δίνει έμφαση στην οντότητά τους, ως ελευθέρων και λογικών πλασμάτων. Πώς μπορεί να είναι ελεύθερος και λογικός ο άνθρωπος αν, από την πλευρά του, δεν είναι έτοιμος να δεχτεί τη σωτηρία του; Ο Θεός ζητάει από τους ανθρώπους το ελάχιστο που μπορεί να ζητήσει: πίστη στο ζωντανό Θεό, στην αγάπη Του, στη διαρκή ετοιμότητά Του να δώσει και να κάνει στους ανθρώπους όλα όσα συντελούν στο καλό του.

Με τη διακήρυξη της πίστης της γυναίκας αυτής όμως, ο Κύριος ήθελε να ενισχύσει και την πίστη του Ιάειρου. Να του δείξει πως δεν ήταν απαραίτητο ν’ απαιτήσει από τον Κύριο να πάει στο σπίτι του για ν’ αγγίξει με το χέρι Του το νεκρό κορίτσι. Έχει τη δύναμη να θεραπεύσει με πολλούς τρόπους κι όχι μόνο με την επίθεση των χεριών. Μπορεί να θεραπεύσει με τα ρούχα Του όπως και με τα χέρια Του, από απόσταση σα να βρίσκεται κοντά, από το δρόμο όπως και μέσα στο σπίτι.

Ο Κύριος θέλει να γνωρίσουν οι άνθρωποι τη θεϊκή Του δύναμη, δεν επιδιώκει τον έπαινό τους. Οι έπαινοι των ανθρώπων για τον Κύριο ήταν εντελώς μάταιοι, ένα τίποτα. Ήθελε όμως να γνωρίσουν την αλήθεια οι άνθρωποι, να κάνουν χρήση της αλήθειας. Κι η αλήθεια είναι πως κάθε αγαθό που δέχονται οι άνθρωποι, έρχεται απευθείας από το Θεό. Το ιμάτιο του Χριστού δε θεράπευσε την αιμορροούσα γυναίκα χωρίς τη γνώση του Χριστού, χωρίς την άμεση δύναμη που πήγαζε απ’ Αυτόν. Είναι η ίδια ζωντανή δύναμη του Θεού που θαυματουργεί στον πιστό από τα λείψανα των αγίων και τις εικόνες. Η χριστιανική πίστη δεν έχει τίποτα μαγικό. Κανένα δημιούργημα δεν μπορεί με μόνη τη δύναμή του να κάνει οποιοδήποτε καλό στους ανθρώπους. Δε γίνεται να μη γνωρίζει ο Θεός τη θεϊκή δύναμη που πηγάζει από τον ίδιο.

Αυτό γίνεται με όλα τα εγκόσμια μέσα θεραπείας, αυτό γίνεται και με τα μεταλλικά νερά. Ο Θεός δεν απέχει από τα γιατρικά και τα μεταλλικά νερά περισσότερο, απ’ όσο απέχει ο Χριστός από τα ιμάτιά Του. Όποιος χρησιμοποιεί φάρμακα και μεταλλικά νερά με τέτοια πίστη και τέτοια συστολή, φόβο και σεβασμό, που είχε κι η γυναίκα αυτή όταν άγγιζε τα ρούχα του Χριστού, θα θεραπευτεί. Όποιος όμως χρησιμοποιεί φάρμακα και μεταλλικά νερά χωρίς Θεό, ή ακόμα περισσότερο αντίθετα στο Θεό, σπάνια θεραπεύεται. Αν κάποιος απ’ αυτούς θεραπεύεται, δέχεται τη θεραπεία του από την άπειρη ευσπλαχνία του Θεού, ώστε να γνωρίσει και να ομολογήσει κάποια στιγμή την ευσπλαχνία του Θεού και να τον δοξάσει. Ο Χριστός θεράπευσε τον δαιμονισμένο στα Γάδαρα χωρίς εκείνος να διαθέτει την πίστη αυτή, χωρίς να την ομολογεί. Για να γίνει γνωστό για ποιο λόγο τον θεράπευσε όμως, του είπε: «ύπαγε εις τον οίκόν σου προς τους σους και ανάγγειλον αυτοίς όσα σοι ο Κύριος πεποίηκε και ηλέησέ σε» (Μάρκ. ε 19).

Πολλοί από το πλήθος που ακολουθούσε το Χριστό τον άγγιζαν, δεν έλαβαν όμως τη θεραπεία που δέχτηκε η αιμορροούσα γυναίκα, γιατί αυτή τον άγγιξε με πίστη και φόβο. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα σε πολλούς που προσκυνούν χωρίς πίστη και φόβο τις εικόνες, τα λείψανα των αγίων, τον Τίμιο Σταυρό και το Ευαγγέλιο, όπως γινόταν και με το μεγάλο πλήθος με τα περίεργα μυαλά και τις παγωμένες καρδιές που άγγιζαν το Χριστό. Με τους αληθινούς πιστούς όμως γίνεται αυτό που έγινε με την αιμορροούσα γυναίκα, που θεραπεύτηκε. Όποιος έχει μάτια, ας δει. Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει!

«Ιδούσα δε η γυνή ότι ουκ έλαθε, τρέμουσα ήλθε και προσπεσούσα αυτώ δι’ ην αιτίαν ήψατο αυτού απήγγειλεν αυτώ ενώπιον παντός του λαού, και ως ιάθη παραχρήμα. ο δε είπεν αυτή· θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. η’ 47,48). Η γυναίκα ένιωσε από τη φωνή και τα λόγια του Χριστού, πως Εκείνος γνώριζε το μυστικό της, πως η ίδια δε θα μπορούσε να του το κρύψει. Έτρεμε από φόβο και στάθηκε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ Εκείνον που γνωρίζει τις πιο καλοκρυμμένες πράξεις των ανθρώπων, τα πιο μύχια μυστικά που κρύβουν στην καρδιά τους. Είχε νιώσει τη δύναμη του Χριστού, τη θαυματουργική θεραπευτική δύναμή Του, γι’ αυτό κι έτρεμε από φόβο μπροστά Του. Τώρα όμως που άκουσε πως ο Κύριος Ιησούς γνώριζε το βαθύ μυστικό της, ο φόβος μπροστά στον παντογνώστη διπλασιάστηκε. Μαζί με την παντοδυναμία του Κυρίου Ιησού, της φανερώθηκε κι η πανσοφία Του. Προχώρησε μπροστά και τα ομολόγησε όλα. Η ντροπή της μεταβλήθηκε σε φόβο. Η ντροπή για την αρρώστια της εξαφανίστηκε, αφού θεραπεύτηκε. Στη θέση της ντροπής ήρθε τώρα ο φόβος μπροστά στην παντοδυναμία και την πανσοφία Του.

Την είδε έτσι φοβισμένη ο στοργικός Κύριος και την παρηγόρησε με τα πατρικά Του λόγια: θάρσει, θύγατερ! Υπάρχει πιο γλυκιά παρηγοριά στον κόσμο, από το ν’ ακούσει κανείς τα λόγια αυτά από τον αθάνατο Βασιλιά και Κύριο; Της δίνει θάρρος, την ονομάζει «θυγατέρα» Του. Δεν υπάρχει πραγματικό και διαρκές θάρρος, έξω απ’ αυτό που δίνει ο Θεός. Ο άνθρωπος δε γνωρίζει τίποτα από αφοβία, αν δε γνωρίζει τίποτα από Θεό. Δε γνωρίζει τίποτα από παρηγοριά και συμπάθεια, ωσότου γνωρίσει κι ομολογήσει το Θεό ως Πατέρα του και τον ίδιο ως παιδί του Θεού. Κανένας δεν μπορεί ν’ ακούσει τα λόγια αυτά μέσα του, ωσότου ανακαινιστεί κι αναγεννηθεί πνευματικά. Η γυναίκα αυτή έδειξε πως αναγεννήθηκε σωματικά και πνευματικά. Σωματικά, επειδή το μισοπεθαμένο σώμα της γιατρεύτηκε, αναζωογονήθηκε. Πνευματικά, επειδή γνώρισε κι ένιωσε την παντοδυναμία και πανσοφία του Κυρίου Ιησού.

Η πίστις σου σέσωκέ σε. Αυτά είναι λόγια διδαχής, αλλά και θάρρους. Αν ο Κύριος Ιησούς δεν είχε φανερώσει την ταπείνωσή Του με το να νηστέψει και να πλύνει τα πόδια των μαθητών Του· αν τη δύναμή Του δεν την είχε αποδώσει στον Ουράνιο Πατέρα Του, κι αν τη δόξα Του δεν την είχε μοιραστεί με ανθρώπους, αποδίδοντας τα δικά Του σ’ εκείνους, τότε σίγουρα η γη θα έτρεμε συνέχεια σε κάθε βηματισμό Του· σε κάθε λόγο Του ο κόσμος ολόκληρος θα φλεγόταν. Ποιός θα τολμούσε να τον κοιτάξει κατάματα; Ποιός θα μπορούσε να καθήσει δίπλα Του και να τον αγγίξει; Ποιός θα μπορούσε ν’ ακούσει το λόγο Του και να μη διαλυθεί, να εξαφανιστεί; Ο Κύριος ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα για να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους ως αδελφός με αδελφό. Αυτός είναι ο λόγος που ταπεινώθηκε τόσο πολύ. Γι’ αυτό έδινε κουράγιο στους ανθρώπους σε κάθε τους βήμα. Γι’ αυτό κι απέδιδε όλα τα έργα Του στην πίστη τους.

Την ώρα που ο Κύριος τέλειωνε με την αιμορροούσα γυναίκα, η κατάσταση του Ιάειρου είχε χειροτερέψει.

«Έτι αυτού λαλούντος έρχεται τις παρά του αρχισυναγώγου λέγων αυτώ ότι τέθνηκεν η θυγάτηρ σου· μη σκύλλε τον διδάσκαλον. ο δε Ιησούς ακούσας απεκρίθη αυτώ λέγων· μη φοβού· μόνον πίστευε, και σωθήσεται» (Λουκ. η’ 49, 50). Γίνεται φανερό από τα λόγια αυτά πως η κόρη του Ιάειρου δεν είχε πεθάνει όταν εκείνος κάλεσε το Χριστό στο σπίτι του. Βρισκόταν στη νεκρική κλίνη της, έπνεε «τα λοίσθια», γι’ αυτό και θα μπορούσαν να την ονομάσουν νεκρή.

Μη σκύλλε τον διδάσκαλον. Ο Χριστός ήταν γνωστός ως Διδάσκαλος. Τον ονόμαζαν έτσι εκείνοι που δεν ένιωθαν την απεριόριστη δύναμή Του. Προσέξτε όμως πόσο πράος και σπλαχνικός ήταν ο Κύριος! Προτού ο άρχοντας Ιάειρος ξεσπάσει σε δάκρυα κι εκφράσει τον πατρικό του πόνο, Εκείνος τον στήριξε με λόγια παρηγορητικά κι ενθαρρυντικά: Μη φοβού! Αυτό βέβαια δεν αλλάζει, με τίποτα την κατάσταση. Μισοπεθαμένο ή πεθαμένο το κορίτσι, δεν έχει διαφορά. Τίποτα δεν μπορούσε να πάρει από τη δύναμη του Θεού. Το μόνο που απέμενε στο δύστυχο πατέρα ήταν ν’ ακολουθήσει αυτά που του έλεγε ο Κύριος, το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν το μόνον πίστευε! Είδες πριν, από την αιμορροούσα γυναίκα, τι μπορεί να κάνει ο Θεός. Εκείνος που με μια μόνο σκέψη μπορούσε να θεραπεύσει την αιμορραγία της, που την ταλαιπωρούσε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, μπορεί να ενώσει ξανά την ψυχή με το σώμα της κόρης σου. Εσύ να πιστεύεις μόνο και σωθήσεται!

«Ελθών δε εις την οικίαν ουκ αφήκεν εισελθείν ουδένα ει μη Πέτρον και Ιωάννην και Ιάκωβον και τον πατέρα της παιδός και την μητέρα» (Λουκ. η’ 51). Πέντε μάρτυρες είναι αρκετοί. Δύο μάρτυρες δε φτάνουν στα εγκόσμια δικαστήρια, σύμφωνα με το νόμο; Πήρε μαζί Του τρεις μαθητές Του, εκείνους που αργότερα θα μαρτυρούσαν την ένδοξη Μεταμόρφωσή Του στο Θαβώρ και την προσευχή της αγωνίας Του στον κήπο της Γεθσημανή. Πήρε εκείνους που τότε ήταν πιο ώριμοι πνευματικά από τους άλλους εννιά, που θα μπορούσαν να κατανοήσουν το βαθύτερο μυστήριο της δύναμης και της ύπαρξής Του. Οι τρεις αυτοί μαθητές θα έβλεπαν την πρώτη ανάσταση νεκρού που θα κατόρθωνε με τη δύναμή Του ο Κύριος και στη συνέχεια θα το διηγούνταν στους συντρόφους τους, διδάσκοντάς τους έτσι νά ‘χουν και κείνοι πίστη. Αργότερα που ο Κύριος θ’ ανάσταινε το γιό της χήρας στη Ναΐν και το Λάζαρο, θα παρευρίσκονταν όλοι οι μαθητές. Είναι προφανές γιατί πήρε και τους γονείς του κοριτσιού μαζί Του. Η νεκρή κόρη τους θα βοηθούσε στην ανάσταση των ψυχών τους. Ποιός θά ‘χε το δικαίωμα να βοηθηθεί από την κόρη, περισσότερο από τους γονείς της;

Μπήκε στο σπίτι ο Κύριος κι η σκέψη Του ήταν σε κείνους που έκλαιγαν και θρηνούσαν το νεκρό κορίτσι. «Έκλαιον δε πάντες και εκόπτοντο αυτήν, ο δε είπε· μη κλαίετε· ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει· και κατεγέλων αυτού, ειδότες ότι απέθανεν» (Λουκ. η’ 52, 53). Ο Ματθαίος κι ο Μάρκος δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη σκηνή αυτή. Γράφουν πως είχαν κληθεί από τη γειτονιά μουσικοί και επαγγελματίες θρηνωδοί. Αυτό ήταν έθιμο στους πλούσιους Ιουδαίους, όπως και στους ειδωλολάτρες. Οι άνθρωποι αυτοί έκλαιγαν, θορυβούσαν και μοιρολογούσαν (βλ. Μάρκ. ε’ 38). Ο Ιάειρος ήταν από τους πιο σπουδαίους, αν όχι ο πιο σπουδαίος άνθρωπος του τόπου. Εκτός από τους μισθωμένους μουσικούς και θρηνωδούς, πρέπει να παρευρίσκονταν στο σπίτι του και πολλοί συγγενείς, φίλοι και γείτονες, που έκλαιγαν πραγματικά το κορίτσι που έφυγε πρόωρα.

Γιατί είπε στους ανθρώπους ο Κύριος, πως ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει; Ήξερε καλά πως είχε πεθάνει. Πρώτα, λοιπόν, το είπε για να επιβεβαιώσουν όλοι οι παριστάμενοι πως το κορίτσι ήταν πραγματικά πεθαμένο. Και δε θα μπορούσαν να το βεβαιώσουν καλύτερα αυτό, παρά με τον περιφρονητικό καγχασμό τους, επειδή ο Κύριος δεν ήξερε πως το κορίτσι ήταν νεκρό. Δεύτερο, για να φανερώσει πως μπροστά Του ο θάνατος είχε χάσει την οσμή και τη δύναμή του στους ανθρώπους, δεν ήταν παρά απλά ένα όνειρο. Ο θάνατος δεν είναι εκμηδένιση του ανθρώπου, όπως δεν είναι κι ο ύπνος. Θάνατος είναι το πέρασμα του ανθρώπου από τη ζωή αυτή στην άλλη. Και Κύριος τόσο αυτής της ζωής όσο και της άλλης είναι Ένας. Για τον άνθρωπο που είναι στηριγμένος στη σωματική ζωή, η αναχώρηση από αυτή σημαίνει αναχώρηση από τη ζωή γενικά. Όταν ένα αυτοκίνητο συντρίβεται στο δρόμο, μαζί του συντρίβονται κι οι επιβάτες, δε γίνεται αλλιώς, όπως σκέφτονται οι ανόητοι, οι αισθησιακοί άνθρωποι. Οι πνευματικοί άνθρωποι όμως βλέπουν πως όταν ένα αυτοκίνητο συντρίβεται, οι επιβάτες βγαίνουν από τα συντρίμμια, τ’ αφήνουν εκεί και συνεχίζουν το ταξίδι τους χωρίς τ’ αυτοκίνητο. Εκείνος που έφτιαξε τόσο το αυτοκίνητο όσο και τους επιβάτες δεν μπορεί να επισκευάσει το αυτοκίνητο και να πει στους επιβάτες να ξαναμπούν μέσα; Το ίδιο γίνεται με την ανάσταση των νεκρών: το αβοήθητο σώμα θεραπεύεται και η ψυχή ξαναγυρίζει μέσα του.

Ο Κύριος σε καμιά περίπτωση δε χρησιμοποίησε υπερβολή όταν παρομοίασε το θάνατο με ύπνο. Το απόδειξε αυτό με την ανάστασή Του, μετά από μαρτυρικό θάνατο και τρεις μέρες στον τάφο, με την ανάσταση πολλών νεκρών την ώρα του σταυρικού Του θανάτου, αλλά κι αργότερα, σ’ όλη τη διάρκεια της εκκλησιαστικής ιστορίας, όταν νεκροί ξαναγύρισαν στη ζωή με τις προσευχές αγίων και θεάρεστων ανθρώπων. Κι εδώ το φανέρωσε με την ανάσταση της κόρης του Ιάειρου.

Όταν λοιπόν ο Κύριος πήρε μαζί Του μια επαρκή ομάδα μαρτύρων, τί έκανε μετά; «Αυτός δε εκβαλών έξω πάντας και κρατήσας της χειρός αυτής εφώνησε λέγων· η παις, εγείρου» (Λουκ. η’ 54). Εκείνοι που είχαν γεμίσει πριν το δωμάτιο όπου κείτονταν η κόρη, είχαν πειστεί για το θάνατό της κι επομένως δε χρειάζονταν εκεί. Θ’ άκουγαν αργότερα για το θαύμα και θα την έβλεπαν ζωντανή. Τώρα ο Κύριος έπρεπε να στηρίξει τον άρχοντα του λαού και τους τρεις μαθητές Του στην πίστη τους. Σκοπός Του σε κάθε θαύμα ήταν να οδηγήσει τον άνθρωπο στην αποκάλυψη και στη χαρά, με τη σοφή πρόνοια που ήταν ολοφάνερη με κάθε λεπτομέρεια. Αρχικά τους έβγαλε όλους έξω κι έμειναν μέσα στο δωμάτιο οι επτά: πέντε ζωντανοί, μια νεκρή κι ο Ζωοδότης. Δεν είναι ένα μεγάλο μυστήριο αυτό, που φανερώνει την κρυμμένη ή μάλλον την αποκαλυμμένη ψυχή; Όταν η ψυχή του αμαρτωλού πεθαίνει, εκείνος συνεχίζει να ζει με τις πέντε αισθήσεις του μια ζωή σαρκική, άδεια, σε απόγνωση. Απλώνει τα χέρια του προς κάθε κατεύθυνση ζητώντας βοήθεια. Αυτοί είναι οι σημερινοί «υλιστές». Σκιές σωματικές χωρίς ψυχή. Απελπισμένα πλάσματα, που με τις αισθήσεις τους – τα μάτια, τ’ αυτιά τους κλπ. – προσκολλώνται στον κόσμο ώστε, έστω και πρόσκαιρα, ν’ αποφύγουν όσο μπορούν να κατέβουν στον τάφο, εκεί που βρίσκεται κιόλας η ψυχή τους. Όταν κάποιος απ’ αυτούς όμως, με την πρόνοια του Θεού, γνωρίσει το Χριστό, κράζει σ’ Εκείνον για βοήθεια. Ο Χριστός τότε προσεγγίζει τη νεκρή ψυχή και την ξαναφέρνει στη ζωή, προς κατάπληξη και θαυμασμό του επιπόλαιου κι αισθησιακού ανθρώπου. Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει τα ίδια ακριβώς λόγια που είπε ο Κύριος στην Αραμαϊκή, καθώς άγγιζε την κόρη με το χέρι Του: «Ταβιθά, κούμι!». Αυτό σημαίνει το ίδιο που λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς: η παις, εγείρου!

Τί έγινε με τη νεκρή κόρη αφού ο Κύριος είπε τα λόγια αυτά; «Και επέστρεφε το πνεύμα αυτής, και ανέστη παραχρήμα, και διέταξεν αυτή δοθήναι φαγείν» (Λουκ. η’ 55). Να λοιπόν που ο θάνατος μοιάζει με τον ύπνο! Και επέστρεφε το πνεύμα αυτής. Το πνεύμα της είχε αναχωρήσει από το σώμα, είχε πάει στον τόπο τον προορισμένο για τα πνεύματα των νεκρών. Με το άγγιγμα και τα λόγια Του ο Κύριος εδώ έκανε δύο θαύματα: Πρώτα θεράπευσε το σώμα και δεύτερο, έφερε από το βασίλειο των πνευμάτων το πνεύμα της και το έβαλε σ’ ένα υγιές σώμα. Αν δεν είχε θεραπεύσει το σώμα, τί καλό θα είχε προκύψει για την κόρη, αν ξαναγύριζε το πνεύμα της σ’ ένα άρρωστο κορμί; Θα είχε ξαναγυρίσει στη ζωή άρρωστη, για να πεθάνει ξανά. Τέτοια μισο-ανάσταση δε θά ‘ταν επαναφορά στη ζωή, αλλά στα βάσανα. Ο Κύριος δε δίνει μισά δώρα, αλλ’ ολόκληρα. Δε δίνει ατελή δώρα, αλλά τέλεια. Δεν έδωσε την όραση στο ένα μάτι του τυφλού, μα στα δύο. Δεν έδωσε στο ένα αυτί την ακοή του κωφού, αλλά και στα δύο. Δε θεράπευσε το ένα πόδι του παράλυτου, μα και τα δύο. Το ίδιο έκανε κι εδώ. Αποκατάστησε το πνεύμα σ’ ένα υγιές σώμα, όχι σε άρρωστο, ώστε ολόκληρος ο άνθρωπος νά ‘ναι υγιής.

Μετά ο Κύριος έδωσε εντολή να της δώσουν να φάει. Διέταξεν αυτή δοθήναι, φαγείν. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ξανά πως το κορίτσι δεν ξαναγύρισε απλά στη ζωή, αλλά απόλυτα υγιές. Ο ευαγγελιστής Μάρκος γράφει πως «και ευθέως ανέστη το κοράσιον και περιεπάτει» (ε’ 42). Θά ‘δινε έτσι τη μαρτυρία πως το κορίτσι ήταν εντελώς καλά σωματικά. Το ότι αναστήθηκε εντελώς καλά, έπρεπε να φανεί όσο πιο ξεκάθαρα γινόταν. Το κορίτσι σηκώθηκε, περπάτησε κι έφαγε. Ο Κύριος γνώριζε με τι άπιστο λαό είχε να κάνει. Έτσι, μαζί με τα θαύματα, φρόντιζε να υπάρχουν και αποδείξεις, ώστε να φανερωθεί πως το θαύμα ήταν απαραίτητο και ωφέλιμο στους ανθρώπους. Έπειτα, έπρεπε ν’ αποδειχτεί πως μόνο Αυτός μπορούσε να θαυματουργεί. Αυτός και κανένας άλλος. Και τρίτο, ώστε το θαύμα να έχει επαρκή μαρτυρία και να γίνει αποδεκτό ως αναμφισβήτητο γεγονός. Αλήθεια, πόσο καλά γνώριζε ο Κύριος αυτό το πονηρό και άπιστο γένος των ανθρώπων!

«Και εξέστησαν οι γονείς αυτής, ο δε παρήγγειλεν αυτοίς μηδενί ειπείν το γεγονός» (Λουκ. η’ 56). Με την εντολή Του αυτή ο Κύριος ήθελε να διδάξει τους γονείς του κοριτσιού που ανάστησε, πως πρώτο και κύριο μέλημά τους ήταν να ευχαριστήσουν και να δοξολογήσουν το Θεό. Το σπουδαίο εκείνη τη στιγμή δεν ήταν να τρέξουν και να πληροφορήσουν τον κόσμο για το θαύμα, αλλά να γονατίσουν μπροστά στον αληθινό Θεό με μεγάλη ταπείνωση και να του προσφέρουν τις θερμές τους ευχαριστίες. Το θαύμα θα διαδοθεί μόνο του, χωρίς τη βοήθειά σας. Μη νοιάζεστε γι’ αυτό. Δεν είναι δική σας δουλειά την ιερή και φοβερή αυτή στιγμή να επικεντρωθείτε στο πως θα ικανοποιήσετε την περιέργεια του κόσμου, αλλά να εκτελέσετε το χρέος σας στο Θεό.

***

Με τη θεραπεία της αιμορροούσας γυναίκας και την ανάσταση της κόρης του Ιάειρου, ο Κύριος συνέχισε το έργο Του για τη θεραπεία των ψυχών των ανθρώπων από την κακή περιέργεια. Η περιέργεια είναι πραγματικά ένα κακό. Χωρίζει την ψυχή του ανθρώπου από το Θεό και την πνίγει στη θάλασσα των εφήμερων υποθέσεων και των κοσμικών πραγμάτων. Η περιέργεια είναι ένα κακό, περισσότερο από κακό, γιατί πολλές φορές οδηγεί στο σωματικό και συχνά στον ψυχικό θάνατο. Πολλές αμαρτίες και πάθη, σωματικά και ψυχικά, έχουν τις ρίζες τους στην περιέργεια. Όπως μια όμορφη παπαρούνα κρύβει μέσα της δηλητήριο, έτσι κι η περιέργεια κρύβει μέσα της ένα δυνατό δηλητήριο που καταστρέφει ψυχή και σώμα. Ο Θεός δεν έπλασε τον κόσμο αυτόν για να ικανοποιήσει την περιέργεια των ανθρώπων, αλλά για να σώσει τις ψυχές τους. Λέει ο Εκκλησιαστής: «Ου πλησθήσεται οφθαλμός του οράν, και ου πληρωθήσεται ους από ακροάσεως» (α’ 8).

Ο Κύριος δε θεράπευσε την αιμορροούσα γυναίκα επειδή άγγιξε τα ιμάτιά Του από περιέργεια, αλλ’ επειδή, στον πόνο και τη δυστυχία της, έτρεξε να τον αγγίξει με πίστη. Μάταια οι περίεργοι περιμένουν θαύμα από το Θεό. Δε θα τους κάνει ποτέ το χατήρι. Από τη στιγμή που τα θαύματα γίνονται για να καλύψουν κάποια ανθρώπινη ανάγκη, οι περίεργοι δεν έχουν καμιά βοήθεια απ’ αυτά. Περισσότερη βοήθεια θα περιμένουν οι νεκροί από τα θαύματα του Θεού, παρά οι περίεργοι. Μήπως ο γιατρός επισκέπτεται εκείνους που νομίζουν πως είναι υγιείς, που είναι ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους και δεν τον καλούν;

Μήπως ο Κύριος είναι λιγότερο σοφός από τους γιατρούς, για να γυρίζει από δω κι από κει και να κάνει επίδειξη της δύναμης και των ικανοτήτων Του; Γι’ αυτό, άρχοντα Ιάειρε, μη νοιάζεσαι ποιος θα διαδώσει το θαύμα της ανάστασης της κόρης σου. Μη νοιάζεσαι ακόμα, αμαρτωλέ, ποιος θα διαδώσει το θαύμα της ψυχικής και σωματικής θεραπείας σου. Ο Θεός γνώριζε το ασύρματο τηλέφωνο και τον τηλέγραφο προτού ακόμα οι άνθρωποι μπορούσαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους και χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα τους για να πληροφορήσουν ο ένας τον άλλον για τις νέες ειδήσεις. Ο Κύριος γνωρίζει πιο αξιόπιστα και τελειότερα μέσα για να πληροφορήσει τους ανθρώπους, ώστε να μάθουν όλα τα καλά νέα που μεταδίδονται από το τηλέφωνο και τον τηλέγραφο. Ο Δημιουργός του λόγου, της γλώσσας και της ατμόσφαιρας έχει τα δικά Του μέσα επικοινωνίας με κάθε πλάσμα Του, τρόπους που πληρώνουν ολόκληρο το διάστημα, κάθε χρονική στιγμή.

Να μνημονεύετε το χρέος σας στο Θεό, το χορηγό κάθε «δόσης αγαθής». Μην ολιγωρήσετε να προσφέρετε προσευχές ευχαριστίας και υπακοής στο θεϊκό Του θέλημα. Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)

https://alopsis.gr