ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021

2021-10-03 ΌΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΊΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΊΑ Β' ΛΟΥΚΑ

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΗΡΙΑΚΗΣ Β΄ΛΟΥΚΑ-(03-10-2021)

 « Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθώς καί ὁ πατήρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.»


         Αγαπητοί μου, αδελφοί, 

         Το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι μία συνέχεια της ομιλίας των Μακαρισμών του Χριστού μας προς τους Μαθητές Του και σε πλήθη ανθρώπων σε μία πεδιάδα, μόλις ακριβώς είχε κατέβει από το Όρος μετά από ολονύκτια προσευχή.

         Βλέπετε ότι και ο Κύριος μας προσευχόταν! Το είχε ανάγκη διότι ως άνθρωπος έπρεπε να επικοινωνεί  με τον Θεό Πατέρα, να ενισχύεται και να παίρνει δύναμη και κουράγιο, μέσα σ’ έναν κόσμο σκληρό και ανυπάκουο, προκειμένου να φέρει σε πέρας το έργο που ανέλαβε επί της γης. 

         Σ’ αυτήν την ομιλία ο Κύριος μας, εκτός των «Μακαρισμών» έρχεται να μας παραδώσει και έναν άλλον κανόνα, που έχει να κάνει με τις σχέσεις και τις συναλλαγές μεταξύ των ανθρώπων και ιδιαίτερα των ανθρώπων που θέλουν να λέγονται και να είναι άνθρωποι του Θεού.

          Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι, όχι μόνο του σήμερα, αλλά πάντοτε, ακόμα και του προχριστιανικού κόσμου, ήθελαν και ποθούσαν την δικαιοσύνη. Είναι πείνα και πόθος του ανθρώπου δοσμένο ως δώρο του Θεού ή χάρισμα κατά την δημιουργία του. Η δικαιοσύνη έχει άμεση σχέση  με την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων. Πόσοι αγώνες και πόσα κινήματα έχουν γίνει γι’ αυτήν την δικαιοσύνη και ισότητα. Πάντα όμως παραμένει ένα όνειρο απατηλό, όπως λέγει ένα λαϊκό άσμα. Και τούτο διότι ο κάθε άνθρωπος συλλαμβάνει την δικαιοσύνη κατά το δοκούν και με βάση τα δικά του συμφέροντα και τις υποκειμενικές σκέψεις. Σκέψεις ατελείς και ιδιοτελείς!

          Έρχεται όμως ο Κύριος μας, αδελφοί μου, σήμερα να μας δώσει τον χρυσό εκείνο κανόνα που μπορεί να φέρει την πραγματική και γνήσια σχέση μεταξύ των ανθρώπων. Και ποιός είναι αυτός; Ακούστε, «όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, με τον ίδιο τρόπο να τους συμπεριφέρεστε και εσείς».

          Αυτή είναι η αρχή της δικαιοσύνης. Αυτό είναι το αρμόζον και το πρέπον. Αυτή η αρχή είναι φυτευμένη μέσα στις καρδιές των ανθρώπων από την δημιουργία του κόσμου. Το πρόβλημα όμως ξέρετε βρίσκετε στην πράξη. Ο άνθρωπος συνήθως απαιτεί την δικαιοσύνη από τους άλλους και ο ίδιος πάντα δικαιολογεί τον δικό του εαυτό, διότι δημιουργεί υποκειμενικά, φθηνά και ιδιοτελή κίνητρα. Ένα από αυτά ήταν και αυτό που έκαναν την εποχή του οι άνθρωποι και αυτό το ίδιο γίνεται και σήμερα: «Αν αγαπάτε όσους σας αγαπούν τι χάρη θα έχετε; Και οι αμαρτωλοί αγαπούν όσους τους αγαπούν. Και αν δανείζετε σε εκείνους που ελπίζετε να σας τα επιστρέψουν τι χάρη θα έχετε; Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους αμαρτωλούς»..

         Πόσες και πόσες αδικίες με κίνητρο αυτήν την αρχή έχουν γίνει και γίνονται; Και μάλιστα καλυμμένες με νόμους κρατικούς. Να θυμηθούμε τα τελευταία χρόνια εξ αιτίας των δανείων, πόσοι φτωχοί έχασαν τα σπίτια τους ή φυλακίστηκαν. Πόσοι τοκογλύφοι κυκλοφορούν, εκμεταλλευόμενοι την μέθοδο του δανεισμού με βάση τον νόμο του κόσμου;

         Ο Κύριος μας όμως σήμερα στο Ιερό Ευαγγέλιο Του κάνει την υπέρβαση: «πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες» και τότε θα είστε, όχι παιδιά του κόσμου, αλλά παιδιά του Θεού του Υψίστου. Η δικαιοσύνη αν δεν έχει γνώμονα την αγάπη τότε δεν μπορεί να είναι γνήσια και αληθινή. Ο Θεός είναι δίκαιος, αλλά και αγαπά. Είναι η προσωποποιημένη αγάπη και δικαιοσύνη. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει: «Μην αποκαλέσεις τον Θεό δίκαιο γιατί η δικαιοσύνη του δεν γνωρίζεται με τα κριτήριά σου. Που βρίσκεται η δικαιοσύνη του Θεού; Στο ότι είμαστε αμαρτωλοί και ο Χριστός πέθανε για εμάς». 

          Μία άλλη επίσης παράληψη ή και ελάττωμα πολλών χριστιανών είναι η αδιαφορία στον πόνο ή την ανέχεια. Ζούμε σ’ έναν ναρκισσευόμενο Χριστιανισμό, έναν Χριστιανισμό εφησυχασμού και αδιαφορίας των όσων συμβαίνουν γύρω μας. Ζούμε έναν τρόπο ζωής «ιδιωτικού Χριστιανισμού». Δεν ασχολούμαι με τους γύρω μου, δεν με ενδιαφέρει τι κάνουν, πώς ζουν, πώς συμπεριφέρονται, αδιαφορώ. Προσπαθώ να μην κάνω κακό, να μην λέγω το κακό, να πηγαίνω στην Εκκλησία μου και να ζω την ζωή μου λατρευτικά και μυστηριακά. Κάποτε, λέει ένα άγραφο παράδειγμα, πέθανε ένας τέτοιος χριστιανός και πήγε ενώπιον του Δικαιοκρίτου Θεού. Άρχισε να μιλά ο άνθρωπος και να λέει: «προσπάθησα να μην κάνω το κακό, να μην συκοφαντώ, να μην αδικώ, να μην κλέβω, να μην προσβάλω με κάθε τρόπο την τιμή και αξιοπρέπεια των ανθρώπων και να ζω σαν καλός χριστιανός, να εκκλησιάζομαι και να τελώ τα λατρευτικά μου καθήκοντα». Και ο Θεός του απαντά: «πράγματι, όλα αυτά τα εφάρμοσες, αλλά βλέπω ότι τα χέρια σου είναι άδεια, καμία καλή πράξη δεν βλέπω. Απέφυγες όλα αυτά που δεν έπρεπε να κάνεις, αλλά και δεν έκανες όλα αυτά που έπρεπε να κάνεις και που έχουν σχέση με τον συνάνθρωπο σου, τον αδελφό σου που σε είχε ανάγκη».

          Αυτήν την υπέρβαση ζητά από εμάς ο Χριστός μας αδελφοί μου, διότι και αυτός έκανε την δική του υπέρβαση για μας. Αμήν. 

               


ΜΗΔΕΝ ΑΠΕΛΠΙΖΟΝΤΕΣ

 


“Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς”  (Λουκ. 6, 35)

“Αντίθετα, εσείς ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε το καλό και να δανείζετε, χωρίς να περιμένετε να πάρετε πίσω τίποτα. Έτσι, ο Θεός, που είναι καλός ακόμα και με τους αχάριστους και τους κακούς, θα σας ανταμείψει με το παραπάνω και θα σας κάνει τα παιδιά του” 

“Μηδέν απελπίζοντες”. Ο λόγος αυτός του Χριστού στην επί του όρους ομιλία έρχεται να συναντήσει ένα μεγάλο πρόβλημα των καιρών μας. Είναι η απελπισία που διακατέχει πολλούς ανθρώπους, διότι τα πράγματα στην ζωή τους δεν πηγαίνουν όπως θα τα ήθελαν. Το κενό νόηματος. Ο φόβος του θανάτου. Η αποτυχία στις σχέσεις. Ένα αίσθημα μοναξιάς. ΟΙ δοκιμασίες. Η απελπισία που οδηγεί στην κατάθλιψη. Στην αυτοκτονία κάποτε. Σε μία αίσθηση ότι η ζωή δεν έχει τελικά αξία, διότι μόνο τα όνειρά μας την καθιστούν σημαντική. Συνήθως η απελπισία μένει ως απότοκο μεγάλων προσδοκιών από τους άλλους και τον κόσμο. Είναι η αντίληψη ότι ο κόσμος μας χρωστά. Και οι άνθρωποι αναζητούμε παρηγοριά στην φαρμακευτική αγωγή, στα ταξίδια, στις αγορές, στην ηδονή. Πίσω όμως από την απελπισία κρύβεται η αδυναμία μας, η αναποφασιστικότητά μας να αγαπήσουμε, να μοιραστούμε ακόμη και την ήττα μας, η απιστία μας στον Θεό, ο Οποίος επιτρέπει τις δοκιμασίες μας για να ξαναδούμε την ζωή μέσα στην προοπτική της σωτηρίας μας, δηλαδή στην προοπτική της αποκατάστασης του νόηματος της ύπαρξής μας. Κληθήκαμε για να αγαπούμε.

“Μηδέν απελπίζοντες”. Ο ευαγγελικός λόγος όμως έχει και μία άλλη διάσταση. Είναι η απελπισία που προκαλούμε εμείς στους άλλους. Με το θέλημά μας που απαιτούμε να εκπληρωθεί από αυτούς. Από την αδυναμία μας να συγκαταβούμε στις δικές τους πτώσεις και αδυναμίες. Με την άρνησή μας να δώσουμε ευκαιρίες. Με το μπέρδεμα ανάμεσα στου τι είναι όριο και τι είναι καταδυνάστευση. Με το να μη νιώθουμε την αγάπη τους. Με το να κλείνουμε τα μάτια της ψυχής μας στην μόνη αλήθεια που είναι αδιάψευστη: ότι καμιά εξουσία δεν μπορεί να νικήσει τον θάνατο. ΚΙ έτσι, έχοντας αναγάγει το νόημα της ζωής στην επικράτηση, ακόμη κι όταν αρχικά κάνουμε το καλό, περιμένουμε την ανταπόδοσή του με τέτοιον τρόπο που πνίγουμε τους άλλους. 

Οι άλλοι δεν είναι για να προβάλουμε σ’ αυτούς την εικόνα μας. Δεν είναι για επίδειξη. Οι άλλοι είναι για να τους αγαπούμε και, ανθρώπινο και όμορφο, να μας αγαπούνε. Ακόμη όμως κι αν η αγάπη τους δεν είναι αυτή που θα θέλαμε ή είναι πρόσκαιρη, συμφεροντολογική ή και ανύπαρκτη, εντούτοις ο αυθεντικός χριστιανός λειτουργεί στην προοπτική ότι η ζωή ξεκινά και καταλήγει στο Α της αρχής και στο Ω του τέλους του ρήματος “αγαπώ”. Τότε θα συγχωρήσουμε, ακόμη κι αυτούς που μας δυσκολεύουν, όχι με ψέματα ή επιδείξεις μεγαλοκαρδίας, αλλά με λόγο αληθινό και έργα στην πράξη, όσο χρόνο κι αν χρειαστεί αυτή η διαδικασία. Τότε δεν θα απελπίσουμε, αλλά θα νουθετήσουμε. Δεν θα υπερβάλλουμε αλλά θα παιδαγωγούμε. Δεν θα διώχνουμε, αλλά θα στηρίζουμε, θα συνοδοιπορούμε. Θα κρατούμε από το χέρι τον άλλο, με ειλικρίνεια και όχι με ψέμα, με την αλήθεια που χρειάζεται, όχι όμως με επίδειξη υπερηφάνειας. Με το μέτρο της ταπεινής αγάπης που δίνει ο Χριστός.

“Μηδέν απελπίζοντες”. Σε μία εποχή στην οποία υπάρχει θυμός, ένταση, φόβος, ιδεολογική διαπάλη, ένα αίσθημα ότι ο κόσμος δεν χρειάζεται τον Χριστό και την Εκκλησία, η πίστη γίνεται αληθινή παρηγοριά, η αγάπη ανα-νοηματοδοτεί τις ανθρώπινες σχέσεις και η κοινότητα της Εκκλησίας δίνει την ευκαιρία μίας άλλης ποιότητας ζωής. Μπορεί η αγάπη που συγχωρεί, που δίνει δεύτερες ευκαιρίες να κάνει αυτόν που αγαπά να αισθάνεται τον πειρασμό της αδικίας, της κόπωσης, της ματαιότητας, όμως ο Χριστός δίνει δύναμη. Και όσοι απελπίζονται, χρειάζονται την παρηγοριά μιας κοινότητας στην οποία θα νιώσουν ότι ανεξάρτητα από τα όποια λάθη της ζωής, υπάρχει η αγάπη.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

3 Οκτωβρίου 2021

Κυριακή Β’ Λουκά

2021-10-03 ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β' ΛΟΥΚΑ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ "Ο ΜΕΓΑΣ ΑΣΜΑΤΙΚΟΣ" ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΩΡΓ...