ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

2021-07-04 ΟΡΘΡΟΣ & Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Κυριακή Β’ Ματθαίου: Η κλήση των αποστόλων (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς) (Ματθ. δ’ 18-23)


Γιατί οι άνθρωποι είναι πάντα τόσο βιαστικοί σήμερα; Για να δουν όσο γίνεται πιο γρήγορα την επιτυχία των προσπαθειών τους. Κι η επιτυχία έρχεται και παρέρχεται, αφήνοντας πίσω της κάποια ίχνη λύπης.

Γιατί οι γιοι των ανθρώπων είναι τόσο βιαστικοί σήμερα; Για να δρέψουν τους καρπούς των αγώνων τους το συντομότερο δυνατό. Κι οι καρποί έρχονται και παρέρχονται, αφήνοντας πίσω τους τα ίχνη κάποιας πικρίας.

Όταν έρχεται ο θάνατος, οι σημερινοί άνθρωποι πεθαίνουν βλέποντας τον εαυτό τους στο παρελθόν. Βλέπουν τις επιτυχίες τους που έχουν ξεχαστεί, τους θερισμένους καρπούς που έχουν σαπίσει. Με το δικό τους θάνατο, χάνονται και τα τελευταία ίχνη των προσπαθειών και των καρπών τους. Εκείνοι που έρχονται μετά απ’ αυτούς σπέρνουν με την ίδια βιασύνη, θερίζουν τους καρπούς, τους τρώνε κι έπειτα φεύγουν γυμνοί και άδειοι απ’ αυτόν τον κόσμο.

Οι άνθρωποι έτσι εξελίσσονται. Δε γίνεται το ίδιο όμως με το Θεό. Οι άνθρωποι παρατηρούν πώς αντιμετωπίζουν τα πράγματα οι ίδιοι και πώς τ’ αντιμετωπίζει ο Θεός και λένε: Οι μύλοι του Θεού αλέθουν αργά, αλλ’ αλέθουν πολύ καλά.

Ο Θεός ίσως αργεί στη μια γενιά, αλλά δεν αργεί σ’ όλο το φάσμα των γενεών. Συχνά σπείρει στη μια γενιά και θερίζει στην άλλη. Έτσι η πρώτη γενιά (τότε που σπέρνει ο Θεός) λέει πως ο Θεός είναι αργός. Η άλλη γενιά, τότε που θερίζει ο Θεός, λέει πως είναι ταχύς. Στις δικές μας, τις ανθρώπινες ενασχολήσεις, κάθε θερισμός δεν είναι πιο γρήγορος από το όργωμα, τη σπορά, το ξεχορτάριασμα και την ανιαρή περίοδο αναμονής της ωρίμανσης του καρπού; Ο Θεός όμως δεν είναι ούτε αργός ούτε γρήγορος. Έχει το ρυθμό Του και δεν τον εγκαταλείπει. Το μυρμήγκι βλέπει μόνο τη μυρμηγκοφωλιά του. Ο αγρότης όμως παρατηρεί όλον τον αγρό.

Αν ο Χριστός ενεργούσε σύμφωνα με τον τρόπο των ανθρώπων, δε θα είχε διαλέξει για αποστόλους Του δώδεκα ψαράδες, αλλά μάλλον δώδεκα βασιλιάδες της γης. Αν ήθελε νά ‘χει άμεση επιτυχία στο έργο Του και να δρέψει τους καρπούς των αγώνων Του, με την ακατανίκητη δύναμή Του θα είχε διαλέξει δώδεκα από τους πιο δυνατούς βασιλιάδες του κόσμου για να τους κάνει οπαδούς και αποστόλους Του. Σκέψου απλά πώς θα μπορούσε αμέσως ο Χριστός, σε μια στιγμή, να γίνει γνωστός σ’ ολόκληρο τον κόσμο· πόσο γρήγορα θα διαδίδονταν τότε η διδασκαλία Του! Πώς θα εξαφανίζονταν τα είδωλα εν ριπή οφθαλμού μ’ ένα αυτοκρατορικό διάταγμα! Πώς θα μετατρέπονταν όλοι οι ειδωλολατρικοί ναοί σε χριστιανικούς! Πώς θα σταματούσαν αμέσως οι θυσίες ζώων στους θεούς και τους καπνούς από τις θυσίες θ’ αντικαθιστούσαν τα θυμιάματα! Σκέψου πόσο εύκολα η Εκκλησία του ενός Θεού θα είχε ιδρυθεί, για την εξυπηρέτηση ολόκληρης της ανθρωπότητας! Ο Χριστός, χωρίς να χρειαζόταν να υποφέρει και να πάθει, θα καταλάμβανε τον πρώτο και μοναδικό αυτοκρατορικό θρόνο κι από κει θα κυβερνούσε όλους τους λαούς της γης, ολόκληρο τον κόσμο από ανατολή σε δύση κι από βορρά ως το νότο, με αντιπροσώπους Του τους δώδεκα υποτελείς βασιλιάδες. Χωρίς να χρειαστεί να πάθει, οι σκληροτράχηλοι Ιουδαίοι θα αναγνώριζαν το Χριστό ως βασιλιά και τον αναμενόμενο Μεσσία και θα τον προσκυνούσαν.

Στοχάσου τελικά πόσα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν από έναν τέτοιο επίγειο βασιλιά και μάλιστα σύντομα, με τη δύναμη και την ευφυΐα ενός μόνο ανθρώπου! Τ’ αποτελέσματα θα ήταν τα ίδια με όσα είχαν πραγματοποιήσει όλες μαζί οι βασιλείες, πριν αλλά και μετά το Χριστό. Θά ‘χαν φτάσει κι αυτά σ’ ένα τέλος, μαζί με τους ιδρυτές τους. Ο κόσμος θα ξαναγύριζε εκεί που ήταν και πριν. Πιο γραφικά ακόμα, θα ήταν σα νά ’χε ξεριζώσει κάποιος γίγαντας μια πανύψηλη δρυ από το δάσος και την είχε ξαναφυτέψει σε μια πεδιάδα. Όσο διάστημα ο γίγαντας στεκόταν δίπλα στο δέντρο και το κρατούσε όρθιο με το δυνατό του χέρι, η δρυς θα στεκόταν όρθια. Με το που θ’ απομακρυνόταν ο γίγαντας όμως, ο άνεμος που θα φυσούσε θα την ξερίζωνε και θα την έριχνε κάτω. Οι άνθρωποι θα μαζεύονταν γύρω από την πεσμένη δρυ και θα θαύμαζαν πώς ένα τόσο δυνατό δέντρο έπεσε με το πρώτο φύσημα του ανέμου, ενώ οι αργοανάπτυκτες φουντουκιές δίπλα τους αντιστέκονταν στον άνεμο και στέκονταν όρθιες. Οι άνθρωποι θα κουνούσαν το κεφάλι τους και θά ‘λεγαν: «Είναι αλήθεια πως οι χαμηλές φουντουκιές φυτεύονται με σπόρο κι αναπτύσσονται αργά, αλλ’ αντιστέκονται σθεναρά κι αντιμετωπίζουν πιο εύκολα τον άνεμο από την πανύψηλη δρυ που τη μεταφύτεψε ένας γίγαντας κι έπειτα την εγκατέλειψε. Όσο πιο βαθιά βρίσκονται στο έδαφος οι ρίζες του δέντρου, τόσο πιο δυνατό και πιο ανθεκτικό θα γίνει.

Πόσο σοφό ήταν το να ξεκινήσει από τα χαμηλά ο Κύριος κι όχι από την κορυφή. Πόσο σοφό ήταν ν’ αρχίσει την οικοδομή της βασιλείας Του όχι με βασιλείς, αλλά με ψαράδες. Πόσο καλό, πόσο σωτήριο ήταν για μας, που ζούμε δυο χιλιάδες χρόνια από τη γέννησή Του, το ότι δεν απέβλεψε στην τελική επιτυχία του έργου Του, ούτε και στο να θερίσει τους καρπούς των αγώνων Του όσο ζούσε. Δεν ήθελε, όπως ο γίγαντας, να μεταφυτέψει μεμιάς το τεράστιο δέντρο, αλλά σαν απλός αγρότης να θάψει το σπόρο του δέντρου βαθιά μέσα στη γη κι έπειτα να πάει στο σπίτι του. Κι αυτό έκανε. Ο Κύριος έθαψε το σπόρο του Δέντρου της Ζωής όχι μόνο στο βάθος της καρδιάς των απλών Γαλιλαίων ψαράδων, αλλά και στο βάθος της ίδιας της κόλασης. Έπειτα συνέχισε την πορεία Του. Και το δέντρο αναπτυσσόταν αργά, πολύ αργά. Άνεμοι ισχυροί φύσηξαν πάνω του σε μια προσπάθεια να το ξεριζώσουν, μα δεν το κατόρθωσαν. Οι εχθροί έκοψαν το δέντρο, το έριξαν κάτω, μα οι ρίζες του πέταξαν πολλούς καινούργιους βλαστούς. Όσο εκείνοι το πελέκιζαν, τόσο πιο γρήγορα αναπτυσσόταν. Οι ορδές του εχθρού έσκαψαν στη γη, πιο βαθιά κι από τις κατακόμβες για να το ξεριζώσουν. Όσο όμως εκείνοι προσπαθούσαν, τόσο οι ρίζες αντιστέκονταν, τόσο οι καινούργιοι βλαστοί μεγάλωναν κι άλλοι φύτρωναν από την αρχή και πύκνωναν. Έτσι το δέντρο του Χριστού, που φυτεύτηκε με του Θεού τον τρόπο κι όχι του ανθρώπου, εξακολουθεί ν’ ανθίζει ως σήμερα, δυο χιλιάδες χρόνια αργότερα, παράγει καρπούς γλυκούς για ανθρώπους και αγγέλους και λάμπει από φρεσκάδα και κάλλος, σα νά ‘χε φυτευτεί μια γενιά νωρίτερα.

Αν ο Κύριος είχε ενεργήσει όπως οι άνθρωποι, είναι αλήθεια πως θα τον είχαν δοξάσει πολύ νωρίτερα οι άνθρωποι, εμείς όμως δε θα είχαμε σωθεί. Δεν τον ενδιέφερε η δόξα των ανθρώπων, ο ήχος των ποιμενικών αυλών, που σήμερα ακούγονται κι αύριο ρίχνονται στη φωτιά. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν η σωτηρία των ανθρώπων. Δεν ήρθε στους ανθρώπους όπως κάνει κάποιος γίγαντας σε τσίρκο, για να δείξει τη δύναμη και τις ικανότητές του, ν’ απολαύσει το χειροκρότημα των θεατών. Ήρθε σαν φίλος σ’ εμάς, σαν γιατρός σε θεραπευτήριο για να μας επισκεφτεί, να συνομιλήσει με τον καθένα μας και να μας προσφέρει συμβουλές και θεραπεία. Είναι επομένως πολύ καλό για όλη την ανθρωπότητα, από τότε που ξεκίνησε ο κόσμος ως τη συντέλεια, το γεγονός ότι ο Κύριος ενήργησε με θεϊκό τρόπο. Διάλεξε για αποστόλους Του όχι δώδεκα τρανούς βασιλιάδες, μα δώδεκα άσημους ψαράδες. Στο σημερινό ευαγγέλιο μαθαίνουμε με ποιό τρόπο τους διάλεξε.

«Περιπατών δε (ο Ιησούς) παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας είδε δύο αδελφούς, Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, βάλλοντας αμφίβληστρον εις την θάλασσαν· ήσαν γαρ αλιείς» (Ματθ. δ’ 4). Από πού ήρθε ο Ιησούς στη θάλασσα της Γαλιλαίας; Αυτό ο ευαγγελιστής μας το λέει στην προηγούμενη ευαγγελική περικοπή. Όταν ακούσε πως φυλάκισαν τον Ιωάννη το Βαπτιστή, έφυγε από την Ιουδαία και πήγε στη Γαλιλαία, στην περιφρονημένη αυτή περιοχή της Ισραηλιτικής γης. Προέβλεπε το μαρτυρικό θάνατο του μεγάλου στρατιώτη Του, του Προδρόμου. Έτσι φάνηκε σα να υποχώρησε, στην ουσία όμως πήγε να προετοιμαστεί για να νικήσει τους εχθρούς Του.

Όσο διάστημα βρισκόταν στη Γαλιλαία τώρα, δεν ήταν φυσικό να μείνει στη Ναζαρέτ, όπου είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της επίγειας ζωής Του; Μα ποιος προφήτης είναι αποδεκτός στη δική του πατρίδα; Στη Ναζαρέτ βρισκόταν, όταν οι συμπατριώτες Του θέλησαν να τον γκρεμίσουν από το χείλος κάποιου βράχου. Για ν’ αποφύγει άλλη μια φορά την προσωρινή κακία των ανθρώπων, εγκαταστάθηκε τελικά δίπλα στη θάλασσα της Γαλιλαίας, στα όρια των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ. Εκεί ζούσαν οι πιο περιθωριακοί και περιφρονημένοι άνθρωποι, «εν σκότει, εν χώρα και σκιά θανάτου» (βλ. Ησ. θ’ 2). Σ’ αυτό το πυκνό σκοτάδι έμελλε να θάψει το σπόρο του καρποφόρου δέντρου του ευαγγελίου Του.

Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει πως ο πρώτος που κάλεσε ο Κύριος ήταν ο Ανδρέας, στην Ιουδαία. Ο Ανδρέας ήταν πριν μαθητής του Ιωάννη του Βαπτιστή. Όταν όμως ο Ιωάννης έδειξε το Χριστό και είπε πως Εκείνος ήταν ανώτερός του, ο Ανδρέας άφησε το δάσκαλό του και ακολούθησε το Χριστό. Αμέσως μετά απ’ αυτό ο Ανδρέας βρήκε τον αδερφό του Σίμωνα και του είπε: «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν· ο έστι μεθερμηνευόμενον Χριστός· και ήγαγεν αυτόν προς τον Ιησούν» (Ιωάν, α’ 42-43). Τότε ήταν που ο Χριστός έδωσε στο Σίμωνα το όνομα «Πέτρος», που σημαίνει τη σταθερή πέτρα της πίστης.

Δεν υπάρχει κάποια αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτά που γράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης εδώ καί σ’ εκείνα που αναφέρει ο Ματθαίος στο σημερινό ευαγγέλιο, ότι ο Κύριος κάλεσε τα δυο αδέρφια στη θάλασσα της Γαλιλαίας; Σύμφωνα με το ευαγγέλιο του Ιωάννη, πρώτος ακολούθησε το Χριστό ο Ανδρέας κι έπειτα ο Πέτρος. Στο ευαγγέλιο του Ματθαίου βλέπουμε πως ο Χριστός τους βρήκε και τους κάλεσε μαζί. Αναφέρει μάλιστα πρώτα τον Πέτρο κι έπειτα τον Ανδρέα. Αυτή δεν είναι μια φανερή αντίφαση; Όχι, καθόλου. Όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, εδώ περιγράφονται δυο χωριστά γεγονότα. Το ένα έλαβε χώρα στην Ιουδαία, όταν ο Βαπτιστής ήταν ακόμα ελεύθερος, και το άλλο στη Γαλιλαία, αργότερα, όταν ο Βαπτιστής είχε ήδη φυλακιστεί κι ο Κύριος ζούσε πια στην Καπερναούμ, στα παράλια της θάλασσας της Γαλιλαίας. Ο Ιωάννης περιγράφει την προηγούμενη συνάντηση του Χριστού με τον Πέτρο και τον Ανδρέα, ο Ματθαίος τη μεταγενέστερη. Αυτό φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι ο Ματθαίος μιλάει για το «Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον», που σημαίνει πως ο Σίμων είχε πάρει ήδη το όνομα «Πέτρος» από τον Κύριο. Η προηγούμενη συνάντηση, η πρώτη που είχε ο Πέτρος με το Χριστό, έγινε στην Ιουδαία, τότε που ο Ανδρέας τον έφερε στο Χριστό. Την πρώτη συνάντηση την περιγράφει ο Ιωάννης: «Και ήγαγεν αυτόν (ο Ανδρέας) προς τον Ιησούν. εμβλέψας αυτώ ο Ιησούς είπε· συ ει Σίμων ο υιός Ιωνά, συ κληθήση Κηφάς, ο ερμηνεύεται Πέτρος» (Ιωάν. α 43).

Ο ευαγγελιστής Ματθαίος το γνώριζε αυτό και τώρα περιγράφει την επόμενη συνάντηση που είχαν τα παιδιά του Ιωνά με τον Κύριο, γι’ αυτό και μιλάει για «Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον». Αναφέρει πρώτα τον Πέτρο κι υστέρα τον Ανδρέα, επειδή ο Πέτρος ήταν πιο ζωηρός χαρακτήρας από τον αδερφό του κι έκανε από την αρχή μεγαλύτερη εντύπωση. Το ότι ο Ιωάννης κι ο Ματθαίος περιγράφουν δύο περιστατικά, είναι πεντακάθαρο σ’ όποιον διαβάσει και τα δύο ευαγγέλια. Ενώ ο Ματθαίος περιγράφει την οριστική κλήση του Πέτρου και του Ανδρέα να γίνουν μαθητές, ο Ιωάννης περιγράφει ένα άλλο περιστατικό, όταν τα δυο αδέρφια συνάντησαν το Χριστό τότε που ο Πρόδρομος είπε: «Ίδε ο αμνός του Θεού!». Συνάγεται καθαρά πως μετά την πρώτη αυτή συνάντηση χωρίστηκαν από το Χριστό κι αργότερα πήγαν στη Γαλιλαία, όπου ο Κύριος τους συνάντησε την ώρα που επιδίδονταν στο έργο τους, του ψαρά.

«Και λέγει αυτοίς· δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ» (Ματθ. δ’ 19-20). Ο Κύριος γνώριζε την καρδιά τους. Οι ψαράδες αυτοί είχαν μια παιδιάστικη πίστη στο Θεό, υπάκουγαν στο λόγο Του. Δεν είχαν συνηθίσει να εξουσιάζουν και να δίνουν εντολές, μα να εργάζονται απλά και να υπακούν. Η ταπείνωση κι η υπακοή στο θέλημα του Θεού γέμιζε την καρδιά τους. Μπορεί να ήταν απλοϊκοί ψαράδες, αλλά οι ψυχές τους διψούσαν και πεινούσαν για αλήθεια και δικαιοσύνη. Ο Ανδρέας είχε ήδη εγκαταλείψει μια φορά τα δίχτυα του, για ν’ ακολουθήσει ως μαθητής τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Μόλις ο Ιωάννης έδειξε τον Ιησού και είπε πως Εκείνος ήταν ανώτερός του, ο Ανδρέας άφησε τον Ιωάννη κι ακολούθησε το Χριστό. Ήταν κι οι δυο τους φλογερές ψυχές, που αναζητούσαν με αγωνία τη δικαιοσύνη του Θεού και τη βασιλεία Του. Γι’ αυτό κι ο Χριστός απευθύνθηκε σ’ αυτούς αυθεντικά, με εξουσία: «Ακολούθει μοι!»

Έτσι ενεργεί με όλους μας ο Θεός. Δε θα μας πιέσει ν’ ακολουθήσουμε το δρόμο Του. Μας αφήνει να διαλέξουμε το δρόμο της σωτηρίας ή της απώλειάς μας ελεύθερα, σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη. Όταν όμως ο καρδιογνώστης Θεός μεριμνά για να βάλει τις καρδιές μας στο σωστό δρόμο, στο δρόμο της σωτηρίας, τότε μας έλκει σταθερά προς αυτόν το δρόμο. Όταν βλέπει πως η καρδιά μας έχει στραφεί ολότελα προς το δρόμο της κακίας και της απώλειας, τότε μας αφήνει ο Θεός και πέφτουμε στη δυναστεία του σατανά. Αυτό έγινε στην περίπτωση του προδότη Ιούδα. Όταν η καρδιά του στράφηκε εξ ολοκλήρου προς το πονηρό και διάλεξε ν’ ακολουθήσει το σκοτεινό δρόμο της απώλειας, ο Χριστός δεν προσπάθησε περισσότερο να τον γυρίσει πίσω. Αντίθετα, σαν είδε πως ο σατανάς είχε μπει πια στον Ιούδα, του είπε: «Ο ποιείς, ποίησον τάχιον» (Ιωάν, ιγ’ 27). Ούτε στην περίπτωση του Πέτρου και του Ανδρέα λοιπόν, ούτε σε κείνην του Ιούδα δεν παραβίασε την ελευθερία της επιλογής τους. Μιλάει απλά στις καρδιές που έχουν ήδη διαλέξει το καλό ή το κακό και λέει αποφασιστικά στον Πέτρο, «ακολούθει μοι» και στον Ιούδα, «ο ποιείς, ποίησον τάχιον».

Ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Τι σημαίνει αυτό; Πως όπως μέχρι τώρα πιάνετε ψάρια στα δίχτυα σας από τα σκοτεινά βάθη της θάλασσας, έτσι από τώρα, μαζί μου και με το ευαγγέλιό μου, θα αλιεύετε ανθρώπους από τα σκοτεινά βάθη της κακίας αυτού του κόσμου.

Ο Πέτρος κι ο Ανδρέας άκουσαν την κλήση του Χριστού και ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ. Βλέπεις πως οι καρδιές των δύο αυτών ανθρώπων είχαν ήδη διαλέξει ν’ ακολουθήσουν το καλό; Δε ρώτησαν: «Από που μας καλείς; Τι θα τρώμε; Ποιος θα φροντίσει τις οικογένειές μας;» Θαρρείς πως ήταν σα να περίμεναν σ’ όλη τους τη ζωή αυτήν την κλήση. Άφησαν σαν παιδιά όλες τις φροντίδες τους στον Κύριο, τα εγκατέλειψαν όλα κι ανταποκρίθηκαν στην κλήση Του.

«Και προβάς εκείθεν είδεν άλλους δύο αδελφούς, Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου και Ιωάννην τον αδελφόν αυτού, εν τω πλοίω μετά Ζεβεδαίου του πατρός αυτών καταρτίζοντας τα δίκτυα αυτών, και εκάλεσεν αυτούς, οι δε ευθέως αφέντες το πλοίον και τον πατέρα αυτών ηκολούθησαν αυτώ» (Ματθ. δ’ 21, 22). Και πάλι εδώ έχουμε την κλήση δυο ψαράδων, όχι δυο βασιλιάδων. Δε φορούσαν στέμματα στο κεφάλι τους, στο στήθος τους όμως είχαν βασιλικές καρδιές. Ο Κύριος μαζεύει μαργαριτάρια στο σκοτάδι. Διαλέγει τους ταπεινούς κι αγράμματους, για να κατατροπώσει τους ισχυρούς και τους σοφούς. Διαλέγει τους φτωχούς, για να ντροπιάσει τους πλούσιους.

Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης ήταν πολύ φτωχοί. Οι ίδιοι επισκεύαζαν τα δίχτυα, μαζί με τον πατέρα τους. Οι ψυχές τους όμως ήταν πλούσιες. Πεινούσαν και διψούσαν για το Θεό. Οι καρδιές τους είχαν στραφεί προς το καλό. Και περίμεναν. Και μόλις τους κάλεσε ο Κύριος, άφησαν την ίδια στιγμή τη δουλειά τους, τη βάρκα, τον πατέρα τους και τα δίχτυα και ηκολούθησαν αυτώ.

Η βαθύτερη έννοια είναι η εξής: αλιείς, ψαράδες, είναι εκείνοι που αναζητούν πνευματικές ευλογίες· τα δίκτυα υποδηλώνουν την ψυχή· θάλασσα είναι ο κόσμος και πλοίο το σώμα. Το βάλλοντας αμφίβληστρον εις την θάλασσαν δείχνει πως οι ψαράδες αναζητούσαν πνευματικές ευλογίες, πνευματική τροφή, τη βασιλεία του Θεού. Άπλωναν και βύθιζαν την ψυχή τους στα πλάτη και τα βάθη αυτού του κόσμου, για να βρουν τις ευλογίες αυτές, όπου και να ήταν. Καταρτίζοντας τα δίκτυα σημαίνει τις προσπάθειες που έκαναν για να καταρτίσουν τις ψυχές τους. Για τους δύο πρώτους, το αφέντες τα δίκτυα, ηκολούθησαν αυτώ, σημαίνει πως άφησαν την παλιά κι αμαρτωλή ψυχή τους κι άρχισαν ν’ ανακαινίζονται από το Χριστό, για ν’ αναγεννηθούν, να μορφώσουν καινούργια ψυχή και καινούργιο πνεύμα. Σημαίνει επίσης πως από τώρα δε θ’ αναζητούν πια ν’ αποκτήσουν πνευματικές ευλογίες με τις δικές τους προσπάθειες και δυνάμεις, αλλά με το Χριστό. Δε θα στηριχθούν στη δική τους δύναμη, αλλά στη δύναμη του Θεού. Δε θα βασιστούν στο δικό τους νου, αλλά στην αποκάλυψη του Θεού. Στους άλλους δύο μαθητές, το αφέντες το πλοίον και τον πατέρα αυτών σημαίνει πως άφησαν τ’ αμαρτωλά σώματα και τον επίγειο πατέρα τους για ν’ ασχοληθούν με τη σωτηρία της ψυχής τους, να βαδίσουν προς συνάντηση του ουράνιου Πατέρα τους, ως παιδιά κατ’ υιοθεσία με τη χάρη του Θεού.

«Και περιήγεν όλην την Γαλιλαίαν ο Ιησούς διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ» (Ματθ. δ’ 23). Μετά από τριάντα χρόνια που είχε περάσει στην αφάνεια, τώρα ο Κύριος Ιησούς ξεκινάει τη θεϊκή αποστολή Του με ζήλο κι αποφασιστικότητα. Αυτό εκφράζεται με τα λόγια περιήγεν όλην την Γαλιλαίαν ο Ιησούς. Αποστολή και διακονία Του ήταν να εξηγήσει το παλιό και να κηρύξει το νέο. Να επιβεβαιώσει και τα δυο με θαύματα και θεραπείες. Ο Νόμος είχε δοθεί από το Μωυσή και τους προφήτες και μαρτυρήθηκε με πολλά θαύματα, για να πιστέψουν οι άνθρωποι πως ο Νόμος αυτός ήταν θεϊκός. Οι ερμηνευτές του Νόμου όμως είχαν σκοτισμένες ψυχές και διέστρεψαν το πνεύμα του. Ο παλιός Νόμος επομένως είχε καταστεί νεκρός, ήταν σα να μην υπήρξε ποτέ.

Τώρα ο πάναγνος κι αναμάρτητος Κύριος Ιησούς εμφανίζεται ως ο μοναδικός που αντιλαμβάνεται και μπορεί να ερμηνεύσει αληθινά τον πρώτο αυτό Νόμο. Ερμηνεύει το νόημά του κι αποκαλύπτει το πνεύμα του για τους αμαρτωλούς. Είναι τώρα ο ερμηνευτής του Πνεύματος, όπως αργότερα το Πνεύμα θα επιβεβαιώσει τον ίδιο. Δεν απορρίπτει τον παλιό Νόμο του Θεού. Πώς θα μπορούσε να τον απορρίψει, αφού Εκείνος τον είχε δώσει; Από άποψη όμως πραγματικής πνευματικής και προφητικής σημασίας, τώρα δίνει το νόμο της σωτηρίας, κηρύττει το ευαγγέλιο της Βασιλείας.

Ο παλιός Νόμος είναι σαν μια καλή και εύφορη γη. Μια γη όμως που καλύφθηκε ολόκληρη από αγκάθια και ζιζάνια, παραμελημένη από τους ανθρώπους, δηλαδή από ασύνετους ερμηνευτές. Έτσι τα μάτια όλων στρέφονται μακριά από την εγκαταλειμμένη αυτή γη. Τώρα ο Κύριος την οργώνει ολόκληρη, σπέρνει καινούργιο σπόρο κι οι άνθρωποι τον παρακολουθούν με φόβο και δέος. Κι όπως ο παλιός Νόμος πιστοποιήθηκε με πολλά θαύματα, έτσι και τώρα ο Κύριος Ιησούς, ως Νομοθέτης, πιστοποιεί τον καινούργιο Νόμο με πολλά θαύματα. Τα θαύματα αυτά δε γίνονται για να κάνει μια κενόδοξη και μάταιη επίδειξη της δύναμής Του, αλλά για να προσφέρει αληθινή υπηρεσία στους ανθρώπους. Τα θαύματα αυτά ήταν θεραπείες ασθενειών του σώματος, του νου και των ανθρώπινων αδυναμιών. Ο Κύριος μας επισκέφτηκε όχι σαν κάποιος μάγος, αλλά σαν φίλος και θεραπευτής.

Όλοι εμείς που πεινούμε και διψούμε για τη δικαιοσύνη και την αγάπη Του, εμείς που ψαρεύουμε μάταια με την ψυχή μας, σαν δίχτυα, στη θάλασσα αυτού του κόσμου, ας ακούσουμε τη φωνή του Κυρίου Ιησού. Μας καλεί τώρα, όπως τότε τους ψαράδες στη θάλασσα της Γαλιλαίας: «Ακολούθει μοι!» Μόλις ακούσουμε τη φωνή αυτή, ας μη διστάσουμε ούτε στιγμή. Ας παρατήσουμε όλες τις παλιές δουλειές και τις παλιές αγάπες κι ας τον ακολουθήσουμε. Ο Χριστός είναι ο αληθινός μας Φίλος και Θεραπευτής. Όλοι οι άλλοι είναι είτε ανόητοι είτε απατεώνες.

Προσέξτε! Δε μας καλεί ως βασιλιάδες ή ποιμένες, ως πλούσιους ή φτωχούς, ως σοφούς ή αμαθείς, αλλ’ ως άντρες και γυναίκες άρρωστους, αδύναμους. Οι αρρώστιες κι οι αδυναμίες μας προέρχονται από την αμαρτία. Γι’ αυτό ας προσκυνήσουμε τον Κύριο Ιησού κι ας κραυγάσουμε σ’ Εκείνον, όπως έκαναν τόσοι άρρωστοι κι αδύναμοι άνθρωποι εκείνο τον καιρό: «Κύριε Ιησού, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό! Συγχώρεσέ με, Κύριε, συγχώρεσε τις αμέτρητες αμαρτίες μου. Καθάρισέ με με τη δύναμή Σου, ζωοποίησέ με με τον ζωοποιό άρτο Σου, είσελθε στα εσώτατα βάθη της ψυχής μου ως καθαρός και ζωογόνος αέρας σε σκοτεινό δωμάτιο. Κι εγώ τότε θα γιατρευτώ· θα γιατρευτώ και θα γίνω καλά, θα ζήσω!»

Είθε ο Κύριος να δοξαστεί έτσι με τη δύναμη της ψυχής μας και την αγνότητα του σώματός μας, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


Ευαγγέλιο Κυριακής 4 Ιουλίου

 Άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης Αρχιεπίσκοπος Κρήτης


Ευαγγέλιο Κυριακής Β΄ Ματθαίου 4 Ιουλίου 2021


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Δ´ 18 – 23

18 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδεν δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. 19 καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 20 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. 21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 22 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. 23 Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Ερμηνευτική απόδοση στα νέα ελληνικά Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Δ´ 18 – 23

18 Ἐνῷ δὲ ἐπεριπάτει πλησίον τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδελφούς, τὸν Σίμωνα, ποὺ μὲ τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον τοῦ ἔδωκεν ὁ Κύριος, λέγεται Πέτρος, καὶ τὸν Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν του, οἱ ὁποῖοι ἔρριπταν δίκτυον εἱς τὴν θάλασσαν, διότι ἦσαν ψαράδες. 19 Καὶ λέγει εἰς αὐτούς· Ἀκολουθήσατέ με καὶ θὰ σᾶς κάμω ἱκανοὺς νὰ ψαρεύετε ἀντὶ ψαριῶν ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους μὲ τὸ δίκτυον τοῦ κηρύγματος θὰ ἑλκύετε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.

20 Αὐτοὶ δὲ ἀμέσως ἄφησαν τὰ δίκτυα καὶ τὸν ἠκολούθησαν. 21 Καὶ ἀφοῦ ἐπροχώρησεν ἀπ’ ἐκεῖ, εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, τὸν Ἰάκωβον τὸν υἱὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τὸν Ἰωάννην τὸν ἀδελφόν του, νὰ ἐτοιμάζουν τὰ δίκτυά τους μέσα εἰς τὸ πλοῖον μαζὶ μὲ τὸν πατέρα τους Ζεβεδαῖον.Καὶ τοὺς ἐκάλεσεν. 22 Αὐτοὶ δὲ παρευθὺς ἄφησαν τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα τους καὶ τὸν ἠκολούθησαν.

23 Καὶ περιώδευεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων εἰς τὰς συναγωγάς των, ὅπου κάθε Σάββατον ἐμαζεύοντο οἱ Ἑβραῖοι, διὰ νὰ ἀκούσουν τὴν ἀνάγνωσιν τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ νὰ προσευχηθοῦν.Καὶ ἐκεῖ ἐκήρυττε τὸ χαρμόσυνον ἄγγελμα, ὅτι ἐπλησίαζεν ὁ χρόνος τῆς πνευματικῆς βασιλείας, ποὺ θὰ ἔφερεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἀπολύτρωσιν καὶ χαράν· καὶ ἐθεράπευε κάθε εἶδος ἀσθένειαν καὶ ἀδιαθεσίαν μεταξὺ τοῦ λαοῦ.

 

ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΝ ΙΕΡΟΥΡΓΟΥΝΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΧΡΙΣΤΟΥ

 


«Τί σε νῦν Ἀνδρέα καλέσωμεν; ἀσκητήν τῶν παθημάτων ἁμαυροῦντα τάς ὁρμάς, λειτουργόν ἱερουργοῦντα Εὐαγγέλιον Χριστοῦ, κιθάραν μελωδοῦσαν τά τοῦ Πνεύματος, κινύρα καταθέλγουσαν τά σύμπαντα, νέον Δαυΐδ γνωριζόμενον, τῆς κιβωτοῦ προσκιρτήσαντα τῆς χάριτος καί τῆς Νέας Διαθήκης, σοφέ» (Στιχηρό του Εσπερινού για τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης, τον Ιεροσολυμίτη)

«Τι να σε αποκαλέσουμε τώρα, άγιε Ανδρέα; Θα σε πούμε ασκητή που έσβησες τις ορμές των παθών. Θα σε πούμε λειτουργό που έκανες έργο ιερό σου την διακονία και την κήρυξη του Ευαγγελίου του Χριστού. Θα σε πούμε κιθάρα που έπαιξες το μελωδικό τραγούδι του Αγίου Πνεύματος. Θα σε πούμε κινύρα, που με την μουσική σου καταγοητεύεις όλο τον κόσμο. Θα σε πούμε νέο Δαυΐδ, γιατί όπως εκείνος σκίρτησε μπροστά στην κιβωτό της Παλαιάς Διαθήκης, εσύ σκίρτησες μπροστά στην κιβωτό της χάριτος και της Νέας Διαθήκης. Είσαι σοφός κατά Θεόν».

            «Ο άγιος Ανδρέας γεννήθηκε στην Δαμασκό της Συρίας το 660. Τα πρώτα επτά χρόνια της ζωής του δεν μπορούσε να μιλήσει. Απαλλάχθηκε από την δοκιμασία αυτή χάρις στην θεία κοινωνία και φανέρωσε έκτοτε εξαιρετικά χαρίσματα, ιδιαίτερα στην ρητορική τέχνη και την μελέτη της αγίας Γραφής. Οι γονείς του τον αφιέρωσαν στον ναό της Αναστάσεως και ο τοποτηρητής του πατριαρχικού θρόνου Θεόδωρος του ανέθεσε καθήκοντα του γραμματέα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Πήρε μέρος στην ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδο. Έμεινε στην Κωνσταντινούπολη και ο αυτοκράτορας μαζί με τον πατριάρχη τού ανέθεσαν την ευθύνη του ορφανοτροφείου του Αγίου Παύλου και του πτωχοτροφείου του Ευγενίου. Για είκοσι χρόνια ασκήθηκε, αλλά και ελέησε. Έγινε αρχιεπίσκοπος Κρήτης και έγραψε και εκφώνησε πλήθος ομιλιών. Κορυφαίο έργο του ο Μέγας Κανών που ψάλλουμε την Σαρακοστή, έργο μετάνοιας, βαθιάς γνώσης της αγίας Γραφής και προσμονής της λύτρωσης από τον Χριστό. Έσωσε το νησί από την ξηρασία και από τις επιδρομές των Αράβων με την προσευχή του. Στο τέλος της ζωής του επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη για να υπερασπιστεί τις ιερές εικόνες, καθώς είχε ξεκινήσει η Εικονομαχία. Εξορίστηκε στην Μυτιλήνη, όπου εκοιμήθη το 740. Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη του στις 4 Ιουλίου κάθε χρόνο» («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τόμος ενδέκατος)

            Την Κυριακή μετά των Αγίων Πάντων η Εκκλησία μας ορίζει να διαβάζεται το ευαγγελικό απόσπασμα, στο οποίο ο Χριστός καλεί τους μαθητές Του να γίνουν αλιείς ανθρώπων. Οι επίσκοποι και οι ιερείς, συνεχιστές του αποστολικού έργου, έχουν κληθεί από τον Χριστό και την Εκκλησία να ιερουργούν το Ευαγγέλιο, δηλαδή να καθιστούν έργο ιερό της ζωής τους την κήρυξη του λόγου του Θεού, ώστε οι άνθρωποι να ελκύονται στον Χριστό και στην αλήθεια.

            Είναι έργο ιερό το Ευαγγέλιο. Μας καλεί να έχουμε νόημα ζωής. Μας δίνει απαντήσεις σε κάθε πρόβλημα της ζωής μας, στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας, στους σταυρούς μας, φωτίζει τις επιδιώξεις μας, μάς υπενθυμίζει την φωνή του Θεού ως συνείδηση στις καρδιές μας, μας κάνει να βλέπουμε τον Χριστό ως Εκείνον που μας σώζει, μας αγιάζει, μας συγχωρεί, μας ελεεί.

Ταυτόχρονα, το Ευαγγέλιο, σε  μία εποχή απόλυτης απο-ιεροποίησης, όπου μόνο ο ορθολογισμός, τα δικαιώματα και η κατοχή της αλήθειας ατομικά θεωρούνται κριτήρια της πορείας μας στην ζωή, μας δείχνει ότι υπάρχει ένα έργο για το οποίο δεν υπάρχει αμοιβή, παραγωγικότητα, εξαγορά, αποτίμηση: είναι η διακονία της αλήθειας, της αγάπης, της ανάστασης. Ο διάκονός της βρίσκει τοίχο, τόσο εντός, όσο και εκτός του σώματος του Χριστού. Συναντά απόρριψη και αχαριστία. Από την άλλη, είναι τόση η δύναμη του Θεού και η χάρις του Αγίου Πνεύματος, ώστε μιλά για τα αδύνατα παρά ανθρώποις. Και τα ζει. Διότι έστω και ένας να γυρίσει στον Θεό, η αποστολή του έχει εκπληρωθεί. Δεν είναι θέμα να γίνουν οι άνθρωποι καλύτεροι ηθικά. Είναι θέμα μεταμόρφωσης της ύπαρξης σε πρόσωπο που ελπίζει και σώζεται.

Το Ευαγγέλιο ιερουργείται στην Εκκλησία. Δεν είναι αυτή  που κάνει θόρυβο, αυτή που εξαντλεί την αποστολή της στην θεσμικότητά της. Προφανώς και χρειάζεται και αυτή η πορεία. Εκκλησία είναι η κοινωνία των προσώπων που έχουν ανάγκη οδοδείκτη πνευματικό, ώστε να μην νικιούνται από το κακό και να επιλέγουν την αγαπη ως κριτήριο της πορείας τους. Είναι η σύναξη αυτών που κοινωνούν το σώμα και το αίμα του Χριστού, διότι αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα του Ευαγγελίου: να μην είμαστε ξένοι, αλλά ένα μεταξύ μας, διότι κατοικεί εντός μας ο Χριστός. Σε μία εποχή ψυχρότητας, τυπικότητας, ατομικισμού, το Ευαγγέλιο ζεσταίνει τις καρδιές μας και μας δείχνει ότι έχουμε βάση για κοινή πορεία.

Άγιοι, όπως ο αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ανδρέας, ο ποιητής του Μεγάλου Κανόνος, μας δείχνουν ότι το Ευαγγέλιο είναι μια παιδεία αλλιώτικη: αγκαλιάζει την κοσμικότητα, την γλώσσα, τον πολιτισμό,την παράδοση, την εποχή, αλλά μπολιάζει τα πάντα με την ιερότητα της σωτηρίας. Μας δείχνει ότι τίποτα από τον κόσμο δεν φτάνει, αν ο άνθρωπος δεν πορεύεται εν μετανοία και με την προσδοκία της σωτηρίας από τον Χριστό. Αυτό είναι ένα μεγάλο μήνυμα και προς τους διακονούντας το Ευαγγέλιο, οι οποίοι συχνά εξωκείλουμε, αλλά και προς όλους όσοι ταυτίζουν την Εκκλησία μόνο με την ηθική και την φιλανθρωπία, αρνούμενοι το μεταμορφωτικό της έργο, που είναι να δείχνει τον Χριστό της αγάπης, της ανάστασης και της αιωνιότητας εν σώματι εκκλησιαστικώ, ανθρώπων που μπολιάζουν την προσωπική τους ταυτότητα με την χαρά του λόγου του Θεού.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 4 Ιουλίου 2021

Β’ Ματθαίου

2021-07-03 ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ Β΄ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2021

Ευαγγέλιο σήμερα 3 Ιουλίου

 Το Ευαγγέλιο για σήμερα 3 Ιουλίου

 


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ζ´ 1 – 8

1 Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε· 2 ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν. 3 τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκὸν οὐ κατανοεῖς; 4 ἢ πῶς ἐρεῖς τῷ ἀδελφῷ σου, Ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος ἀπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ ἰδοὺ ἡ δοκὸς ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σοῦ; 5 ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σοῦ, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου. 6 Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν, μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς. 7 Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν. 8 πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται.

Ερμηνευτική απόδοση Π. Τρεμπέλα στα νέα ελληνικά

 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ζ´ 1 – 8

1 Μὴ κατακρίνετε ἀσυμπαθῶς τὸν πλησίον σας, διὰ νὰ μὴ κατακριθῆτε ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. 2 Διότι μὲ τὴν αὐτὴν ἀσυμπαθῆ καὶ αὐστηρὰν κρίσιν, μὲ τὴν ὁποίαν κατακρίνετε, θὰ κατακριθῆτε, καὶ μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον ἐξετάζετε καὶ καταδικάζετε τὰς πράξεις τοῦ πλησίον, θὰ μετρηθῇ καὶ διὰ σᾶς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἡ πολιτεία καὶ συμπεριφορά σας. 3 Διατὶ δὲ βλέπεις τὸ σαριδάκι, ποὺ εἶναι εἰς τὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὸ δοκάρι δέ, ποὺ εἶναι εἰς τὸ μάτι σου, δὲν τὸ αἰσθάνεσαι καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνεις; Διατὶ τὸ μικρὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ σου τὸ βλέπεις, μένεις δὲ ἀναίσθητος ἐμπρὸς εἰς τὸ ἰδικόν σου βαρύτατον σφάλμα; 4 Ἢ πῶς θὰ εἴπῃς εἰς τὸν ἀδελφόν σου, ἄφησε νὰ βγάλω τὸ σαριδάκι ἀπὸ τὸ μάτι σου· ἐπίτρεψόν μου νὰ διορθώσω τὸ μικρὸν σφάλμα σου; Καὶ ἰδοὺ εἰς τὸ μάτι σου τὸ δοκάρι.Ἰδοὺ σὺ κατέχεσαι ἀπὸ βαρύτατον ἐλάττωμα.

5 Ὑποκριτά, ποὺ προσποιεῖσαι, ὅτι ἀπὸ ζῆλον ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς καὶ ἀπὸ ἀγάπην θέλεις νὰ διορθώσῃς τοὺς ἄλλους, ἂν πράγματι ὁ ζῆλος σὲ κινῇ, βγάλε πρῶτον τὸ δοκάρι ἀπὸ τὸ μάτι σου καὶ τότε θὰ ἴδῃς καθαρὰ διὰ νὰ βγάλῃς καὶ τὸ σαριδάκι ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου. 6 Ἡ συμπάθεια ὅμως καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς κατακρίσεως τῶν ἐλαττωμάτων καὶ κακιῶν τοῦ πλησίον δὲν πρέπει νὰ φθάνῃ μέχρις ἀδιακρισίας.Ὑπάρχει καὶ περίπτωσις, ποὺ πρέπει μὲ προσοχὴν πολλὴν νὰ ἐξετάζετε τὸν χαρακτῆρα τοῦ πλησίον.Προσέχετε νὰ μὴ δώσετε τὸ ἅγιον μυστήριον τῆς πίστεως εἰς ἀνθρώπους, ποὺ ὡς ἄλλοι κύνες ζοῦν βίον ἀσεβῆ καὶ ἀναίσχυντον οὐτε νὰ παραθέτετε τοὺς πολυτίμους μαργαρίτας τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας ἐμπρὸς εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἄλλοι χοῖροι ζοῦν εἱς τὸν βόρβορον τῶν παθῶν.Ὑπάρχει μέγας κίνδυνος μήπως καταπατήσουν αὐτοὺς μὲ τὰ πόδια των καὶ στραφοῦν νὰ σᾶς κατασπαράξουν ἢ ὁπωσδήποτε νὰ σᾶς βλάψουν.

7 Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὰς ἰδικάς σας ἐλλείψεις καὶ ἐλαττώματα, νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ θὰ δοθῇ εἰς σᾶς αὐτό, ποὺ ζητεῖτε, ἀρκεῖ νὰ μὴ εἶναι ἄτοπον ἢ ἐπιβλαβὲς εἰς σᾶς.Γυρεύετε νὰ εὔρετε τὸ ζητούμενον καὶ θὰ τὸ εὕρετε, ἐφ’ ὅσον σᾶς εἶναι ὠφέλιμον. 8 Διότι καθένας ποὺ ζητεῖ παρὰ τοῦ Θεοῦ, λαμβάνει.Καὶ καθένας ποὺ γυρεύει, εὑρίσκει.Καὶ εἰς καθένα ποὺ κτυπᾷ τὴν θύραν τῆς θείας προστασίας, θὰ ἀνοιχθῇ αὕτη.

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (4-7-2021)

 


Ο Ιησούς, μετά την φυλάκιση του Ιωάννη του Βαπτιστή, ξεκινάει την δημόσια δράση του. Πηγαίνει στην Γαλιλαία, στην παραλίμνια κωμόπολη Καπερναούμ. Η Γαλιλαία ήταν μια από τις τρεις περιοχές του παλαιού κράτους του Ισραήλ. Οι άλλες δύο περιοχές ήταν η Ιουδαία και η Σαμάρεια. Η Γαλιλαία, επειδή κατά τις ιστορικές και εθνικές περιπέτειες του ισραηλιτικού λαού είχε κατοικηθεί από εθνικούς και είχαν γίνει και κάποιοι μικτοί γάμοι, υποτιμούνταν από τους Ιουδαίους, οι οποίοι καυχιόνταν ότι ήταν οι μοναδικοί γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Ισραηλιτών. 

Ο Κύριος περπατά στην ακρογιαλιά της Γαλιλαίας. Εκεί βλέπει δυο αδελφούς, τον Σίμωνα τον οποίο κατόπιν ονόμασε Πέτρο και τον Ανδρέα τον αδελφό του, που έριχναν δίχτυα στη λίμνη γιατί ήταν ψαράδες και τους λέει: «Ακολουθήστε µε και θα σας κάνω ικανούς να ψαρεύετε αντί για ψάρια, ανθρώπους». Με τα λόγια αυτά εννοούσε πως με τα πνευματικά δίχτυα του κηρύγματος, θα έλκυαν τους ανθρώπους στη Βασιλεία των Ουρανών. Αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα τους και Τον ακολούθησαν. Αφού προχώρησε πιο πέρα, είδε άλλους δυο αδελφούς, τον Ιάκωβο τον γιό του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννη τον αδελφό του, να ετοιμάζουν τα δίχτυα τους μέσα στο πλοίο μαζί με τον πατέρα τους και τους κάλεσε και αυτούς κοντά του. Το ίδιο και αυτοί, άφησαν το πλοίο και τον πατέρα τους και ακολούθησαν τον Χριστό.

Αυτοί οι τέσσερεις ψαράδες ήδη γνώριζαν τον Ιησού, γιατί ήταν μαθητές του Ιωάννη του Προδρόμου και  μετά την φυλάκιση του τελευταίου, γύρισαν στις οικογενειακές ασχολίες τους. Είχαν ακούσει το δάσκαλό τους που είχε πει: « ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου…  οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ»  (Ιω.1,29 και 4). Είδαν τον Κύριο να βαπτίζεται από τον Ιωάννη, να ομολογείται από τον Πατέρα σαν «Υιός αγαπητός» και να επιβεβαιώνεται με την «ωσεί Περιστεράς» παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Δύο από αυτούς μάλιστα, είχαν μείνει  και για μία νύχτα μαζί του. 

Οι ψαράδες αυτοί, φίλοι και συνεργάτες μεταξύ τους, από μικροί ενδιαφέρονταν να γνωρίσουν περισσότερο το Θεό.  Τα πρώτα θρησκευτικά βιώματα τα είχαν από τους γονείς τους, που ήταν άνθρωποι πιστοί. Στη συνέχεια έμαθαν περισσότερα στην Συναγωγή της περιοχής, όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη. Δεν έμειναν όμως ικανοποιημένοι μόνο με αυτά. Η ψυχή τους διψούσε τον Θεό. Άκουσαν για ένα νέο προφήτη που παρουσιάστηκε μετά από πολλούς αιώνες και έτρεχε ο κόσμος να τον ακούσει από όλα τα μέρη της Παλαιστίνης. Πήγαν και αυτοί, γοητεύτηκαν από τα λόγια του και θέλησαν να γίνουν μαθητές του.

Μόνο έτσι καταλαβαίνουμε γιατί τους επέλεξε ο Χριστός, παρά την άσημη κοινωνική και μορφωτική τους κατάσταση. Ο Χριστός μας δεν εξετάζει με κοινωνικά και εξωτερικά κριτήρια, αλλά με τον πλούτο της καρδιάς. Σαν παντογνώστης και δημιουργός, γνωρίζει τα άγνωστα βάθη της καρδιάς των ανθρώπων. Τους καλεί γιατί ξέρει ότι θα ανταποκριθούν, τους καλεί εκεί στην καθημερινότητά τους, στην εργασία τους, «οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ». Κάνει εντύπωση το επίρρημα «ευθέως», αμέσως άφησαν το πλοίο, τα δίκτυα, τους συγγενείς και Τον ακολούθησαν. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν σε ετοιμότητα, το περίμεναν.  

Και ο Κύριος τους κάνει «ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Τους κάνει συνεργάτες του. Τους κάνει ποιμένες του λογικού ποιμνίου του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από αυτή. Κατά τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, ο ιερέας έχει μεγαλύτερο αξίωμα από τον βασιλιά. Αλλά δεν είναι μόνο το επίγειο αξίωμα, ο Κύριος υποσχέθηκε στους μαθητές του ότι, «κατά τη Δευτέρα Παρουσία θα καθίσουν σε δώδεκα θρόνους και θα κρίνουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ». Με άλλα λόγια θα βρίσκονται μέσα στην φωτεινή δόξα της ακατάληπτης Τριάδος. 

Οι τέσσερεις ψαράδες μέσα στην απλότητά τους βρήκαν το νόημα της ζωής. Κάτι που σοφοί και επιστήμονες δεν το έχουν ανακαλύψει. Ο Θεός μας δημιούργησε για να Τον γνωρίσουμε, να Τον αγαπήσουμε, να Τον πλησιάσουμε, και Αυτός θα μας δώσει τις ιδιότητές του. Θα γίνουμε έτσι κατά χάρη αυτό που είναι Εκείνος κατά φύση, δηλαδή θεοί. 

Όλοι είμαστε αλιείς του βυθού της αμαρτίας και των παθών μας, ο Κύριος μας ζητάει να κοιτάξουμε ψηλά και να αλιεύσουμε την αγάπη Του. Οι Απόστολοι μας δείχνουν τον δρόμο και τον τρόπο. Όποιος ακολουθήσει τον πόθο της καρδιά τους,  θα μοιραστεί και τη δόξα τους. Αμήν.