«Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τίτ. 3, 10-11)
«Τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀκολουθεῖ πλανερὲς διδασκαλίες συμβούλεψέ τον μιὰ δυὸ φορές, κι ἂν δὲν ἀκούσει ἄφησέ τον, μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς αὐτὸς ἔχει πιὰ διαστραφεῖ καὶ ἁμαρτάνει, καταδικάζοντας ἔτσι ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του»
Η Κυριακή Δ’ Λουκά είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στην μνήμη των 367 Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, αυτής που έδωσε θεολογικό και δογματικό τέλος στην Εικονομαχία, ξεκαθαρίζοντας ότι ο Χριστός και οι Άγιοι μπορούν να ιστορούνται στους ναούς και να τιμώνται από τους πιστούς. Ο Χριστός, διότι είναι ο Υιός του Θεού που προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, έγινε ένας από εμάς, και οι άγιοι, διότι είναι οι εικόνες του Θεού, τουτέστιν οι εικόνες του Υιού και Λόγου του Θεού και σωματικά και πνευματικά.
Ίσως αναρωτηθούμε κατά πόσον αυτή η εορτή έχει κάποιο νόημα στους καιρούς μας. Κι αυτό διότι έχουμε τη δυνατότητα, εφόσον είμαστε ενταγμένοι στην Εκκλησία και τη ζωή της, να γνωρίζουμε ποιες είναι οι αιρέσεις και να μην κινδυνεύουμε να πλανηθούμε. Τα χρόνια των Πατέρων οι αιρέσεις δίχαζαν την Εκκλησία. Ισχυρά πνευματικώς πρόσωπα είχαν ακολούθους και διέδιδαν τις πλανεμένες ιδέες τους στους πιστούς, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλες διαμάχες και κίνδυνοι περί της αληθείας. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα τον εκκλησιαστικό αναφορικά με τα δόγματα. Υπάρχουν όμως συμπεριφορές και νοοτροπίες, οι οποίες λειτουργούν ως αφορμήσεις πλάνης και δυσκολεύουν την μαρτυρία του μηνύματος της Εκκλησίας στους καιρούς μας, για τον πρόσθετο λόγο ότι οι φορείς τους διεκδικούν την αυθεντία, την βεβαιότητα ότι είναι οι σωστοί και αναζητούν και καταλογίζουν αιρετικές τοποθετήσεις σε όσους προσπαθούν να δώσουν το μήνυμα του Ευαγγελίου στη γλώσσα που καταλαβαίνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Φανατίζουν οι προστάτες του Θεού και δημιουργούν κλίμα διχασμού στην Εκκλησία. Αντί να φωτίζουν και να επισημαίνουν θέσεις, αναζητούν εχθρούς, κάτι που είναι το σήμα κατατεθέν του φανατικού. Πρέπει να έχω εχθρούς, για να δικαιολογώ την ύπαρξη και παρουσία μου.
Είναι πολλές οι αιρέσεις των καιρών μας, απότοκα του ανθρώπινου νου, ο οποίος δεν θέλει να ενταχθεί στη ζωή της Εκκλησίας, ούτε να θέσει την δική του ερμηνεία της αλήθειας στην κρίση της Εκκλησίας. Ίσως η δυσκολότερη και λιγότερη εμφανής να είναι η "αίρεση" της κατάκρισης της Εκκλησίας, των επισκόπων, της Ιεραρχίας, κληρικών, θεολόγων με βάση τις δικές του απόψεις, τις οποίες τις θεωρεί ως τις μόνες ορθές, και κάνει ό,τι μπορεί για να πείσει ότι μόνο η δική του γραμμή οδηγεί στη σωτηρία.
Σκάνδαλο για τους ανθρώπους αυτούς είναι ο κόσμος. Μπορεί ο κόσμος πάντοτε να κείται εν τω πονηρώ, όπως ο Χριστός ξεκάθαρα μας είπε, όμως δεν είναι για να απορρίψουμε τον κόσμο αυτή η θέση, αλλά για να τον αγαπήσουμε. Και τον αγαπάμε όταν με συμπάθεια και υπομονή διαλέγουμε τι δεν μας βλάπτει και επισημαίνουμε τι αποτελεί αμαρτία και κίνδυνο για τη σωτηρία μας. Η κλήση να ζήσουμε εκτός του κόσμου, εκτός από την υποκρισία και το ανέφικτο που κρύβει, όπως επίσης και μια φαρισαϊκή έπαρση ότι δεν είμαστε εμείς όπως οι λοιποί των ανθρώπων, είναι μία κλήση που αφήνει απρόσληπτο και αθεράπευτο τον κόσμο.
Η Εκκλησία πάντοτε κρίνει τον πολιτισμό, τις προκλήσεις του κόσμου, το ήθος του. Δεν φανατίζει όμως ούτε φανατίζεται. Αρνείται την μεγάλη «αίρεση» της εποχής μας που είναι η δοκησισοφία. Ο δοκησίσοφος έχει σχηματίσει μέσα του την εικόνα ότι κατέχει τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και ότι αυτή η Χάρη είναι αρκετή για να του δίνει το δικαίωμα να κρίνει τα πάντα, είτε τα γνωρίζει και τα έχει σπουδάσει, είτε όχι. Το τελευταίο είναι το χειρότερο. Ο δοκησίσοφος, χωρίς να καταλαβαίνει τι συμβαίνει, έχει άποψη για ζητήματα που είτε ακουμπούν την πνευματικότητα είτε είναι εκτός αυτής, με αποτέλεσμα στους γνωρίζοντες να γελοιοποιείται. Δεν έχει όμως την ταπείνωση να ακούσει, να μάθει, να μελετήσει, καθώς ζει μέσα στη δική του αυτάρκεια. Έτσι, αντί να λειτουργήσει επαγωγικά, ξεκινά από την φιλοσοφική απαγωγή ότι ο κόσμος είναι κακός και αμαρτωλός σε όλα του και δεν κοιτά τι χρειάζεται αληθινά και πώς μπορούμε αυτό να το εντάξουμε ή να το κρίνουμε, οδηγώντας το στη θεραπεία στη δική μας αυθεντική Πνευματικότητα.
Και κάτι τελευταίο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν αυθεντικοί γνώστες των θεμάτων της κοσμικής πραγματικότητας, της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της κοσμολογίας, της θύραθεν σοφίας και προχωρούσαν στον διάλογο με την πίστη. Ακόμη και εκείνοι που δεν είχαν τέτοια παιδεία, ακολουθούσαν εκείνους που την είχαν και επικύρωναν με την πνευματικότητά τους και την αγιότητά τους τα συμπεράσματα της πίστης που οι κατηρτισμένοι Πατέρες συνέτασσαν. Οι σημερινοί δοκησίσοφοι ζούνε την αυτάρκεια της δικής τους ημιμάθειας και θεωρούν αυτονόητο ότι είναι "Πατέρες". Ας μην τους κάνουμε τη χάρη και ας εμπιστευόμαστε την Εκκλησία.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
11 Οκτωβρίου 2026
Κυριακή Δ’ Λουκά, των Αγίων Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου