Κυριακή 5 Απριλίου 2026
Σάββατο 4 Απριλίου 2026
ΜΗΝΥΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
Η Κυριακή των Βαΐων μάς φέρνει μπροστά σε μια μεγάλη αντίφαση. Ο Χριστός εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα με δόξα και τιμές, και ο λαός φωνάζει: «Ὡσαννά!». Κρατούν βάγια, Τον υποδέχονται ως Βασιλέα. Και όμως, λίγες ημέρες μετά, οι ίδιες φωνές θα φωνάξουν: «Σταύρωσον Σταύρωσον Αυτόν».
Τι μας διδάσκει αυτό; Ότι η πίστη δεν μπορεί να είναι επιφανειακή και στιγμιαία. Δεν αρκεί να ενθουσιαζόμαστε μόνο στις εύκολες στιγμές. Ο Χριστός δεν ζητά απλώς χειροκρότημα, αλλά καρδιά σταθερή, πιστή και ταπεινή.
Σήμερα κι εμείς κρατούμε «βάγια» – ίσως όχι στα χέρια, αλλά στη ζωή μας: λόγια πίστης, προσευχές, εκκλησιασμό. Το ερώτημα είναι: θα μείνουμε κοντά Του και στη Σταύρωση; Θα Τον ακολουθήσουμε και στο Γολγοθά της προσωπικής μας θυσίας, της συγχώρησης, της αγάπης;
Ας γίνει, λοιπόν, η σημερινή ημέρα όχι μόνο γιορτή, αλλά απόφαση να μείνουμε με τον Χριστό όχι μόνο στα «Ὡσαννά», αλλά και στο Σταυρό. Για να αξιωθούμε και της Αναστάσεως.
π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΣΚΙΝΑΣ
ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΒΑΊΩΝ ΣΤΟ Ι. ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΘΑΥΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
Στο Ιερό προσκύνημα του Αγίου Σπυρίδωνος τελέστηκε το απόγευμα του Σαββάτου 4 Απριλίου 2026 ο Πανηγυρικός Αρχιερατικός Εσπερινός, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου, για την εορτή των Βαΐων και την ανάμνηση του υπερφυούς θαύματος με το οποίο ο Άγιος Σπυρίδων έσωσε την Κέρκυρα από την πανώλη το 1630.
Σε σύντομη προσφώνησή του προς τους πιστούς ο κ. Νεκτάριος επεσήμανε ότι η χάρις του Αγίου Πνεύματος συνήγαγε όλους στο Ιερό Προσκύνημα του Αγίου Σπυρίδωνος, για να εορτάσουμε την εορτή της υποδοχής του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, αλλά και του Αγίου στις καρδιές μας. Εορτάζουμε την κοινήν ανάστασιν, διά της προεικονίσεως με την ανάσταση του Λαζάρου, εν τω προσώπω του Αγίου Σπυρίδωνος, στον οποίο ο Θεός χάρισε την αφθαρσία, για να δείξει σε όλους μας ότι δεν υπάρχει τέλος στην παρούσα ζωή, αλλά πορεία στην αιωνιότητα, ανάσταση και αφθαρτοποίηση του καθενός. Στην κοινή ανάσταση θα λάβουμε πνευματικό σώμα. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να συμπορευθούμε στο Πάθος, στο μαρτύριο, στον Σταυρό και στην Ανάσταση του Κυρίου, όπως έκαναν όλοι οι Άγιοι της πίστεώς μας, όπως και ο Άγιος Σπυρίδωνας. Ικέτες και οφειλέτες του Αγίου είμαστε, καθώς εκείνος απαντά στα αιτήματα τόσο των Κερκυραίων όσο και των πολυπληθών προσκυνητών. Ας μας συνάγει καθημερινά η χάρις του Αγίου Πνεύματος σ’ αυτήν την πορεία προς το Πάθος και την Ανάσταση του Κυρίου μας.
Το πρωί της Κυριακής των Βαΐων θα γίνει Αρχιερατική θεία λειτουργία, ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου και θα ακολουθήσει η καθιερωμένη λιτανεία του ιερού σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνος στην παλαιά πόλη.
ΕΙΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑΝ ΤΟΥ ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΥ ΜΟΥ ΤΕΤΗΡΗΚΕΝ ΑΥΤΟ
«Εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ῎Αφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε» (Ιωάν. 12, 7-8)
Εἶπε τότε ὁ ᾿Ιησοῦς· «῎Αφησέ την ἥσυχη· αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι γιὰ τὴν ἡμέρα τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου. Οἱ φτωχοὶ πάντοτε θὰ ὑπάρχουν κοντά σας, ἐμένα ὅμως δὲν θὰ μὲ ἔχετε πάντοτε».
Ένα πολύ συγκινητικό περιστατικό λαμβάνει χώρα στο σπίτι του Λαζάρου, μετά την ανάστασή Του. Ο Χριστός βρίσκεται εκεί και του παραθέτουν δείπνο, στο οποίο συμμετέχει και ο Λάζαρος. Η Μαρία, η αδερφή του Λαζάρου, πλένει τα πόδια του Χριστού με μύρο νάρδου, το οποίο κόστιζε πάνω από τριακόσια ασημένια νομίσματα, πλένει τα πόδια του Χριστού, όπως η φιλοξενία ορίζει, χρησιμοποιώντας αυτό το πανάκριβο μύρο, και τα σκουπίζει με τα μαλλιά της, δείχνοντας την αγάπη και την ευγνωμοσύνη για την ανάσταση του αδερφού της. Ο Ιούδας αγανακτεί. Όντας ο ταμίας της συντροφιάς του Ιησού και κρατώντας μέρος από τα χρήματα που οι άνθρωποι έδιναν στους μαθητές για να συντηρούνται, θα ήθελε να καταχραστεί και αυτό το ποσό, με την πρόφαση της ελεημοσύνης προς τους φτωχούς. Ο Χριστός όμως του απαντά ζητώντας του να αφήσει ήσυχη την Μαρία, διότι ό,τι έπραξε το έπραξε σαν να επρόκειτο ο Κύριος να πεθάνει, εις τύπον του ενταφιασμού Του, διότι, όταν πέθαινε κάποιος, τον άλειφαν με μύρο.
«Εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό». Ο Χριστός ήρθε στη γη, για να πεθάνει. Όποιος Τον αγαπά, το πιστεύει αυτό. Δεν ήρθε για να αναλάβει επίγειες βασιλείες. Δεν ήρθε για να αποκτήσει οπαδούς και δύναμη. Ακόμη και τα θαύματά Του δεν αποσκοπούσαν στο να γίνει δημοφιλής, αλλά να δείξει στους ανθρώπους τη δύναμη της πίστης. Γι’ αυτό και ό,τι έχει να κάνει με τον θάνατό Του, ο Χριστός το αποδέχεται. Κυρίως, την αγάπη, η οποία θα Τον συνοδεύει στον Άδη, στη συνάντηση με τους απ’ αιώνος νεκρούς. Διότι αυτή είναι που κινεί τον Ίδιο. Διότι αυτή ήρθε ο Ίδιος να διδάξει και επί γης και εν τω Άδη. Γι’ αυτό και δεν μετρά την αγάπη από την υλική πλευρά, αλλά από τη διάθεση της καρδιάς. Δεν συζητά με όρους ορθολογισμού, με όρους συμφέροντος, με όρους κόστους και κέρδους. Δεν συζητά καν με βάση την αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων, όπως αυτό της φτώχειας, που υποκριτικά θέτει ο Ιούδας.
«Εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό». Βρισκόμαστε στο κατώφλι της Μεγάλης Εβδομάδας. Βλέπουμε άραγε ότι δίχως θάνατο δεν έχει νόημα η παρουσία του Χριστού στη ζωή μας; Και θάνατος είναι η απόφαση τού να σταυρώσουμε τα πάθη μας, μη επιτρέποντας σ’ αυτά να κυριαρχήσουν εντός μας. Είναι η απόφαση να πονέσουμε κόβοντας το θέλημά μας και εμπιστευόμενοι τον Θεό. Να μη νικηθούμε από τη λύπη για όσα δεν πετυχαίνουμε, αλλά να μείνουμε στη συνάντηση με τον Χριστό, που είναι για μας το παν. Να προσφέρουμε στον Χριστό την καρδιά μας, την ευγνωμοσύνη μας, την προσευχή μας, τη νηστεία μας, την άσκησή μας, την φιλαδελφία μας προς τον συνάνθρωπο. Να νικήσουμε τον φόβο, οιασδήποτε μορφής, διότι δεν είμαστε μόνοι μας. Και να απαγκιάσουμε στην Εκκλησία, ως σταθμό και ρίζα στη ζωή μας, για να λάβουμε και να προσφέρουμε τη συγχώρεση.
«Εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό». Χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας η Μεγάλη Εβδομάδα. Είναι μία ρήξη με την ευκολία, με το συμφέρον, με την συνήθεια. Γι’ αυτό και η Εκκλησία ξεκινά με τον θρίαμβο κατά του θανάτου στην ανάσταση του Λαζάρου και συνεχίζει με την είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, για να μας δείξει ότι ο Χριστός έρχεται, αλλά εμείς πρέπει να αποφασίσουμε αν μείνουμε στην αναζήτηση ενός βασιλιά που θορυβεί θριαμβευτικά ή αν αποδεχτούμε Αυτόν που μας αγαπά έως θανάτου, όποιοι κι αν είμαστε. Αν η απόφασή μας γείρει προς την πλευρά του Χριστού της Εκκλησίας, τότε θα παραμείνουμε σταθεροί στους κυκλώνες της ζωής. Αν εξακολουθούμε να προσδοκούμε έναν βασιλιά της άνεσης, του θεαθήναι, της επικράτησης και της εξουσίας, τότε θα αλλάξουμε γνώμη εύκολα για τον Χριστό, όπως έκαναν οι άνθρωποι του καιρού Του, οι οποίοι από το «Ωσαννά» πέρασαν στο «σταύρωσον».
Καλή Ανάσταση!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
5 Απριλίου 2026
Κυριακή των Βαΐων
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ - ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ 1
«Απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ, και στον ανθό της νιότης,
άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα».
(Διονύσιος Σολωμός, «Ο Πόρφυρας»)
Έμοιαζε οικείος Αυτός που ανέστησε τον φίλο. Που γιάτρεψε πόνο πολύ. Που άκουσε το κλάμα των δυνατών και των αδύναμων. Μα θα απέμενε στον ανθό της νιότης Του μόνος Του. Έρημος, διότι οι άνθρωποι ήθελαν και θέλουν να πάρουν μόνο, χωρίς να νιώθουν ότι αυτό ήταν το μεγαλείο Του. Το ότι δεν ζήτησε και δεν ζητά, ούτε σύμβολα νίκης, ούτε ρούχα στρωμένα χάμου, ούτε τραγούδι, ούτε έπαινο. Μόνο δίνει. Και το ήξερε ότι θα μείνει μόνος Του. Όποιος αγαπά, με τη μοναξιά του μένει. Μα όσες φορές κι αν τον ρωτήσεις, αν θα άλλαζε την αγάπη με τα «ζήτω», την ίδια απάντηση θα έπαιρνες.
Όμορφος ξένος και καλός. Όσοι θέλουν να Τον συντροφέψουν στα εισόδια της αγάπης, θα λιγοστέψουν τη δική τους ερημιά. Μαζί Του.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
5 Απριλίου 2026
Κυριακή των Βαΐων
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ 5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026 (Ἰωάν. 12, 1-18)
Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. ᾿Εποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. ῾Η οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. Λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ᾿Ιούδας Σίμωνος ᾿Ισκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· Διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; Εἶπεν δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ᾿ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. Εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ῎Αφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. ῎Εγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον, ἀλλ᾿ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. ᾿Εβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, ὅτι πολλοὶ δι᾿ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν. Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· «῾Ωσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. Εὑρὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾿ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· «Μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου». Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾿ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾿ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ᾿ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.
Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα
Ἕξι μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα, ἦρθε ὁ ᾿Ιησοῦς στὴ Βηθανία, ὅπου ἔμενε ὁ Λάζαρος, ποὺ εἶχε πεθάνει καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν ἀνέστησε ἀπὸ τοὺς νεκρούς. ῾Ετοίμασαν, λοιπόν, ἐκεῖ γιὰ χάρη του δεῖπνο, καὶ ἡ Μάρθα ὑπηρετοῦσε, ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἦταν ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ παρακάθονταν μαζὶ μὲ τὸν ᾿Ιησοῦ στὸ δεῖπνο. Τότε ἡ Μαρία πῆρε μιὰ φιάλη ἀπὸ τὸ πιὸ ἀκριβὸ ἄρωμα τῆς νάρδου κι ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ ᾿Ιησοῦ. ῎Επειτα σκούπισε μὲ τὰ μαλλιά της τὰ πόδια του, κι ὅλο τὸ σπίτι γέμισε μὲ τὴν εὐωδιὰ τοῦ μύρου. Λέει τότε ὁ ᾿Ιούδας ὁ ᾿Ισκαριώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητές του, αὐτὸς ποὺ σκόπευε νὰ τὸν προδώσει· «Γιατί νὰ μὴν πουληθεῖ αὐτὸ τὸ μύρο γιὰ τριακόσια ἀργυρὰ νομίσματα, καὶ τὰ χρήματα νὰ διανεμηθοῦν στοὺς φτωχούς;» Αὐτὸ τὸ εἶπε ὄχι γιατὶ νοιαζόταν γιὰ τοὺς φτωχούς, ἀλλὰ γιατὶ ἦταν κλέφτης καί, καθὼς διαχειριζόταν τὸ κοινὸ ταμεῖο, συχνὰ κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ ἔβαζαν σ’ αὐτό. Εἶπε τότε ὁ ᾿Ιησοῦς· «῎Αφησέ την ἥσυχη· αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι γιὰ τὴν ἡμέρα τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου. Οἱ φτωχοὶ πάντοτε θὰ ὑπάρχουν κοντά σας, ἐμένα ὅμως δὲν θὰ μὲ ἔχετε πάντοτε». Πλῆθος πολὺ ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους τῆς πόλεως ἔμαθαν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς βρίσκεται ἐκεῖ καὶ ἦρθαν γιὰ νὰ δοῦν ὄχι μόνο αὐτὸν ἀλλὰ καὶ τὸν Λάζαρο, ποὺ τὸν εἶχε ἀναστήσει ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Γι’ αὐτὸ οἱ ἀρχιερεῖς ἀποφάσισαν νὰ σκοτώσουν καὶ τὸν Λάζαρο, ἐπειδὴ ἐξαιτίας του πολλοὶ ᾿Ιουδαῖοι ἐγκατέλειπαν αὐτοὺς καὶ πίστευαν στὸν ᾿Ιησοῦ. Τὴν ἄλλη μέρα, τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ εἶχε ἔρθει γιὰ τὴ γιορτὴ τοῦ Πάσχα, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς στὰ ῾Ιεροσόλυμα, πῆραν κλαδιὰ φοινικιᾶς, καὶ βγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλη νὰ τὸν προϋπαντήσουν κραυγάζοντας· Δόξα στὸν Θεό! Εὐλογημένος αὐτὸς ποὺ ἔρχεται σταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριο! Εὐλογημένος ὁ βασιλιὰς τοῦ ᾿Ισραήλ! ῾Ο ᾿Ιησοῦς εἶχε βρεῖ ἕνα γαϊδουράκι καὶ κάθισε πάνω του, ὅπως λέει ἡ Γραφή· Μὴ φοβᾶσαι θυγατέρα μου, πόλη τῆς Σιών· νά ποὺ ἔρχεται σ’ ἐσένα ὁ βασιλιάς σου, σὲ γαϊδουράκι πάνω καθισμένος. Αὐτὰ στὴν ἀρχὴ δὲν τὰ κατάλαβαν οἱ μαθητές του· ὅταν ὅμως ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνυψώθηκε στὴ θεία δόξα, τότε τὰ θυμήθηκαν. ῞Ο,τι εἶχε γράψει γιὰ κεῖνον ἡ Γραφή, αὐτὰ καὶ τοῦ ἔκαναν. ῞Ολοι, λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τὸν ᾿Ιησοῦ, ὅταν φώναξε τὸν Λάζαρο ἀπὸ τὸν τάφο καὶ τὸν ἀνέστησε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, διηγοῦνταν αὐτὰ ποὺ εἶχαν δεῖ. Γι’ αὐτὸ ἦρθε τὸ πλῆθος νὰ τὸν προϋπαντήσει, ἐπειδὴ ἔμαθαν ὅτι αὐτὸς εἶχε κάνει τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ σημεῖο.
















