ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗΝ Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΟΥΚΑ

«Μὴ κλαῖε… Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι»  (Λουκ. 7:13–14)

Σήμερα η Εκκλησία μάς καλεί να στρέψουμε το βλέμμα μας σε μια από τις πιο συγκινητικές σκηνές του Ιερού Ευαγγελίου. Ο Χριστός συναντά μια νεκρική πομπή έξω από την πόλη Ναΐν. Ένας νέος, μοναχογιός μιας χήρας, οδηγείται προς τον τάφο. Η μητέρα του θρηνεί – δεν έχασε μόνο το παιδί της, αλλά και τη μοναδική της ελπίδα, το στήριγμά της στη ζωή.

Κι εκεί, στο πιο σκοτεινό σημείο του ανθρώπινου πόνου, εμφανίζεται ο Χριστός. Δεν περνά αδιάφορα. Δεν απομακρύνεται. «Ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ», λέει το Ευαγγέλιο. Την λυπήθηκε βαθιά – με θεϊκή συμπόνοια.

Της λέει μόνο δύο λέξεις: «Μὴ κλαῖε». Όχι ως απλή παρηγοριά, αλλά με την εξουσία Εκείνου που μπορεί να δώσει τέλος στον πόνο και τον θάνατο. Και στη συνέχεια πλησιάζει το φέρετρο, το αγγίζει – πράγμα αδιανόητο για τους Ιουδαίους – και λέει:

 «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι».

Και ο νεκρός ανεστήθη. Κι έδωσε τη ζωή του πίσω στη μητέρα του.

Ο Χριστός συμπονά και επεμβαίνει  Δεν είναι ένας Θεός απόμακρος. Είναι ο «συμπαθής» Αρχιερέας (Εβρ. 4:15), που αισθάνεται τον πόνο μας. Όπως τότε στη Ναΐν, έτσι και σήμερα, βρίσκεται δίπλα μας στον θρήνο μας.

Ο θάνατος δεν είναι το τέλος.  Ο Ιησούς Χριστός, ο Νικητής του θανάτου, αποκαλύπτει πως έχει εξουσία όχι μόνο επί της ζωής, αλλά και επί του θανάτου. Η Ανάσταση του νέου προαναγγέλλει τη δική Του Ανάσταση και τη μελλοντική ανάσταση όλων των ανθρώπων.

Η αληθινή ζωή είναι κοντά στον Χριστό.  Ο λόγος του Χριστού δίνει ζωή: «σοὶ λέγω, ἐγέρθητι». Κι εμείς, όσες φορές πέφτουμε πνευματικά, όσες φορές «πεθαίνουμε» από την αμαρτία, μπορούμε να ακούσουμε τη φωνή Του να μας καλεί σε μετάνοια και ανάσταση.

Η Εκκλησία είναι η πόλη της συνάντησης .  Στην πύλη της πόλης Ναΐν συναντιούνται δύο πομπές: η πομπή του θανάτου και η πομπή της ζωής. Έτσι και στην Εκκλησία, ο Χριστός συναντά τον κάθε άνθρωπο που πορεύεται προς την απελπισία και του προσφέρει ελπίδα και σωτηρία.

Κύριε Ιησού Χριστέ, Εσύ που ανέστησες τον υιό της χήρας, ανάστησε κι εμάς από τον πνευματικό λήθαργο. Δώσε μας τη ζωή τη δική Σου, τη ζωή της αγάπης, της πίστης και της αιώνιας ελπίδας.

π. Δημήτριος Κοσκινάς


ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 19 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2025- Γ' ΛΟΥΚΑ (Β’ Κορ. ια’ 31-33, ιβ’ 1-9)

 


 Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι. ᾿Εν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης ᾿Αρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων, καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ. Καυχᾶσθαι δὴ οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου. Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι. ῾Υπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου. ᾿Εὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ. Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι. ῾Υπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ· καὶ εἴρηκέ μοι· ᾿Αρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ῞Ηδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ. 

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα 

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ -ἂς εἶναι εὐλογημένο τὸ ὄνομά του στοὺς αἰῶνες- ξέρει ὅτι δὲν λέω ψέματα. Στὴ Δαμασκό, ὁ διοικητὴς-ἐκπρόσωπος τοῦ βασιλιᾶ ᾿Αρέτα ἔβαλε φρουροὺς σὲ ὅλη τὴν πόλη γιὰ νὰ μὲ συλλάβει. Μέσα ὅμως ἀπὸ ἕνα ἄνοιγμα τοῦ τείχους μὲ κατέβασαν μὲ καλάθι καὶ ξέφυγα ἀπὸ τὰ χέρια του. Δὲν μὲ συμφέρει βέβαια νὰ καυχηθῶ· θὰ τὸ κάνω ὅμως, γιατὶ πρόκειται γιὰ ὁράματα κι ἀποκαλύψεις ποὺ μοῦ χάρισε ὁ Κύριος. Ξέρω ἕναν ἄνθρωπο πιστό, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ δεκατέσσερα χρόνια ἀνυψώθηκε μέχρι καὶ τὸν τρίτο οὐρανὸ -δὲν ξέρω ἂν ἦταν μὲ τὸ σῶμα του ἢ χωρὶς τὸ σῶμα, αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸ ξέρει. Ξέρω ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος -ἢ ἦταν μὲ τὸ σῶμα ἢ χωρὶς τὸ σῶμα δὲν τὸ ξέρω, ὁ Θεὸς τὸ ξέρει- μεταφέρθηκε ξαφνικὰ στὸν παράδεισο κι ἄκουσε λόγια ποὺ δὲν μπορεῖ οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ τὰ πεῖ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο θὰ καυχηθῶ· γιὰ τὸν ἑαυτό μου ὅμως δὲν θὰ καυχηθῶ, παρὰ μόνο γιὰ τὶς ταλαιπωρίες μου. ῞Αμα θελήσω, λοιπόν, νὰ καυχηθῶ, δὲν θὰ φανῶ ἀνόητος, γιατὶ θὰ πῶ τὴν ἀλήθεια. Τὸ ἀποφεύγω ὅμως, μήπως ἐξαιτίας τοῦ μεγαλείου τῶν ἀποκαλύψεων, μὲ θεωρήσει κανεὶς παραπάνω ἀπ’ αὐτὸ ποὺ βλέπει ἢ ἀκούει ἀπὸ μένα. Γιὰ νὰ μὴν περηφανεύομαι ὅμως, ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωσε ἕνα ἀγκάθι στὸ σῶμα μου, ἕναν ὑπηρέτη τοῦ σατανᾶ νὰ μὲ ταλαιπωρεῖ, ὥστε νὰ μὴν περηφανεύομαι. Γι’ αὐτὸ τὸ ἀγκάθι τρεῖς φορὲς παρακάλεσα τὸν Κύριο νὰ τὸ διώξει ἀπὸ πάνω μου. ῾Η ἀπάντησή του ἦταν· «Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου, γιατὶ ἡ δύναμή μου φανερώνεται στὴν πληρότητά της μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀδυναμία σου». Μὲ περισσότερη εὐχαρίστηση, λοιπόν, θὰ καυχηθῶ γιὰ τὶς ταλαιπωρίες μου, γιὰ νὰ κατοικήσει μέσα μου ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 19 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2025- Γ' ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ζ΄ 11-16)

 


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. ῾Ως δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· Μὴ κλαῖε· καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. ῎Ελαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, πῆγε ὁ ᾿Ιησοῦς σὲ μιὰ πόλη ποὺ λεγόταν Ναΐν. Μαζί του ἦταν ἀρκετοὶ μαθητές του καὶ πολὺ πλῆθος. Τὴν ὥρα ποὺ πλησίαζαν στὴν πύλη τῆς πόλης, ἔβγαζαν ἕναν νεκρό, τὸν μονάκριβο γιὸ μιᾶς μάνας, ποὺ μάλιστα ἦταν χήρα. Κόσμος πολὺς ἀπὸ τὴν πόλη τὴ συνόδευε. ῞Οταν εἶδε τὴ χήρα ὁ Κύριος, τὴ σπλαχνίστηκε καὶ τῆς εἶπε· «Μὴν κλαῖς». ῎Επειτα προχώρησε, ἀκούμπησε τὴ σορό, καὶ ἀφοῦ στὸ μεταξὺ αὐτοὶ ποὺ βαστοῦσαν τὸ φέρετρο σταμάτησαν, εἶπε· «Νεαρέ, σὲ διατάζω νὰ σηκωθεῖς». ῾Ο νεκρὸς ἀνακάθισε κι ἄρχισε νὰ μιλάει. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τότε τὸν παρέδωσε στὴ μητέρα του. ῞Ολους τοὺς κυρίεψε δέος καὶ δόξαζαν τὸν Θεό· «Μεγάλος προφήτης», ἔλεγαν, «ἐμφανίστηκε ἀνάμεσά μας!» καί· «῾Ο Θεὸς ἦρθε νὰ σώσει τὸν λαό του!»

Η ΜΑΝΑ & Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

Ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· Μὴ κλαῖε» (Λουκ. 7, 12-13)

Τὴν ὥρα ποὺ πλησίαζαν στὴν πύλη τῆς πόλης, ἔβγαζαν ἕναν νεκρό, τὸν μονάκριβο γιὸ μιᾶς μάνας, ποὺ μάλιστα ἦταν χήρα. Κόσμος πολὺς ἀπὸ τὴν πόλη τὴ συνόδευε. ῞Οταν εἶδε τὴ χήρα ὁ Κύριος, τὴ σπλαχνίστηκε καὶ τῆς εἶπε· «Μὴν κλαῖς».

 Ας μεταβούμε με τη σκέψη μας στην είσοδο της μικρής πόλης Ναΐν. Ο Χριστός με τους μαθητές Του και με πολλούς ανθρώπους που Τον ακολουθούσαν συναντούν μία πένθιμη πομπή. Ένας νέος άνθρωπος, νεκρός, πηγαίνει προς την τελευταία του κατοικία, να ταφεί έξω από την πόλη. Μαζί του η μάνα. Χήρα. Χωρίς ελπίδα παρηγοριάς από ένα άλλο παιδί, γιατί ο νεκρός ήταν ο μονάκριβος γιος της. Αξιοπρεπής στο πένθος της. Τα δάκρυα στα μάτια της. Και μαζί της όσοι ένιωθαν ότι θα έπρεπε να είναι παρόντες τουλάχιστον τη στιγμή που θα ξεκινούσε η απόλυτη μοναξιά, καθώς μετά την ταφή αυτό θα βίωνε η μάνα στο άδειο σπίτι, στην άδεια καρδιά, στην άδεια ζωή. Κι ακούνε αυτοί τον Χριστό, τον επικεφαλής της χαρούμενης πομπής, να λέει στη μάνα «Μην κλαις». Κι αναρωτιόμαστε: τι άραγε να σκέφτηκε τόσο η μάνα, όσο και εκείνοι που της συμπαρίσταντο στο πένθος και τη μοναξιά της; 

 «Μην κλαις», λέει ο Χριστός. Δεν είναι μόνο ότι τη σπλαχνίστηκε, έδειξε σ’ εκείνην και σε μας τι σημαίνει ενσυναίσθηση, ότι μπαίνω στην καρδιά του άλλου και όχι απλώς στη θέση του, γίνομαι ένα μαζί του, τον νιώθω, επειδή τον αγαπώ. Δεν είναι το ότι είχε και τον σκοπό και τη δύναμη να αναστήσει το παιδί της, όπως και έκανε. Είναι κυρίως το ότι όποιος βρίσκεται δίπλα στον Χριστό, ακόμη και στο σκοτάδι που βλέπει και νιώθει, είτε αυτό ονομάζεται μοναξιά είτε απελπισία είτε ήττα είτε θάνατος, δεν είναι μόνος του. Ο Χριστός είναι μαζί. Και γίνεται η φανερή ή και μυστική δύναμη που ενισχύει την καρδιά μας με την ελπίδα της ανάστασης, την ελπίδα της αγάπης, την ελπίδα ότι και άνθρωποι θα βρεθούν που θα σταθούν κοντά μας και η νέα αρχή που μπορούμε να κάνουμε παρά τον καημό μας μπορεί να βγει σε διέξοδο ζωής, αλλά και στο απόλυτο της ήττας που είναι ο θάνατος ο άνθρωπος δεν χάνεται, γιατί τον περιμένει η ανάσταση ως προς το σώμα του, αλλά και η ζωή δίπλα στον Χριστό της αγάπης ως προς την ψυχή του, μέχρι να έρθει ο καιρός της επανένωσης. Ας είναι ο Χριστός η ελπίδα κάθε μάνας, κάθε ανθρώπου που δοκιμάζεται, του καθενός και της καθεμιάς μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

19 Οκτωβρίου 2025

Κυριακή Γ’ Λουκά

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 6 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2024 - Γ' ΛΟΥΚΑ (Β’ Κορ. 4, 6-15)

 

     Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν,  ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ' οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ' οὐκ ἐξαπορούμενοι,  διωκόμενοι ἀλλ' οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ' οὐκ ἀπολλύμενοι,  πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. Ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. Ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. Τὰ γὰρ πάντα δι' ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Αδελφοί, ο Θεός που είπε μέσα από το σκοτάδι να λάμψει φως, αυτός έλαμψε μέσα στις καρδιές μας και μας φώτισε να γνωρίσουμε τη δόξα του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αλλά εμείς που έχουμε αυτόν το θησαυρό είμαστε σαν τα πήλινα δοχεία· έτσι γίνεται φανερό πως η υπερβολική αξία του θησαυρού αυτού προέρχεται από το Θεό κι όχι από μας. Αν και μας πιέζουν από παντού, δε μας καταβάλλουν. Βρισκόμαστε σε αδιέξοδο, αλλά δεν απελπιζόμαστε. Μας καταδιώκουν, ο Θεός όμως δε μας εγκαταλείπει. Μας ρίχνουν κάτω, μα δε χάνουμε τον αγώνα. Συνεχώς υποφέρουμε σωματικά μετέχοντας έτσι στο θάνατο του Κυρίου Ιησού, για να φανερωθεί στο πρόσωπό μας η ζωή του αναστημένου Ιησού. Δηλαδή είμαστε ζωντανοί, αλλά εκθέτουμε συνεχώς τον εαυτό μας στο θάνατο για χάρη του Ιησού, ώστε να φανερωθεί στο θνητό μας σώμα η ζωή του Ιησού. Έτσι, εμάς μας απειλεί συνεχώς ο θάνατος, ενώ εσείς κερδίζετε τη ζωή. Έχουμε, λοιπόν, την ίδια εμπιστοσύνη στο Θεό, που αναφέρει η Γραφή: Εμπιστεύτηκα τον εαυτό μου στο Θεό, γι’ αυτό και μίλησα. Κι εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο Θεό, γι’ αυτό και κηρύττουμε. Ξέρουμε ότι ο Θεός, που ανέστησε τον Κύριο Ιησού, θα αναστήσει και εμάς δια του Ιησού και θα μας παρουσιάσει μπροστά του μαζί σας. Όλα, λοιπόν, γίνονται για σας. Έτσι, όσο πιο πολλοί δεχτούν τη χάρη, τόσο πιο μεγάλη θα είναι η ευχαριστία και η δοξολογία προς το Θεό.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 6 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2024- Γ' ΛΟΥΚΑ (Λουκ. 7, 11-16)

    Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. ῾Ως δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· Μὴ κλαῖε· καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. ῎Ελαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

Ἀπόδοση σέ ἁπλή γλῶσσα

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, πῆγε ὁ ᾿Ιησοῦς σὲ μιὰ πόλη ποὺ λεγόταν Ναΐν. Μαζί του ἦταν ἀρκετοὶ μαθητές του καὶ πολὺ πλῆθος. Τὴν ὥρα ποὺ πλησίαζαν στὴν πύλη τῆς πόλης, ἔβγαζαν ἕναν νεκρό, τὸν μονάκριβο γιὸ μιᾶς μάνας, ποὺ μάλιστα ἦταν χήρα. Κόσμος πολὺς ἀπὸ τὴν πόλη τὴ συνόδευε. ῞Οταν εἶδε τὴ χήρα ὁ Κύριος, τὴ σπλαχνίστηκε καὶ τῆς εἶπε· «Μὴν κλαῖς». ῎Επειτα προχώρησε, ἀκούμπησε τὴ σορό, καὶ ἀφοῦ στὸ μεταξὺ αὐτοὶ ποὺ βαστοῦσαν τὸ φέρετρο σταμάτησαν, εἶπε· «Νεαρέ, σὲ διατάζω νὰ σηκωθεῖς». ῾Ο νεκρὸς ἀνακάθισε κι ἄρχισε νὰ μιλάει. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τότε τὸν παρέδωσε στὴ μητέρα του. ῞Ολους τοὺς κυρίεψε δέος καὶ δόξαζαν τὸν Θεό· «Μεγάλος προφήτης», ἔλεγαν, «ἐμφανίστηκε ἀνάμεσά μας!» καί· «῾Ο Θεὸς ἦρθε νὰ σώσει τὸν λαό του!»

Η ΖΩΗ ΒΓΑΙΝΕΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν (Β’ Κορ. 4, 11)

Δηλαδή είμαστε ζωντανοί, αλλά εκθέτουμε συνεχώς τον εαυτό μας στο θάνατο για χάρη του Ιησού, ώστε να φανερωθεί στο θνητό μας σώμα η ζωή του Ιησού.

 Ο απόστολος Παύλος γράφει προς τους Κορινθίους τη δεύτερη επιστολή του, για να τους θυμίσει, μεταξύ άλλων, ότι η όντως ζωή βγαίνει μέσα από τον θάνατο. Οι άνθρωποι βλέπουμε τη ζωή στο «φαίνεσθαί» της. Στις σωματικές της λειτουργίες, στην καθημερινότητά της, στην κίνηση προς τον άλλο, τον κόσμο, τον εαυτό μας, στη θέα διά των αισθήσεων, στους στόχους και τα επιτεύγματα. Είναι όντως ζωή όμως αυτό το «φαίνεσθαι»;

 Θα ήμασταν αχάριστοι έναντι του Θεού αν ισχυριζόμασταν ότι όλα αυτά, επειδή έχουν έναν χαρακτήρα πρόσκαιρο, δεν είναι ζωή. Επειδή είναι εκφάνσεις εν χρόνω, δεν αξίζουν. Ο Θεός όρισε να ζούμε στον κόσμο, στον χρόνο που Εκείνος επέτρεψε, να έχουμε τους γονείς που μας έφεραν στη ζωή, να έχουμε να παλέψουμε μέσα στον πολιτισμό και τα ήθη που συναντούμε. Και επαφίεται σε μας να χαράξουμε δρόμους ή απλώς να ακολουθήσουμε ή και να καταστρέψουμε ή και να αδιαφορήσουμε. Όμως ο Θεός μας προίκισε και με ένα ξεχωριστό και μοναδικό δώρο: το πνεύμα, την ψυχή μας, ώστε να είμαστε διαφορετικοί όχι μόνο σωματικά και κατ’ όψιν, αλλά και ως πρόσωπα σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους. Και μας έδωσε, μέσα από το πνεύμα, την ψυχή μας, τη δυνατότητα να έχουμε ξεχωριστά χαρίσματα, εικόνα δική του, την αγάπη και την ελευθερία, το λογικό, τη συνείδηση, τη δημιουργικότητα, τη δυναμική να σχετιζόμαστε με τον πλησίον μας, να χτίζουμε κατά το θέλημα του Θεού ή κατά το θέλημα το δικό μας ή σε συνδυασμό. Όλος αυτός ο δρόμος όμως στην πραγματικότητα έχει τέρμα του τον θάνατο, την έξοδό μας δηλαδή από τον χρόνο. 

 Γι’ αυτό η όντως ζωή περνά μέσα από τη σχέση με τον Χριστό. Εκείνος είναι που μέσα από την κοινωνία μαζί Του μπορούμε να δώσουμε νόημα που διαρκεί σε όλα όσα πράττουμε, σε όλα όσα ζούμε, σε όλα όσα είμαστε. Να περάσουμε δηλαδή από το «φαίνεσθαι» στο «είναι» όχι ως άτομα, αλλά ως πρόσωπα που Τον αναζητούμε και Τον βρίσκουμε στον τρόπο της Εκκλησίας. Στη θεία κοινωνία, δηλαδή στη μετοχή μας στη Θεανθρώπινη ύπαρξή Του, όπως Εκείνος μάς προσφέρεται για να γίνουμε ένα. Στην αγάπη προς τον πλησίον, όπως Εκείνος μάς την έδειξε, δηλαδή με τον τρόπο του σταυρού, της συγχώρεσης, της θυσίας, της υπομονής. Στην πίστη στην ανάσταση, η οποία γκρεμίζει την ιδεολογία του μηδενισμού και κάνει τη ζωή να αξίζει, διότι η έξοδος από τον χρόνο δεν είναι σβήσιμο του προσώπου, αλλά κοίμηση και, την ίδια στιγμή, θέαση του προσώπου του Χριστού, του φωτός, της ελπίδας, της αγάπης που γίνεται αιωνιότητα. 

 Όλα όσα ζούμε είναι ζωή αληθινή. Δεν είναι όμως αυτάρκης αυτή η ζωή. Χρειάζεται να εκθέτουμε τον εαυτό μας στον θάνατο: αυτόν της υπέρβασης της αμαρτίας, δηλαδή της αίσθησης ότι τα πάντα είναι για μένα και για το πρόσκαιρο της ζωής και δεν μου χρειάζεται ο Θεός, ενώ ο πλησίον υπάρχει για να τον χρησιμοποιώ. Και είναι θάνατος αυτός ο αγώνας να νικήσουμε την αμαρτία, διότι έχουμε να πολεμήσουμε με τον «έτερο νόμο» (Ρωμ. 7,23), του να κάνουμε αυτό που δεν θέλουμε. Τον νόμο του θελήματος. Τον νόμο του πειρασμού. Τον νόμο του «μόνο εγώ».  Αν πεθαίνουμε ως προς αυτόν τον νόμο, τότε φανερώνεται εντός μας η ζωή του Χριστού. Η ζωή της αγάπης. Η ζωή της ανάστασης. Η ζωή που δεν νικιέται από τον θάνατο. Αυτός είναι ο τρόπος της Εκκλησίας, που χρειάζεται να τον αναζητήσουμε και να τον ζήσουμε. Διότι ο Χριστός δεν μας αφήνει μόνους στον αγώνα εναντίον του έτερου νόμου, αλλά μας εξάγει συνεχώς στη ζωή. Που, μαζί του, είναι η όντως και ατελεύτητη. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Οκτωβρίου 2024

Κυριακή Γ’ Λουκά

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2023

Κερκύρας Νεκτάριος:" Ηεποχή μας πρέπει να κατανοήσει την πορεία του Ιησού Χριστού"

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας Παξών & Διαποντίων νήσων κ .Νεκτάριος λειτούργησε και ομίλησε στο Ιερό Προσκύνημα του Αγίου Σπυρίδωνος στη Κέρκυρα, έχοντας συλλειτουργούς του, τον αρχιμανδρίτη π. Χριστόδουλο Τριαντάφυλλο ιεροκήρυκα του προσκυνήματος και τον πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Βλάχο προϊστάμενο του ιερού προσκυνήματος, αλλά και τους ιεροδιακόνους του π. Ανδρέα και π. Νεκτάριο.

Απευθυνόμενος προς το πολυπληθές εκκλησίασμα του Ιερού Προσκυνήματος, έλαβε αφορμή από μία φράση που σημείωσε ο ευαγγελιστής Λουκάς, στη παραβολή της χήρας της Ναΐν η οποία κήδευε τον υιό της, λέγοντας: "συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς ". 

Ο Κύριος μας, σε αυτή τη συμπόρευση χάρισε τη ζωή και την ανάσταση στον άνθρωπο, καταργεί το θάνατο, παρηγορεί και χαρίζει ζωή. Αυτή είναι η πορεία του Χριστού στην κάθε συμπόρευση της ζωής μας. 

Βέβαια ο Κύριος μας πότε δεν πορεύτηκε μόνος Του. Πάντοτε συμπορεύεται με τον Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα και στη σάρκωση Του και στο βάπτισμα Του και στη μεταμόρφωση Του, πάντοτε ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού συμπορεύεται με τα άλλα πρόσωπα της Παναγίας Τριάδος. Κάθε μυστήριο της Αγίας μας Εκκλησίας, είναι μια συμπόρευση του ανθρώπου σε συνάντηση μας με το Θεό, αλλά και μέσα από τα μυστήρια δεν συναντούμε μόνο τον Υιό, αλλά ολόκληρη την θεότητα.

 Στην συνοδοιπορία με τον Ιησού, δεν είναι μόνο οι μαθητές Του οι οποίοι τον αγαπούν και οι οποίοι αναγνωρίζουν στο πρόσωπο Του, τον αληθινό Θεό, όπως θα πεί ο Πέτρος στην ερώτηση του Ιησού «τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;» « Ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε· σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος ». Αλλά με τον Ιησού, συμπορεύεται και όχλος πολύς, που άλλοι μεν τον αναγνωρίζουν, τον προσκυνούν και τον κάνουν οικείο της ζωής τους, άλλοι, απλώς τον θαυμάζουν και περιεργάζονται και μελετούν με δόση αμφιβολίας τον Ιησού. Ωστόσο ο άνθρωπος συμπορεύεται είτε συνειδητά και εν επίγνωση της παρουσίας Του, είτε ασυνείδητα και ανεπίγνωστα με το πρόσωπο του Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός όμως πάντοτε συμπορεύεται με τον άνθρωπο συμπονετικά και αγαπητικά. Τελικά η ζωή του ανθρώπου είναι μια πορεία προς τον Θεό. Εάν αυτό, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί να το κατανοήσει τότε αυτή η πορεία του, είναι άκαρπη. Εάν όμως συνειδητοποιεί αυτή τη πορεία του, τότε αυτή η πορεία είναι πορεία θέωσης.

Η τραγική σύγχρονη εποχή μας, η οποία ζει με την ψευδαίσθηση, με την σύγχυση και με την υποκρισία, έχει ανάγκη από αυτή τη συνοδοιπορία, να κατανοήσει ότι η αγαπητική και λυτρωτική πορεία του Ιησού δεν εγκαταλείπει τον σύγχρονο άνθρωπο, ούτε στο σκοτάδι της αμαρτίας, της σύγχυσής του, ούτε στην αποτυχία του αγώνος του, ούτε στην πτώση της ακολασίας του και του εγωισμού του, γιατί ο Κύριος μας γι αυτό το σκοπό ήρθε να ανασύρει τον άνθρωπο από τον θάνατο και να του χαρίσει την ανάσταση. 

Σήμερα λοιπόν οι συνοδοιπορία του Ιησού μας, στη νεκρική πομπή της χήρας της Ναΐν έχει να κάνει με τη δική μας νεκρική πομπή του πνευματικού θανάτου μας ,από τη δέσμευση και την παγίδευση της σύγχρονης υποδούλωσης, η οποία προσπαθεί να κρατήσει τον άνθρωπο στον θάνατο.

 Ας αφυπνιστούμε λοιπόν και ας κατανοήσουμε τη πορεία του Ιησού στη ζωή μας.









Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2023

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Γ´ Λουκά (Λουκ. Ζ΄ 11-16)

 


Το Ευαγγέλιο Κυριακής Γ´ Λουκά 8-10-2023

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. Ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ.

Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· Μὴ κλαῖε· καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. Ἒλαβε δὲ φόβος πάντας, καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεὸν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἠγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

Απόδοση σε νεοελληνική το Ευαγγέλιο Κυριακής Γ´ Λουκά

Εκεῖνο τόν καιρό, πῆγε ὁ Ἰησοῦς σέ μία πόλη πού λεγότανε Ναΐν. Μαζί του ἦταν ἀρκετοί μαθητές του καί πολύ πλῆθος. Τήν ὥρα πού πλησίαζαν στήν πύλη τῆς πόλης, βγάζανε ἕνα νεκρό, τό μονάκριβο γιό μιάς μάνας, πού μάλιστα ἦταν χήρα. Κόσμος πολύς ἀπό τήν πόλη τή συνόδευε.

Ὅταν εἶδε τή χήρα ὁ Κύριος, τή σπλαχνίστηκε καί τῆς εἶπε: «Μήν κλαῖς». Ἔπειτα προχώρησε, ἀκούμπησε τή σορό, καί, ἀφοῦ στό μεταξύ αὐτοί πού βαστοῦσαν τό φέρετρο σταμάτησαν, εἶπε: «Νεαρέ, σέ διατάζω νά σηκωθεῖς». Ἀνακάθισε ὁ νεκρός κι ἄρχισε νά μιλάει. Ὁ Ἰησοῦς τότε τόν παρέδωσε στή μητέρα του. Ὅλους τους κυρίεψε δέος καί δόξαζαν τό Θεό λέγοντας: «Μεγάλος προφήτης ἐμφανίστηκε ἀνάμεσά μας!» καί: «Ὁ Θεός ἦρθε νά σώσει τό λαό του!»

Ο Απόστολος Κυριακής Γ´ Λουκά 8-10-2023 (Β΄ Κορ. θ΄ 6-11)

 


Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Γ´ Λουκά

Αδελφοί, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ’ εὐλογίαις ἐπ’ εὐλογίαις καὶ θερίσει. Ἓκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. Δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, καθὼς γέγραπται· «Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα». Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι’ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ·

Απόδοση σε νεοελληνική ο Απόστολος Κυριακής Γ´ Λουκά

Αδελφοί, ὅποιος σπέρνει μέ φειδώ, θά ἔχει λίγη σοδειά· κι ὅποιος σπέρνει ἁπλόχερα ἡ σοδειά του θά εἶναι ἄφθονη. Ὁ καθένας ἄς δώσει ὅτι τοῦ λέει ἡ καρδιά του χωρίς νά στενοχωριέται ἤ νά ἐξαναγκάζεται, γιατί «ὁ Θεός ἀγαπάει αὐτόν πού δίνει μέ εὐχαρίστηση». Ὁ Θεός ἔχει τή δύναμη νά σᾶς χορηγήσει πλουσιοπάροχα κάθε δωρεά, ὥστε νά εἶστε πάντοτε σέ ὅλα τελείως αὐτάρκεις, καί νά δίνετε μέ τό παραπάνω γιά κάθε καλό σκοπό. Τό λέει καί ἡ Γραφή: Σκόρπισε, ἔδωσε στούς φτωχούς, ἡ ἀγαθοεργία του θά διαρκεῖ αἰώνια. Αὐτός πού δίνει στό σποριά τό σπόρο καί τό ψωμί γιά νά τραφεῖ, θά δώσει καί θά πληθύνει καί τό δικό σας σπόρο καί θά αὐξήσει τούς καρπούς τῆς ἀγαθοεργίας σας. Ὁ Θεός θά σᾶς κάνει πλούσιους σέ ὅλα, γιά νά μπορεῖτε νά δίνετε γενναιόδωρα. Αὐτοί πού θά πάρουν ἀπό μᾶς τή δική σας εἰσφορά θά εὐχαριστοῦν τό Θεό.


Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2022

Κήρυγμα Κυριακής ΙΖ’ Επιστολών (09–10–2022)

 


«καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας»

Μια μεγάλη και σπουδαία αλήθεια αδελφοί μου μας τονίζει ο μέγας των Αποστόλων Παύλος, «ὑμεῖς ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος». Πόσο μεγάλη η τιμή, πόσο σπουδαίος ο άνθρωπος, πόσο ο Θεός τον έχει εξυψώσει ώστε «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς». Είμαστε κατοικητήρια του Θεού μας λέει, κατοικεί ο Θεός στα ταπεινά σώματα και στις ψυχές μας. Είμαστε ναοί Του.

Είμαστε δικός του λαός, και Αυτός είναι ο Θεός μας «καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός». Εμείς είμαστε λαός του Θεού, έθνος άγιον, Βασίλειον ιεράτευμα. Ο Θεός είναι ο δικός μας, ο Θεός μας, ο Πατέρας μας. Κατόπιν όλων αυτών των λόγων αντιλαμβάνεσθε αδελφοί μου την αξία του ανθρώπινου προσώπου. Ποιος τελικά είναι ο άνθρωπος και τι αξία έχει μέσα στην όλη δημιουργία.

Διαβάζοντας τα κείμενα στα πρώτα κεφάλαια της Π. Διαθήκης που αναφέρονται στην δημιουργία του ανθρώπου βλέπει κανείς ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιος ο σκοπός του: «καὶ ἔλαβεν Κύριος ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον ὅν ἔπλασεν καὶ ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ Παραδείσῳ».

Κορωνίδα της δημιουργία και βασιλείας του παραδείσου ετέθη ο άνθρωπος. Πλάσμα κατ’ εξοχήν της εικόνος του Θεού, γι αυτό και ο Απ. Παύλος προτρέπει τους Χριστιανούς να ξεχωρίσουν από τους ειδωλολάτρες της εποχής τους, να μην έχουν σχέση με την ειδωλολατρία και τα ειδωλολατρικά έθιμα και τις συνήθειες για τον κίνδυνο να παρασυρθούν. «Διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος».

Αυτά τα λόγια που λέγει ο Απ. Παύλος είναι λόγια μέσα από την Παλ. Διαθήκη για τον λαό του Ισραήλ. Όμως το ίδιο ισχύει και για τους Χριστιανούς της εποχής του, αλλά και πολύ περισσότερο για μας, ζώντας σε ένα περιβάλλον όπου ο κόσμος ζει μακράν του Θεού, με συνήθειες και τρόπο ζωής αντίθετο από το Νόμο του Θεού.

Μας εφιστά την προσοχή μας να μην παρασυρόμαστε από τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής ενός κόσμου με κάθε είδους αμαρτίες. Τότε Εκείνος μας υπόσχεται ότι θα μας δέχεται σαν παιδιά Του. «καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός».

Εάν ο εαυτός μας, η ψυχή, η καρδιά και το σώμα μας είναι καθαρά από κάθε μολυσμό, εάν φροντίζουμε η κάθε μέρα να γίνεται ημέρα αρετής και αγιασμού και η σκέψη μας να είναι στο ότι ο Θεός είναι εντός μας, είναι πανταχού παρών και μας βλέπει και μας ακούει, τότε μας δυναμώνει την πίστη ότι θα σπεύσει να μας βοηθήσει σε κάθε δύσκολή περίσταση.

Θα είμαι ο πατέρας σας και εσείς θα είστε οι υιοί μου και οι θυγατέρες μου «καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας».

Αδελφοί μου! Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Η συναίσθηση ότι η παρουσία του Θεού είναι εντός μας και ότι γνωρίζει τα πάντα, τότε ο άνθρωπος δύσκολα πράττει το κακό και την αμαρτία.

Να ευχηθούμε ώστε να υπάρχει μέσα μας η πίστη ότι τα μάτια του Θεού είναι άγρυπνα και μας παρακολουθούν και έτοιμα να μας βοηθήσουν. Έτσι θα ζούμε χωρίς το φόβο του διαβόλου, θα είμαστε πάντα τηρητές του Νόμου του Θεού και δυνατοί στην ζωή και την πίστη. Αμήν!


ΕΞΕΛΘΕΤΕ ΕΚ ΜΕΣΟΥ ΑΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΦΟΡΙΣΘΗΤΕ



«Διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας» (Β’ Κορ. 6, 17-18)

«Γι’ αὐτὸ λέει ὁ Κύριος· Φύγετε μακριὰ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ξεχωρίστε. Μὴν ἀγγίζετε ἀκάθαρτο πράγμα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς δεχτῶ. Θὰ εἶμαι γιὰ σᾶς ὁ Πατέρας, κι ἐσεῖς θὰ εἶστε γιοὶ καὶ θυγατέρες μου».

            Η σχέση των χριστιανών με τον κόσμο είναι ένα σημείο στο οποίο, από την αρχή της παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο, οι πιστοί είχαν και έχουν βαθύ προβληματισμό. Είμαστε ξεχωριστοί από το κοσμικό πνεύμα; Η απάντηση μοιάζει αυτονόητα καταφατική. Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται μία έξοδος. Πόσο είναι εφικτή όμως αυτή, εφόσον ζούμε μέσα στον κόσμο; Είναι δυνατόν ο χριστιανός να εξέλθει από τον κόσμο της καθημερινότητας, τον πλαίσιο που ο πολιτισμός ορίζει, τις επιδράσεις που όλοι υφιστάμεθα; Μήπως η προτροπή για έξοδο μοιάζει λόγος κενός, καθώς κληθήκαμε να ζούμε εν χρόνω, τον οποίο εμείς δεν ορίζουμε, και εν κόσμω, τον οποίο εμείς δεν επιλέξαμε;

            Αυτή η έξοδος δεν είναι άρνηση του κόσμου. Δεν είναι ακόμη αναγκαίο να αποτελεί προτροπή προς την ένδυση του μοναχικού σχήματος, το οποίο δεν είναι για όλους. Η έξοδος όμως αυτή έχει να κάνει με το αξιακό πλαίσιο, το οποίο δίδει στους χριστιανούς την ταυτότητα του να είναι «τέκνα Θεού, υιοί και θυγατέρες» Του. Αυτή η ταυτότητα είναι το πολυτιμότερο που έχουμε λάβει.  Κα είναι κάτι που δεν συνειδητοποιούμε εύκολα ότι χρειάζεται, για να επικυρώνεται συνεχώς, επειδή είμαστε ελεύθεροι, την έξοδό μας από την εξάρτηση από το κοσμικό πλαίσιο.

            Ποιες είναι οι αξίες αυτού του πλαισίου; Άλλοτε «ο άνθρωπος για τον άνθρωπο», άλλοτε, ιδίως στους καιρούς μας, «ο άνθρωπος για τον εαυτό του».  Η ευτυχία νοείται με την υιοθέτηση των κοινωνικών κανόνων, με την ικανοποίηση των επιθυμιών, με την αποδοχή από τους άλλους, με μία εξουσιαστική διάθεση που μας κάνει να κυριαρχούμε σ’  αυτούς που συναναστρεφόμαστε. Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν προχωρήσει και προς μιαν άλλη κατεύθυνση. Νόημα έχει η ζωή όταν μπορούμε να ευχαριστιόμαστε, χωρίς να επιδιώκουμε την διάρκεια μιας σχέσης με τον άλλον ως σταυρό, ως κόπο, ως αφοσίωση. Οι άλλοι για μας, όπως κι εμείς γι’  αυτούς, γίνονται αντικείμενα χρήσης. Είναι αρκετό να υπάρχουν, για να περνάμε καλά. Να γιατρεύουμε, έστω και για λίγο, την ανία μας. Και όταν βαρεθούμε ή δούμε πως δεν αντέχουμε, προχωρούμε αφήνοντας πίσω συναισθήματα, σώματα, ψυχές. Είναι όπως η εκζήτηση της ηδονής μέσα από την τροφή ή μέσα από τα αντικείμενα που κατέχουμε. Όλα τα βλέπουμε στην προοπτική μιας καινούργιας εμπειρίας. Να δοκιμάσουμε, να πετάξουμε, να αλλάξουμε.  Αυτός ο τρόπος όμως είναι ο τρόπος του «ακαθάρτου», διότι δεν έχει μέσα του αγάπη.  

            Από αυτό το αξιακό πλαίσιο η χριστιανική παράδοση ζητά να εξέλθουμε. Να εμπιστευθούμε την ζωή μας στον Χριστό και να αγαπήσουμε Θεό και άνθρωπο. Να ενταχθούμε στην Εκκλησία, διότι σ’  αυτήν μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη, καθότι ενυπάρχουν εντός της το Άγιο Πνεύμα και η αγιότητα. Να πάψουμε να στηρίζουμε την ζωή μας στο «ακάθαρτο» της αμαρτίας και να βάλουμε, όσο μπορούμε, όρια στον εαυτό μας. Αυτά ξεκινούν από το μέτρο, την ταπείνωση, την εγκράτεια, την άσκηση και κατευθύνονται στην συγχώρηση, στο μοίρασμα, στην έγνοια για τον άλλον, όποιος κι αν είναι αυτός. Κυρίως όμως, στην εμπιστοσύνη στον Θεό, στην πρόνοια και το θέλημά Του για μας. Στην μνήμη και στην βίωση ότι τελικά είναι ο Πατέρας μας κι εμείς τα παιδιά Του.

Αυτή είναι η οδός της Εκκλησίας. Αυτή είναι η αληθινή μας ταυτότητα, την οποία καλούμαστε να μοιραστούμε με τους συνανθρώπους μας. Διότι δεν υπάρχουμε μόνο για μας, αλλά και για τους άλλους. Αυτό αποτυπώνεται στην θεία λειτουργία, στην χαρά της κοινότητας, στην υπομονή κατά τις επιθέσεις του κοσμικού πνεύματος, στην αντίσταση στον θάνατο που το πρόσκαιρο προκαλεί. Και δεν είμαστε μόνοι μας, διότι ο Χριστός πάντοτε μας βλέπει, μας σπλαχνίζεται και μας ανασταίνει!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

9 Οκτωβρίου 2022


Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Γ´ Λουκά (Λουκ. Ζ΄ 11-16)

 


Το Ευαγγέλιο Κυριακής Γ´ Λουκά 9-10-2022


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. Ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ.

Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· Μὴ κλαῖε· καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. Ἒλαβε δὲ φόβος πάντας, καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεὸν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἠγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

Απόδοση σε νεοελληνική το Ευαγγέλιο Κυριακής Γ´ Λουκά

Εκεῖνο τόν καιρό, πῆγε ὁ Ἰησοῦς σέ μία πόλη πού λεγότανε Ναΐν. Μαζί του ἦταν ἀρκετοί μαθητές του καί πολύ πλῆθος. Τήν ὥρα πού πλησίαζαν στήν πύλη τῆς πόλης, βγάζανε ἕνα νεκρό, τό μονάκριβο γιό μιάς μάνας, πού μάλιστα ἦταν χήρα. Κόσμος πολύς ἀπό τήν πόλη τή συνόδευε.

Ὅταν εἶδε τή χήρα ὁ Κύριος, τή σπλαχνίστηκε καί τῆς εἶπε: «Μήν κλαῖς». Ἔπειτα προχώρησε, ἀκούμπησε τή σορό, καί, ἀφοῦ στό μεταξύ αὐτοί πού βαστοῦσαν τό φέρετρο σταμάτησαν, εἶπε: «Νεαρέ, σέ διατάζω νά σηκωθεῖς». Ἀνακάθισε ὁ νεκρός κι ἄρχισε νά μιλάει. Ὁ Ἰησοῦς τότε τόν παρέδωσε στή μητέρα του. Ὅλους τους κυρίεψε δέος καί δόξαζαν τό Θεό λέγοντας: «Μεγάλος προφήτης ἐμφανίστηκε ἀνάμεσά μας!» καί: «Ὁ Θεός ἦρθε νά σώσει τό λαό του!»


Ο Απόστολος Κυριακής Γ´ Λουκά 9-10-2022 (Β΄ Κορ. στ΄ 16 – 18, ζ΄ 1)



Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Γ´ Λουκά

Αδελφοί, ὑμεῖς ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. Διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.

Απόδοση σε νεοελληνική ο Απόστολος Κυριακής Γ´ Λουκά

Αδελφοί, ἐσεῖς εἶστε ναός τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε: Θά κατοικήσω ἀνάμεσά τους καί θά πορεύομαι μαζί τους. Θά εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοί θά εἶναι λαός μου. Γι΄ αὐτό λέει ὁ Κύριος: Φύγετε μακριά ἀπ΄ αὐτούς καί ξεχωρίστε. Μήν ἀγγίζετε ἀκάθαρτο πράγμα, κι ἐγώ θά σᾶς δεχτῶ. Θά εἶμαι γιά σᾶς ὁ πατέρας, κι ἐσεῖς θά εἶστε γιοί καί θυγατέρες μου, λέει ἀκόμα ὁ παντοκράτορας Κύριος.

Ἀφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτές τίς ὑποσχέσεις, ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας ἀπό καθετί πού μολύνει τό σῶμα καί τήν ψυχή. Ἄς ζήσουμε μία ἅγια ζωή μέ φόβο Θεοῦ.


Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2021

Κυριακή Γ’ Λουκά: Το θαύμα της νεκρανάστασης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς) (Λουκ. ζ’ 11-16)

 


Πολλοί είναι οι άνθρωποι που αυτοτιτλοφορούνται «Σωτήρες της ανθρωπότητας». Ποιος απ’ όλους τους όμως θα μπορούσε να φανταστεί πως θα ήταν δυνατό να σώσει ανθρώπους από το θάνατο; Στην ιστορία έχουμε δει πολλούς καταχτητές. Κανένας τους όμως δε νίκησε το θάνατο. Στη γη γνωρίσαμε πολλούς βασιλιάδες που είχαν εκατομμύρια υποτελείς. Κανένας τους όμως δεν μπόρεσε να μετρήσει στους υποτελείς του και τους νεκρούς μαζί με τους ζωντανούς.

Κανένας, εκτός από τον μοναδικό Ένα, τον Κύριο Ιησού Χριστό, Εκείνον που μαζί Του δεν μπορεί να συγκριθεί κανένας. Δεν είναι μόνο ο Νέος Άνθρωπος. Είναι ο Νέος Κόσμος, ο Δημιουργός Του. Όργωσε τον αγρό ζώντων και νεκρών κι έσπειρε και στους δυό τον καινούργιο σπόρο της ζωής. Οι νεκροί μπροστά Του είναι όπως κι οι ζωντανοί, οι ζωντανοί όπως οι νεκροί. Ο θάνατος δεν είναι εμπόδιο στη βασιλεία Του. Παραμέρισε το εμπόδιο αυτό κι άνοιξε τη βασιλεία Του στην ιστορία, από τον Αδάμ και την Εύα ως τον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί στη γη. Κοίταξε τη ζωή και το θάνατο του ανθρώπου με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι βλέπουμε εμείς οι θνητοί. Κοίταξε και είδε πως η ζωή δεν τελειώνει με το σωματικό θάνατο, πως η πραγματικότητα του θανάτου για μερικούς ανθρώπους έρχεται πριν από το σωματικό τους θάνατο. Πολλούς ζωντανούς τούς βλέπει στον τάφο, πολλούς νεκρούς σε σώματα ζωντανά. «Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι’ 28), είπε ο ίδιος στους αποστόλους Του. Ο σωματικός θάνατος δεν συνεπάγεται και τον ψυχικό θάνατο. Αυτός προκαλείται μόνο από τη θανάσιμη αμαρτία πριν ή και κατά το σωματικό θάνατο, ξέχωρα απ’ αυτόν.

Με την πνευματική ματιά Του ο Κύριος διαπερνά το χρόνο όπως η αστραπή τα σύννεφα. Οι ζωντανές ψυχές τόσο εκείνων που πέθαναν προ πολλού όσο και αυτών που δε γεννήθηκαν ακόμα εμφανίζονται μπροστά Του. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ είδε σε όραμα μια πεδιάδα γεμάτη οστά νεκρών και δεν μπορούσε να κατανοήσει αν τα οστά αυτά θα μπορούσαν να αναζωογονηθούν, ωσότου του το αποκάλυψε ο Κύριος. «Υιέ ανθρώπου, ει ζήσεται τα οστέα ταύτα;», τον ρώτησε ο Κύριος, «και είπα· Κύριε Κύριε, συ επίστη ταύτα» (Ιεζ. λζ’ 3). Ο Χριστός δεν έβλεπε νεκρά οστά, αλλά τα ζωντανά πνεύματα που είχαν μέσα τους. Το σώμα και τα οστά του ανθρώπου δεν είναι παρά το περίβλημα κι ο εξοπλισμός της ψυχής. Το περίβλημα αυτό γερνάει και γίνεται σαν φθαρμένο ρούχο. Ο Θεός όμως θα το ανακαινίσει και θα ξαναντύσει με αυτό την ψυχή που αναχώρησε.

Ο Χριστός ήρθε για ν’ απαλλάξει τον άνθρωπο από τον αρχαίο φόβο, αλλά και να δημιουργήσει έναν καινούργιο φόβο σ’ αυτούς που αμαρτάνουν. Ο αρχαίος φόβος του ανθρώπου ήταν ο σωματικός θάνατος. Ο καινούργιος φόβος είναι ο πνευματικός θάνατος. Και τον φόβο αυτόν ο Χριστός τον ενίσχυσε, τον έκανε πιο δυνατό. Ο φόβος του σωματικού θανάτου οδηγεί τον άνθρωπο στην αναζήτηση βοήθειας απ’ αυτόν τον κόσμο. Οι άνθρωποι εγκαθίστανται σ’ αυτόν τον κόσμο, σκορπίζονται σ’ αυτόν και πιάνονται απ’ αυτόν, μόνο και μόνο για να σιγουρέψουν τη μεγαλύτερη δυνατή διαμονή για το σώμα τους, να διανύσουν ένα ταξίδι όσο μεγαλύτερο και αβασάνιστο γίνεται. Ο Κύριος όμως λέει σ’ εκείνον που ήταν πλούσιος ολικά αλλά φτωχός πνευματικά: «Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. ιβ’ 20). Τον άνθρωπο που φροντίζει για το σώμα του αλλά αδιαφορεί για την ψυχή του, ο Κύριος τον αποκαλεί άφρονα, ανόητο. «Ουκ εν τω περισσεύειν τινί η ζωή αυτού έστιν εκ των υπαρχόντων αυτού» (Λουκ. ιβ’ 15), είπε επίσης ο Κύριος. Σε τι συνίσταται λοιπόν η ζωή του ανθρώπου; Στην εξάρτησή του από το Θεό, που ζωοποιεί την ψυχή με το λόγο Του και μαζί με την ψυχή ζωοποιεί και το σώμα.

Με το λόγο Του ο Κύριος ανάστησε κι ανασταίνει ψυχές αμαρτωλές, ψυχές που πέθαναν πριν από το σωματικό θάνατο. Υποσχέθηκε πως θ’ αναστήσει τα νεκρά σώματα εκείνων που έχουν ήδη αποβιώσει. Με την άφεση των αμαρτιών, με τα ζωοποιά λόγια Του και με τα τίμια δώρα, το πάναγνο Σώμα και το Αίμα Του, ανέστησε κι ανασταίνει και σήμερα ακόμα νεκρούς. Και θα το κάνει αυτό ως τη συντέλεια του κόσμου. Μας το επιβεβαίωσε αυτό όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα, αφού ανάστησε αρκετούς στη διάρκεια της επίγειας ζωής Του, καθώς και με την Ανάστασή Του. «Αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν έστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. ε’ 25). Πολλοί νεκροί άκουσαν τη φωνή του Υιού του Θεού και αναστήθηκαν. Ένα τέτοιο παράδειγμα έχουμε από το σημερινό ευαγγέλιο.

Εκείνον τον καιρό ο Ιησούς «επορεύετο εις πόλιν καλουμένην Ναΐν και συνεπορεύοντο αυτώ οι μαθηταί αυτού ικανοί και όχλος πολύς» (Λουκ. ζ’ 11). Το περιστατικό αυτό έγινε λίγο μετά τη θαυματουργική θεραπεία του δούλου του Ρωμαίου εκατόνταρχου στην Καπερναούμ. Ο Κύριος είχε σφοδρή επιθυμία και βιαζόταν να κάνει όσο το δυνατό περισσότερα καλά έργα και να δώσει έτσι υπέροχο παράδειγμα στους πιστούς Του. Μ’ αυτόν το σκοπό ξεκίνησε από την Καπερναούμ με κατεύθυνση το όρος Θαβώρ. Εκεί, πέρα από το όρος, στις πλαγιές του όρους Ερμών, βρίσκεται ως τις μέρες μας η Ναΐν, που κάποτε ήταν οχυρωμένη πόλη. Ο Κύριος ταξίδευε με τη συνοδεία πολλών μαθητών και πλήθους λαού. Είχαν δει όλοι τους πολλά θαύματα στην Καπερναούμ κι έλπιζαν να δουν και ν’ ακούσουν περισσότερα, γιατί τα θαύματα του Χριστού δεν είχαν ακουστεί ως τότε στον Ισραήλ, ενώ τα λόγια Του ήταν σαν ποτάμια που έρρεαν μέλι και γάλα.

«Ως δε ήγγισε τη πύλη της πόλεως, και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς υιός μονογενής τη μητρί αυτού, και αυτή ην χήρα, και όχλος της πόλεως ικανός ην συν αυτή» (Λουκ. ζ’ 12). Ο Κύριος μόλις είχε προσεγγίσει την πύλη της πόλης μαζί με το πλήθος που τον ακολουθούσε, όταν συνάντησε μια πομπή να βγαίνει από την πόλη, συνοδεύοντας ένα νεκρό παιδί. Έτσι συναντήθηκαν ο Κύριος με το δούλο. Ο χορηγός της ζωής συνάντησε το νεκρό. Ο νεκρός ήταν ένα νεαρό παιδί, όπως βλέπουμε από τη διήγηση, ότι ο Κύριος τον παρέδωσε στη μητέρα του, αφού τον επανέφερε στη ζωή. Η μητέρα του παιδιού πρέπει να προερχόταν από πλούσια κι επιφανή οικογένεια, όπως φαίνεται από το μεγάλο πλήθος που την συνόδευε στην κηδεία.

«Και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαγχνίσθη επ’ αυτή και είπεν αυτή· μη κλαίε» (Λουκ. ζ’ 13). Το μεγάλο πλήθος που συνόδευε τη χήρα φαίνεται πως τό ‘κανε για χάρη της, λόγω της κοινωνικής της θέσης, αλλά και για το ισχυρό χτύπημα που δέχτηκε με το θάνατο του μοναχογιού της. Η θλίψη των ανθρώπων γύρω της πρέπει να ήταν πολύ μεγάλη. Κι αυτό πρέπει να έκανε μεγαλύτερη τη θλίψη της μητέρας και αύξησε τα δάκρυα απόγνωσης και τον οδυρμό της. Αν κι αναζητούμε άλλους για να μοιραστούν τη θλίψη μας, όταν ο θάνατος αποσπά βίαια κάποιον δικό μας άνθρωπο, η συμμετοχή τους συνεισφέρει πολύ λίγο στο να μειώσει τη θλίψη και τον πόνο μας. Όταν η αδυναμία παρηγορεί την αδυναμία, τότε κι η παρηγοριά θά ‘ναι αδύναμη. Όλοι όσοι παραστέκονται σ’ ένα νεκρό σώμα, κυριεύονται από ένα περίεργο συναίσθημα που δύσκολα εξωτερικεύεται. Κι αυτό είναι η ντροπή. Οι άνθρωποι όχι μόνο φοβούνται το θάνατο, αλλά και ντρέπονται γι’ αυτό. Η ντροπή αυτή είναι απόδειξη – πολύ μεγαλύτερη από το φόβο – πως ο θάνατος είναι συνέπεια της αμαρτίας του ανθρώπου. Όπως ο άρρωστος άνθρωπος ντρέπεται ν’ αποκαλύψει στο γιατρό τις κρυφές πληγές του, έτσι κι όσοι έχουν συνείδηση ντρέπονται τη θνητότητά τους. Η ντροπή αυτή για το θάνατο μας οδηγεί στην απόδειξη της αθάνατης καταγωγής μας και του αθάνατου προορισμού μας. Τα ζώα όταν πεθαίνουν κρύβονται μακριά, σα να νιώθουν ντροπή που είναι θνητά. Φανταστείτε πόση είναι η ντροπή εκείνων που είναι πνευματικά καλλιεργημένοι!

Σε τι χρησιμεύουν όλα τα κλάματα και τα μοιρολόγια μας, όλη η ματαιότητά μας, όλες οι τιμές και οι δόξες μας, την ώρα που νιώθουμε ότι κομματιάζεται το επίγειο δοχείο όπου κατοικήσαμε όσο ζούσαμε; Μας κατέχει ντροπή τόσο για το εύθραυστο του δοχείου μας όσο και για την άφρονα ματαιότητα με την οποία γεμίσαμε τη ζωή μας. Σε τι χρησιμεύει να το κρύβουμε; Η ντροπή μας κατέχει λόγω της βρωμιάς που γεμίσαμε το γήινο σαρκίο μας και που εξέρχεται μετά το θάνατό μας, όχι μόνο προς τη γη αλλά και προς τον ουρανό. Η ουσία του πνεύματος δεν αναδίδει ούτε άρωμα ούτε δυσοσμία στο σώμα μας. Ανάλογα με την ποιότητά μας ως ανθρώπων και με τα υλικά που έχουμε σωρεύσει μέσα μας όσο ζούμε, αναδίδουμε το άρωμα του ουρανού ή τη βρωμιά της αμαρτίας.

Ο Κύριος έχει αγάπη και ανοχή γι’ αυτούς που βρίσκονται σε απόγνωση. Αυτό το διαπιστώνουμε συχνά στις αδυναμίες των ανθρώπων. «Ιδών δε τους όχλους εσπλαγχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ’ 36). Όταν τα πρόβατα βλέπουν τον ποιμένα δεν λιποψυχούν, ούτε και σκορπίζονται. Αν οι άνθρωποι είχαν το Θεό πάντα μπροστά στα μάτια τους δε θα λιποψυχούσαν, ούτε και θα σκορπίζονταν. Μερικοί όμως τον βλέπουν, άλλοι τον αναζητούν για να τον δουν, ενώ άλλοι είναι τυφλοί ή εμπαίζουν εκείνους που ψάχνουν για να τον δουν. Έτσι οι άνθρωποι λιποψυχούν, διασκορπίζονται, γίνεται ο καθένας οδηγός στον εαυτό του κι ακολουθεί το δικό του δρόμο.

Αν οι άνθρωποι είχαν έστω και το μισό φόβο για τον πανταχού παρόντα Θεό, απ’ αυτόν που έχουν για το θάνατο, δε θα φοβούνταν τον τελευταίο. Και μάλιστα δε θα γνώριζαν το θάνατο σ’ αυτόν τον κόσμο. Στην περίπτωσή μας ο Κύριος ένιωσε ιδιαίτερη συμπάθεια για τη θλιμμένη μητέρα και γι’ αυτό της είπε: μη κλαίε. Κοίταξε βαθιά μέσα στην ψυχή της και διάβασε όλα όσα γίνονταν εκεί. Ο σύζυγός της είχε πεθάνει, δεν είχε σύντροφο. Τώρα πέθανε κι ο μοναχογιός της και βρέθηκε ολομόναχη. Πού ήταν ο ζωντανός Θεός; Μπορεί να νιώθει μόνος του κανείς όταν έχει συντροφιά το Θεό; Μπορεί ο αληθινός άνθρωπος να βρει καλλίτερη συντροφιά, πιο εγκάρδια, από τη συντροφιά του Θεού; Δεν είναι πιο κοντά μας ο Θεός ακόμα κι από τον πατέρα και τη μητέρα μας, από τους αδελφούς και τις αδελφές μας, από τους γιους και τις θυγατέρες μας; Μας δίνει παιδιά κι ύστερα μας τα παίρνει, μα δε μας εγκαταλείπει. Το μάτι Του δεν κουράζεται να μας παρακολουθεί, ούτε κι η αγάπη Του για μας έχει αλλοιωθεί. Όλη η δυσοσμία του θανάτου μας βοηθάει να προσκολληθούμε περισσότερο στο Θεό, τον ζώντα Θεό.

Μη κλαίε! Ο Κύριος προσπαθεί να παρηγορήσει την απαρηγόρητη μητέρα. Αυτό το λέει Εκείνος που δε σκέφτεται, όπως πολλοί από μας, πως η ψυχή του νεκρού αγοριού κατεβαίνει στον τάφο, μαζί με το νεκρό σώμα του. Το λέει Εκείνος που γνωρίζει αυτά που αφορούν στην ψυχή του νεκρού αγοριού, που κρατά την ψυχή αυτή στη δική Του εξουσία. Κι εμείς παρηγορούμε αυτούς που θρηνούν με τα ίδια λόγια, αν κι οι καρδιές μας είναι γεμάτες δάκρυα.

Εκτός από τη συμπάθειά μας όμως νιώθουμε αδύναμοι να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο σ’ εκείνους που θρηνούν. Η δύναμη του θανάτου έχει τόσο πολύ ξεπεράσει τη δύναμή μας, ώστε σερνόμαστε σαν έντομα στη σκιά του. Και καθώς γεμίζουμε τον τάφο και σκεπάζουμε το νεκρό με χώμα, νιώθουμε πως ενταφιάζουμε μαζί κι ένα μέρος από τον εαυτό μας μέσα στο νεκρικό σκοτάδι του τάφου.

Ο Κύριος δεν είπε μη κλαίε στη γυναίκα για να δείξει πως δεν πρέπει να κλαίμε για τους νεκρούς. Ο ίδιος δάκρυσε για το Λάζαρο (βλ. Ιωάν. ια’ 35). Θρήνησε προκαταβολικά γι’ αυτούς που θα υπόφεραν με την πτώση της Ιερουσαλήμ (βλ. Λουκ. ιθ’ 41-44). Τέλος μακάρισε αυτούς που πενθούν, «ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ε’ 4). Τίποτα δεν ηρεμεί και δεν καθαρίζει τόσο, όσο τα δάκρυα.

Στην ορθόδοξη μεθοδολογία της σωτηρίας, τα δάκρυα είναι ανάμεσα στα πρώτα μέσα κάθαρσης της ψυχής, της καρδιάς και του νου. Όχι μόνο πρέπει να κλαίμε για τους νεκρούς, αλλά και για τους ζωντανούς και ιδιαίτερα για τον εαυτό μας, όπως συνέστησε ο Κύριος στις γυναίκες της Ιερουσαλήμ: «Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε επ’ εμέ, πλην εφ’ εαυτάς κλαίετε και επί τα τέκνα υμών» (Λουκ. κγ’ 28).

Υπάρχει όμως μια διαφορά από δάκρυα σε δάκρυα. Ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει τους Θεσσαλονικείς: «ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα» (Α’ Θεσσ. δ’ 13). Δεν πρέπει να θλιβόμαστε όπως οι ειδωλολάτρες κι οι άθεοι, που κλαίνε τους νεκρούς τους σα να χάθηκαν εντελώς. Οι χριστιανοί δεν πρέπει να κλαίνε τους νεκρούς σαν χαμένους αλλά σαν αμαρτωλούς. Η θλίψη τους επομένως πρέπει να συνοδεύεται με προσευχές στο Θεό για να συχωρήσει τις αμαρτίες του αποβιώσαντα και να τον ελεήσει, να τον οδηγήσει στην ουράνια βασιλεία Του.

Ο χριστιανός πρέπει να κλαίει και να θρηνεί επίσης για τον εαυτό του, για τις αμαρτίες του. Κι όσο πιο συχνά το κάνει αυτό τόσο καλύτερα. Όχι να συμπεριφέρεται σαν κι’ αυτούς που δεν πιστεύουν στο Θεό και δεν ελπίζουν στο έλεός Του και στην αιώνια ζωή.

Όταν τα δάκρυα έχουν το χριστιανικό αυτό νόημα κι αυτή τη χρήση, τότε γιατί ο Κύριος είπε στη μητέρα του νεκρού αγοριού μη κλαίε; Εδώ είναι άλλη περίπτωση. Η γυναίκα έκλαιγε σαν κι αυτούς που δεν έχουν ελπίδα. Δεν έκλαιγε για τις αμαρτίες του παιδιού της ούτε και για τις δικές της. Έκλαιγε για τη σωματική απώλεια, για το χαμό και την ολοκληρωτική εξαφάνιση του παιδιού, για τον αιώνιο αποχωρισμό της απ’ αυτό. Εκεί όμως βρισκόταν ο Υιός του Θεού, ο Κύριος ζώντων και νεκρών. Δεν είχε λοιπόν λόγο να κλαίει μπροστά Του, όπως δεν έχει λόγο και να νηστεύει κανείς όταν ο Κύριος είναι παρών. Όταν οι Φαρισσαίοι κατηγόρησαν τον Κύριο πως οι μαθητές Του δε νήστευαν, όπως ο Ιωάννης, τους απάντησε: «Μη δύνασθε τους υιούς του νυμφώνος, εν ω ο νυμφίος μετ’ αυτών εστι, ποιήσαι νηστεύειν;» (Λουκ. ε’ 34). Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, μπορεί να θρηνεί κάποιος όταν βρίσκεται μαζί του ο Ζωοδότης, που στη βασιλεία Του δεν υπάρχουν νεκροί, αλλ’ όλοι είναι ζωντανοί;

Η θλιμμένη χήρα όμως δε γνώριζε ούτε το Χριστό ούτε τη δύναμη του Θεού. Θρηνούσε το μοναχογιό της χωρίς ελπίδα, όπως όλοι οι Ιουδαίοι τότε, που είτε δεν είχαν ολότελα πίστη στην ανάσταση των νεκρών είτε την είχαν χάσει.

Σ’ αυτήν την ανώφελη λόγω άγνοιας θλίψη της, ο Κύριος ανταποκρίθηκε με τα λόγια: Μη κλαίε! Δεν της είπε να μην κλάψει με την έννοια που το κάνουν πολλοί σήμερα, που εννοούν: «Μην κλαίς! Τα δάκρυά σου δε θα τον φέρουν πίσω. Αυτή είναι η μοίρα. Όλοι τον ίδιο δρόμο θ’ ακολουθήσουμε». Αυτή που δίνουμε εμείς είναι μια απαρηγόρητη παρηγοριά. Δεν παρηγορεί κανέναν, είτε την δίνει κανείς είτε την παίρνει. Άλλο πράγμα σκεφτόταν ο Χριστός όταν έλεγε μη κλαίε. Ήθελε να πει: Μην κλαίς, γιατί Εγώ είμαι εδώ. Είμαι ο ποιμένας όλων των προβάτων. Κανένα πρόβατο δεν μπορεί να κρυφτεί από Εμένα, δε γίνεται να μη γνωρίζω που βρίσκεται. Ο γιος δεν πέθανε με τον τρόπο που νομίζεις εσύ. Μόνο η ψυχή του έφυγε από το σώμα. Εγώ έχω εξουσία στην ψυχή του, όπως και στο σώμα του. Λόγω της θλίψης σου, που προέρχεται από άγνοια και απιστία τόσο τη δική σου όσο κι εκείνων που βρίσκονται γύρω σου, θα ενώσω ξανά την ψυχή του παιδιού με το σώμα του και θα τον ξαναφέρω στη ζωή. Και θα το κάνω αυτό όχι τόσο για δική του χάρη όσο για σένα και για τους δικούς σου, για να πιστέψετε πως ο Θεός είναι ζωντανός και παρακολουθεί όλους τους ανθρώπους. Για να βεβαιωθείτε πως Εγώ είμαι ο Μεσσίας που ήρθε, ο Σωτήρας του κόσμου».

Μ’ αυτήν την έννοια είπε στη μητέρα ο Κύριος μη κλαίε! Και μετά απ’ αυτό προχώρησε στο έργο.

«Και προσελθών ήψατο της σορού, οι δε βαστάζοντες έστησαν, και είπε· νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι» (Λουκ. ζ’ 14). Το άγγιγμα των νεκρών ή των πραγμάτων που βρίσκονταν κοντά του απαγορευόταν από τους Ιουδαίους, γιατί λογαριαζόταν ακάθαρτο. Η καθιέρωση αυτή είχε νόημα τότε που ο Θεός και η ανθρώπινη ζωή ήταν περισσότερο σεβαστά στον Ισραήλ από οτιδήποτε άλλο. Όταν όμως η πραγματική ευλάβεια προς το Θεό μειώθηκε, όπως κι ο σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή, τότε πολλές εντολές, ανάμεσά τους κι αυτή για το άγγιγμα των νεκρών, έγιναν δεισιδαιμονίες και κέρδισαν προτεραιότητα από τις μέγιστες εντολές του Θεού. Σ’ αυτήν την περίπτωση, για παράδειγμα, ανήκαν η περιτομή και η αργία του Σαββάτου. Το πνεύμα των εντολών αυτών χάθηκε και στη θέση του έμεινε το πνεύμα μιας θεοποίησης της βερμπαλιστικής μορφής του Νόμου.

Ο Χριστός αποκατέστησε το πνεύμα και τη ζωή των νόμων αυτών. Οι καρδιές των αρχόντων του λαού όμως, των τηρητών του Νόμου, είχαν τόσο πολύ σκοτιστεί και σκληρυνθεί, ώστε αναζητούσαν να θανατώσουν το Χριστό επειδή θεράπευε τους αρρώστους το Σάββατο. Γι’ αυτούς η τήρηση της αργίας του Σαββάτου άξιζε περισσότερο από τον άνθρωπο, περισσότερο κι από τον ίδιο τον Υιό του Θεού. Ο Κύριος δεν αντιδρούσε στην οργή των πρεσβυτέρων. Συνέχισε ν’ αξιοποιεί κάθε ευκαιρία για να τονίσει πως η ανθρώπινη ζωή και η σωτηρία της ψυχής αξίζουν περισσότερο από τις νεκρές παραδόσεις και τα έθιμα. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παραβίασε το Νόμο και άγγιξε το φέρετρο όπου κείτονταν το νεκρό παιδί. Το θαύμα της νεκρανάστασης που έκανε ο Χριστός σ’ αυτήν την περίπτωση όμως ήταν τόσο αποστομωτικό, ώστε οι απορημένοι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι δεν τόλμησαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους και να διαμαρτυρηθούν.

Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι! Ο Κύριος έδωσε την εντολή στο νεκρό παιδί στο όνομά Του, είπε σοι λέγω, όχι όπως οι προφήτες Ηλίας και Ελισαίος, που προσευχήθηκαν στο Θεό και του ζήτησαν ν’ αναστήσει τους νεκρούς. Εκείνοι ήταν δούλοι του Θεού, ο Ιησούς όμως ήταν ο μονογενής Υιός Του. Με τη θεϊκή εξουσία που είχε ο Κύριος έδωσε εντολή στο παιδί να σηκωθεί και να ξαναγυρίσει στη ζωή. Σοι λέγω! Με τα λόγια αυτά που δεν είχε χρησιμοποιήσει ο Κύριος σε άλλη περίπτωση ανάστασης νεκρού, ήθελε να δείξει και να ξεκαθαρίσει πως έκανε το έργο αυτό μόνο με τη δική Του δύναμη. Ήθελε να δείξει μ’ αυτό το θαύμα πως έχει εξουσία και στους νεκρούς, όπως στους ζωντανούς. Το θαύμα αυτό δεν έγινε με την πίστη της μητέρας του παιδιού, όπως στην περίπτωση της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου. Αλλά και κανένας στην πομπή της κηδείας δεν περίμενε να δει τέτοιο μεγάλο θαύμα, όπως και στην περίπτωση της Ανάστασης του Λαζάρου. Όχι, το θαύμα αυτό δεν έγινε λόγω της δικής της πίστης ούτε κι από την αναμονή κάποιων, αλλ’ αποκλειστικά από το δυναμικό λόγο του Κυρίου Ιησού.

«Και ανεκάθισεν ο νεκρός και ήρξατο λαλείν, και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού» (Λουκ. ζ’ 15). Το πλάσμα άκουσε τη φωνή του Δημιουργού και υπάκουσε την εντολή Του. Η ίδια θεϊκή δύναμη που παλιά έδωσε πνοή ζωής στον πηλό κι από τον πηλό έγινε ο άνθρωπος, τώρα έδινε πνοή και ξανάφερνε στη ζωή στο νεκρό παιδί. Έκανε πάλι το αίμα να κυκλοφορεί, τα μάτια να βλέπουν, τ’ αυτιά ν’ ακούν, τη γλώσσα να μιλάει, τα κόκκαλα και το σώμα να κινούνται. Εκεί που βρισκόταν η ψυχή του νεκρού παιδιού άκουσε τη φωνή του Κυρίου Της και γύρισε αμέσως στο σώμα της, υπακούοντας στην εντολή Του.

Ο υποτελής άκουσε τη φωνή του Βασιλιά κι ανταποκρίθηκε. Το παιδί ανακάθησε στο φέρετρο και ήρξατο λαλείν. Γιατί άρχισε αμέσως να μιλάει; Για να μη νομίσουν οι άνθρωποι πως αυτό ήταν κάποιο μαγικό δράμα ή πως κάποιο φάντασμα μπήκε στο σώμα του νεκρού παιδιού και τον ανασήκωσε στο φέρετρο. Έπρεπε ν’ ακούσουν όλοι τα λόγια του αναστημένου παιδιού, ώστε να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία πως ήταν πραγματικά το ίδιο το παιδί κι όχι κάποιος άλλος μέσα του.

Για τον ίδιο λόγο ο Κύριος πήρε το παιδί από το φέρετρο και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού, το παρέδωσε στη μητέρα του. Όταν η μητέρα κατάλαβε τι έγινε και πήρε το παιδί στην αγκαλιά της, τότε απαλλάχτηκαν κι εκείνοι που ήταν στην πομπή από το φόβο και την αμφιβολία. Ο Χριστός πήρε από το χέρι το παιδί και το έδωσε στη μητέρα του για να της δείξει πως της το έδινε χάρισμα τώρα, όπως κι όταν το γεννούσε. Η ζωή είναι δώρο του Θεού. Ο Θεός δίνει ζωή σε κάθε άνθρωπο με το δικό Του χέρι. Δε διστάζει να πάρει κάθε πλασμένο άνθρωπο χωριστά από το χέρι και να τον στείλει σ’ αυτήν την επίγεια, την πρόσκαιρη ζωή. Ο Κύριος λοιπόν πήρε και το παιδί που ανάστησε και το έδωσε στη μητέρα του για να της δείξει πως δεν της είπε μη κλαίε μάταια. Όταν της το είπε αυτό είχε κατά νου να την παρηγορήσει, όχι μόνο με τα λόγια αυτά, που η θλιμμένη μητέρα θα τα είχε ακούσει ίσως κι από πολλούς γνωστούς της, αλλά και με μια πράξη που είχε σαν αποτέλεσμα μια απρόβλεπτη και τέλεια παρηγοριά.

Τελικά ο Κύριος το έκανε αυτό για να διδάξει και μας πως, όταν κάνουμε ένα καλό έργο, πρέπει να το κάνουμε όσο μπορούμε προσωπικά, προσεχτικά και με την καρδιά μας, όχι μέσω άλλων, απρόσεχτα και βαριεστημένα. Προσέξτε πόση αγάπη και στοργή υπάρχει σε κάθε λέξη και κάθε κίνηση του Κυρίου μας! Σ’ αυτήν την περίπτωση, όπως και σ’ όσες ανάλογες προηγήθηκαν ή ακολούθησαν, δείχνει πως όχι μόνο είναι τέλειο κάθε χάρισμα και δώρο του Θεού, αλλά κι ο τρόπος που τα δίνει είναι επίσης τέλειος.

«Έλαβε δε φόβος πάντας και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες ότι προφήτης μέγας εγήγερται εν ημίν, και ότι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού» (Λουκ. ζ’ 16). Με την προσεχτική συμπεριφορά Του προς το παιδί και τη μητέρα του ο Κύριος κατόρθωσε να διώξει το φόβο για τέρατα και μαγείες, ο φόβος όμως εξακολουθούσε να υπάρχει μέσα τους. Αλλά ο φόβος αυτός ήταν καλός, γιατί ήταν φόβος Θεού και προκαλούσε τη δοξολογία στο Θεό. Ο λαός ονόμασε το Χριστό μεγάλο προφήτη που ο Θεός είχε υποσχεθεί από παλιά πως θα στείλει στον Ισραήλ (βλ. Δευτ. ιη’ 18). Ο λαός δεν μπορούσε να κατανοήσει ακόμα πως ο Χριστός ήταν Υιός του Θεού. Ήταν καλό όμως που το πνεύμα τους, που ήταν σκοτισμένο και καταπιεσμένο από ξένους κατακτητές, μπορούσε να βλέπει το Χριστό ως μεγάλο προφήτη. Αν οι πρεσβύτεροι του λαού στην Ιερουσαλήμ, που είχαν δει τα πολυάριθμα θαύματα του Χριστού, είχαν φτάσει σ’ αυτό το σημείο κατανόησης που είχαν οι απλοί αυτοί άνθρωποι, θα είχαν γλιτώσει από τα φοβερά εγκλήματα της καταδίκης και του θανάτου του Υιού του Θεού. Ο καθένας όμως ενεργεί όπως εκείνος θεωρεί φυσικό, ακολουθεί το δικό του πνεύμα και τη δική του καρδιά. Ο Χριστός επανέφερε το νεκρό στη ζωή, ενώ οι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι αφαίρεσαν τη ζωή από τον Ζώντα. Εκείνος αγαπούσε τον άνθρωπο, αυτοί ήταν δολοφόνοι των ανθρώπων – και του Θεού.

Εκείνος ήταν θαυματουργός καλών έργων, αυτοί ήταν εκτελεστές εγκλημάτων. Στο τέλος όμως οι κακούργοι πρεσβύτεροι δεν μπόρεσαν να πάρουν άλλη ζωή, εκτός από τη δική τους. Όλοι οι προφήτες που είχαν θανατωθεί, ζούσαν παντοτινά με το Θεό και με ανθρώπους, ενώ οι φονευτές κρύβονταν σαν φίδια στη σκιά των προφητών αυτών από γενιά σε γενιά και δέχονταν από κάθε γενιά την κατάκριση και το ανάθεμα. Έτσι λοιπόν, με το θάνατο του Χριστού δεν σκότωσαν Εκείνον, αλλά τον εαυτό τους.

Εκείνος που ανάστησε τόσο εύκολα εκ νεκρών άλλους, ανάστησε και τον εαυτό Του. Φανερώθηκε στον ουρανό και στη γη ως μέγιστο Φως, που όσο φαίνεται πως σβήνει, μετά αστράφτει και λάμπει πολύ περισσότερο. Σ’ αυτό το φως ζούμε όλοι, αναπνέουμε και ευφραινόμαστε. Το Φως αυτό θ’ αποκαλυφθεί και πάλι και μάλιστα σύντομα, σε νεκρούς και ζωντανούς. Αυτό θα γίνει όταν ο Κύριος Ιησούς έρθει στη συντέλεια του κόσμου και της ιστορίας για ν’ αναστήσει τους νεκρούς από τους τάφους και να κρίνει όλους τους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, που έζησαν στη γη από τον Αδάμ ως το τέλος του κόσμου. Τότε θ’ αποδειχτεί για μια ακόμα φορά και μάλιστα στην πληρότητά της, η αλήθεια των λόγων του Σωτήρα μας: «Αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. ε’ 25). Το θαύμα της ανάστασης του υιού της χήρας στη Ναΐν έγινε τόσο από αγάπη για τη θλιμμένη μάνα, όσο και για να ενισχύσει την πίστη στην έσχατη και καθολική ανάσταση, στο Θαύμα των θαυμάτων, στην κρίση των κρίσεων, στη χαρά κάθε χαράς.

Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

Κυριακή Γ΄ Λουκά (10-10-2021)

 


Καὶ εἶπεν αὐτῆ· μὴ κλαῖε.

Δεν υπάρχουν χειρότερα συναισθήματα στον άνθρωπο αγαπητοί χριστιανοί από τα συναισθήματα που δημιουργούνται στο γεγονός του θανάτου.

Παρ’ όλη την εξέλιξη του ανθρώπου σε όλους τους τομείς, ο άνθρωπος εξακολουθεί να φοβάται και να τρομάζει ακόμη και στην ιδέα του θανάτου. Η σωστή αντιμετώπιση του  και η ορθή φιλοσοφία του απουσιάζουν από τον σύγχρονο άνθρωπο της τεχνολογικής και επιστημονικής εποχή. Και βέβαια αυτό δεν θα γίνει ποτέ, διότι ο θάνατος είναι ένα μυστήριο όπως και η ζωή είναι ένα μυστήριο: «τι τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦτο γέγονεν μυστήριον» του θανάτου αναφωνεί ο μέγας της υμνολογίας Ιωάννης Δαμασκηνός.

Ο θάνατος αντιμετωπίζεται μόνο με το μέτρο και τον βαθμό της πίστεως εκάστου. Η λογική σταματά, ηλιγκιά, ο νους χάνεται, η βεβαιότητα της πραγματικότητας προ του φάσματος του θανάτου εξαφανίζεται.

Για τον άπιστο που έχει στηρίξει τις ελπίδες του στη ζωή και πραγματικότητα ενός υλικού και παρωχημένου κόσμου, ενός κόσμου φθοράς και τέλους, ο θάνατος γι’ αυτόν και τους δικούς του είναι μόνο καταστροφή και απογοήτευση. Για τον ολιγόπιστο ο θάνατος προκαλεί φόβο  διότι η ανεμική πίστη του τον κάνει να βλέπει τον θάνατο ως τέρμα της παρούσης ζωής και απαρχή μιας αμφιβόλου ζωής και κατάστασης. Του λείπει η βεβαιότητα.

Για μας όμως τους πιστούς χριστιανούς που ζούμε μέσα στο μυστήριο της πίστεως, που ο λόγος του Θεού μας ενδυναμώνει και βεβαιώνει ότι ο θάνατος είναι «ἄλλης βιωτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχή», για μας τους χριστιανούς το μυστήριο του θανάτου έχει λυθεί. Γιατί η τελεσίδικη λύση του μυστηρίου βρίσκεται μέσα στα λόγια του Χριστού μας στην χαροκαμένη χήρα μητέρα της Ναΐν: «μὴ κλαῖε».

Αυτός ο λόγος δεν είναι απλός λόγος μιας συνήθους παρηγοριάς, είναι αγάπη με ευσπλαχνία συνδεδεμένη που δεν περιορίζεται μόνο σε λόγια και απλά συναισθήματα στιγμής. Το «μὴ κλαῖε» είναι η βεβαίωση μιας πραγματικότητας που αμέσως ακολουθεί. Είναι η ελπίδα της πέραν του τάφου ζωής. Αυτός που το λέει είναι ο ίδιος ‘’η Ζωή και η Ανάσταση’’.

Για τον χριστιανό το σώμα μας είναι κατοικητήριο της ψυχής, όχι δεσμωτήριο όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι. Εκφράζεται δι’ αυτού η ψυχή μας, λαμβάνει και αυτή χειροπιαστή ύπαρξη έτσι ώστε ο άνθρωπος να ζει να υπάρχει, να φαίνεται. 

Ο θάνατος είναι αναχώρηση της ψυχής στον τόπο της καταγωγής της που είναι ο ουρανός, η Βασιλεία του Θεού. Ο τάφος για το σώμα δεν είναι το τέρμα. Ο τάφος γίνεται η μήτρα που εγκυμονεί την ζωή του ‘’μέλλοντος αιώνος’’. Ο θάνατος γίνεται προσδοκία ζωής αιωνίου. «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Για τον χριστιανό ο θάνατος γίνεται ένα επεισόδιο, μια απλή μετάβαση από τα λυπηρότερα στα θυμηδέστερα, είναι ανάπαυση και χαρά.

Ο φυσικός θάνατος, δηλαδή ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, είναι μια αναγκαία συνέπεια της αμαρτίας, είναι ο χωρισμός από την πηγή της ζωής. Και αυτή η αποκατάσταση θα γίνει από τον Χριστό μας διότι ο Χριστός μας σαν νικητής του θανάτου θα μας επαναφέρει στην κατάσταση των τέκνων του Θεού. Τι νόημα άλλωστε έχουν οι αναστάσεις που πραγματοποίησε εδώ στην γη; η ανάσταση του Λαζάρου, του γιου της χήρας στην Ναΐν που ακούσαμε σήμερα, της θυγατέρας του Ιαείρου και προ παντός η δική Του Ανάσταση. Αυτές αποδεικνύουν ότι ο Χριστός καταλύει τον θάνατο, τον άρχοντα του κόσμου τούτου.

Τα νεκροταφεία παύουν να υπάρχουν αλλά γίνονται κοιμητήρια ανθρώπων που προσμένουν την σάλπιγγα του αγγέλου για την δική τους έγερση, την δική τους ανάσταση. Μήπως και το καντηλάκι του τάφου δεν συμβολίζει την ελπίδα της αιωνίου ζωής;

Ο Χριστός μας γίνεται η δύναμη εναντίον του θανάτου, γίνεται ο εγγυητής μας να νικήσουμε τον θάνατο. «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἄν ἀποθάνῃ ζήσεται». Ο Χριστός μας μάς εισάγει και πάλι στην κοινωνία του Θεού. Ο άνθρωπος μετέχοντας του Σώματος του Χριστού γίνεται ζωντανό μέλος της Εκκλησίας Του και ζει μέσα στο γεγονός της Αναστάσεώς Του. Ο Χριστός είναι «ἡ ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων».

Αδελφοί μου! «Μηδεὶς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γαρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος», μας λέει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος στον κατηχητικό του λόγο την ημέρα του Πάσχα.

Από εδώ και πέρα μόνο οι άπιστοι φοβούνται τον θάνατο, διότι πέρα από τον τάφο δεν βλέπουν τίποτε, δεν πιστεύουν τίποτε, δεν ελπίζουν τίποτε. Εμείς πιστεύουμε στον Χριστό, είναι η ζωή μας. Ελπίζουμε στον Χριστό, είναι η Ανάστασή μας. Αμήν.

  Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως 


ΚΑΙ ΟΧΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΙΚΑΝΟΣ ΗΝ ΣΥΝ ΑΥΤΗ

 


 «Καί ἰδού ἐξεκομίζετο τεθνηκώς υἱός μονογενής τῇ μητρί αὐτοῦ, καί αὕτη ἦν χήρα, καί ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανός ἦν σύν αὐτῇ» (Λουκ. 7, 12)

«Την ώρα που πλησίαζαν στην πύλη της πόλης, έβγαζαν έναν νεκρό, τον μονάκριβο γιο μιας μάνας, που μάλιστα ήταν χήρα. Κόσμος πολύς από την πόλη την συνόδευε»

            Υπάρχουν δύσκολες στιγμές στην ζωή μας. Η δυσκολότερη είναι ο αποχωρισμός που φέρνει ο θάνατος. Το πένθος που γεννιέται. Οι αντιδράσεις στην ψυχή και το σώμα μας. Η λύπη. Η απελπισία κάποτε. Συνήθως το ερώτημα «γιατί;». Ο θυμός. Κάποτε και το να τα βάζουμε με τον ίδιο τον Θεό διότι άφησε να φύγει από κοντά μας ένα πρόσωπο που αγαπούμε. Τον πόνο μας απαλύνει η παρουσία των άλλων. Το να βλέπουμε τα πρόσωπά τους. Να μην αισθανόμαστε την μοναξιά του θανάτου ακατάβλητη. Είναι μια παρηγοριά η παρουσία των άλλων. Δεν ακυρώνει το γεγονός. Μας δίνει όμως κάποια δύναμη να συνεχίσουμε. Διότι εμείς, όσο σκληρό κι αν φαίνεται, έχουμε ακόμη κάτι να κάνουμε στην ζωή μας, έχουμε ακόμη ανθρώπους με τους οποίους μπορούμε να συμπορευτούμε και να συναναστραφούμε. Και είναι παρηγορητική η παρουσία των άλλων, ο λόγος τους, η συμπαράσταση, το «ευχαριστώ» που μπορούμε να πούμε εκείνη την στιγμή ή και μετά, ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης ότι η αγάπη δεν χάθηκε.

            Σε μια από τις πιο συγκλονιστικές ευαγγελικές περικοπές, στην ανάσταση του γιου της χήρας στην πόλη Ναΐν της Γαλιλαίας, βλέπουμε ακριβώς αυτήν την εικόνα του πένθους που βιώνει όχι μόνο η γυναίκα που έχει χάσει ήδη τον άντρα της και βλέπει τώρα να χάνει και τον μονάκριβο γιο της, αλλά ολόκληρη η κοινότητα. Την συνοδεύει στην ταφή «όχλος ικανός». Ο πόνος της γίνεται πόνος τους. Κάποιοι μπορεί να τον έχουν ζήσει αυτόν τον πόνο ή να σκέφτονται ότι θα τον ζήσουν. Κάποιοι μπορεί να νιώθουν ότι τελικά η ματαιότητα της ζωής αυτής μας περιμένει όλους και ότι το μόνο αντίδοτο είναι η αγάπη που δίνει κουράγιο. Η αγάπη που δεν είναι μόνο έκφραση συγγένειας. Είναι έκφραση της πανανθρώπινης σιγής μπροστά στο μυστήριο του θανάτου. Της πανανθρώπινης προσμονής ότι αυτό το μυστήριο οι πάντες θα το ζήσουμε. Ότι έσχατος εχθρός, αλλά ακατανίκητος για τα ανθρώπινα μέτρα ο θάνατος, δεν έχει γιατρειά. Και μπορεί η ζωή να συνεχίζεται, ωστόσο αυτή η κοινοτική αγάπη είναι ίσως το μοναδικό στήριγμα.

            «Κλαίειν μετά κλαιόντων» (Ρωμ. 12, 15) είναι ο αποστολικός λόγος για τους χριστιανούς. Σε μια εποχή που η κοινότητα, δηλαδή η συμπόρευση με δεσμούς που ξεπερνούν το συμφέρον, έχει ατονήσει ως εμπειρία, σε έναν κόσμο όπου το ατομικό θεωρείται αυτονόητη επιλογή, η εικόνα του λαού, του πλήθους που δεν θέλει να αφήσει την μάνα μόνη της στην δύσκολη στιγμή είναι συγκλονιστική. Διότι δείχνει ότι υπάρχουν συναισθήματα. Υπάρχει ανθρωπιά. Υπάρχει αγάπη. Υπάρχει ενσυναίσθηση. Και δεν είναι από περιέργεια, αλλά από γνησιότητα καρδιάς αυτό που πράττει η κοινότητα της Ναΐν. Και μας προτρέπει να έχουμε μέσα στην καρδιά μας αυτό το κοινοτικό αίσθημα, το ανοιχτό στην λύπη, όπως και στην χαρά του άλλου. Την οικειότητα που πηγάζει από την απόφαση να αγαπούμε και να βγαίνουμε από τον εαυτό μας. 

            Όπου κοινότητα, εκεί και ο Χριστός. Ο Κύριος δεν εστιάζει μόνο στον πόνο της μάνας. Σπλαχνίζεται την γυναίκα, όπως σπλαχνίζεται τον κάθε άνθρωπο. Βλέπει όμως και την αγάπη των πολλών. Και νιώθει ότι ο πόνος δεν είναι μόνο ατομικός, αλλά και συλλογικός. Δεν είναι τυχαίο ότι και στις τρεις αναστάσεις που κάνει ο Χριστός στην επίγεια ζωή του, αυτή του γιου της χήρας στην Ναΐν, αυτή της κόρης του Ιαείρου, αλλά και του φίλου Του Λαζάρου, βλέπει τον πόνο της κοινότητας. Και «όπου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι» στην πίστη (Ματθ. 18, 20), εκεί είναι και ο Ίδιος.

            Ο θάνατος είναι ένα επεισόδιο μέσα στην ζωή μας, συγκλονιστικό, κάποτε ακατανόητο, όταν έρχεται ξαφνικά ή παράκαιρα, πέρα από την όποια φυσική πορεία μας. Η δική μας ευθύνη είναι να λειτουργήσουμε ως κοινότητα την ώρα του θανάτου κάποιου συνανθρώπου μας. Κανείς να μην φύγει μόνος του. Κανείς συγγενής να μην αισθανθεί την μοναξιά και την απουσία της αγάπης. Και η ελπίδα της ανάστασης να είναι η τελική απάντηση στο μυστήριο. Για να γίνει όμως αυτό προϋπόθεση είναι η κοινότητα να λειτουργεί στην καθημερινότητα. Στη ενορία της Εκκλησίας. Να μην είμαστε θρήσκοι που επιτελούμε τα θρησκευτικά μας καθήκοντα όποτε έχουμε ανάγκη και χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζουμε κανέναν, ούτε γείτονες που έτυχε να συγκατοικούμε με κάποιους, αλλά πιστοί, που θέλουμε να συνυπάρχουμε με τον διπλανό μας, να του ανοίγουμε την πόρτα και την καρδιά μας, να νιώθουμε τις ανάγκες του και με κάθε τρόπο να αισθανόμαστε ότι είμαστε μέλη του σώματος του Χριστού. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται να αφήσουμε κατά μέρος την ιδιοτροπία, την δειλία, την απαίτηση, το συμφέρον και να προτάξουμε την πίστη και τον τρόπο του αγαπώντος Χριστού. Πρώτοι οι επικεφαλής της κοινότητας, επίσκοποι και κληρικοί. Και ας ακολουθήσει ο καθένας και η καθεμιά.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

10 Οκτωβρίου 2021

Κυριακή Γ’ Λουκά


Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΕΠΟΥΣ


Στην ενορία Υπεραγίας Θεοτόκου Οδηγητρίας Αλεπούς λειτούργησε το πρωί της Κυριακής 6 Οκτωβρίου 2019 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος.

Απευθυνόμενος στο πολυπληθές εκκλησίασμα, στο οποίο συμμετείχαν οικογένειες νέων ανθρώπων, ο κ. Νεκτάριος αναφέρθηκε στο αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας, διά του οποίου λαμβάνουμε μηνύματα και για την δική μας ζωή. Στον καιρό που γράφτηκε η Β᾽ προς Κορινθίους επιστολή, οι άνθρωποι ζούσαν σε μία ακαταστασία και σε μία σύγχυση. Το κήρυγμα της αναστάσεως που ο απόστολος Παύλος κατέθεσε ήρθε σε έναν κόσμο παρασυρμένο από την αμαρτία. Το κήρυγμα έφερε αλλαγή στην ζωή των ανθρώπων. Ο Παύλος επισημαίνει ότι η αλλαγή συνοδεύεται και από την ευθύνη η πίστη να μην κατηγορηθεί εξαιτίας της ζωής των χριστιανών. Χρειάζεται συνέπεια λόγων και έργων. Αυτό δυστυχώς συμβαίνει και σήμερα.

Χριστιανός σημαίνει αγάπη για τους συνανθρώπους. Χριστιανός σημαίνει άρνηση της αδικίας και του κακού. Γι᾽ αυτό χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας. Χρειάζεται να είμαστε διάκονοι Θεού. Με τον λόγο και την ζωή μας χρειάζεται να ανατρέψουμε το πνεύμα της λοιδορίας και της κατηγορίας εις βάρος μας. Κι ας κάνουμε υπομονή στην θλίψη και την κακία, χωρίς να στενοχωριόμαστε. Να βιώνουμε την χαρά της παρουσίας του Θεού, να κοινωνούμε με Εκείνον, όταν το Άγιο Πνεύμα έρχεται και καταυγάζει την ζωή μας, καθαρίζει τις καρδιές μας και την διάνοιά μας. Προσπερνούμε κάθε θλίψη και στενοχώρια και αγωνιζόμαστε να γίνουμε Χριστού μιμητές. Χρειάζεται να πάρουμε λοιπόν απόφαση. Μας περιμένει ο Θεός να κάνουμε αρχή πνευματικής ζωής, να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας και να παλεύουμε.

Στο τέλος της θείας λειτουργίας ο κ. Νεκτάριος τέλεσε τον αγιασμό για την έναρξη των κατηχητικών συναντήσεων της ενορίας και διαπίστωσε την συμμετοχή πολλών παιδιών, γεγονός που είναι ελπιδοφόρο, σε μία εποχή θρησκευτικού αποχρωματισμού! Επαίνεσε τον εφημέριο π. Σπυρίδωνα Τριαντάφυλλο, νέο κληρικό, που συμμερίζεται τα οράματα του επισκόπου. Η κατηχητική προσπάθεια της ενορίας δείχνει ότι σε μια εποχή που η πνευματική παιδεία αμφισβητείται, η Εκκλησία παραμένει η μεγάλη οικογένεια που μητρικά μαζεύει τα νοσσία υπό τας πτέρυγας αυτής, παλεύοντας να θρέψει πνευματικά τους ανθρώπους!